Δημοκρατία ν. P.M.L., Ποιν. Υπόθεση: 2349/24, 7/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 2349/24 Δημοκρατία ν. P.M.L. Κατηγορούμενου 7 Οκτωβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. A. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Αβραάμ Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε τέσσερις κατηγορίες ως ακολούθως: · Μεταφορά επιθετικού όπλου (σιδερένια μπάρα) χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ.159 (κατηγορία 2), · Μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 82
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 3 και 4), · Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231, Κεφ. 154 (κατηγορία 5). Τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 διαπράχθηκαν στις 31.5.24, ενώ αυτά των κατηγοριών 2 και 5, την 1.6.24. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και ως διαμορφώθηκαν κατόπιν των αγορεύσεων των δύο πλευρών, παρατίθενται κατωτέρω. Κατηγορίες 2 και 5 Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Φινλανδία, όπου συζούσε με τη θυγατέρα του Παραπονούμενου (στο εξής η Ε.). Η σχέση του ζευγαριού στη Φινλανδία προκύπτει να ήταν συγκρουσιακή, με συχνά ξεσπάσματα βίας από μέρους του Κατηγορουμένου εναντίον της. Τον Απρίλιο του 2024, το ζευγάρι, μαζί με τα δύο παιδιά της Ε. από προηγούμενη σχέση, έφτασαν στην Κύπρο για διακοπές, όμως ο Παραπονούμενος (Μ1 στο κατηγορητήριο), γνωρίζοντας τη βίαιη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εναντίον της θυγατέρας του, εκδήλωσε ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για την άφιξη του πρώτου στην Κύπρο, αρνούμενος αρχικά να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του. Το ζευγάρι και τα παιδιά τότε, φιλοξενήθηκαν σε διαμέρισμα της συζύγου του Παραπονούμενου, στην οποία αποτάθηκαν για βοήθεια, όμως μετά από παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος, ο Παραπονούμενος τους πρoσέφερε φιλοξενία. Αυτό κράτησε μέχρι που η Ε. εγκατέλειψε την Κύπρο και γύρισε στη Φινλανδία, λόγω νέας σύγκρουσης με τον Κατηγορούμενο αλλά και για τις ανάγκες της δουλειάς της, οπότε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος παράμεινε στην Κύπρο, έπαψε πλέον να χαίρει της φιλοξενίας του Παραπονούμενου, καταλήγοντας ουσιαστικά άστεγος. Το ζευγάρι στη συνέχεια χώρισε οριστικά, έχοντας μόνον κάποια επικοινωνία μέσω μηνυμάτων. Στις 30.5.24 δε, η Ε. απέστειλε μήνυμα στον Κατηγορούμενο και του ζήτησε να μην της ξαναστείλει μήνυμα, λέγοντας του συγκεκριμένα «Μην μου ξαναστείλεις μήνυμα γιατί σε αγαπώ και σκίζεται η καρδιά μου». Η Ε. επέστρεψε ξανά στην Κύπρο στις 31.5.24 και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του πατέρα της, έχοντας ήδη διακόψει κάθε ουσιαστική επαφή με τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, ο οποίος πληροφορήθηκε την άφιξη της πρώην συμβίας του στην Κύπρο, θεάθηκε την 1.6.24 και περί ώρα 19:30 από τον Παραπονούμενο, να περιφέρεται πλησίον του ισόγειου χώρου της πολυκατοικίας όπου διέμενε ο ίδιος και η θυγατέρα του, Ε.. Ο Κατηγορούμενος δε, απευθύνθηκε προς τον Παραπονούμενο, λέγοντας του «I know, I know» και κινήθηκε προς το μέρος του τελευταίου, έχοντας το ένα του χέρι στη τσέπη, σαν να κρατούσε κάτι, φωνάζοντας «I will kill you». Ο Παραπονούμενος του φώναξε στ' αγγλικά να μείνει πίσω, αλλά αυτός συνέχισε να τον πλησιάζει και όταν ήρθε κοντά του, (ο Παραπονούμενος) έβαλε το χέρι του και τον έσπρωξε προς τα πίσω. Ταυτόχρονα, και έχοντας εκλάβει την παρουσία του Κατηγορούμενου στο μέρος και την εν γένει συμπεριφορά του ως απειλή και φοβούμενος για την ασφάλεια του ιδίου και της θυγατέρας του, άρπαξε από το έδαφος ένα σιδερολοστό για να τον εκφοβίσει, προτάσσοντάς τον εναντίον του. Αντ' αυτού όμως, ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς το μέρος του απειλητικά, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να του καταφέρει δύο χτυπήματα με τον σιδερολοστό στους μηρούς. Εις αντίδραση, ο Κατηγορούμενος τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και του απέσπασε τον σιδερολοστό με τον οποίο ανταποδίδοντας, τον χτύπησε βίαια στο κεφάλι, αφήνοντας τον αιμόφυρτο στο έδαφος και εγκαταλείποντας τη σκηνή. Από το χτύπημα ο Παραπονούμενος υπέστη δύο συντριπτικά κατάγματα κρανίου στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Συγκεκριμένα στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο και στον αριστερό οφθαλμικό κόγχο. Υπέστη επίσης βαθύ θλαστικό τραύμα στην ίδια περιοχή, χωρίς ωστόσο να υποστεί οποιαδήποτε εγκεφαλική βλάβη, η οποία να χρήζει νευροχειρουργικής αντιμετώπισης. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο το ίδιο βράδυ στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, όπου του έγινε συρραφή του θλαστικού τραύματος και εισήχθη στον χειρουργικό θάλαμο. Στις 3.6.24, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου στις 8.6.24 υποβλήθηκε επιτυχώς σε γναθοπροσωποχειρουργική επέμβαση προς ανάταξη και οστεοσύνθεση των καταγμάτων του. Εξιτήριο του δόθηκε στις 11.6.24 και έκτοτε η κατάσταση της υγείας του παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στα εξωτερικά ιατρεία. Στις 2.6.24, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη και όταν του επιστήθηκε η προσοχή, απάντησε ''I didn't do nothing''. Στις 3.6.24 δε, εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προφυλάκισης οκτώ ημερών και έκτοτε τελεί υπό κράτηση. Στις 4.6.24, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από την Αστυνομία στην ιατροδικαστική υπηρεσία για εντοπισμό πιθανών κακώσεων στο σώμα του από το επεισόδιο. Αφού εξετάστηκε από τον ιατροδικαστή Ν.Χ., διαπιστώθηκε ότι έφερε μια εκχύμωση διαστάσεων 12x7 εκ. στην πρόσθια χώρα του αριστερού μηρού και μία εκχύμωση διαστάσεων 11x6 εκ. στην αριστερή βουβωνική περιοχή. Κατηγορίες 3 και 4 Την 31.5.24 και περί ώρα 17:00, μέλη του ΤΑΕ Αμμοχώστου, μετέβησαν έξω από συγκρότημα κατοικιών στον Πρωταρά, μετά από σχετική πληροφορία για πρόσωπο το οποίο περιφερόταν ύποπτα στην περιοχή. Εκεί εντόπισαν τον Κατηγορούμενο, τον οποίο αφού ερεύνησαν σωματικά, εντόπισαν στην κατοχή του και συγκεκριμένα μέσα σε τσαντάκι ώμου που κρατούσε, ένα μυτερό μαχαίρι με μαύρη χειρολαβή, συνολικού μήκους 21 εκατοστών και λεπίδα 11 εκατοστών, καθώς κι ένα μυτερό μαχαίρι με μαύρη χειρολαβή, συνολικού μήκους 22 εκατοστών και λεπίδα 11 εκατοστών. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή, απάντησε ''Sir I am a chef''. Τότε ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος και αφού κατηγορήθηκε γραπτώς, αφέθηκε την ίδια ημέρα ελεύθερος. Όπως διαπιστώθηκε από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, ο Κατηγορούμενος είναι άστεγος και άεργος. Β. Προηγούμενες Καταδίκες Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, αμφότερες στη χώρα καταγωγής του, δηλαδή στη Φιλανδία. Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζουμε ότι με βάση το άρθρο 80Α
(1)του Κεφ.155, το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής δύναται να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις, για πράξεις που συνιστούν αδίκημα σύμφωνα και με τους νόμους της Δημοκρατίας, οι οποίες εκδόθηκαν κατά του κατηγορουμένου από δικαστήρια που ασκούν ποινική δικαιοδοσία σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τον ίδιο τρόπο και στο βαθμό που θα μπορούσε να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Δικαστήρια στη Δημοκρατία. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εφαρμόζει τις αρχές που ισχύουν για τη συνεκτίμηση καταδικαστικών αποφάσεων στη Δημοκρατία[1]. Εν προκειμένω οι καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται ο Κατηγορούμενος, είναι οι ακόλουθες:
- Ταυτότητα καταδίκης: F1-C-000000000102304 Ημ. Απόφασης: 13.6.2017 Κοινή κατηγορία: Εγκλήματα κατά προσώπου - κλοπή συνοδευόμενη από άσκηση βίας κατά προσώπου - απαγωγή για λύτρα- παράνομη κράτηση. Ημ. διάπραξης εγκλήματος: 27.4.2015 - 28.4.2015 Ποινή: Φυλάκιση 3 ετών
- Ταυτότητα καταδίκης: F1-C-000000000102303 Ημ. Απόφασης: 23.4.2021 Κοινή κατηγορία: Εγκλήματα κατά προσώπου - Επίθεση και πρόκληση βαριών σωματικών βλαβών Ημ. διάπραξης εγκλήματος: 5.2.2021 Ποινή: Φυλάκιση 2 ετών Γ. Αγόρευση προς Μετριασμό Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του, η άμεση παραδοχή του, η συνεργασία του με την αστυνομία καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα και δη τη συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε ο Κατηγορούμενος λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του Παραπονούμενου, την προηγηθείσα επίθεση που δέχτηκε από τον Παραπονούμενο, η οποία, ως εισηγήθηκε, συνιστούσε πρόκληση για τα όσα επακολούθησαν από πλευράς Κατηγορούμενου, αλλά και το ότι ο τελευταίος ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό. Τέλος, ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι δεν διώχθηκε ο Παραπονούμενος για την επίθεση προς τον Κατηγορούμενο καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο τραυματισμός του Παραπονούμενου δεν ήταν σοβαρός και δεν παρέμειναν σ' αυτόν μόνιμα κατάλοιπα. Δ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 5), κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154, που είναι και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη ή χρηματική ποινή ή συνδυασμός των προαναφερθεισών ποινών. Για το αδίκημα δε της μεταφοράς επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο (κατηγορία 2), προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2562 ή και οι δύο ποινές, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού εκτός κατοικίας (κατηγορίες 3 και 4) προβλέπεται ποινής φυλάκισης μέχρι 1 έτος. Είναι καλώς νομολογημένο ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τη διεργασία αυτή (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.248, 250, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ., 25/21, ημερ. 8.3.22). Στην προκειμένη περίπτωση η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων, με προεξάρχουσα αυτή του αδικήματος του άρθρου 231 του Κεφ. 154, εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Σοβαρότητα, η οποία επεξηγείται με ευκρίνεια και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απ' όπου προκύπτει και το αξιοκατάκριτο της συμπεριφοράς που εμπίπτει εντός της εμβέλειας του εν λόγω άρθρου. Χαρακτηριστικά τα λεχθέντα στην Αστυνομία ν. Μ.Ι. Μιχαήλ, Ποιν. Εφ. 78/2019, ημερομηνίας 15.10.2020, όπου έγινε μνεία στην κλασσική, επί του θέματος, υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ 95: «Η σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο εφεσίβλητος είναι έκδηλη ως εκ της προβλεπόμενης ποινής των επτά χρόνων φυλάκισης. Όπως έχει λεχθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». » Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην απόφαση Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 221/17, ημερ. 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428, όπου αναφέρθηκε υπό τύπον καταληκτικού σχολίου πως τέτοιας φύσεως αδικήματα, «τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.» Η ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας, για την οποία γίνεται λόγος στη Γεωργίου (ανωτέρω) αποτελεί και δική μας διαπίστωση, αντλώντας προς τούτο δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας. Τα φαινόμενα βίας που παρατηρούνται σε διάφορες και διαφορετικές εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και έχουν καταστεί πλέον δυστυχώς καθημερινό φαινόμενο, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στο Δικαστήριο το οποίο οφείλει να διασφαλίζει ότι μέσα από τις επιβαλλόμενες ποινές, θα μεταδίδεται το μήνυμα ότι καμμιά ανοχή θα επιδεικνύεται (βλ. επίσης Μιχαήλ (ανωτέρω) και Αστυνομία ν. Καλλιτσιώνη κ.α., Ποιν. Έφ.223/18 κ.ά., ημερ.27.11.19). Όπως δε υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα του Γεωργίου Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελίδες 116 και 117, η πλέον συνηθισμένη ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα είναι η ποινή φυλάκισης, το ύψος της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εν ολίγοις δηλαδή, όπως προκύπτει και μέσα από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα, χωρίς ωστόσο η ύπαρξη ή μη καταλοίπων να είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος[2]. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά[3]. Ανασκόπηση της νομολογίας φανερώνει ότι, η ποινή που επιβάλλεται για το αδίκημα του άρθρου 231, ποικίλλει και είναι άμεσα συνυφασμένη με τα χαρακτηριστικά και συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ως επίσης και τις προεκτάσεις του στο θύμα. Όπως αναφέρθηκε στην Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 463: «Δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η άποψη ότι για το αδίκημα του Άρθρου 231 υπάρχει η οροφή των 3 ή 4 ετών. Aς σημειωθεί ότι, κατ' ανώτατο όριο, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demitris M. Kontos v. The Police
(1965)2 C.L.R. 115, που ήταν περίπτωση διανοητικά ανισόρροπου εγκληματήσαντος με προηγούμενα, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών. Aπό ένα γενικό βλέμμα στη νομολογία, μπορεί να διαπιστωθεί πως οι ποινές φυλάκισης κυμαίνονται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Yπήρχαν περιπτώσεις που αγγίζουν ουσιαστικά το ανώτατο όριο. Σημασία για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης». Στην υπόθεση Θεμιστοκλής Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ 241, ο εφεσείων ηλικίας 73 ετών μάζευε χαρούπια από χωράφι που δεν του ανήκε και το οποίο βρισκόταν υπό τη μίσθωση του 27χρονου θύματος, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εφεσείων κτύπησε το θύμα με σιδερένια σωλήνα που βρισκόταν στο έδαφος, προκαλώντας του θλαστικά τραύματα στο μέτωπο και κάτω από αυτά ρωγμώδη κατάγματα κρανίου. Αυτά τα τραύματα συνιστούσαν μεν βαρειά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 231, αλλά δεν αποτελούσαν κίνδυνο για τη ζωή του θύματος, το οποίο τελώντας σε κατάσταση σύγχυσης προχώρησε προς τον αυτοκινητόδρομο και προσπαθώντας να τον διασταυρώσει, χτυπήθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο και υπέστη τραύματα τα οποία επέφεραν το θάνατο του μερικές μέρες αργότερα. Η επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή των 4 ετών μειώθηκε κατ' έφεση σε 3 έτη, διότι στην απόφαση επέδρασε εξωγενής παράγοντας που συνίστατο στη διατύπωση της άποψης ότι οι αρχικές ενέργειες του Κατηγορούμενου οδήγησαν το θύμα να ενεργήσει όπως ενήργησε με αποτέλεσμα να βρει το θάνατο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Μάστρου
(2003)2 ΑΑΔ 166, θύμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ήταν Αγγλίδα τουρίστρια 22 ετών, την οποία ο Εφεσίβλητος συνάντησε σε δισκοθήκη στην Αγία Νάπα, μετά το κλείσιμό της οποίας, το θύμα, το οποίο όπως και ο εφεσίβλητος, ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ, πήγαν με το αυτοκίνητό του σε παράγκα κοντά στην παραλία. Στις 11 π.μ. η Αγγλίδα βρέθηκε να περπατά στην περιοχή, κτυπημένη σε διάφορα μέρη του σώματός της και αιμορραγούσα από τον πρωκτό. Κρίθηκε αναγκαίο να χειρουργηθεί εφόσον, όπως διαπιστώθηκε, η αιμορραγία οφείλετο σε κακώσεις της περιπρωκτικής χώρας. Η χειρουργική αγωγή περιλάμβανε κολοστομία που θα παρέμενε ανοικτή για τουλάχιστον τρεις μήνες ώστε να επανήρχετο στο φυσιολογικό η λειτουργία των σφικτήρων των εντέρων. Στην έφεση που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έκρινε την επιβληθείσα ποινή των 3 ετών ως έκδηλα ανεπαρκή ποινή, υπό περιστάσεις όπου υπήρξε άμεση παραδοχή, λευκό ποινικό μητρώο και ο εφεσείων ήταν σχετικά νεαρής ηλικίας και τελούσε σε κατάσταση μέθης λόγω της πολύ μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005), 2 Α.Α.Δ. 639, η ποινή των 14 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον Εφεσίβλητο, κατόπιν άμεσης παραδοχής και λαμβανομένου υπόψη του λευκού του ποινικού μητρώου, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 2 έτη από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπου, χωρίς οργάνωση ή σχεδιασμό, ο τελευταίος ο οποίος είχε προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, αφήνοντας του ως κατάλοιπο τη μείωση της διανοητικής του ικανότητας από υψηλή σε μέσου όρου, με αποτέλεσμα να απωλέσει τη δυνατότητα ενασχόλησης του με το ποδόσφαιρο ως επίσης και να συνεχίσει τις σπουδές του. Λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες η πρόκληση που δέχθηκε προηγουμένως ο εφεσίβλητος, η κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε καθώς και το νεαρό της ηλικίας του. Αποτέλεσαν δε, επιβαρυντικούς παράγοντες, η δυσανάλογη της πρόκλησης βία, που άσκησε ο Εφεσίβλητος στο θύμα, ως επίσης και οι επιπτώσεις που επέφεραν στο θύμα, τα χτυπήματα. Στην υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 414, ο εφεσείων χτύπησε με κόπτη το θύμα, το οποίο βρισκόταν σε μπυραρία με την πρώην φιλενάδα του όταν ο τελευταίος προσπάθησε να επέμβει σε προσπάθεια του εφεσείοντα να προσεγγίσει την πρώην φιλενάδα του, με μη αγαθές προθέσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία, επικύρωσε την ποινή των δύο ετών που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, χαρακτηρίζοντας την ποινή αυστηρή αλλά όχι υπερβολική επισημαίνοντας ότι η ποινή πρέπει μεν να εξατομικεύεται ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται και υπόψη πως τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να αντιμετωπίσουν με τον κατάλληλο τρόπο το συνεχώς αυξανόμενο έγκλημα και ιδιαίτερα αυτό που αφορά σε επιθέσεις εναντίον προσώπου. Στην δε υπόθεση Constantin Ioja v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 624, ο Παραπονούμενος μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, όλοι πρόσωπα άγνωστα στον εφεσείοντα, εισήλθαν παράνομα στο διαμέρισμα του τελευταίου και απαίτησαν να τους καταβάλει χρηματικό ποσό και αυτός αρνήθηκε. Ακολούθησε λογομαχία και συμπλοκή, οπότε σε κάποια στιγμή ο εφεσείων πήρε ένα μαχαίρι κουζίνας και κατάφερε ένα χτύπημα στον Παραπονούμενο, στην κοιλιακή χώρα. Ο Παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά αλλά η υγεία του στο τέλος αποκαταστάθηκε, μετά από χειρουργική επέμβαση. Το Κακουργιοδικείο, αφου έλαβε υπόψη τα γεγονότα και το γεγονός ότι ο εφεσείων, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και εξέφρασε την μεταμέλεια του, του επέβαλε ποινή φυλάκισης δυόμιση ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή σε 12 μήνες, θεωρώντας πως δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στο γεγονός της ισχυρότατης πρόκλησης που δέχτηκε ο εφεσείων, αλλά ούτε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διέπραξε το αδίκημα, κάτω από την έξαψη, την πίεση, τη φόρτιση και εν τέλει, την κατάσταση απειλής στην οποία βρέθηκε μέσα στο σπίτι του από τρεις άγνωστους, οι οποίοι παράνομα εισήλθαν σ' αυτό, επιμένοντας σε παράνομες αξιώσεις. Έχοντας αναφερθεί σε προηγούμενη νομολογία, σημειώνουμε πως η αναφορά σε αυτή γίνεται μόνον επειδή παρέχει ένδειξη του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχει όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.1). Στρεφόμενοι τώρα στα της παρούσας, σημειώνουμε ότι με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας, αυτό που αναδύεται έντονα μέσα από αυτά, είναι κατ' αρχάς η σκόπιμη παρουσία του Κατηγορούμενου κατά την επίδικη ημερομηνία πλησίον του ισογείου χώρου της πολυκατοικίας του Παραπονούμενου, χώρο στον οποίο εν τέλει εισήλθε, ενώ επίσης έντονη είναι και η απειλητική στάση που εξ αρχής επέδειξε έναντι του, καθώς και οι σοβαρές σωματικές βλάβες που κατέληξε να του προκαλέσει. Και τούτο ενώ ο Παραπονούμενος βρισκόταν ουσιαστικά στον (ευρύτερο) χώρο διαμονής του, όπου και τον εγκατέλειψε τελικά αιμόφυρτο και αβοήθητο. Ενέργεια που αναδεικνύει και την όλη αναλγησία και αδιαφορία του Κατηγορούμενου. Ως προς το σκόπιμο της παρουσίας του στο συγκεκριμένο μέρος, σημειώνουμε πως λέγουμε τούτο εφόσον προκύπτει πως κατά την επίδικη ημερομηνία ο Κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε πως η Ε. είχε επιστρέψει από τη Φιλανδία, αφού είχαν βρεθεί την προηγούμενη μέρα σε κατάστημα, περιφερόταν πλησίον του ισόγειου χώρου της πολυκατοικίας όπου διέμενε ο Παραπονούμενος μαζί της. Παρουσία που βεβαίως δεν ήταν τυχαία, ούτε διασυνδέθηκε από την υπεράσπιση με οποιοδήποτε άλλο λόγο, παρά με τη σχέση που είχε με τη θυγατέρα του Παραπονούμενου και τα όσα είχαν προηγηθεί. Και εννοούμε εδώ, μεταξύ άλλων και την απόφαση της Ε. για την οριστική διακοπή της οποιασδήποτε μεταξύ τους επικοινωνίας, μια απόφαση η οποία, ως εμμέσως πλην σαφώς άφησε να γίνει αντιληπτό από το μήνυμα που του απέστειλε, δεν ήταν αυτόβουλη απόφασή της ίδιας. Θυμίζουμε πως στο τελευταίο μήνυμα της η Ε. του ανέφερε: «Μην μου ξαναστείλεις μήνυμα γιατί σε αγαπώ και σκίζεται η καρδιά μου», διακόπτοντας έτσι οριστικά την οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Μια σχέση που τονίζουμε πως, στο παρελθόν παρά τις προστριβές ή συγκρούσεις που την χαρακτήριζαν, εντούτοις συνέχιζε. Η δε εριστική και απειλητική διάθεση για την οποία κάναμε λόγο και που εξ αρχής διακατείχε τον Κατηγορούμενο, ένεκα και του ότι προφανώς με βάση και τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, θεωρούσε τον Παραπονούμενο υπαίτιο για την οριστική πλέον διακοπή της σχέσης του με την Ε., δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί, αφού είναι διάχυτη στα γεγονότα. Και εξηγούμε. Κατ' αρχάς σύμφωνα με τα γεγονότα μόλις ο Κατηγορούμενο αντίκρυσε τον Παραπονούμενο, απευθύνθηκε προς αυτόν λέγοντας του «I know, I know» και ταυτόχρονα κινήθηκε προς το μέρος του, κατευθυνόμενος πλέον στο χώρο της πολυκατοικίας του Παραπονούμενου με το ένα του χέρι μάλιστα να είναι στη τσέπη, σαν να κρατούσε κάτι. Παράλληλα όμως, εκστόμισε σοβαρότατη απειλή έναντι του, αφού του φώναζε «I will kill you». Παρά δε τη σφοδρή απειλή που δέχθηκε, ο Παραπονούμενος περιορίστηκε απλά στο να του ζητήσει να μείνει πίσω, χωρίς ωστόσο ο Κατηγορούμενος να συμμορφώνεται, αφού συνέχισε με το ίδιο απειλητικό ύφος να κινείται προς το μέρος του, εισερχόμενος πλέον στον ισόγειο χώρο της εν λόγω της πολυκατοικίας και φτάνοντας μάλιστα τόσο κοντά στον Παραπονούμενο, που ο τελευταίος τον έσπρωξε προς τα πίσω για να τον απωθήσει. Ταυτόχρονα, και έχοντας εκλάβει - και ορθώς - την παρουσία του Κατηγορούμενου στο μέρος και την εν γένει συμπεριφορά του, ως απειλή και φοβούμενος για την ασφάλεια του ιδίου και της θυγατέρας του, άρπαξε από το έδαφος ένα σιδερολοστό για να τον εκφοβίσει, προτάσσοντάς τον εναντίον του. Αντ' αυτού όμως, ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο μιας προσπάθειας υπερίσχυσης έναντι του Παραπονούμενου, συνέχισε την ίδια απειλητική συμπεριφορά και εξακολούθησε να κινείται προς το μέρος του απειλητικά, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να του καταφέρει δύο κτυπήματα με τον σιδερολοστό στους μηρούς. Αφού δε ο Παραπονούμενος, μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, του κατάφερε τα δύο κτυπήματα σ' ένα μη ζωτικό σημείο του σώματος του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο, να του αποσπάσει τον σιδερολοστό, και να τον χτυπήσει με αυτόν βίαια στο κεφάλι, σε ένα ζωτικό δηλαδή σημείο του σώματος του, τραυματίζοντας τον σοβαρά, αφού σύμφωνα με την περιγραφή των γεγονότων, ο Παραπονούμενος κατέληξε αιμόφυρτος στο έδαφος, προτού τον εγκαταλείψει αβοήθητο ο Κατηγορούμενος. Επισφραγίζοντας έτσι την όλη αντικοινωνική, εγωϊστική και εν γένει απάνθρωπη συμπεριφορά που επέδειξε. Η πιο πάνω περιγραφή του Παραπονούμενου ως αιμόφυρτου, φρονούμε πως είναι ενδεικτική και της σοβαρότητας της κατάστασης του. Όμως για το ζήτημα της έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστη ο Παραπονούμενος, σημειώνουμε ακόμα πως σύμφωνα με τα γεγονότα, ενώ αρχικά είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, στις 3.6.2024, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου στις 8.6.2024 υποβλήθηκε επιτυχώς σε γναθοπροσωποχειρουργική επέμβαση προς ανάταξη και οστεοσύνθεση των καταγμάτων που υπέστη στο κρανίο και συγκεκριμένα στην αριστερή μετωπιαία χώρα. Έλαβε δε εξιτήριο από το νοσοκομείο στις 11.6.2024, ήτοι 11 μέρες μετά τον τραυματισμό του. Επομένως ασφαλώς, επρόκειτο για μεγάλης σοβαρότητας τραύματα και δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση πως «το τραύμα του Παραπονούμενου δεν ήταν σοβαρό». Βέβαια είναι η εισήγηση της υπεράσπισης πως υπό τις περιστάσεις λειτούργησε το στοιχείο της πρόκλησης, ένεκα του ότι ο Παραπονούμενος προέταξε και χρησιμοποίησε πρώτος τον σιδερολοστό, χτυπώντας τον δύο φορές στους μηρούς. Από την άλλη ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, υπέβαλε το ζήτημα της πρόκλησης σε δικαστική κρίση, αφού αμφισβήτησε ότι οι ενέργειες του Παραπονούμενου και δη τα χτυπήματα στους μηρούς του Κατηγορούμενου με τον σιδερολοστό, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως πρόκληση. Ως ανέφερε, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη μετριαστικά ότι ο Παραπονούμενος δεν τράπηκε σε φυγή και ότι αντέδρασε υπερβολικά, όχι όμως σε βαθμό που να συνιστά πρόκληση. Εν σχέσει τώρα με το ζήτημα της πρόκλησης, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, όπου γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All E.R. 932: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy [1949] 1 All E.R. 932. Έχει ως εξής: 'Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind'' Σε ελεύθερη μετάφραση[4] : «Πρόκληση είναι η πράξη ή σειρά πράξεων τελουμένων από το «θύμα» προς τον κατηγορούμενο οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν στον κατηγορούμενο, ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του, καθιστώντας τον κατηγορούμενο σε τέτοιο βαθμό υποκείμενον στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του.» » Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση του κατά πόσον υπήρξε πρόκληση, δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από τη σκοπιά του κατά πόσον δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Όπως δε επεξηγείται στην υπόθεση Αεροπόρου (πιο πάνω): « To κατά πόσο υπάρχει ή όχι πρόκληση αποτελεί θέμα πραγματικό προδιαγεγραμμένο όμως νομικά από τις ιδιότητες που το συνθέτουν. . Το ζητούμενο είναι πάντοτε η πρόκληση ως κατάληξη. Αυτό είναι το γεγονός που εν τέλει έχει σημασία. Όπου αμφισβητείται, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση για τη διατύπωση σχετικού ευρήματος. Δεν προσφέρεται, έξω από δικαστικό εύρημα, η εκτίμηση των όσων προβάλλονται ότι τη συνθέτουν. Γι' αυτό, εκείνο που έχει σημασία είναι η κατάληξη περί πρόκλησης και όχι τα στοιχεία που προτείνονται ως τα συστατικά της. Εφόσον εδώ προβλήθηκε η ύπαρξη πρόκλησης, η κατηγορούσα αρχή όφειλε, εάν αμφισβητούσε την κατάληξη ως γεγονός, να υποβάλει τα επικαλούμενα από την υπεράσπιση στοιχεία σε δικαστική κρίση. Αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν το έπραξε. Αλλά ούτε και διατύπωσε σχετικό λόγο έφεσης. Δεν προσφέρεται λοιπόν δυνατότητα αμφισβήτησης ότι ο εφεσίβλητος βρισκόταν, κατά τον χρόνο της επίθεσης, σε κατάσταση στην οποία λειτουργούσε η πρόκληση. Συνεπώς, είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε ότι προσμετρούσε ως ελαφρυντική περίσταση η αναφερθείσα ως πρόκληση.» Ως δε λέχθηκε στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, η πρόκληση, ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής, δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Έχουμε μελετήσει ενδελεχώς όσα ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς δεν χωρεί καμμιά αμφιβολία ότι η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι του Παραπονούμενου ήταν εξ αρχής απειλητική και θεωρούμε πως δικαιολογημένα εκλήφθηκε ως τέτοια από τον τελευταίο. Άλλωστε βρέθηκε πλησίον του ισογείου χώρου της πολυκατοικίας του τη δεδομένη στιγμή, χωρίς, ως ήδη εξηγήσαμε, να έχει άλλο λόγο πλην της σχέσης του με τη θυγατέρα του Παραπονούμενου. Είχε δε μια καθαρά εριστική στάση, αφού τον απείλησε ευθέως με τη ζωή του και παρά τις προσπάθειες του Παραπονούμενου για να τον απωθήσει λεκτικά και εν τέλει με σπρώξιμο, αυτός επέμενε να τον πλησιάζει με την ίδια απειλητική διάθεση. Τότε και μόνο τότε και αφού πλέον ο Κατηγορούμενος έφτασε να ευρίσκεται εντός του ισογείου χώρου της πολυκατοικίας του και πολύ κοντά του, χωρίς πρόθεση συμμόρφωσης προς τις εκκλήσεις του, ο Παραπονούμενος επέλεξε να πάρει τον σιδερολοστό και να τον χτυπήσει δύο φορές. Και τούτο σε ένα μη ζωτικό σημείο και χωρίς να του προκαλέσει κάποια ιδιαίτερα μεγάλη βλάβη. Αποτελεί δε καλώς γνωστή αρχή του δικαίου ότι η αυτοάμυνα είναι δικαίωμα το οποίο καθιστά νόμιμη τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης σε πρόσωπο ή επέμβασης σε περιουσία αλλά αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τα όριά της (άμυνας) η βασική αρχή είναι πως ο αμυνόμενος θα πρέπει να χρησιμοποίησε μόνο την ευλόγως αναγκαία βία υπό τις περιστάσεις, για να αποτρέψει μεγαλύτερο και άλλως αναπότρεπτο κακό. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η αμυντική πράξη δεν θα είναι ποινικά κολάσιμη (βλ. Palmer v. R
(1971)55 Cr. App. R. 223, Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 170, Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251, Verkhvia v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 131, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.67/24, ημερ.26.4.24 (απόφαση μειοψηφίας)). Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή δέχεται ότι υπό τις περιστάσεις η επίμαχη ενέργεια του Παραπονούμενου ήταν υπερβολική, κυρίως υπό την έννοια ότι ο Παραπονούμενος είχε άλλες επιλογές, αφού θα μπορούσε για παράδειγμα να προσπαθήσει να φύγει. Έχουμε την άποψη πως η επίμαχη αντίδραση του Παραπονούμενου, αντικειμενικά κρινόμενη στο πλαίσιο των γεγονότων ως αναλύθηκαν ανωτέρω, οριακά και μόνον θα μπορούσε να θεωρηθεί πως εκφεύγει του πλαισίου της αυτοάμυνας. Όσο όμως και αν αυτή η οριακά κολάσιμη αντίδραση του Παραπονούμενου, θέτει πράγματι το υπόβαθρο για προβολή ισχυρισμού από τον Κατηγορούμενο πως λειτούργησε υπό τις περιστάσεις το στοιχείο της πρόκλησης, εντούτοις εν προκειμένω θεωρούμε πως μπορεί στην πραγματικότητα να συσχετιστεί μόνο με μέρος της συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Θεωρούμε δηλαδή, πως μπορεί ουσιαστικά να συσχετιστεί μόνο με την αρχική ενέργεια του να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο και να του αποσπάσει τον σιδερολοστό, ενέργεια η οποία παρόλο που και πάλι δεν θα ήταν συμβατή με το νόμο, εντούτοις μπορεί να συσχετιστεί με την προηγηθείσα ενέργεια του Παραπονούμενου να τον χτυπήσει δύο φορές με το σιδερολοστό στους μηρούς. Απ' εκεί και πέρα όμως, η επιλογή του Κατηγορούμενου να συνεχίσει να τον χτυπά με τον σοδερολοστό με τον κτηνώδη τρόπο που επέλεξε να το πράξει, με σκοπό να επιβληθεί στον Παραπονούμενο, υπό το κράτος υπερίσχυσης και «τιμωρίας», καταφέρνοντας του βάναυσα χτυπήματα στο κεφάλι, ένα ζωτικό δηλαδή όργανο, ενώ μάλιστα είχε καταφέρει να του αποσπάσει τον σιδερολοστό και να εξαλείψει ουσιαστικά τον κίνδυνο που προέκυπτε από αυτόν, θεωρούμε πως αποτελεί μια πράξη καθαρής αυτοδικίας. Πράξη η οποία, στην καλύτερη περίπτωση μόνον απομακρυσμένα θα μπορούσε να συσχετιστεί με την προηγηθείσα ενέργεια του Παραπονούμενου να τον χτυπήσει στους μηρούς, υπό τις περιστάσεις μάλιστα που επεξηγήσαμε. Παραπέμπουμε κατ' αναλογίαν στην Πισκόπου (ανωτέρω), σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτουμε: «Το κτύπημα, που δέχτηκε ο εφεσείων από τον παραπονούμενο, έγινε δεκτό ως πρόκληση. Προς αυτό συσχετίζεται η αντίδραση του εφεσείοντα να ανταποδώσει το κτύπημα. Στη συμπλοκή, που ακολούθησε, επήλθε ισορροπία, όπως σημειώνει το Κακουργιοδικείο, μεταξύ των αντιπάλων. Η πρόκληση, που αρχικά δέχτηκε ο εφεσείων, δεν μπορεί να συσχετισθεί, παρά απομακρυσμένα, με την εγκληματική ενέργεια του εφεσείοντα να ανασύρει σουγιά, να τον ανοίξει και να πλήξει τον παραπονούμενο στο λαιμό, ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του σώματος. Επρόκειτο για πράξη ωμής βίας, στην προσπάθεια του εφεσείοντα να επικρατήσει του αντιπάλου του. » Τα όσα δε αναφέρθηκαν στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581, θεωρούμε πως απαντούν και εδώ πως η επίθεση κατά του Παραπονούμενου, από το σημείο τουλάχιστον που άρχισε να τον χτυπά με τον σιδερολοστό, συνιστά και εν προκειμένω μια αδικαιολόγητη πράξη αυτοδικίας: «Οι ύβρεις του παραπονουμένου συνιστούσαν πρόκληση. Η ανταπόδοσή τους από τον εφεσείοντα, παρόλο που δεν ευρίσκει έρεισμα στο δίκαιο, συσχετίζεται με την πρόκληση. Η μετέπειτα ενέργεια του εφεσείοντος να εξέλθει από το αυτοκίνητο και να επιδοθεί σε βίαια επίθεση κατά του παραπονουμένου, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί ως πράξη χειροδικίας. Ανέλαβε ο εφεσείων το έργο του τιμωρού αντιμαχόμενος το δίκαιο και την έννομη τάξη. Τέτοιες πράξεις περιορίζουν ασφυκτικά τα περιθώρια επιεικούς μεταχείρισης του παραβάτη.» (έμφαση δοθείσα) Επομένως και με εξαίρεση την ενέργεια του Κατηγορούμενου να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο και να του αποσπάσει το σιδερολοστό, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως λειτούργησε, υπό τις περιστάσεις, ουσιαστικά το στοιχείο της πρόκλησης για την υπόλοιπη και άκρως σοβαρή συμπεριφορά που επέδειξε στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος. Πέραν της πρόκλησης όμως, η υπεράσπιση επικαλέστηκε ως μετριαστικό παράγοντα αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 5 και τη συναισθηματική φόρτιση που τον διακατείχε, στη βάση γεγονότων που είχαν προηγηθεί και δεν συνδέονταν με τη συμπεριφορά του Παραπονούμενου κατά τον χρόνο που βρισκόταν σε εξέλιξη το επίδικο συμβάν («λόγω της όλης προηγούμενης συμπεριφοράς του Παραπονούμενου»). Επί τούτου κατ' αρχάς σημειώνουμε πως η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική φόρτιση ή η ένταση, από την οποία διακατέχεται ο δράστης, κατά τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, συνιστά παράγοντα μετριασμού της ποινής. Ο λόγος έγκειται στην εξασθένηση, λόγω της έντασης, του αυτοελέγχου του δράστη. Ενώ όμως η πρόκληση, ως μετριαστικός παράγοντας, σχετίζεται κυρίως με τις ενέργειες του θύματος έναντι του δράστη-κατηγορούμενου, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε, η συναισθηματική φόρτιση, ως αναγνωρισμένος παράγοντας μετριασμού της ποινής, προσδιορίζεται, όχι μόνο από τις πράξεις του θύματος αλλά και από την ενδιάθετη κατάσταση του δράστη-κατηγορούμενου, η οποία μπορεί να είναι ανεξάρτητη από αυτές καθ' αυτές τις πράξεις του δράστη[5]. Τούτων λεχθέντων, σημειώνουμε πως στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβήτησε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συναισθηματικά φορτισμένος. Κάτι το οποίο κι εμείς βρίσκουμε πως ίσχυε. Το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για την άφιξη του Κατηγορούμενου στην Κύπρο και η άρνηση του να τον φιλοξενήσει αρχικά, αλλά και το γεγονός ότι μετά την αναχώρηση της Ε. για τη Φιλανδία, τερμάτισε τη φιλοξενία του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μείνει άστεγος σε μια ξένη χώρα, σε συνδυασμό με το χωρισμό του Κατηγορούμενου και της Ε. και το μήνυμα που απέστειλε η τελευταία στον Κατηγορούμενο στις 30.5.24, στο οποίο του ζήτησε να μην της ξαναστείλει μήνυμα, λέγοντας του παράλληλα πως τον αγαπά, υποδηλώνοντας έτσι (εμμέσως πλην σαφώς) πως δεν έλαβε εκείνη την απόφαση αυτόβουλα, είναι θεωρούμε στοιχεία που μαζί ιδωμένα, επιβεβαιώνουν ότι προφανώς την επίδικη ημερομηνία υπήρχε κάποια συναισθηματική φόρτιση στον Κατηγορούμενο. Διευκρινίζουμε βεβαίως για να είναι ξεκάθαρο, ότι λέγοντας αυτά, σε καμμιά περίπτωση δεν αποδίδουμε κάποια ευθύνη στον Παραπονούμενο είτε γιατί δεν ενέκρινε τη σχέση της θυγατέρας του με τον Παραπονούμενο, είτε γιατί δεν ήθελε να φιλοξενήσει τον Κατηγορούμενο στην περιουσία του. Και για τα δύο ζητήματα ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει ως ο ίδιος έκρινε ορθό. Επίσης η αναγνώριση αυτού του ελαφρυντικού νοείται πως σε καμμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την εντελώς δυσανάλογη και έξω από κάθε λογική και μέτρο συμπεριφορά του Kατηγορούμενου η οποία ακολούθησε. Ό,τι λοιπόν αναδύεται από τα ανωτέρω είναι επομένως πως παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να επιφέρει τη βαριά σωματική βλάβη που εν τέλει προκλήθηκε (συμφώνως και της κατηγορίας που αντιμετωπίζει) και δεν ενήργησε με προσχεδιασμό, εντούτοις η όλη συμπεριφορά του δεν παύει από του να συνιστά σοβαρότατης μορφής εγκληματική συμπεριφορά, με τη βία που επιδείχθηκε να έχει θέσει σε μεγάλο κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του Παραπονούμενου, τον οποίο ο Κατηγορούμενος εν τέλει εγκατέλειψε αβοήθητο, αφήνοντας πραγματικά άγνωστο το ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων, εάν δεν εντοπιζόταν εγκαίρως. Η ιδιαίτερα μεγάλη ένταση της βίας που άσκησε ο Κατηγορούμενος σε ένα ζωτικό σημείο του σώματος του Παραπονούμενου, χρησιμοποιώντας μάλιστα ένα άκρως επικίνδυνο όργανο, ήτοι ένα σιδερολοστό και οι σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη ο Παραπονούμενος, σε συνδυασμό με την αδιαφορία που επέδειξε εγκαταλείποντας τον να αιμορραγεί, εντείνουν τη σοβαρότητα της παρούσας, χωρίς να παραβλέπουμε βεβαίως πως σε ό,τι αφορά τα τραύματα του Παραπονούμενου, δεν φαίνεται να του έχουν μείνει οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα. Επί τούτου, θα θέλαμε να επισημάνουμε πως το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στα εξωτερικά ιατρεία, δεν μπορεί από μόνο του, ελλείψει άλλης μαρτυρίας, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι παρέμειναν σ' αυτόν μόνιμα κατάλοιπα. Από την άλλη όμως, η μη ύπαρξη καταλοίπων δεν είναι δυνατό να αμβλύνει την ιδιάζουσα σοβαρότητα της συμπεριφοράς που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, ή να μειώσει τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο Παραπονούμενος, όπως και τον φόβο και πανικό που αναμφίβολα βίωσε, δεχόμενος μια σφοδρή επίθεση από τον Κατηγορούμενο, στον ισόγειο χώρο της πολυκατοικίας όπου διέμενε. Επί τούτου σημειώνουμε ότι τόσο η κοινωνία, όσο και τα Δικαστήρια, γίνονται πολύ συχνά μάρτυρες περιστατικών τα οποία ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί μεταξύ των εμπλεκόμενων, απολήγουν στη χρήση ηθελημένης βίας, σοβαρότατου μάλιστα βαθμού, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας σε αρχέγονα πάθη και ζωώδη ένστικτα, γεγονός το οποίο καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς πάταξη του φαινομένου αυτού και αποτροπή άλλων επίδοξων παραβατών. Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 ήτοι για τη μεταφορά των δύο μαχαιριών, είναι αποσυνδεδεμένα από τα γεγονότα των κατηγοριών 2 και 5 που μας απασχόλησαν ανωτέρω. Τα δύο μαχαίρια εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου την 31.5.24, δηλαδή την προηγούμενη μέρα της διάπραξης των άλλων αδικημάτων. Όπως εν τέλει διαμορφώθηκε η θέση του συνηγόρου της υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο για να μεταφέρει μαζί του δύο μαχαίρια. Όπως δε επιτάσσει η νομολογία, η μεταφορά αιχμηρών μαχαιριών και άλλων τέτοιων οργάνων μέσων, που μπορεί σε στιγμές απώλειας ελέγχου να χρησιμοποιηθούν με ανεπανόρθωτα επακόλουθα στη ζωή άλλων, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα αυστηρότητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αθηνής
(1993)2 Α.Α.Δ 154). Εν προκειμένω όμως είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε τα δύο μαχαίρια και δεν τα χρησιμοποίησε. Ούτε έχουμε κάποια μαρτυρία ενώπιον μας ότι τα μετέφερε για να τα χρησιμοποιήσει για κάποιο εγκληματικό σκοπό. Τέλος δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με δύο προηγούμενες καταδίκες. Βεβαίως η αναφορά στις προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα[6], υπό την έννοια ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο Κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων[7]. Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρούμε ότι, αφενός, οι προηγούμενες καταδίκες αφορούν αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, στοιχείο το οποίο εμπεριέχεται σαφώς και στο αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας και αφετέρου, ότι τα αδικήματα των προηγούμενων καταδικών διαπράχθηκαν τον Απρίλιο του 2015 και τον Φεβρουάριο του 2021, αντίστοιχα. Με αυτά κατά νου και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει το πολύ σοβαρό αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας την 1.6.24, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα πως από πλευράς Κατηγορούμενου, προκύπτει ροπή σε αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας και επίσης, ότι οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί, στο πλαίσιο των προηγούμενων καταδικών του, δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αναμόρφωσης του. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι προηγούμενες καταδίκες στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι μειώνουν την επιείκεια που είναι δυνατόν να του επιδειχθεί. Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη προς όφελος του, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο στις κατηγορίες 3, 4 και 5, αλλά και την παραδοχή του στην κατηγορία 2, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πάντως πριν την έναρξη οποιασδήποτε ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του Κατηγορούμενου έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442) καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στην προκειμένη περίπτωση, στις 31.5.24, εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου τα δύο μαχαίρια που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 και 4, οπόταν αφού του επιστήθηκε η προσοχή, συνελήφθη για τη διάπραξη αυτόφωρου αδικήματος. Αναφορικά τώρα με τις κατηγορίες 2 και 5, επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου σε συνδυασμό με τα τραύματα που υπέστη ο τελευταίος, αλλά και τα τραύματα που υπέστη ο Κατηγορούμενος στα σημεία που κτυπήθηκε από τον Παραπονούμενο και το ιστορικό της σχέσης μεταξύ των δύο, αποτελούν βεβαίως ισχυρά στοιχεία που ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν παραβλέπουμε πως σε περίπτωση μη παραδοχής για όλα τα αδικήματα, θα απαιτείτο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμος χρόνος. Συναφώς μέσω της παραδοχής του διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Παράλληλα η παραδοχή του, σε συνδυασμό με την απολογία του, συνιστά απτή απόδειξη της μεταμέλειας του και ασφαλώς αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22), ECLI:CY:AD:2022:B386. Όσον αφορά δε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 5, λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του τη συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε, την ύπαρξη πρόκλησης στον περιορισμένο βαθμό που επεξηγήθηκε ανωτέρω, την έλλειψη προσχεδιασμού και το γεγονός ότι παρά τη σφοδρότητα της βίας, εντούτοις δεν παρέμειναν στον Παραπονούμενο οποιαδήποτε μόνιμα σοβαρής μορφής κατάλοιπα. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη προς όφελος του, το γεγονός ότι από τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον Παραπονούμενο, τραυματίστηκε και ο ίδιος. Συγκεκριμένα υπέστη εκχυμώσεις στην πρόσθια χώρα του δεξιού μηρού, διαστάσεων 12 Χ 7 εκ. και στην αριστερή βουβωνική περιοχή, διαστάσεων 11 Χ 6 εκ.. Σημειώνουμε βεβαίως την ίδια στιγμή, αφενός, ότι προφανώς δεν πρόκειται για σοβαρούς τραυματισμούς, ούτε και υπάρχει τέτοια εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης, και αφετέρου, ότι σίγουρα καμμιά σχέση έχουν από άποψη σοβαρότητας με τους πολύ σοβαρούς τραυματισμούς και ταλαιπωρία που υπέστη ο Παραπονούμενος. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα της μη δίωξης του Παραπονούμενου, για τα χτυπήματα που κατάφερε στον Κατηγορούμενο με τον σιδερολοστό, ζήτημα το οποίο ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη μετριαστικά υπέρ του τελευταίου, επικαλούμενος εμμέσως πλην σαφώς, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης παραβατών. Είναι βέβαια γεγονός πως ο Παραπονούμενος εν προκειμένω, δεν διώχθηκε και λαμβάνουμε τούτο υπόψη, πλην όμως σημειώνουμε πως προσμετρά με αντίθετη ροπή το όλο πλαίσιο εντός του οποίου επέδειξε τη συμπεριφορά αυτή ο Παραπονούμενος, όπως το αναλύσαμε ανωτέρω και το οριακά κολάσιμο των πράξεων του υπό τις περιστάσεις, στοιχεία τα οποία, ως φαίνεται και από τα όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής τοποθετούμενος επί του προκειμένου, προσμέτρησαν στην απόφαση για τη μη δίωξη του. Στοιχεία τα οποία οπωσδήποτε αμβλύνουν ουσιαστικά και τη σημασία που μπορεί να προσδοθεί στον παράγοντα αυτό, υπό τις περιστάσεις. Πέραν των ανωτέρω, λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και όπως περαιτέρω επεξηγήθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη πως ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών, κατάγεται από τη Φιλανδία και έχει άλλα 5 αδέλφια. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο και ακολούθως από Κολέγιο (στον κλάδο μαγειρικής), εργαζόταν ως σεφ στη Φιλανδία. Είναι δε πατέρας ενός παιδιού, ηλικίας οκτώ ετών, το οποίο απέκτησε από σχέση που διατηρούσε. Το παιδί αυτό, το οποίο αντιμετωπίζει πρόβλημα ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ), διαμένει με τη μητέρα του, αλλά ο Κατηγορούμενος έχει ουσιαστική επαφή μαζί του και το φροντίζει. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη πως ο Κατηγορούμενος βίωσε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι γονείς του ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά και οι συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι ήταν άθλιες, ενώ στερούνταν τα βασικά. Γι' αυτόν τον λόγο, από την ηλικία των δύο ετών ζούσε σε ανάδοχες οικογένειες και σε ιδρύματα. Μία από τις οικογένειες που έζησε ήταν καλή, αλλά η μητέρα του προέβη σε διάφορα διαβήματα και τον πήρε πίσω. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν 10 ετών και όταν δεν ζούσε με ανάδοχες οικογένειες, διέμενε με τη μητέρα και τον πατριό του, ο οποίος επίσης αντιμετώπιζε προβλήματα με τα ναρκωτικά. Στην παρούσα φάση, η μητέρα του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Τέλος λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στο ανήλικο παιδί του, το οποίο παρόλο που δεν διαμένει μαζί του εντούτοις διατηρεί ουσιαστική σχέση με τον Κατηγορούμενο και το οποίο χρειάζεται συνεχή φροντίδα λόγω και του προβλήματος που αντιμετωπίζει. Μαζί με τα πιο πάνω συνυπολογίζουμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας συνιστά απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος και όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, 332, επιεικής μεταχείριση του δράστη θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Τονίζεται δε ότι η εξατομίκευση, η οποία ως είναι καλά νομολογημένο έχει πάντα τη θέση της, ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις όπου απαιτούνται αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/28, ημερ. 11.1.19). Καταλήγουμε συνεπώς ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε δε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: · Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 2 δεν επιβάλλουμε ποινή, εφόσον τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν περιέχονται στην κατηγορία 5. Παρόλο που δεν υπήρξε εισήγηση για αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης, ενόψει του ύψους της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, προχωρούμε να εξετάσουμε το θέμα αυτό και σημειώνουμε τα εξής. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχουμε την άποψη πως, οι μετριαστικοί παράγοντες και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως την έχουμε προδιαγράψει αλλά και του μητρώου του Κατηγορούμενου. Τυχόν δε αναστολή των ποινών φυλάκισης στην προκειμένη περίπτωση, κρίνουμε πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συνεπώς οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 11.6.24. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. άρθρο 80Α
(2). [2] Βλ. μεταξύ άλλων και Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639. [3] Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327. [4] Από την υπόθεση Γιώργος Μωυσίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
- [5] βλ. το σύγγραμμα των κ.κ. Καπαρδή και Στεφάνου, «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα», σελ.259-260 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία. [6] βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 11/21, ημερ. 4.11.
- [7] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο