Δημοκρατία ν. A.A., Αρ. Υπόθεσης: 126/2024, 18/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 126/2024 Μεταξύ: Δημοκρατία v. A.A. Κατηγορούμενου 18 Ιουλίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, επί τω ότι ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε εντός της εδαφικής επικράτειας της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 1), ότι μετέφερε πρόσωπα δια υδάτινης οδού με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης, σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 2), ότι παρείχε συνδρομή ή βοήθεια σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 (κατηγορία 3) και ότι υποβοήθησε την παράνομη είσοδο υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105 (κατηγορία 4). Όλα τα αδικήματα, διαπράχθηκαν την 1η Ιανουαρίου
- Προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, σημειώνουμε εδώ ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε άλλη μια κατηγορία με βάση το κατηγορητήριο, ήτοι για συμμετοχή σε λαθρεμπόριο μεταναστών (5η κατηγορία), στην οποία όμως απαλλάχθηκε και αθωώθηκε. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην εκδοθείσα απόφαση και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Συνοπτικά σημειώνουμε ότι την 1.1.24 και περί ώρα 15:35, ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία, έλαβε οδηγίες από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας να ελέγξει θαλάσσιο στόχο που βρισκόταν περί τα 12 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο και αναχώρησε άμεσα από την μαρίνα Αγίας Νάπας, με την αστυνομική άκατο «Απ. Ανδρέας», όπου κυβερνήτης ήταν ο ίδιος και πλήρωμα ο Αστ.
- Περί τις 16:13 δε, εντόπισε ξύλινη βάρκα άσπρου χρώματος, 10 περίπου μέτρων, σε απόσταση οκτώ ναυτικών μιλίων περίπου από τις ακτές της Δημοκρατίας[1], η οποία είχε κίνηση προς τις ακτές της Δημοκρατίας με χαμηλή ταχύτητα και ήταν υπερφορτωμένη με μετανάστες και εξαιρετικά επικίνδυνη αφού, από το βάρος της, η ίσαλος γραμμή της βάρκας, δηλαδή η γραμμή η οποία τέμνει τη γάστρα του σκάφους, στο σημείο που την ακουμπά το νερό[2], ήταν καλυμμένη, ενώ το κατάστρωμα της βρισκόταν μόλις 30 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια της θάλασσας. Αφού ενημέρωσε τον Αξιωματικό Υπηρεσίας για την κατάσταση, έλαβε οδηγίες όπως συνοδεύσει την βάρκα με τους μετανάστες προς το αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου. Κατά τη διάρκεια της συνοδείας τους, και συγκεκριμένα στις 17:00, η αστυνομική άκατος «Ονήσιλος», με κυβερνήτη τον Αστυνόμο Β' Π. Πολυκάρπου, προσέγγισε το σημείο που βρισκόντουσαν και ενίσχυσε τη συνοδεία. Στις 18:08 δε, με τη βοήθεια και της αστυνομικής ακάτου «Αστραπής 32», η οποία τους προσέγγισε στην περιοχή του Πρωταρά, με πλήρωμα τους Α/Αστ. 2040 και Αστ. 3173, οδήγησαν τη βάρκα με τους μετανάστες εντός του αλιευτικού καταφυγίου Παραλιμνίου, όπου και κατέπλευσαν. Όπως διαπιστώθηκε, στη βάρκα επέβαιναν 133 άτομα και συγκεκριμένα 73 άντρες, 9 γυναίκες, 26 παιδιά και 25 ασυνόδευτοι ανήλικοι, ενώ με βάση τους Κανονισμούς του Υφυπουργείου Ναυτιλίας σ' ένα σκάφος τέτοιου μεγέθους θα μπορούσαν να επιβαίνουν περί τα 10 άτομα. Όλοι δε οι επιβαίνοντες κατάγονταν από τη Συρία και ουδείς εξ αυτών είχε άδεια μετανάστευσης και θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, οπότε με βάση το Κεφ.105[3] επρόκειτο στο σύνολο τους για απαγορευμένους μετανάστες. Σημειώνεται εδώ, ότι μεταξύ των επιβαινόντων, ήταν ο Κατηγορούμενος, καθώς επίσης η σύζυγος και το ανήλικο παιδί του. Αποτέλεσε επίσης εύρημα μας ότι η βάρκα με τους μετανάστες ξεκίνησε από παραλία του Λιβάνου την 31.12.23 (η ώρα 23:00 περίπου) και ο οδηγός της καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, μέχρι και την άφιξη της στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, ήταν ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο τελευταίος ανέλαβε την οδήγηση της βάρκας, εν συντομία αναφέρουμε ότι αποτέλεσε περαιτέρω κατάληξη μας ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επιθυμούσε να φύγει από τη Συρία και να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει και να βγάλει χρήματα για να μπορέσει να ζήσει καλύτερα η οικογένεια του, αποτάθηκε σε άγνωστο πρόσωπο στην Ταρτούς της Συρίας για να τον βοηθήσει να έρθει παράνομα στην Κύπρο με τη σύζυγο και το παιδί του. Στο πλαίσιο αυτό και επειδή το εν λόγω πρόσωπο γνώριζε πως ο ίδιος είναι ψαράς και «ξέρει» από θάλασσα, του πρότεινε να οδηγήσει τη βάρκα και να μην πληρώσει η γυναίκα και το παιδί του. Με αυτά υπόψη και επειδή είχε μόνον 3000 δολάρια, αποδέχτηκε να οδηγήσει τη βάρκα και να εξοικονομήσει 6000 δολάρια. Πέντε μέρες δε πριν το ταξίδι, τους μετέφεραν με αυτοκίνητο από τη Συρία στο Λίβανο, όπου έμειναν σ' ένα σπίτι και την ημέρα που θα ταξίδευαν τους μετέφεραν στην παραλία. Από την παραλία, τους μετέφεραν λίγους λίγους με μικρά σκάφη πάνω στη βάρκα και ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να οδηγεί τη βάρκα με κατεύθυνση την Κύπρο, έχοντας στη διάθεση του και GPS που τον βοηθούσε στη χάραξη της πορείας του μέχρι την Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος δε, σύμφωνα με τις οδηγίες που του δόθηκαν στο Λίβανο, μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, πέταξε στη θάλασσα το προαναφερθέν όργανο που κρατούσε, ενώ παράλληλα ζήτησε από τους επιβαίνοντες ν' αναφέρουν στην Αστυνομία ότι οδήγησαν όλοι τη βάρκα για να μην τον συλλάβουν. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο, επειδή η βάρκα ήταν παλιά και φορτωμένη με πολλά άτομα, κινδύνεψαν να βυθιστούν. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, προκειμένου να μπορέσουν να ταξιδέψουν, οι επιβαίνοντες στη βάρκα, με εξαίρεση τη σύζυγο και το παιδί του Κατηγορούμενου για το λόγο που εξηγείται ανωτέρω, πλήρωσαν σε άγνωστο τους πρόσωπο ποσά από 2500-3500 δολάρια. Ήταν δε πλήρως αντιληπτό στον Κατηγορούμενο ότι αφενός όλα αυτά τα πρόσωπα που ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα, πέραν του ίδιου και των μελών της οικογένειας του, ήταν πρόσωπα που δεν δικαιούνταν να εισέλθουν στη Δημοκρατία και δη με τον τρόπο που θα το έπρατταν, ήταν δηλαδή απαγορευμένοι μετανάστες, και αφετέρου ότι με την ενέργεια του να τους μεταφέρει, παρείχε συνδρομή προς τα πρόσωπα που υποβοηθούσαν τους ομοεθνείς του να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία με σκοπό το κέρδος. Ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, τον πρότερο έντιμο βίο του και το μεμονωμένο των πράξεων του, αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει, δυσχέρειες οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, στο πλαίσιο αναζήτησης καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας, παράγοντα τον οποίο επίσης ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει. Kάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα προβλήματα υγείας της συζύγου και του παιδιού του Κατηγορούμενου, με έμφαση στα προβλήματα της συζύγου, τα οποία ως υποστήριξε είχαν ως αποτέλεσμα σε κάποιες περιπτώσεις να κινδυνέψει το ανήλικο τέκνο τους. Σε συνέχεια τούτου ζήτησε όπως συνυπολογιστεί και το ότι υπάρχει μια ανησυχία από τις Υπηρεσίες Κοινωνικές Ευημερίας για το κατά πόσο η σύζυγος είναι κατάλληλη για την άσκηση της γονικής μέριμνας, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί στο παρόν στάδιο κάποια απόφαση για την αφαίρεση της. Τη δεδομένη στιγμή υπάρχει συνεχής παρακολούθηση και καθοδήγηση της συζύγου από το Γραφείο Ευημερίας για την άσκηση του γονεικού της ρόλου και η σύζυγος καταβάλλει προσπάθειες ν' ανταποκριθεί. Στη βάση των πιο πάνω επεσήμανε την ιδιαίτερη ανάγκη της παρουσίας του πατέρα υπό το φως των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μητέρα. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπέρ του το γεγονός ότι ήταν επιβάτης όπως οι υπόλοιποι και κατέβαλε κόμιστρο για το ταξίδι, έστω και μειωμένο, ότι ήταν ο πλοηγός της βάρκας και δεν είχε άλλο ρόλο στο ταξίδι, ότι δεν είναι ο λαθρέμπορας και ο διοργανωτής του ταξιδιού ή ο ιθύνων νους, ούτε έλαβε χρήματα από τα πρόσωπα που οργάνωσαν το ταξίδι, καθώς επίσης ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης της βάρκας. Επίσης, ότι οι επιβαίνοντες αποφάσισαν μόνοι τους να ταξιδέψουν και ανέλαβαν οι ίδιοι την ευθύνη για το επικίνδυνο ταξίδι. Για να καταλήξει να πει ότι ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν δευτερεύων και μοναδικός του σκοπός ήταν η αναζήτηση καλύτερης ζωής, αλλά και ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπουν επιβαρυντικοί παράγοντες. Υπό το φως δε των ανωτέρω αλλά και του ότι κατά την εισήγηση της εξέλιπε πλέον η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, ένεκα μείωσης των μεταναστευτικών ροών το τελευταίο διάστημα, λόγω συμφωνίας που επετεύχθη με το Λίβανο, κάλεσε το Δικαστήριο όπως θεωρήσει ότι δεν καθίσταται επιβεβλημένη η αντιμετώπιση των επίδικων αδικημάτων, ως αδικημάτων τα οποία παρουσιάζουν έξαρση και όπως επιδείξει στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία (κατηγορία 4), που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και οι δύο αυτές ποινές[4]. Το δε αδίκημα της κατηγορίας 2, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 12 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές[5], ενώ τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 τιμωρούνται αμφότερα, με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[6]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ως άνω προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά τη σοβαρότερη κατηγορία (κατηγορία 4) αλλά και τις κατηγορίες 1 και 3, εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ. 105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 4 ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.20.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, οι προβλεπόμενες ποινές ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5,000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, που στην περίπτωση της κατηγορίας 4 φτάνει σχεδόν το διπλάσιο όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πρόστιμο και στις κατηγορίες 1 και 3 ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι μόνο εντός της περιόδου 11.4.24 μέχρι 13.5.24, ήτοι εντός ενός μόλις μηνός, καταχωρήθηκαν 7 νέες υποθέσεις αυτής της φύσεως ενώπιον μας. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24[7], όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23[8], τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης, με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι εκλείπει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησης συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου. Επί τούτου αρκούμαστε να παραπέμψουμε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ό,τι επιπρόσθετα θα μπορούσε να λεχθεί επ' αυτού, είναι ότι το ζήτημα έχει τεθεί από μέρους της υπεράσπισης με γενικό και αόριστο τρόπο και εν πάση περιπτώσει η απλή αναφορά σε ύπαρξη συμφωνίας με το Λίβανο, χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες, από τη στιγμή μάλιστα που μια συμφωνία δεν θα μπορούσε ν' αποτελεί ζήτημα δικαστικής γνώσης, ούτε και υπάρχει τέτοια εισήγηση, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη της σχετικής εισήγησης. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που σχετίζονταν με παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στην δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[9] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[10], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105[11], το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[12]. Στην πρώτη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος ως ήδη αναφέρθηκε είχε μεν αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, όμως τούτο αποτελούσε ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στις δε υποθέσεις Rasit και Khabeer Khan, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, το οποίο αποτελεί βεβαίως αδίκημα ίδιας εμβέλειας και σοβαρότητας με αυτό του άρθρου 19Α
(1), επισημαίνουμε πως υπήρχε ως συστατικό στοιχείο «ο σκοπός της αποκόμισης κέρδους». Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του άρθρου 19Α όσο και των άρθρων 19
(2)και 19
(1)(ζ), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι Εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, δηλαδή αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. Στρεφόμενοι τώρα στην παρούσα και έχοντας πάντα κατά νουν ότι στη σοβαρότερη εκ των κατηγοριών (δηλαδή στην 4η), ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος ως συνεργός, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του να συνδράμει στο έργο των προσώπων που υποβοηθούσαν τους ομοεθνείς του να διασχίσουν τα σύνορα Λιβάνου-Κύπρου και να εισέλθουν παράνομα στην Κύπρο, με σκοπό το κέρδος, υποβοηθώντας με τη συμμετοχή του στην προαγωγή και εν τέλει στην ολοκλήρωση του σκοπού των εν λόγω προσώπων, που δεν ήταν άλλος βέβαια από το λαθρεμπόριο μεταναστών έναντι αμοιβής, αφού ως λέχθηκε, οι επιβαίνοντες, με εξαίρεση τη σύζυγο και το παιδί του, κατέβαλαν από 2.500-3.500 δολάρια έκαστος για τη μεταφορά τους. Βεβαίως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν λήπτης, έστω μέρους από τα χρήματα αυτά που πλήρωναν οι επιβαίνοντες, ούτε ο ιθύνων νους που διοργάνωσε το ταξίδι αλλά ούτε και ο ιδιοκτήτης της βάρκας. Παρά ταύτα όμως, θεωρούμε πως επ' ουδενί δεν μειώνεται η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, αφού ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα είναι πως συμφώνησε να βοηθήσει τα εν λόγω πρόσωπα στο παράνομο έργο τους, πλοηγώντας τη βάρκα από το Λίβανο στην Κύπρο, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την έκπτωση ύψους 6000 δολαρίων στο κόστος μεταφοράς του ίδιου και των μελών της οικογένειας του. Αυτό ακριβώς το αντάλλαγμα που είχε λάβει με την προαναφερθείσα έννοια, εντείνει τη σοβαρότητα της παρούσας, εντός των πλαισίων της. Ο ρόλος του επομένως δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ουσιαστικός, αφού είναι προφανές ότι χωρίς την αποδοχή από πλευράς του να πλοηγήσει τη βάρκα, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ρόλος του ήταν δευτερεύων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, παρά μόνον ίσως εν συγκρίσει με τους διοργανωτές, αφου κατά τα λοιπά, ως εξηγήθηκε, ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί και το ότι έδρασε βάσει σχεδίου και προγραμματισμού, αφού σύμφωνα με τα γεγονότα προκύπτει πως βάσει της συνεννόησης που υπήρξε, o Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε μαζί με τα μέλη της οικογένειας του από τη Συρία στο Λίβανο πέντε μέρες πριν το ταξίδι, ενώ τη μέρα του ταξιδιού ο Κατηγορούμενος ανέβηκε στη βάρκα όπου επέβαιναν οι 132 ομοεθνείς του και ακολούθως την πλοήγησε αδιάλειπτα μέχρι να φτάσουν στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση μας, τούτο το γεγονός δείχνει ξεκάθαρα «την συνειδητή επιλογή του να λειτουργήσει στο πλαίσιο της διευθέτησης που είχε γίνει και των οδηγιών που έλαβε, εξ ου και μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας πέταξε την πυξίδα που κρατούσε, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει». Οι δε ενέργειες του, ως έχει ήδη αναφερθεί, δεν έγιναν αφιλοκερδώς αλλά έναντι του ανταλλάγματος που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω. Πέραν των ανωτέρω, τη σοβαρότητα της υπόθεσης εντείνει έτι περαιτέρω, αφενός, ο πολύ μεγάλος αριθμός των προσώπων που μετέφερε ήτοι 132 στο σύνολο, εκ των οποίων 26 παιδιά και 21 ασυνόδευτοι ανήλικοι και αφετέρου ο προφανής κίνδυνος που διέτρεξαν οι εν λόγω επιβαίνοντες ως εκ του εγχειρήματος που ο ίδιος ανέλαβε. Και τούτο εφόσον η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη[13] και συνεπεία τούτου το βάρος της ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, ώστε να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να βυθιστεί, για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξηγήσαμε στην απόφαση μας. Εξάλλου να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με παραδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου, την οποία αποδεχτήκαμε, κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο, λόγω της παλαιότητας της βάρκας αλλά και επειδή ήταν φορτωμένη με πολλά άτομα, κινδύνεψαν να βυθιστούν. Τούτων δεδομένων, σημειώνουμε περαιτέρω το γεγονός ότι στην επίδικη βάρκα δεν υπήρχαν σωστικά μέσα, σωσίβια, φωτοβολίδες ή ασύρματοι, κάτι που βεβαίως καταδεικνύει και θα λέγαμε ενισχύει τη θέση περί ενός επικίνδυνου ταξιδιού για τους επιβαίνοντες, οι οποίοι αν για οποιοδήποτε λόγο έπεφταν στη θάλασσα, πριν γίνουν αντιληπτοί από την Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και τύχουν συνοδείας από τις αστυνομικές ακάτους, στις οποίες επέβαιναν έμπειροι ναυτικοί και ναυαγοσώστες, προφανώς οι πιθανότητες τους να επιβιώσουν θα ήταν λίγες. Τονίζουμε εδώ ξανά, ότι στη βάρκα επέβαιναν πάρα πολλά παιδιά, εκ των οποίων 21 ασυνόδευτοι ανήλικοι και θεωρούμε πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να πεισθεί κάποιος για τη δυσκολία κυρίως των παιδιών, όταν μάλιστα υπήρχε και μεγάλος αριθμός ασυνόδευτων, στο να μπορέσουν ν' ανταπεξέλθουν εάν βρίσκονταν ξαφνικά μέσα στη θάλασσα, στη μέση του πουθενά. Και προσθέτουμε, καταλήγοντας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, εν συνεχεία των όσα αναφέρονται ανωτέρω αλλά και των ευρημάτων στην απόφαση μας, ότι υπό τις περιστάσεις, στην προκειμένη περίπτωση είναι από τύχη ουσιαστικά που δεν υπήρξαν θύματα και δεν έγινε η θάλασσα, ο υγρός τους τάφος. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη στην επιλογή της βάρκας, ούτε βεβαίως αποφάσισε ποιοι θ' ανέβουν στην βάρκα. Όμως δεν θεωρούμε πως μ' αυτά μειώνεται η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του. Διότι με βάση την απόφαση μας, δεν προκύπτει απλά ως ένα γεγονός η πλοήγηση μιας υπερφορτωμένης βάρκας, αλλά αποτελεί συμπέρασμα μας πως ο Κατηγορούμενος εν γνώσει του μετέφερε δια θαλάσσης 132 επιβάτες, με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης, σκάφος, έναντι κομίστρου, εξ ου και κρίθηκε ένοχος στην 2η κατηγορία. Ως προς την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
- a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
- a)the offence had been repeated, · (
- b)it was committed for financial gain, · (
- c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
- d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
- e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
- f)D had played a prominent role or · (
- g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σε αντίθεση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι σε σχέση με το σοβαρότερο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου (κατηγορία 4) είναι κατά την κρίση μας σαφές ότι συνυπάρχουν αρκετά εκ των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων. Κατ' αρχάς, τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο της οργανωμένης δράσης. Η μεταφορά από τη Συρία στο Λίβανο, η παραμονή σε σπίτι για κάποιες μέρες, η μεταφορά με αυτοκίνητα στην παραλία και ακολούθως η μεταφορά όλου αυτού του κόσμου με μικρά σκάφη στην επίδικη βάρκα, σαφώς επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές και τον μεγάλου βαθμού σχεδιασμό και οργάνωση που χρειάστηκε για να πραγματοποιηθεί το παράνομο εγχείρημα, στο οποίο συνέδραμε συνειδητά ο Κατηγορούμενος. Από εκεί και πέρα, το αδίκημα, εάν εξαιρέσουμε τη σύζυγο και το παιδί του, αφορούσε στην μεταφορά 130 αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων. Ο Κατηγορούμενος δε ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι αναφορικά με την ύπαρξη οικονομικού οφέλους και παρά τη διαπίστωση μας ότι υπήρξε τέτοιο, εντούτοις δεν το προσμετρούμε ως επιβαρυντικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση και τούτο επειδή το οικονομικό όφελος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, σε αντίθεση με την περίπτωση της υπόθεσης Le and Stark, η οποία μνημονεύεται στην Ali Terzelaki (ανωτέρω), όπου το αδίκημα με το οποίο ασχολήθηκε δεν απαιτεί την απόδειξη οικονομικού οφέλους. Πέραν των ανωτέρω, ως επιβαρυντικό στοιχείο δυνάμει του άρθρου 19Α
(3)(β) του Κεφ.105, λαμβάνουμε υπόψη και τον κίνδυνο που αναμφίβολα διέτρεξαν οι επιβαίνοντες ως εκ του εγχειρήματος που ο ίδιος ανέλαβε, ως ανωτέρω έχει επεξηγηθεί. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δεν μας διαφεύγει βεβαίως πως σκοπός της μετανάστευσης του Κατηγορούμενου, ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένεια του. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, ως και την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του, με όλα τα συνεπακόλουθα της, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[14]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου, έτσι που να μην συνιστά για αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψιν ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και τον πρότερο έντιμο βίο του, τα οποία μας επιτρέπουν ν' αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη, που αφορούσε στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, ένεκα των δύσκολων οικονομικών και προσωπικών του περιστάσεων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε κόμιστρο, ότι ο τελευταίος δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού ή ο ιθύνων νους, ούτε ιδιοκτήτης της βάρκας και πως συνέδραμε στη μεταφορά των μεταναστών με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του, με αναφορά και στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, τις οποίες η συνήγορος υπεράσπισης του υιοθέτησε, προβαίνοντας όμως σε κάποιες διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη ότι είναι ηλικίας 35 ετών, έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, ηλικίας δύο ετών και αιτητής ασύλου. Κατάγεται από τη Συρία και έχει άλλα πέντε αδέλφια, ο ίδιος δε είναι το πέμπτο παιδί της οικογένειας του. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ενώ η μητέρα του παρουσιάζει προβλήματα υγείας. Πρόκειται δε για πρόσωπο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου αφού δεν φοίτησε σε κάποιο σχολείο και πριν έρθει στην Κύπρο ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά[15]. Στη Συρία, όπου τα τελευταία χρόνια επικρατεί εμπόλεμη κατάσταση και οι συνθήκες είναι δύσκολες, διέμενε με την οικογένεια του σε σκηνές, ενώ κάποιες φορές ήταν άστεγοι. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι συνεπεία βομβαρδισμού, υπέστη εγκαύματα στα πόδια, στο αριστερό χέρι και στο κεφάλι και ότι μέχρι σήμερα φέρει κάποιες ουλές. Περαιτέρω, ότι η σύζυγος και το παιδί του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγεία. Συγκεκριμένα, η σύζυγος του αντιμετωπίζει πρόβλημα με την όραση της (μειωμένη) και ψυχολογικά προβλήματα, ενώ περαιτέρω πρόκειται για πρόσωπο με νοητική έκπτωση και εθισμένο σε απαγορευμένες ουσίες. Το παιδί δε έχει πρόβλημα με την ανάπτυξη του. Σήμερα, η σύζυγος και το παιδί του, που είναι επίσης αιτητές ασύλου, φιλοξενούνται στο Κέντρο Υποδοχής Πουρνάρα και λαμβάνουν επίδομα €150 μηνιαίως, το οποίο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών τους. Η σύζυγος του, λόγω του προβλήματος με την όραση της αλλά και επειδή έχει υπό τη φύλαξη και φροντίδα της το ανήλικο παιδί της, δεν μπορεί να εργαστεί. Πέραν των πιο πάνω λαμβάνουμε υπόψη ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρακολουθούν στενά τη σύζυγο και το παιδί καθώς και ότι έχει εκφραστεί ανησυχία εκ μέρους των εν λόγω Υπηρεσιών για το κατά πόσο η σύζυγος είναι κατάλληλη για την άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί μέχρι στιγμής κάποια απόφαση για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας. Επί τούτου σημειώνουμε και λαμβάνουμε υπόψη ότι με βάση ιατρική βεβαίωση ψυχιάτρου, ο οποίος διαπίστωσε και τη νοητική έκπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω, η σύζυγος αδυνατεί να κατανοήσει τις ευθύνες της και ως εκ τούτου υπάρχει μια συνεχής καθοδήγηση της συζύγου από τις Υπηρεσίες και την αρμόδια λειτουργό για την άσκηση του γονεϊκού της ρόλου. Φαίνεται δε να υπάρχει καλή θέληση από την ίδια και καταβάλλονται προσπάθειες από μέρους της για ν' ανταποκριθεί, ενώ πρόταση από πλευράς Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν' αναλάβουν οικειοθελώς την κηδεμονία του τέκνου, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας υπόθεσης, απερρίφθη από τον Κατηγορούμενο και τη σύζυγο του. - Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους του και δη στη σύζυγο και το παιδί του, το οποίο ως είναι κατανοητό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μητέρα του, έχει προφανώς ιδιαίτερα ανάγκη την παρουσία και φροντίδα του πατέρα του. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος καθώς και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Αν και δεν υπάρχει σχετική εισήγηση από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου, αναφέρουμε εδώ πως έχουμε προβληματιστεί κατά πόσο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, η αρχική συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Όπως εμφαίνεται και στην απόφαση μας, ο Κατηγορούμενος αρχικά συνεργάστηκε με την Αστυνομία και με την κατάθεση που έδωσε, παραδέχτηκε ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας και ενέπλεξε εν γένει τον εαυτό του στη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος. Εκ των υστέρων βεβαίως, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, διαφοροποίησε άρδην τη θέση του και όπως ήδη αναφέρθηκε αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Παρά ταύτα και με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο δεν βασίστηκε αποκλειστικά εις όσα αναφέρονται στην εθελούσια κατάθεση του για να τον καταδικάσει, είναι γεγονός ότι με την κατάθεση που έδωσε και τις παραδοχές στις οποίες προέβη και έγιναν αποδεκτές, κυρίως σε ότι αφορά σημεία που ήταν στη δική του αποκλειστική σφαίρα γνώσης (όπως π.χ. για τη συμφωνία του με άγνωστο πρόσωπο στην Ταρτούς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταφέρθηκαν από τη Συρία στο Λίβανο), βοήθησε το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας και τα όσα ανέφερε αποτέλεσαν στοιχεία που συνέθεσαν το παζλ για την κατάληξη του Δικαστηρίου στην ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συναφώς, η μετέπειτα άρνηση ενοχής, αν και μειώνει, δεν θεωρούμε πως αναιρεί τη σημασία της συνεργασίας του και γι' αυτό θα συνεκτιμήσουμε τη συνεργασία με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, αποδίδοντας της ανάλογη σημασία[16]. Η μη παραδοχή βεβαίως από μέρους του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες, ήταν απόλυτο δικαίωμα του και είναι σαφές πως δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, η δε αναφορά μας αμέσως πιο πάνω στην άρνηση ενοχής του έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνον με τη σημασία που θα μπορούσε ν' αποδοθεί στη συνεργασία του, εάν συνδυαζόταν και με παραδοχή στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Αφού ο συνδυασμός των δύο θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη έκπτωση στην ποινή[17]. Τέλος, ως προς την αναφορά στην αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας «η εκμετάλλευση και «θυματοποίηση» του Κατηγορούμενου, αφού ο διοργανωτής του ταξιδιού (διακινητής) φαίνεται να εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήθελε να κάνει το ταξίδι, για να ξεφύγει από τα δεινά της χώρας του»[18], σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν προωθήθηκε ποτέ μια τέτοια θέση. Εάν θέση του Κατηγορούμενου, όπως γίνεται αντιληπτή με βάση τα πιο πάνω, είναι πως θέλοντας να έρθει στην Κύπρο με την οικογένεια του, για να ξεφύγει από τα δεινά της χώρας του, έτυχε εκμετάλλευσης από το διοργανωτή του ταξιδιού και κατά κάποιο τρόπο «οδηγήθηκε» στη διάπραξη των αδικημάτων, τότε θα έπρεπε να θέσει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου με το δέοντα τρόπο και με καθαρότητα, προκειμένου ν' αξιολογηθεί και ν' αποφασιστεί στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας. Αντίθετα, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προωθήσει στο πλαίσιο της διαδικασίας τη θέση πως δεν είχε καμία σχέση με τις πράξεις που του αποδίδονται, θέση η οποία αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα όσον αφορά τις ενέργειες του Κατηγορούμενου και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Ό,τι δε προκύπτει με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι πως ο Κατηγορούμενος θέλοντας να έρθει στην Κύπρο, αποτάθηκε σε άγνωστο πρόσωπο στην Ταρτούς της Συρίας για να τον βοηθήσει και συμφώνησαν να οδηγήσει τη βάρκα και να μην πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για τη σύζυγο και το παιδί του, λαμβάνοντας έκπτωση 6000 δολαρίων στο κόμιστρο για τη μεταφορά τους. Κοντολογίς, θεωρούμε πως δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβάλλει μια τέτοια θέση, η οποία σχετίζεται με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων για τις οποίες το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, και γι' αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 2η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην 3η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 4η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 8 ετών. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 10.1.2024. Τα έξοδα ύψους €30, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δηλαδή εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και άρα εντός της εδαφικής επικράτειας της Δημοκρατίας. [2] Πρόκειται για τη γραμμή που διαχωρίζει τα ύφαλα του σκάφους, δηλαδή το κάτω μέρος του σκάφους που βρίσκεται μέσα στο νερό (το οποίο είναι βαμμένο με διαφορετικό χρώμα). [3] Ο περί Αλλοδαπών και Μετανεστεύσεως Νόμος. [4] Άρθρο 19Α
(1)του Κεφ.
- [5] Άρθρο 240 του Κεφ.
- [6] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 3. [7] Στο πλαίσιο της οποίας οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν πέραν της κατηγορίας του απαγορευμένου μετανάστη και κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως δηλαδή και ο εδώ Κατηγορούμενος. [8] Στο πλαίσιο της οποίας ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, ίδιας φύσης δηλαδή με τη σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. [9] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.105. [10] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [11] Υπενθυμίζουμε ότι επί του συγκεκριμένου άρθρου εδράζεται και η σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, με τη διευκρίνιση ότι η υποβοήθηση στην παρούσα αφορά σε είσοδο και όχι σε διέλευση (κατηγορία 4). [12] Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [13] Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι σ' αυτήν επέβαινε αριθμός επιβατών 13 περίπου φορές μεγαλύτερος, εν σχέση με τον αριθμό που θεωρείται επιτρεπτός. [14] Βλ. Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15 [15] Βλ. τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην τελική απόφαση. [16] Βλ. κατ' αναλογία, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 53. [17] Βλ. την απόφαση Χαραλάμπους v Δημοκρατίας ανωτέρω. [18] Βλ. σελ. 6 της αγόρευσης, παρ.37(α). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο