Δημοκρατία ν. E.Π. κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 2336/23, 16/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 2336/23 Δημοκρατία ν.
- Λ.Π.
- E.Π. Κατηγορουμένων 16 Οκτωβρίου, 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 2: κα Ο. Οικονόμου με κα Ε. Λαζαρίδου Κατηγορούμενη 2 παρούσα ΠΟΙΝΗ (Για Κατηγορούμενη 2) Η Κατηγορούμενη 2 στην παρούσα (στο εξής «η Κατηγορούμενη»), κρίθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής, στο αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο, κατά παράβαση του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι στις 27.8.23, απέστειλε μέσω τηλεφώνου δύο γραπτά μηνύματα στον Ν.Α., με τα οποία τον απειλούσε ότι θα φονευθεί, χρησιμοποιώντας τις φράσεις «μπάσταρτε θα πεθάνεις» και «θα σε θάψω» αντίστοιχα. Για σκοπούς δε παρουσίασης ολοκληρωμένης της εικόνας, σημειώνουμε πως σε προγενέστερο στάδιο, ποινή επιβλήθηκε και στον Κατηγορούμενο 1 κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ. 154, αδίκημα το οποίο όμως, όπως θα επεξηγηθεί και αναλυτικότερα κατωτέρω, δεν διασυνδέεται με το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και έχουν συνοπτικά ως ακολούθως. Στις 29.8.2023, γύρω στις πέντε το απόγευμα, η Μ.Δ.1 συνοδευόμενη από τη Μ.Ν.2 επισκέφτηκαν την κατοικία του Ν. Α., 34 ετών, όπου τον εντόπισαν μέσα στο σαλόνι να κείται αναίσθητος, μπρούμυτα, μέσα σε λίμνη αίματος. Κλήθηκε Ασθενοφόρο το οποίο τον μετέφερε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, η οποία κατέδειξε πολλαπλά κατάγματα κρανίου και βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Αφού διασωληνώθηκε, μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής του, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου η πρόγνωσή του αξιολογήθηκε ως ''βαρύτατη''. Η σκηνή αποκλείστηκε από την αστυνομία και διαφυλάχθηκε μέχρι και την επόμενη ημέρα, 30.8.23, οπόταν μέλη της αστυνομίας διεξήγαγαν, μεταξύ των ωρών 08:30-10:10, έρευνα εντός αυτής. Κατά τη διάρκεια της έρευνας και συγκεκριμένα η ώρα 10:02, εντοπίστηκε πάνω στο κρεβάτι του υπνοδωματίου του Ν.Α. ένα κινητό τηλέφωνο, το οποίο ανήκε στον Ν.Α.. Επιθεωρήθηκαν νομότυπα τα εισερχόμενα μηνύματα που περιείχε η εν λόγω συσκευή και εντοπίστηκαν 27 μηνύματα sms τα οποία προκύπτει να αποστάληκαν στον Ν.Α. μεταξύ των ημερομηνιών 27.8.23 - 28.8.23 από την Κατηγορούμενη, μέσω τηλεφωνικού αριθμού που της ανήκει. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν και απειλές από την Κατηγορούμενη προς τον Ν.Α. όπως «μπάσταρτε θα πεθάνεις» (ημ. αποστολής 27.8.23 ώρα 20:10) και «θα σε θάψω» (ημ. αποστολής 27.8.23 ώρα 20:24). Αριθμός άλλων μηνυμάτων που του απέστειλε, αφορούσαν σε εξυβρίσεις και προσβολές προς το πρόσωπό του. Όλα τα σχετικά μηνύματα προκύπτει ότι διαβάστηκαν από τον Ν.Α.. Ενώ στις 6.9.23 ο Ν.Α. νοσηλευόταν, υπέκυψε στα τραύματα του με διαπιστωθείσα αιτία θανάτου τη βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Ως προέκυψε από τις αστυνομικές έρευνες, δράστης του εγκλήματος ήταν ο πρώην Κατηγορούμενος 1, αδερφός της Κατηγορούμενης, ο οποίος συνελήφθη και ομολόγησε το έγκλημά που διέπραξε, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα εκτεθέντα γεγονότα. Από το σύνολο των αστυνομικών ερευνών προέκυψε το ακόλουθο ιστορικό: Δύο ημέρες πριν τον εντοπισμό του N.A., δηλαδή στις 27.8.23, η Κατηγορούμενη επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πρώην σύζυγό της, τον Χ.Π.4 και κλαίγοντας του παραπονέθηκε ότι προηγουμένως, την ίδια ημέρα, περί τις 19:00 χαστουκίσθηκε στα χείλη από τον Μ.Α. (αδερφό του Ν.Α.), με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό και ο οποίος την ενοχλούσε παρά το γεγονός ότι η ίδια του ζήτησε να διακόψουν κάθε ερωτική επαφή. Αφού έλαβε το παράπονο της πρώην συζύγου του και μητέρας του παιδιού του, ο Χ.Π. μετέβη στο σπίτι του Ν.Α. όπου αναζήτησε τον Μ.Α. Εκεί δεν εντόπισε κανένα και έτσι επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον τελευταίο τον οποίο προέτρεψε να συναντηθούν στο σπίτι του N.A. για να «ξηγηθούν». Η συνάντηση αυτή όμως ποτέ δεν έγινε κι έτσι, την ίδια ημέρα, περί τις 19:30 μετέφερε την πρώην σύζυγό του στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, για να καταγγείλει το περιστατικό ξυλοδαρμού της. Από περαιτέρω δε μαρτυρία που περισυνελέχθη προέκυψε επίσης ότι κατά το συμβάν που έλαβε χώρα λίγο πριν τις 19:00 στις 27.8.23, όπου ο Μ.Α. χαστούκισε την Κατηγορούμενη στο σπίτι της τελευταίας, παρούσα ήταν και η μητέρα του Μ.Α. καθώς και ότι μετά το χαστούκισμα στο μέρος προσήλθε και ο Ν.Α., ο οποίος μαζί με τη μητέρα του προέτρεψαν τον Μ.Α. να μπει στο αυτοκίνητο και να φύγουν για να «μην βρουν τον μπελά τους». Ο Μ.Α. συμμορφώθηκε κι έτσι αφού μπήκε στο αυτοκίνητο, έφυγαν όλοι από το μέρος. Προηγουμένως όμως, ο Ν.Α. ανέφερε στην Κατηγορούμενη «έχω σε βίντεο», με την τελευταία να θυμώνει πάρα πολύ. Το πιο πάνω γεγονός αποτέλεσε και την αφορμή για να αποσταλούν από την Κατηγορούμενη προς τον N.A. τα απειλητικά μηνύματα για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω στις 20:10 και 20:24 της ίδιας μέρας, ενώ δηλαδή η Κατηγορούμενη βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, όπου την είχε μεταφέρει περί τις 19:30 ο πρώην σύζυγος της, για να καταγγείλει το περιστατικό ξυλοδαρμού της, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Ενόσω όμως η τελευταία έδινε κατάθεση στην Αστυνομία για το περιστατικό, δηλαδή περί τις 19:30[1], ο Ν.Α. μαζί με τον αδερφό του, δηλ. τον Μ.Α., μετέβησαν στην κατοικία του πρώην συζύγου της Κατηγορούμενης και του προξένησαν κακόβουλη ζημιά θρυμματίζοντάς του δύο τζαμαρίες. Ακολούθως έφυγαν από εκεί και περί ώρα 20:30, επέστρεψαν εκ νέου στο σπίτι της Κατηγορούμενης στην Ξυλοτύμπου[2] όπου επίσης προκάλεσαν κακόβουλη ζημιά στο αυτοκίνητο του πατέρα της, ενώ έσπασαν εξωτερικές σωλήνες νερού και εισήλθαν ακολούθως εντός της κατοικίας της, όπου προκάλεσαν διάφορες άλλες ζημιές. Και τα δύο αυτά περιστατικά η Κατηγορούμενη τα πληροφορήθηκε μετά που είχε ήδη αποστείλει τα δύο επίδικα μηνύματα στον Ν.Α.. Από κατάθεση που λήφθηκε στις 30.8.23 από τον αδερφό του Ν.Α, ήτοι τον Μ.Α., προέκυψε ότι πράγματι (ο Μ.Α.) διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την Κατηγορούμενη και ότι στις 27.8.23 τσακώθηκαν στο σπίτι της τελευταίας, όμως την επόμενη ημέρα συναντήθηκαν και συνευρέθηκαν και πάλι ερωτικά. Στις 29.8.23 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς ότι ο αδερφός του εντοπίστηκε στο σπίτι του βαριά τραυματισμένος και αμέσως υποψιάστηκε, ότι η Κατηγορούμενη ενδεχομένως να ενέχετο στον τραυματισμό του αδερφού του λόγω του επεισοδίου της 27.8.23 και της επακόλουθης κακόβουλης βλάβης που προκάλεσαν ο ίδιος και ο Ν.Α., στο σπίτι της και στο αυτοκίνητο του πατέρα της, χωρίς ωστόσο εν τέλει αυτό να αποδειχθεί ότι ευσταθούσε, ως διευκρινίστηκε ενώπιον μας. Στις 30.8.23, συνελήφθη η Κατηγορούμενη, προφυλακίστηκε για περίοδο 6 ημερών, στη συνέχεια για άλλες πέντε ημέρες και ακολούθως μετά το θάνατο του θύματος, για άλλες οκτώ ημέρες. Από ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από αυτήν, προέκυψε ότι το «βίντεο» στο οποίο αναφέρθηκε ο Ν.Α. κατά το επεισόδιο της 27.8.23 αφορούσε, ως η ίδια υπέθεσε, σε σεξουαλικές περιπτύξεις μεταξύ της ίδιας και του Μ.Α.. Προέκυψε επίσης ότι, μετά το εν λόγω επεισόδιο (η Κατηγορούμενη) εκνευρίστηκε πολύ και πέραν των μηνυμάτων που απέστειλε στον Ν.Α., αποτάθηκε σε δύο τουλάχιστον φιλικά της πρόσωπα προκειμένου να εκφοβίσουν το θύμα. Η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση προς μετριασμό της ποινής Η συνήγορος της Κατηγορούμενης κάλεσε το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης, το μεμονωμένο του συμβάντος, τη συνεργασία της με την αστυνομία αλλά και την άμεση, ως την χαρακτήρισε, παραδοχή της, καθώς και τη μεταμέλεια και απολογία της. Περαιτέρω αναφέρθηκε και στις περιστάσεις διάπραξης, δίδοντας έμφαση στην ύπαρξη πρόκλησης ένεκα γεγονότων που προηγήθηκαν της διάπραξης του αδικήματος αλλά και στη συναισθηματική φόρτιση που τη διακατείχε, λόγω του γενικότερου ιστορικού μεταξύ της ίδιας και του Μ.Α. και εν γένει των δύο οικογενειών. Επίσης σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης, επεσήμανε πως όσο και αν η Κατηγορούμενη είχε πρόθεση να εκφοβίσει το θύμα, δεν είχε πρόθεση πράγματι να υλοποιήσει την απειλή και πως εν τέλει το διαπραχθέν από τον αδελφό της Κατηγορούμενης έγκλημα της ανθρωποκτονίας κατά του θύματος, δεν διασυνδεόταν με τα δικά της μηνύματα. Τέλος ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη και οι προσωπικές της περιστάσεις, υιοθετώντας προς τούτο και τη σχετική Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και δίδοντας έμφαση στο γεγονός πως είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 5 ετών, του οποίου την κηδεμονία, φύλαξη και φροντίδα μοιράζεται με τον πρώην αρραβωνιαστικό της. Τόνισε συναφώς τις επιπτώσεις που μια άμεση ποινή φυλάκισης θα είχε για το παιδί, του οποίου η ψυχολογία ήδη διαταράχθηκε ένεκα και της προηγηθείσας κράτησης της Κατηγορούμενης για περίοδο 22 ημερών στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης του θανάτου του Ν.Α.. Τέλος εισηγήθηκε πως τόσο οι προσωπικές της περιστάσεις αλλά και οι περιστάσεις διάπραξης και εν γένει τα ελαφρυντικά της, δικαιολογούν υπό τις περιστάσεις την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης, που ήθελε επιβληθεί. Γ. Νομική Πτυχή Το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη είναι σοβαρό, πράγμα που προκύπτει κατ' αρχάς από το γεγονός ότι επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Η σοβαρότητα όμως του αδικήματος αυτού, εμφαίνεται και μέσα από την ίδια τη φύση του και τις προεκτάσεις που η διάπραξη του επιφέρει στις σχέσεις των ανθρώπων και στην κοινωνία γενικότερα. Και τούτο διότι εν προκειμένω, η απειλή και ο εκφοβισμός, συναρτώνται, αφενός με το ύψιστο αγαθό που δεν είναι άλλο από την ανθρώπινη ζωή και αφετέρου με μορφές εγκληματικής δράσης, που τείνουν να καταστρέψουν τον κοινωνικό ιστό και να καταστήσουν τη βία κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνικής ζωής του τόπου. Με τη διάπραξη δε αδικημάτων αυτής της φύσεως, αναμφίβολα παραβιάζονται και συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα πολιτών, προκαλώντας ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και πλήττοντας συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Είναι αυτές ακριβώς οι πτυχές, που κατά την κρίση μας, προσδίδουν ιδιαίτερη σοβαρότητα στο υπό αναφορά αδίκημα και καθιστούν αδήριτη την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στους παραβάτες. Ανάγκη, η οποία αναδύεται ευκρινώς και μέσα από τη γενικότερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των ποινών, στο πλαίσιο αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της, στα οποία σαφώς εντάσσεται και το υπό κρίση αδίκημα. Ποινές, οι οποίες βέβαια, απώτερο στόχο έχουν να καταστεί σαφές τοις πάσι πως, συμπεριφορές οι οποίες ουσιαστικά έχουν ως αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο ό,τι πολυτιμότερο έχει ένα πρόσωπο, ήτοι η ζωή του ή και η σωματική του ακεραιότητα, είναι απεχθείς για την κοινωνία μας και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από τα Δικαστήρια. Ως προς την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά, αφού καθημερινά τα Δικαστήρια που επιβάλλουν ποινές σε τέτοια αδικήματα, ακούραστα διακηρύττουν την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων, την οποία και εμείς διαπιστώνουμε από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Υποθέσεις οι οποίες, αναπόφευκτα μας οδηγούν στη θλιβερή διαπίστωση ότι τα αδικήματα αυτά ουδόλως παρουσιάζουν κάμψη αλλά αντίθετα διαπράττονται με ανησυχητικά αυξητική συχνότητα. Παρόλο δε που αυτό καθ' αυτό το αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο δεν μπορεί να λεχθεί ότι παρουσιάζει ιδιάζουσα έξαρση, εντούτοις με δεδομένη την αδιαμφισβήτητα και πολλάκις διαπιστωθείσα έξαρση που παρουσιάζουν αδικήματα βίας ή απειλής χρήσης της γενικότερα, στα οποία ως ήδη λέχθηκε εντάσσεται το αδίκημα των γραπτών απειλών για φόνο, θεωρούμε πως η προκειμένη, αποτελεί περίπτωση που απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών για όλους τους προαναφερθέντες λόγους. Έρευνα μας στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου δεν οδήγησε στον εντοπισμό απόφασης, στην οποία υπήρξε ενασχόληση με το εν λόγω αδίκημα. Κάποια καθοδήγηση όμως δύναται κατά την κρίση μας να αντληθεί από τη νομολογία που σχετίζεται με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, με την επισήμανση βεβαίως ότι το εν λόγω αδίκημα είναι αναμφίβολα ήσσονος σοβαρότητας εν σχέσει το αδίκημα που η Κατηγορούμενη διέπραξε, αφού το πρώτο συνιστά πλημμέλημα και τιμωρείται, κατ' ανώτατο όριο, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Στη Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών, σε πρόσωπο που βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, ποινή φυλάκισης 3 μηνών με αναστολή, αυξήθηκε σε άμεση φυλάκιση ενός έτους, σε 28χρονο πρόσωπο που βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, σε 19χρονο λευκού ποινικού μητρώου πρόσωπο. Στην Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588, επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών, σε πρόσωπο που βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες. Στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 6 μηνών, σε πρόσωπα που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Στην Παπέττας ν. Αστυνομίας,
(2015)2Β Α.Α.Δ. 952, ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών μειώθηκε σε φυλάκιση 2 μηνών, καθότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το γεγονός ότι με την επιβολή ποινής φυλάκισης θα ενεργοποιείτο ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την οποία είχε δοθεί προεδρική χάρη. Στη Μιλτιάδους v. Αστυνομίας,
(2016)2 Α.Α.Δ 1100, επικυρώθηκε άμεση ποινή φυλάκισης 2 μηνών μετά από ακρόαση, υπό περιστάσεις όπου ο Κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα με το οποίο καλείτο εντός 15 ημερών να εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία, που αποτελούσε αντικείμενο περιουσιακών διαφορών, απείλησε την πρώην σύζυγο του, η οποία μετέβη στην εν λόγω κατοικία αφού παρήλθε το καθορισθέν στο διάταγμα διάστημα, με τη φράση «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω». Αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής ήταν να φοβηθεί η πρώην σύζυγος του και να εγκαταλείψει το μέρος αναστατωμένη και να προβεί σε καταγγελία για το συμβάν. Στην Αστυνομία ν. Μαυρομμάτη, Ποιν. Έφ. 92/19, ημερ. 22.5.20, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους (καθώς και η απόφαση για αναστολή της), σε λευκού ποινικού μητρώου πρόσωπο ηλικίας 66 ετών, ο οποίος παραδέχθηκε ότι με σκοπό την υποκίνηση του παραπονούμενου να διενεργήσει πράξη που αυτός δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει, δηλαδή να παραιτηθεί από πρόεδρος του Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών, τον απείλησε ότι θα βιάσει την κόρη του. Στρεφόμενοι τώρα στα της παρούσας, αυτό που αναδύεται από τα γεγονότα είναι ότι εντός 14 μόλις λεπτών, η Κατηγορούμενη απέστειλε προς τον Ν.Α. δύο μηνύματα εξαπολύοντας έναντι του τις υπό κρίση, σφοδρές απειλές. Συγκεκριμένα στο μεν πρώτο μήνυμα (στις 20:10) του ανέφερε «μπάσταρτε θα πεθάνεις» και ακολούθως στο δεύτερο (20:24) «θα σε θάψω», απειλώντας τον έτσι ευθέως με τη ζωή του και εκδηλώνοντας παράλληλα μια σαφή πρόθεση εκφοβισμού του. Πρόθεση η οποία, πέραν του ότι αντικατοπτρίζεται στα μηνύματα που απέστειλε στο Ν.Α., εμφαίνεται και από το ότι αποτάθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα και σε δύο τουλάχιστον φιλικά της πρόσωπα προκειμένου να τον εκφοβίσουν. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο φαίνεται να αναζήτησε και τη συνδρομή του αδελφού της, χωρίς ωστόσο, ως ήδη υποδείχθηκε, να τον υποκινήσει για να προβεί στην πράξη, στην οποία ο ίδιος προέβη αργότερα. Βέβαια η συνήγορος της Κατηγορούμενης, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου επέδειξε αυτή τη συμπεριφορά η Κατηγορούμενη και προς τούτο επικαλέστηκε αφενός την πρόκληση που είχε δεχθεί από πλευράς του Ν.Α, λίγο πριν του αποστείλει τα επίδικα γραπτά μηνύματα αλλά και τη γενικότερη συναισθηματική φόρτιση που την διακατείχε ένεκα του όλου ιστορικού της σχέσης της ίδιας με την οικογένεια του Ν.Α., συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του Ν. Α, (του Μ.Α.) με τον οποίο, ως ήδη λέχθηκε, διατηρούσε σχέση την οποία επιθυμούσε να διακόψει, χωρίς ωστόσο ο Μ.Α. να το αποδέχεται. Εν σχέσει με το ζήτημα της πρόκλησης, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17, όπου γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All E.R. 932: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy [1949] 1 All E.R.
- Έχει ως εξής: 'Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind'' Σε ελεύθερη μετάφραση7 : «Πρόκληση είναι η πράξη ή σειρά πράξεων τελουμένων από το «θύμα» προς τον κατηγορούμενο οι οποίες θα προκαλούσαν σε κάθε λογικό άνθρωπο, και στην πραγματικότητα προκαλούν στον κατηγορούμενο, ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου του, καθιστώντας τον κατηγορούμενο σε τέτοιο βαθμό υποκείμενον στο πάθος ώστε στιγμιαία να μην είναι κύριος του μυαλού του.» » Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση του κατά πόσον υπήρξε πρόκληση, δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από τη σκοπιά του κατά πόσον δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Όπως δε επεξηγείται στην υπόθεση Αεροπόρου (πιο πάνω): «To κατά πόσο υπάρχει ή όχι πρόκληση αποτελεί θέμα πραγματικό προδιαγεγραμμένο όμως νομικά από τις ιδιότητες που το συνθέτουν. . Το ζητούμενο είναι πάντοτε η πρόκληση ως κατάληξη. Αυτό είναι το γεγονός που εν τέλει έχει σημασία. Όπου αμφισβητείται, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση για τη διατύπωση σχετικού ευρήματος. Δεν προσφέρεται, έξω από δικαστικό εύρημα, η εκτίμηση των όσων προβάλλονται ότι τη συνθέτουν. Γι' αυτό, εκείνο που έχει σημασία είναι η κατάληξη περί πρόκλησης και όχι τα στοιχεία που προτείνονται ως τα συστατικά της. Εφόσον εδώ προβλήθηκε η ύπαρξη πρόκλησης, η κατηγορούσα αρχή όφειλε, εάν αμφισβητούσε την κατάληξη ως γεγονός, να υποβάλει τα επικαλούμενα από την υπεράσπιση στοιχεία σε δικαστική κρίση. Αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν το έπραξε. Αλλά ούτε και διατύπωσε σχετικό λόγο έφεσης. Δεν προσφέρεται λοιπόν δυνατότητα αμφισβήτησης ότι ο εφεσίβλητος βρισκόταν, κατά τον χρόνο της επίθεσης, σε κατάσταση στην οποία λειτουργούσε η πρόκληση. Συνεπώς, είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε ότι προσμετρούσε ως ελαφρυντική περίσταση η αναφερθείσα ως πρόκληση.» Εν σχέσει δε με τη συναισθηματική φόρτιση σημειώνουμε πως η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική φόρτιση ή η ένταση, από την οποία διακατέχεται ο δράστης, κατά τον χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, συνιστά παράγοντα μετριασμού της ποινής. Ο λόγος έγκειται στην εξασθένηση, λόγω της έντασης, του αυτοελέγχου του δράστη. Ενώ όμως η πρόκληση, ως μετριαστικός παράγοντας, σχετίζεται κυρίως με τις ενέργειες του θύματος έναντι του δράστη-κατηγορούμενου, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε, η συναισθηματική φόρτιση, ως αναγνωρισμένος παράγοντας μετριασμού της ποινής, προσδιορίζεται, όχι μόνο από τις πράξεις του θύματος αλλά και από την ενδιάθετη κατάσταση του δράστη-κατηγορούμενου, η οποία μπορεί να είναι ανεξάρτητη από αυτές καθ' αυτές τις πράξεις του δράστη
- Στην προκειμένη περίπτωση, η πρόκληση σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης, ως διαμορφώθηκε μετά από τις προφορικές διευκρινίσεις που δόθηκαν, συνίστατο στο ότι μετά από το συμβάν που διαδραματίστηκε περί τις 19:00 της επίδικης ημερομηνίας (27.8.23), κατά το οποίο η Κατηγορούμενη είχε διαπληκτισθεί με τον αδελφό του N.A (ο οποίος την χαστούκισε) στην απουσία του τελευταίου (Ν.Α.), προσήλθε και o N.A o οποίος προτού πάρει τον Μ.Α. για να φύγουν, ανέφερε στην Κατηγορούμενη τη φράση «έχω σε βίντεο». Φράση η οποία, δεν αμφισβητήθηκε πως, αφενός παρέπεμπε σε βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου που αφορούσε την ίδια και αφετέρου, πως έτσι το εξέλαβε η Κατηγορούμενη, η οποία αντελήφθη την αναφορά αυτή ως μια έμμεση πλην σαφή απειλή, πως θα μπορούσε να κοινοποιήσει ευρύτερα το υπό αναφορά βίντεο, διασύροντας την. Υπό αυτές τις περιστάσεις απέστειλε τα δύο μηνύματα θέλοντας έτσι να τον εκφοβίσει και προφανώς να τον αποτρέψει, από τυχόν σκέψη για μετουσίωση σε πράξη της, εμμέσως πλην σαφώς, εκφρασθείσας απειλής για κοινοποίηση του βίντεο. Όσον αφορά τη συναισθηματική φόρτιση, η υπεράσπιση επικαλέστηκε την επιθετική συμπεριφορά του αδελφού του Ν.Α., για περίοδο έξι μηνών προ του επίδικου συμβάντος, συμπεριφορά που εκφραζόταν με απειλές και εκφοβισμούς επειδή η ίδια του είχε ζητήσει να διακόψουν το δεσμό τους και ο ίδιος δεν συμφωνούσε. Περαιτέρω επικαλέστηκε και την εν γένει επιθετική συμπεριφορά που δεχόταν η Κατηγορούμενη αλλά και ο ηλικιωμένος πατέρας της καθώς και το παιδί της, από το οικογενειακό περιβάλλον του Ν.Α.. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δεν αμφισβήτησε ότι το περιορισμένο γεγονός που εν τέλει επικαλέστηκε ως πρόκληση η υπεράσπιση, θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει, υπό τις περιστάσεις, ως τέτοιο. Στοιχείο το οποίο και εμείς, έχοντας μελετήσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις υπό το φως και της σχετικής νομολογίας, αποδεχόμαστε ότι πράγματι λειτούργησε ως τέτοιο υπό τις περιστάσεις. Προς τούτο σημειώνουμε πως είναι πολύ καλά γνωστές οι αντιδράσεις που μπορεί να προκληθούν σε ένα πρόσωπο, το οποίο αντιλαμβάνεται πως βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο, διαδόθηκε ή δυνατόν να διαδοθεί στο διαδίκτυο, το οποίο με την γνωστή ευκολία και ταχύτητα διάδοσης που επιτρέπει, μπορεί να φέρει το απεικονιζόμενο στο βίντεο πρόσωπο σε κατάσταση απόγνωσης και απελπισίας με όλες τις συνέπειες που αυτό μπορεί να έχει στις πράξεις του, στη συμπεριφορά του και στον ψυχισμό του. Είναι για αυτό ακριβώς το λόγο που στην προκειμένη περίπτωση αποδεχόμαστε όχι μόνο πως λειτούργησε το στοιχείο αυτό ως πρόκληση αλλά και ότι η πρόκληση ήταν εν προκειμένω ισχυρή. Πέραν τούτου όμως δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ούτε ότι το όλο ιστορικό της σχέσης της Κατηγορούμενης με την οικογένεια του Ν.Α. και δη με τον αδελφό του, ο οποίος εξασκούσε βία και απειλούσε την Κατηγορούμενη, είχε καταστήσει την Κατηγορούμενη συναισθηματικά φορτισμένη κατά το δεδομένο χρόνο. Θέση την οποία επίσης αποδεχόμαστε, προσμετρώντας και αυτό το στοιχείο ως μετριαστικό προς όφελός της. Νοείται βεβαίως όμως, πως η αναγνώριση των πιο πάνω ελαφρυντικών σε καμμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά της Kατηγορούμενης η οποία ακολούθησε, ούτε αναιρεί το αξιόποινο των πράξεων της. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός που προκύπτει από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν επί των γεγονότων, ότι δηλαδή, η Κατηγορούμενη βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό κατά το χρόνο αποστολής των μηνυμάτων, όπου όφειλε και θα μπορούσε πολύ εύκολα να προβεί σε σχετική καταγγελία, αντί ν' αναλάβει η ίδια «να επιλύσει» το ζήτημα, εξαπολύοντας τις σοβαρότατες απειλές για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω. Παρά ταύτα όμως οφείλουμε να σημειώσουμε πως ο Ν.Α. δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία για το συμβάν, αλλά αντίθετα μετέβη μαζί με τον αδελφό του και προκάλεσαν ζημιές στην οικία του πατέρα της (περί τις 20:30 της επίδικης ημερομηνίας), στοιχεία τα οποία αναμφίβολα αμβλύνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, αφού καταδεικνύουν την πολύ περιορισμένη επίδραση που τα μηνύματα αυτά φαίνεται να είχαν στον Ν.Α. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως η σοβαρότητα του αδικήματος και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής και προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνουμε υπόψιν τα κάτωθι. - Το λευκό της ποινικό μητρώο, το οποίο μας επιτρέπει να αποδεχθούμε την εισήγηση της συνηγόρου της πως επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. - Τη συνεργασία της με την αστυνομία και την παραδοχή της στο Δικαστήριο, η οποία παρά το ότι δεν ήταν άμεση, ως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της, εντούτοις έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442). Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν λεχθεί ότι τα δεδομένα που εξήχθησαν από το κινητό του N.A., δεν άφηναν και πολλά περιθώρια άλλης επιλογής από την παραδοχή, εντούτοις η απόδειξη του αδικήματος θα απαιτούσε κάποια διαδικασία και υπολογίσιμο χρόνο. Επομένως η παραδοχή της προσμετράται προς όφελος της ως μετριαστικός παράγοντας που δικαιολογεί σχετική έκπτωση στην ποινή. - Επίσης προς όφελος της προσμετράται και η μεταμέλεια της ως προκύπτει από τη συνεργασία της με την αστυνομία, την παραδοχή της αλλά και την απολογία της μέσω της συνηγόρου της. - Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις συνθήκες διάπραξης και την ύπαρξη εν προκειμένω πρόκλησης καθώς και συναισθηματικής φόρτισης ως ανωτέρω επεξηγήθηκε. Περιπλέον προσμετρούμε το γεγονός ότι η ίδια παρά το ότι είχε πρόθεση να εκφοβίσει το θύμα, εντούτοις δεν είχε πρόθεση να υλοποιήσει τις επίδικες απειλές και πράγματι δεν τις υλοποίησε, ο δε θάνατος του Ν.Α. που επακολούθησε, δεν διασυνδεόταν καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις απειλές που η ίδια εξαπέλυσε προς το πρόσωπο του, δύο μέρες πριν. Όσο δε και αν πράγματι είχε ζητήσει τη βοήθεια του αδελφού της για την απάμβλυνση του προβλήματος που αντιμετώπιζε, κυρίως με τον αδελφό του Ν.Α, με τον οποίο ως λέχθηκε διατηρούσε ερωτικό δεσμό, εντούτοις καμμιά ένδειξη υπάρχει ότι υποκίνησε τον αδελφό της να προβεί στην πράξη που επέφερε το θάνατο του Ν.Α., η οποία σύμφωνα και με τα εκτεθέντα γεγονότα επεσυνέβη υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται και χωρίς προσχεδιασμό. Τέλος λαμβάνουμε υπόψη ότι, ως ήδη επισημάναμε, ο Ν.Α. δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία για τις εκφρασθείσες απειλές, αλλά αντίθετα μετέβη μαζί με τον αδελφό του και προκάλεσαν ζημιές στην οικία του πατέρα της (περί τις 20:30 της επίδικης ημερομηνίας)[3]. Ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Μ.Α. ακόμα και μετά τα επίδικα γεγονότα και τον θάνατο του αδελφού του συνέχισε να την ενοχλεί και πως αντιμετωπίζει υπόθεση απόπειρας φόνου έναντι της, σημειώνουμε πως ένεκα του ότι ως προκύπτει ο Μ.Α. αρνείται ενοχή και η υπόθεση προωθείται για ακρόαση δεν μπορούμε να προσδώσουμε σε αυτή τη θέση οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές της περιστάσεις ως αναφέρονται στην έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως περαιτέρω αναλύθηκαν από τη συνήγορο της. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 33 ετών, που προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής και κάτοχος διπλώματος διδασκαλίας χορού, μετά την απόκτηση του οποίου εργάστηκε σε ιδιωτική σχολή στη Λευκωσία, εργασία την οποία τερμάτισε όταν έμεινε έγκυος στο πλαίσιο σχέσης που διατηρούσε τότε. Μετά τη γέννηση του παιδιού της, ασχολήθηκε με την κατασκευή χειροποίητων εκκλησιαστικών εικόνων. Το παιδί που απέκτησε με τον επί 10 έτη αρραβωνιαστικό της, είναι σήμερα ηλικίας πέντε ετών, όμως ένεκα προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, το ζευγάρι οδηγήθηκε στο χωρισμό και η ίδια με το ανήλικο παιδί της διαμένουν έκτοτε στην πατρική της κατοικία και ο πρώην αρραβωνιαστικός της της με τους δικούς του γονείς. Παρά ταύτα οι σχέσεις μεταξύ τους είναι πολύ καλές και συνεργάζονται αποτελεσματικά, για θέματα που αφορούν το ανήλικο παιδί τους. Εξίσου καλές περιγράφονται και οι σχέσεις της Κατηγορούμενης με τους εκ πατρός παππούδες, με τους οποίους επίσης συνεργάζεται η Κατηγορούμενη για θέματα που αφορούν το παιδί. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη πως στο παρόν στάδιο η φύλαξη και φροντίδα αλλά και η επιμέλεια του εν λόγω τέκνου έχει ανατεθεί και στους δύο γονείς δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησης της Κατηγορούμενης και με το οποίο διαφοροποιήθηκε προηγούμενη ρύθμιση, δυνάμει της οποίας η φύλαξη και φροντίδα είχε ανατεθεί αποκλειστικά στην Κατηγορούμενη με τακτά δικαιώματα επικοινωνίας στον πατέρα. Στο παρόν στάδιο το παιδί διαμένει τόσο με τη μητέρα όσο και τον πατέρα, με την πρώτη να προσβλέπει στην επαναφορά του διατάγματος στη μορφή που είχε προ της διαφοροποίησης του κατά την περίοδο που τελούσε υπό κράτηση. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι στην παρούσα φάση η Κατηγορούμενη είναι άνεργη και συντηρείται από τους γονείς της και από ένα μικρό ποσό διατροφής που λαμβάνει από τον πρώην αρραβωνιαστικό της. Περιπλέον λαμβάνουμε υπόψη και το ότι μετά τη διάπραξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από τον αδελφό της, η οικογένεια τους, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, στιγματίστηκε, πράγμα το οποίο συνέτεινε αποφασιστικά και στην αδυναμία της να εξεύρει εργασία. Συνεκτιμούμε επίσης και το ότι μετά την επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης στον αδελφό της, η ίδια έχει πλέον και το αποκλειστικό βάρος στήριξης των ηλικιωμένων γονέων της, οι οποίοι διαμένουν περιστασιακά στην Κακοπετριά, λόγω εποχιακής εργασίας της μητέρας της ως σεφ σε ξενοδοχείο της περιοχής. Κατά το διάστημα δε αυτό, η Κατηγορούμενη μεταβαίνει στο συγκεκριμένο χωριό για να τους παραλάβει και να τους μεταφέρει στις Κεντρικές Φυλακές, για επίσκεψη του φυλακισμένου πλέον υιού τους, ενώ επίσης είναι επιφορτισμένη και με τη μεταφορά του πατέρα της για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, αφού παρακολουθείται ένεκα δύο εγκεφαλικών επεισοδίων που υπέστη. Συναφώς λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις της ποινής φυλάκισης στους οικείους της και δη στους γονείς της, οι οποίοι μετά και τη φυλάκιση του γιου τους προσβλέπουν στην ίδια για την υποστήριξη τους ως ανωτέρω εξηγήθηκε, αλλά ιδιαίτερα στο ανήλικο παιδί της Κατηγορούμενης, το οποίο σε περίπτωση φυλάκισης της θα αποστερηθεί την παρουσία και φροντίδα που του προσφέρει. Επί τούτου θα πρέπει να επισημανθεί πως δεν μας διέφυγε ότι το παιδί, λόγω της προηγούμενης κράτησης της μητέρας του για περίοδο 22 ημερών και επειδή αισθανόταν αποξένωση και εγκατάλειψη, παραπέμφθηκε στον παιδοψυχολόγο του σχολείου. Τα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Καταληκτικά, συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα του αδικήματος, την ανάγκη για αποτροπή αλλά και την προεξάρχουσα πλέον ανάγκη για την προστασία της κοινωνίας από οποιεσδήποτε συμπεριφορές ενέχουν το στοιχείο της βίας ή της επαπειλούμενης χρήσης της και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνουμε πως δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην κατηγορία 2. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλουμε την εκτέλεση της ποινής, ως ήταν και η εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούμενης, σημειώνουμε τα εξής. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι στο στάδιο αυτό, επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Λαμβάνουμε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος ως πιο πάνω έχει προδιαγραφεί καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και των ελαφρυντικών της Κατηγορούμενης, έχοντας κατά νου και την υποχρέωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό να αποδώσει διπλή βαρύτητα σε όλους τους παράγοντες, με σκοπό να αποφασιστεί κατά πόσον μπορούν να επενεργήσουν ούτως ώστε να ανασταλεί η ποινή και να δοθεί στην Κατηγορούμενη μια δεύτερη ευκαιρία και καταλήγουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση παρά την αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα του αδικήματος, υφίστανται τέτοιοι παράγοντες και περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σ' αυτήν. Και εξηγούμε. Η Κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί την κατηγορία και είναι πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς να έχει ποτέ απασχολήσει τη δικαιοσύνη με παρόμοιας ή άλλης φύσης αδικήματα, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με νομολογία, της δίδουν καλύτερο δικαίωμα να αιτηθεί όπως ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Βεβαίως αυτά από μόνα τους, δεν κρίνεται πως θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στην αναστολή της ποινής. Αυτό το οποίο κατά την κρίση μας έχει βαρύνουσα σημασία στην προκειμένη περίπτωση, είναι πως επέδειξε τη συμπεριφορά αυτή μεμονωμένα, κατόπιν ισχυρής πρόκλησης που είχε δεχθεί και υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συμπεριφορά της δεν φαίνεται να είχε ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις στον Ν.Α., όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις απειλών. Και τούτο, αφού όπως υποδείξαμε, το εν λόγω πρόσωπο όχι μόνον δεν προέβη σε καταγγελία αλλά μετέβη μαζί με τον αδελφό του, πολύ σύντομα μετά την αποστολή των μηνυμάτων, στην οικία του πατέρα της Κατηγορούμενης όπου προκάλεσαν ζημιές. Παρέμεινε δε υπό κράτηση για 22 ημέρες, με όλες τις συνέπειες που τούτο είχε στην ίδια και στο παιδί της, το οποίο παραπέμφθηκε σε παιδοψυχολόγο, και το οποίο φαίνεται να έχει επανέλθει πλέον στην κανονικότητα, έχοντας την Κατηγορούμενη στην καθημερινότητά του. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρούμε ότι επιβολή άμεσης φυλάκισης στο στάδιο αυτό, ενδέχεται εν γένει να έχει περισσότερο αρνητικές παρά εποικοδομητικές συνέπειες. Από την άλλη, έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα αντικατοπτρίζει μεν την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά παράλληλα θα εξυπηρετεί και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην Κατηγορούμενη αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στην Κατηγορούμενη η σημασία και οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. πρακτικό ημερ 8.10.24 σελ. 5. [2] Βλ. πρακτικό ημερ 8.10.24 σελ. 5. [3] Σημειώνεται ότι οι ζημιές στην οικία των πρώην αρραβωνιαστικού της είχαν προηγηθεί της αποστολής των μηνυμάτων και επομένως δεν μπορούν να διασυνδεθούν με την συμπεριφορά του Ν.Α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο