← Κύπρος

Δημοκρατία ν. S.B., Ποιν. Υπόθεση: 1689/23, 31/10/2024

Δημοκρατία ν. S.B., Ποιν. Υπόθεση: 1689/23, 31/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1689/23 Δημοκρατία ν. S.B. Κατηγορούμενου 31 Οκτωβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. H. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Δημοσθένους) Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Χρίστου με κ. Α. Ανδρέου και κ. Μ. Καζάκο Κατηγορούμενος παρών (Η διαδικασία στην παρούσα διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και έτσι το πρωτότυπο που περιλαμβάνει ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στο φάκελο, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονόματα και άλλα στοιχεία που δυνατόν να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων, για προστασία της ανήλικης) ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, σε δύο κατηγορίες που αφορούν αμφότερες το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6

(4)(γ), του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/
  1. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος επί τω ότι, στις 14.07.23, στην Αγία Νάπα, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την Α.Π. γεννηθείσα την 13.12.2007, με τη χρήση εξαναγκασμού, δηλαδή την τράβηξε προς το μέρος του, έβαλε τα πόδια της γύρω από την λεκάνη του και ήρθε σε παράνομη σεξουαλική επαφή μαζί της (κατηγορία 1) ενώ επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, την τράβηξε προς το μέρος του και έβαλε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 2). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, παρατίθενται κατωτέρω. Η Α.Π. ανήλικη (στο εξής "η Παραπονούμενη"), με ημερομηνία γέννησης 13.12.2007, είναι μαθήτρια και διαμένει μαζί με τους γονείς της. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών, γεννηθείς την 25.10.1995 και κατάγεται από τη Γερμανία. Στις 13.7.2023, έφτασε στην Κύπρο με φιλικά του πρόσωπα, για bachelor party ενός εκ των φίλων του και διέμενε σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα. Την 14.7.2023 η Παραπονούμενη μετέβη μαζί με φίλες της σε υδροπάρκο στην Αγία Νάπα και ακολούθως μετέβησαν στην παραλία Nissi Beach στην Αγία Νάπα. Η Παραπονούμενη σε κάποια στιγμή περί τις 16:00, ενώ οι φίλες της βρίσκονταν στον χώρο που διεξάγονται θαλάσσιες δραστηριότητες, επέστρεψε στην παραλία, στον χώρο όπου η ίδια και οι φίλες της είχαν τοποθετήσει τα πράγματα τους, πάνω στην άμμο, με σκοπό να φυλάξει τα κινητά τους τηλέφωνα. Κατά την επιστροφή της προς τον χώρο που βρίσκονταν οι φίλες της και ενώ περπατούσε μέσα στο νερό, την προσέγγισε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν άγνωστο σε αυτήν πρόσωπο και ο οποίος της είπε στην αγγλική γλώσσα «Hi Beautiful» και «Hi Girl, you are very Beautiful». Η Παραπονούμενη τον αγνόησε και ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε ρωτώντας την ακολούθως «How old are you?», οπόταν η Παραπονούμενη του απάντησε «Fifteen». Ο Kατηγορούμενος τότε της είπε ότι ο ίδιος ήταν 19 («Νineteen»), με την ίδια να του απαντά «You are not nineteen», επειδή φαινόταν μεγαλύτερος. Ακολούθως και ενόσω βρίσκονταν μέσα στην θάλασσα, ο Κατηγορούμενος τράβηξε την Παραπονούμενη από τον αριστερό της αγκώνα και την φίλησε. Η Παραπονούμενη μόλις συνέβησαν τα ανωτέρω του είπε «This is not right. I'm gona see my friends» και ο Κατηγορούμενος της είπε «I am also here with my friends, I' m here for a bachelor party» και της υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου διέμενε, το οποίο ήταν ακριβώς απέναντι από την παραλία, λέγοντάς της «My hotel is there» με την Παραπονούμενη να του απαντά «Ok». Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη ότι κατάγεται από την Γερμανία. Σε εκείνη τη στιγμή, η Παραπονούμενη προσπάθησε να φύγει, όμως ο Κατηγορούμενος την τράβηξε προς το μέρος του, έπιασε τα πόδια της ενώ ήταν μέσα στην θάλασσα από τις γάμπες της, τα έβαλε γύρω του και τράβηξε το μαγιό που φορούσε η Παραπονούμενη στο πλάι και διείσδυσε το δάκτυλό του μέσα στον κόλπο της (2η κατηγορία). Η Παραπονούμενη του επανέλαβε «This is not right» και εκείνος της έλεγε «It is ok», αναφέροντας το όνομα του. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος κατέβασε το μαγιό που φορούσε και τράβηξε το μαγιό που φορούσε η Παραπονούμενη στο πλάι και διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της και ήρθε σε συνουσία μαζί της (1η κατηγορία). Η Παραπονούμενη δεν είχε, οποτεδήποτε πριν το προαναφερθέν συμβάν, σεξουαλική επαφή με οιοδήποτε πρόσωπο και τόσο κατά την διείσδυση του πέους του Κατηγορούμενου όσο και μεταγενέστερα κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, ένιωθε πάρα πολύ πόνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς της. Η Παραπονούμενη του έλεγε «όχι» στην αγγλική γλώσσα και στην αρχή προσπαθούσε να φύγει, προσπαθώντας να τον σπρώξει για να κολυμπήσει, χωρίς να τα καταφέρει λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε τα πόδια της τα οποία είχε τοποθετήσει γύρω από την λεκάνη του. Η Παραπονούμενη, λόγω του ότι οι προσπάθειες της δεν απέδιδαν, σε κάποια στιγμή σταμάτησε να προσπαθεί να φύγει. Καθ' όλη την διάρκεια των περιστατικών έκλαιγε και του έλεγε επανειλημμένα «I want to see my friends» ενώ ο Κατηγορούμενος της έλεγε «It is ok, it is ok» και το όνομά του. Επίσης, προσπαθούσε να κρατά οπτική επαφή με 2-3 άτομα που ήταν μέσα στην θάλασσα, σε κοντινή απόσταση όπως και έκανε, χωρίς όμως να τους πει οτιδήποτε. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος προσκάλεσε την Παραπονούμενη στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενε, με την ίδια να αρνείται, εκφράζοντας την επιθυμία της να επιστρέψει στις φίλες της. Η Παραπονούμενη έκλαιγε, βγήκε έξω από την θάλασσα και περπατούσε μέχρι να βρει το σημείο όπου είχαν αφήσει τα πράγματά τους. Ήταν συγχυσμένη και όταν βρήκε το σημείο που είχαν αφήσει τα πράγματα τους, κάθισε πάνω στην πετσέτα μιας εκ των φίλων της που ήταν τοποθετημένη πάνω στην άμμο της παραλίας και έκλαιγε μέχρι να έρθουν οι φίλες της, νιώθοντας παράλληλα έντονη ενόχληση στον κόλπο της. Όταν οι φίλες της (Μ12 και Μ14 επί του κατηγορητηρίου) επέστρεψαν, τους ανάφερε τι είχε γίνει και η Μ12 επί του κατηγορητηρίου, επικοινώνησε με την Αστυνομία και τους γονείς της Παραπονούμενης. Κατόπιν υποβολής σχετικής καταγγελίας, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στην παραλία Nissi Beach όπου έγιναν προσπάθειες εντοπισμού του Κατηγορούμενου, χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 21:40 - 22:50 διενεργήθηκε ιατροδικαστική εξέταση της Παραπονούμενης στο Μακάρειο Νοσοκομείο, μετά από γραπτή συγκατάθεση της μητέρας της Παραπονούμενης[1], την οποία συνυπέγραψε και η Μ23 επί του κατηγορητηρίου, η οποία είναι Κοινωνική Λειτουργός «Στο Σπίτι του Παιδιού». Από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης, διαπιστώθηκε ότι η Παραπονούμενη έφερε έντονο οίδημα στα μεγάλα χείλη του αιδοίου, εκδορά - διάσχιση δέρματος στην είσοδο του κόλπου κατά την 6η ώρα, εκροή αίματος από το σημείο της κάκωσης και αιμορραγική διήθηση παρθενικού υμένα σε δύο σημεία (7η ώρα και 1η ώρα), με μερική ρήξη του παρθενικού υμένα. Την επόμενη μέρα ήτοι στις 15.7.2023 μεταξύ των ωρών 10:16 - 11:24, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του πατέρα της Παραπονούμενης[2], την οποία συνυπόγραψε και πάλιν η Μ23 επί του κατηγορητηρίου, λήφθηκε από την τελευταία οπτικογραφημένη κατάθεση, στην οποία ανέφερε τα όσα καταγράφονται ανωτέρω. Κατόπιν της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης, την ίδια ημέρα, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν άμεσα στο ξενοδοχείο που είχε υποδειχθεί στην ανήλικη από τον δραστη ως το ξενοδοχείο που διέμενε (σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση), όπου και εντόπισαν στον χώρο υποδοχής του εν λόγω ξενοδοχείου, μια ομάδα αντρών (περί τα 6-7 άτομα), να βρίσκεται εκεί. Κάποιοι εκ των προσώπων προσομοίαζαν στην περιγραφή που είχε δώσει η Παραπονούμενη στην Αστυνομία, μέσω της οπτικογραφημένης της κατάθεσης. Μέλη της Αστυνομίας έλαβαν πληροφορίες από το προσωπικό της υποδοχής του ξενοδοχείου, σύμφωνα με τις οποίες, η συγκεκριμένη ομάδα ανδρών καταγόταν από την Γερμανία και διέμεναν στο ξενοδοχείο από τις 13.7.2023 και επρόκειτο να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο για ολοήμερη κρουαζιέρα για bachelor party. Αφότου η εν λόγω ομάδα ανδρών αναχώρησε από το ξενοδοχείο, τα μέλη της Αστυνομίας επιθεώρησαν τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του ξενοδοχείου που είχαν βιντεογραφηθεί προηγουμένως, στο χώρο υποδοχής όπου εμφαίνονταν οι εν λόγω άνδρες. Σχετικά αποσπάσματα από τα εν λόγω πλάνα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης υποδείχθηκαν ακολούθως στην Παραπονούμενη, κατόπιν συγκατάθεσης των γονέων της και στην παρουσία τους. Η Παραπονούμενη κατόπιν επιθεώρησης τους, αναγνώρισε και υπέδειξε στην Αστυνομία τον Κατηγορούμενο, ως το άγνωστο πρόσωπο που ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση ότι προέβη σε σεξουαλικές πράξεις και σεξουαλική επαφή μαζί της. Αμέσως μετά, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στην Μαρίνα Αγίας Νάπας, εφόσον είχε ληφθεί προηγουμένως σχετική πληροφορία ότι το πλοίο που μετέφερε τον Κατηγορούμενο θα επέστρεφε στην Μαρίνα Αγίας Νάπας στις 19:
  2. Εκεί, εντόπισαν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου για εξακρίβωση στοιχείων. Την ίδια μέρα, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του καθώς και ένταλμα έρευνας του δωματίου του στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, τα οποία εκτελέστηκαν και ο Κατηγορούμενος συνελήφθη την ίδια μέρα στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και αφού του επιστήθηκε η προσοχή, αυτός απάντησε "I don't want to say anything now". Αυθημερόν, ανακρίθηκε προφορικά, αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, οπόταν και πρόβαλε κάποιους ισχυρισμούς, ενώ κατά την 16.7.2023, προφυλακίστηκε για περίοδο 8 ημερών. Στις 22.7.2023, στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον του και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, όπου προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς. Η Παραπονούμενη παραπέμφθηκε στο «Σπίτι του Παιδιού» προς ψυχολογική αξιολόγηση κατόπιν συγκατάθεσης των γονέων της και κατά την εν λόγω αξιολόγηση, διαπιστώθηκε ότι βίωνε έκδηλη συναισθηματική αναστάτωση και διαγνώστηκε με Διαταραχή Οξέως Στρες, τα οποία από τις αφηγήσεις της συνδέθηκαν με το καταγγελθέν περιστατικό. Συγκεκριμένα, παρουσίαζε συμπτώματα παρείσφρησης, όπως επανειλημμένες, ακούσιες και διεισδυτικές ενοχλητικές εμπειρίες του γεγονότος, επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα των οποίων το συναίσθημα σχετιζόταν με το γεγονός και τα οποία της προκαλούσαν φόβο, εμφανίζοντας δυσκολία στην επέλευση του ύπνου, καθώς και αποσυνδετικές αντιδράσεις (flashbacks). Επιπλέον, εμφάνιζε έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση της σε εσωτερικούς ή εξωτερικούς υπαινιγμούς που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του γεγονότος καθώς και δυσφορία όταν κάποιος την αγκάλιαζε. Περιέγραψε δε, διαταραχή στην συγκέντρωση και συναισθηματικό «κενό», το οποίο συντέλεσε ώστε να παρατηρηθεί απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, οι οποίες προηγουμένως της προκαλούσαν ευχαρίστηση. Επιπρόσθετα, εμφάνιζε συμπτώματα αρνητικής διάθεσης, αφού παρατηρήθηκε επίμονη αδυναμία να βιώσει θετικά συναισθήματα. Διαπιστώθηκαν συμπτώματα αποσύνδεσης καθώς και συμπτώματα διέγερσης όπως διαταραχή του ύπνου, δυσκολία στη συγκέντρωση, υπερεπαγρύπνηση και συναισθηματικό μούδιασμα. Τέλος, παρατηρήθηκε αποφυγή εξωτερικών υπενθυμίσεων, οι οποίες προκαλούσαν στην Παραπονούμενη ανάκληση της ενοχλητικής μνήμης, σκέψεις και συναισθήματα που συνδέονταν με το γεγονός. Τα παραπάνω προκάλεσαν κλινικά σημαντική έκπτωση στην κοινωνική και άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητάς της. Από τα ευρήματα της αξιολόγησης διαπιστώθηκε ότι η μειωμένη αυτοεκτίμηση και τα συμπτώματα άγχους της ανήλικης, επέφεραν δυσκολία στη θέσπιση ορίων καθώς και δυσκολία στη συμμετοχή της σε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής περίστασης, τα οποία λειτουργούσαν επιβαρυντικά δημιουργώντας συνθήκες ευαλωτότητας. Το καταγγελθέν περιστατικό φάνηκε να επιβάρυνε την συναισθηματική κατάσταση της Παραπονούμενης, επιφέροντας επιπλέον ψυχικά ενοχλήματα και να αποτέλεσε τραυματικό γεγονός για την ανήλικη. Ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση από το Δικαστήριο που τον παρέπεμψε για δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου για περίοδο δύο ημερών ήτοι μεταξύ 24.7.23 - 26.7.
  3. Η απόφαση δε του εν λόγω Δικαστηρίου να τον αφήσει ελεύθερο υπό όρους, ανατράπηκε από το Εφετείο, το οποίο στις 16.8.23 διέταξε όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση και έκτοτε ο τελευταίος βρίσκεται υπό κράτηση. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Β. Αγόρευση Μετριασμού Προς μετριασμό της ποινής, ζητήθηκε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με το μεμονωμένο του συμβάντος και το γεγονός ότι προ της διάπραξης του αδικήματος ήταν πρόσωπο νομοταγές και καλού χαρακτήρα. Περαιτέρω ζητήθηκε όπως συνεκτιμηθεί η παραδοχή, η μεταμέλεια, η απομακρυσμένη πιθανότητα επαναδιάπραξης του αδικήματος αλλά και η απολογία του προς την Παραπονούμενη καθώς και η προθυμία και ετοιμότητα του, να καταβάλει προς την τελευταία, ως ένδειξη μεταμέλειας και συγγνώμης, το μέγιστο ποσό αποζημιώσεων, που το παρόν Δικαστήριο δύναται να διατάξει δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επιπρόσθετα της οποιασδήποτε άλλης ποινής, ήθελε επιβληθεί. Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, έγινε επίκληση του ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την τέλεση των αδικημάτων τελούσε σε κατάσταση μέθης, καθώς και του ότι απουσίαζε το στοιχείο του προσχεδιασμού. Επιπλέον, η υπεράσπιση επικαλέστηκε και το ότι σε κανένα χρονικό σημείο, είτε κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ή και αργότερα, προσπάθησε να αποτρέψει την Παραπονούμενη από το να καταγγείλει το περιστατικό, καθώς επίσης και το ότι η όλη δράση του Κατηγορούμενου, διήρκησε μερικά λεπτά και δεν πρόκειται περί επαναλαμβανόμενης ή μεγάλης σε διάρκεια κακοποίησης. Αναφορά έγινε και στην ηλικιακή διαφορά του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη που συνίσταται σε 13 περίπου έτη, η οποία αν και αναγνωρίστηκε πως δεν είναι αμελητέα, εντούτοις υποστηρίχθηκε πως διαφέρει από υποθέσεις παρόμοιας φύσεως, όπου η ηλικιακή διαφορά θύτη και θύματος, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη. Τέλος, έγινε επίκληση και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου καθώς και των επιπτώσεων της φυλάκισης στον ίδιο και στην οικογένεια του, τις οποίες η υπεράσπιση εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως "μια εν είδει εξωδικαστηριακή τιμωρία" και όπως αντιμετωπίσει τον Κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια, δίνοντας του μέσω της ποινής μια δεύτερη ευκαιρία. Γ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν η σεξουαλική κακοποίηση, λαμβάνει χώραν με τη χρήση, μεταξύ άλλων, εξαναγκασμού, το άρθρο 6
(4)(γ) του Ν.91(Ι)/2014, προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Πρόκειται αναμφίβολα, για αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πράγμα το οποίο καθίσταται αυταπόδεικτο, ως εκ της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, η οποία αποτελεί, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, την αφετηρία του Δικαστηρίου για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί[3]. Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού προκύπτει και από την ίδια τη φύση του και δη από τη μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει δια μέσω του, δηλαδή το ίδιο το παιδί καθώς επίσης και από τη μεγάλη κοινωνική απαξία που ενέχει ένεκα κυρίως των τραγικών επιπτώσεων που η διάπραξη του επιφέρει στο ίδιο το παιδί και της δυσκολίας επούλωσης των πολυεπίπεδων τραυμάτων, που τις πλείστες φορές προκαλούνται σε αυτό. Ως προς το πρώτο, στην Ειρηναίος Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 61/20 (σχ. με 64/20) ημερ. 14.7.22, λέχθηκε με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία[4], πως τα παιδιά, που αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον της, θα πρέπει να προστατευθούν και υιοθετήθηκε προς τούτο και το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Αστυνομία ν. Πατουρή, Ποιν. Έφ. 51/2020, ημερ. 3.12.2020, το οποίο κατά την κρίση μας, θέτει το ζήτημα στην ορθή του διάσταση με αναφορά στους σκοπούς και τη φιλοσοφία του εν λόγω Νόμου: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- "Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης." Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης[5], πως:- "Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας." Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: "..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του". Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- "Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές." Ως προς τις επιτπωσεις στα θύματα, ψυχικές και σωματικές, δεν χρειάζεται πιστεύουμε να λεχθούν και πολλά. Πρόκειται αναντίλεκτα για βδελυρά εγκλήματα, τα οποία συναφώς μόνο αποτροπιασμό προκαλούν σε υγιείς πολίτες της χώρας μας. Είναι δε αυτονόητο πως με τη διάπραξη τους, συνθλίβεται ο ψυχικός κόσμος του παιδιού/θύματος, καταρρακώνεται η αξιοπρέπεια του και εξευτελίζεται η ανθρώπινη υπόσταση του, στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του[6]. Επί τούτου ό,τι άλλο αξίζει να λεχθεί είναι πως δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως, νομολογιακά αναγνωρίζεται ότι τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτου[7]. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κατ' επανάληψιν την ευκαιρία και μάλιστα από παλαιά, να αναδείξει αυτές τις πτυχές και να καταγράψει τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της μορφής. Στην Κέρκης v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433, λέχθηκε πως: «Ιδιαίτερα τα αδικήματα ... τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών και αφορούν σε έναν τομέα της ζωής τους, τον οποίο ακόμα αυτά δεν είναι φυσιολογικά και ψυχολογικά έτοιμα να βιώσουν, πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, λόγω και των ψυχολογικών τραυμάτων που, κατά κανόνα, αφήνουν σ΄ αυτά, πάντοτε, βέβαια, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξή τους και το πρόσωπο του δράστη». Στην ίδια γραμμή στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 135/2014 (σχ. με 138/2014), ημερ. 22.11.16, λέχθηκαν τα εξής: «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98). Βέβαια, και σε αυτές τις περιπτώσεις η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να οδηγεί στην εξουδετέρωση της ποινής και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.» Στη δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Σ., Ποιν. Έφ. 202/2021, ημερ. 17.3.22, ECLI:CY:AD:2022:D116, τονίστηκε πως: «Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, όσο και από την μεγάλη κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει αυτής της φύσεως τα αδικήματα, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι ανήλικα άτομα. Τέτοια αδικήματα έχουν δυστυχώς καταστεί δεσπόζοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται έτι περαιτέρω αναγκαία η επιβολή αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής. Όπως επαναλήφθηκε πρόσφατα στην ΣΛ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφ. Αρ. 155/2019, ECLI:CY:AD:2021:B57, 25.2.2021, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους και ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος 91(Ι)/2014, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ακριβώς σκοπό έχει την προστασία τους. Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 69/16, 23.3.2017, τονίστηκε ότι τα δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατεύσει, δηλαδή τα παιδιά, παραπέμποντας στην προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή. » Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γ. Κυρρή, Ποιν. Εφ. 70/22, ημερ. 7.2.23 και Ν. Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 278/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:B133. Ως δε εμφαίνεται από την ανωτέρω νομολογία, το όλο πλέγμα που συνθέτει τη σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων συμπληρώνει και η θλιβερή διαπίστωση πως υποθέσεις που σχετίζονται με σεξουαλικά αδικήματα, με θύματα κυρίως παιδιά, δεν διαπράττονται απλά με απαράδεκτη συχνότητα, αλλά έχουν καταστεί "δεσπόζοντα"[8], έχοντας εξελιχθεί, ως χαρακτηριστικά λέχθηκε και στην Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 38/2022, ημερ. 27.10.2022[9], σε πρωτοφανή μάστιγα. Διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε ένεκα της επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης μας, επί καθημερινής σχεδόν βάσης, με υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις πράγματι αφορούν παιδιά. Όπως δε εμφαντικά λέχθηκε στην ως άνω υπόθεση Robert Cionel Clarson: «Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. [.] Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού.» Η ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά σε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, καταδεικνύει πράγματι πως τα Δικαστήρια, ανταποκρινόμενα στο ως άνω καθήκον τους, έχουν αντιμετωπίσει τέτοιας φύσεως αδικήματα, με αυστηρότητα επιβάλλοντας πολυετείς ποινές φυλάκισης, έχοντας πάντα κατά νου τις υψηλές, ευτυχώς ακόμα, ηθικές αξίες της κυπριακής κοινωνίας και την ανάγκη για διατήρηση τους. Καθιστώντας παράλληλα σαφές πως επιδεικνύεται μηδενική ανοχή σε πράξεις που πλήττουν τα θεμέλια της ηθικής τάξης του τόπου και οι οποίες προκαλούν τεράστιες συνέπειες στα παιδιά/θύματα τέτοιων αποτρόπαιων πράξεων, οι οποίες συνέπειες είναι δυστυχώς πολυδιάστατες και δύσκολα αποκαταστάσιμες. Παρά όμως την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών τα αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν κάμψη, διαπράττονται με ολοένα αυξανόμενη συχνότητα. Όπως δε τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S.J.L. ν Δημοκρατίας, κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 129/2021, κ.α., ημερ. 27.10.2022, «Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha[10] v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016)»[11]. Των πιο δεδομένων, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Είναι επομένως για όλους αυτούς τους λόγους που, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κυρρή (ανωτέρω), λέχθηκε με αναφορά και σε προγενέστερη νομολογία[12], πως οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις καθίστανται στο πλαίσιο αυτό δευτερεύουσας σημασίας και πως τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές, και τέλος πως η επιβολή επιεικών ποινών για τέτοια αδικήματα θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο προς την κοινωνία όσο και σε κάθε επίδοξο παραβάτη. Tο είδος της κακοποίησης, η ένταση, η συχνότητα, η ηλικιακή διαφορά μεταξύ θύτη και θύματος, όπως και η έκταση των ψυχικών και άλλων βλαβών στο θύμα, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Περιπλέον, σημειώνουμε πως για τον καθορισμό της ποινής, λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο, υπάρχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 19 του Ν.91(Ι)/2014. Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι πως ως προκύπτει από τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Πατούρη (ανωτέρω)), καθοδήγηση ως προς τις επιβαλλόμενες ποινές δύναται να αντληθεί και από τη μη δεσμευτική, βέβαια, πρακτική που ακολουθείται στο Ηνωμένο Βασίλειο στο συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτή παρατίθεται στο Εγχειρίδιο "Sexual Offences Definitive Guideline" του Sentencing Council, ("Definitive Guideline"). Με την επισήμανση βεβαίως ότι οι ανώτατες προβλεπόμενες ποινές για διάφορα αδικήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένων και των αντίστοιχων του άρθρου 6
(4)(γ), διαφέρουν από τις προβλεπόμενες στην ημεδαπή νομοθεσία. Εκτενής αναφορά στο εγχειρίδιο αυτό γίνεται και στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 135/2014 και 138/2014, 22.11.2016, όπου καταδεικνύεται και η χρησιμότητά του ως οδηγού για την επιλογή της κατάλληλης ποινής, αναφορικά με αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Προτού παραθέσουμε ενδεικτικά προηγούμενες αποφάσεις επί ποινών, που επιβλήθηκαν σε όμοιας φύσεως με την παρούσα αδικήματα, σημειώνουμε πως αυτές, παρατίθενται ως ένδειξη του μέτρου τιμωρίας των συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Διευκρινίζουμε δε πως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 272/2017, ημερ. 26.9.19, ECLI:CY:AD:2019:B397, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα, κατόπιν ακρόασης, στον εφεσείοντα για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης ηλικίας 7-8 χρόνων, στη βάση του άρθρου 6
(4)(γ) του Ν. 91(Ι)/14, θεωρώντας την ποινή ως μη υπερβολική. Η κακοποίηση συνίστατο μεταξύ άλλων και σε εισχώρηση του δαχτύλου του κατηγορούμενου στο αιδοίο της ανήλικης. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ο.Ο., Ποιν. Έφ. 351/2018, ημερ. 20.1.20, ECLI:CY:AD:2020:B23, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την ποινή φυλάκισης σε 7 χρόνια από 4 που είχε επιβληθεί πρωτόδικα, κατόπιν ακρόασης, σε 46χρονο κατηγορούμενο για σεξουαλική κακοποίηση 14χρονης ανήλικης που παρουσίαζε ήπια νοητική αδυναμία, στη βάση των άρθρων 6
(4)(α) και 6
(4)(γ) του Ν. 91(Ι)/14. Η σεξουαλική κακοποίηση συνίστατο μεταξύ άλλων στην εισχώρηση του δαχτύλου του κατηγορούμενου στο αιδοίο της ανήλικης, με την πιθανότητα η ενέργεια του αυτή να επέφερε ρήξη του παρθενικού της υμένα. Στην Δημοκρατία ν. Η.Ε., Ποιν. Έφ. αρ. 50/18 (σχ. με 137/18), ημερ. 8.4.2020, η οποία αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού (της θετής κόρης του εφεσίβλητου), κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, η ποινή φυλάκισης 7 ετών που επιβλήθηκε, κατόπιν ακρόασης, αυξήθηκε σε 10 έτη λαμβανομένου υπόψη ότι (α) τα εγκλήματα εναντίον παιδιών βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, (β) ο εφεσίβλητος ήταν για την παραπονούμενη η πατρική φιγούρα του σπιτιού, (γ) οι χυδαιότητες του έναντι της διήρκησαν για δύο περίπου χρόνια και μάλιστα στην παρουσία, σε κάποιες περιπτώσεις, της μικρότερης αδελφής της και (δ) ότι αυτές τραυμάτισαν τον ψυχικό κόσμο τόσο της παραπονούμενης όσο και της αδελφής της. Τονίστηκε πως, η αρχικώς επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 7 ετών θα ήταν αρμόζουσα σε περίπτωση παραδοχής. Σημειώνεται πως η κακοποίηση συνίστατο σε μασάζ, σφικτές αγκαλιές, αγγίγματα στο στήθος, τρίψιμο των γεννητικών της οργάνων και τρίψιμο του πέους του στον πισινό της ανήλικης, ρωτώντας την στο αυτί αν της άρεσε. Στην Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφ. 90/2019, ημερ. 15.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B353, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης 7 και 4 ετών που επιβλήθηκαν στον 27χρονο εφεσίβλητο, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, κατόπιν ακρόασης, απορρίπτοντας σχετική έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας, για ανεπάρκεια της ποινής. Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο εφεσίβλητος, αφορούσαν εξαναγκασμό σε πεολειχία και παρά φύση συνουσία με τον Παραπονούμενο με τη χρήση βίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής έλαβε υπόψη ως επιβαρυντικούς παράγοντες ότι το θύμα ήταν ανήλικος έφηβος, ηλικίας σχεδόν 16 χρόνων, τη χρήση βίας που ο εφεσίβλητος άσκησε εναντίον του θύματος, ήτοι κράτημα από το σβέρκο προς ικανοποίηση των σεξουαλικών του επιθυμιών καθώς και τις επιπτώσεις που ενείχαν οι ενέργειες του εφεσίβλητου στην ψυχολογική κατάσταση του θύματος, που συνοδεύονταν από μετατραυματικό στρες και ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές. Στην Α. D. v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ. 177/2021, ημερ. 16.03.22, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα κατόπιν παραδοχής, για αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης δύο ανηλίκων κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)
(7)του Ν. 91(Ι)/2014, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού λήφθηκε υπόψη μεταξύ άλλων και το γεγονός ότι η υπόθεση εντασσόταν στην κατηγορία της επαφής δια του αγγίγματος στο σώμα των θυμάτων, χωρίς να υπάρχει επαφή σε γυμνό σημείο. Πιο συγκεκριμένα, οι έκνομες ενέργειες του εφεσείοντα συνίσταντο σε αγγίγματα και χαϊδέματα των ανήλικων παιδιών της συντρόφου του, με τα οποία διέμενε στην ίδια κατοικία, συμπεριφορά που διήρκησε από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020 και αφορούσε δέκα περιπτώσεις που συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με την ανήλικη Μ.Μ. και άλλες δέκα με την Ν.Ν., όπου τις χαΐδευε τόσο στο στήθος όσο και στα οπίσθια, ενώ επίσης κατά τον ίδιο χρόνο είχε επιτεθεί και κτύπησε τις ανήλικες σε διάφορα σημεία του σώματος τους. Η εν λόγω συμπεριφορά, η οποία ξεκίνησε όταν η Μ.Μ. και η Ν.Ν. ήταν 10 και 11 ετών αντίστοιχα και τερματίστηκε όταν οι εν λόγω ανήλικες ήταν 13 και 14 ετών αντίστοιχα, προκάλεσε σε αυτές ψυχικά ενοχλήματα. Στην Δημοκρατία ν. Ειρηναίος Γεωργίου, Ποιν. Έφ. 64/2020, (σχετ. με 61/2020), ημερ. 14.07.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, για ανεπάρκεια της ποινής φυλάκισης 9 ετών που επιβλήθηκε στον 42 ετών εφεσίβλητο, κατόπιν ακρόασης σε δύο κατηγορίες βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154 και δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(γ) του Ν.91(Ι)/2014[13], που διαπράχθηκαν σε σχέση με την ανήλικη Παραπονούμενη, η οποία ήταν ηλικίας 16½ ετών και με οριακή νοημοσύνη, προχώρησε σε αύξηση της ποινής, σε 13 έτη. Και τούτο αφού λήφθηκε υπόψη πως: (α) τα εγκλήματα εναντίον παιδιών βρίσκονται σε συνεχή και ανησυχητική έξαρση, (β) ο εφεσίβλητος χρησιμοποίησε βία και εκφοβισμό στην ανήλικη παραπονούμενη, την οποία περιόρισε σε χώρους ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει και να ξεφύγει, (γ) ο εφεσίβλητος ενήργησε με προσχεδιασμό και δ) οι βιασμοί είχαν τεράστια επίπτωση στον ψυχικό κόσμο της παραπονούμενης, η οποία είχε αναπτύξει φοβικές συμπεριφορές και αποφευκτικές προς τους άλλους ανθρώπους, εμφάνισε σκέψεις αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και κρίσεις πανικού και η λειτουργικότητα της επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να λειτουργήσει στην καθημερινότητα της. Τονίστηκε επίσης πως υπό τις παραπάνω περιστάσεις, η ποινή φυλάκισης των 9 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, θα ήταν η αρμόζουσα στην περίπτωση παραδοχής του στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στην Κ.Α.Μ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2021, ημερ. 4.11.22, όπου ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού και για ανάρτηση παιδικού πορνογραφικού υλικού στο διαδίκτυο, του επιβλήθηκαν κατόπιν ακρόασης συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2-11 ετών, με τις υψηλότερες ποινές να έχουν επιβληθεί στις κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)και
(3)και 6
(4)(α) και (γ) του Ν.91(Ι)/2014. Των επίδικων γεγονότων είχε προηγηθεί σύντομος δεσμός της 15 χρονης Παραπονούμενης με τον 25 ετών εφεσείοντα, χωρίς σεξουαλική επαφή, ενώ την επίδικη ημερομηνία, ο εφεσείων την αιφνιδίασε ενώ η ίδια περπατούσε για τη σταση λεωφορείου για να μεταβεί στο σχολείο της, την έπιασε από τα μαλλιά, την έβαλε στο αυτοκίνητο του και τη μετέφερε σε ένα έρημο χώρο με βράχους όπου την εξανάγκασε με απειλές σε πεολειχία και σε παρά φύση διείσδυση. Όταν τέλειωσε τη μετέφερε στο σχολείο της και έκτοτε η παραπονούμενη διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του αλλά λίγους μήνες μετά, ο εφεσείων ανάρτησε στο διαδίκτυο μέσω πλαστού λογαριασμού που δημιούργησε στο «Instagram» με το όνομα της, δύο φωτογραφίες της, την στιγμή που του έκανε πεολειχία, αποστέλλοντας επίσης τις φωτογραφίες στους συμμαθητές της, με αποτέλεσμα να διαδοθούν στο σχολείο, να υποστεί εξευτελισμό και bullying και να αναπτύξει μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, τόνισε πως με την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης και της διάδοσης πορνογραφικού υλικού που σαφώς δεν συνιστούσαν "ενιαία συμπεριφορά", όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε υπερβολικά αλλά στην πράξη έτυχε επιείκειας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Κύρρη, Ποιν. Έφ. 70/2022, ημερ. 07.02.2023, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σε εννέα κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα του άρθρου 6
(4)(α) του Ν.91
(1)/2014 και δύο που αφορούσαν το αδίκημα του άρθρου 6
(3)του ίδίου Νόμου, σε μια εκ των οποίων ο ανήλικος ήταν κάτω των 13 ετών (άρθρο 3
(7)του Νόμου). Ο εφεσίβλητος, ο οποίος διατηρούσε φάρμα/σχολή, παραδίδοντας, κατά τις απογευματινές ώρες μαθήματα ιππασίας, προέβη στα αδικήματα σε σχέση με τρεις ανήλικους. Πιο συγκεκριμένα, σε επτά περιπτώσεις, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τον Σ.Σ., ηλικίας 17 ετών, ήτοι σε δύο περιπτώσεις τον άγγιξε στα γεννητικά του όργανα, σε τρεις περιπτώσεις προέβη σε πεολειχία του, ενώ σε μια εξ αυτών ο ανήλικος προέβη σε πεολειχία του και τέλος, σε μια περίπτωση έβαλε το πέος του στον πρωκτό του ανήλικου, ενώ καθ' όσον αφορά τους άλλους δύο Παραπονούμενους οι τέσσερις κατηγορίες (δύο για έκαστο) αφορούσαν αγγίγματα στα γεννητικά όργανα. Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, στις κατηγορίες που αφορούσαν τους δύο από τους τρείς ανήλικους και κατόπιν ακρόασης σε σχέση με τον τρίτο. Οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 5 ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν αγγίγματα και 10 ετών στις κατηγορίες που αφορούσαν πράξεις πεολειχίας αλλά και στην κατηγορία που αφορούσε πρωκτική διείσδυση, οι οποίες διατάχθηκε όπως συντρέχουν, κατ΄ έφεση, διατάχθηκε όπως εκτεθούν διαδοχικά δεδομένου ότι υπό τις περιστάσεις, η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης, δεν ήταν επαρκής για να στιγματίσει την επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά που επέδειξε ο εφεσείων, έναντι τριών ανηλίκων. Στην Νικόλαος Κρασιάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 278/2022, ημερ. 07.04.23, ECLI:CY:AD:2023:B133, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 8 ετών που επιβλήθηκαν, κατόπιν παραδοχής, στον 41 ετών εφεσείοντα σε κάθε μια εκ των σοβαρότερων κατηγοριών που αντιμετώπιζε, ήτοι έξι κατηγοριών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014, το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 20 έτη, επικυρώθηκαν κατ' έφεση[14], υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης, παρουσίαζε τον εαυτό του ως επαγγελματία φωτογράφο μοντέλων και προσέγγισε τα τρία θύματα του μέσω αυτής, καλώντας τους να συναντηθούν μαζί του για σκοπούς φωτογράφησης έναντι αμοιβής ενώ πραγματικός σκοπός του ήταν να τους κάμει πεολειχία έναντι αμοιβής €50 για κάθε πεολειχία, γεγονός που αποκάλυψε στα θύματα πριν τις συναντήσεις τους. Τούτο έπραξε σε πέντε περιπτώσεις με το τρίτο θύμα, ενώ το δεύτερο θύμα αν και πήγε στο διαμέρισμα δεν ενέδωσε και δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη μεταξύ τους, το δε πρώτο θύμα μετέβη στο διαμέρισμα του εφεσείοντα, όπου ο τελευταίος του έκανε πεολειχία έναντι αμοιβής €50, όμως κατά τη διάρκεια της πράξης το θύμα αισθάνθηκε αηδία και ζήτησε από τον εφεσείοντα να σταματήσει, κάτι που ο τελευταίος έπραξε. Το πρώτο και το τρίτο θύμα είχαν αναπτύξει μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, συνδεόμενη με σεξουαλική κακοποίηση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ομολογουμένως καινοφανή και συνάμα ιδιαίτερα σοβαρά. Ό,τι δε αναδύεται μέσα από αυτά είναι το μέγεθος της αναλγησίας, του εγωϊσμού αλλά και της αδιαφορίας που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημερομηνία έναντι της Παραπονούμενης, μιας 15χρονης ανήλικης, η οποία αμέριμνη είχε πάει με τις φίλες της για να χαλαρώσει και να διασκεδάσει στη θάλασσα. Η μέρα ξεγνοιασιάς και χαλάρωσης όμως που σχεδίασε με τις φίλες της, μετατράπηκε σε έναν πραγματικό εφιάλτη, εν μέσω της θάλασσας, την οποία πήγε για να απολαύσει. Και τούτο, εξ αιτίας του Κατηγορούμενου. Ενός ενήλικα 28 ετών, ο οποίος δρώντας καθαρά εγωϊστικά και με μοναδικό γνώμονα την ικανοποίηση των δικών του σαρκικών ορέξεων, την εξανάγκασε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του μέσα στη θάλασσα χωρίς προφύλαξη, αφού προηγουμένως εισχώρησε το δάκτυλο του στον κόλπο της. Και όλα αυτά ενώ την είχε γνωρίσει μόλις ελάχιστα λεπτά προηγουμένως, τη στιγμή που η ίδια ανυποψίαστη είχε πάει να αφήσει τα κινητά τηλέφωνα της ίδιας και των φίλων της στην παραλία, όπου είχαν αφήσει τα πράγματα τους και επέστρεφε δια θαλάσσης, στο χώρο των θαλάσσιων σπορ για να τις συναντήσει ξανά. Κάτι το οποίο, όσο απλό και αν ακούγεται, εντούτοις δεν κατάφερε ποτέ πράξει, αφού ένεκα της πρωτοφανούς συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου που παρεμβλήθηκε στο μεταξύ, κατέληξε να τις αναμένει στην άμμο κλαίγοντας και πονώντας. Αυτό όμως που πραγματικά εντυπωσιάζει αρνητικά εν προκειμένω, είναι η παντελής έλλειψη αναστολών του Κατηγορούμενου αλλά και η θρασύτητα που επέδειξε, αφού τα πιο πάνω πέραν του ότι έγιναν μέσα στη θάλασσα σε ώρα που υπήρχε και άλλος κόσμος εκεί, έγιναν αφότου η ιδια η Παραπονούμενη τον πληροφόρησε κατά τρόπο που δεν επιδέχετο αμφιβολίας ως προς την ηλικία της. Στοιχείο το οποίο παρότι δεν αποτελεί συστατικό των επίδικων αδικημάτων, εντούτοις η γνώση του εν προκειμένω έχει και αυτή τη δική της σημασία, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστεί και η προσπάθεια του Κατηγορούμενου να την παραπλανήσει, ανεπιτυχώς, για τη δική του ηλικία. Με τον ίδιο δε σαφή τρόπο και με ωριμότητα που θα άρμοζε καλύτερα στην ηλικία του ίδιου του Κατηγορούμενου παρά της Παραπονούμενης, η τελευταία του κατέστησε εξ αρχής ξεκάθαρο, το αυτονόητο. Ότι δηλαδή δεν ήταν ορθή η όποια επαφή μεταξύ τους, αρχίζοντας από το φιλί, αφού σύμφωνα με τα γεγονότα, όταν αυτός αιφνιδιαστικά τη φίλησε λίγο μετά που της μίλησε για πρώτη φορά, αυτή αμέσως έσπευσε να του πει πως τούτο δεν ήταν σωστό και πως ήθελε να πάει στις φίλες της. Αντί όμως αυτός να σταματήσει και να αναλογιστεί την ηλικία της καθώς και τα όσα άλλα ορθώς του υποδείκνυε η ανήλικη Παραπονούμενη και ενώ αυτή προσπάθησε να φύγει, αυτός εκμεταλλευόμενος αφενός την ιδιωτικότητα που παρείχε το νερό και αφετέρου την απειρία και αθωότητα της και καταλαμβάνοντας την καθαρά εξ απήνης, μη μπορώντας -προφανώς και ευλόγως- να φανταστεί η ίδια τι θα επακολουθούσε, την τράβηξε προς το μέρος του και έπιασε τα πόδια της από τις γάμπες της, τα έβαλε γύρω του και τράβηξε το μαγιό που φορούσε στο πλάι και διείσδυσε το δάκτυλό του μέσα στον κόλπο της. Δεν έμεινε όμως μέχρι εκεί αφού όταν η Παραπονούμενη του επανέλαβε μάταια πως αυτό δεν ήταν σωστό («This is not right»), εκείνος λέγοντας της «It is ok» και το όνομα του, προχώρησε στη συνέχεια και κατέβασε το μαγιό που φορούσε, τράβηξε το μαγιό που φορούσε η Παραπονούμενη στο πλάι, διείσδυσε και το πέος του στον κόλπο της και ήρθε σε συνουσία μαζί της. Το μέγεθος όμως της αναλγησίας του, αναδύεται δυστυχώς με τρόπο γλαφυρό και μέσα από τα όσα ακολούθησαν. Και δη το ότι παρέμεινε προσηλωμένος στον ανίερο στόχο του ενώ η Παραπονούμενη εμφανώς έδειχνε τον πόνο, την αγωνία και την όλη δυσφορία που αισθανόταν. Και λέγουμε τούτο αφού σύμφωνα με τα γεγονότα, η ίδια μη έχοντας οποτεδήποτε πριν σεξουαλική επαφή με οιοδήποτε πρόσωπο, αισθανόταν πάρα πολύ πόνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς της, του έλεγε όχι, έκλαιγε καθ΄ όλη τη διάρκεια, επαναλαμβάνοντας του «I want to see my friends», με τον ίδιο να αδιαφορεί στις αλλεπάλληλες εκκλήσεις της. Παρά δε τις απέλπιδες προσπάθειες που κατέβαλε για να φύγει σπρώχνοντας τον έτσι ώστε να μπορέσει να κολυμπήσει, δεν τα κατάφερνε λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε τα πόδια της, τα οποία είχε τοποθετήσει γύρω από την λεκάνη του. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι σε κάποια στιγμή, ως καταγράφεται στα γεγονότα, η Παραπονούμενη λόγω του ότι οι προσπάθειες της δεν απέδιδαν σταμάτησε να προσπαθεί να φύγει ενώ είχε και οπτική επαφή με 2-3 άτομα που ήταν μέσα στην θάλασσα, σε κοντινή απόσταση, χωρίς ωστόσο να τους πει οτιδήποτε. Τα πιο πάνω βεβαίως παρότι μπορεί αρχικά να ξενίζουν, εντούτοις στην πραγματικότητα απλώς επιβεβαιώνουν έτι περαιτέρω το μέγεθος της αμηχανίας που προφανώς την κυρίευσε, υπό το πρίσμα των ασύνηθων και πρωτοφανών γεγονότων που είδε να εκτυλίσσονται μπροστά της και στα οποία δεν κατάφερε να αντιδράσει με τον τρόπο που ενδεχομένως ένας έμπειρος ενήλικας θα αντιδρούσε. Αξιοσημείωτο είναι όμως και το ότι παρά τα όσα πιο πάνω διαμείφθηκαν, ο ίδιος δεν δίστασε να την καλέσει και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, με την ίδια να απορρίπτει την πρόταση και να βγαίνει κλαίγοντας και πονώντας από τη θάλασσα για να κατευθυνθεί προς το χώρο που είχε τα πράγματα της, αναμένοντας τις φίλες της. Είναι βέβαια γεγονός πως, ως και η υπεράσπιση υποδεικνύει, ο ίδιος απ' εκείνο το σημείο και έπειτα δεν την εμπόδισε από του να φύγει, ούτε από του να προχωρήσει σε καταγγελία. Τούτο είναι πράγματι ορθό, χωρίς ωστόσο να διαφεύγει την προσοχή μας πως η παρούσα είναι περίπτωση όπου, ομολογουμένως θύμα και θύτης δεν είχαν επαφή στη συνέχεια ώστε να υπάρχει τέτοια ευχέρεια από πλευράς του τελευταίου, ούτε και είχαν τέτοια στοιχεία ο ένας για τον άλλο που να καταστούσαν εύκολη ή ευχερή την καταγγελία. Περαιτέρω προβλήθηκε από την υπεράσπιση και το ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης, ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και πως η επαφή διήρκεσε μερικά λεπτά και δεν ήταν μεγάλη σε διάρκεια, συγκρινόμενη με άλλες περιπτώσεις όπου η σεξουαλική κακοποίηση είναι παρατεταμένη τόσο από πλευράς χρονικής διάρκειας όσο και από πλευράς της γενικότερης περιόδου εντός της οποίας επαναλαμβάνεται. Επί των ανωτέρω σημειώνουμε πως η ακριβής διάρκεια της επαφής δεν προσδιορίστηκε, όμως η θέση της υπεράσπισης πως επρόκειτο για μερικά μόνο λεπτά δεν αμφισβητήθηκε. Τούτου δεδομένου, πρέπει να πούμε πως παρότι πράγματι από πλευράς χρονικής διάρκειας δεν πρόκειται για παρατεταμένη κακοποίηση, εντούτοις εν προκειμένω προσμετρά με άκρως αντίθετη ροπή αφενός το γεγονός πως η διάπραξη του αδικήματος κατέστη εφικτή ένεκα ακριβώς της αιφνιδιαστικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και της αντίστοιχης αδυναμίας της ανήλικης να αντιδράσει και αφετέρου του γεγονότος πως επρόκειτο για την πρώτη σεξουαλική εμπειρία της ανήλικης, την οποία αντί να αφεθεί η ίδια, ως ήταν αναφαίρετο δικαίωμα της, να επιλέξει τη στιγμή και τον τρόπο που θα την βίωνε, εξαναγκάστηκε από έναν άγνωστο να την βιώσει στα 15 της χρόνια και μάλιστα με αυτό τον βίαιο και εξευτελιστικό τρόπο. Με έναν τρόπο που πέραν από το έντονο οίδημα στα μεγάλα χείλη του αιδοίου, την εκδορά - διάσχιση του δέρματος στην είσοδο του κόλπου και την αιμορραγία από το σημείο της κάκωσης, την οδήγησε να υποστεί και μερική ρήξη του παρθενικού της υμένα. Εξίσου όμως σοβαρές, αν όχι σοβαρότερες, είναι και οι ψυχολογικές συνέπειες που υπέστη, αφού μετά το συμβάν και εξ αιτίας αυτού διαγνώστηκε με Διαταραχή Οξέως Στρες, έχοντας επανειλημμένες, ακούσιες και διεισδυτικές ενοχλητικές εμπειρίες του γεγονότος, επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα τα οποία της προκαλούσαν φόβο, εμφάνιζε δυσκολία στην επέλευση του ύπνου, καθώς και «flashbacks» του γεγονότος που φαίνεται να την βασάνιζε έκτοτε. Επιπλέον, εμφάνιζε έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση της σε εσωτερικούς ή εξωτερικούς υπαινιγμούς που συμβολίζουν ή μοιάζουν με κάποια πλευρά του γεγονότος καθώς και δυσφορία όταν κάποιος την αγκάλιαζε. Επίσης παρατηρήθηκε διαταραχή στη συγκέντρωση και συναισθηματικό «κενό», το οποίο συντέλεσε ώστε να παρατηρηθεί απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, οι οποίες προηγουμένως της προκαλούσαν ευχαρίστηση. Επιπρόσθετα, εμφάνιζε συμπτώματα αρνητικής διάθεσης, αφού παρατηρήθηκε επίμονη αδυναμία να βιώσει θετικά συναισθήματα. Ως προκύπτει δε, όλα τα πιο πάνω προκάλεσαν κλινικά σημαντική έκπτωση στην κοινωνική και άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητάς της. Από τα ευρήματα δε της αξιολόγησης διαπιστώθηκε ότι η μειωμένη αυτοεκτίμηση και τα συμπτώματα άγχους της ανήλικης, επέφεραν δυσκολία στη θέσπιση ορίων καθώς και δυσκολία στη συμμετοχή της σε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής περίστασης, τα οποία λειτουργούσαν επιβαρυντικά δημιουργώντας συνθήκες ευαλωτότητας. Εν τέλει φαίνεται πως το καταγγελθέν περιστατικό επιβάρυνε την συναισθηματική κατάσταση της Παραπονούμενης, επιφέροντας επιπλέον ψυχικά ενοχλήματα και αποτέλεσε για αυτήν ένα τραυματικό γεγονός. Ως προς τη διαφορά ηλικίας μεταξύ της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου που μετρά 13 έτη, η υπεράσπιση εισηγήθηκε πως δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όμως τούτο είναι ορθό μόνο εν συγκρίσει με άλλες υποθέσεις, όπου εντοπίζεται διαφορά ηλικίας 30 ή 40 και πλέον ετών. Και λέγουμε τούτο διότι όπως υποδείχθηκε και σχετικά πρόσφατα στην Κ.Α.Μ. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), όπου το θύμα ήταν ηλικίας 15 ετών και ο Κατηγορούμενος 25 ετών, ο τελευταίος ήταν μεν νεαρός αλλά μεγαλύτερος κατά 10 χρόνια από το θύμα του, σε μια φάση της ζωής, που τέτοια διαφορά ηλικίας έχει μεγάλη σημασία. Τα ίδια θεωρούμε πως ισχύουν και εδώ, όπου η διαφορά ηλικίας είναι ακόμα μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα να θεωρούμε και εμείς σημαντική τη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πει ψέματα στην Παραπονούμενη για τη δική του ηλικία καθώς και το γεγονός πως υπήρξε διείσδυση, εντάσσουν την περίπτωση με βάση τα Sexual Offences Definitive Guidelines του Sentencing Council του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. σελ.45 και επόμενες), στην Κατηγορία 1 από πλευράς της προκληθείσας βλάβης ("Harm") και στην Κατηγορία Α από πλευράς υπαιτιότητας του Κατηγορoύμενου ("Culpability), όπου με προβλεπόμενη ποινή τα 14 έτη, η επιβαλλόμενη ποινή κυμαίνεται μεταξύ 4-10 έτη και η αφετηρία ποινής καθορίζεται στα 5 έτη. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές, ως επιβαρυντικοί παράγοντες λογίζονται μεταξύ άλλων η πρόκληση σοβαρής ψυχολογικής ή σωματικής βλάβης, ο τόπος και ο χρόνος της διάπραξης, η τυχόν εκσπερμάτωση, η παρουσία άλλων και ιδιαίτερα παιδιών, ενώ ως ελαφρυντικά προσμετρούν μεταξύ άλλων η απουσία προηγούμενων καταδικών, η παρουσία στοιχείων μεταμέλειας αλλά και ο προηγούμενος καλός χαρακτήρας του Κατηγορούμενου. Εν προκειμένω και παρόλο που δεν εντοπίζονται οποιοιδήποτε εκ των επιβαρυντικών παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Ν. 91(Ι)/14, σημειώνουμε πως για ολους τους λόγους που επεξηγήσαμε ανωτέρω θεωρούμε τα γεγονότα της υπόθεσης ως ιδιαίτερα σοβαρά, ενώ ως επιβαρυντικό στοιχείο προσμετρούμε τη σοβαρή ψυχολογική επίπτωση που είχε η διάπραξη στην Παραπονούμενη ως ανωτέρω επεξηγήθηκε, η οποία υπέστη και μερική ρήξη του παρθενικού της υμένα. Σημειώνουμε δε εδώ ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι ψυχολογικές επιπτώσεις επί της Παραπονούμενης από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου προκύπτουν ως γεγονός εκ των εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη και δεν αναφέρεται απλώς αυτός ο παράγοντας ως θέμα κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, δηλαδή, ως συνέπεια που φυσιολογικά θεωρείται ότι προκύπτει από τέτοιου είδους συμπεριφορές (βλ. Μ. Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 174, 184-185). Εν γένει δε πρόκειται για περίπτωση όπου με δεδομένη την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και τα περιστατικά της υπόθεσης κρίνεται απόλυτα αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Ως όμως ήδη υπεδείχθη, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, στις οποίες προέχει το στοιχείο της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι δευτερεύουσας σημασίας[15]. Προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο καταδεικνύει πως η παρούσα υπόθεση παρά την αναμφίβολη σοβαρότητα της, αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Επίσης αποδεχόμαστε και λαμβάνουμε υπόψη και τη θέση της υπεράσπισης, ότι προ της διάπραξης, επρόκειτο για ένα πρόσωπο εν γένει νομοταγές και καλού χαρακτήρα. Επιπλέον, ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδουμε στην παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, εντούτοις έλαβε χώραν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η παραδοχή αποτελεί ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και αμείβεται με ανάλογη έκπτωση στην ποινή καθότι με αυτήν εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός και αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Στη δε περίπτωση σεξουαλικών αδικημάτων, όπου αποτρέπει την αναγκαιότητα παρουσίασης των θυμάτων στο Δικαστήριο, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα αναβίωσης των τραυματικών γεγονότων, συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό ελαφρυντικό στοιχείο και ως τέτοιο τη συνεκτιμούμε και εμείς εν προκειμένω. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Η.Ε. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 50/2018 (σχ. με 137/2018), ημερ. 8/4/2020, η οποία υιοθετήθηκε και στην S.J.L. (ανωτέρω), όπου αναγνωρίστηκε ρητώς πως: «. η παραδοχή είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής (Χαρτούμπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και δη σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσεως όπου, με την παραδοχή, αποφεύγεται η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος το οποίο με τη μη παραδοχή του δράστη υποβάλλεται σε αντεξέταση και ως εκ τούτου βιώνει εκ δευτέρου τα όσα τραυμάτισαν το σώμα και την ψυχή του. »[16]. Εκλαμβάνουμε επίσης την παραδοχή του ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και αντίληψης από πλευράς του, του μεγάλου κακού που διέπραξε. Ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας συνυπολογίζουμε και την απολογία του η οποία εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του, σε συνάρτηση και με την εισήγηση και συγκατάνευσή του στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης στη βάση της σχετικής δυνατότητας που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 20 του Ν. 14/60, ανεξαρτήτως αν τέτοια πορεία θα ακολουθηθεί ή όχι εν τέλει. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, οδηγούν στη διαπίστωση πως εν προκειμένω απουσιάζουν ενδείξεις για επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς μελλοντικά, ως εισηγείται η υπεράσπιση. Ως προς τις περιστάσεις διάπραξης, έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, ωστόσο επαναλαμβάνουμε την απουσία οιουδήποτε εκ των επιβαρυντικών παραγόντων που καταγράφονται στο άρθρο 19 του Ν.91(Ι)/14, την απουσία προσχεδιασμού αλλά και οποιασδήποτε προσπάθειας να αποτρέψει την Παραπονούμενη από του να καταγγείλει την υπόθεση ή να αναζητήσει βοήθεια, ενώ δεν πρόκειται για περίπτωση συνεχιζόμενης ή παρατεταμένης σεξουαλικής κακοποίησης. Ως προς την εισήγηση πως δεν υπήρξε προσπάθεια ή στρατηγική παραπλάνησης της ανήλικης (grooming), σημειώνουμε πως παρόλο που πράγματι η παρούσα δεν αποτελεί περίπτωση όπου εντοπίζεται οργανωμένη προσπάθεια παραπλάνησης της Παραπονούμενης, εντούτοις δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος προσπάθησε, έστω και ανεπιτυχώς, να παραπλανήσει την ανήλικη όσον αφορά τη δική του ηλικία και τούτο προφανώς για να καταστήσει ευχερέστερη την προσέγγιση της, όταν αυτή του ανέφερε πως ήταν 15 ετών. Τούτων λεχθέντων σημειώνεται πως όλα τα πιο πάνω καθώς και το γεγονός πως τελούσε σε κατάσταση μέθης η οποία άμβλυνε τον αυτοέλεγχο του και επέφερε χαλαρότητα στις πράξεις του[17], δεν δύνανται να διαγράψουν ή να εξαλείψουν τις αναντίλεκτα σοβαρές συνέπειες, σωματικές αλλά και ψυχολογικές, που η επίδικη συμπεριφορά προκάλεσε στην Παραπονούμενη, ως ανωτέρω αυτές επεξηγήθηκαν. Πέραν των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές αναλύθηκαν από το συνήγορο του ενώπιον μας μέσω της γραπτής αλλά και της προφορικής του αγόρευσης. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη πως ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας σήμερα 28 ετών, είναι κουρδικής καταγωγής, όπως και οι γονείς του, οι οποίοι είναι σήμερα συνταξιούχοι και διαμένουν στη Γερμανία, όπου διέμενε και ο Κατηγορούμενος προ της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Έχει δε ένα αδερφό, ο οποίος επίσης διαμένει στη Γερμανία, όπου η οικογένεια αναγκάστηκε να μετοικήσει όταν ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας δύο ετών. Και τούτο, ως λέχθηκε, ένεκα του ότι τότε υπήρχε τεράστια έχθρα και πόλεμος μεταξύ Τούρκων και Κούρδων, με τους πρώτους να διαπράττουν εγκλήματα κατά των τελευταίων. Υπό αυτές τις περιστάσεις και φοβούμενοι οι γονείς του για τους κινδύνους που ελλόχευαν για την ασφάλεια των ιδίων και των τέκνων τους, έλαβαν τη δύσκολη απόφαση να μετακομίσουν στη Γερμανία, αναζητώντας ένα καλύτερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τον Κατηγορούμενο και τον αδελφό του. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη πως η ζωή τους εκεί ήταν πολύ δύσκολη, δεδομένου του ότι δεν γνώριζαν την ομιλούμενη γλώσσα, η δε νοοτροπία και κουλτούρα στη χώρα αυτή τους ήταν άγνωστη, ενώ και από οικονομικής απόψεως η κατάσταση τους ήταν δυσχερής, αφού δεν είχαν οποιαδήποτε περιουσία ή σημαντικά εισοδήματα. Περαιτέρω συνεκτιμούμε ότι ως λέχθηκε δεν κατάφεραν να ενταχθούν ομαλά στην κοινωνία, έχοντας βιώσει "μεγάλο αποκλεισμό από την κοινωνία όπως επίσης και ρατσισμό". Συνυπολογίζουμε επίσης ότι ο ίδιος από την ηλικία των 9-10 ετών εργαζόταν όπου μπορούσε, κυρίως πωλώντας εφημερίδες σε μικρά καφενεία της ενορίας του, με σκοπό να βοηθά οικονομικά τους γονείς του. Σε ηλικία 12-13 ετών ξεκίνησε να εργάζεται στις οικοδομές με τον πατέρα του, με αποκλειστικό σκοπό να προσφέρει οικονομικά στην ήδη καταπονεμένη οικονομικά οικογένεια του, εγκαταλείποντας έτσι το σχολείο του με οδηγίες του πατέρα του. Σε ηλικία δε 16 ετών, ενεγράφη σε Τεχνικό Λύκειο (αντίστοιχο των Τεχνικών Σχολών στην Κύπρο), με σκοπό να εκπαιδευθεί στον τομέα των οικοδομικών εργασιών και σε ηλικία 21 ετών άνοιξε δική του επιχείρηση οικοδομών και συνήψε με τράπεζα δάνειο ύψους €500.000 για να μπορεί να ξεκινήσει τις δικές του εργασίες. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι με τη σύλληψη του Κατηγορούμενου έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο χρέος προς την Εφορία της Γερμανίας ύψους €50.000, επειδή ως ιδιοκτήτης της εταιρείας και γνώστης των πεπραγμένων, χρειάζεται ο ίδιος να μεταβεί εκεί και να συμπληρώσει δηλώσεις και έγγραφα για τις εργασίες που έχει υλοποιήσει καθώς και να δώσει τραπεζικές εντολές και να συμπληρωθούν φορολογικές δηλώσεις για όλα τα άτομα που εργοδοτεί αλλά και για την ίδια την εταιρεία του. Το εν λόγω χρέος, ως λέχθηκε, διογκώνεται μήνα με μήνα, με ορατό τον κίνδυνο να επιβληθεί "λουκέτο" στην εταιρεία του και να χάσει τους κόπους μιας ζωής. Επίσης το δάνειο που έλαβε και το οποίο είχε υπόλοιπο περί τις €400.000, αποπληρωνόταν κανονικά από τις εργασίες της εταιρείας που διεκπεραίωνε αλλά και από ενοίκια που λάμβανε από διάφορα σπίτια/διαμερίσματα που έκτισε, ενώ τώρα με την κράτηση του, υπάρχει ο κίνδυνος να σταματήσουν οι εργασίες της εταιρείας του και να παύσουν οι πληρωμές των δανείων του, με οδυνηρά αποτελέσματα τόσο για τον ίδιο που θα χάσει την εργασία του και την εταιρεία που δημιούργησε, όσο και για την οικογένεια του αφού θα κινδυνεύουν πλέον να χάσουν και το σπίτι τους, το οποίο είναι υποθηκευμένο έναντι του εν λόγω δανείου. Πέραν των ανωτέρω συνυπολογίζουμε πως προ της σύλληψης του διέμενε με τους γονείς του, τους οποίους βοηθούσε ένεκα της προχωρημένης ηλικίας τους παρέχοντας σε αυτούς τη βοήθεια που χρειάζονταν, ενώ ήταν ο μόνος που εργαζόταν παρέχοντας τους και τα αναγκαία για τη διαβίωση τους, αφού οι γονείς του δεν μπορούν πλέον να εργαστούν. Περαιτέρω συνεκτιμούμε πως έπειτα από τη σύλληψη του, ο πατέρας του υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο τον καθήλωσε σε αναπηρικό αμαξίδιο εδώ και σχεδόν ένα έτος, καθιστώντας τον άτομο που χρήζει αυξημένης προσοχής και φροντίδας. Η δε μητέρα του από νεαρή ηλικία αντιμετώπιζε προβλήματα κινητικότητας, τα οποία μεγαλώνοντας επιδεινώθηκαν, ενώ ένεκα του επίδικου γεγονότος και του εγκλεισμού του Κατηγορούμενου διαγνώστηκε με κατάθλιψη. Περιπλέον η μακροχρόνια σχέση που διατηρούσε διακόπηκε όταν η κοπέλα του πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν. Στο πλαίσιο αυτό ζητήθηκε από το συνήγορο του Κατηγορούμενου, με αναφορά και σε σχετική νομολογία[18], όπως οι ως άνω επιπτώσεις που είχε η διάπραξη των αδικημάτων και η συνεπακόλουθη κράτηση του, στην εργασία του αλλά και στους γονείς του καθώς και στη σχέση που διατηρούσε, ως αυτά ανωτέρω αναλύθηκαν, ληφθούν υπόψη ως μια "εν είδει εξωδικαστηριακή τιμωρία". Από τη χρήση της ως άνω φρασεολογίας, είναι αντιληπτό πως και η ίδια η υπεράσπιση αντιλαμβάνεται πως τα επικαλούμενα δεδομένα, δεν δύνανται να εντάξουν την περίπτωση στην έννοια της εξωδικαστηριακής τιμωρίας ως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία. Επί τούτου επισημαίνουμε ότι ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντας επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Εν προκειμένω, σημειώνουμε πως τα όσα αναφέρθηκαν περί εξωδικαστικής τιμωρίας στη βάση της πιθανότητας να κλείσει η εταιρεία του αλλά και ως εκ της διακοπής της σχέσης του ως και εκ των προβλημάτων που αντιμετώπισαν οι γονείς του μετά τη διάπραξη και τα οποία διασυνδέθηκαν με το ζήτημα της κράτησης του, δεν θεωρούμε πως εμπίπτουν στην έννοια της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως αυτή ανωτέρω επεξηγήθηκε. Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί προς περαιτέρω επίρρωση της ως άνω κατάληξης μας, είναι πως στην Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, είχε προβληθεί ανάλογη εισήγηση περί εξωδικαστηριακής τιμωρίας, γιατί με τον εγκλεισμό του κατηγορούμενου έκλεισε και η επιχείρηση νυχτερινού κέντρου που διατηρούσε, εισήγηση η οποία όμως απερρίφθη αφού ως λέχθηκε τα όσα η υπεράσπιση επικαλέστηκε δεν θα μπορούσαν να είχαν ουσιαστική σημασία έχοντας υπόψη τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία σχετίζονταν με την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και εδώ. Οι δε υποθέσεις Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, 247-8 και Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, 582, όπως και στην ως άνω υπόθεση (Ευαγγέλου), έτσι και εδώ, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, όπως δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε και η Gregoriou a.ο. v. Police
(1987)2 C.L.R. 212, η οποία αποφασίστηκε επί των δικών της ειδικών περιστάσεων. Παρά ταύτα και στη βάση όσων προαναφέρθηκαν λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις από την ποινή φυλάκισης στον ίδιο, στην εργασία του αλλά και στους οικείους του και δη στους γονείς του, οι οποίοι στηρίζονταν τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά στον ίδιο, αφού τούτα αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, πλην όμως σημειώνουμε πως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως σε αδικήματα αυτής της φύσεως, ως και πιο πάνω υποδείχθηκε και για τους λόγους που επίσης επεξηγήθηκαν ανωτέρω (βλ. Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 178/17, ημερ. 24.10.18, ECLI:CY:AD:2018:B457). Μαζί με τα πιο πάνω συνυπολογίζουμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και την προεξάρχουσα πλέον ανάγκη για την προστασία της κοινωνίας από τη συνεχώς αυξανόμενη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων τα οποία έχουν καταστεί μάστιγα, ως εξηγήσαμε ανωτέρω, καταλήγουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε συναφώς πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν αναμφίβολα λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις εξής ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 ετών. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από 24.7.23 - 26.7.23 και από 16.08.2023. Ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης όπως εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον του Κατηγορούμενου δυνάμει του άρθρου 20
(2)του N. 14/60[19], σημειώνουμε πως είναι γεγονός πως το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του εν λόγω άρθρου, κέκτηται τέτοια εξουσία επιπροσθέτως ή προς υποκατάσταση οποιασδήποτε άλλης ποινής ήθελε επιβάλει, για ποσό μέχρι €10.000. Στην υπόθεση Jagjit Singh v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 201/21, ημερ. 30.11.23, λέχθηκε πως σκοπός αυτών των διαταγμάτων είναι η αποφυγή των πολλαπλών διαδικασιών και η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στους διαδίκους (Sentencing in Cyprus, G.M. Pikis, 2η έκδοση, σελ. 37). Την ίδια στιγμή όμως και με αναφορά στην υπόθεση Katsari a.o. v. Hambi
(1969)2 C.L.R. 298, λέχθηκε πως εναπόκειται στον κατήγορο να εγείρει το ζήτημα της αποζημίωσης μετά από την καταδίκη, οπότε το ποινικό Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα «... if the sum is not very large and is agreed between the parties concerned», ως μέρος της ποινής, όπως προνοεί και ο Νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση πέραν του ότι δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα από την κατηγορούσα αρχή, αφού το αίτημα υπέβαλε η υπεράσπιση, δεν έχει ζητηθεί κάποιο συγκεκριμένο ποσό ούτε όμως φαίνεται να έχει υπάρξει προς τούτο συναίνεση. Συνεπώς θεωρούμε πως η παρούσα δεν είναι περίπτωση κατάλληλη προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση τέτοιου διατάγματος. Από την άλλη όμως, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την έκδοση συγκεκριμένων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14
(1)του Νόμου και τη θέση του Κατηγορούμενου στο αίτημα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις, πέραν των ποινών που έχουν ήδη επιβληθεί, επιβάλλεται όπως ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης τούτων των διαταγμάτων. Συναφώς, εκδίδονται διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο, για 6 έτη μετά την αποφυλάκιση του:
  1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά.
  2. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
  3. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Επισημαίνονται στον Κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Ν. 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Ν.91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 6 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μ6 επί του κατηγορητηρίου. [2] Μ4 επί του κατηγορητηρίου. [3] Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22, ECLI:CY:AD:2022:D
  1. [4] βλ. Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.
  2. [5] «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης - Μια Ανοικτή και Ασφαλής Ευρώπη που Εξυπηρετεί και Προστατεύει τους Πολίτες» (2010/C 115), Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης 4.5.
  3. [6] βλ. Albu Mihalta v. Δημοκρατίας
(2014)2 (Β) Α.Α.Δ 764 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015 ημερομηνίας 13.2.
  1. [7] βλ. Ειρηναίος Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/2016, ημερ. 23.3.2017, Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/18, ημερ. 16.3.2020, ECLI:CY:AD:2020:B102 και Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ.
  2. [8] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σ.Σ. (ανωτέρω). [9] Βλ. και Κ.Α.Μ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 127/27, ημερ. 4.11.
  3. [10] Sic (Abunazha). [11] Βλ. επίσης και Γενικός Εισαγγελέας v. Γ. Κυρρή (ανωτέρω) όπου με αναφορά στην ίδια νομολογία λέχθηκε πως "Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών". [12] Βλ. Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 178/17, ημερ. 24.10.18, ECLI:CY:AD:2018:B457 και Σ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 155/19, ημερ. 25.2.21, ECLI:CY:AD:2021:B
  4. [13] Τα γεγονότα αφορούσαν σε δύο περιστατικά που επεσυνέβησαν σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες και για κάθε περιστατικό προσάφθηκε στον Κατηγορούμενο μία κατηγορία βιασμού και μία κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης. [14] Ο εφεσείων αντιμετώπιζε και τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς σε σχέση με τρεις ανήλικους, όπου του επεβλήθησαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών σε έκαστη κατηγορία. [15] Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/17, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, όπου λέχθηκε πως: «Η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας.». [16] βλ. επίσης και Λευκαρίτης (ανωτέρω), Μ.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B386, Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.
  5. [17] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 [18] Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/15 ημερ. 27.1.16. [19] To εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "
(2)Το Κακουργιοδικείον δύναται, επιπροσθέτως ή προς υποκατάστασιν οιασδήποτε άλλης ποινής, να διατάξη οιονδήποτε πρόσωπον καταδικασθέν υπ' αυτού, όπως καταβάλη εις οιονδήποτε πρόσωπον βλαβέν υπό του υπ' αυτού διαπραχθέντος αδικήµατος αποζηµίωσιν µη υπερβαίνουσαν τις δέκα χιλιάδες ευρώ." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.