Δημοκρατία ν. C.C.O. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 882/23, 23/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
(1995)2 Cr. App. R. 469, η οποία ακολουθείται από την Κυπριακή νομολογία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473, Σ.Σ. κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.12.2023 και Blackstone's Criminal Practice 2023, F5.8, Archbold 2021, παρ. 4-474). Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην Ε. Α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως παράδειγμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας μετά την κατάργηση του κανόνα πρακτικής, αναφέρεται η περίπτωση υποβολής καθυστερημένου παραπόνου σε σεξουαλικής φύσης υποθέσεις, ή προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων. Παρά την ως άνω διαπίστωση περί κατάργησης και του κανόνος πρακτικής περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, και έχοντας υπόψιν κυρίως το ότι η Παραπονούμενη στην παρούσα είναι η ουσιωδέστερη μάρτυρας στην υπόθεση, εννοείται ότι την έχουμε παρακολουθήσει με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία της. Πριν όμως υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης αλλά και της φίλης της (Μ.Κ.5), θα πρέπει να λεχθεί ότι ένα μέρος της μαρτυρίας τους δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συνεπώς μέρος και των δικών μας ευρημάτων. Συγκεκριμένα, εκ της μαρτυρίας τους δεν αμφισβητήθηκε ότι αμφότερες κατάγονται από τη Φιλανδία και ήρθαν μαζί στην Κύπρο την 21.4.23 για διακοπές, είχαν δε προγραμματισμένο να επιστρέψουν στη χώρα τους στις 28.4.
- Κατά την περίοδο που ήταν στην Κύπρο, διέμεναν μαζί σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Sancta Napa, στην Αγία Νάπα. Το βράδυ της 24.4.23, η ώρα 22:00 περίπου, μετέβησαν σε μπαρ του ξενοδοχείου τους, όπου ήπιαν μερικά αλκοολούχα ποτά. Η Παραπονούμενη συγκεκριμένα είχε πιεί τέσσερα κοκτέιλ[48] και δύο σφηνάκια λικέρ. Εκεί γνώρισαν δύο κορίτσια από τη Δανία, την Τζούλη και την Καμίλλα, τα οποία ήταν επίσης ένοικοι του ξενοδοχείου και περί τα μεσάνυχτα αποφάσισαν όλες μαζί να βγουν από το ξενοδοχείο για να επισκεφθούν μερικά μπαρ και να συνεχίσουν τη διασκέδαση τους. Ήταν όλες υπό την επήρεια αλκοόλ. Καθώς περπατούσαν, χωρίς να γίνει αντιληπτό πως και πότε ακριβώς, η παρέα χωρίστηκε. Έτσι, η Παραπονούμενη συνέχισε να περπατά με την Τζούλη, ενώ η Μ.Κ.5 συνέχισε να περπατά με την άλλη κοπέλα. Οι τελευταίες πήγαν σ' ένα μπαρ και μετά, γύρω στη 01:00 π.μ., η Καμίλλα βρήκε ταξί για να επιστρέψουν πίσω στο ξενοδοχείο. Εκείνη τη στιγμή η Μ.Κ.5 τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη για να δει που ήταν και όταν η τελευταία απάντησε το τηλέφωνο, μιλούσε στ' αγγλικά και έτσι η Μ.Κ.5 δεν κατάλαβε τι της έλεγε. Η Μ.Κ.5 δε τη ρώτησε αν είναι εντάξει (η ίδια) να επιστρέψει πίσω στο ξενοδοχείο και της είπε ότι είναι εντάξει. Οπότε η Μ.Κ.5 πήρε το ταξί με την Καμίλλα και επέστρεψαν πίσω στο ξενοδοχείο. Από την άλλη, η Παραπονούμενη καθώς περπατούσε με την Τζούλη, τις πλησίασαν δύο έγχρωμοι άντρες και άρχισαν να τους μιλούν και να τους λένε ότι είναι όμορφες. Σε κάποια στιγμή δε, ενώ μιλούσαν, η Παραπονούμενη έπεσε στο έδαφος και ένας εκ των εν λόγω αντρών τη σήκωσε. Από το πέσιμο της, προκλήθηκε μελανιά στο αριστερό της πόδι. Η ώρα 01:50, η Τζούλη έστειλε μήνυμα στην Μ.Κ.5 και της είπε ότι επέστρεψε στο ξενοδοχείο μόνη της. Αμέσως η Μ.Κ.5 της τηλεφώνησε για να δει που ήταν η Παραπονούμενη και η Τζούλη της ανέφερε ότι γνώρισαν ένα τύπο και η Παραπονούμενη φιλιόταν μαζί του, καθώς επίσης ότι η ίδια ήθελε να επιστρέψει στο ξενοδοχείο και ρώτησε την Παραπονούμενη αν ήθελε να επιστρέψουν αλλά αυτή ήθελε να μείνει. Μετά απ' αυτό η Μ.Κ.5 προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Παραπονούμενη, αλλά δεν απαντούσε. Κατά το επίδικο πρωινό της 25.4.23, η Παραπονούμενη είχε σεξουαλική επαφή τόσο σ' εξωτερική περιοχή της Αγίας Νάπας, όσο και σε διαμέρισμα στην Αγία Νάπα[49]. Στο σημείο αυτό, παρενθετικά, αναφέρουμε ότι παρά το ότι είναι παραδεκτό από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ότι είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη, εντούτοις δεν έχει καθοριστεί αν αφορά και στις δύο περιπτώσεις, κάτι που θ' αποφανθούμε κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας. Και καλούμαστε βεβαίως ν' αποφανθούμε, αν σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις ή και στις δύο, σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη είχε και ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ως αναφέρθηκε αρνείται κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, από το διαμέρισμα που αναφέρθηκε η Παραπονούμενη έφυγε με τους Κατηγορούμενους και ο Κατηγορούμενος 1 πήγε μαζί της για να βρουν ταξί, προκειμένου να επιστρέψει στο ξενοδοχείο της. Ο τελευταίος σταμάτησε ταξί στην Λεωφ. Νησί και η Παραπονούμενη επιβιβάστηκε σ' αυτό, ως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα. Για την κατάσταση της εντός του ταξί μέχρι να φτάσει στο ξενοδοχείο της, αλλά και όταν έφτασε, σχετικά είναι επίσης τα παραδεκτά γεγονότα. Ακολούθησε η συνάντηση της στο δωμάτιο με την Μ.Κ.5, υπό περιστάσεις που θα συζητηθούν κατωτέρω, οπόταν μαζί μετέβηκαν πλέον στην υποδοχή, όπου ανέφεραν στην υπάλληλο της υποδοχής και στον ιδιώτη φύλακα (Χ.Σ.) ότι η Παραπονούμενη είχε βιαστεί, ως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα. Κλήθηκε δε η Αστυνομία και ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης. Ερχόμενοι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και αρχίζοντας από τη Μ.Κ.5, κατ' αρχάς λέγουμε πως το γεγονός ότι επρόκειτο για φίλη της Παραπονούμενης δεν αποτελεί αφ' εαυτού βάσιμο λόγο αμφισβήτησης της μαρτυρίας της[50], αλλά παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση. Έτσι, τόσο κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία η Μ.Κ.5 αλλά και κατά την αξιολόγηση κάθε πτυχής της μαρτυρίας της, είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις της, να επηρεάζονταν από την επιθυμία της να βοηθήσει την Παραπονούμενη και γι' αυτόν το λόγο προσεγγίσαμε σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία της με την ανάλογη προσοχή, υποβάλλοντας την σε εξονυχιστικό έλεγχο. Πέραν τούτου σημειώνουμε πως κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της είχαμε υπόψιν ότι η Μ.Κ.5, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Όπως η ίδια ανέφερε στη δια ζώσης μαρτυρία της, χωρίς ν' αμφισβητηθεί, όταν ήταν στο μπαρ του ξενοδοχείου ήταν λίγο μεθυσμένες, αλλά όταν πήγαν στο κέντρο της Αγίας Νάπας είχαν μεθύσει περισσότερο, με αποτέλεσμα η ίδια να είναι πολύ μεθυσμένη και να μην μπορεί να θυμηθεί πολλά πράγματα. Κατ' αρχάς, ως εκ της χρήσης πληθυντικού αριθμού από μέρους της και για τις δύο περιπτώσεις, κρίνεται αναγκαίο όπως γίνει εδώ μια διευκρίνιση, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αναφορά της ότι ήταν μεθυσμένες στο μπαρ του ξενοδοχείου, αφορούσε και την Παραπονούμενη. Εξάλλου τούτο είναι παραδεκτό από μέρους και της τελευταίας. Είναι για εμάς σαφές όμως ότι δεν ισχύει το ίδιο για την αναφορά της ότι στο κέντρο της Αγίας Νάπας είχαν μεθύσει περισσότερο, κάτι που προφανώς είχε να κάνει με την ίδια και την Καμίλλα, οι οποίες συνέχισαν να πίνουν σε μπαρ. Υπενθυμίζουμε ότι λίγο μετά την αναχώρηση της παρέας από το ξενοδοχείο περί τα μεσάνυχτα και ενώ περπατούσαν, η παρέα χωρίστηκε. Μετά απ' αυτό, η Μ.Κ.5 δεν είδε την Παραπονούμενη, παρά μόνον όταν η τελευταία επέστρεψε στο ξενοδοχείο και της μίλησε για βιασμό της. Η διευκρίνιση δε στην οποία προέβη η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση της, ότι δεν μπορεί να μιλήσει για την Παραπονούμενη για το πόσο μεθυσμένη ήταν, επειδή δεν ήταν εκεί για να το δει, συνάδει με τα πιο πάνω ή και τη λοιπή μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και θεωρούμε πως ακριβώς επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, η Μ.Κ.5 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν η Παραπονούμενη μέθυσε περισσότερο και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Παραπονούμενη κατανάλωσε αλκοόλ μετά το μπαρ του ξενοδοχείου. Από εκεί και πέρα όμως, είναι σαφές από τη μαρτυρία της πως το γεγονός ότι είχε μεθύσει περισσότερο όταν πήγαν στο κέντρο της Αγίας Νάπας και ως ανέφερε δεν μπορούσε τότε να θυμηθεί πολλά πράγματα, δεν επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα όσα κατέθεσε με απόλυτα θετικό και πειστικό τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συμφωνία και με όσα ανέφερε στην κατάθεση της ένα σχεδόν χρόνο περίπου προηγουμένως. Η μάρτυρας εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε όταν αναφέρθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία με την Παραπονούμενη γύρω στη 01:00 και με την Τζούλη η ώρα 01:50, και στο περιεχόμενο αυτών, ούτε για την προσπάθεια της να επικοινωνήσει με την Παραπονούμενη μετά το τηλεφώνημα στην Τζούλη, αλλά και για όσα επακολούθησαν. Για όσα σχετικά ανέφερε και ανάγονται σε χρόνο πριν φτάσει στο κέντρο της Αγίας Νάπας και «μεθύσει περισσότερο», αυτά επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επισημαίνουμε πως η μάρτυρας δεν θυμόταν πόση ώρα μεσολάβησε από την ώρα που τελείωσε η κατάθεση της Παραπονούμενης[51] μέχρι την ώρα που έφυγε η τελευταία για το νοσοκομείο ή λεπτομέρειες για το τι συζήτησαν μέχρι να φύγει για το νοσοκομείο. Το γεγονός όμως ότι δεν θυμόταν αυτά τα πράγματα, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την κατάσταση στην οποία περιήλθε μέχρι τη 01:00 που επέστρεψε στο ξενοδοχείο της, ούτε και τέθηκε κάτι τέτοιο στη μάρτυρα κατά την αντεξέταση της για να τοποθετηθεί. Η μάρτυρας πολύ απλά κατέθεσε με ειλικρίνεια όσα θυμόταν. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι μετά την κατάθεση της Παραπονούμενης είχαν λίγη ώρα για να μιλήσουν και στο πλαίσιο αυτό δεν συζήτησαν για το τι έγινε αλλά για τα συναισθήματα της Παραπονούμενης. Όπως ανέφερε επίσης, η ίδια προσπαθούσε να ηρεμήσει την Παραπονούμενη, η οποία έκλαιγε και ήταν αναστατωμένη. Οφείλουμε βεβαίως να επισημάνουμε εδώ πως η θέση της Μ.Κ.5 ότι η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη στο σημείο αυτό, αλλά και προηγουμένως στο δωμάτιο, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά, όμως δεν θα ενδιατρίψουμε επί του παρόντος ως προς το λόγο της αναστάτωσης της αφού το ζήτημα τούτο είναι άμεσα συνυφασμένο με τη μαρτυρία της ίδιας της Παραπονούμενης, αναφορά στην οποία θα γίνει στη συνέχεια. Εν πάση περιπτώσει, επανερχόμενοι στην Μ.Κ.5, θεωρούμε απόλυτα λογικό να μην θυμάται κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες, με δεδομένο και το χρόνο που μεσολάβησε από τα γεγονότα για τα οποία ερωτάτο μέχρι την κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εντοπίζουμε σκόπιμη απόκρυψη από μέρους της από τις αναφορές της πως δεν θυμάται ή οτιδήποτε που να επηρεάζει την αξιοπιστία της. Ως ανέφερε η μάρτυρας, όταν επέστρεψε η Παραπονούμενη από το νοσοκομείο μετά το απόγευμα, προς βράδυ, η τελευταία της έδωσε κάποιες περαιτέρω πληροφορίες, όπως ότι ήταν δύο οι άντρες (που τη βίασαν) και όχι ένας, ότι πιστεύει πως είχε βιντεογραφηθεί και επίσης πως πήγε στο σπίτι, ότι οι άντρες της επιτέθηκαν σωματικά και μετά την πήγαν σε ταξί, το οποίο την πήρε πίσω στο ξενοδοχείο. Δεν διέλαθε την προσοχή μας βεβαίως ότι σε άλλο σημείο, αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι ώρα ακριβώς επέστρεψε η Παραπονούμενη από το νοσοκομείο και αν ήταν απόγευμα ή βράδυ, αλλά ούτε πότε ακριβώς (ημερομηνία) της είπε η τελευταία ότι πιθανόν να έχει βιντεογραφηθεί. Δεν θεωρούμε όμως ότι με βάση αυτά προκύπτει ουσιώδης αντίφαση στη μαρτυρία της, η οποία να πλήττει την αξιοπιστία της. Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η Παραπονούμενη, σε κάποια στιγμή της ανέφερε αυτά τα πράγματα και τονίζουμε πως η μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης σε σχέση με όσα κατέθεσε ότι της λέχθηκαν από την τελευταία. Αναφορικά με τις επιπρόσθετες πληροφορίες που της ανέφερε η Παραπονούμενη ανωτέρω, μετά που έδωσε την κατάθεση της, αποδεχόμαστε τη θέση που πειστικά προώθησε ότι δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να πάει στην Αστυνομία να τις αναφέρει. Όσο και αν υποστηρίξει κάποιος πως θα ήταν λογικό ν' αποταθεί στην Αστυνομία ενόσω βρισκόταν ακόμα στην Κύπρο, προκειμένου να θέσει ενώπιον της τις πληροφορίες αυτές, εντούτοις δεν θεωρούμε πως το γεγονός ότι δεν το έπραξε συνεπάγεται αυτόματα ότι η ίδια γνώριζε ότι θα έπρεπε να ενεργήσει τοιουτοτρόπως ή ότι λέγει τώρα αυτά τα πράγματα έχοντας αλλότριο σκοπό ή κατόπιν προσυνεννόησης και με πρόθεση να βοηθήσει την Παραπονούμενη. Κατ' αρχάς να μην διαφεύγει ότι πρόκειται για μια νεαρή κοπέλα, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε μια ξένη χώρα για διακοπές, δεν ομιλεί τη γλώσσα της χώρας μας και δεν προκύπτει να είναι εξοικειωμένη με παρόμοιες διαδικασίες. Περαιτέρω, δεν έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον μας, ότι της λέχθηκε από οποιονδήποτε και συνεπώς γνώριζε με βεβαιότητα ότι θα πρέπει να επιστρέψει και να δώσει συμπληρωματική κατάθεση αν περιέλθει κάτι άλλο στην αντίληψη της. Από εκεί και πέρα, επισημαίνουμε πως τουλάχιστον η αναφορά της ότι η Παραπονούμενη της μίλησε για πιθανή βιντεογράφηση, και με δεδομένη τη θέση της Παραπονούμενης, η οποία θ' αξιολογηθεί βεβαίως στο κατάλληλο σημείο, ότι δεν ανέφερε ποτέ οτιδήποτε περί βιντεογράφησης, επιβεβαιώνει κατά την κρίση μας το γνήσιο των ισχυρισμών της και την έλλειψη προσυνεννόησης. Εν πάση περιπτώσει, επί του τελευταίου να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή, δεν έχει μιλήσει ξανά με την Παραπονούμενη για την υπόθεση ή γενικότερα μετά το επίδικο καλοκαίρι. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι σύμφωνα με την Παραπονούμενη, η μάρτυρας της απέστειλε μήνυμα τον Απρίλιο και της έλεγε ότι έχει μαρτυρήσει για την υπόθεση μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης[52], μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε, όμως όπως γίνεται αντιληπτό τούτο σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας. Το γεγονός ότι η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και έλεγε την αλήθεια, θεωρούμε πως επιβεβαιώνεται και από το εξής. Όταν της τέθηκε στην αντεξέταση πως το γεγονός ότι η Παραπονούμενη εκ των υστέρων αναφέρθηκε σε δύο άντρες, δείχνει ότι άλλαξε την ιστορία της, η μάρτυρας δεν έσπευσε να διαψεύσει τη συγκεκριμένη θέση. Ανέφερε τα εξής, όπως θ' αναμενόταν θεωρούμε από κάποιον που δεν έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων και θέλει να είναι αντικειμενικός: «Δεν μπορώ να πω γι' αυτό, εγώ γνωρίζω το τι μου είχε πει, δεν γνωρίζω αν έχει αλλάξει την ιστορία της, όμως αυτό είναι το τι γνωρίζω και το τι μου είχε πει.» Καταλήγουμε δε να πούμε ότι η εντύπωση που μας έδωσε γενικότερα η συγκεκριμένη μάρτυρας, είναι πως ήταν μάρτυρας της αλήθειας και κατέθεσε με ειλικρίνεια μόνον όσα γνώριζε. Ο θετικός τρόπος που κατέθεσε και οι απαντήσεις της δεν αφήνουν περιθώρια για άλλο συμπέρασμα. Ό,τι άλλο θα θέλαμε να λεχθεί εδώ, το οποίο μαζί με όσα αναφέρθηκαν θεωρούμε πως έχει τη σημασία του, είναι πως καμία πλευρά δεν εισηγείται αναξιοπιστία της μάρτυρος ή μη αποδοχή της μαρτυρίας της ή μέρους αυτής για οποιοδήποτε λόγο. Αντίθετα, από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των Κατηγορούμενων, προκύπτει ότι γίνεται αντιπαραβολή της μαρτυρίας της Παραπονούμενης με σημεία της μαρτυρίας της μάρτυρος, προκειμένου να καταδειχθεί η αναξιοπιστία της πρώτης. Λέγοντας αυτά, σημειώνουμε μόνον το εξής σημείο της μαρτυρίας της, επί του οποίου για τους λόγους που επεξηγούμε πιο κάτω, κρίνουμε πως δεν μπορούμε να στηριχθούμε. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, όταν η Παραπονούμενη επέστρεψε στο ξενοδοχείο και πήγε στο δωμάτιο, της είχε αναφέρει ότι βιάσθηκε από ένα μαύρο άντρα. Επί του συγκεκριμένου σημείου δε, η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Από την άλλη, η Παραπονούμενη στην κατάθεση της ανέφερε ότι αυτό που είπε στη φίλη της κατ' εκείνη τη στιγμή ήταν πως πιστεύει ότι βιάσθηκε. Στη δια ζώσης μαρτυρία της δε και συγκεκριμένα τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της, η τελευταία ερωτήθηκε κατά συγκεκριμένο τρόπο γιατί ανέφερε ότι νομίζει πως τη βίασαν και έδωσε εξήγηση για την αναφορά της αυτή. Επισημαίνεται εδώ πάντως ότι η Παραπονούμενη δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτό είχε αναφέρει στη μάρτυρα όταν επέστρεψε. Η μαρτυρία βεβαίως της Παραπονούμενης, μαζί και η εν λόγω αναφορά της, αξιολογείται κατωτέρω και δεν είναι τούτο το κατάλληλο σημείο για να εξεταστεί η σημασία της εν λόγω αναφοράς. Ό,τι έχει σημασία ν' αναφερθεί εδώ, είναι ότι κατά την κρίση μας θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι αυτό που λέχθηκε στην Μ.Κ.5 είναι αυτό που ανέφερε η Παραπονούμενη, η οποία επαναλαμβάνουμε ερωτήθηκε επί τούτου και έδωσε εξήγηση γιατί το ανέφερε, σε αντίθεση με τη Μ.Κ.5 που δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε γι' αυτό. Και βεβαίως, θα πρέπει επίσης να λεχθεί εδώ πως δεν θεωρούμε ότι με τα πιο πάνω επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η γενικότερη αξιοπιστία της μάρτυρος, η οποία δια της κατάθεσης της μετέφερε αυτό που ουσιαστικά ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη δηλαδή βιασμό και δεν αντεξετάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, στο σημείο αυτό επισημαίνουμε, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι βεβαίως η εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση ν' αναφερθεί στα ουσιώδη γεγονότα, για τα οποία ως έχουμε ήδη αναφέρει ουσιαστικότερη μάρτυρας ήταν η ίδια η Παραπονούμενη. Ερχόμενοι λοιπόν τώρα στη μαρτυρία της Παραπονούμενης και ξεκινώντας από τη συνάντηση με τους δύο άντρες, επαναλαμβάνουμε ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα στην κατάθεση της, που δεν έχουν αμφισβητηθεί, καθώς περπατούσαν με την Τζούλη, ξαφνικά τις πλησίασαν δύο έγχρωμοι άντρες και άρχισαν να τους μιλούν, λέγοντας τους ότι είναι όμορφες και άλλα που δεν θυμάται. Ως αναφέρει δε, κατά τον χρόνο που τους μιλούσαν έπεσε στο έδαφος, χωρίς να την σπρώξει κάποιος, πράγμα που πιστεύει πως συνέβη λόγω της μέθης της. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι πράγματι σε κάποια στιγμή έπεσε η μάρτυρας, ούτε ότι συνεπεία τούτου προέκυψε μια μελανιά στο αριστερό της πόδι. Κατά την αντεξέταση της βεβαίως, η μάρτυρας επιχείρησε να δώσει άλλη εξήγηση για το πέσιμο της, διαφοροποιώντας τη θέση της. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι έχει πει μεν πως έχει πέσει λόγω της μέθης, όμως μπορεί να υπήρχε πέτρα στο πεζοδρόμιο ή να υπήρχε ένας λάκκος ή μια πέτρα στο δρόμο και να στραβοπάτησε. Επισημαίνουμε ότι δεν έχει δοθεί καμία απολύτως εξήγηση για τη διαφοροποίηση της αρχικής θέσης στην κατάθεση της, η οποία ομολογουμένως δεν χωρεί άλλη ερμηνεία, ούτε αποτέλεσε θέση της μάρτυρος ότι αναφέρει αυτό το πράγμα τώρα γιατί είναι κάτι που θυμήθηκε εκ των υστέρων. Έχοντας δε υπόψη ότι με την τελευταία ερώτηση που της έγινε, πριν τοποθετηθεί ως ανωτέρω, ουσιαστικά της είχε τεθεί ότι λόγω της μέθης δεν μπορούσε να στέκεται στα πόδια της και να περπατά καλά, φρονούμε ότι τούτη η ξαφνική αλλαγή θέσης από τη μάρτυρα ή και η εικοτολογία από μέρους της, δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά μόνον προσπάθεια υπεκφυγής της. Εν πάση περιπτώσει, η δικαιολογία που έδωσε στη δια ζώσης μαρτυρία της για το πέσιμο της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεση της, μετά το πέσιμο της, ένας από τους άντρες με τους οποίους προηγουμένως μιλούσαν τη σήκωσε και την αγκάλιασε με πίεση και δεν μπορούσε να φύγει από την αγκαλιά του. Αυτός ο άντρας συνέχισε να την αγκαλιάζει και τότε άρχισαν και οι δύο να της λένε να πάει μαζί τους για να την προστατέψουν. Δεν μπορούσε να φύγει από το μπράτσο του και τους είπε ότι δεν θέλει να πάει μαζί τους. Ακολούθως, καθώς μιλούσαν, συνειδητοποίησε ότι η Τζούλη δεν ήταν μαζί τους και όταν τους ρώτησε που είναι, της λέχθηκε ότι θα την βρουν όταν πάει μαζί τους. Αμέσως μετά δε, η Παραπονούμενη περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε στο επίδικο διαμέρισμα, λέγοντας ουσιαστικά ότι οι δύο άντρες, κρατώντας την από τους ώμους κατά τρόπο που δεν μπορούσε να ελευθερωθεί, ξεκίνησαν να περπατούν και την οδήγησαν μ' αυτό τον τρόπο στο επίδικο διαμέρισμα. Επισημαίνουμε πως όταν της ζητήθηκε στην κυρίως εξέταση να εξηγήσει τον τρόπο που την κρατούσαν, η μάρτυρας έβαλε το χέρι της γύρω από τον ώμο της διερμηνέως και πίεσε αρκετά δυνατά προς το μέρος της, αναφέροντας ότι με αυτό τον τρόπο την κρατούσαν ενώ η ίδια βρισκόταν ενδιάμεσα των δύο. Σε σχέση με τα πιο πάνω, κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τα λεγόμενα της Παραπονούμενης, όταν έπεσε κάτω και ο ένας εκ των αντρών τη σήκωσε, στο μέρος βρισκόταν και η Τζούλη. Τούτο το γεγονός, χρονικά, έγινε όταν τις πλησίασαν οι δύο άντρες και τους μιλούσαν. Δεν δίνει κάποια εξήγηση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες χωρίστηκαν με την Τζούλη και αναφέρει απλά ότι σε κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν εκεί μαζί της. Σύμφωνα όμως με όσα ανέφερε η Μ.Κ.5, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, όταν η Τζούλη επέστρεψε μόνη στο ξενοδοχείο και μίλησαν η ώρα 01:50, η τελευταία της είχε αναφέρει ότι γνώρισαν ένα τύπο και η Παραπονούμενη φιλιόταν μαζί του, ενώ όταν τη ρώτησε αν ήθελε να επιστρέψουν πίσω στο ξενοδοχείο της είπε ότι ήθελε να μείνει. Επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης για το αν πράγματι της ζητήθηκε από την Τζούλη να επιστρέψουν και η ίδια επέλεξε να μείνει, χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα. Και εξηγούμε. Σε κάποια στιγμή ανέφερε ότι δεν θυμάται να έγιναν έτσι τα πράγματα, στη συνέχεια είπε ότι διαφωνεί, ενώ σε άλλο σημείο απάντησε ότι μπορεί να είναι έτσι και να μην το θυμάται. Επίσης, να τονιστεί εδώ ότι η Παραπονούμενη ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι θυμήθηκε μετά που έδωσε την κατάθεση της, ότι «εκείνος ο άντρας» προσπάθησε και τη φίλησε στο δρόμο. Δεν ανέφερε βεβαίως πότε θυμήθηκε αυτή τη λεπτομέρεια, ούτε έδωσε άλλες λεπτομέρειες ως προς το τι εννοούσε όταν έλεγε ότι ο άντρας προσπάθησε και τη φίλησε, για να μπορεί το Δικαστήριο ν' αξιολογήσει τη θέση της, υπό το φως και των όσων ανέφερε η Τζούλη προς την Μ.Κ.5 ότι είδε με τα μάτια της, και να καταλήξει κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες φιλήθηκε με τον άντρα αυτό και αν είπε αυτό το πράγμα προκειμένου απλά να δικαιολογήσει την αναφορά της Τζούλης ότι φιλιόταν με έναν τύπο. Επαναλαμβάνοντας δε εδώ ότι όσα ανέφερε η Τζούλη δεν αμφισβητήθηκαν, σημειώνουμε ότι υπό τις περιστάσεις αποδεχόμαστε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Για την κατάληξη μας αυτή σημειώνουμε πως λάβαμε υπόψη και το γεγονός ότι η Τζούλη, η οποία δεν κλήθηκε για να καταθέσει (χωρίς ν' αναφερθεί ότι τούτο ήταν ανέφικτο για οποιοδήποτε λόγο), ανέφερε τα πιο πάνω σε σύντομο χρόνο μετά που συνέβησαν, μόλις επέστρεψε στο ξενοδοχείο, απευθυνόμενη προς την Μ.Κ.5, η οποία γνώριζε ότι ήταν φίλη με την Παραπονούμενη και αγωνιούσε για το που βρίσκεται, εξ ου και το τηλεφώνημα της Μ.Κ.5 η ώρα 01:50 το πρωί, μόλις πληροφορήθηκε ότι η Τζούλη επέστρεψε στο ξενοδοχείο χωρίς την Παραπονούμενη. Δεν είχε δε κανένα λόγο ν' αλλοιώσει τα πράγματα και να πει κάτι διαφορετικό απ' ότι πραγματικά συνέβη[53]. Εξάλλου, με δεδομένο ότι εν τέλει η θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι δεν θυμόταν αν η Τζούλη της ζήτησε να επιστρέψουν και η ίδια ήθελε να μείνει, είναι σαφές ότι επί της ουσίας όσα ανέφερε η Τζούλη παρέμειναν αναντίλεκτα, ενώ μέσω της μαρτυρίας της Παραπονούμενης επιβεβαιώνεται και το ότι πράγματι υπήρξε φιλί. Τώρα, ερχόμαστε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη, ότι οδηγήθηκε στο διαμέρισμα. Δεν θα τις επαναλάβουμε και εδώ. Αυτό που έχει σημασία να τονιστεί, είναι η θέση της πως ουσιαστικά οι δύο άντρες την κρατούσαν κατά τρόπο που δεν μπορούσε να ελευθερωθεί και περπατώντας την οδήγησαν στο διαμέρισμα. Αποτελεί διαπίστωση μας όμως, μελετώντας τη μαρτυρία της, ότι διαφοροποίησε ουσιωδώς τη θέση της κατά την αντεξέταση, αφού σε κάποια στιγμή ανέφερε ότι θυμάται να περπατά μ' έναν από τους άντρες στο δρόμο αλλά ότι στο διαμέρισμα υπήρχαν δύο άντρες, χωρίς ν' αποκλείει ο άλλος άντρας να ήταν εκεί και να τους περίμενε. Επίσης, όταν ερωτήθηκε να πει σε ποιο χρονικό σημείο ισχυρίζεται ότι έκλαιγε, ανέφερε τα εξής: «Όταν ήμασταν στον δρόμο και ξεκινούσαμε να περπατούμε ο άνδρας, όταν ο άνδρας είχε το χέρι του στον ώμο μου, όταν περπατούσαμε, και όταν ξεκίνησε να με καθοδηγεί να βλέπω τον δρόμο, εκείνη τη στιγμή έκλαψα και είπα ότι δεν θέλω να πάω μαζί τους, επειδή εκείνη τη στιγμή είχα καταλάβει ότι δεν υπήρχε καμία από τις φίλες μου εκεί.» Υπενθυμίζουμε εδώ, ότι σύμφωνα με την κατάθεση της, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, τους είχε πει ότι δεν θέλει να πάει μαζί τους όταν ο ένας εκ των αντρών την κρατούσε και της ζήτησαν να πάει μαζί τους για να την προστατέψουν, πριν δηλαδή ξεκινήσουν να την οδηγούν στο διαμέρισμα. Εν ολίγοις δηλαδή, σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση της, σε δύο περιπτώσεις ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι περπατούσε μ' έναν άντρα, ο οποίος την καθοδηγούσε, κρατώντας την από τον ώμο. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας πως μετά τις πιο πάνω απαντήσεις της, ερωτήθηκε γιατί δεν έτρεξε και ανέφερε «Επειδή με καθοδηγούσαν, πως να το .. », χρησιμοποιώντας δηλαδή πληθυντικό αριθμό. Ό,τι όμως τούτο επιβεβαιώνει, κατά την κρίση μας, ενόψει των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, είναι πως η εκδοχή της επί του προκειμένου ήταν αντιφατική και συγκεχυμένη. Κάτι άλλο που δεν ανέφερε στην κατάθεση της και ως ανέφερε το θυμήθηκε μετά, είναι ότι στο δρόμο, ο άντρας που τη βίασε την άγγιξε στα στήθη και πόνεσε. Ούτε εδώ ανέφερε πότε θυμήθηκε αυτό το πράγμα, αλλά ούτε δόθηκαν οιεσδήποτε λεπτομέρειες. Βεβαίως οφείλουμε να πούμε πως η μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με την εν λόγω αναφορά της. Εν πάση όμως περιπτώσει, εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως ενώ θυμήθηκε το άγγιγμα στο στήθος, δεν θυμήθηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή σ' εξωτερικό χώρο στην Αγία Νάπα, γεγονός που επιμαρτυρείται από το υλικό που εξήχθη από το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου 1 (βλ. Τεκμήρια 44 και 45), το οποίο προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η Παραπονούμενη αναγνώρισε τον εαυτό της να έχει σεξουαλική επαφή σ' εξωτερικό χώρο. Η ίδια βεβαίως ισχυρίζεται ότι έχει κενά στο μυαλό της για εκείνο βράδυ ή και κενά μνήμης, τα οποία αποδίδει είτε στο αλκοόλ είτε στο τραύμα που έπαθε λόγω αυτού που της συνέβη. Ήδη από το σημείο αυτό, απορρίπτουμε τη θέση ότι συνεπεία τραύματος που συνδέεται με τα επίδικα γεγονότα έχει κενά μνήμης. Παρενθετικά, σημειώνουμε πως παρά το γεγονός ότι η Παραπονούμενη αρνήθηκε σε κάποια στιγμή ότι όταν μιλά για κενά εννοεί κενά μνήμης, εντούτοις είναι σαφές ότι η εξήγηση που έδωσε, συνηγορεί υπέρ του ότι ακριβώς αυτό εννοεί. Ως ανέφερε συγκεκριμένα, θυμάται κάποια πράγματα, ύστερα υπάρχει ένα κενό, θυμάται κάποια άλλα πράγματα και υπάρχει ξανά ένα κενό. Και συνεχίζοντας, εξηγούμε πως απορρίπτουμε τη συγκεκριμένη θέση της για το τραύμα, αφού πέραν της γενικής αναφοράς της περί τραύματος, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον μας, ούτε και παρουσιάστηκε επιστημονική μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο και να συνδέει τα όποια κενά μ' αυτό. Επισημαίνεται πάντως εδώ, για όποια σημασία έχει τούτο, πως από την κατάθεση της προκύπτει ότι τα όποια κενά έχει αποδίδονται από την ίδια στο αλκοόλ ή και στη μέθη. Και ερχόμαστε ακριβώς στο ζήτημα της κατανάλωσης αλκοόλ και της μέθης. Ως ανέφερε στην κατάθεση της και επανέλαβε στη δια ζώσης μαρτυρία της, χωρίς ν' αμφισβητηθεί, στο μπαρ του ξενοδοχείου όπου βρισκόταν με την Μ.Κ.5 και τις άλλες δύο κοπέλες που γνώρισαν, από τις 22:00 περίπου μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε αποφάσισαν να συνεχίσουν τη διασκέδαση τους στο κέντρο της Αγίας Νάπας, η ίδια είχε καταναλώσει έξι αλκοολούχα ποτά και συγκεκριμένα τέσσερα κοκτέιλ και δύο σφηνάκια λικέρ. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μας για τις μονάδες καθαρού αλκοόλ που εισήχθησαν στον οργανισμό της με τα ποτά που κατανάλωσε, όμως είναι σαφές από τη μαρτυρία της ίδιας και της Μ.Κ.5, ότι περιήλθε σε κατάσταση μέθης. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι με βάση τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων[54], η Παραπονούμενη ήταν αρνητική στην αιθυλική αλκοόλη. Επί τούτου να υπενθυμίσουμε ότι τα δείγματα για τη διενέργεια των τοξικολογικών εξετάσεων λήφθηκαν από τον Μ.Κ.3 στις 25.4.23, μεταξύ των ωρών 13:55 - 14:
- Από τα μεσάνυχτα δηλαδή της προηγούμενης μέρας όπου θα μπορούσε δυνητικά να είχε πιεί το τελευταίο ποτό, μέχρι τη λήψη των δειγμάτων, μεσολάβησε χρόνος 13-14 ωρών. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με βάση την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οργανισμός μιας γυναίκας για ν' απομακρύνει μια αλκοολική μονάδα, ήτοι 10 ml καθαρής αλκοόλης, χρειάζεται λίγο περισσότερο από μία ώρα. Συναφώς, και με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει πως η όποια ποσότητα αλκοόλης είχε καταναλωθεί, η οποία δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια, είχε αποβληθεί από τον οργανισμό της κατά το χρόνο λήψης του δείγματος από την Αστυνομία. Ούτε βεβαίως υπάρχει μαρτυρία ειδικού για το βαθμό που θα μπορούσε να επηρεαστεί η αντίληψη ή και η μνήμη της Παραπονούμενης από την κατανάλωση των πιο πάνω ποτών. Ο Μ.Κ.2 δεν εξέτασε την Παραπονούμενη, ούτε κλήθηκε για να καταθέσει ειδικά για την τελευταία. Ούτε όμως τέθηκαν ενώπιον του μάρτυρα συγκεκριμένα δεδομένα της Παραπονούμενης, για να εκφράσει τη γνώμη του επ' αυτών ή και σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα. Αυτό που ξεκαθάρισε με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.2, είναι πως η αντίληψη και η μνήμη της Παραπονούμενης στην προκειμένη θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την κατανάλωση αλκοόλ, ειδικά αν η ποσότητα του αλκοόλ ήταν μεγάλη. Το κατά πόσο δε υπήρξε επηρεασμός και σε ποιο βαθμό, δεν σχετίζεται με τη συνδυαστική χρήση από την Παραπονούμενη της σερτραλίνης (αντικαταθλιπτικού) και του αλκοόλ. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, ό,τι θα μπορούσε να προκαλέσει ο εν λόγω συνδυασμός, είναι μικρού βαθμού αύξηση της καταστολής που προκαλεί ούτως ή άλλως το αλκοόλ. Από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης πάντως, προκύπτει πως δεν υπήρξε μια σταθερή θέση αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και ότι ανάλογα με το τι αντιμετώπιζε και τι επιθυμούσε να προωθήσει διαφοροποιούσε τη θέση της. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνουμε πως παρά τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της (έχουμε αναφερθεί σ' αυτά στη σύνοψη της μαρτυρίας της ανωτέρω), τα οποία εάν διαβάσει κάποιος αυτό που αντιλαμβάνεται είναι πως λόγω της μέθης είχε επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό η μνήμη της, ενώ περαιτέρω σε κάποια στιγμή ενώ στεκόταν έπεσε στο έδαφος, εντούτοις μια εκ των θέσεων που προέβαλε κατά την έναρξη της αντεξέτασης της, ήταν πως ήταν μεν μεθυσμένη, αλλά ένιωθε καλά και είχε καλή διάθεση, ενώ υποστήριξε ότι μπορούσε να περπατά καλά, αποδίδοντας τη πτώση της σε άλλο λόγο. Έχουμε ήδη εξηγήσει γιατί θεωρούμε πως η τελευταία αυτή θέση που προέβαλε, συνιστούσε προσπάθεια υπεκφυγής από την εν λόγω αναφορά στην κατάθεση της ότι λόγω της μέθης, σε κάποια στιγμή έπεσε στο έδαφος. Σε άλλες ερωτήσεις δε, απάντησε ότι ήταν μεθυσμένη και έχει κενά ως προς το τι ακριβώς συνέβη, αλλά θυμάται και κάποια πράγματα, ενώ όταν έδωσε μαρτυρία μετά την επανακλήτευση της και έχοντας πλέον υπόψη της την παρουσίαση των βίντεο ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε για π