Δημοκρατία ν. M.A.A., Ποιν. Υπόθεση: 1739/24, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1739/24 Δημοκρατία ν. M.A.A. Κατηγορούμενου 30 Σεπτεμβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε δύο κατηγορίες, οι οποίες αφορούν η μεν κατηγορία 1, το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη[1], η δε κατηγορία 2, τη συμμετοχή σε λαθρεμπόριο μεταναστών[2]. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, o Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι, την 01.04.2024, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει τη νενομισμένη προς τούτο άδεια. Περαιτέρω και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, παραδέχθηκε ότι μεταξύ των ημερομηνιών 31.03.2024 και 01.04.2024, συμμετείχε ως συνεργός σε λαθρεμπόριο Σύρων μεταναστών και πιο συγκεκριμένα, ότι με αντάλλαγμα το χρηματικό κέρδος των 2000 δολαρίων, συνεργάστηκε με μέλη εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών, πλοηγώντας πολυεστερική βάρκα από τον Λίβανο προς την Κύπρο, με σκοπό την παράνομη μεταφορά στην Κύπρο, 20 Σύρων απαγορευμένων μεταναστών. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, παρατίθενται κατωτέρω. Την 01.04.24 και ώρα 16:00, το πλήρωμα αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε δύο βάρκες να πλέουν ανοικτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, έξι ναυτικά μίλια, από τις ακτές της Αγίας Νάπας. Η μία έπλεε ακυβέρνητη χωρίς επιβάτες και επρόκειτο για πολυεστερική (fiberglass) βάρκα, πέντε περίπου μέτρων με εξωλέμβια μηχανή. Η δεύτερη, ήταν ξύλινη ψαρόβαρκα 14 περίπου μέτρων υπερφορτωμένη με υπεράριθμους επιβάτες. Συγκεκριμένα επέβαιναν σε αυτή 118 επιβάτες. Μετά από σχετικές ερωτήσεις των μελών της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας προς τους επιβαίνοντες, διαπιστώθηκε ότι 21 εκ των 118 επιβαινόντων, επέβαιναν αρχικά στην πολυεστερική βάρκα, όμως με τη θέα του λιμενικού σκάφους, αυτοί επιβιβάστηκαν στην ξύλινη ψαρόβαρκα η οποία συμπορευόταν με την πρώτη. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της πολυεστερικής βάρκας δεν της επέτρεπαν να διενεργήσει διεθνή πλoυ, ενώ ο μέγιστος αριθμός ατόμων που θα μπορούσαν με ασφάλεια να επιβιβαστούν σε αυτήν ήταν πέντε ενήλικες. Κρίθηκε ότι η ασφάλεια των επιβαινόντων στη ψαρόβαρκα βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο καθότι ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη και ως εκ τούτου ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους το οποίο συντόνιζε το Κέντρο συντονισμού, έρευνας και διάσωσης. Κατά την επιχείρηση διάσωσης, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η μετεπιβίβαση των επιβαινόντων σε αστυνομική άκατο όπως κι έγινε. Όλοι αποβιβάστηκαν εν τέλει με ασφάλεια στην Μαρίνα Αγίας Νάπας, όπου το σκάφος της λιμενικής αστυνομίας κατέπλευσε, ενώ οι δύο βάρκες, αφού εκδόθηκε σχετική οδηγία προς ναυτιλλόμενους, αφέθηκαν στο σημείο εντοπισμού τους όπου και βυθίστηκαν. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, έγινε διαχωρισμός των προσώπων που επέβαιναν στις δύο βάρκες. Διαπιστώθηκε ότι στην πεντάμετρη ακυβέρνητη βάρκα επέβαιναν 19 άνδρες και δύο ασυνόδευτα παιδιά. Μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι όλοι, πλην του Λιβάνιου Κατηγορούμενου, ήταν Σύριοι υπήκοοι. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, είχε στην κατοχή του θεωρημένο διαβατήριο από τις αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης και ως εκ τούτου πρόκειται, σύμφωνα με το νόμο, για απαγορευμένους μετανάστες. Σύμφωνα με μαρτυρία που περισυνελέγη από τους επιβαίνοντες, το βράδυ της 31.03.2024 αναχώρησαν από τον Λίβανο με προορισμό την Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν, έκαστος κατέβαλε σε λαθρέμπορους μεταναστών στη Συρία το ποσό των 3000 δολαρίων Αμερικής περίπου. Υπέδειξαν τον Κατηγορούμενο ως το άτομο το οποίο πλοήγησε το σκάφος από τον Λίβανο προς την Κύπρο, ενώ με την εμφάνιση της κυπριακής λιμενικής αστυνομίας, όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του πηδαλιούχου (Κατηγορούμενου), μετεπιβιβάστηκαν στο συμπλέον μεγαλύτερο ξύλινο σκάφος