← Κύπρος

Δημοκρατία ν. I.A. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 3098/23, 2/8/2024

Δημοκρατία ν. I.A. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 3098/23, 2/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 3098/23 Δημοκρατία ν.

  1. I.A.
  2. A.B. Κατηγορούμενοι 2 Αυγούστου, 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενους: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΠΟΙΝΗ Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν δικής του παραδοχής, επί τω ότι ενώ ήταν απαγορευμένοι μετανάστες, βρέθηκαν σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας χωρίς να κατέχουν την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(ι),(κ),(λ),(μ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 1). Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος επί τω ότι συνέδραμε ώστε, 112 απαγορευμένοι μετανάστες εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ)
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 (κατηγορία 3). Ο δε Κατηγορούμενος 2 επί τω ότι με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, παρείχε βοήθεια σε 112 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, συνεργώντας με άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 5). Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 29.11.
  1. Α. Γεγονότα Την 29.11.23 και ώρα 19:30, το πλήρωμα αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε ξύλινη βάρκα 11 περίπου μέτρων να πλέει εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας, επτά ναυτικά μίλια ανοιχτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, με κατεύθυνση τις κυπριακές ακτές. Σε αυτήν επέβαιναν 114 άτομα, εκ των οποίων τα 34 ήταν παιδιά, με τα 20 απ' αυτά να είναι ασυνόδευτα. Κρίθηκε ότι η ασφάλεια των επιβαινόντων βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, καθότι η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη και παρουσίαζε σοβαρή κλίση στα αριστερά. Η κατάσταση αξιολογήθηκε ως άκρως επικίνδυνη και ως εκ τούτου, ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους, το οποίο συντόνιζε το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης. Κατά την επιχείρηση διάσωσης, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η μετεπιβίβαση των επιβαινόντων σε αστυνομική άκατο, όπερ και εγένετο. Όλοι αποβιβάστηκαν εν τέλει με ασφάλεια στη μαρίνα Αγίας Νάπας, όπου το σκάφος της λιμενικής αστυνομίας κατέπλευσε, ενώ η ξύλινη βάρκα, αφού εκδόθηκε σχετική οδηγία προς ναυτιλλόμενους, αφέθηκε στο σημείο εντοπισμού της, όπου και βυθίστηκε. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι όλοι, πλην των Λιβάνιων Κατηγορουμένων, ήταν Σύριοι υπήκοοι. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένων των δύο Κατηγορουμένων, είχε στην κατοχή του θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, μήτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας και ως εκ τούτου πρόκειται, σύμφωνα με το Νόμο, για απαγορευμένους μετανάστες. Οι μετανάστες δε, δήλωσαν ότι τα ξημερώματα της 29.11.23 αναχώρησαν από τον Λίβανο με προορισμό την Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν, έκαστος κατέβαλε σε λαθρέμπορους μεταναστών στη Συρία το ποσό των 3000 δολαρίων Αμερικής περίπου. Υπέδειξαν τον Κατηγορούμενο 2, ως το άτομο το οποίο πλοήγησε το σκάφος από τον Λίβανο προς την Κύπρο, με βοηθό του τον Κατηγορούμενο
  2. Με την εμφάνιση της Κυπριακής Λιμενικής Αστυνομίας, οι δύο Κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν το πηδάλιο και κάθισαν αναμεταξύ των υπολοίπων επιβαινόντων. Εναντίον των Κατηγορουμένων εξασφαλίστηκαν στις 30.11.23 εντάλματα σύλληψης. Οδηγήθηκαν την ίδια ημέρα ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου και εναντίον τους εκδόθηκαν διατάγματα προφυλάκισης οκτώ ημερών. Έκτοτε βρίσκονται υπό κράτηση. Από το σύνολο των αστυνομικών ερευνών που ακολούθησαν προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος 2, κατάγεται από τον Λίβανο και είναι ψαράς στο επάγγελμα, καταρτισμένος στην πλοήγηση σκαφών. Η ξύλινη βάρκα με την οποία ο ίδιος και οι υπόλοιποι μετανάστες αφίχθηκαν στην Κύπρο, ενεγράφη στο όνομά του στις 23.11.
  3. Ένα μήνα περίπου πριν το ταξίδι, συμφώνησε στον Λίβανο με κάποιον ομοεθνή του επικεφαλής ομάδας λαθρεμπόρων μεταναστών, γνωστό ως Ahmad Mustafa Kanafani, όπως εγγράψει στο όνομά του την επίδικη βάρκα, η οποία αγοράστηκε (αποκλειστικά για την διενέργεια του επίδικου ταξιδιού) με χρήματα των λαθρεμπόρων μεταναστών και επιπλέον όπως λάβει το ποσό των 5.000 δολαρίων ως αντίτιμο προκειμένου να την πλοηγήσει μέχρι και την Κύπρο για να επιτευχθεί ο σκοπός του λαθρεμπορίου μεταναστών και της εισόδου τους στην επικράτεια της Δημοκρατίας. Πέραν του χρηματικού αυτού ποσού το οποίο πράγματι, άμα τη ολοκληρώσει της παράνομης επιχείρησης, προκύπτει να εισέπραξε η μητέρα του στο Λίβανο από την ομάδα των λαθρεμπόρων μεταναστών, ο Κατηγορούμενος 2, πριν τον απόπλου, εισέπραξε επιπλέον σε μετρητά από τον Kanafani το ποσό των 500 δολαρίων. Το ταξίδι προς την Κύπρο ξεκίνησε στις 29.11.23 και ώρα 04:00 το πρωί από την παραλιακή πόλη Al Abdeh του Λιβάνου. Προηγουμένως ο λαθρέμπορος Kanafani παρέλαβε με άλλο σκάφος τους δύο Κατηγορούμενους από το λιμάνι της πόλης Al Mina του Λιβάνου και τους μετέφερε στο σημείο εκκίνησης όπου η επίδικη βάρκα ήταν ήδη φορτωμένη με κόσμο. Αφού οι δύο Κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν σε αυτή, ξεκίνησε το ταξίδι προς την Κύπρο με τους Κατηγορούμενους εκ περιτροπής πλοηγούς, οι οποίοι για να προσανατολίζονται χρησιμοποιούσαν πυξίδα σε συνδυασμό με εφαρμογή GPS που είχε εκ των προτέρων εγκαταστήσει στο κινητό του ο Κατηγορούμενος 2, με τη βοήθεια του λαθρέμπορα Kanafani. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, πέραν των όσων αποκαλύφθηκαν για τον ρόλο του ανωτέρω, προέκυψε ότι κατάγεται από την παραθαλάσσια πόλη Al Mina του Λιβάνου και προέρχεται από φτωχή οικογένεια. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει αδυνατούσε να τελέσει τον γάμο του στο Λίβανο και έτσι συμφώνησε με τον λαθρέμπορα Kanafani όπως συνδράμει στην όλη παράνομη επιχείρηση, βοηθώντας τον Κατηγορούμενο 2 στην πλοήγηση της επίδικης βάρκας προς την Κύπρο, με αντάλλαγμα όπως, με την επιστροφή του στον Λίβανο, λάβει οικονομική αρωγή από τον Kanafani προκειμένου να τελέσει εν τέλει το γάμο του. Και οι δύο Κατηγορούμενοι είχαν λάβει διαβεβαιώσεις από τον Kanafani ότι θα μεριμνούσε, άμα τη ολοκληρώσει της όλης παράνομης επιχείρησης, για την επιστροφή τους στο Λίβανο. Προέκυψε επίσης από τη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά τη διερεύνηση ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών με επικεφαλής τον Kanafani, η οποία δρα στη Συρία, Λίβανο και Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση 3000 περίπου δολάρια ως αντίτιμο για το ταξίδι. Οι δύο Κατηγορούμενοι ήταν τα μοναδικά πρόσωπα τα οποία δεν κατέβαλαν το πιο πάνω ποσό. Τέλος δηλώθηκε ότι, οι Κατηγορούμενοι είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος των Κατηγορουμένων, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο, το μεμονωμένο των πράξεων τους, τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές, την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια τους αλλά και τις προσωπικές τους περιστάσεις, εστιάζοντας στο νεαρό της ηλικίας τους, το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο αλλά και στις δύσκολες οικονομικές τους περιστάσεις. Περιστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του Κατηγορούμενου 1 για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων για να τελέσει το γάμο του αλλά και για να στηρίξει την οικογένεια του λόγω και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του. Πέραν των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπέρ του Κατηγορούμενου 1 το γεγονός ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν έλαβε το αντάλλαγμα που συμφώνησε με τον διακινητή, δηλαδή την οικονομική βοήθεια προκειμένου να τελέσει το γάμο του όταν θα επέστρεφε στο Λίβανο και ότι εν τέλει δεν αποκόμισε οποιαδήποτε χρήματα μιας και το όποιο όφελος του από τη μεταφορά των μεταναστών, περιορίζεται στην μη καταβολή του κομίστρου. Ενόψει δε του ότι οι διαβεβαιώσεις που έλαβε από τον διακινητή για επιστροφή στη χώρα του δεν υλοποιήθηκαν, έχει προχωρήσει σε αίτηση παραχώρησης ασύλου με σκοπό να παραμείνει στην Κύπρο και να εργαστεί, παράγοντα τον οποίο επίσης ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη πως πρόθεση του ιδίου είναι να επιστρέψει στη χώρα του, μετά την περάτωση της υπόθεσης και κάλεσε το Δικαστήριο όπως προσμετρήσει προς όφελος του το γεγονός ότι ο ρόλος του, συγκριτικά με τον διοργανωτή του ταξιδιού ήταν δευτερεύων αφού δεν είναι ο ίδιος που αποφάσισε τη διοργάνωση του ταξιδιού, ως επίσης δεν εισέπραξε οποιοδήποτε κόμιστρο από τους επιβάτες. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι κατά την υπεράσπιση, παρασύρθηκαν στη διάπραξη των αδικημάτων ένεκα της δεινής τους οικονομικής κατάστασης και δεν πρόκειται για τους ιθύνοντες της όλης επιχείρησης. Υπό το φως δε των ανωτέρω αλλά και του ότι κατά την εισήγηση της εξέλιπε πλέον η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, ένεκα μείωσης των μεταναστευτικών ροών το τελευταίο διάστημα, λόγω συμφωνίας που επετεύχθη με το Λίβανο, κάλεσε το Δικαστήριο όπως θεωρήσει ότι δεν καθίσταται επιβεβλημένη η αντιμετώπιση των επίδικων αδικημάτων, ως αδικημάτων τα οποία παρουσιάζουν έξαρση και όπως επιδείξει στους Κατηγορούμενους κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Σε ό,τι αφορά το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη (κατηγορία 1) που αντιμετωπίζουν και οι δύο Κατηγορούμενοι, και το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία (κατηγορία 3), που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνουμε πως αμφότερα τιμωρούνται, με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[1]. Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της εκ προθέσεως και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, υποβοήθηση της παράνομης εισόδου παράνομων μεταναστών στη Δημοκρατία (κατηγορία 5), που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και οι δύο αυτές ποινές[2]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ως άνω προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά όλες τις κατηγορίες που παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ. 105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 5 ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.20.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, οι προβλεπόμενες ποινές ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, που στην περίπτωση της κατηγορίας 5 φτάνει σχεδόν το διπλάσιο όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πρόστιμο και στις κατηγορίες 1 και 3 ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι μόνο εντός της περιόδου 11.4.24 μέχρι 13.5.24, ήτοι εντός ενός μόλις μηνός, καταχωρήθηκαν 7 νέες υποθέσεις αυτής της φύσεως ενώπιον μας. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24, όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι εκλείπει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησης συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου. Επί τούτου αρκούμαστε να παραπέμψουμε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ό,τι επιπρόσθετα θα μπορούσε να λεχθεί επ' αυτού, είναι ότι το ζήτημα έχει τεθεί από μέρους της υπεράσπισης με γενικό και αόριστο τρόπο και εν πάση περιπτώσει η απλή αναφορά σε ύπαρξη συμφωνίας με το Λίβανο, χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες, από τη στιγμή μάλιστα που ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη της σχετικής εισήγησης. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που αφορούν παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στη δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[3] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[4], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105[5], το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[6]. Στην πρώτη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος ως ήδη αναφέρθηκε είχε μεν αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, όμως τούτο αποτελούσε ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στις δε υποθέσεις Rasit και Khabeer Khan, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, το οποίο αποτελεί βεβαίως αδίκημα ίδιας εμβέλειας και σοβαρότητας με αυτό του άρθρου 19Α
(1), επισημαίνουμε πως υπήρχε ως συστατικό στοιχείο «ο σκοπός της αποκόμισης κέρδους». Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του άρθρου 19Α όσο και των άρθρων 19
(2)και 19
(1)(ζ), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα το οποίο σαφώς δεν αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα. Στρεφόμενοι στην παρούσα, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες εκάστου Κατηγορούμενου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή καθενός εξ αυτών να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι παράνομα βοηθούσαν τους μετανάστες να έρθουν στην Κύπρο από το Λίβανο, έναντι αδρού οικονομικού οφέλους που τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης λάμβαναν από έκαστο (μετανάστη), υπό μορφή κομίστρου, πριν την επιβίβαση, ύψους 3.000 περίπου δολαρίων. Κόμιστρο το οποίο ουδείς εκ των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατέβαλε. Πέραν όμως αυτού ο Κατηγορούμενος 2, συμφώνησε με τους διακινητές όπως λάβει και αμοιβή για το εγχείρημα που ανέλαβε και η οποία ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 5.500 δολαρίων, μέρος των οποίων εισέπραξε ο ίδιος ως προκαταβολή ενώ το υπόλοιπο μέρος το εισέπραξε η οικογένεια του για λογαριασμό του, μετά την άφιξη του. Πράγμα το οποίο με τη σειρά του σαφέστατα υποδηλοί, ότι πρόθεση και σκοπός του εξ αρχής ήταν η αποκόμιση κέρδους, υποβοηθώντας με τη συμμετοχή του στην προαγωγή και εν τέλει στην ολοκλήρωση του σκοπού των εν λόγω προσώπων, που δεν ήταν άλλος βέβαια από το λαθρεμπόριο μεταναστών έναντι αμοιβής. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1 και παρότι το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας που αυτός διέπραξε, δεν έχει ως συστατικό στοιχείο την αποκόμιση ή την προοπτική απόκτησης κέρδους, σε αντίθεση με την πέμπτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, εντούτοις προκύπτει ότι και ο Κατηγορούμενος 1 αποσκοπούσε σε κάποιο όφελος από την αξιόποινη συμπεριφορά του, παρότι όχι της εμβέλειας του οφέλους που είχε ο Κατηγορούμενος
  1. Και τούτο διότι πέραν του ότι δεν θα κατέβαλλε κόμιστρο όπως και ο Κατηγορούμενος 2, προσδοκούσε και σε οικονομική βοήθεια που θα λάμβανε από τον διακινητή, μετά που θα επέστρεφε στην χώρα του, έτσι ώστε να τελέσει το γάμο του (αλλά και για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του λόγω και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μητέρα του[7]), βοήθεια την οποία δεν παραβλέπουμε όμως, ότι ουδέποτε έλαβε, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο
  2. Το στοιχείο αυτό, της προοπτικής δηλαδή αποκόμισης οφέλους, δεν μεταβάλλει βεβαίως το αδίκημα σε σχέση με το οποίο θα τιμωρηθεί ο Κατηγορούμενος 1 που είναι αυτό της τρίτης κατηγορίας, με προβλεπόμενη την ποινή που καταγράψαμε ανωτέρω, ωστόσο η παράμετρος αυτή σίγουρα προσδίδει σοβαρότητα στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, επί των δικών της πάντοτε όρων. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας το γεγονός ότι για κανένα εκ των Κατηγορουμένων, υπάρχει μαρτυρία ότι έλαβε έστω μέρος των χρημάτων που πλήρωναν οι επιβαίνοντες, ενώ επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της υπεράσπισης πως ουδείς εξ αυτών ήταν μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης. Τα πιο πάνω παρότι σίγουρα λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις ασφαλώς δε δύνανται να υποβιβάσουν τις ουσιαστικότατες ενέργειες στις οποίες προέβη έκαστος εκ των Κατηγορουμένων προτού διενεργηθεί το ταξίδι, στο πλαίσιο της όλης συμφωνίας τους με τους διοργανωτές για τη μεταφορά των μεταναστών. Ενέργειες από τις οποίες αναδύεται και ο λεπτομερής προσχεδιασμός που προηγήθηκε. Και λέγουμε τούτο διότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η βάρκα με την οποία μεταφέρθηκαν οι μετανάστες, ενεγράφη στο όνομα του Κατηγορούμενου 2 στις 23.11.23, ως ο όρος της μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και των διοργανωτών συμφωνίας, η οποία έλαβε χώρα, ένα μήνα πριν την πραγματοποίηση του ταξιδιού, ενώ περαιτέρω ο εν λόγω Κατηγορούμενος προκύπτει πως είχε εγκαταστήσει εκ των προτέρων στο κινητό του, με τη βοήθεια του διακινητή, σύστημα πλοήγησης, για σκοπούς προσανατολισμού. Με άλλα λόγια δηλαδή η συμφωνία με τον διακινητή δεν προέκυψε αυθόρμητα ή στιγμιαία, τουναντίον, είχε από αρκετές ημέρες πριν καταρτιστεί και προς τούτο είχε εφαρμοστεί και συγκεκριμένο πλάνο, που περιλάμβανε την προαναφερθείσα αγορά και εγγραφή της βάρκας επ' ονόματι του Κατηγορούμενου
  3. Περιπλέον, κατά την επίδικη ημερομηνία ο λαθρέμπορας Kanafani παρέλαβε με άλλο σκάφος και τους δύο Κατηγορούμενους και τους μετέφερε στο σημείο εκκίνησης, όπου με βάση το σχέδιο που είχε καταστρωθεί, η βάρκα ήταν ήδη φορτωμένη με κόσμο και έτοιμη να ξεκινήσει. Από το σύνολο δε των γεγονότων προκύπτει επομένως πως αφενός οι Κατηγορούμενοι είχαν αντίληψη του ακριβούς περιεχομένου του εγχειρήματος που ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας και αφετέρου ότι είχαν χρόνο στη διάθεση τους για να αποστούν από την υλοποίηση του, κάνοντας ενδεχομένως δεύτερες, σοφότερες σκέψεις, πράγμα το οποίο προφανώς, δεν έπραξαν. Ό,τι δύναται επομένως να εξαχθεί με ασφάλεια, είναι πως τουλάχιστον αντιλαμβάνονταν ότι με την επιλογή τους να πλοηγήσουν τη βάρκα εκ περιτροπής, θα συνέδραμαν έκαστος με τον δικό του τρόπο, στο παράνομο έργο εγκληματικής ομάδας, έστω και αν δεν ήταν οι ίδιοι μέλη της καθώς και ότι χωρίς τη δική τους συνδρομή, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ρόλος τους ήταν δευτερεύων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, παρά μόνον ίσως εν συγκρίσει με τους διοργανωτές, αφου κατά τα λοιπά, ως εξηγήθηκε, ο ρόλος τους ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί το γεγονός ότι μετέφεραν ένα τεράστιο αριθμό προσώπων, 112 στο σύνολο, εν συγκρίσει πάντοτε και με το μέγεθος της βάρκας η οποία ήταν 11 μέτρα περίπου και η οποία εκ τούτου προκύπτει αναμφίβολα ότι ήταν υπερφορτωμένη, ως εξάλλου είναι παραδεκτό και μέσω των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μας και βρήκαν σύμφωνη την υπεράσπιση. Αξιοσημείωτο είναι βέβαια το γεγονός πως από το σύνολο των προσώπων που μεταφέρθηκαν τα 34 ήταν παιδιά, με τα 20 μάλιστα να είναι ασυνόδευτα, διανύοντας ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι και καθ' όλα επικίνδυνο, όπως και το ίδιο το ΚΣΕΔ ορθώς εκτίμησε, δεδομένης και της κλίσης προς τα αριστερά την οποία παρουσίαζε η βάρκα, λόγω ακριβώς της υπερφόρτωσης της. Η ίδια δε η κατάληξη της βάρκας, η οποία εν τέλει βυθίστηκε επισφραγίζει του λόγου το αληθές. Υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν αποτελεί επομένως καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως, από τύχη και μόνο τα 114 αυτά άτομα, (συμπεριλαμβανομένων των Κατηγορουμένων), απέφυγαν τα χειρότερα. Ως προς την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
  1. a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
  2. a)the offence had been repeated, · (
  3. b)it was committed for financial gain, · (
  4. c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
  5. d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
  6. e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
  7. f)D had played a prominent role or · (
  8. g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σε αντίθεση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι σε σχέση τόσο με το αδίκημα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου (κατηγορία 5) όσο και της συνδρομής σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία (κατηγορία 3) είναι κατά την κρίση μας σαφές ότι συνυπάρχουν αρκετά εκ των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων. Κατ' αρχάς, ως ήδη αναφέρθηκε τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο του προσχεδιασμού και της οργανωμένης δράσης, ως λεπτομερώς επεξηγήθηκε ανωτέρω. Από εκεί και πέρα, το αδίκημα, αφορούσε στη μεταφορά μεγάλου αριθμού (συγκεκριμένα 112) αγνώστων προς τους Κατηγορούμενους, προσώπων. Ο δε Κατηγορούμενος 2 ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, εκ περιτροπής με τον Κατηγορούμενο 1, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι αναφορικά με την ύπαρξη οικονομικού οφέλους και παρά τη διαπίστωση μας ότι υπήρξε τέτοιο, εντούτοις δεν το προσμετρούμε ως επιβαρυντικό στοιχείο εν σχέσει με την πέμπτη κατηγορία και τούτο επειδή το οικονομικό όφελος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας που αφορά τον δεύτερο Κατηγορούμενο, σε αντίθεση με την περίπτωση της υπόθεσης Le and Stark, η οποία μνημονεύεται στην Ali Terzelaki (ανωτέρω), όπου το αδίκημα με το οποίο ασχολήθηκε, δεν απαιτούσε την απόδειξη οικονομικού οφέλους. Αντιθέτως σε σχέση με την κατηγορία 3, που αφορά τον Κατηγορούμενο 1, προσμετρά επιβαρυντικά το γεγονός ότι με τη διάπραξη αποσκοπούσε στο να λάβει οικονομική βοήθεια από τους διακινητές με σκοπό να μπορέσει να τελέσει το γάμο του αλλά και να βοηθήσει την οικογένεια του, εφόσον το κέρδος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας. Ό,τι άλλο πρέπει να σημειώσουμε είναι πως εκλαμβάνουμε ως περαιτέρω επιβαρυντικούς παράγοντες[8], σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 2, πρώτον το γεγονός ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληματικής οργάνωσης εν τη εννοία του άρθρου 63Β του Κεφ. 154, και δεύτερον το γεγονός ότι η διάπραξη του αδικήματος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή των επιβαινόντων, οι οποίοι επαναλαμβάνουμε, από τύχη, έφτασαν ζωντανοί και δεν κατέληξαν στην θάλασσα, όπως η βάρκα στην οποία επέβαιναν. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι, ως εν τέλει διαμορφώθηκε η θέση της συνηγόρου των Κατηγορουμένων κατά το στάδιο των προφορικών αγορεύσεων, κίνητρο του Κατηγορούμενου 1 για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων ήταν η εξασφάλιση χρημάτων για να τελέσει το γάμο του αλλά και για να στηρίξει την οικογένεια του λόγω και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του και ότι εν γένει και οι δύο παρασύρθηκαν στη διάπραξη των αδικημάτων ένεκα της δεινής τους οικονομικής κατάστασης. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισαν στη ζωή τους και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[9]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις των ίδιων των Κατηγορούμενων, έτσι που να μην συνιστά για αυτούς απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό ποινικό μητρώο αμφότερων των Κατηγορουμένων, ένδειξη η οποία μας επιτρέπει να αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν, παρά τη σοβαρότητα της, ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Τη συνεργασία τους με την Αστυνομία κατά το ανακριτικό στάδιο και την παραδοχή τους στα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι στο πλαίσιο των ανακριτικών τους καταθέσεων. - Την παραδοχή τους στις κατηγορίες που κρίθηκαν ένοχοι, η οποία ως και η συνήγορος τους αποδέχεται