← Κύπρος

Δημοκρατία ν. M.A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1741/24, 6/8/2024

Δημοκρατία ν. M.A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1741/24, 6/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1741/24 Δημοκρατία ν. M.A.M. Κατηγορούμενος 6 Αυγούστου, 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενους: κα Α. Πασή Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν) Κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, επί τω ότι ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(ι),(κ),(λ),(μ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 1) καθώς επίσης επί τω ότι με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, παρείχε βοήθεια σε 96 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, συνεργώντας με άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 9). Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 01.04.24. Α. Γεγονότα Την 01.04.24 και ώρα 16:00, το πλήρωμα αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε δύο βάρκες να πλέουν ανοικτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, έξι ναυτικά μίλια από τις ακτές της Αγίας Νάπας. Η μία έπλεε ακυβέρνητη χωρίς επιβάτες και επρόκειτο για πολυεστερική (fiberglass) βάρκα πέντε περίπου μέτρων με εξωλέμβια μηχανή. Η δεύτερη, ήταν ξύλινη ψαρόβαρκα 14 περίπου μέτρων υπερφορτωμένη με υπεράριθμους επιβάτες. Συγκεκριμένα επέβαιναν σε αυτή 118 επιβάτες. Μετά από σχετικές ερωτήσεις των μελών της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας προς τους επιβαίνοντες, διαπιστώθηκε ότι 21 εκ των 118, επέβαιναν αρχικά στην πολυεστερική βάρκα, όμως με τη θέα του Λιμενικού σκάφους, αυτοί επιβιβάστηκαν στην ξύλινη ψαρόβαρκα η οποία συμπορευόταν με την πρώτη. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της ξύλινης βάρκας δεν της επέτρεπαν να διενεργήσει διεθνή πλου, ενώ ο μέγιστος αριθμός ατόμων που θα μπορούσαν με ασφάλεια να επιβιβαστούν σε αυτήν ήταν 14 ενήλικες. Κρίθηκε ότι η ασφάλεια των επιβαινόντων στην ψαρόβαρκα βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο καθότι ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη και ως εκ τούτου ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους το οποίο συντόνιζε το Κέντρο Συντονισμού, Έρευνας και Διάσωσης. Κατά την επιχείρηση διάσωσης, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η μετεπιβίβαση τους σε αστυνομική άκατο όπως κι έγινε. Όλοι αποβιβάστηκαν εν τέλει με ασφάλεια στη μαρίνα Αγίας Νάπας όπου το σκάφος της λιμενικής αστυνομίας κατέπλευσε, ενώ οι δύο βάρκες, αφού εκδόθηκε σχετική οδηγία προς ναυτιλλόμενους, αφέθηκαν στο σημείο εντοπισμού τους όπου και βυθίστηκαν. Κατά την αποβίβαση τους στη στεριά, έγινε διαχωρισμός των προσώπων που επέβαιναν στις δύο βάρκες. Διαπιστώθηκε ότι στην πεντάμετρη ακυβέρνητη βάρκα επέβαιναν 21 άτομα (19 άνδρες και δύο ασυνόδευτα παιδιά), ενώ στην ξύλινη 97 άτομα, εκ των οποίων 59 άνδρες, 7 γυναίκες και 31 παιδία (12 εκ των οποίων ασυνόδευτα). Μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ήλεγξε το καθεστώς τους και διαπίστωσε ότι όλοι, πλην του Λιβάνιου Κατηγορούμενου, ήταν Σύριοι υπήκοοι. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, είχε στην κατοχή του θεωρημένο διαβατήριο από τις αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης και ως εκ τούτου πρόκειται, σύμφωνα με το Νόμο, για απαγορευμένους μετανάστες. Δήλωσαν ότι το βράδυ της 31.03.2024 αναχώρησαν από τον Λίβανο με προορισμό την Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν, έκαστος κατέβαλε σε λαθρέμπορους μεταναστών στη Συρία το ποσό των 3000 δολαρίων Αμερικής περίπου. Υπέδειξαν τον Κατηγορούμενο ως το άτομο το οποίο πλοήγησε το ξύλινο σκάφος από τον Λίβανο προς την Κύπρο και δήλωσαν ότι με την εμφάνιση της κυπριακής Λιμενικής Αστυνομίας οι επιβαίνοντες στο μικρότερο σκάφος επιβιβάστηκαν στο μεγαλύτερο εγκαταλείποντας το πρώτο άδειο και ακυβέρνητο. Εναντίον του Κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε στις 02.04.24 ένταλμα σύλληψης. Οδηγήθηκε την ίδια ημέρα ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης 8 ημερών. Έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Από το σύνολο των αστυνομικών ερευνών που ακολούθησαν προέκυψαν τα ακόλουθα. Το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών η οποία δρα στη Συρία, στον Λίβανο και στην Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση 3000 περίπου δολάρια, ως αντίτιμο για το ταξίδι. Ο κατηγορούμενος ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό. Αυτός κατάγεται από τον Λίβανο και είναι ψαράς στο επάγγελμα, καταρτισμένος στην πλοήγηση σκαφών. Κάποιος ξάδελφος του ονόματι ''Bashir'', του πρότεινε να λάβει το ποσό των 5.500 δολαρίων ως αντίτιμο προκειμένου να πλοηγήσει τη βάρκα μέχρι και την Κύπρο για να επιτευχθεί ο σκοπός του λαθρεμπορίου μεταναστών και της εισόδου τους στην επικράτεια της Δημοκρατίας. Εκείνος συμφώνησε και το ποσό των 500 δολαρίων καταβλήθηκε προκαταβολικά στη σύζυγό του. Το ταξίδι ξεκίνησε στις 31.03.24 περί ώρα 18:00 από παραλιακή τοποθεσία του Λιβάνου πλησίον της Τρίπολης. Η βάρκα με την οποία ο ίδιος και οι υπόλοιποι μετανάστες αφίχθηκαν στην Κύπρο, ανήκει σε κάποιον άλλο ξάδελφο του ονόματι ''Mustafa'', μέλος του κυκλώματος λαθρεμπόρων μεταναστών. Προηγουμένως, το άτομο αυτό, είχε βγάλει την βάρκα από το λιμάνι (ενόσω επέβαινε σε αυτή και ο κατηγορούμενος) χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτης. Άρχισαν αμέσως μετά να καταφθάνουν μικρότερα σκάφη από τα οποία μετεπιβιβάστηκαν στη βάρκα οι μετανάστες που θα ταξίδευαν προς την Κύπρο. Αφού ο Mustafa εγκατέλειψε τη βάρκα, ο Κατηγορούμενος με τη βοήθεια πυξίδας κάθισε στο πηδάλιο και το ταξίδι προς την Κύπρο ξεκίνησε με συμπορευόμενο το πολυεστερικό σκάφος, καπετάνιος του οποίου ήταν άλλος ξάδελφος του, ο οποίος παρομοίως εκτελούσε πλου προς την Κύπρο, για σκοπούς λαθρεμπορίου μεταναστών. Με τη θέα του κυπριακού λιμενικού σκάφους οι επιβαίνοντες του συμπλέοντος μικρότερου σκάφους, με την ανοχή του Κατηγορούμενου, μετεπιβιβάστηκαν στη βάρκα που πλοηγούσε ο ίδιος. Αφού θα έφερνε εις πέρας την παράνομη ανατεθείσα σε αυτόν αποστολή, σκόπευε να επιστρέψει πίσω στο Λίβανο μέσω των κατεχομένων. Εναντίον του πλοηγού της πολυεστερικής βάρκας καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο ξεχωριστή ποινική υπόθεση. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το μεμονωμένο των πράξεων του, τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια του αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στις δύσκολες οικονομικές του περιστάσεις. Περιστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Πέραν των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο όπως προσμετρήσει προς όφελος του το γεγονός ότι δεν ήταν ο ίδιος μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, ως επίσης δεν εισέπραξε οποιοδήποτε κόμιστρο από τους επιβάτες, εκ του κέρδους δε που συμφώνησε να λάβει συνολικού ύψους 5500 δολαρίων εισέπραξε μόνο 500 δολάρια. Τέλος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει καθώς και το συνολικό χρόνο που τελεί υπό κράτηση, ζητώντας όπως του επιδειχθεί κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της εκ προθέσεως και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, υποβοήθηση της παράνομης εισόδου παράνομων μεταναστών στη Δημοκρατία (κατηγορία 9), που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και οι δύο αυτές ποινές[1]. Το δε αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη (κατηγορία 1) επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές[2]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ως άνω προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά όλες τις κατηγορίες που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ. 105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 9 ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.20.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για το αδίκημα της κατηγορίας 1, η προβλεπόμενη ποινή ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, που στην περίπτωση της κατηγορίας 9 φτάνει σχεδόν το διπλάσιο όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και τη χρηματική ποινή και στην κατηγορία 1 ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24, όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που αφορούν παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στη δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[3] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[4], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105[5], το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[6]. Στην πρώτη υπόθεση, ο Κατηγορούμενος ως ήδη αναφέρθηκε είχε μεν αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, όμως τούτο αποτελούσε ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στις δε υποθέσεις Rasit και Khabeer Khan, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, το οποίο αποτελεί βεβαίως αδίκημα ίδιας εμβέλειας και σοβαρότητας με αυτό του άρθρου 19Α
(1), επισημαίνουμε πως υπήρχε ως συστατικό στοιχείο «ο σκοπός της αποκόμισης κέρδους». Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του άρθρου 19Α όσο και του άρθρου 19
(2), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα το οποίο σαφώς δεν αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. Στρεφόμενοι στην παρούσα, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι παράνομα βοηθούσαν τους μετανάστες να έρθουν στην Κύπρο από το Λίβανο, έναντι αδρού οικονομικού οφέλους που τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης λάμβαναν από έκαστο (μετανάστη), υπό μορφή κομίστρου, πριν την επιβίβαση, ύψους 3.000 περίπου δολαρίων. Κόμιστρο το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε. Πέραν όμως αυτού, σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τους διακινητές όπως λάβει και αμοιβή για το εγχείρημα που ανέλαβε και η οποία ανήρχετο συνολικά στο ποσό των 5.500 δολαρίων, μέρος του οποίου (ήτοι 500 δολάρια), εισέπραξε η σύζυγος του εκ μέρους του, ως προκαταβολή. Πράγμα το οποίο με τη σειρά του σαφέστατα υποδηλοί, ότι πρόθεση και σκοπός του εξ αρχής ήταν η αποκόμιση κέρδους, υποβοηθώντας με τη συμμετοχή του στην προαγωγή και εν τέλει στην ολοκλήρωση του σκοπού των εν λόγω προσώπων, που δεν ήταν άλλος βέβαια από το λαθρεμπόριο μεταναστών έναντι αμοιβής. Tούτο άλλωστε, επιμαρτυρείται και από την πρόθεση του, να ολοκληρώσει την αποστολή που του ανατέθηκε και να επιστρέψει, μέσω κατεχομένων, πίσω στην χώρα του. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν προκύπτει να έλαβε, έστω μέρος των χρημάτων που πλήρωναν οι επιβαίνοντες, ενώ επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της υπεράσπισης πως ο ίδιος δεν αποτελούσε μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, ούτε ο ιθύνων νους πίσω από την οργάνωση του ταξιδιού. Τα πιο πάνω παρότι σίγουρα λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις ασφαλώς δε δύνανται να υποβιβάσουν τις ουσιαστικότατες ενέργειες στις οποίες προέβη προτού διενεργηθεί αλλά και ενόσω διενεργείτο το ταξίδι, στο πλαίσιο της όλης συμφωνίας του με τους διοργανωτές για τη μεταφορά των μεταναστών. Ενέργειες από τις οποίες αναδύεται και ο λεπτομερής προσχεδιασμός που προηγήθηκε. Και λέγουμε τούτο διότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η βάρκα με την οποία μεταφέρθηκαν οι μετανάστες, ανήκε σε συγγενικό του πρόσωπο, μέλος του κυκλώματος λαθρεμπορίας μεταναστών, το οποίο χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του, ως ιδιοκτήτη της βάρκας, κατάφερε να βγάλει την βάρκα από το λιμάνι μαζί με τον Κατηγορούμενο, ως συνεπιβάτη, για να συναντήσουν λίγο αργότερα, μικρότερες βάρκες στις οποίες επέβαιναν οι μετανάστες και να τους μετεπιβιβάσουν στη δική τους, αλλά και στην πολυεστερική, μικρότερη βάρκα που πορευόταν μαζί τους. Αφότου δε, οι πιο πάνω ενέργειες ολοκληρώθηκαν και το εν λόγω συγγενικό πρόσωπο του Κατηγορουμένου, εγκατέλειψε την βάρκα, ο Κατηγορούμενος με τη βοήθεια πυξίδας, για σκοπούς προσανατολισμού ανέλαβε την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Περαιτέρω, πρόθεση του, ως αναφέρεται και πιο πάνω ήταν η ολοκλήρωση της μεταφοράς των μεταναστών στην Κύπρο και η επιστροφή του ιδίου στη χώρα του, μέσω κατεχομένων. Προκύπτει επομένως αβίαστα, από τον συνδυασμό των παραπάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων πως η συμφωνία με τον διακινητή δεν προέκυψε αυθόρμητα ή στιγμιαία, τουναντίον, είχε από προηγουμένως καταρτιστεί και προς τούτο είχε εφαρμοστεί και συγκεκριμένο πλάνο, που περιλάμβανε την μεταφορά των μεταναστών με διαφορετικές βάρκες, στο σημείο όπου η βάρκα που πλοήγησε ο Κατηγορούμενος έφτασε, (προφανώς, για να μην γίνουν αντιληπτοί, από τις αρχές του Λιβάνου, ούτε αυτοί, αλλά ούτε και η βάρκα που πορευόταν μαζί τους) ως επίσης και την επιστροφή του Κατηγορουμένου στη χώρα του, άμα τη ολοκληρώσει του σχεδίου. Από το σύνολο των γεγονότων προκύπτει επομένως πως ο Κατηγορούμενος είχε αντίληψη του ακριβούς περιεχομένου του εγχειρήματος που ανέλαβε και πως τουλάχιστον αντιλαμβανόταν ότι με την επιλογή του να πλοηγήσει τη βάρκα, θα συνέδραμε, στο παράνομο έργο εγκληματικής ομάδας, έστω και αν δεν ήταν ο ίδιος μέλος της καθώς και ότι χωρίς τη δική του συνδρομή, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Επομένως ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί το γεγονός ότι μετέφερε ένα πολύ μεγάλο αριθμό προσώπων, 96 στο σύνολο, εν συγκρίσει πάντοτε με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες της βάρκας, μιας και όπως λέχθηκε, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, η εν λόγω βάρκα δεν ήταν κατασκευασμένη για να εκτελεί διεθνείς πλόες, αλλά και ούτε και να μεταφέρει με ασφάλεια περισσότερους από 14 ενήλικες. Τόσους δηλαδή, όσα και τα μέτρα της και πάντως όχι επταπλάσιο αριθμό. Σημειώνουμε σε αυτό το σημείο ότι, δεν μας διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι άλλα 21 άτομα, με την ανοχή του Κατηγορούμενου, επιβιβάστηκαν στην ήδη υπερφορτωμένη από πρόσωπα, βάρκα που πλοηγούσε ο ίδιος, όταν αντιλήφθηκαν την Λιμενική αστυνομία, με τους επιβαίνοντες το δεδομένο χρονικό σημείο να ανέρχονται συνολικά, σε 117 άτομα. Σημειώνουμε για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης, ότι αναφερόμαστε στα 21 αυτά άτομα, που επέβαιναν αρχικά σε άλλη, μικρότερη, πολυεστερική βάρκα, η οποία συμπορευόταν μαζί με αυτήν που πλοηγούσε ο Κατηγορούμενος. Αξιοσημείωτο, επιπρόσθετα των πιο πάνω, είναι βέβαια και το γεγονός πως από το σύνολο των προσώπων που μεταφέρθηκαν στη βάρκα που πλοηγούσε ο Κατηγορούμενος, τα 31 ήταν παιδιά, με τα 12 μάλιστα να είναι ασυνόδευτα, διανύοντας ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι και καθ' όλα επικίνδυνο, όπως και το ίδιο το ΚΣΕΔ ορθώς εκτίμησε, δεδομένης της υπερφόρτωσης της. Η ίδια δε η κατάληξη της βάρκας, η οποία εν τέλει βυθίστηκε επισφραγίζει του λόγου το αληθές. Υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν αποτελεί επομένως καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως, από τύχη και μόνο τα 96 αυτά άτομα, απέφυγαν τα χειρότερα. Ως προς το εάν με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στην υπό εξέταση περίπτωση επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
  1. a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
  2. a)the offence had been repeated, · (
  3. b)it was committed for financial gain, · (
  4. c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
  5. d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
  6. e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
  7. f)D had played a prominent role or · (
  8. g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σημειώνουμε ότι σε σχέση με το αδίκημα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου (κατηγορία 9), είναι κατά την κρίση μας σαφές, ως προκύπτει από τα γεγονότα, ότι συνυπάρχουν αρκετά εκ των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων. Κατ' αρχάς, ως ήδη αναφέρθηκε τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο του προσχεδιασμού και της οργανωμένης δράσης, ως λεπτομερώς επεξηγήθηκε ανωτέρω. Πέραν τούτου, το αδίκημα, αφορούσε στη μεταφορά μεγάλου αριθμού (συγκεκριμένα 96), αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων, ενώ ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι αναφορικά με την ύπαρξη οικονομικού οφέλους και παρά τη διαπίστωση μας ότι υπήρξε τέτοιο, εντούτοις δεν το προσμετρούμε ως επιβαρυντικό στοιχείο και τούτο επειδή το οικονομικό όφελος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, σε αντίθεση με την περίπτωση της υπόθεσης Le and Stark, η οποία μνημονεύεται στην Ali Terzelaki (ανωτέρω), όπου το αδίκημα με το οποίο ασχολήθηκε, δεν απαιτούσε την απόδειξη οικονομικού οφέλους. Ό,τι άλλο πρέπει να σημειώσουμε είναι πως εκλαμβάνουμε ως περαιτέρω επιβαρυντικούς παράγοντες[7] για την κατηγορία 9, πρώτον το γεγονός ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα το αδίκημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληματικής οργάνωσης εν τη εννοία του άρθρου 63Β του Κεφ. 154, και δεύτερον το γεγονός ότι η διάπραξη του αδικήματος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή των επιβαινόντων, οι οποίοι επαναλαμβάνουμε, από τύχη, έφτασαν ζωντανοί και δεν κατέληξαν στην θάλασσα, όπως η βάρκα στην οποία επέβαιναν. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι, ως η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κίνητρο του ήταν η δεινή του οικονομική κατάσταση. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[8]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του Κατηγορουμένου, έτσι που να μην συνιστά για αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό του ποινικό μητρώο, ένδειξη η οποία μας επιτρέπει να αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε, παρά τη σοβαρότητα της, ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Τη συνεργασία του με την Αστυνομία και την παραδοχή του στα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος κατά το ανακριτικό στάδιο. - Την παραδοχή του στις κατηγορίες που κρίθηκε ένοχος, η οποία ως και η συνήγορος του αποδέχεται παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πάντως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Λαμβάνεται συναφώς υπόψη στο δέοντα βαθμό αφού μέσω της έχει περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, και δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). - Τη μεταμέλεια του, ως εμφαίνεται μέσα από την παραδοχή του κατά το ανακριτικό στάδιο αλλά και στο Δικαστήριο, καθώς και από την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε δια μέσου της συνηγόρου του. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο του Κατηγορουμένου, έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού, ούτε μέλος της εγκληματικής οργάνωσης που διοργάνωσε το επίδικο ταξίδι, δεν εισέπραξε ο ίδιος το κόμιστρο που κατέβαλαν οι επιβάτες ενώ καθ' όσον αφορά το ποσό που συμφώνησε να λάβει
(5500), εν τέλει έλαβε μόνο ένα μέρος του ήτοι 500 δολάρια, τα οποία εισέπραξε η σύζυγος του. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 33 ετών, ο οποίος κατάγεται από το Λίβανο, είναι νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών ηλικίας 8, 4 και 3 ετών, ενώ το τελευταίο είναι μόλις 15 ημερών και ο Κατηγορούμενος δεν το έχει δει εφόσον τελεί υπό κράτηση. Περιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι η σύζυγος του δεν εργάζεται, ενώ ο ίδιος απασχολείτο ευκαιριακά ως εργάτης λαμβάνοντας 10-15 δολάρια την ημέρα, εισόδημα το οποίο δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας του, με αποτέλεσμα ως προστάτης της, να αισθάνεται αφόρητη ψυχολογική πίεση και να παρασυρθεί στη διάπραξη των σοβαρών αδικημάτων της παρούσας με απώτερο σκοπό να προσφέρει καλύτερες συνθήκες ζωής στην οικογένεια του. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ως αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 5.8.24 και ιδιαίτερα τη δυσκολία στην ούρηση, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι αναλύσεις στις οποίες υποβλήθηκε δεν κατέδείξαν μόλυνση, με το πρόβλημα όμως να επιμένει και να τεθεί ως εκ τούτου σε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή - Λαμβάνουμε επίσης περαιτέρω υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους του, ήτοι στη σύζυγο και τα ανήλικα παιδιά του για τους οποίους ο ίδιος αποτελεί προστάτη και τη μόνη πηγή εισοδήματος για εξασφάλιση των απαραίτητων προς το ζην. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση καθώς και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2,5 ετών, ενώ στην 9η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 09.04.24. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105. [2] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 3. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.
  1. [4] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. [5] Υπενθυμίζουμε ότι επί του συγκεκριμένου άρθρου εδράζεται και η σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα, με τη διευκρίνιση ότι η υποβοήθηση στην παρούσα αφορά σε είσοδο και όχι σε διέλευση (κατηγορία 5). [6] Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [7] Βλ. σχετικά άρθρο 19Α
(3)(α) και (β) του Κεφ.105. [8] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.