εγκαταλείποντας το πρώτο άδειο και ακυβέρνητο. Εναντίον του Κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε στις 02.04.24 ένταλμα σύλληψης, ακολούθως προφυλακίστηκε για περίοδο οκτώ ημερών και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Από το σύνολο των αστυνομικών ερευνών που ακολούθησαν, προέκυψε επίσης ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών η οποία δρα στη Συρία, στον Λίβανο και στην Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση 3000 περίπου δολάρια, ως αντίτιμο για το ταξίδι. Ο Κατηγορούμενος, ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό. Αυτός κατάγεται από τον Λίβανο και είναι ψαράς στο επάγγελμα, καταρτισμένος στην πλοήγηση σκαφών. Η βάρκα με την οποία ο ίδιος και οι υπόλοιποι μετανάστες αφίχθηκαν στην Κύπρο, ανήκει σε κύκλωμα λαθρεμπόρων μεταναστών. Στον Λίβανο συμφώνησε με κάποιον ξάδελφό του ονόματι ''Bashir'', μέλος του κυκλώματος, όπως λάβει το ποσό των 2.000 δολαρίων ως αντίτιμο προκειμένου να την πλοηγήσει μέχρι και την Κύπρο για να επιτευχθεί ο σκοπός του λαθρεμπορίου μεταναστών και της εισόδου τους στην επικράτεια της Δημοκρατίας. Το ταξίδι προς την Κύπρο ξεκίνησε στις 31.03.24 περί ώρα 18:00, από παραλιακή τοποθεσία του Λιβάνου πλησίον της Τρίπολης. Προηγουμένως ο λαθρέμπορας ''Bashir'' είχε συμβουλεύσει τον Κατηγορούμενο να συμπορεύεται με το μεγαλύτερο ξύλινο σκάφος, του οποίου κυβερνήτης ήταν κάποιος κοινός τους εξάδελφος και ο οποίος, παρομοίως, εκτελούσε πλου προς την Κύπρο, για σκοπούς λαθρεμπορίου μεταναστών. Ο Κατηγορούμενος προσανατολιζόταν χρησιμοποιώντας πυξίδα σε συνδυασμό με εφαρμογή GPS που είχε εγκατεστημένη στο κινητό του. Με το που αντιλήφθηκε το κυπριακό λιμενικό σκάφος να προσεγγίζει, έδωσε οδηγίες στους επιβαίνοντες, λέγοντας τους να επιβιβαστούν στο μεγαλύτερο συμπλέον σκάφος, «πριν μας βρει η αστυνομία». Ζήτησε δε από τους επιβάτες να μην αποκαλύψουν το ρόλο του στις κυπριακές αρχές. Αφού θα έφερνε εις πέρας την παρανόμως ανατεθείσα σε αυτόν αποστολή, θα περνούσε στις κατεχόμενες περιοχές, θα ταξίδευε στην Τουρκία και από εκεί θα επέστρεφε στον Λίβανο. Ως αναφέρθηκε περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Σημειώνεται δε για σκοπούς παρουσίασης ολοκληρωμένης εικόνας, πως εναντίον του πλοηγού της ξύλινης βάρκας καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο ξεχωριστή ποινική υπόθεση. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια του καθώς και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, με ιδιαίτερη έμφαση στον μικρό αριθμό επιβαινόντων στη βάρκα που πλοηγούσε, στον μειωμένο, ως η εισήγηση της, ρόλο που είχε εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, αλλά και στο κίνητρο του για τη διάπραξη, το οποίο διασυνδέεται με τις δύσκολες οικονομικές και προσωπικές περιστάσεις του, τις οποίες επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπέρ του. Υιοθέτησε προς τούτο την έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, τονίζοντας το νεαρό της ηλικίας του, εισηγούμενη παράλληλα πως, η έμφαση στην περίπτωση του εν λόγω Κατηγορούμενου, θα πρέπει είναι στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία του. Περιπλέον επεσήμανε και τις «καταστροφικές συνέπειες» που θα έχει ο εγκλεισμός του στις φυλακές, όπου θα συναναστρέφεται με άλλα εγκληματικά στοιχεία ενώ επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και το χρόνο που τελεί υπό κράτηση, καθώς και το γεγονός πως εν τέλει δεν έλαβε το συμφωνηθέν όφελος αλλά και ότι δεν διώχθηκαν οι ιθύνοντες συμμέτοχοι του με αποτέλεσμα να παραβιάζεται, κατά την εισήγηση της, η αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Γ. Νομική Πτυχή Σε ό,τι αφορά το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη (βλ. κατηγορία 1), προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και οι δύο αυτές ποινές[3]. Το ίδιο ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης προβλέπεται και για το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών (βλ. κατηγορία 2), διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.10.000 (€17.086,00)[4]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ. 105 για το συγκεκριμένο αδίκημα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτό, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή, ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Αξίζει δε να σημειωθεί πως η εν λόγω τροποποιητική νομοθεσία επέφερε σημαντική αύξηση και των ποινών εν σχέσει με αδικήματα που αφορούν την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης γενικότερα. Η αύξηση αυτή στην ποινή του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η οποία επισημαίνουμε πως, ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, αλλά και η αύξηση των ποινών των αδικημάτων που αφορούν γενικότερα την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, υποδηλώνει αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή μεταναστών στη Δημοκρατία και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Σήμερα δε, το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή σε τρεις υποθέσεις αυτής της φύσεως, ενώ έχει επιληφθεί και τέταρτης υπόθεσης, της ίδιας και πάλιν φύσεως που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24, όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι έχει εκλείψει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησιν συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου αλλά και του ότι αποτελεί δικαστική γνώση ότι δεν καταχωρούνται πλέον νέες υποθέσεις για αυτού του είδους τα αδικήματα. Επί τούτου πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί πως δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της επικαλούμενης συμφωνίας, οι οποίες να είναι ικανές να εντάξουν το ζήτημα στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης, από τη στιγμή μάλιστα που η σχετική εισήγηση δεν ήταν αποδεκτή από την κατηγορούσα αρχή. Πέραν τούτου και εις απάντηση της σχετικής εισήγησης παραπέμπουμε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που αφορούν παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής, όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στη δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[5] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[6], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου πως αυτή αφορά υποθέσεις που στηρίζονταν σε αδικήματα του Κεφ.105 (ως ίσχυε κατά το χρόνο που αποφασίστηκαν) και ότι σε καμμιά εξ αυτών δεν απασχόλησε αδίκημα του Ν. 11(ΙΙΙ)/2003 ή και της σχετικής Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου της, που συζητούνται στην παρούσα. Περαιτέρω υπόψη μας είναι και το ότι στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym (οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105, με προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης τότε τα 8 χρόνια), το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[7], ως συμβαίνει με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας το οποίο περιλαμβάνει ως συστατικό στοιχείο το κέρδος. Τούτων λεχθέντων βέβαια σημειώνουμε πως στην πρώτη υπόθεση, λήφθηκε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, όμως τούτο αποτελούσε ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Από την άλλη στις υποθέσεις Rasit και Khabeer Khan, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, επισημαίνουμε πως υπήρχε ως συστατικό στοιχείο «ο σκοπός της αποκόμισης κέρδους» πλην όμως η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης όταν αποφασίστηκε η καθεμιά, ήταν 8 και 15 χρόνια αντίστοιχα. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα το οποίο σαφώς δεν αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα παρόλο που ως μέρος των γεγονότων, ήταν αποδεκτό πως το σκάφος ήταν, εν προκειμένω, επικίνδυνα υπερφορτωμένο. Στρεφόμενοι στην παρούσα, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι βοηθούσαν παράνομα τους μετανάστες να έρθουν στην Κύπρο από το Λίβανο, έναντι αδρού οικονομικού οφέλους που τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης λάμβαναν από έκαστο (μετανάστη), υπό μορφή κομίστρου, πριν την επιβίβαση, ύψους 3.000 περίπου δολαρίων. Ο ίδιος βέβαια δεν κατέβαλε το εν λόγω κόμιστρο και επιπρόσθετα συμφώνησε μέσω ενός εξαδέλφου του, ο οποίος ήταν μέλος του κυκλώματος, όπως λάβει και αμοιβή για το εγχείρημα που ανέλαβε να φέρει εις πέρας, αμοιβή η οποία ανήρχετο στο ποσό των 2000 δολαρίων. Πράγμα το οποίο με τη σειρά του σαφέστατα υποδηλοί, ότι πρόθεση και σκοπός του ήταν εξ αρχής να αποκομίσει οικονομικό όφελος μέσω της προαγωγής και εν τέλει ολοκλήρωσης του σκοπού της εγκληματικής ομάδας με την οποία συνεργάστηκε, μέσω του εξαδέλφου του. Σκοπός που δεν ήταν άλλος βέβαια από το λαθρεμπόριο μεταναστών έναντι αμοιβής. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προκύπτει να έλαβε, έστω μέρος των χρημάτων που πλήρωσαν οι επιβαίνοντες, ούτε όμως εν τέλει έλαβε το ποσό των 2000 δολαρίων που είχε συμφωνήσει να λάβει ως αμοιβή, ενώ επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της υπεράσπισης πως ο ίδιος δεν αποτελούσε μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, ούτε ήταν βεβαίως ο ιθύνων νους πίσω από την οργάνωση του ταξιδιού, ούτε και του ανήκε η βάρκα. Τα πιο πάνω παρότι σίγουρα λαμβάνονται υπόψη προς όφελος του, εντούτοις δεν μεταβάλλουν το γεγονός πως οι ενέργειες του Κατηγορούμενου και εν γένει ο ρόλος του ήταν ουσιαστικότατα για την επίτευξη του παράνομου ταξιδιού, αφού χωρίς τη δική του συμμετοχή ως πλοηγός της βάρκας, έχοντας προς τούτο και τις αναγκαίες γνώσεις ως ψαράς, δεν θα ήταν δυνατή η ολοκλήρωση του εν λόγω ταξιδιού. Από το όλο δε πλέγμα των εκτεθέντων γεγονότων αναδύεται και ο προσχεδιασμός που προηγήθηκε. Και λέγουμε τούτο διότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει από προηγουμένως μέσω του εξαδέλφου του, όπως αναλάβει την πλοήγηση της βάρκας έναντι της προαναφερθείσας αμοιβής, ενώ πριν αρχίσει την πλοήγηση ο εξάδελφος του τον συμβούλευσε να συμπορεύεται με το άλλο μεγαλύτερο ξύλινο σκάφος του οποίου ο κυβερνήτης ήταν συγγενικό πρόσωπο του Κατηγορούμενου και το οποίο θα εκτελούσε και αυτό, ταυτόχρονα, πλου προς την Κύπρο, για σκοπούς λαθρεμπορίου μεταναστών. Είχε δε στην κατοχή του για σκοπούς προσανατολισμού, τόσο πυξίδα όσο και εφαρμογή GPS, η οποία ήταν εγκατεστημένη στο κινητό του από προηγουμένως. Τον όλο προσχεδιασμό που προηγήθηκε, επισφραγίζει το επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός πως, πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν, άμα τη ολοκληρώσει της μεταφοράς των μεταναστών στην Κύπρο, να επιστρέψει στον Λίβανο, μέσω κατεχομένων. Ανεξαρτήτως βέβαια εάν στην πορεία και αφότου συνελήφθη έχει πλέον διαφοροποιήσει τις προθέσεις του και επιθυμεί, ως ανέφερε η συνήγορος του, να παραμείνει στην Κύπρο για να εργαστεί, προς εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Ό,τι δύναται να συναχθεί επομένως από τον συνδυασμό των παραπάνω γεγονότων είναι πως όσο και αν ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο διοργανωτής του εγχειρήματος ούτε επέλεξε τη βάρκα ή τον αριθμό ατόμων που θα επέβαιναν σε αυτήν, εντούτοις η συμφωνία με την εγκληματική οργάνωση μέσω του εξαδέλφου του, δεν προέκυψε ούτε αυθόρμητα ούτε στιγμιαία, τουναντίον, είχε από προηγουμένως καταρτιστεί και προς τούτο είχε εφαρμοστεί και συγκεκριμένο πλάνο, που περιλάμβανε τη μεταφορά των μεταναστών με δυο διαφορετικές βάρκες (με οδηγίες προς τον Κατηγορούμενο να ακολουθεί πιστά τη δεύτερη βάρκα), τη χρήση οργάνων προσανατολισμού ως επίσης και την επιστροφή του Κατηγορουμένου στη χώρα του, άμα τη ολοκληρώσει του σχεδίου. Επομένως από το σύνολο των γεγονότων προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος όσο και αν είχε παρασυρθεί και ενεπλάκη στην παρούσα λόγω ανωριμότητας και παρορμητισμού, που διασυνδέονται με την ηλικία του αλλά και με την έλλειψη μόρφωσης, ως ήταν και η θέση της συνηγόρου του, εντούτοις είχε αντίληψη του εγχειρήματος που ανέλαβε και πάντως αντιλαμβανόταν ότι με την επιλογή του να πλοηγήσει τη βάρκα, θα συνέδραμε και μάλιστα έναντι αμοιβής, στο παράνομο έργο εγκληματικής ομάδας, καθώς και ότι χωρίς και τη δική του συνδρομή, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Ακόμα όμως αντιλαμβανόταν και τον παράνομο χαρακτήρα του εγχειρήματος, πράγμα που εξάγεται αβίαστα από τη συμπεριφορά του όταν αντίκρυσαν το κυπριακό λιμενικό σκάφος να προσεγγίζει, οπόταν και έδωσε οδηγίες στους επιβαίνοντες, λέγοντας τους να επιβιβαστούν στο μεγαλύτερο συμπλέον σκάφος, «πριν μας βρει η αστυνομία», ενώ παράλληλα ζήτησε από τους επιβαίνοντες να μην αποκαλύψουν το ρόλο του στις κυπριακές αρχές. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί το γεγονός ότι μετέφερε ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό προσώπων, 20 στο σύνολο, αριθμός ο οποίος, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθούν υπόψη και τα τεχνικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες της βάρκας, η οποία δεν ήταν κατασκευασμένη για να εκτελεί διεθνείς πλόες, αλλά ούτε και να μεταφέρει με ασφάλεια περισσότερους από πέντε ενήλικες. Γεγονός το οποίο βεβαίως δεν μεταβάλλεται, ούτε επηρεάζεται από το ότι σε προηγούμενες υποθέσεις που επιλήφθηκε το παρόν Δικαστήριο ο αριθμός επιβαινόντων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος των 20, αφού το ουσιώδες είναι πως στην πραγματικότητα, η επίδικη βάρκα μετέφερε τετραπλάσιο αριθμό επιβαινόντων, απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει. Επιπρόσθετα, αξιοσημείωτο είναι βέβαια και το γεγονός πως από το σύνολο των προσώπων που επέβαιναν στη βάρκα που πλοηγούσε ο Κατηγορούμενος, τα δύο ήταν ασυνόδευτα παιδιά, τα οποία διένυσαν μαζί με τους λοιπούς επιβαίνοντες ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι και καθ' όλα επικίνδυνο, όπως και το ίδιο το ΚΣΕΔ ορθώς εκτίμησε, ενεργώντας αναλόγως. Η ίδια δε η κατάληξη της βάρκας που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, η οποία εν τέλει βυθίστηκε, επισφραγίζει του λόγου το αληθές. Υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν αποτελεί επομένως καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως, από τύχη και μόνο οι επιβαίνοντες, απέφυγαν τα χειρότερα. Ως προς το εάν με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στην υπό εξέταση περίπτωση επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
- a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
- a)the offence had been repeated, · (
- b)it was committed for financial gain, · (
- c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
- d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
- e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
- f)D had played a prominent role or · (
- g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σημειώνουμε ότι σε σχέση με το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών (κατηγορία 2), είναι κατά την κρίση μας σαφές, ότι εντοπίζονται επιβαρυντικά στοιχεία. Κατ' αρχάς, ως ήδη αναφέρθηκε τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο του προσχεδιασμού και της οργάνωσης, ως λεπτομερώς επεξηγήθηκε ανωτέρω. Πέραν τούτου, το αδίκημα, αφορούσε στη μεταφορά μεγάλου αριθμού (20 στο σύνολο) αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων, ενώ ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι αναφορικά με τo οικονομικό όφελος και παρά τη διαπίστωση μας ότι το αδίκημα πράγματι διαπράχθηκε με προοπτική αποκόμισης οικονομικού οφέλους, ήτοι 2000 δολαρίων, εντούτοις δεν το προσμετρούμε ως επιβαρυντικό στοιχείο και τούτο επειδή το οικονομικό όφελος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας 2, σε αντίθεση με την περίπτωση της υπόθεσης Le and Stark, η οποία μνημονεύεται στην Ali Terzelaki (ανωτέρω), όπου το αδίκημα με το οποίο ασχολήθηκε, δεν απαιτούσε την απόδειξη οικονομικού οφέλους. Ό,τι άλλο πρέπει να σημειώσουμε είναι πως εκλαμβάνουμε ως περαιτέρω επιβαρυντικό το γεγονός πως η βάρκα που πλοήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη, αφού μετέφερε τετραπλάσιο αριθμό επιβαινόντων απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει, με όλους τους εγγενείς κινδύνους που το εγχείρημα τούτο εγκυμονούσε, δεδομένου και του ότι προέβαινε σε διεθνή πλου, κάτι που με βάση τα τεχνικά της χαρακτηριστικά ήταν επίσης εκτός των δυνατοτήτων της. Ως προς την εισήγηση τώρα ότι δεν μπορεί να προσμετρήσει επιβαρυντικά το γεγονός της υπερφόρτωσης επειδή, αφενός δεν αντιμετωπίζει σχετική κατηγορία, και αφετέρου επειδή οι επιβαίνοντες μετεπιβιβάστηκαν στην έτερη βάρκα και εν τέλει στη Μαρίνα Αγίας Νάπας με ασφάλεια, σημειώνουμε τα εξής. Kατ' αρχάς είναι γεγονός πως πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία που να αφορά υπερφορτωμένο σκάφος. Από την άλλη όμως, η συνήγορος του αποδέχθηκε ως μέρος των γεγονότων, ότι πράγματι η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη, κάτι που επιβεβαίωσε ρητώς και κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Επομένως και υπό αυτές τις περιστάσεις το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει σχετική κατηγορία, δεν θεωρούμε πως συνιστά κώλυμα στο να ληφθεί το γεγονός αυτό υπόψη[8]. Ως προς το γεγονός τώρα, ότι όλοι οι επιβαίνοντες μετεπιβιβάστηκαν με ασφάλεια στο συμπλέον σκάφος και ακολούθως στη Μαρίνα, τούτο επίσης είναι ορθό αλλά και πάλιν δεν μεταβάλλει επ' ουδενί το γεγονός της υπερφόρτωσης, καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού με όλους τους εγγενείς κινδύνους που μια τέτοια κατάσταση εγκυμονούσε. Επομένως λαμβάνουμε υπόψη το στοιχείο αυτό ως επιβαρυντικό παράγοντα υπό τις περιστάσεις, χωρίς βεβαίως να παραβλέπουμε πως η εν λόγω βάρκα δεν του ανήκε και δεν επέλεξε ο ίδιος τον αριθμό ατόμων που θα επέβαιναν σε αυτήν. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι, ως η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κίνητρο του ήταν η αποκόμιση οικονομικού οφέλους ένεκα και της δεινής οικονομικής κατάστασης του ίδιου και της οικογένειας του, εξ ου και εύκολα παρασύρθηκε να εμπλακεί από συγγενικά του πρόσωπα, ένεκα και της ανωριμότητας του και της έλλειψης μόρφωσης και παιδείας. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου καθώς και στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Και τούτο, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[9]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του παραβάτη, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου και να μην συνιστά γι' αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψιν προς όφελος του Κατηγορούμενου, ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό του ποινικό μητρώο, ένδειξη η οποία μας επιτρέπει να αποδεχθούμε την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ήταν μεμονωμένη. - Τη συνεργασία του με την Αστυνομία κατά το ανακριτικό στάδιο και την ομολογία του. - Την παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πάντως προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Η βαρύτητα δε που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442). Στην προκειμένη περίπτωση ήταν η εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ότι χωρίς την παραδοχή του θα ήταν δύσκολη η απόδειξη της υπόθεσης, δεδομένου και του ότι η βάρκα εντοπίστηκε ακυβέρνητη και δεν ήταν σαφές σε ποιο σημείο έγινε η μετεπιβίβαση. Παρόλο που σύμφωνα με τα γεγονότα φαίνεται πως υπήρχε μαρτυρία εκ των επιβαινόντων για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της επίδικης βάρκας ως και για τον αριθμό των επιβαινόντων, είναι γεγονός πως η απόδειξη της υπόθεσης σε περίπτωση μη παραδοχής θα συνεπάγετο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμο χρόνο. Συνεπώς η παραδοχή του Κατηγορούμενου, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, λαμβάνεται υπόψη κατά τρόπο που δικαιολογεί σημαντική έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28 - Τη μεταμέλεια του, ως εμφαίνεται από την παραδοχή και την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε δια μέσου της συνηγόρου του. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας[10] και ως περαιτέρω αναλύθηκαν από την συνήγορο του ενώπιον μας. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 18 ετών, άγαμος και άτεκνος, και προέρχεται από πολυμελή, φτωχή οικογένεια, διαζευγμένων γονέων. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη πως πρόκειται για άτομο που δεν φοίτησε σε σχολείο, ένεκα οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του, με αποτέλεσμα να είναι αναλφάβητος. Πρόκειται δε για άτομο που έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια με διαπληκτισμούς των γονέων του, οι οποίοι ακολούθως χώρισαν, με τον ίδιο να βιώνει την απουσία πατρικής στοργής και υποστήριξης, αφού ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε και δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για τον ίδιο. Η δε μητέρα του δεν εργάζεται αφού επωμίζεται τη φροντίδα των άλλων εννέα αδελφών του, οι οποίοι διαμένουν σε άθλιες συνθήκες στο σπίτι των παππούδων του. Ο ίδιος εργαζόταν ως οικοδόμος, δεν εξέτισε τη στρατιωτική θητεία του στη χώρα του και στην Κύπρο ήρθε πλοηγώντας τη βάρκα έναντι ανταλλάγματος που θα λάμβανε και σκοπός του ήταν, μετά την αποπεράτωση του εγχειρήματος αυτού, να επιστρέψει στο Λίβανο μέσω των κατεχομένων. Στο παρόν στάδιο όμως επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία και να εργαστεί προς βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του. Ως προς το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου, στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η συνήγορος του, σημειώνουμε ότι πράγματι το νεαρό της ηλικίας ενός Κατηγορούμενου αναγνωρίζεται ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας[11]. Επομένως ο Κατηγορούμενος, ως νεαρό πρόσωπο, ηλικίας 18 ετών, δικαιούται να αναμένει μεγαλύτερη επιείκεια[12] και σίγουρα η μεταχείριση του στην προκειμένη περίπτωση, θα διαφέρει από την μεταχείριση της οποίας θα τύγχανε ένας ώριμος ενήλικας, αν βρισκόταν στη θέση του. Από την άλλη βεβαίως, έχουμε επίσης υπόψη μας και οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι παρόλο που η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[13] (βλ. Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019, ημερ. 20.1.2019). Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, όπου μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας επί εβδομαδιαίας βάσης, διαπιστώνουμε ότι αδικήματα αυτής της φύσεως σε πολλές περιπτώσεις διαπράττονται από άτομα ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας, όπως συμβαίνει δηλαδή και στην προκειμένη περίπτωση με τον Κατηγορούμενο. Το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου όμως, ζητήθηκε από τη συνήγορο του όπως ληφθεί υπόψη σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι ο χώρος όπου κρατείται παρότι είναι χώρος για άτομα ηλικιών 18-21 μόνο, εντούτοις είναι εύκολα προσβάσιμος σε άτομα πολύ μεγαλύτερα από τον ίδιο και τα οποία αντιμετωπίζουν ή τιμωρήθηκαν για πολύ σοβαρά αδικήματα, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να μπορεί εύκολα να έρθει σε επαφή με τα πιο πάνω άτομα κατά τον προαυλισμό του αλλά και στον χώρο σίτισης και γυμναστηρίου, με τις επαφές αυτές να έχουν δυνητικά «καταστροφικές επιπτώσεις» στον ίδιο, οδηγώντας τον στην υποτροπή και στην επίδειξη νέας παραβατικής συμπεριφοράς. Δεν εντοπίζουμε έρεισμα στις τοποθετήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης, οι οποίες παρέμειναν γενικές και αόριστες και εν πολλοίς υποθετικές. Ουσιώδες δε είναι αυτό που και η ίδια αποδέχθηκε, ότι δηλαδή έχουν γίνει διευθετήσεις και ο Κατηγορούμενος κρατείται σε πτέρυγα όπου κρατούνται νεαρά πρόσωπα, μεταξύ 18 - 21 ετών. Από την άλλη όμως, λαμβάνουμε υπόψη τις γενικότερες δυσμενείς επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης, στη μητέρα και τα αδέλφια του Κατηγορούμενου, οι οποίοι διαμένουν στο Λίβανο υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί, όπως και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει ο ίδιος αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνουμε όμως, πως ο πιο πάνω παράγοντας, παρότι λαμβάνεται υπόψιν, αφού αποτελεί επίσης μετριαστικό παράγοντα, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Ως προς την εισήγηση τώρα, ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων ένεκα της μη δίωξης των ιθυνόντων μελών της εγκληματικής οργάνωσης ή και του συγγενικού προσώπου του Κατηγορούμενου που εμπλέκετο στο όλο κύκλωμα, σημειώνουμε τα εξής. Ερωτηθείσα η συνήγορος υπεράσπισης, κατά πόσον δόθηκαν στοιχεία και η Δημοκρατία παρέλειψε να ενεργήσει για να τους διώξει, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι λεπτομέρειες είχαν δοθεί, επέμεινε όμως ότι η μη δίωξη τους συνιστά παραβίαση της επικαλούμενης αρχής. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες που να επιτρέπουν να εντοπιστούν άλλα πρόσωπα και να κινηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες. Επί τούτου θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί πως ο οδηγός της έτερης βάρκας έχει διωχθεί και του έχει επιβληθεί ποινή. Απ' εκεί και πέρα από τα εκτεθέντα γεγονότα φαίνεται πως ο Κατηγορούμενος είχε δώσει μόνο ένα όνομα ("Bashir") και κανένα άλλο στοιχείο εν σχέση με τον εξάδελφο του ή για άλλα τυχόν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Εάν βεβαίως δεν υπήρχε τρόπος ταυτοποίησης και εντοπισμού των λοιπών εμπλεκομένων ένεκα έλλειψης επαρκών στοιχείων, αδυνατούμε να δούμε πως στην προκειμένη περίπτωση η μη δίωξη τους συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά
(1996)2 A.A.Δ. 257 η οποία από παλαιά ξεκαθάρισε το ζήτημα με αναφορά και σε προϋπάρχουσα νομολογία: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. (Βλέπε Georghiou and Others v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 A.A.Δ. 115. Κάττου & Της ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, της οποίες αναφέρθηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας.)». Ακόμα δε πιο πρόσφατα στην Γεωργίου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 38/19 κ.α., ημερ. 20.1.22, λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στη Σατανά (ανωτέρω): «Σε ό,τι αφορά το έτερο ζήτημα που ηγέρθη, είναι γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του της όφελος του Εφεσίβλητου ότι ο ιθύνων νους δεν κατονομάστηκε και δεν διώχθηκε. Και τούτο παρά το ότι τα στοιχεία αυτού του προσώπου ήταν άγνωστα στην Κατηγορούσα Αρχή, λησμονώντας με αυτό τον τρόπο την πάγια νομολογία ότι η μη τιμωρία συνεργού δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής, παρά μόνο εκεί όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή που, προφανώς, δεν ήταν εν προκειμένω η περίπτωση». (έμφαση δοθείσα) Τα ίδια θεωρούμε πως ισχύουν και εδώ καθιστώντας τη σχετική εισήγηση ανεδαφική και απορριπτέα. Καταληκτικά, συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσα και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών και στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών. Εξετάζοντας κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλουμε την εκτέλεση της ποινής σημειώνουμε τα εξής. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχουμε την άποψη πως, οι μετριαστικοί παράγοντες και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως την έχουμε προδιαγράψει. Τυχόν δε αναστολή της ποινής φυλάκισης, κρίνουμε πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα του αδικήματος και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Επομένως, οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η ποινή να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 9.4.24. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ), 6
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των άρθρων 3(a), 4, 6
(1)(a), 6
(2)(b), 6
(3)(a)(b) του Τρίτου Μέρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. [3] Άρθρο 19
(2)του Κεφ.
- [4] Άρθρο 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικός) Νόμος του 2003, Ν. 11(ΙΙΙ)/
- [5] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.
- [6] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- [7] Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [8] Βλέπε κατ' αναλογίαν την υπόθεση Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80, όπου λήφθηκε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. [9] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
- [10] Την οποία η συνήγορος του υιοθέτησε. [11] βλ. Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, καθώς επίσης το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική «Sentencing in Cyprus», 2η έκδ. 2007, σελ. 88-
- [12] βλ. Evtim Rumerov Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.
- [13] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο