← Κύπρος

Δημοκρατία ν. A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1493/24, 6/8/2024

Δημοκρατία ν. A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1493/24, 6/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1493/24 Δημοκρατία ν. A.M. Κατηγορούμενος 6 Αυγούστου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Η. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κ. Θ. Γιούπας Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε τέσσερις κατηγορίες οι οποίες αφορούν την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', ήτοι 7 κιλά και 458,90 γραμμάρια κάνναβης (κατηγορίες 3 και 2, αντίστοιχα) και παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', ήτοι ενός χειροποίητου τσιγάρου που περιείχε κάνναβη (κατηγορίες 4 και 5, αντίστοιχα), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/

  1. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή έχουν ως ακολούθως:
  2. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, Τουρκοκύπριος και διαμένει σε οικία στο Παραλίμνι.
  3. Την 14.3.2024, στο Παραλίμνι, μέλη της Αστυνομίας, προέβησαν σε επιχείρηση εκτέλεσης εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με την οικία του, στο Παραλίμνι και συγκεκριμένο όχημά του.
  4. Κατά την εκτέλεση του προαναφερόμενου εντάλματος έρευνας μέλη της Αστυνομίας ανέκοψαν και ερεύνησαν το όχημα που αναφερόταν στο ένταλμα και το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Σημειώνεται ότι κατά την ανακοπή του οχήματος ο Κατηγορούμενος κρατούσε και κάπνιζε χειροποίητο τσιγάρο το οποίο περιείχε 0,05 γραμμάρια πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (4η και 5η κατηγορία).
  5. Το προαναφερόμενο τσιγάρο παραλήφθηκε από μέλος της αστυνομίας και όταν επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο, αυτός απάντησε «οκ μάστρε, its mine». Ακολούθως ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για τα αυτόφωρα αδικήματα που είχε διαπράξει και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο αυτός απάντησε «οκ».
  6. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του εντάλματος έρευνας της οικίας του, όπως επίσης και για τα δικαιώματά του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο αυτός απάντησε «I don't have weed home».
  7. Περαιτέρω κατά τη διεξαγωγή της έρευνας του προαναφερόμενου οχήματος του Κατηγορούμενου παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, ένα τσαντάκι μέσης εντός του οποίου υπήρχαν δύο κινητά τηλέφωνα, το ένα ήταν χρώματος πράσινου μάρκας Samsung και το άλλο χρώματος μαύρου μάρκας ΝΟΚΙΑ, μια κάρτα κινητού τηλεφώνου sim. Όταν υποδείχθηκαν τα εν λόγω αντικείμενα στον Κατηγορούμενο και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «the bag its mine, it's my phones and other personal staff».
  8. Στη συνέχεια την ίδια μέρα, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, μέλη της Αστυνομίας, ερεύνησαν την οικία του στην προαναφερόμενη διεύθυνση. Κατά την είσοδο των μελών της Αστυνομίας εντός της οικίας ήταν έντονη η μυρωδιά της κάνναβης. Ακολούθως επιστήθηκε η προσοχή του Κατηγορούμενου στον νόμο και δεν έδωσε οιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια επεξηγήθηκαν εκ νέου τα δικαιώματά στον Κατηγορούμενο και ρωτήθηκε κατά πόσο επιθυμεί να ασκήσει οιοδήποτε από αυτά. Ο Kατηγορούμενος απάντησε ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει οιοδήποτε δικαίωμα τη δεδομένη στιγμή.
  9. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, εντοπίστηκε κάτω από το κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας του και παραλήφθηκε ένα σακίδιο μαύρο, μάρκας Forclaz 90 Quechu, ορειβατικού τύπου, εντός του οποίου υπήρχαν τρείς νάιλον συσκευασίες με κάνναβη. Ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε αφού πληροφορήθηκε σχετικά με τους λόγους της σύλληψής του.
  10. Ακολούθως στο ίδιο δωμάτιο εντοπίστηκε μέσα στην ντουλάπα του υπνοδωματίου του Κατηγορούμενου, μια ταξιδιωτική βαλίτσα, εντός της οποίας υπήρχαν εννέα νάιλον συσκευασίες με κάνναβη, οι οποίες παραλήφθηκαν ως τεκμήρια. Ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε αφού πληροφορήθηκε ότι βρίσκεται υπό σύλληψη και για την εν λόγω ποσότητα κάνναβης.
  11. Αργότερα την ίδια μέρα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε εγγράφως για τα δικαιώματα του ως συλληφθέντας, την παραλαβή των οποίων υπέγραψε στην παρουσία μέλους της Αστυνομίας και του δικηγόρου του.
  12. Κατόπιν διεξαγωγής επιστημονικών εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι όλες οι νάιλον συσκευασίες που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Kατηγορούμενου, περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης συνολικού βάρους 7.458,90 γραμμαρίων, με ψηλή περιεκτικότητα τετραυδροκανναβινόλης (Δ.9-THC) ήτοι 14,87% (2η και 3η κατηγορία).
  13. Ακολούθως μεταξύ των ημερομηνιών 14.03.2024-15.03.2024 με τη βοήθεια διερμηνέα, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του αφού πρώτα πληροφορήθηκε γραπτώς για την υπόθεση που διερευνάται εναντίον του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια λήψης της ανακριτικής του κατάθεσης, προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς.
  14. Την 15.03.2024 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει εντάλματος, αφού πρώτα πληροφορήθηκε με την βοήθεια διερμηνέα για τους λόγους της σύλληψης του και για τα δικαιώματα του και του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο. Ο Kατηγορούμενος απάντησε «οκ».
  15. Ακολούθως ο Kατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον του για επτά ημέρες.
  16. Την 17.3.2024, λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα στην παρουσία του δικηγόρου του αφού πρώτα του δόθηκαν εγγράφως τα δικαιώματα του ως ύποπτος, τα οποία και παρέλαβε υπογράφοντας σχετική βεβαίωση λήψης τους και πληροφορήθηκε γραπτώς για την υπόθεση που διερευνάται εναντίον του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της ανακριτικής του κατάθεσης τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν απάντησε στις πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
  17. Την 19.3.24, λήφθηκε τρίτη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα στην παρουσία του δικηγόρου του αφού πρώτα του δόθηκαν εγγράφως τα δικαιώματα του ως ύποπτος, τα οποία και παρέλαβε υπογράφοντας σχετική βεβαίωση λήψης τους και πληροφορήθηκε γραπτώς για την υπόθεση που διερευνάται εναντίον του και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της ανακριτικής του κατάθεσης τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
  18. Την 19.3.24 εξασφαλίστηκε υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που βρισκόταν πλησίον της οικίας του Κατηγορούμενου το οποίο λάμβανε πλάνα και από την είσοδο της οικίας του Κατηγορούμενου. Σημειώνεται ότι από την επιθεώρηση του εν λόγω υλικού διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος την 27.02.24 εισέρχεται εντός της οικίας του, κρατώντας την πολύχρωμη ταξιδιωτική βαλίτσα εντός της οποίας υπήρχαν οι εννέα νάιλον συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη και στις 11.03.24 φαίνεται να εισέρχεται εντός της οικίας του κρατώντας το σακίδιο εντός του οποίου υπήρχαν οι τρεις νάιλον συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη. B. Προηγούμενες Καταδίκες Ως λέχθηκε ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τις εξής προηγούμενες καταδίκες:
  19. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 4/21 του Ε. Δ. Λάρνακας, καταδικάστηκε στις 31.05.21, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' κατά παράβαση του Ν. 29/77, όπου και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών και 1 έτους αντίστοιχα.
  20. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 21854/20 του Ε. Δ. Λάρνακας, καταδικάστηκε στις 18.6.21, για τα αδικήματα της χρήσης και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' κατά παράβαση του Νόμου 29/77, όπου και του επιβλήθηκαν ποινές προστίμου €500,00 και €900,00 αντίστοιχα.
  21. Στην υπόθεση υπ' αριθμό 8011/20 του Ε.Δ. Λάρνακας, καταδικάστηκε στις 30.9.21, για τα αδικήματα της προμήθειας ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β' και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' κατά παράβαση του Νόμου 29/77, όπου και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 30 και 20 ημερών αντίστοιχα.
  22. Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 17445/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας, καταδικάστηκε στις 26.11.21, για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154, της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(Ι)(Ε)

(4)(Δ) του Κεφ. 54 (κατοχή 6457 κροτίδων), και για το αδίκημα της συνδρομής στην παραμονή απαγορευμένου μετανάστη στην Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(Ζ) του Κεφ. 105, αδικήματα για τα οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε μια από τις δύο πρώτες κατηγορίες και 2 μηνών στην τρίτη κατηγορία. Γ. Αγόρευση Μετριασμού Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του η συνεργασία του με την αστυνομία, η παραδοχή του, η μεταμέλεια του, το είδος των ναρκωτικών, τα οποία δεν εμπίπτουν στην Τάξη Α' στην οποία συγκαταλέγονται τα σκληρά ναρκωτικά, το γεγονός ότι προσπάθησε και κατάφερε ν' απεξαρτηθεί στο παρελθόν, όμως επανήλθε στη χρήση χωρίς ακολούθως να καταφέρει να απεξαρτηθεί, οι περιστάσεις διάπραξης, καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στις επιπτώσεις που θα έχει μια πολύχρονη ποινή φυλάκισης στον ίδιο, στην οικογένεια του και δη στην ανήλικη θυγατέρα του. Δ. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. Για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια[1] (κατηγορία 2) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Η ίδια ποινή προβλέπεται και σε ό,τι αφορά το αδίκημα της χρήσης[2] ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορία 5). Σε σχέση δε με τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 που αφορούν στο αδίκημα της παράνομης κατοχής, κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Ν.29/77, όταν το φάρμακο είναι τάξεως Β', προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σε σχέση με τα αδικήματα της παράνομης χρήσης, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο ποινικός Νομοθέτης έχει προνοήσει αυστηρές ποινές. Από την επιλογή του αυτή δε «.καθίσταται αυταπόδεικτη η σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδίως αυτού της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για το συγκεκριμένο αδίκημα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους.» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα, Ποιν. Έφ.214/2021, ημερ.19.1.2024). Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών και η συνακόλουθη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, προκύπτει και από τις ολέθριες συνέπειες που επιφέρει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Αυτή ακριβώς η σοβαρότητα σκιαγραφήθηκε περιεκτικά από το Εφετείο της χώρας μας, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα (ανωτέρω) με αναφορά και σε παλαιότερες υποθέσεις: « Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα ημεδαπά Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στα πλαίσια των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία σε πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τα τελευταία έτη να τονίσει την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι: «Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών». (Βλ. και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287). Στην πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Αναγκαιότητα η οποία υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση.» Στην υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω) τονίστηκε και η άλλη, επίσης επαναλαμβανόμενη διαπίστωση των δικαστηρίων ότι: «[Η] έξαρση των αδικημάτων που αφορούν στην κατοχή, διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών είναι δεδομένη». Διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνεται και από την επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Η έξαρση αυτής της φύσεως αδικημάτων θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια της κοινωνίας και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση και καθήκον να πατάξουν τη διάθεση ναρκωτικών, οποιασδήποτε φύσης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, καθιστούν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατέψουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα - που είναι πιο ευάλωτα -, από αυτό τον κίνδυνο (βλ. Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών (βλ. Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς (ανωτέρω), Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77). Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Tο είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται και από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Στη δε Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του (harm), το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. Η ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Σημειώνουμε βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή περίπου 1.500 γρ. κάνναβης µε σκοπό την προμήθεια, ποσότητα η οποία χαρακτηρίστηκε ως μεγάλη. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 25 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο, είχε παραδεχθεί και εξέφρασε τη μεταµέλεια του. Ας σημειωθεί ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε πως µε δυσκολία δεν διέταξε την έναρξη της ποινής από την ηµέρα της απόφασης του και τούτο λόγω του νεαρού της ηλικίας του εφεσείοντα. Στην Μαυρικίου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 6 κιλών και 341,3376 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, επικυρώθηκε ποινής φυλάκισης 12 ετών σε έγγαμο πατέρα ανήλικου παιδιού με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν ακρόασης. Στην Chamout Chalil v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 730, η ποινή φυλάκισης 9 ετών, που επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον εφεσείοντα στο αδίκημα της κατοχής 10 κιλών και 441,32 γρ. κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια της, μειώθηκε σε 7 έτη καθότι, δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στον περιορισμένο ρόλο του ως μεταφορέα σε συνάρτηση με την αλλαγή στις περιστάσεις του καθώς και στην απραξία των αρχών προς εντοπισμό του, κατά την περίοδο (προγενέστερης) αναστολής ποινικής δίωξης που καταχωρίστηκε για την ίδια υπόθεση, αλλά και την μετέπειτα πρόθεση του εφεσείοντα, να παραδοθεί στην Αστυνομία. Στην υπόθεση Αγαθοκλέους κ.ά v. Δημοκρατία
(2014)2(Α) Α.Α.Δ. 44, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών μετά από παραδοχή για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια κάνναβης ποσότητας 5 κιλών και 217,66 γραμμαρίων σε λευκού ποινικού μητρώου πατέρα, τριών ανήλικων παιδιών, ο οποίος έπασχε από ψυχικά προβλήματα και η οικογένεια του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Στην Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 26 ετών για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 818.77 γραμμαρίων κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί ρητίνη, κατόπιν παραδοχής. Στη Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.15, ποινή φυλάκισης 12 ετών, που επιβλήθηκε σε 40χρονο, κατόπιν παραδοχής, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, 20 κιλών και 401 γραμμαρίων κάνναβης, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Bora ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.03.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα πρωτοδίκως, για το αδίκημα της κατοχής 2 κιλών και 28,30 γρ., ο οποίος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες και ήταν σχετικά νεαρό πρόσωπο (27 ετών). Στην Μιχάλη Μιχαήλ ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 165/2015, ημερ. 22.01.2018, ECLI:CY:AD:2018:B37, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 13 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον λευκού ποινικού μητρώου, εφεσείοντα, για το αδίκημα της κατοχής 15 κιλών και 923 γρ.. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την ποινή αυστηρή, όχι όμως έκδηλα υπερβολική. Στην υπόθεση Πισσάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/2016, ημερ. 14.03.2018, ECLI:CY:AD:2018:B114, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών που επιβλήθηκε μετά από ακρόαση για το αδίκημα της κατοχής 3 κιλών και 902 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Στην Προκοπίου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 228/2017, ημερ. 21.02.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 9 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης, στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής 8 κιλών και 7 γρ.. Στην Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 04.04.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, κατόπιν παραδοχής, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11 κιλών και 454,9473 γραμμαρίων κάνναβης, σε άτομο νεαρής ηλικίας (22 ετών), λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος ενήργησε ως μεταφορέας. Στην Δημοκρατία v. Karelidze, Ποιν. Έφ. 119/2019, ημερ. 25.06.2021, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 7 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής 9 κιλών και 984,10 γρ., σημειώνοντας ότι παρότι η ποινή φυλάκισης των 7 ετών στην παραπάνω κατηγορία, δεν κρίνεται έκδηλα ανεπαρκής, εντούτοις θα μπορούσε ενδεχομένως να ήταν πιο αυστηρή. Στην Φραγκίσκου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ.184/2020, ημερ.10.02.2022, ECLI:CY:AD:2022:D80, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 10 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον Εφεσείοντα πρωτοδίκως, για το αδίκημα της κατοχής 5 κιλών και 950,30 γρ., ο οποίος βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες. Στην Δημοκρατία ν. Νικολάου, Ποιν. Έφ. 59/2020, ημερ. 16/02/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, επέβαλε (πρωτογενώς κατόπιν ανατροπής αθωωτικής απόφασης) ποινή φυλάκισης 5 ετών, για το αδίκημα της κατοχής 2 κιλών και 878,20 γρ. κάνναβης στον Εφεσίβλητο, ο οποίος βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες. Στην παρούσα περίπτωση, από τον συνδυασμό των εκτεθέντων γεγονότων και της αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε να παραλάβει τα επίδικα ναρκωτικά τα οποία ανήκαν σε άλλο πρόσωπο, χωρίς αρχικά να γνωρίζει πως επρόκειτο για ναρκωτικά όμως μετέπειτα και αφότου το αντελήφθη, αποδέχθηκε να τα φυλάξει στην οικία όπου διέμενε για λογαριασμό του εν λόγω προσώπου και αργότερα να τα προωθήσει στην αγορά έναντι κάποιου κέρδους που θα είχε και ο ίδιος. Επρόκειτο δε για ναρκωτικά μεγάλης ποσότητας (7 κιλά και 458,90 γραμμάρια κάνναβης). Δεν μας διαφεύγει βέβαια, ότι τα ναρκωτικά αυτά ήταν Τάξεως Β' και όχι Α', στην οποία εμπίπτουν τα γνωστά ως «σκληρά ναρκωτικά», πλην όμως προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός πως η περιεκτικότητα των επίδικων ναρκωτικών σε τετραϋδροκανναβινόλη ως αναφέρθηκε στο πλαίσιο των γεγονότων, ανήρχετο σε 14,87%, ποσοστό το οποίο ως επίσης λέχθηκε, καταδεικνύει υψηλή περιεκτικότητα. Ήταν δε τοποθετημένα σε 12 συνολικά συσκευασίες, σαφέστατη ένδειξη εμπορίας αλλά και οργάνωσης και επαγγελματισμού (βλ. Κωνσταντίνου (ανωτέρω)). Μέσω δε αυτών θα μπορούσαν να συντηρηθούν εκατοντάδες χρήστες και να συντηρήσουν με την σειρά τους, μέσω της χρήσης, την εμπορία. Ως εκ των ανωτέρω λοιπόν προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος εν ολίγοις επέτρεψε αρχικά όπως η οικία του λειτουργήσει ως αποθήκη φύλαξης ναρκωτικών και στη συνέχεια ο ίδιος ως διαθέτης τους στην αγορά, όσο και αν δεν ήταν ο ιδιοκτήτης τους. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, προκύπτει σαφώς πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης της διακίνησης ναρκωτικών. Ο ρόλος του αρχικά περιοριζόταν σε ρόλο αποθηκάριου, ρόλος ο οποίος όμως στη συνέχεια λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε διευρύνθηκε, αφού δέχθηκε να τα προωθήσει και στην αγορά έναντι κάποιου ποσού που θα λάμβανε και ο ίδιος εκ της διάθεσης τους. Το γεγονός δε ότι δεν κατέστη εφικτό να τα διαθέσει, δεν οφείλεται σε δεύτερες τυχόν σκέψεις του ίδιου αλλά στο ότι ως λέχθηκε δεν είχαν ζήτηση λόγω της ψηλής τιμής διάθεσης τους εξ ου και η πίεση που δεχόταν για να τα πωλήσει σε χαμηλότερη τιμή και αφετέρου οι ενέργειες της αστυνομίας οι οποίες έβαλαν φρένο στο όλο εγχείρημα. Ό,τι άλλο γίνεται συνολικά αντιληπτό είναι πως ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών που κατείχε αυτή τη μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών αναζητούσε ασφαλή χώρο φύλαξης και τρόπο διοχέτευσης τους στην αγορά και προφανώς εμπιστευόμενος τον Κατηγορούμενο του ζήτησε να του τα φυλάξει και αργότερα να τα διαθέσει. Ασφαλώς δεν ανησυχούσε ούτε για τυχόν καταγγελία του, καθώς ούτε και για απώλεια ή επέμβαση στα φυλασσόμενα ναρκωτικά. Η πορεία των πραγμάτων μέχρι και σήμερα αποδεικνύει ότι πράγματι δεν κινδυνεύει από τον Κατηγορούμενο ο οποίος δεν τον κατονόμασε. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ασφαλώς και ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν υποδεέστερος από του ιδιοκτήτη των επίδικων ναρκωτικών, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προσέφερε διπλή εξυπηρέτηση στον ιδιοκτήτη και μάλιστα ουσιώδη, που συνίστατο στη φύλαξη και αργότερα στη διάθεση των ναρκωτικών, την ώρα που εκείνος την είχε ανάγκη, με όλα τα εχέγγυα εμπιστευτικότητας τα οποία διαφύλαξε και μετά. Προκύπτει έτσι χωρίς αμφιβολία, πως ο ρόλος του ήταν βασικότατος και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης, αφού αποτέλεσε έναν άκρως σημαντικό και εκ των πραγμάτων αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών και τη διασπορά τους στη χώρα μας και τούτο μάλιστα έναντι κάποιου οφέλους ή αμοιβής, το οποίο συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο, (βλ. Κατσάπαου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.318). Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να επιλύσει δικά του οικονομικά προβλήματα, απεδέχθη να συνδράμει στη διασπορά ναρκωτικών παραγνωρίζοντας ή και αδιαφορώντας για τα όποια άλλα προβλήματα επιφέρουν τα ναρκωτικά σε συνανθρώπους του και στην κοινωνία γενικότερα. Η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή είναι αυταπόδεικτη. Ειδικά σε ό,τι αφορά συνεργούς στην εμπορία αρκούμαστε στην παράθεση από την υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.541 του ακόλουθου αποσπάσματος: «Έχει λεχθεί - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει, επανειλημμένα, χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών». (έμφαση δοθείσα) Δεν διαλανθάνει επίσης την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με τέσσερις προηγούμενες καταδίκες. Βεβαίως η αναφορά στις προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα[3], υπό την έννοια ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του ως προς την τήρηση των νόμων[4]. Στην προκειμένη περίπτωση εξέταση του μητρώου του Κατηγορούμενου αποκαλύπτει πως τρεις εκ των τεσσάρων προηγούμενων καταδικών του, αφορούν αδικήματα ίδιας ακριβώς φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως από πλευράς Κατηγορούμενου, προκύπτει μια σαφέστατη ροπή σε αδικήματα που αφορούν κατοχή, χρήση και προμήθεια ναρκωτικών. Ό,τι δε καταδεικνύει η τέταρτη καταδίκη είναι πως η εγκληματική δράση του δεν περιορίστηκε στον τομέα των ναρκωτικών αλλά και στη διάπραξη και άλλης σοβαρής φύσης αδικημάτων. Παρά δε το γεγονός πως του επιβλήθηκαν άμεσες ποινές φυλάκισης πέραν της μιας φοράς και μάλιστα σε μια εκ των περιπτώσεων ουσιαστικής έκτασης[5], ως τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν σύντομα μετά την αποφυλάκιση του, διέπραξε τα σοβαρά αδικήματα της παρούσας. Καταδεικνύοντας τοιουτοτρόπως πως η στάση του είναι δυστυχώς περιφρονητική και πως οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί, δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αναμόρφωσης του. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι προηγούμενες καταδίκες στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι μειώνουν ουσιαστικά την επιείκεια που είναι δυνατόν να του επιδειχθεί. Παρά τη διαπιστωθείσα σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτρεπτική ποινή, υπάρχει πάντοτε και το καθήκον για εξατομίκευση της, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου, το οποίο δεν ατονεί, αν και σε υποθέσεις ναρκωτικών η εξατομίκευση προσλαμβάνει δευτερεύοντα ρόλο. Στα πλαίσια του εν λόγω καθήκοντος σημειώνουμε και συνεκτιμούμε τα ακόλουθα: Το πρώτο ελαφρυντικό για τον Κατηγορούμενο είναι ασφαλώς το προβλεπόμενο από το άρθρο 30
(4)(β) του Ν.29/77, ήτοι το ότι δεν υπάρχει κάποιο από τα επιβαρυντικά περιστατικά του άρθρου 30
(4)(α). Επισημαίνουμε σχετικά πως δεν υπήρξε καμμιά αναφορά ότι ο Κατηγορούμενος ανήκε ο ίδιος σε εγκληματική ομάδα εμπόρων που είχαν υπό την ιδιοκτησία τους τα επίδικα ναρκωτικά. Ως προς την επίκληση της συνεργασίας του με την αστυνομία ως μετριαστικό στοιχείο από το συνήγορο του, σημειώνουμε πως ούτε μέσα από την αγόρευση ούτε όμως και από τα εκτεθέντα γεγονότα προκύπτουν στοιχεία ότι ως εκ της συνεργασίας του διαλευκάνθηκε η υπόθεση και πάντως δεν εντοπίζονται στοιχεία που θα επέτρεπαν την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων τα οποία διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική συμπεριφορά, έτσι ώστε να μπορεί να καταταχθεί η στάση του, ως συνεργασία με τις Αρχές για δίωξη των προμηθευτών την οποία το άρθρο 30
(4)(β) του Ν.29/77 αναφέρει ως ελαφρυντικό. Σύμφωνα με τη Φραγκίσκου (ανωτέρω), όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει κάποιος κατηγορούμενος με το να κατονομάσει άλλα πρόσωπα και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή του στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται. Στην παρούσα ασφαλώς δεν έχει αναληφθεί κάποιος τέτοιος κίνδυνος. Λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση εν σχέσει με τις κατηγορίες 3-5 ενώ σε σχέση με την κατηγορία 2 παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε πριν την έναρξη οποιασδήποτε ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του Κατηγορούμενου έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442) καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στην προκειμένη περίπτωση εν σχέσει με τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη επ' αυτοφόρω. Τα δε αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 προέκυψαν κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας και ο ίδιος διασυνδέθηκε επιπρόσθετα με την ταξιδιωτική τσάντα που βρέθηκε στο διαμέρισμα του, αφού πλάνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης παρακείμενης οικίας το οποίο λάμβανε πλάνα και από την είσοδο της οικίας του Κατηγορούμενου, κατέδειξαν τον τελευταίο στις 27.2.24 να εισέρχεται στην οικία του κρατώντας την εν λόγω πολύχρωμη ταξιδιωτική τσάντα, εντός της οποίας βρέθηκαν οι εννέα νάϋλον συσκευασίες που περιείχαν την κάνναβη. Ομοίως δε στις 11.3.24, τον δείχνουν να εισέρχεται κρατώντας το σακίδιο εντός του οποίου υπήρχαν οι τρεις νάυλον συσκευασίες που περιείχαν κάνναβη. Παρότι τα πιο πάνω δεν άφηναν στην πραγματικότητα πολλά περιθώρια άλλων επιλογών στον Κατηγορούμενο, εντούτοις δεν παραβλέπουμε πως σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτείτο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμος χρόνος. Συναφώς μέσω της παραδοχής του διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Παράλληλα η παραδοχή του συνιστά απτή απόδειξη της μεταμέλειας του και ασφαλώς αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22), ECLI:CY:AD:2022:B386. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι τα επίδικα ναρκωτικά εμπίπτουν στην τάξη Β' και όχι στα σκληρά ναρκωτικά της τάξης Α'. Ωστόσο, ως ήδη υποδείξαμε και πιο πάνω, επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα, η οποία ήταν μάλιστα υψηλή σε περιεκτικότητα τετραϋδροκανναβινόλης (THC), ήτοι 14,87%. Συνεκτιμούμε επίσης προς όφελος του και τις προσωπικές του περιστάσεις ως περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από το συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πέργαμος, στις κατεχόμενες περιοχές και ότι έχει δύο μικρότερα αδέρφια. Ο αδερφός του είναι 35 ετών, είναι έγγαμος και απασχολείται ως κουρέας, ενώ η αδερφή του είναι 31 ετών, επίσης έγγαμη και απασχολείται ως πωλήτρια σε κατάστημα. Ο πατέρας του είχε πολλούς δεσμούς με Ελληνοκύπριους στις ελεύθερες περιοχές, όπου και εργαζόταν ως οικοδόμος μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Η μητέρα του εργαζόταν ως καθαρίστρια σε σχολείο στο Πέργαμος μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε κι αυτή. Οι γονείς και τα αδέρφια του διαμένουν μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι πολύ καλές. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, σε ηλικία 18 ετών, μετέβη στην Αγγλία για 13 χρόνια περίπου, όπου απασχολείτο ως μηχανικός αυτοκινήτων, υπάλληλος σε κουζίνες και υπάλληλος σε ταχυφαγεία. Στην Αγγλία γνώρισε και την πρώτη του σύζυγο με την οποία απέκτησε ένα γιο ο οποίος σήμερα είναι ηλικίας 14 ετών με τον οποίο έχουν καλές σχέσεις. Το ζεύγος χώρισε όταν το ανήλικο τέκνο του ήταν ηλικίας 2,5 ετών, ωστόσο ο ίδιος διατήρησε τηλεφωνική επικοινωνία με το τέκνο του και κατέβαλλε και καταβάλλει σε σχέση με αυτόν κανονικά μηνιαία διατροφή. Το 2014 επέστρεψε στην Κύπρο και τρία χρόνια αργότερα, δηλαδή, το 2017 γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του στις κατεχόμενες περιοχές και απέκτησαν μία θυγατέρα, η οποία σήμερα είναι τεσσάρων ετών και η οποία τον αναζητά συνεχώς. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για χρόνιο χρήστη ναρκωτικών, αφού ως αναφέρθηκε άρχισε τη χρήση από την ηλικία των 14 ετών. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε προσπάθεια απεξάρτησης στο παρελθόν με επιτυχία, ωστόσο στη συνέχεια ενέδωσε ξανά στον εθισμό του χωρίς οι μετέπειτα προσπάθεια απεξάρτησης που κατέβαλε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Ωστόσο αποτιμούμε τόσο την επιτυχή προσπάθεια του στο παρελθόν όσο και την ανεπιτυχή προσπάθεια που κατέβαλε όταν ενέδωσε ξανά στα ναρκωτικά, αφού ως και η νομολογία υποδεικνύει η όποια προσπάθεια απεξάρτησης πρέπει πράγματι να αποτυπώνεται και να ανταμείβεται στην ποινή ώστε ο χρήστης να ενθαρρύνεται να την συνεχίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ.148, Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.463 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.82). Σημασία δε σύμφωνα με τη νομολογία δεν έχει μόνο το αν ο κατηγορούμενος τελικά πέτυχε ή όχι να απεξαρτηθεί, αλλά και το αν προσπάθησε και πόσο, εφόσον στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες. Επομένως προσδίδουμε ανάλογη βαρύτητα στον παράγοντα αυτό χωρίς σε οποιαδήποτε περίπτωση να παραγνωρίζεται παράλληλα πως το βασικό χαρακτηριστικό της υπόθεσης δεν είναι η κατοχή ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Ο Κατηγορούμενος δεν βρέθηκε ενώπιον Κακουργοδικείου για το ένα τσιγάρο που κατείχε και χρησιμοποίησε (κατηγορίες 4 και 5). Βρέθηκε στο Κακουργοδικείο λόγω της απόφασης του να συνδράμει στη φύλαξη σοβαρής ποσότητας ναρκωτικών, για λογαριασμό του ιθύνοντα εμπόρου, τον οποίο μάλιστα, μη κατονομάζοντας τον, αποστέρησε από τον εαυτό του το ελαφρυντικό που θα του παρείχε το άρθρο 30
(4)(β)(ν) του Ν.29/77. Ως προς το γεγονός πως ενέδωσε στις απαιτήσεις του εμπόρου ένεκα οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε σημειώνουμε ότι η οικονομική δυσπραγία ενός προσώπου, παρότι κατανοητή, εντούτοις δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.61, Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15). Ως ειδικότερα έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397: «. δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της». Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ημερ. 18.1.18, όπου το Εφετείο παραπέμποντας στην Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154 υιοθέτησε τα εξής: «. κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Είναι αυτονόητο πως εάν οι οικονομικές δυσκολίες δεν δικαιολογούν την καταφυγή σε άλλα αδικήματα του συνήθους ποινικού δικαίου, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία σε υποθέσεις ναρκωτικών. Τέλος λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους του και δη στη σύζυγο και τα ανήλικα παιδιά του, τα οποία στηρίζονταν οικονομικά σε αυτόν, το δε μικρότερο και συναισθηματικά εξ ου και τον αναζητεί συνεχώς. Μαζί με τα πιο πάνω συνυπολογίζουμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Γενικά αυτό το οποίο προκύπτει από τη νομολογία μας είναι πως οι προσωπικές συνθήκες, καθώς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάποιος κατηγορούμενος, δεν μπορούν να αφεθούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που σε υποθέσεις ναρκωτικών είναι δεδομένη (Marius v. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ 397). Καταλήγοντας και συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλες τις ως άνω περιστάσεις τόσο της υπόθεσης όσο και του Κατηγορουμένου, καθώς και κάθε τι το οποίο προσμετρά ως ελαφρυντικό στοιχείο, καταλήγουμε ότι η μόνη κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε: Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 11 ετών και στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στις κατηγορίες 3 και 4 δεν επιβάλλεται καμμιά ποινή, ενόψει του ότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στις κατηγορίες 2 και 5 αντίστοιχα. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 22.03.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.29/77 [2] Κατά παράβαση του άρθρου 10(α) του Ν.29/77 [3] βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 11/21, ημερ. 4.11.22. [4] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17. [5] βλ. Ποιν. Υποθ. 4/21 όπου στις 31.5.21 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 2 ½ ετών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.