Δημοκρατία ν. Κ.Τ., Αρ. Υπόθεσης: 1140/23, 12/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1140/23 Δημοκρατία ν. Κ.Τ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Νικολάου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κορέλλης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αντίστροφη Διαδικασία Newton) Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε τέσσερις κατηγορίες[1] που αφορούν τα εξής αδικήματα: · Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση του άρθρου 80 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 2), · Μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, κατά παράβαση του άρθρου 82
(2)του Κεφ. 154 (κατηγορία 3), · Μεταφορά επιθετικού όπλου χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ. 159 (κατηγορία 4), · Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154 (κατηγορία 5). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή παρατίθενται πιο κάτω με σκοπό την ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν και ιδιαίτερα για να καταστεί σαφές το πλαίσιο εντός του οποίου διεξήχθη η αντίστροφη διαδικασία τύπου Newton. Έχουν ως εξής:
- Ο Κ.Ε. (στο εξής «ο Παραπονούμενος») είναι κυπριακής καταγωγής, επιχειρηματίας 41 ετών και κατά τον επίδικο χρόνο, διέμενε με τη σύντροφο και μητέρα των δύο ανήλικων παιδιών του στον Πρωταρά. Ο Κατηγορούμενος είναι επίσης κυπριακής καταγωγής, ηλικίας 38 ετών, επιχειρηματίας και διαμένει στη Λευκωσία. Οι πιο πάνω είναι φίλοι χρόνια και είναι και οι δύο χρήστες ναρκωτικών.
- Στις 7.6.2023, αργά το απόγευμα, o Παραπονούμενος, μετέβη στην οικία του Κατηγορουμένου στην περιοχή Αγίας Θέκλας, στη Σωτήρα. Πέρασαν αρκετές ώρες μαζί και κατανάλωσαν αλκοόλ και ναρκωτικά. Κάποια στιγμή, αρκετά μετά τα μεσάνυκτα, κατά τις πρωινές ώρες της 8.6.2023, ο Παραπονούμενος ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι θα επέστρεφε στην οικία του και τότε, ο Κατηγορούμενος ζήτησε να πάει μαζί του.
- Μετέβηκαν στην οικία του Παραπονούμενου και εισήλθαν εντός της βοηθητικής οικίας, η οποία βρισκόταν εντός της αυλής της κυρίως κατοικίας του Παραπονούμενου. Ενώ καθόντουσαν, ο Κατηγορούμενος ρώτησε με επιθετικό ύφος τον Παραπονούμενο τα εξής: «Εν τζε να με πουλήσεις ποττέ;». Ο Παραπονούμενος τότε του απάντησε με τα ακόλουθα: «Αρφούι είμαστε φίλοι γιατί να σε πουλήσω». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε από τον καναπέ και ο Παραπονούμενος μετακινήθηκε και στάθηκε απέναντί του. Ο Παραπονούμενος αντιλήφθηκε τότε ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε μαχαίρι, ήτοι ένα μαχαίρι με ξύλινη χειρολαβή χρώματος καφέ με επιγραφή στην λεπίδα «King Gary Kitchen Knife», συνολικού μήκους 23 εκατοστών, το οποίο είχε φέρει μαζί του. Φοβήθηκε και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα της βοηθητικής οικίας για να βγει έξω. Εκείνη την στιγμή ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον μαχαίρωσε κατ' επανάληψη στην πλάτη. Ο Παραπονούμενος κατάφερε να εξέλθει της βοηθητικής οικίας, όμως ο Κατηγορούμενος συνέχισε να τον καταδιώκει και να τον μαχαιρώνει, σε διάφορα μέρη του σώματος του (5η κατηγορία).
- Εκείνη τη στιγμή, η ανήλικη κόρη του Παραπονουμένου, η οποία βρισκόταν εντός της κυρίως κατοικίας, άκουσε φασαρία και φωνές να προέρχονται από την αυλή και ειδοποίησε τρομαγμένη τη μητέρα της και σύντροφο του Παραπονουμένου (M.G.), η οποία απουσίαζε από την οικία τους. Αυτό συνέβη περί τις 7.35 π.μ. Τότε, η M.G. έσπευσε στην οικία τους, όπου εντόπισε τον Παραπονούμενο σε λίμνη αίματος στο έδαφος, δίπλα στην οικία, να κρατά με τις παλάμες του το λαιμό του και να καλεί σε βοήθεια. Η M.G. κάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο, ενώ στο μέρος κλήθηκε και η Αστυνομία.
- Ο Παραπονούμενος μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, όπου εξετάστηκε από τον δρα Ε.Π. και τον δρα Ε.Κ.. Διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλά ανοικτά (δηλαδή εξωτερικά), διατιτρένοντα τραύματα στον θώρακα, στο δεξιό και αριστερό ημιθωράκιο, στο λαιμό και στο πρόσωπο, και ένα τραύμα υποξιφοειδικά στην άνω κοιλιακή χώρα. Τα τραύματα προκλήθηκαν από αιχμηρό αντικείμενο. Η κατάσταση του Παραπονούμενου ήταν ασταθής και φαινόταν να είχε απωλέσει πάνω από δύο λίτρα αίμα. Λόγω των πολλαπλών τραυμάτων του, λόγω ταχύπνοιας και οιδήματος στον τράχηλο, ο Παραπονούμενος διασωληνώθηκε με στοματοφαρυγγικό αεραγωγό και του τοποθετήθηκε θωρακικός σωλήνας παροχέτευσης στην αριστερή πλευρά. Ο Παραπονούμενος βρισκόταν σε σοκ αιμορραγικού τύπου σταδίου IV. Έγινε επιπωματισμός αιμορραγούντων, ανοικτών τραυμάτων του τριχωτού της κεφαλής, του τραχήλου, του προσώπου, των εγγύτερων άνω άκρων, του θωρακικού τοιχώματος και του πλαγίου και οπίσθιου κοιλιακού τοιχώματος. Έγινε μετάγγιση αίματος και χορηγήθηκαν στον Παραπονούμενο ενδοφλέβια φάρμακα. Οδηγήθηκε επειγόντως στο χειρουργείο, όπου χειρουργήθηκε λαπαροσκοπικά για ρήξη ήπατος, και για ρήξη αριστερού ημιδιαφράγματος. Έγινε, επίσης, σύγκλειση των πολλαπλών τραυμάτων του με ραφές και κλιπς. Καταμετρήθηκαν 25 μαχαιριές στο θώρακα, περίπου 20 μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα και 15 - 20 μαχαιριές στον τράχηλο και το κρανίο. Διαπιστώθηκε ότι οι μαχαιριές, σε ορισμένα σημεία ήταν βαθιές, καθώς επλήγησαν ζωτικά όργανα του και θα μπορούσαν να ήταν θανατηφόρα. Ο Παραπονούμενος, λόγω των σοβαρών τραυμάτων που υπέστη, παρέμεινε υπό νοσηλεία για οκτώ ημέρες, μέχρι δηλαδή την 16.6.
- Στις 15.6.23 διεξήχθη ιατροδικαστική εξέταση του Παραπονούμενου από τους ιατροδικαστές, Δρα Αγγελική Παπέττα και Δρα Ορθόδοξο Ορθοδόξου. Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά ευρήματα, διαπιστώθηκε ότι ο Παραπονούμενος έφερε κεντρική φλεβική γραμμή στην ράχη της δεξιάς χειρός. Είχε πολλαπλά χειρουργικά συραμμένα τραύματα (με μεταλλικά κλιπς) στην αριστερή κάτω γνάθο, στην αριστερή και δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, στην αυχενική χώρα, στην αριστερή πλάγια θωρακική και στην κοιλιακή χώρα, στο ύψος της ξιφοειδούς απόφυσης, όπως και στη δεξιά κατώτερη κοιλιακή χώρα, στην αριστερή ωμική χώρα, στη δεξιά βραχιόνια χώρα, στη δεξιά οπίσθια βραχιόνια χώρα, στη δεξιά αντιβραχιόνια χώρα, στην αριστερή βραχιόνια χώρα, στην αριστερή αντιβραχιόνια χώρα και στη ραχιαία χώρα. Επίσης, διαπιστώθηκαν χειρουργικά, συρραμμένα τραύματα στη δεξιά κοιλιακή χώρα, στη δεξιά πλάγια θωρακική χώρα και στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Υπήρχε εκτεταμένη χειρουργική συραμμένη τομή (με μεταλλικά κλίπς) στην κοιλιακή χώρα που άρχεται από το ύψος της ξιφοειδούς απόφυσης έως την κατώτερη κοιλιακή χώρα, μήκους 22 εκατοστών (βλ. και φωτογραφίες Τεκμήριο 1, που λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση).
- Ο Κατηγορούμενος μετά την επίθεση του στον Παραπονούμενο, πήδηξε από τον ξύλινο φράκτη της οικίας του Παραπονούμενου και έτρεξε μέχρι το ξενοδοχείο SUNRISE στον Πρωταρά. Θεάθηκε από πολίτη να τρέχει έχοντας στην κατοχή του το ματωμένο μαχαίρι, ο οποίος ειδοποίησε έντρομος την αστυνομία. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του χώρου υποδοχής του ξενοδοχείου όπου έγινε αντιληπτός από διάφορους υπαλλήλους του, οι οποίοι τρόμαξαν όταν διαπίστωσαν ότι το δεξί του χέρι ήταν ματωμένο και ότι κρατούσε το προαναφερόμενο μαχαίρι. Βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης και ήταν εξαγριωμένος (κατηγορίες 2, 3 και 4). Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου κάλεσαν τότε την Αστυνομία.
