← Κύπρος

Δημοκρατία ν. MUHAMMED BASHIRU RAJI, Ποιν. Υπόθεση: 2053/24, 25/10/2024

Δημοκρατία ν. MUHAMMED BASHIRU RAJI, Ποιν. Υπόθεση: 2053/24, 25/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 2053/24 Δημοκρατία ν. MUHAMMED BASHIRU RAJI Κατηγορούμενος 25 Οκτωβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Η. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα (για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Α. Δημοσθένους) Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ O Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε πέντε συνολικά κατηγορίες, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77, ως ακολούθως: · Παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 201,49 γραμμαρίων κάνναβης (κατηγορίες 3 και 1, αντίστοιχα), · Παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 35 δισκίων MDMA και τεμαχίων δισκίων MDMA, συνολικού βάρους 18,29 γραμμαρίων (κατηγορίες 6 και 2, αντίστοιχα), και · Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι κάπνισμα χειροποίητου τσιγάρου που περιείχε κάνναβη (κατηγορία 7). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, παρατίθενται κατωτέρω. Την 12.4.2024 και ώρα 17:50, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν σε συγκεκριμένο διαμέρισμα στην Αγία Νάπα για παρακολούθηση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί την 9.4.2024, μετά από πληροφορία ότι στο συγκεκριμένο διαμέρισμα διαμένουν πρόσωπα, τα οποία ασχολούνται με την χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Κατά την διάρκεια της παρακολούθησης, μέλος της Αστυνομίας είδε τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από το εν λόγω διαμέρισμα και να κατευθύνεται προς τον υπόγειο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Αφού ο Κατηγορούμενος σταμάτησε σ' ένα ανθώνα, σήκωσε τα άγρια χόρτα και έκρυψε κάτω από αυτά, αντικείμενα που ομοίαζαν με νάιλον συσκευασίες και αναχώρησε πεζός ανεβαίνοντας τα σκαλιά προς το διαμέρισμά του. Ένα μέλος της Αστυνομίας παρέμεινε στο εν λόγω σημείο για φρούρηση, ενώ άλλα μέλη αφού εντόπισαν τον Κατηγορούμενο να ανεβαίνει από τα σκαλιά και να κατευθύνεται προς το διαμέρισμά του, τον ακολούθησαν και εισήλθαν στο διαμέρισμα. Ένα εκ των μελών της Αστυνομίας παρέμεινε εξωτερικά του διαμερίσματος για φρούρηση και έλεγχο. Μόλις έγινε αντιληπτή από τον Κατηγορούμενο η είσοδος της Αστυνομίας στο διαμέρισμα, αυτός έριξε κάτι στο έδαφος και κατευθύνθηκε γρήγορα προς το αποχωρητήριο, όπου πέταξε κάτι άλλο από το παράθυρο του αποχωρητηρίου. Ακολούθως, ακινητοποιήθηκε από μέλη της Αστυνομίας, τα οποία του επεξήγησαν τους λόγους της παρουσίας τους στο μέρος και του επέστησαν την προσοχή του στον Νόμο, με τον Κατηγορούμενο να μην απαντά οτιδήποτε. Μέλος της Αστυνομίας παρέλαβε από το έδαφος δίπλα από το μπάνιο, το αντικείμενο που πέταξε ο Κατηγορούμενος όταν αντιλήφθηκε την Αστυνομία, διαπιστώνοντας ότι πρόκειται για άσπρη νάιλον συσκευασία που περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Όταν του υποδείχθηκε η εν λόγω συσκευασία από μέλος της Αστυνομίας και του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Its mine». Αμέσως, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «Οκ». Κατά τον σωματικό έλεγχο που διενεργήθηκε ακολούθως στον Κατηγορούμενο, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ακόμα μια άσπρη νάιλον συσκευασία, η οποία περιείχε φυτική ύλη κάνναβης. Όταν η εν λόγω συσκευασία υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο και του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «its also mine». Ο Κατηγορούμενος αμέσως συνελήφθη και γι' αυτό το αυτόφωρο αδίκημα, ήτοι της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, αφού του επεξηγήθηκαν δε οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στον Νόμο, απάντησε «Οκ». Μετά το τέλος της έρευνας της οικίας του Κατηγορούμενου, μέλη της Αστυνομίας τον μετέφεραν στο σημείο που αρχικά είχε εντοπιστεί ο Κατηγορούμενος, έξω δηλαδή από το διαμέρισμα, προς τον υπόγειο χώρο, κοντά σε ανθώνα, στο οποίο είχε παραμείνει μέλος της Αστυνομίας για φρούρηση. Εκεί, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, μέλη της Αστυνομίας προέβησαν σε έρευνα στο σημείο όπου είχε πάει προηγουμένως ο Κατηγορούμενος. Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο σημείο όπου βρισκόταν ο ανθώνας, κάτω από άγρια χόρτα, εντοπίστηκε θαμμένο ένα νάιλον μαύρο σακούλι, εντός του οποίου υπήρχε δεύτερο νάιλον σακούλι με φυτική ύλη κάνναβης, ένα νάιλον τσαντάκι το οποίο περιείχε 14 άσπρες νάιλον συσκευασίες με φυτική ύλη κάνναβης, νάιλον σακουλάκι χρώματος μαύρου εντός του οποίου υπήρχαν 74 νάιλον συσκευασίες με φυτική ύλη κάνναβης, τεμάχιο από νάιλον σακούλι χρώματος μαύρου το οποίο περιείχε 23 νάιλον συσκευασίες με φυτική ύλη κάνναβης και ένα νάιλον σακουλάκι τύπου «zip-lock», με την επιγραφή «IKEA», εντός του οποίου υπήρχε χαρτί και 35 δισκία και τεμάχια δισκίων MDMA, γνωστά ως ECSTASY. Τα εν λόγω δισκία και τεμάχια δισκίων MDMA ήταν χρώματος γκρίζου και ροζ. Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν 19 γκρίζα δισκία και 16 ροζ δισκία. Τα προαναφερόμενα τεκμήρια υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο κατά τον εντοπισμό τους από μέλος της Αστυνομίας και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Σημειώνεται ότι, όλα τα νάιλον σακουλάκια που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου ήταν κλειστά δια καψίματος και συσκευασμένα. Την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ στην Αγία Νάπα και ανακρίθηκε, αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε η διαδικασία που θα ακολουθούσε και του δόθηκαν εγγράφως τα δικαιώματα του στην μητρική του γλώσσα, τα οποία και υπέγραψε. Κατά την ανάκριση του, ο Κατηγορούμενος πρόβαλε κάποιους ισχυρισμούς. Ο Κατηγορούμενος, την 10.4.2024, έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι κάνναβης, καπνίζοντας ένα χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε κάνναβη (κατηγορία 7). Όλες οι συσκευασίες δε που κατείχε ο Κατηγορούμενος με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα και περιείχαν ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, ήταν συνολικού βάρους 201,49 γραμμαρίων (κατηγορίες 1 και 3), ενώ τα 35 δισκία MDMA και τα τεμάχια αυτών, ήταν συνολικού βάρους 18,29 γραμμαρίων (κατηγορίες 2 και 6). Την 13.4.2024, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και την ίδια μέρα εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης του για 6 ημέρες. Τέλος, ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη προς όφελος του, το λευκό του ποινικό μητρώο, η παραδοχή, η μεταμέλεια και η απολογία του, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στο νεαρό της ηλικίας του, στα δύσκολα παιδικά του χρόνια, στις οικονομικές δυσκολίες και στο ότι είναι προστάτης όλης της οικογένειας του. Επίσης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια και στους εξαρτώμενους του, το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων και την απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά στο μεσοδιάστημα, μέσα από τις Κεντρικές Φυλακές όπου βρίσκεται υπό κράτηση. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο όπως, σε περίπτωση που αποφασίσει να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αναστείλει την εκτέλεση της, ώστε να δοθεί στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία ή και μια ευκαιρία προκειμένου να μπορέσει να ορθοποδήσει, μιας και ο εγκλεισμός του «δεν θα φέρει οιαδήποτε αποτελέσματα». Γ. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. Για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β με σκοπό την προμήθεια[1], που είναι και τα σοβαρότερα επί του κατηγορητηρίου, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Η ίδια ποινή προβλέπεται και σε ό,τι αφορά το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου[2]. Σε σχέση δε με τα αδικήματα της παράνομης κατοχής των εν λόγω φαρμάκων[3], όταν το φάρμακο είναι Τάξεως Α, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ όταν το φάρμακο είναι Τάξεως Β, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Όσον αφορά τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο ποινικός Νομοθέτης έχει προνοήσει αυστηρές ποινές. Από την επιλογή του αυτή δε «.καθίσταται αυταπόδεικτη η σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδίως αυτού της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για το συγκεκριμένο αδίκημα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους.» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα, Ποιν. Έφ.214/2021, ημερ.19.1.2024). Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών και η συνακόλουθη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, προκύπτει και από τις ολέθριες συνέπειες που επιφέρει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Αυτή ακριβώς η σοβαρότητα σκιαγραφήθηκε περιεκτικά από το Εφετείο της χώρας μας πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα (ανωτέρω), με αναφορά και σε παλαιότερες υποθέσεις: « Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα ημεδαπά Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στα πλαίσια των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία σε πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τα τελευταία έτη να τονίσει την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι: «Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών». (Βλ. και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287). Στην πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Αναγκαιότητα η οποία υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση.» Στην υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω) τονίστηκε και η άλλη, επίσης επαναλαμβανόμενη διαπίστωση των Δικαστηρίων ότι: «[Η] έξαρση των αδικημάτων που αφορούν στην κατοχή, διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών είναι δεδομένη». Διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνεται και από την επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Η έξαρση αυτής της φύσεως αδικημάτων θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια της κοινωνίας και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση και καθήκον να πατάξουν τη διάθεση ναρκωτικών, οποιασδήποτε φύσης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, καθιστούν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατέψουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα - που είναι πιο ευάλωτα -, από αυτό τον κίνδυνο (βλ. Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών (βλ. Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.229/2016, ημερ. 14.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B114, Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου. Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Tο είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται και από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Στη δε Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του (harm), το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. Η ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά σε κατοχή και κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Tο είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται και από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Σημειώνουμε βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην απόφαση Μιχάλης Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας,
(2005)2 ΑΑΔ 187, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στη σοβαρότερη κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 126 χαπιών ecstasy (MDMA), συνολικού βάρους 28,4093, καθώς επίσης και τις μικρότερες ποινές, συντρέχουσες με την ποινή των 4 ετών ανωτέρω, που του είχαν επιβληθεί σε άλλες κατηγορίες, μεταξύ αυτών και για προμήθεια και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 349,4816 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ο εφεσείων, ο οποίος είχε παραδεχτεί τις κατηγορίες, ήταν ηλικίας 36 ετών και διέπραξε τα αδικήματα ένεκα της ανάγκης που είχε ως χρήστης και ακολουθούσε κατά το χρόνο επιβολής της ποινής, πρόγραμμα απεξάρτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσισε πως οι πιο πάνω παράγοντες λήφθηκαν δεόντως υπόψη από το Κακουργιοδικείο και επισήμανε περαιτέρω ότι, τα χάπια ecstasy είναι, εξ αιτίας της ευκολίας στη λήψη τους, μια ύπουλη μορφή απαγορευμένου φαρμάκου και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους νέους. Ο Εφεσείοντας βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη για χρήση κάνναβης. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου Κωνσταντίνου
(2005)2 ΑΑΔ 426, το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, επέβαλε στον εφεσίβλητο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με ανώτατη εκείνη των 3 ετών, στις κατηγορίες για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 15 συνολικά χαπιών έκσταση και για προμήθεια, σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις, 8 συνολικά χαπιών έκσταση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση που άσκησε ο Γενικός Εισαγγελέας, επικαλούμενος ανεπάρκεια της ποινής, προχώρησε σε αύξηση των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί στις εν λόγω κατηγορίες σε 5 έτη, διατάζοντας την ίδια στιγμή όπως οι ποινές συντρέχουν. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν ηλικίας 33 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός κοριτσιού ηλικίας 6 ετών, έδρασε με σκοπό το κέρδος, σε χώρο όπου σύχναζαν κυρίως νεαρά άτομα, αφού εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας σε δισκοθήκη. Λήφθηκε επίσης υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το ότι δεν υπήρξε ζημιά στο συγκεκριμένο «αγοραστή», αφού επρόκειτο για υπό κάλυψη αστυνομικό, η μικρή ποσότητα χαπιών από απόψεως βάρους (6.595 γρ.) και το γεγονός ότι πέρασε 1 ½ σχεδόν χρόνος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής. Τονίζουμε πάντως εδώ, αφενός την επισήμανση του Ανώτατου Δικαστηρίου πως ο εφεσίβλητος δεν είχε ιδιαίτερους ελαφρυντικούς παράγοντες και αφετέρου την επισήμανση ότι αριθμός των χαπιών που κατείχε ο εφεσίβλητος ήταν «αρκετά μεγάλος». Στην Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, επιβλήθηκαν στον 45χρονο εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα, στις κατηγορίες της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (53 γρ. κοκαϊνης) και Β (100 γρ. κάνναβης) με σκοπό την προμήθεια, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Ο εφεσείων, στον οποίο αποδόθηκε ο ρόλος του διακινητή, διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει τη δόση του και προσμέτρησε προς όφελος του το γεγονός ότι εκκρεμούσης της δίωξης του, εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Βαρύνετο δε με μια προηγούμενη καταδίκη, αφορώσα κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων και κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια, ενώ λήφθηκαν υπόψη και άλλες 3 υποθέσεις εκ των οποίων οι δύο αφορούσαν αδικήματα ναρκωτικών. Μάλιστα λέχθηκε πως οι επιβληθείσες ποινές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν καν αυστηρές. Το δε παράπονο του για άνιση μεταχείριση εν σχέσει με τον 23χρονο συγκατηγορούμενο του, ο οποίος αντιμετώπισε τα ίδια αδικήματα και στον οποίο επιβλήθηκαν συντρέχουσες άμεσες ποινές φυλάκισης 3 ετών και 18 μηνών απερρίφθη, αφού κρίθηκε πως δικαιολογείτο να υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με το νεαρότερο συγκατηγορούμενο του. Στην Κρομμυδάς ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 152/2020, ημερ. 28.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:B411, οι (μεταξύ άλλων) επιβληθείσες στον εφεσείοντα, ποινές φυλάκισης 3 ετών και 8 μηνών για κατοχή 368,3 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, 2 ½ ετών για κατοχή 13.47 γραμμαρίων κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και 1 ½ έτους για κατοχή 12.87 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ανέφερε πως ήταν υπό τις περιστάσεις πρέπουσες, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων. Ο εφεσείων είχε παραδεχτεί τις κατηγορίες, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη άλλες δύο ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε, εκ των οποίων η μία αφορούσε παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων καθώς και παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου. Στην Νεταλ Καμπίσιο κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23, (σχ. με τις 90/23 και 91/23), ημερ. 13.06.2024, οι Εφεσείοντες προσέβαλαν ως έκδηλα υπερβολικές τις ακόλουθες επιβληθείσες ποινές: (α) την ποινή των 4 ετών στους Εφεσείοντες 1, 3 και 3,5 ετών στον Εφεσείοντα 2, στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια μεθαμφεταμίνης (ελεγχόμενο φάρμακο Τάξης Α) συνολικού βάρους 94,18 γραμμαρίων, (β) την ποινή των 3,5 ετών στους Εφεσείοντες 1, 3 και 3 ετών στον Εφεσείοντα 2, στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια κάνναβης (ελεγχόμενο φάρμακο Τάξης Β) συνολικού βάρους 49,06 γραμμαρίων, και (γ) την ποινή των 3 ετών στους Εφεσείοντες 1, 3 και 2 ετών στον Εφεσείοντα 2, στην κατηγορία της κατοχής 44 δισκίων αμφεταμίνης (ελεγχόμενο φάρμακο Τάξης Α). Οι εφέσεις κατά των ποινών απορρίφθηκαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, στην απόφαση του, ανέφερε πως η διαφοροποίηση της ποινής σε ό,τι αφορά τους Εφεσείοντες 1 και 3 αφενός και του Εφεσείοντος 2 αφετέρου, έγκειτο στο ότι αυτοί βαρύνονταν με προηγούμενες καταδίκες για όμοια αδικήματα, που είχαν σχέση δηλαδή με ναρκωτικά, και κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε αντίθεση με τον Εφεσείοντα 2 ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου και είχε παραδεχτεί τις σχετικές κατηγορίες. Στην προκειμένη περίπτωση, ό,τι αναδύεται από τα γεγονότα είναι κατ' αρχάς η ενασχόληση του Κατηγορουμένου με διάφορα είδη ναρκωτικών τα οποία καλύπτουν τόσο την Τάξη Α όσο και την Τάξη Β, τα οποία ο ίδιος κατείχε με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος κατείχε 35 δισκία και τεμάχια δισκίων MDMA, γνωστά ως ecstacy, συνολικού βάρους 18,29 γραμμαρίων, καθώς επίσης 201,49 γραμμάρια κάνναβης, με απώτερο σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Ειδικά για τα χάπια ecstacy, πέραν βεβαίως του ότι εμπίπτουν στα «σκληρά» ναρκωτικά, σημειώνουμε και ότι αποτελούν μια ιδιαίτερα ύπουλη μορφή απαγορευμένου φαρμάκου, εξ αιτίας της ευκολίας στη λήψη τους και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους νέους [βλ. την υπόθεση Μιχάλης Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Έχοντας υπόψη δε σχετική αναφορά της συνηγόρου του Κατηγορούμενου στην αγόρευση της, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ποσότητες που αναφέρθηκαν ναι μεν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως μεγάλες, όμως αυτό μόνον σε σύγκριση με άλλες υποθέσεις στις οποίες παραπέμπει η συνήγορος. Πρόκειται ομολογουμένως για διόλου ευκαταφρόνητες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α και Β. Επί τούτου αρκούμαστε να υπενθυμίσουμε ότι στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Βάσου Κωνσταντίνου (ανωτέρω), 23 χάπια ecstacy θεωρήθηκαν ως αρκετά μεγάλος αριθμός. Εξάλλου, ο αριθμός των δισκίων και τεμαχίων δισκίων ecstacy
(35)αφ' εαυτών, αλλά και ο αριθμός των νάιλον σακουλιών με κάνναβη (πέραν των 110), τα οποία ως αναφέρθηκε ήταν κλειστά δια καψίματος και συσκευασμένα, έτοιμα δηλαδή προς πώληση, αποτελούν ένδειξη για τον αριθμό των χρηστών στους οποίους θα μπορούσαν τα ναρκωτικά αυτά να φτάσουν και να συντηρήσουν. Από μια άλλη οπτική δε, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η ποσότητα των χαπιών ecstacy φτάνει σχεδόν το όριο που έθεσε ο Νομοθέτης για το νομοθετικό τεκμήριο και η κάνναβη φτάνει σχεδόν το επταπλάσιο του ορίου που έχει τεθεί[4]. Πρόκειται πάντως για ποσότητες τέτοιες που η διοχέτευση τους σε τρίτους, θα προκαλούσε οπωσδήποτε βλάβη σε πλειάδα χρηστών καθώς και στην κοινωνία γενικότερα (βλ. κατ' αναλογία την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου ανωτέρω). Εξάλλου, η νομολογία καθιστά σαφές, ότι η εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια « ... δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση» [(βλ. Βαρδάκη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 186/21, ημερ. 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B302]. Σε σχέση με το ρόλο του Κατηγορούμενου, αποτέλεσε θέση της συνηγόρου του, ότι ο τελευταίος δεν πρέπει ουσιαστικά ν' αντιμετωπιστεί ως έμπορος ναρκωτικών και ότι ο ρόλος του ήταν αυτός του μεταφορέα. Όπως διαμορφώθηκε η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου μετά και την προφορική της αγόρευση, ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε από τον έμπορο των ναρκωτικών, ο οποίος αντιλήφθηκε τα οικονομικά του προβλήματα, να κάνει την μεταφορά για να εξασφαλίζει τη δόση του. Έτσι προέβη σε συμφωνία με τον έμπορο, προκειμένου να παίρνει τη δόση του χωρίς να πληρώνει και ως αντάλλαγμα του ανατέθηκε η προμήθεια ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Επί τούτου, κατ' αρχάς θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι από τα γεγονότα πράγματι δεν καταδεικνύεται ότι ενώπιον μας ευρίσκεται μεγαλέμπορας ναρκωτικών ή διακινητής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, όπως σε άλλες υποθέσεις που έχουμε υπόψη μας. Από εκεί και πέρα όμως, αφού προηγουμένως επισημάνουμε ότι με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι σαφές πως ο Κατηγορούμενος θα προμήθευε τα ναρκωτικά σε διάφορα πρόσωπα με αντάλλαγμα, και χωρίς να μας διαφεύγει ότι σκοπός του ήταν να εξασφαλίζει τη δική του δόση, θεωρούμε πως αναμφίβολα η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρή επί των δικών της γεγονότων. Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος, προκειμένου να εξασφαλίζει τη δόση του ή και χρήματα για τη δόση του, επέλεξε να προμηθεύει άλλους χρήστες, το «λευκό θάνατο». Το ακόλουθο απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα ανωτέρω, εκφράζει τις σκέψεις μας και θεωρούμε πως απαντά επί της ουσίας στη θέση που προβλήθηκε: «Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Η παρούσα έχει αφ' εαυτής τη δική της σοβαρότητα στη βάση των δικών της γεγονότων. Αυτά δε τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι η περίπτωση δεν αφορά μεν εμπόρους ή διακινητές μεγάλων ποσοτήτων (όπως στις πιο πάνω) πλην όμως αφορούν μιαν άλλη ομάδα εμπόρων ή διακινητών ή προμηθευτών ή πωλητών και συγκεκριμένα αυτούς οι οποίοι προμηθεύουν τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας και δη τον χρήστη. Υπενθυμίζουμε πως από το 2001 είχε λεχθεί πως αν και για τους χρήστες υπήρχε κάποιο περιθώριο (επιείκειας) το οποίο στένευε προϊόντος του χρόνου, εντούτοις για τους εμπόρους είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού (Afroughi v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174). Προειδοποίηση η οποία είχε επαναληφθεί και το 2008 με την προσθήκη ότι όσο αυτοί επιμένουν να σπέρνουν τον όλεθρο τόσο περισσότερο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια αφού οι αυστηρές ποινές, όπου αρμόζει, είναι ένα από τα διαθέσιμα μέσα καταπολέμησης του φαινομένου (Ηροδότου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 175). Είναι θέμα κοινής λογικής πως οι προαναφερθείσες μεγάλες ποσότητες κάποια στιγμή διαμοιράζονται σε άλλους εμπόρους οι οποίοι εν είδει λιανικού πλέον εμπορίου θα προωθήσουν τις μικρότερες ποσότητες (δόσεις) στους τελικούς πελάτες ‑ χρήστες. Οι οποίοι, ως έχει ήδη λεχθεί, είναι κυρίως νεαρά, ακόμα και ανήλικα άτομα (βλ. Κλεομένης, άνω, Γ.Ε. v. Πέτρου, άνω). Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στο ότι η επίδικη ποσότητα των 96,41γρ. ήταν επιμελώς διαμοιρασμένη σε 27 επιμέρους συσκευασίες, οι οποίες (εκτός μιας) είχαν ήδη ετοιμαστεί και ευρίσκοντο σε πλαστική τσάντα, ενώ δίπλα υπήρχε ηλεκτρονική ζυγαριά και 75 χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, να ενδιατρίψουμε στο ότι η απαξία της πράξης έγκειται ακριβώς στη συμμετοχή σε αυτή την αλυσίδα διακίνησης και διάδοσης των ναρκωτικών, η οποία συμμετοχή είναι άκρως απαραίτητη στους μεγαλεμπόρους αφού χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή η διάθεση του παράνομου προϊόντος τους, ήτοι της μάστιγας των ναρκωτικών.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Με αυτά υπόψη λοιπόν, σημειώνουμε πως ασφαλώς και ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν υποδεέστερος από του ιδιοκτήτη των επίδικων ναρκωτικών, όμως κατά την κρίση μας αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο εν λόγω Κατηγορούμενος αποδέχτηκε να προσφέρει εξυπηρέτηση στον ιδιοκτήτη των ναρκωτικών και μάλιστα ουσιώδη, που συνίστατο στη μεταφορά και διανομή / προμήθεια των ναρκωτικών. Προκύπτει έτσι χωρίς αμφιβολία, πως ο ρόλος του ήταν βασικότατος και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης, αφού αποτέλεσε έναν άκρως σημαντικό και εκ των πραγμάτων αναγκαίο κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών και τη διασπορά τους στη χώρα μας και τούτο μάλιστα έναντι κάποιου οφέλους ή αμοιβής, το οποίο συνιστά επιβαρυντικό στοιχείο, (βλ. Κατσάπαου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.318). Αναφορικά τώρα με το κίνητρο του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε ότι η συνήγορος του αναφέρθηκε σε οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε αλλά και στο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών, το οποίο τον οδήγησε σε επαφή με πρόσωπα που τον έπεισαν / παρέσυραν να προβεί στις πράξεις που παραδέχθηκε με απώτερο σκοπό να εξασφαλίζει τη δόση του. Ως αναφέρθηκε δε περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος «φοβούμενος να αρνηθεί στον έμπορα ο οποίος τον προμήθευε για δική του χρήση, αναγκάστηκε να κάνει τη μεταφορά...». Επί τούτου θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι, ως είναι καλώς νομολογημένο, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, παρότι κατανοητή, δεν αποτελεί ελαφρυντικό ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Ως ειδικότερα έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνοµίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397: «.Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της. » Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.18, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το κάτωθι απόσπασμα από την Κυριάκου ν. Δηµοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154: «. κανένας, µα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν µπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκληµα και, ιδιαίτερα, εγκλήµατα του είδους τα οποία πλήττουν το θεµέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Στην υπόθεση Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15 δε, λέχθηκαν τα εξής: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Τούτων λεχθέντων, υποδεικνύεται πως αν οι οικονομικές δυσκολίες δεν δικαιολογούν την καταφυγή σε άλλα αδικήματα του συνήθους ποινικού δικαίου, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία σε υποθέσεις ναρκωτικών. Βεβαίως, ως αναφέρθηκε, η συνήγορος απέδωσε τη διάπραξη και στο γεγονός ότι ως χρήστης ναρκωτικών παρασύρθηκε από πρόσωπα που τον έπεισαν να προβεί στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος, ως και στο φόβο που αισθανόταν έναντι του εμπόρου που τον προμήθευε με ναρκωτικά για δική του χρήση, ο οποίος γνώριζε και τα οικονομικά του προβλήματα. Παρόλο που δεν δόθηκαν ιδιαίτερες λεπτομέρειες της επιρροής που ασκήθηκε ή και των συνθηκών κάτω από τις οποίες ασκήθηκε τέτοια επιρροή, εντούτοις λαμβάνουμε υπόψη ότι ως χρήστης ήταν πιο ευάλωτος σε επιρροές από άλλα πρόσωπα, αφού τούτο εξάλλου αναγνωρίζεται και ως ελαφρυντικό από το νόμο [βλ. άρθρο 30
(4)(β)(ii)]. Ωστόσο τούτο δεν δύναται να μεταβάλει ουσιαστικά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως σκιαγραφήθηκε πιο πάνω. Όπως έχει υποδειχθεί και στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577: «Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.». Ειδικότερα δε, ως προς τη θέση του ότι διέπραξε τα αδικήματα υπό το κράτους φόβου, παραπέμπουμε στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Algert Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 207/2021, ημερ.16.11.2022, χωρίς βεβαίως να μας διαφεύγει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση, ασχολήθηκε με ισχυρισμό περί διάπραξης των αδικημάτων υπό το κράτος απειλών. Θεωρούμε όμως πως τα όσα αναφέρθηκαν ισχύουν κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση και απαντούν αρκούντως ικανοποιητικά στη θέση του Κατηγορούμενου, ότι ενήργησε ουσιαστικά υπό το κράτος φόβου: « .. Ορθώς, δε, δεν θεώρησε ως ελαφρυντικό παράγοντα τον ισχυρισμό που προεβλήθη κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής, ότι αυτός ενήργησε και υπό το κράτος απειλών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020, στην οποία παρέπεμψε το Κακουργιοδικείο, «Ούτε συνιστούσε μετριαστικό παράγοντα, όπως ορθά κρίθηκε από την πλειοψηφία του Κακουργιοδικείου στην απόφαση επί της ποινής, το γεγονός ότι ο Εφεσείων διέπραξε το αδίκημα επειδή τον απειλούσαν τρίτα πρόσωπα. Εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, όφειλε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους και όχι να εμπλακεί σε εγκλήματα αυτής της μορφής, αποτέλεσμα των οποίων είναι η εξαθλίωση άλλων ανθρώπων.» Το Κακουργιοδικείο σχολιάζοντας τα πιο πάνω έθεσε το ζήτημα τέτοιων περιστάσεων υπό την ορθή τους διάσταση ως ακολούθως: «Ό,τι οφείλουμε να επισημάνουμε είναι πως, ο μόνος δρόμος για όσους δέχονται πιέσεις ή πειρασμούς είναι, είτε η απόσταση από τέτοιες παράνομες εστίες είτε η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους, κυρίως πριν την εμπλοκή τους στη διάπραξη αδικημάτων, παρ΄ ότι και η μετέπειτα συνεργασία είναι καλοδεχούμενη, προκειμένου να βοηθήσουν και τους ίδιους αλλά και την υπόλοιπη κοινωνία. Δικαιολογίες για αντίθετη συμπεριφορά δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα τυγχάνουν ιδιαίτερης βαρύτητας ως μετριαστικός παράγοντας. Είναι λυπηρό που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν τα προβλήματα τους ωστόσο επέλεξαν ένα δρόμο ο οποίος με τη δική τους συνδρομή αναμενόταν ότι θα δημιουργούσε προβλήματα σε άλλους συνανθρώπους, αν τα ναρκωτικά δεν κατέληγαν στα χέρια της αστυνομίας. Πρόκειται για αδιαφορία η οποία συνδέεται άρρηκτα με την προώθηση προσωπικού συμφέροντος χωρίς ενσυναίσθηση έναντι των όποιων συνεπειών στο συνάνθρωπο».» Παραμένοντας στο ίδιο ζήτημα, του κινήτρου δηλαδή του Κατηγορουμένου για εμπλοκή στην προμήθεια ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα, που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της δόσης του, οφείλουμε εν πάση περιπτώσει να σημειώσουμε ότι όπως είναι καλώς νομολογημένο η προώθηση ναρκωτικών από χρήστη ναρκωτικών προς εξασφάλιση της δόσης του, δεν αποτελεί ελαφρυντικό (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 466). Προσέγγιση καθ' όλα συνάδουσα με τη λογική δεδομένου ότι τα ναρκωτικά, είτε προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει πάντα η ίδια, που δεν είναι άλλη από τη διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και τη διασπορά του θανάτου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα συνειδητά, κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται σε άλλο σημείο πιο πάνω, με σκοπό την εξασφάλιση της δικής του δόσης. Συνεπώς, η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή είναι αυταπόδεικτη. Ειδικά σε ό,τι αφορά συνεργούς στην εμπορία, αρκούμαστε στην παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.541: «Έχει λεχθεί - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει, επανειλημμένα, χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών». (έμφαση δοθείσα) Συναφώς, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, ως τις έχουμε σκιαγραφήσει ανωτέρω, ο συνδυασμός των αδικημάτων που διαπράχθηκαν σε σχέση με ελεγχόμενα φάρμακα τόσο Τάξεως Α όσο και Τάξεως Β, η εγγενής σοβαρότητα τους σε συνδυασμό με την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους, μας οδηγούν στην κατάληξη ότι στην παρούσα υπόθεση προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η αντιμετώπιση τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Όμως επισημαίνουμε ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών, που επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, έχουν μόνο οριακή σημασία (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Sovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635 και Αbe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων, σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει την θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας (βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Στα πλαίσια του καθήκοντος εξατομίκευσης της ποινής, εν πρώτοις σημειώνουμε, πως δεν συντρέχει στην υπό κρίση περίπτωση, οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον Νόμο περιστατικά, τα οποία θα καθιστούσαν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά [βλ. άρθρο 30
(4)(α)(i) - (viii)]. Περαιτέρω, προς όφελος του Κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο σε συνάρτηση με την ηλικία του (34 ετών), καταδεικνύει ότι η παρούσα υπόθεση, παρά την αναμφίβολη σοβαρότητα της, αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη τη συνεργασία του με την Αστυνομία κατά τη διάρκεια της έρευνας στο διαμέρισμα του και κατά την ανεύρεση των ναρκωτικών εκεί. Ως προκύπτει από τα γεγονότα, όταν διεξαγόταν η έρευνα και εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά στο διαμέρισμα αλλά και κατά το σωματικό έλεγχο που του έγινε, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι του ανήκουν, παρά το ότι η αρχική του αντίδραση, με το που έγινε αντιληπτή η παρουσία της Αστυνομίας, ήταν να πετάξει στο έδαφος νάιλον συσκευασία με κάνναβη. Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία σε σχέση με την κατηγορία για χρήση ναρκωτικών ουσιών (κατηγορία 7) ήταν άμεση, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες, αν και δεν άμεση, εντούτοις έγινε σε σύντομο χρόνο μετά την άρνηση ενοχής και πάντως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή ποικίλλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια, έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία δύναται να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442), καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη ότι η κατηγορία 7, προέκυψε από τη δική του παραδοχή και ότι δεν θα μπορούσε η Αστυνομία να διαπιστώσει διαφορετικά τη χρήση κάνναβης από μέρους του Κατηγορούμενου την επίδικη ημερομηνία. Σε σχέση όμως με τις υπόλοιπες κατηγορίες, επισημαίνουμε ότι αφενός, συσκευασία που θεάθηκε να ρίχνει στο έδαφος ο Κατηγορούμενος με την είσοδο της Αστυνομίας στο διαμέρισμα του καθώς επίσης συσκευασία που εντοπίστηκε σε τσέπη του σακακιού του κατά τον σωματικό έλεγχο που του έγινε, περιείχαν κάνναβη και αμέσως ο Κατηγορούμενος, επί τόπου, παραδέχτηκε ότι η κάνναβη ήταν δική του, ενώ αφετέρου, η υπόλοιπη ποσότητα κάνναβης και τα χάπια ecstacy εντοπίστηκαν μέσα σε νάιλον μαύρο σακούλι που βρισκόταν σε ανθώνα, κάτω από άγρια χόρτα, όπου θεάθηκε ο Κατηγορούμενος να βρίσκεται προηγουμένως, να σηκώνει τα εν λόγω χόρτα και να κρύβει κάποια αντικείμενα. Με αυτά υπόψη είναι γεγονός ότι υπήρχαν ισχυρά στοιχεία που ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων και τα οποία προφανώς δεν άφηναν πολλά περιθώρια άλλων επιλογών στον τελευταίο. Από την άλλη όμως, δεν παραβλέπουμε πως σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτείτο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμος χρόνος. Συναφώς μέσω της παραδοχής του διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Παράλληλα η παραδοχή του, σε συνδυασμό με την απολογία του, συνιστά απτή απόδειξη της μεταμέλειας του και ασφαλώς αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22), ECLI:CY:AD:2022:B386. Ενδεικτική της μεταμέλειας του όμως, θεωρούμε και την αυτόβουλη προσπάθεια του, ενόσω βρίσκεται στη φυλακή, για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Ως αναφέρεται δε στην αγόρευση της συνηγόρου του, χωρίς τούτο ν' αμφισβητηθεί, σήμερα είναι «καθαρός». Επικροτούμε το εγχείρημα του, τον ενθαρρύνουμε σ' αυτό και μάλιστα αναγνωρίζουμε ότι κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Όπως έχει νομολογηθεί σε σχέση με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν έχει μόνο το αν ο χρήστης τελικά πέτυχε ή όχι, αλλά το αν προσπάθησε. Όπως έχει δε επισημανθεί στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Οι προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως αναλύθηκαν από την συνήγορο του, λαμβάνονται επίσης υπόψη. Ειδικότερα, σημειώνουμε ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 34 ετών, προερχόμενο από διαζευγμένη οικογένεια, ο οποίος βίωσε την απουσία και απόρριψη από τον πατέρα του, ο οποίος δεν τον ήθελε, όταν βρισκόταν στην κρίσιμη και ευάλωτη ηλικία των 15 ετών. Στη Νιγηρία, απ' όπου και κατάγεται, έζησε άσχημες στιγμές, μιας και η οικογένεια του «κατατρεχόταν» από άτομα της κοινότητας που διέμεναν και βίωσαν οικογενειακώς πολλές κακουχίες. Ο πατέρας του έχει πλέον αποβιώσει, ενώ η μητέρα του η οποία είναι εν ζωή, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, καρδιολογικής φύσεως με συχνά λιποθυμικά επεισόδια. Ο ίδιος δε είναι παντρεμένος και η σύζυγος του, η οποία δεν εργάζεται, διαμένει με τα τρία ανήλικα παιδιά τους, ηλικίας 11, 8 και 4 ετών, στην Νιγηρία. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα, εξαρτούνται οικονομικά από τον Κατηγορούμενο. Οι τσακωμοί και οι διαφωνίες με τον πατέρα του, τον οδήγησαν σε κακές παρέες και στη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ένεκα δε της φτώχειας αλλά και προβλημάτων με κάποια άτομα της κοινότητας του, άφησε την οικογένεια του και τον Σεπτέμβριο του 2021 ήρθε στην Κύπρο και αιτήθηκε άσυλο. Ο Κατηγορούμενος πριν τη σύλληψη του, εργαζόταν στα χωράφια, με σκοπό να βοηθά οικονομικά την μητέρα του και την οικογένεια του, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ λάμβανε επιπροσθέτως επίδομα από την Κυπριακή Δημοκρατία, ύψους €250 (μηνιαίως). Ως προς τις οικονομικές του δυσκολίες έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Εν σχέσει δε με το γεγονός ότι πρόκειται για χρήστη ναρκωτικών, σημειώνουμε πως το τελευταίο αυτό στοιχείο λαμβάνεται βεβαίως υπόψη, όμως ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί εδώ, είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το βασικό χαρακτηριστικό της υπόθεσης δεν είναι η κατοχή μικρής ποσότητας ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο Κακουργιοδικείο λόγω της απόφασης του να συνδράμει στην μεταφορά και διανομή σημαντικής ποσότητας ναρκωτικών Τάξεως Α και Β, για λογαριασμό άλλου προσώπου ή και του ιθύνοντα εμπόρου, τον οποίο μάλιστα, μη κατονομάζοντας τον, αποστέρησε από τον εαυτό του το ελαφρυντικό που θα του παρείχε το άρθρο 30
(4)(β)(ν) του Ν.29/77. Περιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους του και δη στη σύζυγο και τα ανήλικα παιδιά του αλλά και στη μητέρα του, οι οποίοι στηρίζονταν οικονομικά σ' αυτόν. Μαζί με τα πιο πάνω συνυπολογίζουμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Αποτελεί επίσης εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ηλικία του Κατηγορούμενου (34 ετών) «τον κατατάσσει ακόμα στην κατηγορία των νεαρών προσώπων - παραβατών, τα οποία η ίδια η κοινωνία οφείλει να αναμορφώσει και να επανεντάξει στην κοινωνία δίδοντας τους μια 2η ευκαιρία». Επί τούτου, παρατηρούμε κατ' αρχάς πως η εισήγηση της συνηγόρου ότι ένας άντρας ηλικίας 34 ετών, ως είναι ο Κατηγορούμενος, θα πρέπει ν' αντιμετωπιστεί υπό αυτό το πρίσμα, έχει τεθεί κατά ένα γενικό θα λέγαμε τρόπο, και δεν στηρίζεται σε κάποια νομοθεσία ή σε νομολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, για το συγκεκριμένο ζήτημα αναφέρονται τα εξής. Από τη μελέτη μας, είναι γεγονός ότι δεν έχουμε εντοπίσει νομικό ορισμό των νεαρών ενήλικων παραβατών. Όπως αναφέρεται δε στο σύγγραμμα των κ.κ. Καπαρδή και Στεφάνου, «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Δίκαιο», σελ. 234: «Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει νομικός ορισμός των νεαρών ενηλίκων παραβατών, άτομα ηλικίας κάτω των 21 ετών, πάντα αντιμετωπίζονται ως νεαροί παραβάτες και μερικές φορές αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει και άτομα μέχρι 25 ετών.» Οι συγγραφείς δε, παραπέμπουν σχετικά στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, όπου εντοπίζεται διαφοροποίηση στη μεταχείριση των ατόμων ηλικίας κάτω των 25 ετών, που καθίστανται παραβάτες για πρώτη φορά και το αδίκημα συνδέεται με την προσωπική χρήση ναρκωτικών (βλ. το άρθρο 30
(2)του Ν.29/77). Από την ανασκόπηση της νομολογίας επίσης, καταδεικνύεται ότι πρόσωπα μέχρι την ηλικία των 27 ετών, αντιμετωπίστηκαν ως σχετικά νεαρά πρόσωπα (βλ. Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτη Νικολάου, Ποιν. Έφ.212/09, ημερ. 21.12.10). Συναφώς, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση της υπεράσπισης, ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει αντιμετώπισης ως νεαρό πρόσωπο. Στο πλαίσιο βεβαίως συνεκτίμησης των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου, έχει ληφθεί υπόψη, ως εξάλλου εμφαίνεται ανωτέρω, και η ηλικία του, καθώς επίσης ότι πρόκειται για οικογενειάρχη, πατέρα τριών ανήλικων παιδιών. Τέλος, ως προς την εισήγηση για να ληφθεί υπόψη ο χρόνος από τη διάπραξη των αδικημάτων, σε συνάρτηση με τα στοιχεία που αναφέρει η συνήγορος στη σελίδα 5 της αγόρευσης της, κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως είναι σαφές ότι η αναφορά στο ζήτημα του χρόνου διασυνδέεται από την υπεράσπιση με αλλαγές που επήλθαν, ως είναι η θέση της, στο μεσοδιάστημα και όχι με οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διερεύνηση ή και διεκπεραίωση της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, αν και όσα αναφέρονται κρίνονται γενικά, υπό την έννοια ότι δεν παρατίθενται συγκεκριμένες αλλαγές που επήλθαν εν τω μεταξύ στη ζωή του Κατηγορούμενου, εντούτοις λαμβάνουμε υπόψη ότι στο μεσοδιάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων του και έχει μεταμεληθεί, ως τούτο εξάλλου επιμαρτυρείται από την παραδοχή και την απολογία του, και βεβαίως την απεξάρτηση του από τα ναρκωτικά, στοιχείο που επίσης προσμετρά, ως ήδη αναφέρθηκε, ως στοιχείο μεταμέλειας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα, κυρίως σε υποθέσεις αυτής της φύσης για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και της προεξάρχουσας πλέον ανάγκης για την προστασία της κοινωνίας και την πάταξη της διάδοσης των ναρκωτικών, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Επισημαίνουμε δε εδω, πριν προχωρήσουμε στην επιβολή των ποινών, ότι κατά την κρίση μας δεν θα πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση στο ύψος των ποινών που θα επιβληθούν στις σοβαρότερες κατηγορίες της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων. Διότι, ναι μεν τα ναρκωτικά της κατηγορίας 2 αφορούν σ' ένα επικίνδυνο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, συνολικού βάρους 18,29 γραμμαρίων, όμως από την άλλη, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι η κάνναβη, συνολικού βάρους 201,49 γραμμαρίων, ήταν τοποθετημένη σε περισσότερα από 110 νάιλον σακούλια, τα οποία ως αναφέρθηκε ήταν έτοιμα προς πώληση και θα μπορούσαν εν τέλει να συντηρήσουν πλειάδα χρηστών. Ως προς το ύψος των ποινών που θα επιβληθούν, έχοντας συνεκτιμήσει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες και όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, συμπεριλαμβανόμενων των προσωπικών του περιστάσεων, κρίνουμε ως ορθές και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές. Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στις κατηγορίες 3 και 6 δεν επιβάλλεται καμμιά ποινή, ενόψει του ότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στις κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. Ενόψει του ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί και υπό το φως της εισήγησης της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλουμε την εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που έχουμε επιβάλει. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχουμε την άποψη πως, οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής του Κατηγορούμενου, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης, αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως την έχουμε προδιαγράψει. Τυχόν δε αναστολή των ποινών φυλάκισης, κρίνουμε πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από 19.4.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.29/
  1. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 10(α) του Ν.29/
  2. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Ν.29/
  1. [4] Για τη συγκεκριμένη προσέγγιση επί του ζητήματος της ποσότητας, παραπέμπουμε στη Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα ανωτέρω. Σημειώνουμε δε, ότι το νομοθετικό τεκμήριο καθορίζεται στο άρθρο 30Α του Ν.29/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.