δεν ήταν άμεση. Πιο συγκεκριμένα, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν την 1η κατηγορία στις 11.4.24, σε χρόνο δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ περαιτέρω παραδέχτηκαν τις κατηγορίες 3 και 5 αντίστοιχα, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας[10]. Παρά το γεγονός δε ότι δεν ήταν άμεση η παραδοχή τους στις κατηγορίες, εντούτοις λαμβάνεται υπόψη στο δέοντα βαθμό αφού μέσω της έχει περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, και δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα τους επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). - Τη μεταμέλεια τους, ως εμφαίνεται μέσα από την παραδοχή τους κατά το ανακριτικό στάδιο αλλά και στο Δικαστήριο, καθώς και από την απολογία τους, ως αυτή εκφράστηκε δια μέσου της συνηγόρου τους. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο των Κατηγορουμένων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού, ούτε μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που διοργάνωσε το επίδικο ταξίδι. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο τους, με αναφορά καθ' όσον αφορά και τους δύο Κατηγορούμενους, στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, τις οποίες η συνήγορος υπεράσπισης τους υιοθέτησε. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι πρόκειται για άτομα σχετικά νεαρής ηλικίας, αφού πρόκειται για άτομα ηλικίας 22 ετών, προερχόμενα από πολυμελείς, φτωχές οικογένειες, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Για τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε επίσης υπόψη, ότι έχει άλλα πέντε αδέλφια καθώς και ότι ο πατέρας του απεβίωσε προ δεκαπενταετίας, ενώ η μητέρα του η οποία είναι εν ζωή, αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και διαμένει μαζί με τα αδέλφια του, σε οικογενειακή οικία μαζί με άλλες 4 οικογένειες. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι φοίτησε για μικρό χρονικό διάστημα στο Δημοτικό και εν τέλει παρέμεινε αναλφάβητος. Εκπαιδεύτηκε ως ψυκτικός, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι και πριν να έρθει στην Κύπρο. Τα τελευταία επτά χρόνια είναι αρραβωνιασμένος και ήρθε στην Κύπρο με σκοπό, να στηρίξει την οικογένεια του και δη, την μητέρα του που αντιμετωπίζει προβλήματα και την αρραβωνιαστικιά του που είναι άνεργη, με την οποία προγραμμάτιζε γάμο. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη πως πρόκειται για χρήστη ουσιών από την ηλικία των επτά ετών, ο οποίος μέχρι και πριν την άφιξη του στην Κύπρο, έκανε χρήση ηρωίνης. Περιπλέον συνεκτιμούμε πως παρότι σκοπός του, προτού φτάσει στην Κύπρο, ήταν να επιστρέψει στην χώρα του, εφόσον υλοποιούνταν και οι σχετικές διαβεβαιώσεις που του είχαν δοθεί από τον διακινητή, εντούτοις δεδομένου του ότι δεν υλοποιήθηκαν επιθυμεί πλέον να παραμείνει στην Κύπρο και να εργαστεί προκειμένου να λάβει χρήματα και να στηρίξει την οικογένεια του που βρίσκεται στον Λίβανο και προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης ασύλου. Για τον Κατηγορούμενο 2, λαμβάνουμε υπόψη πέραν του νεαρού της ηλικίας του, ότι έχει άλλα 5 αδέλφια, εκ των οποίων κανένα δεν εργάζεται, ο δε πατέρας του απεβίωσε και η μητέρα του αντιμετωπίζει, ομοίως με τη μητέρα του Κατηγορούμενου 1, προβλήματα καρδιολογικά. Ο ίδιος είναι χρήστης ουσιών από την ηλικία των 12 ετών και αναλφάβητος, αφού δεν φοίτησε σε σχολείο και από πολύ μικρή ηλικία εργαζόταν, λόγω της οικονομικής ανέχειας της οικογένειας του, η οποία ζούσε σε άθλιες συνθήκες και ένεκα ακριβώς της δεινής οικονομικής κατάστασης παρασύρθηκε στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. - Ως προς το νεαρό της ηλικίας των Κατηγορούμενων, σημειώνουμε ότι το νεαρό της ηλικίας ενός Κατηγορούμενου αναγνωρίζεται ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας[11]. Επομένως οι Κατηγορούμενοι, ως νεαρά πρόσωπα ηλικίας 22 ετών, αναμένουν μεγαλύτερη επιείκεια[12] και σίγουρα η μεταχείριση τους στην προκειμένη περίπτωση θα διαφέρει από την μεταχείριση της οποίας θα τύγχανε ένας ώριμος ενήλικας, αν βρισκόταν στη θέση τους. Από την άλλη βεβαίως, έχουμε επίσης υπόψη μας και οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι παρόλο που η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[13] (βλ. Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019, ημερ. 20.1.2019). Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, όπου μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας επί εβδομαδιαίας βάσης, διαπιστώνουμε ότι αδικήματα αυτής της φύσεως σε πολλές περιπτώσεις διαπράττονται από άτομα ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας, όπως συμβαίνει δηλαδή και στην προκειμένη περίπτωση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2. - Για αμφότερους τους Κατηγορούμενους λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους τους και δη στην αρραβωνιαστικιά του Κατηγορούμενου 1, αλλά και την ευρύτερη οικογένεια αμφοτέρων. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελούν υπό κράτηση οι Κατηγορούμενοι καθώς και τη γενικότερη αγωνία που βιώνουν αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1 και 3 που αντιμετωπίζει. Στον Κατηγορούμενο 2, στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ στην 5η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4,5 ετών. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε εισήγηση από μέρους της συνηγόρου των Κατηγορουμένων για την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης, ενόψει του ύψους της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενου 1, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, ν' αναστείλουμε την εκτέλεση της. Έχουμε υπόψη τις αρχές που διέπουν το ζήτημα (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930) και επανεξετάζοντας το σύνολο των δεδομένων, τόσο των επιβαρυντικών όσο και των ελαφρυντικών, καθώς και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου 1, καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την αναστολή και συναφώς θεωρούμε πως ορθώς η συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 δεν υπέβαλε σχετική εισήγηση. Επομένως οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 8.12.2023. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 3. [2] Άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.105. [4] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [5] Υπενθυμίζουμε ότι επί του συγκεκριμένου άρθρου εδράζεται και η σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα, με τη διευκρίνιση ότι η υποβοήθηση στην παρούσα αφορά σε είσοδο και όχι σε διέλευση (κατηγορία 5). [6] Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [7] Βλ. πρακτικό ημερ. 22.7.24 σελ.8-9 και τις εκεί δοθείσες σχετικές διευκρινίσεις. [8] Βλ. σχετικά άρθρο 19Α
(3)(α) και (β) του Κεφ.105. [9] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
  1. [10] Στο πλαίσιο της κυρίως δίκης ακούστηκαν 4 μάρτυρες και κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του 5ου μάρτυρα, η υπεράσπιση ήγειρε ζήτημα μη θεληματικότητας των καταθέσεων των Κατηγορούμενων στην Αστυνομία. Η αλλαγή απάντησης από μέρους τους και η παραδοχή τους στις κατηγορίες 3 και 5 έλαβε χώρα μετά το πέρας της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα στη δίκη εντός δίκης, η οποία διατάχθηκε προκειμένου ακριβώς να διακριβωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν οι συγκεκριμένες καταθέσεις. [11] βλ. Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, καθώς επίσης το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική «Sentencing in Cyprus», 2η έκδ. 2007, σελ. 88-
  2. [12] βλ. Evtim Rumerov Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.
  3. [13] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.