- Ο Κατηγορούμενος άρχισε να περιφέρεται άσκοπα μέσα στο ξενοδοχείο και τελικά πήδηξε από ύψος 2 - 4 μέτρων στο υπόγειο του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο πόδι. Εισήλθε σε βοηθητικό γραφείο του προσωπικού του ξενοδοχείου και όταν υπάλληλος του ξενοδοχείου προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα, ο Κατηγορούμενος προέβαλε αντίσταση, ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να εισέλθει εντός ανοικτού ψυγείου που βρισκόταν στο χώρο. Η αστυνομία εντόπισε τον Κατηγορούμενο στον υπόγειο χώρο του ξενοδοχείου και αφού διαπίστωσε ότι ήταν σοβαρά τραυματισμένος στο πόδι, τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου.
- Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 8.6.23, και ώρα 12:10, στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή και απάντησε: «Εν θα πω τίποτε». Εν συνεχεία, ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά από την αστυνομία και είπε τα ακόλουθα: «Ελάλεν μου ότι έννα με σκοτώσει τζαι επειδή ήμασταν πας την κόκα μας εθόλωσα τζαι έμπηξα του το μασιέρι. Ύστερα μου είπασιν ότι έκαμα του 20 μασιερκές.»
- Στις 9.6.23 εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης του Κατηγορούμενου, το οποίο εκτελέστηκε την ίδια μέρα και ώρα 10:20 π.μ., στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι. Όταν του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή, ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Τίποτε».
- Την 12.6.23 και 21.6.23 ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς, σε μορφή ερωτοαπαντήσεων και, ενώ παραδέχθηκε τη χρήση διαφόρων ναρκωτικών ουσιών, ανέφερε ότι δεν θυμόταν να κρατούσε μαχαίρι και ότι δεν είχε λόγο να μαχαιρώσει τον Παραπονούμενο διότι, όπως ανέφερε, «εν πολλά καλός φίλος μου». Στις πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αναφορικά με το επίδικο συμβάν, απαντούσε με την φράση «δεν θυμούμαι».
- Στις 19.6.23, ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από κυβερνητικό ψυχίατρο και διαπιστώθηκε ότι είναι σε θέση να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Β. Διαδικασία Μετά την έκθεση των γεγονότων και συγκεκριμένα κατά την αγόρευση προς μετριασμό, προβλήθηκε η θέση από πλευράς υπεράσπισης, ότι δεδομένης της ολοκληρωτικής επίδρασης των ναρκωτικών ουσιών/αλκοόλ στον Κατηγορούμενο, τα αδικήματα τελέστηκαν χωρίς επίγνωση των πράξεων του. Σχετικές αναφορές εντοπίζονται στις σελίδες 2, 3, 17-18 και 21 της γραπτής αγόρευσης προς μετριασμό. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι δεν αποδέχεται τη θέση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του. Υποστήριξε βεβαίως ότι η θέση αυτή δεν επηρεάζει την παραδοχή του Κατηγορούμενου δεδομένου του ότι, αφενός η περίπτωση αφορά εθελούσια κατανάλωση αλκοόλ/ναρκωτικών ουσιών και αφετέρου του ότι δεν απαιτείται ειδική πρόθεση για τη διάπραξη του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης. Εισηγήθηκε δε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί αντίστροφη διαδικασία τύπου Newton, με την υπεράσπιση που προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό να φέρει και το βάρος να τον αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, θέση με την οποία συμφώνησε και ο συνήγορος υπεράσπισης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα κατέληξε ότι πράγματι, για λόγους που επεξηγούνται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να θέσει ζήτημα μη επίγνωσης των πράξεων του στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής, δεδομένων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει οι οποίες δεν απαιτούν ειδική πρόθεση και περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ουσιώδης κατά τρόπο που δικαιολογείτο η έκδοση διαταγής για διεξαγωγή (αντίστροφης) διαδικασίας τύπου Newton, με το βάρος απόδειξης να το φέρει η Υπεράσπιση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σχετικά με τη δικονομία τέτοιων διαδικασιών παραπέμπουμε στα όσα αναλυτικά παρατίθενται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», 2014, σελ. 1031-
- Το ουσιώδες κατ' αρχάς είναι πως κατά τη διαδικασία τύπου Newton, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές και δικονομία όπως και κατά την απόδειξη των ποινικών υποθέσεων μετά από μη παραδοχή σύμφωνα με τις αρχές του αντιπαραθετικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Η δεύτερη βασική αρχή είναι πως το Δικαστήριο αποφαινόμενο επί των θεμάτων που εγείρονται, επιβάλλεται να ακολουθεί αυστηρώς τους αποδεικτικούς κανόνες και να αξιολογεί τη μαρτυρία κατά τον ίδιο τρόπο που θα έπραττε στα πλαίσια κατάληξης σε ετυμηγορία κατά την κυρίως δίκη. Γ. Σύνοψη Μαρτυρίας Για την πλευρά του Κατηγορούμενου κατέθεσε η ψυχίατρος, Δρ Λ.Β. (Μ.Υ.1) ενώ για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε η Μ.Α. (Μ.Κ.1) από το Γενικό Χημείο του κράτους. Η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι ψυχίατρος, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την ψυχιατροδικαστική έκθεση ημερ. 28.11.23 (Έγγραφο Α) στην οποία περιλαμβάνεται και αναφορά στα προσόντα και εμπειρία της. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι τα συμπεράσματα της βασίστηκαν στα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία της παραδόθηκαν, στην κλινική εξέταση της οποίας έτυχε ο Κατηγορούμενος από την ίδια σε δύο περιπτώσεις εντός των κεντρικών φυλακών (ήτοι στις 7.8.23 και 16.11.23) καθώς και στις τοξικολογικές εξετάσεις του κρατικού χημείου. Διευκρίνισε δε ότι παρά το ότι διάβασε το σύνολο των καταθέσεων, στην κατάθεση της αναφέρεται σε αριθμό συγκεκριμένων καταθέσεων, αφού έλαβε υπόψιν αυτές που σχετίζονταν με το ζήτημα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο της επίδικης πράξης και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην έκθεση της αναφέρεται στο βραχύ ατομικό και αναπτυξιακό ιστορικό του Κατηγορούμενου, εστιάζοντας στη χρήση νόμιμων και παράνομων ψυχοδραστικών ουσιών από την ηλικία των 10 ετών καθώς και στην επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς από την ηλικία των 12 ετών και την ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης το 2011 καθώς και την αποχή του από την ηρωϊνη από το 2013, σημειώνοντας όμως ότι προβαίνει σε τακτική χρήση κοκαίνης. Αναφέρεται επίσης στο βραχύ ιστορικό της υπόθεσης, στην κλινική εξέταση του Κατηγορούμενου, για να καταλήξει τελικώς στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με διαταραχή χρήσης ουσιών και ότι στις 8.6.23 ήταν υπό τη επήρεια, τοξική φάση, μετά την εκτεταμένη συνδυαστική χρήση μαριχουάνας, βενζοδιαζεπίνων, κοκαϊνης και αλκοόλ με συνέπεια την εμφάνιση παραληρητικής συμπτωματολογίας με παρορμητική/βίαιη συμπεριφορά. Υπό το έδαφος των πιο πάνω εμφάνισε, σύμφωνα με τη μάρτυρα μειωμένη αντιληπτική ικανότητα και δεν είχε επίγνωση των πράξεων του, έννοια την οποία επεξήγησε με την προφορική της μαρτυρία, διακρίνοντας την από την αντιληπτική ικανότητα. Ανέφερε επίσης πως η δήλωση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του 5-6 ώρες μετά «ελάλεν μου ότι εν να με σκοτώσει τζιαι επειδή ήμασταν πάνω στην κόκα μας εθόλωσα τζιαι έμπηξα του το μασιαίρι. Ύστερα μου είπασιν ότι έκαμα του 20 μασιερκές», δεν διαφοροποιεί το συμπέρασμα της περί μη επίγνωσης, για τους λόγους που εξήγησε. Επίσης ερωτήθηκε για να διευκρινίσει πως επενεργεί η συνδυαστική χρήση της κάνναβης, της κοκαϊνης και της αλκοόλης όπου ανέφερε ότι οι ουσίες αυτές στις οποίες βρέθηκε θετικός, είναι ψυχοδραστικές ουσίες, κάποιες διεγερτικές, κάποιες κατασταλτικές, οι οποίες καθώς μεταβολίζονται παράγουν μια ουσία που λέγεται ντοπαμίνη, που είναι υπεύθυνη στο να μειωθεί η αντιληπτική ικανότητα του ατόμου και στο να αναπτυχθούν παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις. Στη συνδυαστική χρήση των ουσιών όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η βιοσύνθεση όλων των διάφορων ουσιών είχε σοβαρές επιπτώσεις πάνω στην υπερέκκριση διαφόρων νευροχημικών ουσιών στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οι οποίες υποδεικνύουν ότι η βίαιη συμπεριφορά η οποία εμφανίστηκε στον Κατηγορούμενο είναι δικαιολογημένη κάτω από τις συνθήκες στις οποίες εμφανίστηκε. Επίσης υποστήριξε ότι η πάροδος χρόνου από μόνη της παίζει ρόλο στο να συνειδητοποιήσει κανείς, έστω εκ των υστέρων τις πράξεις του, αφού μετά που φεύγει η επήρεια των ουσιών υπάρχει συνήθως ανάκληση των γεγονότων η οποία μπορεί να είναι μερική, επισημαίνοντας πως υπάρχει περίπτωση ένα άτομο που έχει μειωμένη ανάκληση γεγονότων όταν περιγράφεται μια κατάσταση να του δημιουργηθούν εικόνες και συναισθήματα σαν το ίδιο το άτομο να τα βίωσε στην πραγματικότητα. Ερωτηθείσα δε αν ο Κατηγορούμενος έχει συνηδειτοποιήσει τώρα τί έπραξε 10 μήνες πριν, ανέφερε ότι νομίζει πως συνειδητοποίησε, αφού κατά την τελευταία φορά που τον εξέτασε υπήρχε ανάκληση γεγονότων. Ως προς το εάν το παραλήρημα ή οι παραισθήσεις συνδέονται με το συμπέρασμα της, περί μη επίγνωσης των πράξεων του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι σχετίζονται, αφού υπό το κράτος αυτού του παραληρήματος εμφανίστηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις. Όπως εξήγησε τη συγκεκριμένη μέρα το άτομο ήταν υπό την επήρεια διαφόρων ψυχοδραστικών ουσιών κάποιες από τις οποίες ήταν η κοκαϊνη, το αλκοόλ, το zolaram/Xanax, η αλπραζολάμη και η μαριχουάνα, ουσίες που σχετίζονται με βίαιες και παρορμητικές συμπεριφορές και ειδικά εφόσον συνδυαστούν. Περαιτέρω υποστήριξε ότι τούτο συνάδει και με το ιστορικό του, σύμφωνα με το οποίο όταν έκανε χρήση κοκαϊνης και αλπραζολάμης εμφάνιζε παρανοϊκές ιδέες βλάβης και παρακολούθησης, κάτι το οποίο εμφανίστηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Υποστήριξε πως από τις καταθέσεις υπήρξε φόβος για τη σωματική του ακεραιότητα και υπό το κράτος των ψυχοδραστικών ουσιών αναπτύχθηκε ένα παρανοϊκό ιδεώδες, δηλαδή παραληρητικές ιδέες δίωξης και κάτω από τις συνθήκες που υπήρχαν τη συγκεκριμένη μέρα, ο ίδιος θεώρησε ότι απειλήθηκε και γι' αυτό προέβη στη συγκεκριμένη πράξη. Ανέφερε δε ότι θεωρεί ότι η πράξη του ήταν καθαρά παρορμητική υπό το κράτος των ιδεών του, εξ ου και η θέση της ότι δεν είχε επίγνωση των πράξεων του, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι προκύπτει να είχε ριχθεί από τον Παραπονούμενο ένα τραπέζι προς τον Κατηγορούμενο, πράξη που θα μπορούσε να θεωρηθεί προκλητική, ενώ τόσο αυτά όσο και εν γένει το ότι είδε άνθρωπο στο ψυγείο του ξενοδοχείου να κρατά όπλο, όλα αυτά υπάγονται στις διαταραχές αντίληψης και είναι παραληρητικές ιδέες. Αντεξετάστηκε αναφορικά με την πείρα της σε σχέση με κρατούμενα πρόσωπα, αλλά και αναφορικά με τα έγγραφα ημερ. 9.6.23 και 12.6.23 που έλαβε υπόψη, για να της υποβληθεί πως τέτοια έγγραφα δεν υπάρχουν, ως προς το εάν η αντιληπτική ικανότητα συνδέεται με την επίγνωση των πράξεων του όπου ανέφερε ότι συνδέονται αλλά πρόκειται για διαφορετικά πράγματα και υπάρχουν επίπεδα αντιληπτικής ικανότητας με το πιο ακραίο να είναι αυτό της αδυναμίας επίγνωσης των πράξεων. Επίσης δέχθηκε αντεξετασθείσα σχετικά ότι η μοναδική ουσία για την οποία υπάρχει ποσοτική ένδειξη είναι το αλκοόλ, αφού στις λοιπές ουσίες υπάρχει μόνο θετική ή αρνητική ένδειξη και τόνισε πως δεν μπορεί να γνωρίζει τί ποσότητα THC, ή κοκαϊνης, αλπραζολάμης, ή βενζοδιαζεπίνες είχε στον οργανισμό του. Σε υποβολή πως δεν ήταν θετικός σε THC επέμεινε πως ήταν και πως η ουσία αυτή μεταβολίζεται στις 28 μέρες και ακόμα, πως το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ με το THC είναι συνώνυμα. Σε υποβολή ότι το THC είναι αυτό που επηρεάζει τον οργανισμό και όχι ο μεταβολίτης, δηλαδή το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ, ανέφερε ότι έχει διαφορετική άποψη και υποστήριξε πως οτιδήποτε έχει να κάνει με την τετραϋδροκανναβινόλη, μπορεί να επηρεάσει το κεντρικό νευρικό σύστημα του ατόμου είτε είναι το οξύ είτε είναι οτιδήποτε άλλο. Πέραν των πιο πάνω αντεξετάστηκε και αναφορικά με διάφορα στοιχεία καταθέσεων τα οποία δεν αναφέρονται ρητώς στην έκθεση της, για να ερωτηθεί εάν τα έλαβε υπόψη και να της υποβληθεί πως δεν τα έλαβε δεόντως υπόψη αφού άλλα στοιχεία μαρτυρίας αναφέρονται ρητώς στην έκθεση της, όπου ανέφερε ότι τα έλαβε και ότι δεν μπήκε στη διαδικασία να καταγράψει την κάθε πρόταση που θεώρησε σημαντική. Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς το εάν προέβη σε δικανική αξιολόγηση του Κατηγορούμενου σε σχέση με το αν λέει την αλήθεια αλλά και ως προς το ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του 21.6.23, ενώ επίσης αντικείμενο αντεξέτασης αποτέλεσε και η πάροδος χρονικού διαστήματος από το συμβάν μέχρι την εξέταση του Κατηγορούμενου από τη μάρτυρα, για να της υποβληθεί ότι κάποιος που θα εξέταζε τον Κατηγορούμενο κατά το χρόνο διάπραξης ή έστω σύντομα μετά π.χ σε διάστημα δύο ωρών θα ήταν σε καλύτερη θέση να αξιολογήσει και να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με την αντιληπτική του ικανότητα καθώς και του εάν είχε επίγνωση των πράξεων του. Η Μ.Κ.1 καταθέτοντας ανέφερε ότι είναι προϊσταμένη στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του κράτους και ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, διενήργησε εξετάσεις σε φιαλίδιο με αίμα του Κατηγορούμενου, με σκοπό την ανίχνευση αλκοόλης καθώς και φαρμάκων και ελεγχόμενων ουσιών. Το δείγμα λήφθηκε στις 8.6.23 και ώρα 12:15 και το αποτέλεσμα ήταν ο εντοπισμός αιθυλικής αλκοόλης (οινοπνεύματος) 44mg (μιλιγραμμάρια) ανά dl (δεκατόλιτρο) καθώς και το 11-nor-τετραυδροκανναβινοϊκό οξύ, αλπραζολάμη, βενζοϋλεκγονίνη, κοκαϊνη και μεθυλεστέρας της εκγονίνης. Περαιτέρω εξήγησε ότι το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ είναι ο μεταβολίτης της τετραϋδροκανναβινόλης (THC) που είναι το κύριο ψυχοδραστικό συστατικό της κάνναβης. Με άλλα λόγια, το THC είναι ουσία που όταν ληφθεί επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα του ατόμου, τη ψυχολογία του και εν γένει το πώς νιώθει, σε αντίθεση με το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ που δεν είναι ψυχοδραστικό και παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης της στα Τεκμήρια 6, 7, 8 και
- Διευκρίνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίστηκε THC, αλλά μόνο τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ, ότι το THC μεταβολίζεται πολύ γρήγορα, ότι η κορυφή της συγκέντρωσης του (peak) εντοπίζεται 8-10 λεπτά μετά τη λήψη του και ότι το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ είναι ο μεταβολίτης της τετραϋδροκανναβινόλης (THC) που είναι το κύριο ψυχοδραστικό συστατικό της κάνναβης. Μιλώντας για το THC εξήγησε ότι πρόκειται για ψυχοδραστική ουσία, δηλαδή ουσία που όταν ληφθεί επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα του ατόμου, τη ψυχολογία του και εν γένει το πώς νιώθει, έχει κατασταλτική ιδιότητα προκαλεί παραισθήσεις και «temporary distortion» και το άτομο δεν αντιλαμβάνεται σωστά τί γίνεται γύρω του. Μπορεί δε να ανιχνευτεί μέχρι 5 ώρες μετά, κάτι το οποίο όμως εξαρτάται και από τη δόση που έχει ληφθεί αλλά και από τον τρόπο λήψης της επισημαίνοντας ότι σύμφωνα με τη βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήριο 9) λήψη 34 μιλιγραμμαρίων, ποσότητα σχετικά μικρή, δια καπνίσματος δίδει ανίχνευση 5 ώρες μετά, ενώ το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ αναφέρεται πως μπορεί να ανιχνευτεί 36 ώρες μετά ενώ σε συχνούς χρήστες το εν λόγω οξύ μπορεί να ανιχνευτεί και ένα μήνα μετά, πλην όμως δεν πρόκειται για ψυχοδραστική ουσία. Ανέφερε επίσης ότι η ποσότητα παίζει ρόλο στο πόση ώρα μετά θα ανιχνευθεί, αφού όσο πιο μεγάλη είναι η ποσότητα που λήφθηκε, τόσο πιο αργά θα φύγει από τον οργανισμό. Επίσης σημασία έχει και ο τρόπος χρήσης, το αν ο λήπτης είναι χρόνιος χρήστης, το υλικό επί του οποίου θα διενεργηθεί η ανάλυση καθώς και η μέθοδος που χρησιμοποιείται. Διευκρίνισε δε σχετικά πως η μέθοδος που εφαρμόζεται από το εργαστήριο είναι πάρα πολύ ευαίσθητη, οπόταν αν υπήρχε THC θα έπρεπε να είχε ανιχνευτεί. Ως προς τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν σε σχέση με τη χρήση κάνναβης από τον Κατηγορούμενο 5,5 ώρες προηγουμένως, ανέφερε πως το τί γενικά μπορεί να λεχθεί όταν ανιχνευθεί τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ χωρίς την παρουσία THC, είναι ότι η χρήση κάνναβης είναι προγενέστερη και ότι η επίδραση της κάνναβης έχει εξασθενίσει στον οργανισμό, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί πόσο προγενέστερη είναι η χρήση, αφού τούτο εξαρτάται και από τους λοιπούς παράγοντες που προανέφερε. Ανέφερε πάντως πως αν είχε κάνει χρήση κάνναβης 34 mg στις 5-6 ώρες θα είχε ανιχνευτεί. Κατά την αντεξέτασή της ερωτήθηκε κατά πόσον υπάρχει τρόπος υπολογισμού της αλκοόλης που υπήρχε 5 ώρες πριν τη λήψη του δείγματος το οποίο κατέδειξε μεταξύ 44-49 mg/dl, όπου ανέφερε ότι για να μπορεί να γίνει ο υπολογισμός της συγκέντρωσης στο αίμα του ατόμου από αυτό το νούμερο, θα πρέπει να υποτεθεί ή να υπάρχει γνώση ότι δεν υπήρξε κατανάλωση για τουλάχιστον μια ώρα πριν ληφθεί το αίμα και ότι πέρασε μια ώρα από το πρώτο του ποτό. Παραπέμποντας στο Τεκμήριο 10 (Ukiaft Guidelines for Perfoming Alcohol Technical Defence Calculations) ανέφερε ότι δεν μπορεί να καθοριστεί ένας αριθμός που να ισχύει για όλα τα άτομα επειδή το ζήτημα εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου, από το εάν το άτομο λαμβάνει άλλα φάρμακα, αν είναι συχνός ή περιστασιακός χρήστης αλκοόλης, γι' αυτό χρησιμοποιείται ένα εύρος το οποίο στην προκειμένη περίπτωση και με βάση το αποτέλεσμα των εξετάσεων στις 12:10, πέντε ώρες προηγουμένως με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές Τεκμήριο 10 θα είχε στον οργανισμό του από 91 mg/dl - 191 mg/dl, με περισσότερη πιθανότητα να είχε 141 mg/dl. Ανέφερε επίσης ότι διενήργησαν εξετάσεις σε τρία δείγματα κατά τρόπο που να μπορεί να είναι εγγυημένη η ορθότητα του αποτελέσματος. Αναφορικά με τις ψυχοδραστικές επιπτώσεις συνδυασμού ουσιών ανέφερε ότι η ίδια δεν έχει επαφή ως εκ του αντικειμένου της ειδικότητας της με άτομα που έχουν προβλήματα χρήσης ουσιών ή αλκοόλης, αφού αυτό που εξετάζουν είναι βιολογικά υλικά. Όμως ως εκ των γνώσεων της από βιβλιογραφία, ανέφερε ότι όταν υπάρχει συνδυασμός ουσιών παρόλο που μπορείς να δεις τί θα έχει το άτομο σε γενικές γραμμές, εντούτοις την καλύτερη εικόνα την έχει ο γιατρός, νοσηλευτής ή ψυχίατρος που θα δει το άτομο τη δεδομένη στιγμή ή όσο πιο κοντά σε αυτή τη στιγμή. Δέχθηκε όμως ότι η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει για τις μεθόδους κλινικής εξέτασης από ψυχίατρο και επίσης ανέφερε ότι είναι πολύπλοκο να προσπαθήσει να αναφερθεί στο πώς επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου ο συνδυασμός ουσιών που λαμβάνονται ταυτόχρονα, όμως ανέφερε ότι σίγουρα πρόκειται για ουσίες που μπορεί να προκαλέσουν ψευδαισθήσεις, υπερεκτίμηση ή μείωση των ικανοτήτων. Τέλος και με δεδομένο ότι δύο μέρες μετά τις 10.6.23, εντοπίστηκε κοκαϊνη η οποία με βάση τα δεδομένα που ανέφερε μέχρι 12 ώρες μετά αναμένεται να εντοπιστεί, συμφώνησε ότι τούτο υποδηλώνει υπερβολική χρήση. Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τις δύο μάρτυρες που κατέθεσαν και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή εγγράφων. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ό,τι οφείλουμε πρώτα να επισημάνουμε είναι πως και οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες, χωρίς η εμπειρογνωμοσύνη της κάθε μιας στον τομέα της να αμφισβητηθεί. Λαμβανομένων δε υπόψη των προσόντων και εμπειρίας που η κάθε μια ανέφερε ότι διαθέτει στον τομέα της, αποδεχόμαστε τη Μ.Υ.1 ως εμπειρογνώμονα ψυχίατρο και την Μ.Κ.1 ως εμπειρογνώμονα χημικό. Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία τους είναι πολύ καλά γνωστές[2]. Ό,τι αξίζει να σημειωθεί είναι πως τέτοιοι μάρτυρες οφείλουν να παραθέτουν με τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό την επιστημονική τους άποψη επί των όσων ερωτούνται και να εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Όπως δε τονίστηκε στην Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R 663, η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Αρχίζοντας από τη Μ.Κ.1, αυτό που πρώτα οφείλουμε να σημειώσουμε είναι ότι η υπεράσπιση στην ουσία δεν αμφισβήτησε τις θέσεις που προώθησε και εν γένει τη μαρτυρία της, αφού εισήγηση της υπεράσπισης ήταν η αποδοχή της μαρτυρίας και των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν στη διαδικασία ως αξιόπιστες. Έχοντας εξετάσει και εμείς με τη σειρά μας τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, πράγματι διαπιστώνουμε ότι επρόκειτο για μια ανεξάρτητη μάρτυρα, χωρίς συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και η οποία με αναφορά σε συγγράμματα και βιβλιογραφία τεκμηρίωνε τις θέσεις της, παρουσιάζοντας με τρόπο αντικειμενικό τα συμπεράσματα και τις διαπιστώσεις της, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να υποβάλει σε έλεγχο τα όσα ανέφερε. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της θεωρούμε το γεγονός ότι αναφορικά με τις ψυχοδραστικές επιπτώσεις συνδυασμού ουσιών ανέφερε ότι η ίδια δεν έχει επαφή ως εκ του αντικειμένου της ειδικότητας της με άτομα που έχουν προβλήματα χρήσης ουσιών ή αλκοόλης, αφού αυτό που εξετάζουν είναι βιολογικά υλικά και περιορίστηκε να αναφέρει ότι ως εκ των γνώσεων της από βιβλιογραφία όταν υπάρχει συνδυασμός ουσιών παρόλο που μπορείς να δεις τί θα έχει το άτομο σε γενικές γραμμές εντούτοις την καλύτερη εικόνα την έχει ο γιατρός, νοσηλευτής ή ψυχίατρος που θα δει το άτομο τη δεδομένη στιγμή ή όσο πιο κοντά σε αυτή τη στιγμή. Παράλληλα και με την ίδια ειλικρίνεια δέχθηκε ότι η ίδια δεν μπορεί να γνωρίζει για τις μεθόδους κλινικής εξέτασης από ψυχίατρο και επίσης ανέφερε ότι είναι πολύπλοκο να προσπαθήσει να αναφερθεί στο πώς επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου ο συνδυασμός ουσιών που λαμβάνονται ταυτόχρονα, όμως ανέφερε ότι σίγουρα πρόκειται για ουσίες που μπορεί να προκαλέσουν ψευδαισθήσεις, υπερεκτίμηση ή μείωση των ικανοτήτων. Από τη μαρτυρία της προκύπτουν διαπιστώσεις που αφορούν τη χρήση κάνναβης και την κατανάλωση αλκοόλης ως πιο κάτω τις σημειώνουμε. Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με τη μαρτυρία της είναι πως παρά το ότι η Μ.Υ.1 είχε διαφορετική θέση καθ' όσον αφορά το THC και το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ, αφού υποστήριξε πως είναι «συνώνυμα», εντούτοις ο συνήγορος υπεράσπισης δέχθηκε πως οι τοποθετήσεις της Μ.Υ.1 αναφορικά με το THC και το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ δεν ήταν ορθές, αποδεχόμενος τις θέσεις της Μ.Κ.1 επί του προκειμένου. Συγκεκριμένα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 προκύπτει ότι το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ που εντοπίστηκε στο δείγμα αίματος που λήφθηκε κατά την επίδικη ημερομηνία στις 12:15, δεν αποτελεί ψυχοδραστική ουσία. Πρόκειται για τον μεταβολίτη της τετραϋδροκανναβινόλης (THC) που είναι το κύριο ψυχοδραστικό συστατικό της κάνναβης, δηλαδή ουσία που όταν ληφθεί επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα του ατόμου, τη ψυχολογία του και εν γένει το πώς νιώθει ένα άτομο. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της προέκυψε ότι το THC μεταβολίζεται πολύ γρήγορα, ότι η κορυφή της συγκέντρωσης (peak) εντοπίζεται στα 8-10 λεπτά μετά τη λήψη και ότι μπορεί να ανιχνευτεί μέχρι πέντε ώρες μετά, κάτι το οποίο όμως εξαρτάται από τον τρόπο λήψης αλλά και από το μέγεθος της δόσης αφού όσο μεγαλύτερη είναι η δόση, τόσο πιο αργά θα φύγει από τον οργανισμό. Πάντως από τη μαρτυρία της προέκυψε πως σύμφωνα με τη βιβλιογραφία λήψη 34 μιλιγραμμαρίων, ποσότητα σχετικά μικρή, δια καπνίσματος δίδει (χρόνο) ανίχνευσης, πέντε ώρες μετά. Το δε τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ μπορεί να ανιχνευτεί μέχρι και 36 ώρες μετά ενώ σε συχνούς χρήστες το εν λόγω οξύ μπορεί να ανιχνευτεί και ένα μήνα μετά, πλην όμως δεν πρόκειται για ψυχοδραστική ουσία. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της προέκυψε ότι όταν ανιχνευθεί τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ χωρίς την παρουσία THC, το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η χρήση κάνναβης είναι προγενέστερη και ότι η επίδραση της κάνναβης έχει φύγει ή έχει εξασθενίσει η επίδραση της στον οργανισμό, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιοριστεί πόσο προγενέστερη είναι η χρήση, αφού τούτο εξαρτάται και από τους λοιπούς παράγοντες όπως είναι το μέγεθος της δόσης, ο τρόπος λήψης κλπ. Ό,τι επομένως εξάγεται από τα ανωτέρω και από τη μαρτυρία της εν γένει είναι πως για να μην ανιχνευτεί THC στο δείγμα που λήφθηκε στις 12:15, αλλά τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ, σημαίνει πως η λήψη της κάνναβης είχε λάβει χώρα πριν τις 07:15, χωρίς ωστόσο να μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ποια ώρα έγινε η λήψη και πότε ακριβώς μεταβολίστηκε, με άλλα λόγια πότε δηλαδή έπαψε η ψυχοδραστική ουσία της κάνναβης (δηλ. το THC) να έχει επίδραση στον οργανισμό του Κατηγορούμενου. Όσον αφορά το ποσοστό αλκοόλης και το ζήτημα του εάν μπορεί να υπολογιστεί το σχετικό ποσοστό αλκοόλης που υπήρχε πέντε ώρες πριν τη λήψη του δείγματος, το οποίο κατέδειξε μεταξύ 44-49 mg/dl, από τη μαρτυρία της προέκυψε πως δεν μπορεί να καθοριστεί ένας αριθμός που να ισχύει για όλα τα άτομα επειδή το ζήτημα εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου, από το εάν το άτομο λαμβάνει άλλα φάρμακα, αν είναι συχνός ή περιστασιακός χρήστης αλκοόλης, γι' αυτό χρησιμοποιείται ένα εύρος το οποίο στην προκειμένη περίπτωση και με βάση το αποτέλεσμα των εξετάσεων στις 12:10, πέντε ώρες προηγουμένως με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές Τεκμήριο 10 θα είχε στον οργανισμό του από 91 mg/dl - 191 mg/dl με περισσότερη πιθανότητα να είχε 141 mg/dl, νοουμένου πάντοτε ότι υφίσταται ως δεδομένο ότι δεν υπήρξε κατανάλωση για τουλάχιστον μια ώρα πριν ληφθεί το αίμα και ότι πέρασε μια ώρα από το πρώτο του ποτό. Τέλος και με δεδομένο ότι δύο μέρες μετά τις 10.6.23, εντοπίστηκε σε δείγμα που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο κοκαϊνη η οποία μέχρι 12 ώρες μετά αναμένεται να εντοπιστεί, προκύπτει ότι είχε προηγηθεί υπερβολική χρήση κοκαϊνης. Από την άλλη και στρεφόμενοι τώρα στη Μ.Υ.1 οφείλουμε να πούμε ότι διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της δημιουργούν ρήγματα στο όλο υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε για να οδηγηθεί στο τελικό της συμπέρασμα περί μη επίγνωσης του Κατηγορούμενου των πράξεων του κατά τον επίδικο χρόνο, θέτοντας εν αμφιβόλω σε κάποιες περιπτώσεις και την αντικειμενικότητα της. Κατ΄ αρχάς τα όσα ανέφερε εν σχέσει με τη συνδυαστική χρήση ουσιών βασίζονταν στην αντίληψη της, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν και υπό την επήρεια της ψυχοδραστικής ουσίας της κάνναβης, ενώ όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 δεν προκύπτει με την απαιτούμενη βεβαιότητα κατά πόσο το THC είχε ή όχι μεταβολιστεί κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Βεβαίως το γεγονός παραμένει πως κατά το χρόνο λήψης του δείγματος, ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, σε ποσοστό το οποίο φαίνεται να υποδηλώνει, δεδομένης και της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, πως ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό τη επήρεια της και κατά το χρόνο της διάπραξης σε ψηλότερο μάλιστα ποσοστό, όσο και αν δεν μπορεί τούτο να καθοριστεί με ακρίβεια, για τους λόγους που η Μ.Κ.1 εξήγησε. Περαιτέρω, από τη διενέργεια των εξετάσεων στο δείγμα που λήφθηκε στις 12:15, προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος ήταν θετικός και στα φάρμακα zolaram/Xanax, αλλά και στην κοκαΐνη. Με δεδομένο δε ότι, δεν έχει προκύψει ότι μετά τη διάπραξη των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος έλαβε οποιαδήποτε από τις εν λόγω ουσίες, εκλαμβάνουμε ως δεδομένο ότι η λήψη τους είχε προηγηθεί της διάπραξης των αδικημάτων, χωρίς και πάλιν να μπορεί να προσδιοριστεί πότε ακριβώς έγινε η λήψη, ούτε βεβαίως και το ποσοστό. Καθ' όσον όμως αφορά την κοκαΐνη, σημειώνεται πως ο εντοπισμός της μέχρι και δύο μέρες μετά, ως ήδη λέχθηκε, αποτελεί ένδειξη υπερβολικής χρήσης της εν λόγω ουσίας. Το αν βέβαια η συνδυαστική χρήση των πιο πάνω ουσιών, υπό τη επήρεια των οποίων βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, οδήγησε σε πλήρη απώλεια επίγνωσης των πράξεων του, που είναι και το κύριο ζητούμενο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, συζητείται κατωτέρω. Όμως το ουσιώδες από αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, είναι το γεγονός πως διαφάνηκε ότι με περισσή σιγουριά προωθούσε λανθασμένες επιστημονικές τοποθετήσεις και επέμενε να υποστηρίζει με χαρακτηριστική βεβαιότητα ότι το τετραϋδροκανναβινοϊκό οξύ είναι «συνώνυμο» με το THC και έχει τις ίδιες ουσιαστικά επιπτώσεις, ενώ ως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 που είναι και η πλέον αρμόδια επί του συγκεκριμένου αντικειμένου, πρόκειται για διαφορετικά στοιχεία με το πρώτο (οξύ) να αποτελεί μεταβολίτη του δεύτερου (THC), το οποίο είναι αυτό που περιέχει τη ψυχοδραστική ουσία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις σελ.22-23 του πρακτικού ημερ.25.4.24, το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: « E. Σας υποβάλλω ότι δεν ήταν θετικός στην τετραϋδροκανναβινόλη (THC). A. Η TΗC είναι χημική ουσία της μαριχουάνας. E. Αλλά δεν ήταν θετικός στην TCH, είχε μεταβολιστεί στον οργανισμό του. A. Η TΗC μεταβολίζεται στις 28 μέρες μετά από τη χρήση, οπότε και στην ανάλυση ούρων να γινόταν θα έβγαινε θετικό. E. Να σας υποδείξω τα αποτελέσματα. Υποδεικνύω στη μάρτυρα τη σελίδα 5 του Τεκμηρίου 4 δείξετε μας πού βρέθηκε θετικός σε TΗC; A. Δεν βλέπω τόσο καλά αλλά...είναι η δεύτερη. E. Αυτό είναι το τετραϋδροκανναβινολικό οξύ. A. Είναι το ίδιο πράμα, είναι συνώνυμο. E. Σας υποβάλλω ότι δεν είναι το ίδιο, ότι αυτή η ουσία είναι αφότου μεταβολιστεί η TΗC. A. Και τα δύο είναι chemical components, είναι χημική μεταβλητή της τετραϋδροκανναβινόλης τα οποία βγαίνουν θετικά στους ανθρώπους που κάνουν χρήση μαριχουάνας, κάνναβης ή όπως άλλως θέλετε να το πείτε. E. Σας λέω ότι είναι το TΗC που επηρεάζει τον οργανισμό και επιδρά με συμπτώματα στον οργανισμό και όχι αυτός ο μεταβολίτης στον οποίο βρέθηκε θετικός που όντως προέρχεται από τη μαριχουάνα. A. Έχω διαφορετική άποψη, εγώ θεωρώ ότι οτιδήποτε έχει να κάνει με την τετραϋδροκανναβινόλη, τετραϋδροκανναβινολικά στοιχεία μπορούν να επηρεάσουν το κεντρικό νευρικό σύστημα του ατόμου είτε είναι το οξύ είτε οτιδήποτε άλλο. » Η βεβαιότητα λοιπόν με την οποία προωθούσε προφανώς εσφαλμένες επιστημονικές θέσεις, οπωσδήποτε δημιουργεί σε εμάς και ευλόγως αμφιβολίες και για άλλες επιστημονικές θέσεις τις οποίες προώθησε με την ίδια ένταση και βεβαιότητα και οι οποίες αφορούσαν ή συνδέονταν εν τέλει και με το ζητούμενο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλο από το εάν πράγματι ο συνδυασμός των εν λόγω ουσιών τον περιέφερε σε τέτοια κατάσταση ώστε να μειώσει την αντιληπτική ικανότητα του και να μην έχει επίγνωση των πράξεων του. Επί τούτου σημειώνουμε εκ προοιμίου πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε μια περίεργη ή μη φυσιολογική συμπεριφορά κατά το χρόνο αμέσως μετά το συμβάν, που αναμφίβολα παραπέμπει σε μειωμένη αντιληπτική ικανότητα ένεκα και της προηγηθείσας συνδυαστικής χρήσης ουσιών και αλκοόλης, δεν σημαίνει απαραιτήτως πως δεν είχε επίγνωση των πράξεων του, που είναι και το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε. Επί του προκειμένου δε ζητήματος και παρόλο που η μάρτυρας εξήγησε πως υπάρχει περίπτωση να υφίσταται μειωμένη αντιληπτική ικανότητα αλλά να υπάρχει επίγνωση των πράξεων, εντούτοις δεν επεξήγησε με την απαιτούμενη σαφήνεια ποια είναι τα επιστημονικά κριτήρια που θα πρέπει να εφαρμόσουμε για να διαχωρίσουμε μια περίπτωση όπου υπάρχει μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, αλλά υπάρχει επίγνωση των πράξεων, από την περίπτωση που η μειωμένη αντιληπτική ικανότητα συνοδεύεται από παντελή απουσία επίγνωσης. Στο βαθμό δε που μέσω της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα μέσω του αποσπάσματος από το σύγγραμμα «Ψυχιατρική και Δίκαιο» του Μίλτου Δ. Λειβαδίτη (Τεκμήριο 2), διασυνέδεσε το ζήτημα με τα γνωστά M'Naghten's Rules[3], σημειώνουμε ότι αυτά αφορούν τις αρχές που διέπουν την υπεράσπιση της παραφροσύνης ή διαφορετικά το ζήτημα του ακαταλόγιστου λόγω παραφροσύνης. Παρεμβάλλουμε εδώ, ότι στην Κύπρο η υπεράσπιση της φρενοπάθειας παρέχεται από το άρθρο 12 του Ποινικού Κώδικα[4]. Η κυπριακή νομολογία έχει βεβαίως ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη υπεράσπιση. Σχετική είναι η υπόθεση Ευτυχία Ζαρή v Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 766, όπου έγινε αναφορά στην υπόθεση M'Naghten [1843] 10 Clark and Finnelly 200[5]. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, σύμφωνα με την Μ.Υ.1, ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από σχιζοφρένεια, ενώ η περίπτωση του είναι τέτοια που δεν αναμένεται ανάπτυξη ψυχωσικής συμπτωματολογίας, όταν δεν υπάρχει επήρεια ψυχοδραστικών ουσιών. Εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρθηκε από τη μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος γενικότερα πάσχει από οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια, ούτε ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ο Κατηγορούμενος. Ό,τι λοιπόν συνάγεται με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, είναι πως η μάρτυρας παρέπεμψε στο πιο πάνω απόσπασμα ενώ τούτο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την περίπτωση που εξετάζουμε. Για να ισχύουν όσα αναφέρονται στο εν λόγω απόσπασμα, θα έπρεπε να συζητείται ζήτημα ακαταλόγιστου και ο Κατηγορούμενος να ήταν ψυχικά ασθενής (insane). Εν προκειμένω, αυτό που εξετάζεται στην παρούσα, είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε επίγνωση των πράξεων του κατά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, κατόπιν λήψης, με δική του βούληση, διαφόρων ουσιών. Η μέθη δε στην προκειμένη περίπτωση, όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης μας ημερ. 12.4.24, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει δεν εξήγησε ποτέ η μάρτυρας κατά ποιο τρόπο εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση τα M'Naghten's Rules. Παραμένοντας στο ζήτημα των κριτηρίων που θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο για να διαχωρίσει την περίπτωση όπου υπάρχει μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, αλλά υπάρχει επίγνωση των πράξεων, από την περίπτωση που απουσιάζει η επίγνωση, σημειώνουμε πως δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε και στο διαχωρισμό της έννοιας των παραληρητικών ιδεών και των ψευδαισθήσεων με αναφορά και σε βιβλιoγραφία. Επίσης επιχείρησε να επεξηγήσει την έννοια της αντιληπτικής ικανότητας και της επίγνωσης, χωρίς ωστόσο και πάλιν να εντοπίζουμε μέσα από τη μαρτυρία της, σαφή αναφορά σ' εκείνα τα επιστημονικά στοιχεία που θα μας επέτρεπαν να ελέγξουμε κατά πόσο το τελικό της συμπέρασμα της επί των γεγονότων είναι ορθό. Ένα συμπέρασμα το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί πως βασίστηκε μεταξύ άλλων και σε παρεμφερή ή και παρεπόμενα του κυρίως συμβάντος γεγoνότα, καθώς και σε μαρτυρίες που περισυνελέγησαν αλλά και στα ίδια τα λεγόμενα του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου καθώς και στα όσα προέκυψαν κατά την εξέταση του τελευταίου από την ίδια σε δύο περιπτώσεις, σε συνδυασμό και με τις αναλύσεις που διενεργήθηκαν στο Γενικό Χημείο του κράτους. Επί τούτου παρατηρήσαμε ότι παρά το ότι η μάρτυρας επέμεινε πως έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία, εντούτοις στην πραγματικότητα φάνηκε πως τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης της όσο και κατά την προφορική της μαρτυρία, έδιδε βαρύτητα σε στοιχεία που έτειναν να υποστηρίξουν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και να υποβιβάζει ή να αγνοεί εντελώς στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ αντίθετης άποψης, κατά τρόπο που πλήττει περαιτέρω την αντικειμενικότητα και εν τέλει την αξιοπιστία της. Επισημαίνουμε εδώ ότι αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν κατέγραψε στην έκθεση της (σελ.4) κάθε πρόταση από τη δικογραφία που μπορεί να θεώρησε σημαντική «γιατί ήταν πολύ μεγάλο το εύρος» και παρέθεσε κάποια σημεία που αποτελούν μια ένδειξη της κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος[6]. Με τη συγκεκριμένη αναφορά της όμως, εκτός του ότι δεν μας έπεισε καθόλου για το λόγο που δεν αναφέρθηκε σε άλλα σημεία της δικογραφίας για τα οποία ρωτήθηκε, από τη στιγμή μάλιστα που η ίδια τα κατατάσσει ως σημαντικά, θεωρούμε πως απλά επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές, ότι δηλαδή στην έκθεση της συμπεριέλαβε μόνον στοιχεία που κατά την άποψη της έτειναν να υποστηρίζουν το συμπέρασμα της. Από την έκθεση της εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι ακριβώς επέλεξε να δώσει έμφαση σε συγκεκριμένα σημεία της δικογραφίας. Εν ολίγοις δηλαδή αυτό που παρατηρούμε είναι πως στοιχεία που δυνητικά θα συνηγορούσαν υπέρ της αντίθετης άποψης και που η ίδια επέμεινε πως έλαβε υπόψη, δεν προκύπτει να σχολιάστηκαν, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αντιπαραβολή τους προς τα όσα άλλα καταγράφει, για να καταλήξει στο συμπέρασμα το οποίο κατέληξε, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε και εμείς ποια και πόση βαρύτητα τους δόθηκε και πώς η αξιολόγηση αυτών δεν μπορούσε να επηρεάσει το τελικό της συμπέρασμα. Για παράδειγμα, η ίδια ανέφερε χωρίς σκέψη ή ενδοιασμό πως δεν υπέβαλε σε δικανική κρίση την αξιοπιστία του Κατηγορούμενου, ούτε αμφέβαλλε για την αλήθεια των λεχθέντων του, εντούτοις όμως υπέβαλε σε αμφισβήτηση, χωρίς μάλιστα να είναι αντιληπτός ο λόγος, τη θέση ανεξάρτητων μαρτύρων που ανέφεραν ότι όταν είδαν τον Κατηγορούμενο να τρέχει προς το ξενοδοχείο, κρατούσε μαχαίρι, το οποίο προσπαθούσε να κρύψει, στοιχείο το οποίο εν τέλει δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη. Τούτο το επισημαίνουμε όχι βεβαίως επειδή το στοιχείο αυτό θα μπορούσε να είναι από μόνο του καθοριστικό προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά διότι ακριβώς δείχνει μια προδιάθεση της μάρτυρος προς την πλευρά του Κατηγορούμενου και μια τάση να απορρίπτει στοιχεία, χωρίς μάλιστα καλό λόγο, που θα μπορούσαν εν δυνάμει να στοιχειοθετήσουν την αντίθετη άποψη. Περαιτέρω, κατά την προφορική της μαρτυρία[7] αναφέρθηκε στο ότι κρατούσε μαχαίρι σε πολυσύχναστο μέρος, εισήλθε σε ξενοδοχείο, δήλωνε ότι τον κυνηγούν και ότι φοβάται, πήδηξε από τοίχο 2-3 μέτρα, συνέχισε να κινείται σε χώρο που ονομάζεται ψυγείο και αντιστάθηκε σε ιατρική περίθαλψη, εντούτοις όμως δεν αναφέρθηκε στο ότι 2,5 ώρες μετά ανέφερε τη φράση «εν φίλος μου αλλά θα σου τα πω με τον δικηγόρο μου». Η μάρτυρας βέβαια στην προσπάθεια της να υποβιβάσει αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας, ανέφερε ότι τούτο δείχνει μόνο επίγνωση της κατάστασης, ότι δηλαδή βρισκόταν στο νοσοκομείο με την αστυνομία αλλά όχι επίγνωση της πράξης. Αποκλείοντας έτσι κατά τρόπο απόλυτο και αφοριστικό την πιθανότητα η αναφορά αυτή να υποδηλώνει ότι έχοντας επίγνωση του τί είχε διαπράξει, αντιλαμβανόταν την ανάγκη συνδρομής δικηγόρου. Στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω, η Μ.Υ.1 θεώρησε το γεγονός ότι πέντε ώρες μετά ο Κατηγορούμενος ανέφερε: «ελάλεν μου ότι εν να με σκοτώσει τζιαι επειδή ήμασταν πάνω στην κόκα μας εθόλωσα τζιαι έμπηξα του το μασιαίρι. Ύστερα μου είπασιν ότι έκαμα του 20 μασιερκές», απλά μια δήλωση. Προχωρώντας μάλιστα, υπέθεσε ότι μπορεί το περιεχόμενο της εν λόγω δηλώσεως να του προαναφέρθηκε και να επαναλήφθηκε από τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να υπάρχει οποιοδήποτε σχετικό υπόβαθρο για μια τέτοια κατάληξη, αφού καμμιά σχετική μαρτυρία προς τούτο προσκομίστηκε, ο δε Κατηγορούμενος επέλεξε, ως ήταν βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του, να μην καταθέσει για να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Φτάνει δε στο σημείο να πιθανολογεί η Μ.Υ.1 ότι η επίστηση της προσοχής από τον αστυνομικό που προηγήθηκε, πιθανόν να είχε σχέση με τη δήλωση που επακολούθησε, αγνοώντας το γεγονός ότι σε αντίστοιχη δήλωση προέβη και προς τη σύζυγο του μέσω τηλεφώνου. Περαιτέρω πιθανολόγησε χωρίς και πάλι να υπάρχει έρεισμα, ότι μπορεί να εμφανίστηκε μερική ανάκληση γεγονότων (flashbacks) τα οποία με το που θα δοθεί μια πληροφορία ο εγκέφαλος αναλύει εκείνη τη στιγμή την πληροφορία και μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, απάντηση η οποία μπορεί να είναι πλασματική και όχι πραγματική. Κατά τον ίδιο τρόπο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι σε κάποιο σημείο ο Κατηγορούμενος πήδηξε από ύψος, κάνοντας κακό στον ίδιο του τον εαυτό, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά το στοιχείο αυτό ως ένδειξη έλλειψης επίγνωσης του τί έκανε, χωρίς ωστόσο να φαίνεται να την προβλημάτισε ότι τούτο μπορεί να οφείλετο απλά σε κακό υπολογισμό, δηλαδή σε υπερεκτίμηση δυνατοτήτων, από πλευράς Κατηγορούμενου, ο οποίος ως ήδη λέχθηκε βρισκόταν υπό την επήρεια συνδυασμού ουσιών και αλκοόλης. Κάτι που η Μ.Κ.1 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι όντως μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συνδυασμένης χρήσης φαρμάκων, αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών και χωρίς προφανώς να σημαίνει απαραίτητα παντελή έλλειψη επίγνωσης. Πέραν δε των πιο πάνω δεν έλαβε υπόψη (επειδή φαίνεται να μην τέθηκε υπόψη της) την κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερ. 21.6.23, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει ότι δεν ενθυμείται οτιδήποτε για το συμβάν παρά το γεγονός ότι λίγες ώρες μετά το συμβάν είχε προβεί στην ανωτέρω καταγραφείσα δήλωση, ενώ επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο ότι και στη σύζυγο του επίσης είχε αναφερθεί στα συμβάντα κατά τρόπο που δεν υποδείκνυε ότι δεν ενθυμείτο καθόλου το τί είχε γίνει. Χαρακτηριστικός πάντως ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να «καλύψει» το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη αυτό το στοιχείο μαρτυρίας, υποβιβάζοντας τη δυναμική μιας κατάθεσης προερχόμενης από τον Κατηγορούμενο, φτάνοντας μάλιστα μέχρι του σημείου να πει πως το τί ανέφερε 12 ή 15 μέρες αργότερα σε μια συγκεκριμένη κατάθεση που δεν γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες λήφθηκε, δεν θεωρεί ότι επηρεάζει το συμπέρασμα της. Και τούτο χωρίς να υπάρχει υπόβαθρο ότι ο Κατηγορούμενος ο οποίος τελούσε τότε υπό κράτηση, δεν ήταν νηφάλιος ή ότι εν πάση περιπτώσει η εν λόγω κατάθεση δόθηκε υπό συνθήκες που επηρέαζαν τα όσα περιέχονταν σε αυτήν. Περαιτέρω προσπάθησε να υποβιβάσει την παράλειψη να λάβει υπόψη τα όσα καταγράφονται στην εν λόγω κατάθεση του, λέγοντας πως το συμπέρασμα της δεν βασίστηκε μόνο στο τί είπε ο Κατηγορούμενος αλλά και στις καταθέσεις άλλων ατόμων, στην κατάθεση του θύματος και τη ψυχολογική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά το χρόνο που βρισκόταν υπό την επήρεια, χωρίς ωστόσο αυτό να αλλοιώνει το γεγονός πως, προϊόντος του χρόνου, ο ίδιος φάνηκε να διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση του ως προς το επίδικο συμβάν. Ζήτημα το οποίο βέβαια δεν είναι ασύνδετο με το ότι η ίδια τον εξέτασε δύο φορές μετά πάροδο μηνών, χωρίς μάλιστα να προβληματιστεί ως η ίδια παραδέχθηκε ως προς το εάν ο Κατηγορούμενος έλεγε την αλήθεια ή αν ενδεχομένως παραποίησε τα πράγματα για ιδιοτελείς σκοπούς. Ενώ δε αρχικά αποδέχθηκε ότι αν υπήρχε κάποιος που θα τον εξέταζε την ίδια στιγμή θα ήταν πιο κατάλληλος για να αξιολογήσει την αντιληπτική του ικανότητα και την επίγνωση του, στη συνέχεια επέμεινε πως ίσως να είναι καλύτερη η μετέπειτα επαναλαμβανόμενη εξέταση για την κατάληξη σε κάποιο συμπέρασμα, αρνούμενη στην ουσία ότι θα ήταν καταλληλότερος έστω κάποιος που θα τον εξέταζε περί τις δύο ώρες μετά (αντί μηνών που τον εξέτασε η ίδια), λέγοντας ότι δεν έχει σημασία αφού το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει εξαρτάται από την όλη συμπεριφορική διαδικασία. Γενικώς οι θέσεις της επί του προκειμένου εναλλάσσονταν και θα λέγαμε όχι τυχαία. Και λέγουμε τούτο διότι αφενός ήταν δύσκολο να μην αποδεχθεί το προφανές το οποίο υποστήριξε και η Μ.Κ.1 με τη μαρτυρία της, ότι δηλαδή εξέταση του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο ή πολύ σύντομα μετά θα έδινε καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης του και αφετέρου διότι η δική της εξέταση έγινε πολλούς μήνες μετά και συνεπώς και για να μην πληγεί η αξιοπιστία της δικής της εκτίμησης ήταν αναγκαίο να υποστηρίξει και τη θέση ότι μεταγενέστερη εξέταση είναι εξίσου αξιόπιστη. Αντεξετάστηκε επίσης για να της υποβληθεί ότι το τελικό της συμπέρασμα ότι δηλαδή κατά το χρόνο του συμβάντος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του, είναι στην ουσία παράδοξο, δεδομένου του ότι ο Κατηγορούμενος φαίνεται να είχε αντίληψη μια ώρα πριν το συμβάν και περί τις δύο ώρες μετά. Η ίδια προσπάθησε να παρακάμψει το στοιχείο αυτό, λέγοντας ότι άλλο είναι η αντίληψη του πού βρισκόταν και πού θα πήγαινε και άλλο η επίγνωση. Ωστόσο δεν τεκμηρίωσε με πειστικό τρόπο για ποιο λόγο, υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων, δηλαδή της ύπαρξης αντίληψης σε πολύ κοντινά προς το συμβάν χρονικά σημεία, εντούτοις δεν υπήρχε και μάλιστα καθόλου επίγνωση των πράξεων του κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος. Αντεξετασθείσα δε επί του συγκεκριμένου ζητήματος και προς περαιτέρω τεκμηρίωση της ως άνω θέσης της, ανέφερε πως το γεγονός ότι το θύμα πέταξε ένα τραπέζι προς τον Κατηγορούμενο, «έρχεται να μου επιβεβαιώσει ότι υπήρξε ερέθισμα προς απειλή και ο ίδιος μέσα στα πλαίσια των παραληρητικών του ιδεών, μέσα στα πλαίσια του παραληρήματος του προέβηκε σε μια βίαιη πράξη που κατά την άποψη μου ήταν καθαρά παρορμητική. Δηλαδή δεν την είχε σκεφτεί από πριν, δεν ήταν προγραμματισμένη. Ήταν μια αντίδραση η οποία βασίζετο στο συναίσθημα του φόβου και της απειλής. ... Κατά την άποψη μου αυτή η συναισθηματική κατάσταση του κ. Τσεριώτη τον έφερε σε αυτήν τη βίαιη πράξη και αποδεικνύει ότι εκείνη τη στιγμή την φάση της επίθεσης ο ίδιος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του, ο ίδιος το γνώριζε και το αναφέρει και στην προσωπική κλινική εξέταση που είχα μαζί του και αργότερα όταν είχαν μεταβεί στο σπίτι του φίλου του μετά που ήταν στο σπίτι το δικό του και έκαναν εκτεταμένη χρήση διαφόρων ουσιών, το γνώριζε πριν συνέχιζε να το γνωρίζει και μετά»[8]. (εμφαση δοθείσα) Παρά τα ανωτέρω και την ομολογουμένως εκτενή απάντηση της την οποία παραθέσαμε αμέσως πιο πάνω, δεν είναι αντιληπτό γιατί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εξέλαβε το φίλο του ως απειλή, ο οποίος πράγματι φαίνεται να ήταν, αφού του πέταξε ένα τραπέζι, «αποδεικνύει» πως δεν είχε και μάλιστα καθόλου επίγνωση των πράξεων του, οι οποίες ακολούθησαν την ως άνω ενέργεια του Παραπονούμενου. Πέραν δε των ανωτέρω, εκλαμβάνει ως δεδομένο πως παρουσίασε και στο παρελθόν παραληρητική ιδέα δίωξης και φόβου, στηριζόμενη ως φαίνεται όχι σε δικές της διαπιστώσεις αλλά σε αναφορά του Κατηγορούμενου και της συντρόφου του[9] και από εκεί συμπεραίνει πως κάθε φορά που προβαίνει σε συνδυασμένη χρήση «μπαίνει στη διαδικασία ο εγκέφαλος του να αναπτύξει μια παραληρητική ιδέα δίωξης και φόβου», χρησιμοποιώντας ουσιαστικά τη διαπίστωση αυτή για να στηρίξει την κατάληξη της στην προκειμένη περίπτωση. Παρά δε το γεγονός ότι πράγματι προκύπτει από τα στοιχεία αυτά που τέθηκαν υπόψη της ότι, όταν ο Κατηγορούμενος προέβαινε σε συνδυαστική χρήση επεδείκνυε κάποιου είδους επιθετική συμπεριφορά, εντούτοις το απόλυτο συμπέρασμα της ότι κάθε φορά που προβαίνει σε συνδυαστική χρήση αναπτύσσει παραληρητικές ιδέες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εδράζεται σε κάποιο στέρεο υπόβαθρο. Δεν μας διαφεύγει ότι η μάρτυρας συμφώνησε πως όταν ένα άτομο λέει πως μαχαιρώνει επειδή βλέπει το διάβολο, τότε βρίσκεται υπό το κράτος ψευδαισθήσεων δηλαδή έχει αντιληπτικές διαταραχές αφού εκεί εντάσσονται οι ψευδαισθήσεις. Ερωτηθείσα να εξηγήσει τί είχε στη δεδομένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε αντιληπτικές διαταραχές ότι τον κυνηγούν για να τον σκοτώσουν, είχε παραληρητικές ιδέες δίωξης και συναισθηματικές διαταραχές όπου υπήρχε έντονο το συναίσθημα του φόβου, διαταραχές συγκέντρωσης, ανάκλησης που είναι διαταραχές μνήμης. Σε υποβολή όμως ότι είχε αντίληψη ότι μαχαίρωνε το φίλο του για τον Α ή Β λόγο, ανέφερε πως είχε αντίληψη της βίαιης συμπεριφοράς που προκλήθηκε από τις σκέψεις του, τις παραληρητικές ιδέες, και απέδωσε τη συμπεριφορά του στην «παράνοια που είχε αναπτύξει ότι ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση κινδύνου και ότι έπρεπε να αμυνθεί το πιο πιθανό, έτσι το εκλαμβάνω εγώ», αφήνοντας μια αβεβαιότητα να αιωρείται και δίδοντας και πάλιν την εντύπωση πως πιθανολογούσε. Στη βάση όλων των ανωτέρω και παρόλο που πράγματι υπό τις περιστάσεις προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, εντούτοις με δεδομένες τις αδυναμίες στη μαρτυρία της Μ.Υ.1 τις οποίες αναλύσαμε ανωτέρω, τα ερωτηματικά που γεννούνται αναφορικά με την αντικειμενικότητα της και γενικότερα την αξιοπιστία της, αδυνατούμε να καταλήξουμε ότι η υπεράσπιση απέσεισε το βάρος που έφερε για να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος είχε παντελή απουσία επίγνωσης των πράξεων του κατά το δεδομένο χρόνο, έστω στον περιορισμένο βαθμό που είχε υποχρέωση να το πράξει, που ως προαναφέρθηκε είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σημειώνεται δε πως παρά το ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχουν επίπεδα επίγνωσης, εντούτοις η ίδια προώθησε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος είχε παντελή απουσία επίγνωσης των πράξεων του, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή και συνεπώς εξυπακούεται πως δεν υπάρχει έδαφος για να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος είχε απώλεια επίγνωσης, πλην όμως σε άλλο επίπεδο. Εξάλλου καμία καθοδήγηση δόθηκε ως προς τα επίπεδα αυτά για να υπήρχε δυνατότητα ένταξης της περίπτωσης σε κάποιο άλλο επίπεδο. Ε. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω καταλήγουμε πως η υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του κατά το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων και συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η κατηγορία 1 αναστάληκε ενώ κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου και συγκατάθεσης της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα λαμβάνεται και η υπόθεση με διακριτικά ΥΚΑΝ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ/Μ.Ε. Σ/81/2023, η οποία δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί. [2] βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation
(2013)1Α Α.Α.Δ.
- [3] Βλ. σελ.4-5 των πρακτικών ημερ. 25.4.
- [4]
- H πράξη ή η παράλειψη δεν καταλογίζεται σε εκείνο που διέπραξε, αν, κατά το χρόνο που διενεργούσε αυτήν, ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρεάζει τις φρένες του στερόταν της ικανότητας να αντιληφθεί τι διαπράττει ή να γνωρίζει ότι ώφειλε να απέχει από τη διενέργεια της πράξης ή παράλειψης. Όχι λιγότερο όμως η πράξη ή παράλειψη καταλογίζεται σε εκείνον που διάπραξε, αν και οι φρένες του επηρεάζονταν από κάποια ασθένεια αν αυτή η ασθένεια δεν επέφερε πράγματι το ένα ή το άλλο από τα πιο πάνω αποτελέσματα σε συνάφεια με την πιο πάνω πράξη. [5] « Είναι θεμελιωμένο ότι ο κάθε άνθρωπος τεκμαίρεται ότι είναι εχέφρων και ότι έχει επαρκή λογική για να είναι υπόλογος των πράξεων του, εκτός αν το αντίθετο αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Για να θεμελιωθεί υπεράσπιση στη βάση του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σώας τας φρένας, πρέπει σαφώς να αποδειχθεί ότι, κατά το χρόνο της διάπραξης του εγκλήματος, ο κατηγορούμενος έπασχε από τέτοιο παραλογισμό εξαιτίας ψυχικής ασθένειας (διαταραχής), ώστε να μη γνωρίζει τη φύση και την ποιότητα της πράξης την οποία έκανε ή αν γνωρίζει τη φύση και την ποιότητα της πράξης του, ότι δεν γνώριζε ότι έπραττε κάτι κακό. Αυτή είναι η σχετική ερμηνεία που δόθηκε στην κλασσική απόφαση M'Naghten [1843] 10 Clark and Finnelly
- (Δέστε επίσης Smith & Hogan, Criminal Law: Cases and Materials, Second Edition, σελ. 167 - 169 και Α.Γ.Α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 345). Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εφεσείουσα δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από οποιανδήποτε ψυχική ασθένεια που την επηρέαζε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και, επομένως, ότι ήταν ποινικά υπόλογη για τις πράξεις της. Όπως καθορίστηκε στην υπόθεση M' Naghten (ανωτέρω) δεν είναι αρκετό ένα άτομο να αντιμετωπίζει ψυχικά προβλήματα σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Για να επηρεαστεί η ποινική του ευθύνη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, κατά το χρόνο της διάπραξης του εγκλήματος, ο κατηγορούμενος έπασχε από τέτοιο παραλογισμό εξαιτίας ψυχικής ασθένειας ώστε να μην γνωρίζει τη φύση και την ποιότητα της πράξης που έκανε ή αν τη γνώριζε δεν γνώριζε ότι αυτό που έπραττε ήταν κάτι κακό. Στην Α.Γ.Α. (ανωτέρω) με αναφορά στην Bratty v. A.G. for Northern Iceland
(1961)2 All E.R. 523 λέχθηκε ότι «η ύπαρξη της σχιζοφρένειας αποδεικνύει μόνο ότι ο δράστης έπασχε από πνευματική ασθένεια (disease of the mind). Δεν αποδεικνύει, πρόσθετα, ότι, ως εκ της εν λόγω ασθένειας, ο δράστης δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι έπραττε ή να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει από την πράξη. Για το τελευταίο θέμα χρειάζεται πρόσθετη μαρτυρία». Το Άρθρο 12 του Ποινικού μας Κώδικα Κεφ. 154, προνοεί ότι (εγκληματική) πράξη ή παράλειψη δεν καταλογίζεται σε πρόσωπο το οποίο, κατά το χρόνο της διάπραξης της, στερείτο της ικανότητος να αντιληφθεί τι διαπράττει ή (της ικανότητος) να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει από τη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης, ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρέαζε τας φρένας του. Αν όμως δεν υπήρχε τέτοιος επηρεασμός των φρένων ένεκα ασθένειας, ώστε να επέλθει ένα από τα δύο προαναφερόμενα αποτελέσματα, τότε υπάρχει πλήρης καταλογισμός ευθύνης. » [6] Βλ. σελ. 24 των πρακτικών ημερ. 25.4.
- [7] Βλ. σελ. 24-25 των πρακτικών ημερ.25.4.
- [8] Σημειώνεται ότι σε αντίστοιχη αναφορά προέβη και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, όπου ανέφερε ότι: «κάτω από το κράτος των ψυχοδραστικών ουσιών αναπτύχθηκε ένα παρανοϊκό ιδεώδες δηλαδή παραληρητικές ιδέες δίωξης, ο οποίος κάτω που αυτές τις ιδέες και κάτω που τες συνθήκες που υπήρχαν τη συγκεκριμένη μέρα, ο ίδιος θεώρησε ότι απειλήθηκε και γι' αυτό έπραξε αυτή τη βίαιη πράξη. Θεωρώ ότι η πράξη του κυρίου Τσεριώτη ήταν καθαρά παρορμητική υπό το κράτος των ιδεών του, γι' αυτό θεωρώ ότι δεν είχε επίγνωση των πράξεων του.» [9] οι οποίοι δεν είναι βέβαια αρμόδιοι για να προβούν σε τέτοιο συμπέρασμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο