Δημοκρατία ν. H.A.G. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 2331/23, 7/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 2331/23 Δημοκρατία ν.
- Σ.Δ.
- H.A.G.
- O.C. Κατηγορούμενοι 7 Οκτωβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενη 1: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενους 2 και 3: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες ΠΟΙΝΗ (σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2) Ο Κατηγορούμενος 2, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', ήτοι 3 κιλών και 156 γραμμαρίων κάνναβης, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 (κατηγορίες 3 και 2, αντίστοιχα) και την κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 4). Με δεδομένο ότι η υπόθεση για τους άλλους δύο Kατηγορούμενους ακολουθεί διαφορετική πορεία, ένεκα της μη παραδοχής τους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως ακουστούν γεγονότα και επιβληθεί ποινή στον Kατηγορούμενο 2, πριν την αποπεράτωση της ακρόασης για τους λοιπούς Κατηγορούμενους. Αίτημα το οποίο το Δικαστήριο ενέκρινε, αφού λήφθηκε υπόψη και η μη ύπαρξη ένστασης από μέρους οιουδήποτε εκ των Κατηγορούμενων. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Την 1.9.2023, λειτουργός του τελωνείου Λάρνακας, ο οποίος στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων ήλεγχε δέματα εισαγόμενα στην Κύπρο από το εξωτερικό, διενήργησε φυσικό έλεγχο σε συγκεκριμένο πακέτο το οποίο αφίχθηκε την ίδια ημέρα στη Δημοκρατία από τον Καναδά, με στοιχεία αποστολέα και παραλήπτη δύο συγκεκριμένων φυσικών προσώπων αντιστοίχως. Κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι, μεταξύ ειδών ιματισμού, σουβενίρ και αξεσουάρ, το πακέτο περιείχε αριθμό πανομοιότυπων μεταξύ τους συσκευασιών, οι οποίες ήταν τυλιγμένες με πλαστική ταινία, συνολικού μικτού βάρους 4,3 κιλών. Επειδή μέσα από τις συγκεκριμένες συσκευασίες αναδυόταν έντονα μυρωδιά κάνναβης, διενήργησε μικρή τομή σε μία εξ αυτών, διαπιστώνοντας ότι πράγματι αυτή περιείχε φυτική ύλη κάνναβη. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσής του, ενημέρωσε καθηκόντως την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ), μέλος της οποίας προσήλθε επί τόπου και έναντι σχετικής απόδειξης παρέλαβε το δέμα και το περιεχόμενο του. Τα μέλη της ΥΚΑΝ, ακολουθώντας τις διατάξεις του σχετικού νόμου, αντικατέστησαν με ομοιώματα τις ναρκωτικές ουσίες που περιέχονταν στο δέμα και κίνησαν τη νενομισμένη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσής του, μεταφέροντας το στις 4.9.2023, σε παράρτημα των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών στο χωριό Λιοπέτρι. Η εκεί λειτουργός εξυπηρέτησης, αφού προέβη σε ηλεκτρονική σάρωση των στοιχείων του δέματος, απέστειλε αυτοματοποιημένο τηλεφωνικό μήνυμα στον, αναγραφόμενο στο δέμα, τηλεφωνικό αριθμό παραλήπτη. Στις 5.9.2023 και ώρα 12:53 μ.μ., παρουσιάστηκε στο ταχυδρομείο Λιοπετρίου συγκεκριμένο πρόσωπο με σκοπό να παραλάβει το πακέτο. Το πρόσωπο αυτό αφίχθηκε με ταξί, ο οδηγός του οποίου ανάμενε έξω, έχοντας ως επιβάτη στα πισινά καθίσματα τον Κατηγορούμενο 2, αιτητή ασύλου από την Λιβερία. Πριν παραλάβει το πακέτο, το πρόσωπο αυτό, κατέβαλε σε μετρητά, έναντι απόδειξης πληρωμής, στην επί καθήκοντι ταχυδρομική λειτουργό, το ποσό των €143,80, ποσό το οποίο, ως προέκυψε αργότερα, έλαβε προηγουμένως από τον Κατηγορούμενο
- Ακολούθως, κινήθηκε προς το όχημα ταξί και πριν εισέλθει εντός αυτού, ανακόπηκε από υπό κάλυψη μέλη της ΥΚΑΝ. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή, κατονόμασε ως δικαιούχο του πακέτου τον Κατηγορούμενο 2, για λογαριασμό του οποίου, όπως είπε, ενεργούσε. Όταν μέλος της ΥΚΑΝ πλησίασε τον Κατηγορούμενο 2 για να λάβει τα προσωπικά του στοιχεία, αυτός αντέδρασε σπρώχνοντας το με τα χέρια του, με αποτέλεσμα να συλληφθεί για το αυτόφωρο αδίκημα της κοινής επίθεσης. Το δε πακέτο με το περιεχόμενό του, κατασχέθηκαν από την Αστυνομία ως τεκμήρια. Ο Κατηγορούμενος 2, μετά τη σύλληψή του, μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου, όπου η ώρα 17:30 επανασυνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης σε σχέση με εναντίον του διερευνώμενα αδικήματα, κατά παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών (Ν.29/1977). Όταν του επιστήθηκε δε η προσοχή, απάντησε "I didn't do anything". Στις 6.9.2023, παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης οκτώ ημερών. Έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Ανακρινόμενος γραπτώς στις 9.9.2023, ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι συνόδευσε μέχρι το ταχυδρομείο Λιοπετρίου το πρόσωπο το οποίο παρέλαβε το επίδικο δέμα, αλλά παρέμεινε εντός του οχήματος ταξί επειδή η διαδικασία παραλαβής αναμενόταν να ήταν πολύ σύντομη. Δέχτηκε ότι ο ίδιος ήταν εκείνος ο οποίος έδωσε τα χρήματα προκειμένου να πληρωθεί ο δασμός του τελωνείου, αλλά ισχυρίστηκε ότι ενεργούσε ως δανειοδότης κάποιου πιστού του φίλου, για λογαριασμό του οποίου έπραττε, θέλοντας να τον διευκολύνει. Η ενημέρωση που είχε από τον τελευταίο, όπως είπε, ήταν ότι το πακέτο περιείχε παπούτσια, πράγμα για το οποίο δεν είχε κανένα λόγο, ως ισχυρίστηκε, για να αμφιβάλλει. Σε καμία περίπτωση, ως δήλωσε, δεν γνώριζε ότι το επίδικο πακέτο περιείχε ναρκωτικά. Μετά από νομότυπη ανάλυση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και περιεχομένου ιδιωτικών επικοινωνιών που εμπεριέχονταν σε συσκευές κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες κατασχέθηκαν από την Αστυνομία ως τεκμήρια στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος 2, παρόλο που δεν ήταν ο ιθύνων νους στην παράνομη επιχείρηση εισαγωγής στη Δημοκρατία της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών, συνέδραμε εντούτοις καταλυτικά στην οργανωμένη αλυσίδα παράκαμψης του νόμου, συμμετέχοντας διά της παρουσίας του έξω από το ταχυδρομείο, στο σχέδιο παραλαβής των ναρκωτικών, έχοντας πλήρη γνώση του όλου παράνομου εγχειρήματος που επιχειρείτο. Οι εξετάσεις ποιοτικού και ποσοτικού προσδιορισμού που έγιναν από το Γενικό Χημείου του Κράτους, κατέδειξαν ότι επρόκειτο για κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών και 156 γραμμαρίων, που περιείχε ποσοστό δραστικής ουσίας Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη) 0,37%. Τέλος, ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου 2, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του, η άμεση παραδοχή του, η συνεργασία του με την αστυνομία, η μεταμέλεια και η απολογία του, το λευκό του ποινικό μητρώο, οι περιστάσεις διάπραξης, καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις, με έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του και στις επιπτώσεις που θα έχει μια «πολύμηνη» ποινή φυλάκισης στον ίδιο. Γ. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 2, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. Για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια[1] (κατηγορία 2), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ σε ό,τι αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'[2] (κατηγορία 3), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σε σχέση δε με το αδίκημα της κοινής επίθεσης (κατηγορία 4)[3], προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει €1708.- ή και οι δύο ποινές. Για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο ποινικός Νομοθέτης έχει προνοήσει αυστηρές ποινές. Από την επιλογή του αυτή δε «.καθίσταται αυταπόδεικτη η σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδίως αυτού της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για το συγκεκριμένο αδίκημα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους.» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα, Ποιν. Έφ.214/2021, ημερ.19.1.2024). Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών και η συνακόλουθη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, προκύπτει και από τις ολέθριες συνέπειες που επιφέρει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Αυτή ακριβώς η σοβαρότητα σκιαγραφήθηκε περιεκτικά από το Εφετείο της χώρας μας, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα (ανωτέρω) με αναφορά και σε παλαιότερες υποθέσεις: « Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα ημεδαπά Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στα πλαίσια των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία σε πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τα τελευταία έτη να τονίσει την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι: «Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών». (Βλ. και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287). Στην πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Αναγκαιότητα η οποία υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση.» Στην υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω) τονίστηκε και η άλλη, επίσης επαναλαμβανόμενη διαπίστωση των δικαστηρίων ότι: «[Η] έξαρση των αδικημάτων που αφορούν στην κατοχή, διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών είναι δεδομένη». Διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνεται και από την επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Η έξαρση αυτής της φύσεως αδικημάτων θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια της κοινωνίας και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση και καθήκον να πατάξουν τη διάθεση ναρκωτικών, οποιασδήποτε φύσης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, καθιστούν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατέψουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα - που είναι πιο ευάλωτα -, από αυτό τον κίνδυνο (βλ. Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών (βλ. Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς (ανωτέρω), Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Εν προκειμένω παρατηρούμε πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δε δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77). Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Tο είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται και από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Στη δε Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του (harm), το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. Η ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Σημειώνουμε βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή περίπου 1.500 γρ. κάνναβης µε σκοπό την προμήθεια, ποσότητα η οποία χαρακτηρίστηκε ως μεγάλη. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 25 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο, είχε παραδεχθεί και εξέφρασε τη μεταµέλεια του. Ας σημειωθεί ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε πως µε δυσκολία δεν διέταξε την έναρξη της ποινής από την ηµέρα της απόφασης του και τούτο λόγω του νεαρού της ηλικίας του εφεσείοντα. Στην Soleimani v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε νεαρό ηλικίας 26 ετών, ο οποίος είχε παραδεχθεί αδικήματα που αφορούσαν σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης. Επρόκειτο για αιτητή ασύλου, λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος ανέλαβε να παραδώσει τα ναρκωτικά έναντι χρηματικής αμοιβής. Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες που αφορούσαν στη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', δηλαδή 2.985,10 γρ. κάνναβης και κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνων αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στη διάπραξη των αδικημάτων, βαρυνόταν με τρεις προηγούμενες καταδίκες. Η έφεση κατά της ποινής αναφερόταν στην ποινή φυλάκισης των 6 ετών που το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον κατηγορούμενο για την κατηγορία της απλής κατοχής των ναρκωτικών. Το Εφετείο θεώρησε πως η ποινή φυλάκισης των 6 ετών δεν ξέφευγε του μέτρου που καθορίζει η νομολογία και επικύρωσε την ποινή. Στην Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 26 ετών, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 818.77 γραμμαρίων φυτού κάνναβης (ποσότητα που χαρακτηρίστηκε ως αρκετά μεγάλη), από το οποίο δεν είχε εξαχθεί ρητίνη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της ποινής, έκρινε πως οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, η παραδοχή του, το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του, τα ψυχολογικά προβλήματα και η νοητική του κατάσταση, λήφθηκαν επαρκώς υπόψη και τους αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα. Στην Κουλουμή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 119/2014, ημερ. 8.4.2015, ο εφεσείων, ηλικίας 24 ετών, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 373,8 γραμμαρίων και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών. Επρόκειτο για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ενώ ο ρόλος του ήταν αυτός του μεταφορέα των ναρκωτικών. Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 17/2016, ημερ. 22.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:D183, ο εφεσείων, ηλικίας 43 ετών, μετά από παραδοχή του, κρίθηκε ένοχος και στο αδίκημα της κατοχής, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, 2 κιλών και 7,5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Ήταν πατέρας, μεταξύ άλλων, και ενός ανήλικου παιδιού το οποίο αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού επρόκειτο για παιδί με ειδικές ανάγκες και είχε άμεση ανάγκη υποστήριξης. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 141/2016, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B210, ο εφεσείων, προχωρημένης ηλικίας, μετά από παραδοχή του, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης, συνολικού βάρους 1.908,4 γραμμαρίων, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Bora ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.03.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα πρωτοδίκως, για το αδίκημα της κατοχής 2.028,3 γρ., ο οποίος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες και ήταν σχετικά νεαρό πρόσωπο (27 ετών). Στην υπόθεση Πισσάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/2016, ημερ. 14.03.2018, ECLI:CY:AD:2018:B114, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, που επιβλήθηκε μετά από ακρόαση για το αδίκημα της κατοχής 3 κιλών και 902 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Το Κακουργιοδικείο είχε τονίσει ότι υπήρξε οργανωμένη δράση από μέρους του εφεσείοντα και ότι ο ρόλος του ήταν πρωτεύοντας, ενώ από την άλλη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του, στην εξάρτησή του από τα ναρκωτικά και στο είδος της ναρκωτικής ουσίας για την οποία κρίθηκε ένοχος. Τέλος, στην Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 1/2023, ημερ. 6.7.2023, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα πρωτοδίκως, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 1.219,8 γρ. κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Επρόκειτο για σχετικά νεαρό πρόσωπο (29 ετών), λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος ενεργούσε ως αποθηκάριος έναντι αμοιβής. Ας σημειωθεί πως το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε σε σχέση με την ποινή των 5 ετών και τα εξής: «...όχι μόνο δεν είναι έκδηλα αυστηρή για να δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου αλλά ούτε καν αυστηρή θα μπορούσε να κριθεί.» Στην παρούσα περίπτωση, από τον συνδυασμό των εκτεθέντων γεγονότων και της αγόρευσης προς μετριασμό της ποινής, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος 2 αποδέχθηκε να παραλάβει από το ταχυδρομείο τα επίδικα ναρκωτικά, κατόπιν πρότασης τρίτου προσώπου, με αντάλλαγμα την είσπραξη ενός μικρού χρηματικού ποσού. Επρόκειτο σαφώς για ναρκωτικά μεγάλης ποσότητας (3 κιλά και 156 γραμμάρια κάνναβης). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι τα ναρκωτικά αυτά ήταν Τάξεως Β' και όχι Α', στην οποία εμπίπτουν τα γνωστά ως «σκληρά ναρκωτικά», καθώς επίσης και ότι η περιεκτικότητα τους στην δραστική ουσία Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη) ήταν σχετικά χαμηλή (0,37%), πλην όμως προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός ότι μέσω αυτών θα μπορούσαν να συντηρηθούν εκατοντάδες χρήστες και να συντηρήσουν με την σειρά τους, μέσω της χρήσης, την εμπορία. Πρόκειται πάντως για ποσότητα που η διοχέτευση της σε τρίτους, θα προκαλούσε οπωσδήποτε βλάβη σε πλειάδα χρηστών καθώς και στην κοινωνία γενικότερα (βλ. κατ' αναλογία την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου ανωτέρω). Όπως σαφώς δηλώθηκε ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ο ιθύνων νους στην παράνομη επιχείρηση εισαγωγής των ναρκωτικών. Ο ρόλος του δε, περιοριζόταν στην παραλαβή και μεταφορά των ναρκωτικών, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε από το εν λόγω τρίτο πρόσωπο. Με αυτά υπόψη λοιπόν, σημειώνουμε πως ασφαλώς και ο ρόλος του Κατηγορούμενου 2 ήταν υποδεέστερος από του ιδιοκτήτη των επίδικων ναρκωτικών ή και του εισαγωγέα τους στην Κύπρο, όμως κατά την κρίση μας αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος αποδέχτηκε να προσφέρει εξυπηρέτηση στους εμπόρους ναρκωτικών και μάλιστα ουσιώδη, που συνίστατο στην παραλαβή των ναρκωτικών από το ταχυδρομείο και τη μεταφορά τους στη συνέχεια με βάση τις οδηγίες που έλαβε. Προκύπτει έτσι χωρίς αμφιβολία, πως ο ρόλος του ήταν βασικότατος και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης, αφού αποτέλεσε έναν άκρως σημαντικό και εκ των πραγμάτων αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών και τη διασπορά τους στη χώρα μας και τούτο μάλιστα έναντι κάποιου οφέλους ή αμοιβής, το οποίο συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο, (βλ. Κατσάπαου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.318). Αναφορικά τώρα με το κίνητρο του Κατηγορούμενου 2, σημειώνουμε ότι η συνήγορος του ουσιαστικά απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων εκ μέρους του, στο γεγονός ότι ζούσε σε δύσκολες συνθήκες και ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Επί τούτου θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί πως τόσο από τη δική μας ενασχόληση με υποθέσεις του είδους όσο και μέσω της σχετικής νομολογίας, αυτό που αναδύεται έντονα είναι πως, τα τελευταία χρόνια, η συμμετοχή στην όλη αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών είτε υπό την έννοια του μεταφορέα, είτε του αποθηκάριου, είτε ακόμα και του διανομέα σε άλλους μεσάζοντες ή και στους ίδιους τους χρήστες, εξελίσσεται σε επικερδές επάγγελμα. Οι δε ιθύνοντες της όλης αλυσίδας, έχοντας ως σκοπό να παραμείνουν οι ίδιοι «αθέατοι», τις πλείστες φορές απευθύνονται σε πρόσωπα που ευρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση ή αντιμετωπίζουν τη δεδομένη στιγμή κάποια αδυναμία ή πρόβλημα. Πρόσωπα τα οποία εν ολίγοις, είναι εύκολο εκ των πραγμάτων να δελεάσουν ακόμα και με ευτελές αντίτιμο για να συνδράμουν στο όλο παράνομο εγχείρημα τους. Τα δε πρόσωπα αυτά πράγματι αποδέχονται σε πολλές περιπτώσεις. Και τούτο εφόσον τοιουτοτρόπως επιτυγχάνουν εύκολα και γρήγορα την εξασφάλιση εισοδημάτων, επιλύοντας έτσι το δικό τους οικονομικό πρόβλημα, κατά τρόπο όμως που υποδηλοί πλήρη αδιαφορία στο γεγονός ότι έτσι υποβοηθούν τους ιθύνοντες εμπόρους να προωθούν την προσοδοφόρα «επιχείρηση» τους. «Επιχείρηση» που δεν είναι άλλη από τη διασπορά των ναρκωτικών στη χώρα μας. Η στάση αυτή είναι βέβαια απαράδεκτη για κάθε λογικά σκεπτόμενο πολίτη και επ' αυτού ακριβώς έγκειται η σοβαρότερη απαξία της εγκληματικής δράσης του Κατηγορούμενου 2. Ό,τι άλλο θα πρέπει εν προκειμένω να λεχθεί είναι ότι, ως είναι καλώς νομολογημένο, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, παρότι κατανοητή, δεν αποτελεί ελαφρυντικό ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Ως ειδικότερα έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνοµίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397: «.Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της. » Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.18, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το κάτωθι απόσπασμα από την Κυριάκου ν. Δηµοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154: «. κανένας, µα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν µπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκληµα και, ιδιαίτερα, εγκλήµατα του είδους τα οποία πλήττουν το θεµέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Στην υπόθεση Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15 δε, λέχθηκαν τα εξής: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Τούτων λεχθέντων, υποδεικνύεται πως αν οι οικονομικές δυσκολίες δεν δικαιολογούν την καταφυγή σε άλλα αδικήματα του συνήθους ποινικού δικαίου, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία σε υποθέσεις ναρκωτικών. Αυτό που προκύπτει ουσιαστικά στην παρούσα, είναι ότι ο Κατηγορούμενος 2 στην προσπάθεια του να επιλύσει δικά του οικονομικά προβλήματα, απεδέχθη να συνδράμει στη διασπορά ναρκωτικών, παραγνωρίζοντας ή και αδιαφορώντας για τα όποια άλλα προβλήματα επιφέρουν τα ναρκωτικά σε συνανθρώπους του και στην κοινωνία γενικότερα. Υπό τις περιστάσεις, τα οικονομικά προβλήματα δεν θα μπορούσαν ποτέ ν' αποτελέσουν δικαιολογία για τέτοιου είδους εγκληματική συμπεριφορά του. Συνεπώς, η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή είναι αυταπόδεικτη. Ειδικά σε ό,τι αφορά συνεργούς στην εμπορία, αρκούμαστε στην παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.541: «Έχει λεχθεί - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει, επανειλημμένα, χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών». (έμφαση δοθείσα) Πρέπει δε να είναι σαφές από τη συζήτηση που προηγήθηκε πως το γεγονός που παρέμεινε αναντίλεκτο, ότι δηλαδή, το αντίτιμο που θα λάμβανε αφορούσε ένα «μικρό» χρηματικό ποσό, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει καθ΄ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τα πράγματα. Ούτε όμως και το γεγονός πως δεν το έλαβε ποτέ μπορεί να μειώσει τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 2. Διότι, είτε μικρό, είτε μεγάλο το ποσό της αμοιβής του, η κατάληξη παραμένει ίδια, που δεν είναι άλλη από το ότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργώντας ως ανωτέρω, αποτέλεσε ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της διακίνησης των ναρκωτικών και της διασποράς του θανάτου στη χώρα μας. Το γεγονός δε ότι εν τέλει δεν έλαβε το ποσό αυτό, αν και λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις σ' αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία. Και τούτο αφού η μη είσπραξη του δεν ήταν αποτέλεσμα τυχόν δεύτερων σκέψεων από μέρους του ή και οικειοθελούς υπαναχώρησης του από το παράνομο σχέδιο στο οποίο συμμετείχε, αλλά οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Αρχές με την παρέμβαση τους, έθεσαν τέρμα στο παράνομο σχέδιο κυκλοφορίας των ναρκωτικών στην χώρα μας. Τώρα ως προς το εάν συντρέχουν οποιοιδήποτε παράγοντες που να καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό δυνάμει του άρθρου 30
(4)(α), οφείλουμε να σημειώσουμε πως αυστηρώς ομιλούντες θα μπορούσε να λεχθεί πως ένεκα της συνύπαρξης του αδικήματος της κοινής επίθεσης, συντρέχουν περιστάσεις χρήσης βίας που καθιστούν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό[4] και ταυτόχρονα αποστερούν από τον Κατηγορούμενο 2 το ελαφρυντικό του άρθρου 30
(4)(β). Παρά ταύτα όμως θα πρέπει να λεχθεί πως αφενός η βία εξαντλείται σε σπρώξιμο, υπό τη μορφή της αντίστασης στη σύλληψη και όχι χρήση βίας ή όπλων κατά τη διάπραξη, υπό την έννοια δηλαδή βίας που θα βοηθούσε στην προμήθεια των ναρκωτικών σε άλλους και αφετέρου το ότι δεν έχει εις βάρος του κανένα από τα υπόλοιπα επιβαρυντικά, πράγμα που λαμβάνουμε υπόψη μαζί με τα λοιπά ελαφρυντικά στα οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Όμως επισημαίνουμε ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών, που επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, έχουν μόνο οριακή σημασία[5]. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων, σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει την θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας[6]. Σε αυτό το πλαίσιο και προς όφελος του Κατηγορούμενου 2, κατ' αρχάς λαμβάνουμε υπόψιν το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο καταδεικνύει πως η παρούσα υπόθεση παρά την αναμφίβολη σοβαρότητα της, αποτελεί για τον ίδιο ένα μεμονωμένο περιστατικό, ως ήταν και η εισήγηση της συνηγόρου του. Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία δεν ήταν μεν άμεση, όμως έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του κατηγορούμενου έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442) καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στο μέλος της ΥΚΑΝ και συνελήφθη επί τόπου για το αυτόφωρο αδίκημα της κοινής επίθεσης (κατηγορία 4). Σε ό,τι αφορά δε τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3, η σύνδεση του ή και ο ρόλος του αποκαλύφθηκε μετά από την ανάλυση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και περιεχομένου ιδιωτικών επικοινωνιών που εμπεριέχονταν σε συσκευές κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες κατασχέθηκαν από την Αστυνομία ως τεκμήρια στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Με αυτά υπόψη είναι γεγονός ότι υπήρχαν ισχυρά στοιχεία που ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο 2 στη διάπραξη των αδικημάτων και προφανώς δεν άφηναν πολλά περιθώρια άλλων επιλογών στον τελευταίο. Από την άλλη όμως, δεν παραβλέπουμε πως σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτείτο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμος χρόνος. Συναφώς μέσω της παραδοχής του διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Παράλληλα η παραδοχή του, σε συνδυασμό με την απολογία του, συνιστά απτή απόδειξη της μεταμέλειας του και ασφαλώς αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22), ECLI:CY:AD:2022:B386. Ως προς την επίκληση της συνεργασίας του Κατηγορούμενου 2 με την Αστυνομία και μάλιστα ως σοβαρού μετριαστικού παράγοντα, σημειώνουμε πως ούτε από την αγόρευση ούτε όμως από τα εκτεθέντα γεγονότα προκύπτουν στοιχεία ότι ως εκ της συνεργασίας του διαλευκάνθηκε η υπόθεση ή έστω ότι βοήθησε στο ελάχιστο το ανακριτικό έργο των αρχών και πάντως δεν εντοπίζονται στοιχεία που θα επέτρεπαν την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης των προσώπων τα οποία διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στην εγκληματική συμπεριφορά, έτσι ώστε να μπορεί να καταταχθεί η στάση του, ως συνεργασία με τις Αρχές για δίωξη των προμηθευτών την οποία το άρθρο 30
(4)(β) του Ν.29/77 αναφέρει ως ελαφρυντικό. Σύμφωνα με τη Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.15, όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει κάποιος κατηγορούμενος με το να κατονομάσει άλλα πρόσωπα και όσο πολυτιμότερη είναι η συνδρομή του στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, τόσο περισσότερο θα πρέπει αυτό να αντανακλάται στο ύψος της ποινής που επιβάλλεται. Στην παρούσα ασφαλώς δεν έχει αναληφθεί κάποιος τέτοιος κίνδυνος. Ό,τι σχετικά μπορεί να πιστωθεί προς όφελος του σε αυτό το πλαίσιο, είναι ότι από πλευράς συμπεριφοράς, ήταν συνεργάσιμος κατά το ανακριτικό στάδιο και δεν προκάλεσε προβλήματα, για όποια βαρύτητα το στοιχείο τούτο έχει, δεδομένης και της γενικότερης υποχρέωσης συλληφθέντων και ύποπτων προσώπων να συνεργάζονται με νόμιμες υποδείξεις των ανακριτικών αρχών. Όμως για να είναι ξεκάθαρο, τονίζουμε πως τα πιο πάνω σίγουρα δεν εμπίπτουν στην έννοια συνεργασία που έχει καθορίσει η νομολογία[7], η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι τα επίδικα ναρκωτικά εμπίπτουν στην Τάξη Β' και όχι στα σκληρά ναρκωτικά της Τάξης Α', καθώς επίσης ότι η περιεκτικότητα τους στην δραστική ουσία Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη) ήταν σχετική χαμηλή (0,37%). Ωστόσο, ως ήδη υποδείξαμε και πιο πάνω, επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών (3 κιλά και 156 γραμμάρια). Συνεκτιμούμε επίσης προς όφελος του και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από το συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 24 ετών, άγαμος και ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβηρία. Έχει ακόμη ένα μικρότερο αδελφό (21 ετών), ο οποίος διαμένει στην κατεχόμενη Κύπρο. Με τους γονείς του, οι οποίοι διαμένουν στη Λιβηρία, δεν διατηρεί καμία επικοινωνία. Στην Κύπρο ήρθε μέσω κατεχομένων, τον Φεβρουάριο του 2021. Για περίοδο 18 μηνών διέμενε στα κατεχόμενα, όπου φοιτούσε σε κολέγιο, ενώ ακολούθως για οικονομικούς λόγους ήρθε στις ελεύθερες περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Αρχικά διέμενε σε κέντρο φιλοξενίας για περίοδο τριών μηνών. Ακολούθως όμως διέμενε σε παγκάκια και υπό άθλιες συνθήκες. Δούλευε περιστασιακά, έχοντας πενιχρά εισοδήματα, τα οποία δεν ήταν αρκετά για να μπορέσει να ενοικιάσει σπίτι αλλά και για την επιβίωση του. Κάποιες φορές φιλοξενήθηκε από άλλα πρόσωπα, ομοεθνή του. Γενικότερα, αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, ενώ ως αναφέρθηκε είναι και περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών. Ως προς τις οικονομικές του δυσκολίες έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Εν σχέσει τώρα με το γεγονός ότι πρόκειται για περιστασιακό χρήση ναρκωτικών, σημειώνουμε πως το τελευταίο αυτό στοιχείο λαμβάνεται βεβαίως υπόψη, όμως ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί εδώ, είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το βασικό χαρακτηριστικό της υπόθεσης δεν είναι η κατοχή μικρής ποσότητας ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Ο Κατηγορούμενος 2 βρέθηκε στο Κακουργοδικείο λόγω της απόφασης του να συνδράμει στην μεταφορά μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, για λογαριασμό άλλου προσώπου ή και του εισαγωγέα ή και του ιθύνοντα εμπόρου, τον οποίο μάλιστα, μη κατονομάζοντας τον, αποστέρησε από τον εαυτό του το ελαφρυντικό που θα του παρείχε το άρθρο 30
(4)(β)(ν) του Ν.29/77. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2, στο νεαρό της ηλικίας του. Εισηγήθηκε μάλιστα, ότι λόγω ακριβώς του παράγοντα αυτού «..οποιαδήποτε πολύμηνη ποινή φυλάκισης, θα τον καθορίσει και θα καταστρέψει τη ζωή του.» Ειδικά για το νεαρό της ηλικίας των κατηγορούμενων, στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, επαναλήφθηκε πως αναγνωρίζεται ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας[8] και ειδικά σε υποθέσεις ναρκωτικών όπου ο παράγοντας αυτός αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικός από τον ίδιο το Νόμο [βλ. άρθρου 30
(4)(β)(i)]. Επομένως ο Κατηγορούμενος 2 ως νεαρό πρόσωπο αναμένει μεγαλύτερη επιείκεια (βλ. και Evtim Rumerov Iliev ανωτέρω) και σίγουρα η μεταχείριση του στην προκειμένη περίπτωση θα διαφέρει από την μεταχείριση της οποίας θα τύγχανε ώριμος ενήλικας αν βρίσκονταν στη θέση του. Από την άλλη όμως, οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι παρόλο που η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[9]. Χαρακτηριστικά τα νομολογηθέντα στην Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019, ημερ. 20.1.2019, όπου λέχθηκε πως: "Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής". Επίσης, στην υπόθεση Marius v. Δηµοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ.397, λέχθηκε ότι: «...ναι µεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται στο στάδιο επιµέτρησης της ποινής, αλλά ειδικά σ' ότι αφορά τον τοµέα των ναρκωτικών θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόµενοι ότι αυτά προορίζονται κυρίως για συνοµήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συµβάλλουν µε την εµπλοκή στη διακίνηση τους.» Τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ιδωμένα υπό το φως των νομολογηθέντων στην Κλεομένης ανωτέρω, όπου τονίστηκε αφενός η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσεως και αφετέρου ότι οι παραβάτες στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος 2 βρίσκεται υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας από τις 14.9.23, τις γενικότερες δυσμενείς επιπτώσεις στον ίδιο, ως νεαρό άτομο, από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης, όπως και τη γενικότερη αγωνία που αυτός βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα, κυρίως σε υποθέσεις αυτής της φύσης για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και της προεξάρχουσας πλέον ανάγκης για την προστασία της κοινωνίας και την πάταξη της διάδοσης των ναρκωτικών, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο 2 τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών και στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην κατηγορία 3 δεν επιβάλλεται καμμιά ποινή, ενόψει του ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στην κατηγορία 2. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος 2 τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 14.9.2023. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.29/77. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Ν.29/
- [3] Κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- [4] «
(4)Χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων σχετικών διατάξεων και επιπρόσθετα απ' αυτές, το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα περιστατικά: (α) Ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό- .. (iv) τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειµένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος». [5] βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Sovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635 και Αbe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211. [6] βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130. [7] βλ. μεταξύ άλλων και την υπόθεση Κύπρος Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53, στην οποία έχει παραπέμψει η υπεράσπιση. [8] βλ. Γ. Μ. Πικής «Sentencing in Cyprus» 2η έκδ. 2007, 88-90. [9] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ, 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ, 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο