Δημοκρατία ν. M.T., Αρ. Υπόθεσης: 2353/23, 2/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2353/23 Δημοκρατία ν.
- M.T.
- M.G. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Αυγούστου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει συνολικά επτά κατηγορίες. Συγκεκριμένα κατηγορείται επί τω ότι: Ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας κατά τη 12.9.23, χωρίς να κατέχει σχετική άδεια[1] (κατηγορία 1). Μετέφερε πρόσωπα δια υδάτινης οδού έναντι κομίστρου, με υπερφορτωμένο σκάφος[2] (κατηγορία 2), ήτοι ότι κατά τον ίδιο χρόνο εν γνώση του συντέλεσε στη μεταφορά δια θαλάσσης, από τον Λίβανο στην Κύπρο, 116 προσώπων με κόμιστρο, με ανασφαλές λόγω υπερφόρτωσης σκάφος. Παρείχε συνδρομή σε
(116)απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα, δια θαλάσσης, στη Δημοκρατία[3] (κατηγορία 3). Υποβοήθησε την παράνομη είσοδο υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας[4], ήτοι παρείχε βοήθεια σε 117 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία συνεργώντας με άλλα πρόσωπα, άγνωστα για την κατηγορούσα αρχή, των οποίων πρόθεση και σκοπός γνώριζε πως ήταν η αποκόμιση κέρδους από την εκπλήρωση του σκοπού της παράνομης εισόδου των μεταναστών (κατηγορία 4). Συμμετείχε σε λαθρεμπόριο μεταναστών ως συνεργός[5], μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας του μηνός Σεπτεμβρίου 2023 και 12.09.23, στη Συρία, Λίβανο και σε κυπριακά χωρικά ύδατα (κατηγορία 5). Συμμετείχε σε εγκληματική οργάνωση, που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών[6] (κατηγορία 6) κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πέμπτη κατηγορία. Συμμετείχε σε πράξεις και απεδέχθη τη διάπραξη εγκλημάτων, τελούμενων στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, ήτοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πέμπτη και έκτη κατηγορία, συμμετείχε με τις ενέργειες του σε παράνομη πράξη εγκληματικής οργάνωσης της οποίας γνώριζε τον παράνομο σκοπό και δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται με το λαθρεμπόριο μεταναστών[7] (κατηγορία 7). Αξίζει να σημειωθεί για σκοπούς παρουσίασης ολοκληρωμένης εικόνας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1, τις κατηγορίες 1-
- Κατόπιν δε αναστολής των κατηγοριών 2 και 3, του επιβλήθηκε ποινή στην Κατηγορία 1 την οποία παραδέχθηκε, αφού δόθηκε προς τούτο άδεια, ενόψει εκδηλωθείσας πρόθεσης από πλευράς κατηγορούσας αρχής να τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας στο πλαίσιο της παρούσας. Η δε υπόθεση για τον Κατηγορούμενο 1 προχώρησε σε ακρόαση, δεδομένου του ότι δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στο πλαίσιο δε της ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη μπορεί συνοπτικά να λεχθεί πως αποτέλεσε θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Κατηγορούμενος 1, έχοντας συμφωνήσει προηγουμένως μαζί με μέλος εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών και με αντάλλαγμα τη μη καταβολή κομίστρου για τον εαυτό του, οδήγησε ξύλινη βάρκα και μετέφερε από το Λίβανο στην Κύπρο 117 απαγορευμένους μετανάστες, ενέργεια που τον καθιστά συνεργό, στις παράνομες πράξεις της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης. Είναι περαιτέρω θέση της, ότι η εν λόγω βάρκα, με την οποία πραγματοποιήθηκε το ταξίδι, ήταν ανασφαλής, λόγω υπερφόρτωσης καθώς και ότι όντας και ο ίδιος απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το νόμο, βρέθηκε στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Από την άλλη, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι κανένα από τα αδικήματα που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο 1 αποδεικνύεται, διότι δεν έχει πρωτίστως αποδειχθεί ότι πράγματι ανακόπηκαν, εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Ακόμη όμως και εάν θεωρηθεί ότι βρέθηκαν εντός χωρικών υδάτων, ούτε τότε κατά την υπεράσπιση έχουν αποδειχθεί τα εν λόγω αδικήματα, λόγω αμφιβολιών που δημιουργούνται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία. Και τούτο παρά το γεγονός ότι σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε ότι συμφώνησε να οδηγήσει τη βάρκα και πράγματι την οδήγησε καθ' όλη την διαδρομή για να μεταφέρει τους απαγορευμένους μετανάστες, αφού υποστηρίχθηκε πως η εν λόγω κατάθεση δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, λήφθηκε κατόπιν άσκησης βίας ή και απειλών και δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να στηριχθεί επ' αυτής. Σημειώνεται δε ότι, εν τέλει, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου 1 ότι ο ίδιος ήταν ένας εκ των 15 περίπου προσώπων που οδήγησαν τη βάρκα για κάποιο χρόνο εκ περιτροπής, ότι τούτο έγινε ουσιαστικά εξ ανάγκης και μόνο αφότου το πρόσωπο που αρχικά πλοηγούσε τη βάρκα τους εγκατέλειψε μεσοπέλαγα με άλλο σκάφος και ότι πάντως ο ίδιος δεν την οδηγούσε κατά το στάδιο που ανακόπηκαν από την Λιμενική Αστυνομία.
- Η Διαδικασία Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε εννέα μάρτυρες και συγκεκριμένα τον M.G. (Μ.Κ.1), τον Αστ. 1293 Κ.Κ. (Μ.Κ.2), τον Αστ. 935 Τ.Λ. (M.K.3), τον Α/Αστ. 2040 Χ. Δ. (Μ.Κ.4), τον S.A.M. (Μ.Κ.5), τον M.A.S. (Μ.Κ.6), τον M.A.H. (Μ.Κ.7), τον Α/Αστ. 2688 Π.Σ. (Μ.Κ.8) και τον Αστ. Β', Ι.Α. (Μ.Κ.9). Αφότου ο Κατηγορούμενος 1 κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του.
- Σύνοψη Μαρτυρίας Ως Μ.Κ.1, κατέθεσε ο πρώην Κατηγορούμενος 2, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 14.09.23 (Έγγραφο Α), στην οποία αναφέρει ότι η προηγούμενη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 13.09.23, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ότι η αλήθεια είναι ότι είχε μάθει για το ταξίδι που θα πραγματοποιείτο προς την Κύπρο, από κάποιον φίλο του επ' ονόματι Khalid και όχι από το facebook (ως είχε αναφέρει στην πρώτη του κατάθεση), ότι ο φίλος του αυτός γνωρίζει τον Άμπου Αλί, ο οποίος είναι το πρόσωπο που διοργανώνει ταξίδια προς την Κύπρο και ότι αυτός (ο φίλος του δηλαδή), του είχε αναφέρει πως το ταξίδι θα στοίχιζε 3.000 δολάρια[8], τα οποία θα έπρεπε να καταβάλει όταν θα επιβιβαζόταν στη βάρκα. Ανέφερε επίσης ότι ένα μήνα πριν ξεκινήσουν κλήθηκε από τον φίλο του να μεταβεί σε συγκεκριμένη τοποθεσία, ότι απ' εκεί τον μετέφεραν σε μια άλλη περιοχή, ήτοι σε ένα σπίτι που ανήκει στον Αμπού Αλί, ότι εκεί έμεινε με άλλα 25-30 πρόσωπα, ότι τη Δευτέρα 11.09.23, όταν μαζεύτηκαν όλοι, τους παρέλαβε ένα μικρό βαν, τον οδηγό του οποίου δεν γνωρίζει και τους μετέφερε από τα σύνορα Συρίας-Λιβάνου σε συγκεκριμένη παραλία του Λιβάνου, ότι πριν μπουν στη βάρκα ο Άμπου Αλί πήρε τα κινητά τηλέφωνα τους, ότι αφού τον πλήρωσαν 3.000 δολάρια επιβιβάστηκαν, ότι ο ίδιος κάθισε στο μπροστινό μέρος της βάρκας, ότι όταν το ταξίδι ξεκίνησε δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν ο καπετάνιος λόγω του σκότους, ωστόσο τον είδε όταν ξημέρωσε κρατώντας μια πυξίδα, ώστε να μπορεί να βρίσκει τον προορισμό. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν η Αστυνομία είχε πλησιάσει τη βάρκα τους, το πρόσωπο αυτό, άφησε το πηδάλιο της βάρκας και πήγε και κάθισε ανάμεσα στους μετανάστες, ώστε να μην γίνει αντιληπτό, ότι αυτός ήταν ο καπετάνιος. Αυτός δε, ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε η Αστυνομία όταν έφτασαν στην Κύπρο. Αναφέρεται περαιτέρω στο δικό του ρόλο, λέγοντας ότι το μόνο πράγμα που έπραξε ήταν να δώσει τα καύσιμα που του δόθηκαν από άλλο πρόσωπο στον καπετάνιο ώστε να τα βάλει στη βάρκα, ενώ ως προς τον διοργανωτή του ταξιδιού, κατονομάζει και περιγράφει συγκεκριμένο πρόσωπο από τη Συρία, με τον οποίο ο ίδιος ήρθε σε επαφή, προκειμένου να εξασφαλίσει θέση για το ταξίδι προς την Κύπρο. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι όλοι οι επιβαίνοντες φόρεσαν σωσίβια, τα οποία τους δόθηκαν προτού επιβιβαστούν και ότι το πρόσωπο το οποίο αναφέρει ως καπετάνιο στην κατάθεση του, είναι ο Κατηγορούμενος 1, τον οποίο και αναγνώρισε. Εξήγησε ότι, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που σε όλη τη διαδρομή κρατούσε το πηδάλιο της βάρκας και την κατεύθυνε κρατώντας στα χέρια του μια συσκευή ορθογώνια, κίτρινη σε χρώμα, η οποία είχε οθόνη. Όταν η Λιμενική αστυνομία ανέκοψε τη βάρκα και ο Κατηγορούμενος 1 άφησε το πηδάλιο της, η βάρκα, ξεκίνησε από μόνη της να περιστρέφεται γύρω γύρω. Το ταξίδι διήρκησε 25 ώρες περίπου και δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο ανέλαβε την πλοήγηση της, από το σημείο που ο Κατηγορούμενος 1 άφησε το πηδάλιο και έπειτα. Σε σχέση με την πρώτη κατάθεση που έδωσε (Τεκμήριο 1), ανέφερε ότι οι απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις 7 και 8, αλλά και σε μέρος της απάντησης υπ' αριθμό 9, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι αυτό οφειλόταν στο ότι απειλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος του είχε πει πως εάν αναφέρουν ότι ο ίδιος ήταν ο καπετάνιος της βάρκας, θα έλεγε ότι το ταξίδι ξεκίνησε από το Λίβανο κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να τους προωθήσουν πίσω στο Λίβανο. Έτσι ο ίδιος αρχικά, ανέφερε ψευδώς ότι ξεκίνησαν από την περιοχή Αρουάτ, της Συρίας και ότι κάποιο άλλο άτομο οδηγούσε την βάρκα, το οποίο μετέπειτα επιβιβάστηκε σε άλλη βάρκα και έφυγε. Αντεξετάστηκε σχετικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε τη δεύτερη του κατάθεση, αρνούμενος ότι την έδωσε κατόπιν προτροπής από δικηγόρο που βρισκόταν μαζί του, αποδεχόμενος ωστόσο ότι υπήρχε στο μέρος κάποιος μεγάλος σε ηλικία κύριος, τον οποίο κάλεσε η Αστυνομία, τον οποίο όμως δεν αντιλήφθηκε ως τον δικηγόρο του και δεν μίλησε μαζί του παρά μόνο όταν ο εν λόγω δικηγόρος του έδωσε μια κάρτα και του ανέφερε την φράση «να μιλήσουμε». Αντεξετάστηκε επίσης για να του υποβληθεί ότι η δεύτερη κατάθεση του, με την οποία εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 1, είναι ψευδής και ότι σκοπό είχε να ευνοήσει τον εαυτό του, εμπλέκοντας τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος ουδέποτε τον απείλησε, θέση την οποία αρνήθηκε. Αντικείμενο αντεξέτασης αποτέλεσε και η θέση του ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, σε κάποια χρονικά σημεία κοιμόταν, για να του υποβληθεί ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν τον δεδομένο χρόνο οδηγούσε άλλο πρόσωπο και τον ίδιο να επιμένει ωστόσο πως κάθε φορά που ξυπνούσε, έβλεπε ξεκάθαρα τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται στο πηδάλιο της βάρκας, καθήμενος σε ένα παγούρι του πετρελαίου. Διευκρίνισε επίσης ότι τα χρονικά διαστήματα που κοιμόταν δεν ήταν μακρά και περιορίζονταν κάθε φορά σε 15-20 λεπτά, λόγω του ότι ρίχνονταν, από τη θάλασσα, νερά πάνω τους και ξυπνούσαν. Επίσης εξήγησε πως λόγω του μεγάλου αριθμού των επιβαινόντων, δεν ήταν δυνατόν να μετακινούνται πάνω στη βάρκα (και να αλλάζει ο πλοηγός). Ο Μ.Κ.2, ανέφερε ότι υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (κλιμάκιο Αμμοχώστου) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 20.09.23 (Έγγραφο Β), στην οποία αναφέρεται στις από μέρους του ενέργειες για έλεγχο του καθεστώτος του Μ.Κ.1 και του Κατηγορούμενου 1 αφότου άρχισε η διαδικασία διερεύνησης υπόθεσης εναντίον τους, καθώς και στη διαδικασία καταγραφής των στοιχείων των μεταναστών που αφίχθηκαν στη μαρίνα Αγίας Νάπας στις 13.9.24, στην οποία συμμετείχε. Καταγραφή η οποία αποτυπώθηκε σε κατάλογο (Τεκμήριο 3). Ανέφερε σχετικά πως, κανένα εκ των 118 ατόμων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο δεν είχε θεώρηση εισόδου ή νόμιμη άφιξη στη Δημοκρατία. O M.K.3, εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Γ), στην οποία αναφέρει ότι στις 14.09.23, με τη βοήθεια του διερμηνέα Χ.Μ.Χ., εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 4) που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου 1 (και του πρώην Κατηγορούμενου 2), αφού προηγουμένως τους ενημέρωσε για τον λόγο σύλληψης τους και τους επέστησε την προσοχή, με τον Κατηγορούμενο 1 να απαντά, «Δεν έχω σχέση με κάτι». Ακολούθως επέδωσε στον Κατηγορούμενο 1 γραπτώς τα δικαιώματα του, τα οποία ο τελευταίος παρέλαβε, υπογράφοντας τα σχετικά έντυπα. Περαιτέρω κατέθεσε το διάταγμα προφυλάκισης (Τεκμήριο 5), ως επίσης και δύο φωτογραφίες της βάρκας που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά των μεταναστών (Τεκμήριο 6) και μια φωτογραφία που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 7). Κατέθεσε περαιτέρω, την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 13.09.23 στην αραβική γλώσσα, με συνημμένη πιστή μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 8) και ανέφερε τέλος ότι, από το σύνολο της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε, διαφάνηκε ότι οι μετανάστες κατέβαλαν το ποσό των 3.000 δολαρίων περίπου, προκειμένου να τους επιτραπεί να επιβιβαστούν στη βάρκα και να έρθουν στην Κύπρο. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ερωτηθείς σχετικά, ότι επί της βάρκας επέβαιναν περίπου 100 άτομα, εκ των οποίων ανακρίθηκαν ορισμένοι αλλά όχι όλοι, ότι οι περισσότεροι εξ αυτών που ανακρίθηκαν ανέφεραν ότι οδηγός της βάρκας ήταν ο Κατηγορούμενος 1, ενώ κάποιοι άλλοι ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν και τέλος δέχθηκε ότι υπήρξε μια αναφορά, ότι ο Μ.Κ.1 ήταν ο οδηγός της βάρκας. Ο Μ.Κ.4, αρχιαστυφύλακας, στο τμήμα Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, τα τελευταία 25 χρόνια, καταθέτοντας αναφέρθηκε στην εκπαίδευση της οποίας έτυχε σε σχέση με τα καθήκοντα που εκτελεί, στην εμπειρία του και υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Δ), στην οποία αναφέρει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενεπλάκη στις 12.09.23 στον εντοπισμό και ανακοπής της επίδικης βάρκας, η οποία αφότου εντοπίστηκε δεν σταματούσε, προέβαινε σε επικίνδυνους ελιγμούς, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τόσο τη δική του άκατο και το πλήρωμα του, όσο και τους επιβαίνοντες στην εν λόγω βάρκα και ότι τελικώς στις 22:24 έγινε κατορθωτή η ασφαλής ανακοπή της βάρκας από τον ίδιο σε συγκεκριμένο στίγμα που αντιστοιχεί στα 12 ναυτικά μίλια περίπου από την ακτή. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ενημέρωσε τον αξιωματικό της μονάδας του για την κατάσταση, ότι ακολούθως την επιχείρηση ανέλαβε το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (στο εξής «ΚΣΕΔ») λόγω επικινδυνότητας και ότι ο ίδιος ανέμενε στο σημείο μέχρι που έφτασε στις 00:14 της 13.09.23, η αστυνομική άκατος «ΤΡΙΤΩΝ», όπου με την καθοδήγηση τους προς τους μετανάστες να αναλάβουν τον χειρισμό του σκάφους, ξεκίνησαν στις 00:33 να τους κατευθύνουν προς το αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου και κατόπιν, με οδηγίες του ΚΣΕΔ, προς τη μαρίνα Αγίας Νάπας. Ανέφερε επίσης ότι ένεκα της έλλειψης φωτισμού στη βάρκα των μεταναστών, της υπερφόρτωσης και των υπερκατασκευών που είχε, ο ίδιος δεν κατάφερε να δει ποιος την οδηγούσε, ότι εν τέλει γύρω στις 01:20 και ενώ συνόδευαν ήδη τη βάρκα, έφτασε στο σημείο που βρίσκονταν και η αστυνομική άκατος «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» της οποίας κυβερνήτης ήταν ο Αστ. Β' Χρ. Παναγή και στις 02:30 η αστυνομική άκατος «ΟΝΗΣΙΛΟΣ» με κυβερνήτη τον Αστ. Β' Ι. Αρτεμίου, οπόταν και ο ίδιος αποδεσμεύτηκε και κατέπλευσε στην βάση του στις 03:
- Με την προφορική του μαρτυρία διευκρίνισε ότι τα στίγματα που εντοπίστηκε αλλά και ανακόπηκε η βάρκα με τους μετανάστες, ήταν αμφότερα εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η αναφορά του σε υπερφορτωμένο σκάφος, βασίζεται στο ότι με βάση τα χαρακτηριστικά που διέθετε η βάρκα, σε αυτήν δεν θα έπρεπε να επέβαιναν περισσότερα από 12-13 άτομα και ότι η υπερφόρτωση αυτή της βάρκας ελλόχευε κινδύνους τους οποίους εξήγησε. Η αντεξέταση του Μ.Κ.4 περιστράφηκε μεταξύ άλλων γύρω από το εάν γνωρίζει επακριβώς τα μέτρα της βάρκας, στο κατά πόσον ήταν ή όχι εφικτό, όταν η αστυνομική άκατος που πλοηγούσε ο ίδιος προσέγγισε τη βάρκα με τους μετανάστες, να λάβει φωτογραφίες ώστε να καταδείξει τον οδηγό της, ενώ επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με την αναφορά του στα στίγματα εντοπισμού και ανακοπής της βάρκας, για να του υποβληθεί ότι το στίγμα εντοπισμού και ανακοπής της βάρκας ήταν εκτός χωρικών υδάτων, θέση την οποία αρνήθηκε. Του τέθηκε περαιτέρω η θέση ότι για να μπορέσει η βάρκα να ακολουθήσει τη διαδρομή που ο ίδιος περιέγραψε για έξι ώρες και να μην βυθιστεί καταδεικνύει ότι το σκάφος ήταν σε ασφαλή κατάσταση, θέση με την οποία επίσης δεν συμφώνησε, όμως ερωτηθείς αν σε οποιαδήποτε στιγμή βρέθηκαν σε άμεσο κίνδυνο απάντησε αρνητικά. Ο Μ.Κ.5, ήταν εκ των επιβατών της βάρκας. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Έγγραφο Ε), στην οποία αναφέρεται στις συνθήκες που οδήγησαν τον ίδιο να επιβιβαστεί στη βάρκα, στο γεγονός ότι για την επιβίβαση του, πλήρωσε 2500 δολάρια, ότι χρωστάει ακόμη 400, τα οποία συμφώνησε να αποπληρώσει αφότου φτάσει στην Κύπρο και ότι τα άτομα που εισέπραξαν τα χρήματα και οι οποίοι είναι οι διοργανωτές των ταξιδιών, είναι κάποιοι με το όνομα Abou Fahem και Abou Karim από το Ταρτούς και τη Χάμα της Συρίας αντίστοιχα, με μεσολαβητή τον Abou Ali, ο οποίος διαμένει στο Κανάκερ. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος είχε μιλήσει απευθείας με τους διοργανωτές, ότι αυτοί τον παρέπεμψαν στον μεσολαβητή για να καταβάλει τα χρήματα, ότι την Πέμπτη πριν το ταξίδι, ο ένας εκ των διοργανωτών του είπε να μεταβεί στο χωριό «Danoum», από όπου τον παρέλαβε ένα φορτηγό και τον μετέφερε στο Ταρτούς, ότι ακολούθως τον κλείδωσαν σε ένα σπίτι με άλλα επτά άτομα και τους πήραν τα κινητά τους και ότι κάποιες ημέρες μετά, (ξημερώματα Τρίτης), τον παρέλαβαν άλλα άτομα, τον έβαλαν σε ένα «αυτοκίνητο βαν», διένυσαν απόσταση περίπου μιας ώρας οδικώς και έφτασαν σε μια παραλία, η οποία πιστεύει ότι βρίσκεται στα σύνορα Λιβάνου-Συρίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι εκεί τους άφησαν σε ένα σημείο, από όπου περπάτησαν περίπου 15 λεπτά για να φτάσουν στη θάλασσα συνοδευόμενοι από 10 περίπου άτομα, τα οποία έστειλαν οι διακινητές για να τους συντονίζουν, ότι ανέμεναν περίπου 15 λεπτά στην παραλία, οπόταν έφτασε η βάρκα στην οποία άρχισαν να μπαίνουν, όταν κάποιος που βρισκόταν στη βάρκα, έκανε σήμα με το κινητό. Πέραν των ανωτέρω ανέφερε ότι την ώρα που ο ίδιος έφτασε στη βάρκα, ο οδηγός ήταν το πρόσωπο στη φωτογραφία με τον αριθμό 98 (Τεκμήριο 7) που του υποδείχθηκε και εξακολούθησε να οδηγεί τη βάρκα καθ' όλη τη διαδρομή, πράγμα το οποίο έβλεπε από το σημείο που καθόταν. Το δε πρόσωπο στη φωτογραφία με τον αριθμό 46 (Τεκμήριο 2) που του υποδείχθηκε, δεν το είδε να οδηγεί, ωστόσο επειδή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο ίδιος είχε κοιμηθεί για 5-6 ώρες, δεν μπορεί να γνωρίζει εάν το πρόσωπο αυτό, οδήγησε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αλλά πάντως την ώρα που ξύπνησε, είδε το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία με τον αριθμό 98 να εξακολουθεί να οδηγεί και είναι αυτός που τους έφερε στην Κύπρο. Προτού τους ανακόψει η Αστυνομία, το πρόσωπο αυτό τους είχε πει να μην αναφέρουν ότι είναι ο οδηγός της βάρκας, διότι έτσι, θα τον «καταστρέψουν». Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που ανέφερε στην κατάθεση του και το οποίο απεικονίζεται επί του Τεκμηρίου
- Εξήγησε περαιτέρω ότι αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο 1 ως τον οδηγό της βάρκας, κατά τις πρωϊνές ώρες του ταξιδιού, όταν είχε ξημερώσει, καθότι όταν επιβιβάστηκε στη βάρκα, επικρατούσε ακόμη σκοτάδι, ότι το ταξίδι ξεκίνησε στις 3 π.μ. περίπου, ότι διήρκεσε 24-25 ώρες και ότι ο ίδιος τον είδε για πρώτη φορά γύρω στις 5:30π.μ.. Επίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1, όταν έφτασε η Αστυνομία, είχε αφήσει το τιμόνι και έκατσε ανάμεσα τους, λέγοντας τους «Αν πείτε εγώ είμαι ο οδηγός, εγώ να τους πως ότι ξεκινήσαμε που το Λίβανο και θα σας επιστρέψω πίσω», ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 2 (ήτοι ο Μ.Κ.1) δεν το είδε ποτέ, ενώ δεν αναγνώρισε ούτε το Τεκμήριο 6 (φωτογραφία η οποία αφορά την απεικόνιση του εξωτερικού μέρους της βάρκας), αφού ως ανέφερε δεν είδε πως έμοιαζε εξωτερικά η βάρκα, αφ' ης στιγμής από την ώρα που επιβιβάστηκε σε αυτήν, κατέβηκε στο κάτω μέρος της και την είδε μόνο εσωτερικά. Το ταξίδι, ως περαιτέρω ανέφερε, ξεκίνησε από τα σύνορα Λιβάνου-Συρίας, χωρίς να μπορεί να εξακριβώσει εάν το σημείο απ' όπου ξεκίνησαν εμπίπτει στην εδαφική επικράτεια του Λιβάνου ή της Συρίας, ενώ όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, είπε πως τον έβλεπε καλά μέσα στη βάρκα αφού βρισκόταν περίπου 5-6 μέτρα πίσω του. Η αντεξέταση του Μ.Κ.5 περιστράφηκε κυρίως γύρω από τη θέση του ότι είχε δει τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί τη βάρκα. Στο πλαίσιο αυτό αντεξετάστηκε αναφορικά με την ακριβή διάρκεια των ωρών που κοιμόταν για να του υποβληθεί πως δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος οδηγούσε όταν κοιμόταν. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς τη δυνατότητα που είχε να βλέπει το πρόσωπο του, αλλά και ως προς τη διάρκεια του ταξιδιού για να του υποβληθεί πως είναι ανέφικτο να οδηγεί ένα μόνο άτομο για 24-25 ώρες. Επίσης αντεξετάστηκε και ως προς τις ενέργειες του Κατηγορούμενου 1 όπου ανέφερε, ότι τον είδε να χρησιμοποιεί κινητό και gps, τα οποία είχε τοποθετημένα στο ταμπλό του τιμονιού της βάρκας και ότι είναι βέβαιος ότι υπήρχε τέτοιο ταμπλό διότι το είδε με τα μάτια του. Ο Μ.Κ.6, επίσης επιβάτης της βάρκας, υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Στ), στην οποία αναφέρει ότι, για να έρθει στην Κύπρο, πλήρωσε το ποσό των 3.500 δολαρίων, σε κάποιο άτομο με το όνομα Abou Fahed, o οποίος «φέρνει κόσμο στην Κύπρο», ότι ο μεσάζων είναι ο Abou Yusef, τον οποίο ο ίδιος δεν συνάντησε προσωπικά, παρά μόνο μίλησαν μέσω τηλεφώνου και ότι τα χρήματα τα παρέδωσε στον οδηγό ενός αυτοκινήτου, που τον παρέλαβε. Ανέφερε επίσης ότι οι Fahed και Yusef είναι Σύριοι και δεν βρίσκονταν μαζί τους στη βάρκα, ότι κατόπιν οδηγιών του τελευταίου, 15 ημέρες πριν από το ταξίδι, έφυγε από το χωριό του και πήγε στην Δαμασκό, ότι από εκεί τον παρέλαβε ένα αυτοκίνητο, ότι ταξίδεψαν για περίπου τέσσερις ώρες οδικώς χωρίς να ξέρει που τον πήραν, ότι εκεί τον έβαλαν σε ένα σπίτι μαζί με άλλα άτομα, πλείστα εκ των οποίων στη συνέχεια το εγκατέλειψαν για τους λόγους που αναφέρει και ότι αφότου τα περισσότερα άτομα έφυγαν, υπάλληλοι του Fahed μετέφεραν τους εναπομείναντες σε άλλο σπίτι, τους κλείδωσαν και τους πήραν τα κινητά τους, αφήνοντάς τους εκεί για οκτώ περίπου ημέρες. Ακολούθως αναφέρει ότι το βράδυ της Δευτέρας, τους παρέλαβαν ξανά με ένα «βαν», ότι τους μετέφεραν σε μια αποθήκη κοντά στην θάλασσα, χωρίς να γνωρίζουν εάν βρίσκονταν στην επικράτεια της Συρίας ή του Λιβάνου, ότι εκεί έμειναν αρκετές ώρες, ότι όταν ξημέρωσε (δηλ. την Τρίτη), πήγαν στην ακτή περπατητοί, ότι φτάνοντας πήραν σωσίβια και ότι έπειτα από λίγη ώρα, έφτασε μια βάρκα χρώματος άσπρου, η οποία είχε σχέδιο καρχαρία επάνω της, σταμάτησε λίγο μέσα στη θάλασσα και για να επιβιβαστούν σε αυτήν, περπάτησαν μέσα στο νερό. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που επιβιβάστηκαν στη βάρκα, ότι είχε δει τον οδηγό της, ο οποίος είναι το πρόσωπο που υπέδειξε στην Αστυνομία στη φωτογραφία 98, ότι το εν λόγω πρόσωπο καθόταν από την αρχή στη θέση του οδηγού και κρατούσε το τιμόνι, ότι μαζί με αυτόν, ήταν στην αρχή ακόμη ένα πρόσωπο που συντόνιζε τον κόσμο και άλλα πέντε πρόσωπα τα οποία κουβαλούσαν καύσιμα εκ των οποίων κανείς δεν πήγε μαζί τους στο ταξίδι. Ανέφερε επίσης ότι από το σημείο που καθόταν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπο που υπέδειξε ως οδηγό, ότι μόνο αυτός οδηγούσε και ότι αυτός τους απείλησε πως εάν τον κατονομάσουν ως οδηγό της βάρκας, θα τους στείλει πίσω στη Συρία, πράγμα που έκανε τον ίδιο να φοβηθεί αφού είναι καταζητούμενος στη Συρία. Ανέφερε επίσης ότι κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο, η βάρκα σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις είχε γύρει από τη μια πλευρά, ότι όταν αυτό συνέβαινε αρκετός κόσμος, μετακινείτο στην αντίθετη μεριά της βάρκας ώστε να ισοζυγίζει, ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όταν βράδιασε και δεν έβλεπε φως κοιμήθηκε για να μην τον κυριεύσει ο πανικός, ότι δεν ξέρει πόση ώρα κοιμήθηκε, ότι ξύπνησε όταν ένιωσε τη βάρκα της αστυνομίας να τους πλησιάζει, ότι κοίταξε προς το μέρος του οδηγού, αλλά δεν βρισκόταν κανείς στο τιμόνι και ότι είδε το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα προηγουμένως, να κάθεται ανάμεσα στους υπόλοιπους. Τέλος ανέφερε ότι για την πορεία τους, το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα κρατούσε πυξίδα και μια άλλη συσκευή που σε περίπτωση κινδύνου στέλνει σήμα, ότι ο οδηγός φαινόταν να γνώριζε από θάλασσα από τον τρόπο που μεταχειριζόταν την βάρκα όταν υπήρχε κυματισμός και ότι αν κάποιος άλλος ήταν ο οδηγός, με τόσους κινδύνους που είχαν να αντιμετωπίσουν, δεν θα κατάφερναν να φτάσουν στην Κύπρο. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που ανέφερε στην κατάθεση του και το οποίο απεικονίζεται επί του Τεκμηρίου
- Εξήγησε περαιτέρω πως όταν επιβιβάστηκε στην βάρκα ήταν περίπου 04:00 τα ξημερώματα και τα χαρακτηριστικά του Κατηγορούμενου, τα είδε καλά, όταν είχε ξημερώσει. Καθόταν σε απόσταση 2,5 - 3 μέτρων από τον Κατηγορούμενο 1 ενώ σε σχέση με τον Μ.Κ.1, σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 2 το οποίο τον απεικονίζει, ανέφερε πως πρόκειται για επιβάτη της βάρκας και πως δεν τον είδε να οδηγεί την βάρκα. Εξήγησε τέλος πως ο Κατηγορούμενος 1, τους είχε παροτρύνει να αναφέρουν πως ο οδηγός της βάρκας «πετάχτηκε στην θάλασσα», σε περίπτωση που ερωτούνταν σχετικά. Η αντεξέταση του Μ.Κ.6 περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσον ο ίδιος μπορεί να αναφέρει εάν σε όλη τη διαδρομή, οδηγούσαν και άλλα πρόσωπα τη βάρκα, δεδομένου αφενός του ότι για κάποιο χρόνο κοιμήθηκε και αφετέρου του σκότους που επικρατούσε στην αρχή, με τον Μ.Κ.6 να εμμένει ότι ο ίδιος ένα πρόσωπο είδε να οδηγεί, δηλ. τον Κατηγορούμενο 1 και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν και άλλα πρόσωπα οδήγησαν καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Ο Μ.Κ.7, ήταν και αυτός επιβάτης στη βάρκας, και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο Ζ) όπου και αυτός περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιβιβάστηκε στη βάρκα στις 12.09.
- Εξηγεί κάτω από ποιες συνθήκες ήρθε σε επαφή με κάποιο πρόσωπο με το όνομα Abou Fahed ο οποίος κανονίζει ταξίδια προς την Κύπρο, ότι για να μεταβεί στην Κύπρο, άφησε στους γονείς του το ποσό των 3.000 δολαρίων, προκειμένου να τα δώσουν στο παραπάνω πρόσωπο, όταν θα έφτανε με ασφάλεια, ότι τη Δευτέρα 11.09.23 το πρωί, ένα αυτοκίνητο τον παρέλαβε από την πόλη του στη Συρία και τον μετέφερε στην περιοχή Ταρτούς, ότι το βράδυ διανυκτέρευσε σε φίλους του και ότι το πρωί οι διακινητές, έστειλαν αυτοκίνητο το οποίο τον παρέλαβε και τον μετέφερε σε ένα αγρόκτημα κοντά στην παραλία. Ανέφερε επίσης ότι μια ώρα μετά, υπάλληλοι του Abou Fahed τους συνόδευσαν περπατητούς στη θάλασσα, ότι όταν έφτασαν έβαλε το σωσίβιο του και κατευθύνθηκε μέσα στο νερό προς την άσπρη βάρκα που είχε φτάσει με σκοπό να επιβιβαστεί, ότι αφότου επιβιβάστηκε υπήρχαν ήδη αρκετά άτομα εντός της βάρκας και ότι δεν είχε δει σε εκείνο το χρονικό σημείο τον οδηγό της. Ακολούθως ανέφερε ότι κάθισε στο πίσω αριστερό μέρος της βάρκας και κοιμόταν και ξυπνούσε σε διάφορες ώρες, ότι κάποια στιγμή ξημερώματα της 13.09.23, είδε ένα δυνατό φως που πλησίαζε τη βάρκα τους και κατάλαβε πως επρόκειτο για την Αστυνομία της Κύπρου, ότι εκείνη τη στιγμή είδε και τον οδηγό της βάρκας, ο οποίος στεκόταν περίπου τρία μέτρα μπροστά από τον ίδιο και ότι την ώρα που πλησίαζε τη βάρκα τους η Αστυνομία, ο άντρας αυτός σηκώθηκε και έκατσε μεταξύ των άλλων προσώπων και μιλώντας στα αραβικά, τους ζήτησε όπως πέντε άτομα σταθούν κοντά στο τιμόνι και ένας εξ αυτών την οδηγήσει, όμως κανένας δεν σηκώθηκε ούτε και οδήγησε. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν άφησε ο άντρας αυτός το τιμόνι, η βάρκα ξεκίνησε να γυρίζει μόνη της στο νερό, ότι ο εν λόγω άντρας ανέφερε πως εάν τον καταδώσουν, θα τους πάρει όλους πίσω στην Συρία και ότι ο άντρας αυτός είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία με αριθμό 98 (Τεκμήριο 7) και πρόκειται για τον Κατηγορούμενο 1, τον οποίο αναγνώρισε και κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του. Σε σχέση με τον Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.7 σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 2 ανέφερε πως δεν τον είχε δει στη βάρκα, ούτε και να την οδηγεί. Η αντεξέταση του Μ.Κ.7, όπως και των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, περιστράφηκε γύρω από το εάν είδε ιδίοις όμμασι τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί την βάρκα, κάτω από ποιες συνθήκες τον είδε να σηκώνεται από το τιμόνι και αν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος οδηγούσε από την αρχή του ταξιδιού μέχρι την άφιξή τους, για να του υποβληθεί ότι, ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε στους επιβάτες να μην αναφέρουν οτιδήποτε για τον ίδιο, είναι γιατί είδε την Αστυνομία και φοβήθηκε. Επέμεινε ότι δεν είδε μεν τον Κατηγορούμενο 1, να οδηγεί τη βάρκα προ της ανακοπής τους, ωστόσο τον είδε με βεβαιότητα μετά, που κάθισε σε κάποιο μέρος κάτω και κατηύθυνε τη βάρκα με τα πόδια του, αναφέροντας μάλιστα ότι εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα επιβάτης έκλαιγε και τον παρακαλούσε να οδηγήσει, αφότου ο ίδιος είχε ζητήσει από άλλα πρόσωπα να το πράξουν και δεν το έπραξαν. Αντεξετάστηκε επίσης για να του υποβληθεί ότι ο οδηγός της βάρκας ήταν ο Μ.Κ.1, θέση με την οποία διαφώνησε, πλην όμως συμφώνησε πως δεν ήταν σε θέση να δει καθ' όλη τη διαδρομή ποιο πρόσωπο οδηγούσε, μέχρι και το σημείο που είδε τον Κατηγορούμενο 1 να σηκώνεται από το τιμόνι της βάρκας και να τους απειλεί. O M.K.8, αρχιαστυφύλακας, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Η), στην οποία εξηγεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 στις 16.09.23 στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι η θεληματικότητα της εν λόγω κατάθεσης αμφισβητήθηκε, με αποτέλεσμα, μεσούσης της μαρτυρίας του Μ.Κ.8, να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίστηκε πως οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης δεν ευσταθούσαν και πως η εν λόγω κατάθεση ήταν θεληματική, εξ ου και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ.8, ανέφερε ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, ότι οι ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη, άπτονται μόνο της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου στις 16.09.23 και ότι δεν έχει υπόψη του, να συνελήφθη οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο σχετικά με την παρούσα υπόθεση και να απέδρασε. Εν σχέσει με το ποιες άλλες καταθέσεις λήφθηκαν, ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι προέκυψαν 2-3 μαρτυρίες εναντίον του Κατηγορούμενου 1 ως επίσης και κατάθεση κάποιου άλλου προσώπου με το όνομα L.A., o οποίος κατέδιδε άλλο πρόσωπο από τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να πει εάν το πρόσωπο αυτό, ήταν ο πρώην Κατηγορούμενος 2 (Μ.Κ.1). Ο Μ.Κ.9, υπεύθυνος της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας Αμμοχώστου, αναφέρθηκε στα προσόντα και την εμπειρία του στον τομέα της ναυτικής τέχνης και υιοθέτησε την κατάθεση του (Έγγραφο Θ) στην οποία αναφέρει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες του δόθηκαν οδηγίες να εμπλακεί στην επιχείρηση που αφορούσε την επίδικη βάρκα τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 13.9.23, στην οποία ήδη συμμετείχαν άλλες τρεις αστυνομικές άκατοι της Λιμενικής, οι οποίες κατόπιν οδηγιών του ΚΣΕΔ, πορεύονταν προς τη μαρίνα Αγίας Νάπας συνοδεύοντας την εν λόγω υπερφορτωμένη βάρκα, μήκους περί τα 12 μέτρα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ώρα 02:00 εντόπισε τόσο τα παραπάνω σκάφη όσο και τη βάρκα με τους μετανάστες σε συγκεκριμένο στίγμα που αναφέρει, εν κινήσει και ότι γύρω στις 02:30 ενσωματώθηκε με τα υπόλοιπα σκάφη που συνόδευαν την βάρκα, οπόταν και αποδεσμεύτηκε μια εκ των άλλων τριών ακάτων και η πορεία συνεχίστηκε μέχρι τις 04:40, οπόταν και η βάρκα των μεταναστών κατέπλευσε με ασφάλεια στη Μαρίνα Αγίας Νάπας. Με την προφορική του μαρτυρία, διευκρίνισε ότι το στίγμα εντοπισμού των αστυνομικών ακάτων και της βάρκας, αντιστοιχεί σε περίπου 8,5 ναυτικά μίλια από το Κάβο Γκρέκο, απόσταση που εμπίπτει εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας ενώ επίσης εξήγησε τη δική του συμμετοχή στην όλη επιχείρηση, λέγοντας πως η κατάσταση εκτιμήθηκε ως επικίνδυνη από το ΚΣΕΔ, εξ ου και του δόθηκαν οδηγίες να αποπλεύσει και να πάει στην περιοχή που διεξαγόταν ήδη η επιχείρηση. Ανέφερε επίσης ότι πέραν από την εκτίμηση του ΚΣΕΔ, την επικινδυνότητα της κατάστασης διαπίστωσε και ο ίδιος ιδίοις όμμασι επεξηγώντας λεπτομερώς και τους λόγους. Αντεξετάστηκε αναφορικά με το λόγο για τον οποίο καθυστέρησε να δώσει κατάθεση, σε σχέση με το πώς θυμόταν να αναφέρει τα γεγονότα τόσους μήνες μετά, αν η βάρκα εν τέλει κατέπλευσε με ασφάλεια στη μαρίνα Αγίας Νάπας, ως προς το πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει το μήκος της βάρκας καθώς και το πόσα άτομα θα μπορούσαν να επιβαίνουν σε αυτήν, ως προς το γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση του πως επιθεώρησε τη βάρκα και εντόπισε μέσα σε αυτήν νερά, για να του υποβληθεί πως με δεδομένη τη μη αναφορά στα γεγονότα αυτά στην κατάθεση του, αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς το χρόνο που απέπλευσε και που χρειάστηκε για να φτάσει στην επίδικη βάρκα, για να του υποβληθεί ότι αφ' ης στιγμής το σκάφος ανακόπηκε στις 10 μ.μ. και ο ίδιος κλήθηκε πολύ αργότερα για να τους συναντήσει και πράγματι τους συνάντησε περί τις τέσσερις ώρες μετά, δεν υπήρχε κανένας άμεσος κίνδυνος, εξ ου και δεν έγινε ούτε μετεπιβίβαση των επιβατών σε άλλο σκάφος και η βάρκα εν τέλει απέπλευσε με ασφάλεια, θέσεις με τις οποίες διαφώνησε. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς το εάν είδε ποιος χειριζόταν τη βάρκα, σε σχέση με τη μη λήψη φωτογραφιών και το λόγο, αλλά και ως προς την αντιστοίχιση του στίγματος της βάρκας με ναυτικά μίλια, όπου ο μάρτυρας διευκρίνισε πως η αναφορά του αφορούσε το στίγμα στο οποίο ο ίδιος εντόπισε τη βάρκα, η οποία είχε ανακοπεί προγενέστερα στα 12 ναυτικά μίλια, εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Ο Κατηγορούμενος 1, κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατάγεται από τη Συρία, ότι διαμένει σε μια περιοχή του Λιβάνου που ονομάζεται «Χάλπα», ότι αποφάσισε να κάνει το ταξίδι αυτό επειδή η γυναίκα του είναι άρρωστη και η ζωή τους πολύ δύσκολη, ότι ο ίδιος δεν έχει δουλειά και ο πατέρας του και η μητέρα του έχουν προβλήματα αναπηρίας με αποτέλεσμα να πρέπει να τους βοηθά και ότι για το ταξίδι, κατέβαλε 3.000 δολάρια ως κόμιστρο, χρήματα τα οποία δεν είχε και αναγκάστηκε να πουλήσει το αυτοκίνητο του, όπως επίσης και να δανειστεί χρήματα δημιουργώντας χρέη. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν έφτασαν αρχικά στην παραλία ήταν νύχτα, ότι δεν θυμόταν την ακριβή ώρα που ξεκίνησαν ούτε και πόσα άτομα επέβαιναν στη βάρκα, αλλά ούτε και την ονομασία και το μέγεθος της, ότι όταν έφτασε ο ίδιος στην παραλία και ανέβηκε στη βάρκα υπήρχε κάποιο άτομο που την οδηγούσε και όταν ξημέρωσε, ήρθε μια πιο μικρή βάρκα στην οποία επιβιβάστηκε ο οδηγός και έφυγε και προτού φύγει τους είπε ότι θα έπρεπε να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο, αλλιώς θα πέθαιναν εκεί. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι ο ίδιος καθόταν στο μπροστινό μέρος της βάρκας, ότι δεν είδε το άτομο αυτό, ούτε άκουσε το όνομα του, ούτε μπορούσε να δώσει περιγραφή του διότι ήταν σκοτεινά και φορούσε κάτι πάνω στο κεφάλι του. Ανέφερε επίσης ότι το ταξίδι διήρκησε 22-23 ώρες, ότι όλοι οι επιβάτες κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όπως και ο ίδιος, ότι κοιμήθηκε περίπου 5-6 ώρες, ότι όταν έφυγε το άτομο που οδηγούσε τη βάρκα, ανέλαβαν την πλοήγηση της περίπου 15 άτομα εκ των επιβαινόντων, ότι ο ίδιος βοήθησε όπως και οι υπόλοιποι και ότι οδήγησε τη βάρκα για 1-1,5 ώρα περίπου στο σύνολο και ότι τις υπόλοιπες ώρες οδηγούσαν εναλλάξ οι υπόλοιποι εκ των 15, συμπεριλαμβανομένου και του Μ.Κ.
- Απέρριψε τη θέση του Μ.Κ.1 ότι όταν έφτασε η Λιμενική αστυνομία, οδηγούσε τη βάρκα με το πόδι του και υποστήριξε ότι δεν είχαν επιλογή να επιστρέψουν πίσω, όταν ο αρχικός οδηγός, τους εγκατέλειψε διότι δεν γνώριζαν πως να επιστρέψουν, ούτε μπορούσαν να ακολουθήσουν τον αρχικό οδηγό διότι η δική του βάρκα ήταν μεγαλύτερη και γρηγορότερη. Ανέφερε περαιτέρω ότι δέχθηκε απειλές στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, όταν έδωσε τη δεύτερη κατάθεση του (Τεκμήριο 9) από τον αδελφό και τους γονείς του Μ.Κ.1 ως και από τους Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, ώστε να μην πει οτιδήποτε γι' αυτούς καθώς και ότι το πρόσωπο που οδήγησε τις περισσότερες ώρες είναι ένας Αιγύπτιος μεταφραστής («Abouchakar»), ο οποίος είχε συλληφθεί αρχικά και ακολούθως απέδρασε από το ΤΑΕ, τον οποίο δεν μπορούσε να περιγράψει διότι πέρασαν 10 μήνες από τότε. Τέλος, ανέφερε πως αν δεν είχε οικονομικό πρόβλημα δεν θα ερχόταν στην Κύπρο και πως δεν έχει καμμιά σχέση με το λαθρεμπόριο μεταναστών και ούτε είδε οποιονδήποτε εκ των λαθρεμπόρων ποτέ στη ζωή του. Αντεξετάστηκε εν σχέσει με την ασθένεια της γυναίκας του, τη θεραπεία που χρειάζεται, το κόστος της, ως προς το γιατί δεν αξιοποίησε τις 3.000 δολάρια για τον παραπάνω σκοπό καθώς και ως προς το γιατί δεν είχε επικοινωνία μαζί της όλο αυτό τον καιρό, παρ' ότι, ως εν τέλει και ο ίδιος δέχθηκε, υπάρχει τέτοια ευχέρεια, για να του υποβληθεί τελικά ότι τα όσα αναφέρει περί της κατάστασης υγείας της συζύγου του είναι ψέματα. Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς τις εργασίες που έκανε όταν βρισκόταν στη χώρα του και τα χρήματα που λάμβανε από τις εργασίες αυτές (χτίστης και οδηγός ταξί τα σαββατοκυρίακα) για να του υποβληθεί ότι ήταν αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες του ίδιου και της γυναίκας του, όπου επανέλαβε πως δεν ήταν, διότι είχε και την ευθύνη της φροντίδας των γονέων του. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς τη διάσταση που παρατηρείται μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας και της γραπτής του κατάθεσης, σε σχέση με το πού βρίσκονται τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, ως προς το πώς έμαθε για το ταξίδι, ως προς το ότι μόνο αυτός εκ των επιβαινόντων κατάγεται από το Λίβανο, ως προς το τί γνώριζε για την όλη επιχείρηση καθώς και ως προς το γιατί στην πρώτη του κατάθεση (Τεκμήριο 8) στην οποία επιμένει ότι είπε την αλήθεια, δεν ανέφερε τις λεπτομέρειες που είπε προφορικά ότι δηλαδή το πρόσωπο που αρχικά οδηγούσε φορούσε κουκούλα και δεν τον είχε δει, ως επίσης και ότι υπήρχε και μια μικρότερη βάρκα, όπου ανέφερε ότι όταν τους συνέλαβαν από το ΤΑΕ, «μας είχαν μέσα με χειροπέδες για 3-4 ώρες μέχρι την κατάθεση» με τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να του υποβάλλει πως ο λόγος είναι διότι λέει ψέματα και τον ίδιο να αρνείται την εν λόγω υποβολή. Περιπλέον αντεξετάστηκε ως προς τα λεγόμενα του στη δεύτερη του κατάθεση ημερ. 16.09.23 (τεκμήριο 9) για να του υποβληθεί ότι η αλήθεια είναι αυτό που αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση, ότι δηλαδή, αποδέχθηκε πρόταση των λαθρεμπόρων να διανύσει το ταξίδι μη καταβάλλοντας χρήματα, με αντάλλαγμα να είναι ο πλοηγός της βάρκας και τον ίδιο ν' αναφέρει ότι ο μοναδικός λόγος που προέβη στην παραπάνω αναφορά, είναι η πίεση και οι απειλές που δέχθηκε. Περιπλέον αντεξετάστηκε ως προς τον αριθμό ατόμων από τους λαθρεμπόρους που βρίσκονταν στην παραλία προτού ξεκινήσει το ταξίδι, σε σχέση με το εάν η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη και επικίνδυνη, πόσα άτομα χωρούσε και πόσο μεγάλη ήταν ενώ ερωτηθείς κατά πόσον η βάρκα είχε το μέγεθος ενός κρουαζιερόπλοιου, ανέφερε πως δεν γνωρίζει τι είναι αυτό διότι ποτέ στην ζωή του δεν είχε προηγουμένως ταξιδέψει στην θάλασσα, θέση στην οποία ενέμεινε ακόμα και όταν του υπεδείχθη μια φωτογραφία η οποία απεικονίζει κρουαζιερόπλοιο (τεκμήριο 10).
- Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Εντοπισμός και ανακοπή της βάρκας/Διερεύνηση της υπόθεσης - Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 Μ.Κ.4, Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9 Σε σχέση με το στάδιο εντοπισμού και ανακοπής της βάρκας εμπλοκή είχαν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 της Λιμενικής Αστυνομίας, ενώ στη συνέχεια όταν άρχισε η περαιτέρω διερεύνηση ενεπλάκησαν οι αστυφύλακες Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Ό,τι οφείλουμε να σημειώσουμε εν πρώτοις σε σχέση με όλους τους μάρτυρες αυτούς είναι πως επρόκειτο για ανεξάρτητους μάρτυρες, αφού δεν γνώριζαν οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων ούτε και διαφάνηκε να είχαν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Σε ένα δε σημαντικό βαθμό, ως θα διαφανεί πιο κάτω, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε, ενώ στα σημεία που αμφισβητήθηκαν παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους χωρίς να υποπέσουν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεταν. Τα όσα δε ανέφεραν συνήδαν λογικά αλλά και μεταξύ τους. Ιδιαίτερα ως προς τον Μ.Κ.2 που υπάγεται στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, σημειώνεται ότι ο ρόλος του ήταν περιορισμένος και αφορούσε ουσιαστικά στην καταγραφή των στοιχείων των μεταναστών που επέβαιναν στη βάρκα και τη διαπίστωση του εάν η άφιξη τους ήταν νόμιμη, ενέργειες οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν, χωρίς εκ των πραγμάτων να γνωρίζει οτιδήποτε άλλο εκ των όσων ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Όπως ήταν το πού ανακόπηκε η βάρκα ή και το κατά πόσον το σημείο εντοπισμού ή ανακοπής της ενέπιπτε, εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας, ζητήματα για τα οποία φρονούμε πως δικαιολογημένα, ο Μ.Κ.2 δεν μπορούσε να απαντήσει, όπως και ο ίδιος άλλωστε με ειλικρίνεια ανέφερε. Τα ίδια εν πολλοίς, ισχύουν και για τον Μ.Κ.3, ο ρόλος του οποίου ως εξεταστή της υπόθεσης, επίσης ξεκίνησε μετά την αποβίβαση των μεταναστών από την βάρκα. Ως προς τον Μ.Κ.8, οι ενέργειες του ήταν επίσης περιορισμένες, αφού περιστρέφονταν γύρω από τη λήψη της δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου 1 στις 16.9.23, η οποία μετά από διεξαγωγή δίκης εντός δίκης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ενδεικτικό της ειλικρίνειας και αντικειμενικότητας του ήταν το ότι δεν προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι περιήλθε σε γνώση του ότι σε κάποιο στάδιο, είχε εξασφαλιστεί μαρτυρία και εναντίον άλλου προσώπου, χωρίς ωστόσο ως ειλικρινά ανέφερε να γνωρίζει, εάν το πρόσωπο αυτό, ήταν ο Μ.Κ.
- Στρεφόμενοι όμως τώρα ειδικότερα στους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 που ενεπλάκησαν στη διαδικασία εντοπισμού και ανακοπής της βάρκας, σημειώνουμε πως ένεκα της εκπαίδευσης της οποίας έτυχαν, αλλά και της πολύχρονης εμπειρίας τους στον τομέα της ναυτικής τέχνης, τους θεωρούμε εμπειρογνώμονες στον τομέα αυτό. Σημειώνουμε παρενθετικά πως το κατά πόσον ένα πρόσωπο διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου[9], το οποίο μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, σε συνάρτηση με τα θέματα αναφορικά με τα οποία καλείται να καταθέσει. Ως εκ τούτου, ένα πρόσωπο δυνατό να θεωρηθεί πραγματογνώμονας, όχι μόνο βάσει των ακαδημαϊκών προσόντων του, αλλά και βάσει της εμπειρίας του (βλ. και Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Στην προκειμένη περίπτωση, για την πιο πάνω κατάληξη μας, έχουμε λάβει υπόψη σε σχέση με τον Μ.Κ.4 πως έτυχε εκπαίδευσης στις διασώσεις και στα όργανα των σκαφών, απέκτησε την ιδιότητα του κυβερνήτη αστυνομικών ακάτων, ενώ η πείρα του στον τομέα αυτό μετρά 25 έτη. Ο δε Μ.Κ.9 είναι απόφοιτος της Σχολής Εμπορικού Ναυτικού στο Τμήμα Πλοιάρχων, όπου εξειδικεύτηκε στη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία με την ειδικότητα του πλοιάρχου, ακολούθως εργάστηκε σε εμπορικά πλοία για δύο χρόνια και ακολούθως στη διοίκηση πλοιοδιαχείρισης σε ιδιωτικές εταιρείες, ως υπεύθυνος για θέματα ασφάλειας, ενώ από το 2004 εργάζεται ως εξειδικευμένο μέλος της αστυνομίας με την ειδικότητα του πλοιάρχου. Παρατηρώντας τους εν λόγω μάρτυρες να καταθέτουν αλλά πολύ περισσότερο έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, διαπιστώσαμε πως η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από αμεσότητα, ευθύτητα και αντικειμενικότητα, χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε διάθεση υπεκφυγής. Ήταν διάχυτη στη μαρτυρία τους η προσπάθεια τους να επεξηγήσουν τις προωθηθείσες υπ' αυτούς θέσεις και να καταθέσουν με ειλικρίνεια, περιοριζόμενοι μόνο σε όσα γνώριζαν εν σχέσει με την υπόθεση και χωρίς να διστάζουν να αναφέρουν ό,τι δεν ενέπιπτε στη σφαίρα της γνώσης τους. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον Μ.Κ.4, τούτο επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι αφενός δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν θυμόταν την επίδικη βάρκα και αφετέρου από το ότι, όπως εντίμως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, δεν ήταν σε θέση να δει ποιος εκ των μεταναστών πλοηγούσε την βάρκα, κατά το στάδιο που αυτή εντοπίστηκε και ανακόπηκε. Οι διάφορες υποβολές που του τέθηκαν από την υπεράσπιση, όπως το ότι σκοπίμως δεν φωτογράφισε τη βάρκα με τους μετανάστες διότι τη δεδομένη στιγμή, οδηγός ήταν ο Μ.Κ.1, αρκούμαστε να πούμε πως στερούνται οποιουδήποτε λογικού ερείσματος. Και τούτο διότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα δεν διαφάνηκε ότι υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα με σκοπό την ενοχοποίηση του Κατηγορούμενου 1 και απεμπλοκή του Μ.Κ.1, εξέλιξη από την οποία ούτως ή άλλως δεν προέκυψε ούτε οποιαδήποτε ένδειξη πως θα είχε οποιοδήποτε όφελος. Ιδίως αν συνυπολογιστεί και το ότι ο Μ.Κ.4, καμμιά σχέση είχε με τον Μ.Κ.1, ούτε και τον γνώριζε, όπως βεβαίως δεν γνώριζε ούτε και τους υπόλοιπους μετανάστες, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου
- Εξάλλου η όποια μαρτυρία προέκυψε εναντίον του Κατηγορούμενου 1, προέκυψε σε μετέπειτα χρονική στιγμή και δη από την αποβίβαση των μεταναστών στη μαρίνα Αγίας Νάπας και εντεύθεν, χρονικό σημείο κατά το οποίο, ο Μ.Κ.4 δεν είχε πλέον καμμιά απολύτως εμπλοκή. Σημειώνουμε επί τούτου ότι, σύμφωνα με την αναντίλεκτη επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο ίδιος και το πλήρωμα του, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα, αποχώρησαν από το σημείο που ανακόπηκε η βάρκα, επέστρεψαν στη μονάδα τους και καμμιά άλλη εμπλοκή είχαν με τη διερεύνηση της υπόθεσης, την οποία ακολούθως ανέλαβε η Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου. Το πώς επομένως, θα μπορούσε να γνωρίζει τί θα ακολουθούσε έπειτα, ώστε να παραλείψει εσκεμμένα να λάβει φωτογραφίες της επίδικης βάρκας προηγουμένως, για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο 1 έναντι του Μ.Κ.1, δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο αντιληπτό ούτε και αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αντιθέτως, ο λόγος που προέβαλε ο Μ.Κ.4, σε σχέση με το γιατί δεν έλαβε φωτογραφία της βάρκας με τους μετανάστες τη δεδομένη στιγμή, είναι καθ' όλα λογικός και πειστικός και ενισχύει την αμερόληπτη προσέγγιση του επίδικου περιστατικού από τον ίδιο, κατά τρόπο συνάδοντα με τα καθήκοντα του αλλά και με το σύνολο της μαρτυρίας του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Την ώρα που κινείται το σκάφος και κάνει επικίνδυνους ελιγμούς πρώτος σου σκοπός δεν είναι να βγάλεις φωτογραφίες. Είναι να γλυτώσεις τον εαυτό σου και τους επιβάτες στη βάρκα. Όχι να βγάλεις φωτογραφίες». Στρεφόμενοι τώρα στην ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 και ανεξαρτήτως της γενικά καλής εντύπωσης που άφησε ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτοντας, αυτό που πρέπει εν πρώτοις να σημειωθεί είναι πως ένα μέρος της, δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συναφώς μέρος των ευρημάτων μας. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 12.9.23 και περί ώρα 20:45, ενώ βρισκόταν καθήκον, έλαβε οδηγίες από τον αξιωματικό υπηρεσίας της μονάδας του να ελέγξει ύποπτο θαλάσσιο στόχο που κατευθυνόταν από νοτιοανατολικά προς το Κάβο Γκρέκο, ότι αναχώρησε από τη μονάδα του με συγκεκριμένη άκατο ως κυβερνήτης και με πλήρωμα τον Ε/Αστ. 5362 και ότι στις 22:05 εντόπισε ξύλινη βάρκα με περίπου 100 άτομα επί αυτής. Παρά δε το ότι δεν είχε, προφανώς, την ευχέρεια να μετρήσει κατά το δεδομένο χρόνο τα άτομα που επέβαιναν επί αυτής, εντούτοις ο κατά προσέγγιση αριθμός που έδωσε με βάση την εκτίμηση του, επιβεβαιώθηκε από την αναντίλεκτη επί του προκειμένου μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος προέβη στην καταμέτρηση των εν λόγω προσώπων, τα οποία ως παράμεινε αδιαμφισβήτητο ήταν στο σύνολο
- Γεγονός το οποίο με τη σειρά του επιβεβαιώνει και την ικανότητα του Μ.Κ.4 να προβαίνει σε ορθές εκτιμήσεις, ως εκ της εμπειρίας και γνώσεων του. Επίσης εκ της μαρτυρίας του δεν έτυχε αμφισβήτησης η θέση του πως, παρά τις προσπάθειες του να σταματήσει τη βάρκα για έλεγχο, αυτή εντούτοις δεν σταματούσε αλλά αντιθέτως προέβαινε σε επικίνδυνους ελιγμούς, ότι εν τέλει την ανέκοψε στις 22:24, ότι στη συνέχεια ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας και ότι ανέλαβε το ΚΣΕΔ λόγω του ότι η κατάσταση κρίθηκε από το εν λόγω κέντρο επικίνδυνη, ενώ επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η από μέρους του αναφορά στην άφιξη άλλων τριών ακάτων (συμπεριλαμβανομένης και της ακάτου στην οποία επέβαινε ο Μ.Κ.9) και ότι άμα τη αφίξει της τελευταίας εκ των ακάτων, ο ίδιος αποδεσμεύτηκε στις 02:30 και κατέπλευσε στη βάση του στις 03:10, μη έχοντας, ως ήδη προαναφέρθηκε, άλλη εμπλοκή από το σημείο εκείνο. Ό,τι αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας του ήταν οι αναφορές του εν σχέσει με την επικινδυνότητα και το μήκος της βάρκας καθώς και το κατά πόσον το σημείο εντοπισμού και ακολούθως ανακοπής της αντιστοιχούσε στα 12 περίπου ναυτικά μίλια από τις ακτές της Δημοκρατίας και αν ενέπιπτε εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Ως προς το τελευταίο ζήτημα, την αντιστοιχία δηλαδή του στίγματος με την απόσταση σε ναυτικά μίλια όπου εντοπίστηκε η βάρκα των μεταναστών και έπειτα ανακόπηκε, (η οποία νοείται πως καθορίζει και το εάν βρισκόταν εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας), σημειώνουμε πως η θέση της υπεράσπισης ότι το εν λόγω στίγμα δεν αντιστοιχούσε σε 12 περίπου ναυτικά μίλια, παρέμεινε αίολη και ως τέτοια ανίκανη να κλονίσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 επί του προκειμένου, ο οποίος με απόλυτα πειστικό τρόπο ανέφερε ότι η αρχική διαπίστωση του ιδίου περί της αντιστοιχίας των στιγμάτων σε ναυτικά μίλια, επαληθεύτηκε τόσο μέσω της εφαρμογής ραντάρ, όσο και μέσω του αποστασιόμετρου (VRM). Περιπλέον, ως εξήγησε ο Μ.Κ.4, οι παραπάνω αντιστοιχίες, επαληθεύονται ξανά και από τα ραντάρ της μονάδας που υπηρετεί, τις οποίες και επαλήθευσε όταν επέστρεψε. Η δε αναφορά που εντοπίζεται στη μαρτυρία του Μ.Κ.9, σε στίγμα που αντιστοιχεί σε 8,5 ναυτικά μίλια από το Κάβο Γκρέκο, δεν επηρεάζει ούτε συγκρούεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, αφού ως ο Μ.Κ.9 ξεκαθάρισε, η δική του αναφορά αφορούσε το σημείο εντοπισμού της βάρκας κατά το στάδιο που ο ίδιος ενεπλάκη, αρκετά δηλαδή μεταγενέστερα από τον Μ.Κ.4, όταν πλέον η βάρκα είχε πλησιάσει περισσότερο τις ακτές. Ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 επί του εν λόγω σημείου είναι τρωτή, διότι στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει ότι το αρχικό στίγμα εντοπισμού της βάρκας αντιστοιχεί στα 12 περίπου ναυτικά μίλια ενώ αργότερα ανέφερε ότι η βάρκα ανακόπηκε σε διαφορετικό στίγμα το οποίο επίσης αντιστοίχισε σε 12 περίπου ναυτικά μίλια, κατά τρόπο που να μην είναι λογικά δυνατό να ισχύουν και τα δύο, σημειώνουμε ότι παραβλέπει μια σημαντική παράμετρο. Και δη το ότι ο Μ.Κ.4 αυτό που ανέφερε στην κατάθεση του, είναι ότι το στίγμα εντοπισμού της βάρκας, αντιστοιχούσε σε 12 περίπου ναυτικά μίλια, νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο. Εκείνο δε που ανέφερε σε σχέση με το στίγμα ανακοπής της βάρκας, το οποίο είναι πράγματι διαφορετικό από εκείνο του εντοπισμού της, είναι ότι αντιστοιχεί σε 12 περίπου ναυτικά μίλια από τις ακτές και όχι νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο. Συνεπώς, εν προκειμένω, από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 κατά την κρίση μας δεν παραμένει καμμιά απολύτως αμφιβολία αναφορικά με το σημείο ανακοπής της βάρκας ως ο εν λόγω μάρτυρας το ανέφερε και συναφώς, αποτελεί εύρημα μας ότι η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία ανέκοψε την επίδικη βάρκα στις 12.9.23 στα 12 περίπου ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο, εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Στρεφόμενοι στην άλλη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 που αμφισβητήθηκε και η οποία αφορούσε το μήκος και την εν γένει κατάσταση της βάρκας, αξίζει να σημειωθεί πως στην πραγματικότητα, η αναφορά του σε σχέση με το μέγεθος της βάρκας αλλά και το ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς ναυτιλίας, το επιτρεπόμενο όριο επιβαινόντων υπολογίζεται με τη μέθοδο άτομο-μέτρο, δεν έχουν αμφισβητηθεί ουσιαστικά από την υπεράσπιση, αφού ό,τι τέθηκε στον Μ.Κ.4 είναι ότι η αναφορά του ότι το μήκος της βάρκας ήταν περίπου 12-13 μέτρα ήταν κατά προσέγγιση και όχι αποτέλεσμα ακριβούς μέτρησης. Θέση την οποία ειλικρινώς αποδέχθηκε ο Μ.Κ.
- Δοθείσης δε της προηγηθείσας διαπίστωσης μας περί της γενικότερης δυνατότητας του να προβαίνει σε ορθές εκτιμήσεις εντός του τομέα του, στον οποίο διαθέτει ως ήδη υποδείξαμε πολύχρονη πείρα, δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να αποδεχθούμε την εκτίμηση του ως προς το μήκος της βάρκας, η οποία συνήδε και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.9, ο οποίος είχε μάλιστα επιθεωρήσει τη βάρκα εσωτερικά και ο οποίος υποστήριξε και αυτός ότι μήκος της ήταν περίπου 12 μέτρα. Ως προς το γεγονός πως πρόκειται περί εκτίμησης και όχι ακριβούς μέτρησης σημειώνουμε πως με δεδομένο ότι, ως ήδη αναφέραμε, δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 ότι στη βάρκα επέβαιναν 118 άτομα, θεωρούμε πως το πόσο ήταν το ακριβές της μήκος, καθίσταται άνευ ουσιαστικής σημασίας. Και τούτο αφού ακόμα και κάποια μικρή απόκλιση να υπάρχει από τα 12 μέτρα, και πάλιν ο αριθμός των μεταναστών που επέβαιναν ήταν πολλαπλάσιος αυτού που θα δικαιούντο να επιβαίνουν. Τα παραπάνω συνδυαστικά, οδηγούν με τη σειρά τους στην κατάρριψη της θέσης της υπεράσπισης ότι η αναφορά του Μ.Κ.4, ότι οι μετανάστες στη βάρκα «κρέμονταν από τα κάγκελα», προωθήθηκε για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων, εφόσον ως ήδη εξηγήθηκε πράγματι ο αριθμός ήταν τέτοιος που δεν αναμένετο να χωρούν στη βάρκα. Το αν δε, υπήρχαν ή όχι κάγκελα ή κάποιο άλλο στήριγμα επί του οποίου στηρίζονταν οι επιβαίνοντες, ζήτημα για το οποίο έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση, ουδόλως μεταβάλλει τον αριθμό των μεταναστών, ούτε όμως και το ουσιώδες του πράγματος που δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι ο αριθμός των επιβαινόντων ήταν πολλαπλάσιος του αριθμού που δικαιούντο να επιβαίνουν στη βάρκα με βάση το μήκος της. Ως προς την κατάσταση επικινδυνότητας της βάρκας, η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ήταν τόσο επεξηγηματική και παραστατική που δεν μας άφησε την παραμικρή αμφιβολία πως τα όσα περιέγραφε ήταν τα γεγονότα που βίωσε. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε ένεκα του μεγέθους της βάρκας και του ότι μετέφερε πολλαπλάσιο αριθμό επιβαινόντων απ' ότι είχε δυνατότητα, η παραμικρή μετακίνηση των επιβαινόντων είτε δεξιά είτε αριστερά, ήταν ικανή να ανατρέψει το σκάφος σε δευτερόλεπτα. Θέση καθ' όλα λογική και την οποία αποδεχόμαστε δεδομένου και του ότι με τρόπο καθηλωτικό μας περιέγραψε στη συνέχεια πως, την ώρα που ο ίδιος με το πλήρωμα του πλησίαζαν την βάρκα, φαινόταν ότι το σκάφος προνεύσταζε, έγερνε δηλαδή δεξιά και αριστερά, λόγω του ότι μετακινούνταν οι μετανάστες. Η δε ίσαλος γραμμή της βάρκας, η γραμμή πλεύσης δηλαδή, από την οποία καταλαβαίνει κάποιος αν ένα σκάφος είναι υπερφορτωμένο, δεν ήταν ορατή. Επί τούτου εξήγησε με ευκρίνεια και πειστικότητα ότι, όταν η γραμμή πλεύσης (ίσαλος γραμμή) είναι ορατή, σε κάποιο βαθμό δικαιολογείται το να γέρνει δεξιά - αριστερά το σκάφος λόγω του κυματισμού, πλην όμως η κατάσταση καθίσταται προβληματική, όταν η γραμμή πλεύσης δεν είναι ορατή, όπως συνέβαινε εν προκειμένω. Παρά όμως την ως άνω αναφορά του πως οι κινήσεις που έκαναν οι μετανάστες έγερναν αρκετά το σκάφος και πως τούτο μπορούσε να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, εντούτοις με χαρακτηριστική ειλικρίνεια δέχθηκε πως, ενόσω ο ίδιος βρισκόταν εκεί, οι μετανάστες δεν διέτρεξαν οποιοδήποτε άμεσο κίνδυνο, με την έννοια του να δημιουργηθεί κατάσταση που να χρήζει επέμβασης από τους ίδιους. Τούτο βεβαίως ως θέμα λογικής, δεν δύναται να αναιρέσει το ότι ανά πάση στιγμή τα δεδομένα, μπορεί να ανατρέπονταν, αλλά απλώς επιβεβαιώνει την ειλικρίνεια του μάρτυρα για την οποία κάναμε λόγο ανωτέρω και την εν γένει προσπάθεια του να μεταφέρει τα γεγονότα με δίκαιο τρόπο στο Δικαστήριο. Αυτή ήταν άλλωστε και η ουσία της θέσης του Μ.Κ.9 επί του προκειμένου (ο οποίος έλαβε οδηγίες να ενισχύσει την επιχείρηση που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη), όταν του υποβλήθηκε η θέση πως, επειδή η βάρκα από τη στιγμή εντοπισμού της έπλεε για άλλες έξι περίπου ώρες και κατέπλευσε στη μαρίνα Αγίας Νάπας χωρίς να ανατραπεί ή να βυθιστεί ή να τεθεί θέμα επιβίωσης οποιουδήποτε προσώπου, σημαίνει πως δεν ετίθετο θέμα κινδύνου ή ασφάλειας των επιβαινόντων. Θέση με την οποία ασφαλώς ο Μ.Κ.9 διαφώνησε, εξηγώντας πως το θαλάσσιο περιβάλλον είναι απρόβλεπτο και ως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ανά πάσα στιγμή όταν βλέπεις μια κατάσταση επικίνδυνη αυτή η κατάσταση σε αναπάντεχο χρόνο μπορεί να εξελιχθεί σε τραγωδία». Όπως περαιτέρω εξήγησε παραμένοντας στην ίδια γραμμή, μπορεί σε μια στιγμή να φαίνεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, αλλά σε δευτερόλεπτα αυτή η στιγμή μπορεί να καταλήξει σε τραγωδία. Την ίδια συνοχή είχε και η τοποθέτηση του στην υποβολή της υπεράσπισης πως αν η κατάσταση της βάρκας πράγματι εξέπεμπε άμεσο κίνδυνο και ήταν τόσο επικίνδυνη που από στιγμή σε στιγμή θα βυθιζόταν, θα προέβαιναν σε ενέργειες μετεπιβίβασης των επιβαινόντων, όπου και πάλιν ανέφερε ότι άμεσος κίνδυνος δεν σημαίνει πως βουλιάζει τη δεδομένη στιγμή αλλά ότι η κατάσταση ήταν τέτοια, ούτως ώστε ανά πάσα στιγμή τα δεδομένα μπορεί να ανατρέπονταν και γι' αυτόν τον λόγο μετέβηκαν στο μέρος ούτως ώστε να μπορούν να διαχειριστούν το αναπάντεχο. Με γλαφυρότητα μάλιστα παρέθεσε εύστοχο παράδειγμα μιας περίπτωσης που αντιμετώπισαν, όπου όλα έδειχναν εντάξει και παρά ταύτα η βάρκα «άνοιξε» και όλοι όσοι ήταν μέσα έπεσαν στη θάλασσα σε δευτερόλεπτα, ακριβώς επειδή το θαλάσσιο περιβάλλον είναι απρόβλεπτο. Εξάλλου όπως εξίσου πειστικά εξήγησε, η κατάσταση αξιολογείται επί τόπου και κατά περίπτωση και τη δεδομένη στιγμή κρίθηκε πως εφόσον η βάρκα έπλεε και ήδη είχαν φτάσει περί τα οκτώ ναυτικά μίλια από την Αγία Νάπα, θα ήταν ασφαλέστερο να αφήσουν τη βάρκα να συνεχίσει την πορεία της, παρά να επιχειρήσουν να μετεπιβιβάσουν τους επιβαίνοντες κάτι που ένεκα του μεγάλου αριθμού τους και της προνεύστωσης που παρατηρείτο θα ελλόχευε ενδεχομένως μεγαλύτερο κίνδυνο. Για να καταλήξει λέγοντας το προφανές, με το οποίο συμφωνούμε απόλυτα, ότι δηλαδή «Το να έχεις ένα περιβάλλον επικινδυνότητας το οποίο στο τέλος της μέρας να μην καταλήξει σε τραγωδία δεν σημαίνει ότι δεν είχαμε κίνδυνο». Ό,τι άλλο αξίζει να σημειώσουμε είναι πως εν γένει η περιγραφή που έδωσε ως προς το τι αντίκρυσε ιδίοις όμμασι φτάνοντας στο μέρος που βρισκόταν η βάρκα, κινήθηκε στην ίδια γραμμή με τον Μ.Κ.4, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Θέση την οποία επεξήγησε με ευκρίνεια και ο μάρτυρας αυτός όπως και ο Μ.Κ.4, λέγοντας πως το γεγονός πως η βάρκα μετέφερε περισσότερο αριθμό επιβατών από ότι είχε τη δυνατότητα, σε συνδυασμό με το εγγύτερο περιβάλλον της περιοχής, (π.χ. τον άνεμο ή άλλο παράγοντα που είναι δυνατόν να επηρεάσει την ευστάθεια του σκάφους) δημιουργούσε μια κατάσταση ανησυχίας και ανάγκης και είναι γι' αυτό τον λόγο που τη δεδομένη στιγμή στην επιχείρηση συμμετείχαν τέσσερα σκάφη της Λιμενικής Αστυνομίας. Με πολλή λεπτομέρεια εξήγησε ότι, πέραν από το γεγονός ότι με βάση το μέγεθος της συγκεκριμένης βάρκας των μεταναστών, δεν θα έπρεπε να επέβαιναν σε αυτήν περισσότερα από 10-15 άτομα, η συγκεκριμένη βάρκα δεν ήταν σχεδιασμένη για να εκτελεί διεθνείς πλόες παρά μόνο παράκτια αλιεία, πόσω μάλλον να μεταφέρει, πέραν των 100 ατόμων. Όπως δε περαιτέρω πειστικά εξήγησε ως εκ του γεγονότος ότι το σκάφος μετέφερε περισσότερους επιβάτες απ' ότι μπορούσε, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλόχευε ήταν η μετατόπιση του βάρους, η οποία με τη σειρά της θα επέφερε αρνητική ευστάθεια και συνακόλουθα ανατροπή της βάρκας. Πέραν τούτου όμως, εξήγησε πως ορατός ήταν και ο κίνδυνος κόπωσης του υλικού κατασκευής της βάρκας, λόγω του βάρους, έτσι που να μην αντέξει, θέση καθ' όλα λογική και συνάδουσα με την ανθρώπινη εμπειρία. Επιπρόσθετα των πιο πάνω όμως και ένεκα ακριβώς του γεγονότος ότι μετέφερε μεγαλύτερο αριθμό επιβαινόντων, η απόσταση της θάλασσας από το κατάστρωμα ήταν πολύ περιορισμένη με εμφανή τον κίνδυνο να εισρεύσει νερό εντός της βάρκας λόγω του κυματισμού, επιφέροντας έτσι επιπρόσθετα βάρος και παράλληλα και ένεκα του ότι το νερό ως υγρό, έχει ανεξέλεγκτη μετατόπιση, θα καθιστούσε επίσης εμφανή τον κίνδυνο η βάρκα να ανατραπεί. Το ότι δε πράγματι είχε εισρεύσει νερό στη βάρκα, το διαπίστωσε αφότου η βάρκα των μεταναστών κατέπλευσε και προχώρησε σε επιθεώρηση, οπόταν και εντόπισε ότι εντός αυτής υπήρχε νερό, στο ένα πόδι ύψος περίπου. Βέβαια αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι επιθεώρησε το σκάφος, επειδή, ως η θέση της υπεράσπισης, δεν έγινε μέτρηση του μήκους του, με τον ίδιο να εξηγεί πολύ λογικά πως πρώτιστο μέλημα του τμήματος του, δεν είναι η μέτρηση του μήκους μιας βάρκας αλλά η επιθεώρηση της ώστε να εντοπιστούν έγκαιρα, τυχόν αναίσθητα άτομα ή ακόμη και απομάκρυνση τυχόν επικίνδυνων αντικειμένων που μπορεί να μεταφέρονται, για λόγους ασφάλειας. Επίσης του τέθηκε η θέση ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ορθές οι καταγραφές στην κατάθεση του, καθότι η εν λόγω κατάθεση δόθηκε επτά μήνες μετά το επίδικο περιστατικό, οπόταν δεν ήταν πλέον σε θέση να θυμάται τις λεπτομέρειες που ανέφερε. Επί τούτου, με αμεσότητα και πειστικότητα εξήγησε πως κατά πρώτο λόγο κατάθεση έδωσε όταν του ζητήθηκε, εφόσον είθισται να δίδεται κατάθεση από το πρώτο σκάφος που φτάνει στην περιοχή και οι υπόλοιποι να προβαίνουν σε καταθέσεις μόνο εάν χρειαστεί. Πέραν όμως τούτου εξήγησε με φυσικότητα και χωρίς περίσκεψη, πως τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην κατάθεση του, τα άντλησε από το ημερολόγιο «γέφυρας» που τηρεί, παρόλο που δεν αποκλείουμε να θυμόταν κάποια σημαντικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν κατά την επιχείρηση, όπως και κάποια χαρακτηριστικά της επίδικης βάρκας, ως ήταν άλλωστε και η θέση του ίδιου. Και τούτο εφόσον παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η θέση του ότι επρόκειτο για μια από τις πιο σημαντικές επιχειρήσεις που διεκπεραίωσαν. Βέβαια η υπεράσπιση επέμεινε να αμφισβητεί τη γνησιότητα των θέσεων του, ερωτώντας γιατί στο ημερολόγιο γέφυρας που τήρησε, δεν κατέγραψε τη διαπίστωση του ότι υπήρχαν νερά εντός της βάρκας και καθόλου σωστικά μέσα, όπου ο Μ.Κ.9 με τη χαρακτηριστική αμεσότητα του, ανέφερε πειστικά ότι στο εν λόγω ημερολόγιο καταγράφονται γεγονότα ή στοιχεία που συμβαίνουν ή προκύπτουν ενόσω είναι εντός της βάρκας και όχι όταν είναι εκτός, ο δε λόγος που δεν αναφέρονται στην κατάθεση του είναι διότι ενδεχομένως να του διέφυγαν τη δεδομένη στιγμή. Επί τούτου αποδεχόμαστε την αυθόρμητη και ειλικρινή του απάντηση, αφού αφενός δεν είχε λόγο να προωθήσει ψευδείς θέσεις, μη έχοντας ούτε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και αφετέρου επειδή όπως και ο ίδιος τόνισε, την προκειμένη περίπτωση τη θυμάται χαρακτηριστικά, διότι δεν ήταν πολλές οι περιπτώσεις που λάμβαναν μέρος στην επιχείρηση τέσσερα σκάφη της Λιμενικής αστυνομίας, γεγονός που καθιστούσε την παρούσα, ως μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις που διεκπεραίωσαν. Στη θέση του περί απουσίας σωστικών βοηθημάτων, δόθηκε όμως και μια άλλη διάσταση από την υπεράσπιση στο πλαίσιο της τελικής της αγόρευσης. Και λέγουμε τούτο αφού η συνήγορος υπεράσπισης την ανήγαγε σε μείζονα αντίφαση, αντιπαραβάλλοντας την με το ότι οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, ανέφεραν ότι προτού επιβιβαστούν στη βάρκα, είχαν φορέσει σωσίβια. Όμως δεν θεωρούμε πως πρόκειται στην πραγματικότητα για αντίφαση αλλά για δύο εντελώς διαφορετικά θέματα, αφού ο Μ.Κ.9 αναφέρθηκε σε σωστικά βοηθήματα στη βάρκα, υπό την έννοια του εξοπλισμού, ενώ οι εν λόγω μάρτυρες-επιβάτες, στο τι τους δόθηκε από άλλα πρόσωπα, να φορέσουν προτού επιβιβαστούν, έτσι που δεν θεωρούμε πως συνιστά αντίφαση, ως εισηγείται η υπεράσπιση. Ιδίως αν συνυπολογιστεί και το ότι ο Μ.Κ.9 δεν αντεξετάστηκε συγκεκριμένα επί τούτου για να έχει την ευχέρεια να τοποθετηθεί, ούτε όμως και διερευνήθηκε κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.1, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 το κατά πόσον τα εν λόγω σωσίβια εξακολουθούσαν να τα φέρουν μέχρι και την άφιξη τους στη μαρίνα της Αγίας Νάπας. Επανερχόμενοι όμως στα γεγονότα και στο τί ακολούθησε του κατάπλου της βάρκας στη μαρίνα της Αγίας Νάπας, ό,τι προκύπτει από τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (κλιμάκιο Αμμοχώστου) είναι πως ο ίδιος στις 12.9.23 κλήθηκε από τη Λιμενική Αστυνομία για να μεταβεί μαζί με άλλα μέλη της υπηρεσίας του, στη μαρίνα της Αγίας Νάπας με σκοπό να αναμένουν την άφιξη της βάρκας, η οποία έφθασε εν τέλει ξημερώματα της 13.9.23, οπόταν και συμμετείχε μαζί με συναδέλφους του, αλλά και μέλη του ΤΑΕ και μεταφραστές, στην καταγραφή των στοιχείων των μεταναστών που αφίχθηκαν, η οποία αποτυπώθηκε σε κατάλογο (Τεκμήριο 3) και στην οποία περιλαμβάνεται τόσο ο Κατηγορούμενος 1 όσο και ο Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί πως, κανένα εκ των 118 ατόμων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο δεν είχε θεώρηση εισόδου ή νόμιμη άφιξη στη Δημοκρατία. Ό,τι άλλο ανέφερε ο Μ.Κ.2 χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί ήταν πως στις 20.09.23 κλήθηκε από τον Μ.Κ.3, ο οποίος είχε αναλάβει στο μεταξύ ως εξεταστής, να ελέγξει το καθεστώς του Μ.Κ.1 και του Κατηγορούμενου 1, σχετικά με εναντίον τους διερευνώμενη υπόθεση, αφού ως επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο στις 14.09.23, ο Μ.Κ.3 με τη βοήθεια διερμηνέα, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 1 (ως και τον Μ.Κ.1) δυνάμει του Τεκμηρίου 4 και τους ενημέρωσε τόσο για τον λόγο σύλληψης τους, όσο και για τα δικαιώματα τους τα οποία τους επέδωσε γραπτώς, με τον Κατηγορούμενο1 να έχει απαντήσει «Δεν έχω σχέση με κάτι». Αναφορικά με το καθεστώς των εν λόγω δύο προσώπων παρέμεινε αναντίλεκτο εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 πως τα στοιχεία τους δεν ήταν καταχωρημένα στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και δεν προέκυπτε μέσα από το σύστημα αφίξεων και αναχωρήσεων της Αστυνομίας να είχαν οποιαδήποτε νόμιμη άφιξη, από οποιοδήποτε λιμένα ή σημείο εισόδου της Δημοκρατίας. Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκαν και οι λοιπές ενέργειες του Μ.Κ.3, ως εξεταστή, όπως η λήψη φωτογραφιών της επίδικης βάρκας (Τεκμήριο 6) αλλά και του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 2) και του Κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 7), η εξασφάλιση διατάγματος προφυλάκισης εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 5) και η μετέπειτα λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου στις 13.09.
- Ούτε βέβαια αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι επί της φωτογραφίας, Τεκμήριο 7, το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι ο Κατηγορούμενος. Ενέργειες τις οποίες και εμείς αποδεχόμαστε στο σύνολό τους. Σε ό,τι δε αφορά τον Μ.Κ.8, παρομοίως δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι στις 16.9.23, έλαβε τη δεύτερη κατά σειρά, ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέα. Τα όσα δε προωθήθηκαν από την υπεράσπιση, κατά το στάδιο κατάθεσης της εν λόγω ανακριτικής κατάθεσης ως τεκμήριο από τον Μ.Κ.8, με σκοπό να αμφισβητηθεί το εθελούσιο της, επιλύθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας δίκης εντός δίκης και της σχετικής απόφασης που εκδόθηκε στις 07.06.24, με βάση την οποία κρίθηκε θεληματική και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το εάν βεβαίως το Δικαστήριο θα επιλέξει να προσδώσει βαρύτητα και ποια στην εν λόγω κατάθεση, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει κατωτέρω στη βάση των σχετικών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Επί του παρόντος όμως, ό,τι οφείλουμε να σημειώσουμε είναι πως η περιορισμένη αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Μ.Κ.8, ουδόλως επηρέασε τη γενικά καλή εικόνα που άφησε ο μάρτυρας, ούτε έπληξε την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Και τούτο αφού κατ' αρχάς πλείστα όσα ανέφερε αντεξετασθείς, δεν έτυχαν (περαιτέρω) αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, όπως ήταν για παράδειγμα η θέση του αναφορικά με το κατά πόσον απέδρασε οποιοδήποτε πρόσωπο που είχε συλληφθεί σχετικά με την υπόθεση. Επί τούτου ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, χωρίς ακολούθως να του τεθεί (όπως δεν τέθηκε ούτε στον εξεταστή - Μ.Κ.3) η θέση που αργότερα προώθησε ο Κατηγορούμενος 1, ότι δηλαδή είχε συλληφθεί ένας Αιγύπτιος μεταφραστής που ήταν και το πρόσωπο που οδήγησε τις περισσότερες ώρες τη βάρκα και το οποίο απέδρασε και ότι μάλιστα ήταν η δεύτερη φορά που τους διέφευγε το συγκεκριμένο άτομο. Περαιτέρω η αντεξέταση του ανέδειξε έτι περαιτέρω την ειλικρίνεια του καθώς και το ότι δεν είχε κανένα ενδοιασμό να αναφερθεί και σε στοιχεία που αποδυνάμωναν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα ερωτηθείς σε σχέση με το κατά πόσον είχε προκύψει μαρτυρία εναντίον άλλου προσώπου, πέραν του Κατηγορούμενου 1, ο μάρτυρας με ειλικρίνεια δέχθηκε πως υπήρξε μαρτυρία εναντίον ενός ακόμα προσώπου χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει, αν το πρόσωπο αυτό ήταν ο Μ.Κ.
- Επομένως αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Το ταξίδι - Μ.Κ.1, Μ.Κ.5 - Μ.Κ.7, Κατηγορούμενος 1 Ερχόμενοι τώρα στα του ταξιδιού, σχετική είναι η μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων οι οποίοι ήταν εκ των επιβαινόντων στη βάρκα. Αφήνουμε βέβαια για την ώρα τον Μ.Κ.1 για να επανέλθουμε σε αυτόν αργότερα, έχοντας κατά νου πως πρόκειται, ως ήδη υποδείξαμε, για τον πρώην Κατηγορούμενο 2 στον οποίο επιβλήθηκε ποινή κατόπιν παραδοχής στην πρώτη κατηγορία, αφότου η δεύτερη και τρίτη κατηγορία που αντιμετώπιζε από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1, διακόπηκαν. Δεδομένου λοιπόν του πιο πάνω ιστορικού και έχοντας υπόψη πως εκ των θέσεων που προώθησε η υπεράσπιση ήταν πως ο Μ.Κ.1 ήταν ο πλοηγός της βάρκας, κρίνουμε ορθό όπως μεταχειριστούμε το μάρτυρα με ιδιαίτερη προσοχή και δη ως μάρτυρα που είχε ενδεχομένως ίδιον όφελος να εξυπηρετήσει. Εξ ου και ως ήδη αναφέραμε σε αυτόν θα επανέλθουμε. Από την άλλη και στρεφόμενοι στους Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, παρατηρούμε πως αυτοί ήταν μάρτυρες ανεξάρτητοι αφού δεν γνώριζαν τον Κατηγορούμενο 1 ούτε και τον Μ.Κ.1 και δεν προέκυψε να είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο για να αποδώσουν ψευδώς στον Κατηγορούμενο 1 συμμετοχή στη διάπραξη των αδικημάτων, ομοίως δε να απενοχοποιήσουν τον Μ.Κ.
- Επί τούτου επισημαίνουμε και το ότι θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ήταν ότι αυτός ήταν ο οδηγός και ενέπλεξε τον Κατηγορούμενο 1, με σκοπό την εξυπηρέτηση δικών του συμφερόντων, χωρίς όμως αντίστοιχα να αποδοθεί αλλότριο κίνητρο στους Μ.Κ.5-Μ.Κ.7, για την αναφορά τους ότι οδηγός της βάρκας ήταν ο Κατηγορούμενος
- Ο ίδιος δε ο Κατηγορούμενος 1 αποδέχθηκε τελικώς κατά τη μαρτυρία του πως είχε οδηγήσει (παρότι για μικρότερο χρόνο) τη βάρκα. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω διαπιστώσαμε πως επρόκειτο εν γένει για μάρτυρες που κατέθεταν με φυσικό και απλοϊκό τρόπο και οι οποίοι απαντούσαν με αμεσότητα, δίδοντας έντονα την εντύπωση πως προσπαθούσαν, ο καθένας με τη μαρτυρία του, να μεταφέρει ειλικρινώς το ιστορικό του ταξιδιού τους καθώς και το τι αντελήφθη έκαστος να συμβαίνει κατά τη διάρκεια του. Ασφαλώς δεν διέλαθε την προσοχή μας το γεγονός πως, παρόλο που η εξιστόρηση των γεγονότων που προηγήθηκαν της επιβίβασης τους στη βάρκα δεν αμφισβητήθηκε, εντούτοις παρουσιάζει ορισμένες διαφορές, ιδιαίτερα σε σχέση με τα διάφορα πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε επικοινωνία ο καθένας, το ποσό που πλήρωσαν για το ταξίδι αλλά και τον τόπο που έκαστος βρισκόταν προ της μεταφοράς του στη θάλασσα και επιβίβασης του στη βάρκα. Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι για να έρθει στην Κύπρο συμφώνησε το ποσό των 2900 δολαρίων, ότι προς τούτο μίλησε με τους διακινητές, Abou Fahed και Abou Karim, οι οποίοι του είπαν να πληρώσει το ποσό στον μεσάζοντα (Abou Ali), ότι την Πέμπτη πριν το ταξίδι τους ο Abou Fahed του είπε να πάει στο χωριό Danoun από όπου τον παρέλαβε ένα φορτηγό και τον μετέφερε στο Ταρτούς, όπου τον κλείδωσαν σε ένα σπίτι με άλλα 7 άτομα και τους πήραν τα κινητά τους, ότι ξημερώματα Τρίτης τους παρέλαβαν κάποιοι με ένα βαν και τους πήραν σε μια παραλία στα σύνορα Συρίας -Λιβάνου από όπου περπάτησαν 15 λεπτά και έφτασαν στη θάλασσα μαζί με 10 άτομα «από αυτούς των διακινητών», ενώ μετά από 15 λεπτά έφτασε η βάρκα και επιβιβάστηκαν, όταν κάποιος που βρισκόταν στη βάρκα τους έκανε σήμα με το κινητό. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι για το ταξίδι πλήρωσε τον διακινητή Abou Fahed το ποσό των 3500 δολαρίων, ότι μεσάζων τον οποίο δεν είδε ήταν ο Abou Yusef, ότι ο ίδιος είναι φυγόστρατος και καταζητείται από την κυβέρνηση, ότι ένεκα τούτου 15 μέρες πριν έφυγε από το χωριό του (Harran Al Awamid) και πήγε στη Δαμασκό όπως του είχε πει ο Abou Yusef, ότι απ' εκεί τον πήρε ένα όχημα και τον πήρε σε ένα σπίτι με άλλους, ότι απ' εκεί κάποιοι έφυγαν γιατί καθυστερούσε το ταξίδι, ότι ακολούθως με τους εναπομείναντες πήγαν σε άλλο σπίτι όπου τους πήραν τα κινητά και τους κλείδωσαν για να μην μπορούν να βγουν, ότι το βράδυ της Δευτέρας τους πήραν με βαν σε μια αποθήκη κοντά στη θάλασσα όπου έμειναν μερικές ώρες και στη συνέχεια πήγαν περπατητοί στη θάλασσα, πήραν σωσίβια και μετά από λίγη ώρα ήρθε η βάρκα και επιβιβάστηκαν σε αυτήν, αφού περπάτησαν για κάποια απόσταση μέσα στο νερό. Ο δε Μ.Κ.7 ανέφερε ότι ενόσω βρισκόταν στο στρατό, πληροφορήθηκε για τον Abou Fahed που κανονίζει ταξίδια για την Κύπρο, ότι άφησε 3000 δολάρια στους γονείς του για να τον πληρώσουν όταν θα έφτανε με ασφάλεια στην Κύπρο, ότι τη Δευτέρα πριν το ταξίδι τον πήρε αυτοκίνητο από την πόλη του (Κανάκερ) και τον πήρε στο Ταρτούς όπου διανυκτέρευσε σε φίλους του, ότι ξημερώματα Τρίτης οι διακινητές του έστειλαν αυτοκίνητο το οποίο τον πήρε σε αγρόκτημα στην παραλία, ότι μετά από μια ώρα με συνοδεία υπαλλήλων του Abou Fahed τους πήγαν στη θάλασσα με τα πόδια, ότι εκεί είχε σωσίβια και δοχεία με καύσιμα και ότι για να μπει στη βάρκα περπάτησε για κάποια απόσταση μέσα στο νερό. Τα πιο πάνω, ως ήδη υποδείξαμε, παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Οι δε διαφορές που εντοπίζονται στη μαρτυρία τους και αφορούν στα όσα προηγήθηκαν μέχρι να φτάσουν στη θάλασσα, κατά την κρίση μας δεν εμποδίζουν την αποδοχή της μαρτυρίας τους επί του προκειμένου, ούτε ξενίζουν αλλά ούτε και πλήττουν την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, δεδομένου του ότι κάθε ένας εξ αυτών διέμενε, ως προκύπτει, σε διαφορετική περιοχή και επομένως είναι λογικό πέραν του κοινού διακινητή στον οποίο αναφέρθηκαν και οι τρεις (Abou Fahed) να εμπλέκονταν και άλλα διαφορετικά πρόσωπα (όπως ήταν οι μεσάζοντες, για τους οποίους έκαναν λόγο οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6). Πρόσωπα τα οποία πάντως, φαίνεται εκ των πραγμάτων πως απέβλεπαν όλα στον ίδιο σκοπό, που δεν ήταν άλλος από τη μεταφορά όλων των επιβατών στο συγκεκριμένο και απόμερο σημείο, από όπου θα ξεκινούσε το ταξίδι. Για τον ίδιο λόγο, θεωρούμε απόλυτα φυσιολογικό και το ότι φαίνεται να γίνονταν διαφορετικές διευθετήσεις για τη μεταφορά του καθενός, στο μέρος όπου εν τέλει μαζεύτηκαν όλα τα πρόσωπα για να επιβιβαστούν. Στην κατάληξη μας αυτή λάβαμε επίσης υπόψη και το ότι κάθε ένας είχε διαφορετικούς λόγους για τους οποίους επεδίωκε τη φυγή από τη Συρία[10], πράγμα το οποίο επίσης συμβάλλει και αυτό με το δικό του τρόπο στο να γίνουν αντιληπτές οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται, ως προς τις διευθετήσεις που γίνονταν για τον καθένα. Υπό αυτό δε το πρίσμα, δεν ξενίζει ούτε το γεγονός ότι το αντίτιμο δεν ήταν ακριβώς το ίδιο για τον κάθε ένα εξ αυτών, ούτε θεωρούμε παράλογο το να υπήρχαν διακυμάνσεις στο αντίτιμο αναλόγως περιστάσεων. Ό,τι όμως είναι ουσιώδες από τη μαρτυρία τους είναι πως, παρόλο που τα τρία αυτά πρόσωπα δεν προέκυψε να γνωρίζονταν μεταξύ τους ή να είχαν λόγο να συμφωνήσουν για να παρουσιάσουν μια κατασκευασμένη εκδοχή και δη για να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο 1, εντούτοις και οι τρεις ανέφεραν χωρίς να αμφισβητηθούν πως κατά την ημερομηνία της αναχώρησης της βάρκας, μεταφέρθηκαν με όχημα κοντά στη θάλασσα[11], από όπου μετέβησαν μαζί και με τους λοιπούς επιβαίνοντες στην παραλία με τα πόδια, για να επιβιβαστούν στη βάρκα. Οι Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 μάλιστα ανέφεραν επίσης πως είχαν προηγουμένως πάρει σωσίβια και επιβιβάστηκαν στη βάρκα, η οποία βρισκόταν μέσα στο νερό σε σημείο που για να την προσεγγίσουν έπρεπε να περπατήσουν και οι ίδιοι για κάποια απόσταση μέσα στο νερό. Εκ της μαρτυρίας τους προκύπτει επίσης ως περαιτέρω μη αμφισβητούμενο γεγονός και το ότι κύριοι διοργανωτές του ταξιδιού ήταν o Abou Fahed (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7) και ο Abou Karim (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.5). Ως δε συνεργάτες/μεσάζοντες προκύπτουν από τη μαρτυρία οι Abou Ali (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.5) και Αbou Yusef (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.6). Πέραν των πιο πάνω αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του Μ.Κ.5 πως το πρόσωπο που ανέφερε ως οδηγό, όταν τους εντόπισε η αστυνομία, κάθισε ανάμεσα στους επιβάτες, λέγοντας τους να μην πουν ότι αυτός οδηγούσε επειδή «θα τον καταστρέψουν» και ότι ακόμα τους απείλησε λέγοντας τους πως αν τον πρόδιδαν τότε αυτός θα έλεγε στην αστυνομία πως ξεκίνησαν από το Λίβανο, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να τους επιστρέψουν πίσω στο Λίβανο. Βέβαια δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως ο Μ.Κ.6 ανέφερε (χωρίς επίσης να αμφισβητηθεί) πως το πρόσωπο που είδε να οδηγεί, πήγε μεν και κάθισε με τους υπόλοιπους άμα τη αφίξει της αστυνομίας, αλλά ως προς την απειλή, ανέφερε πως τους απείλησε λέγοντας τους πως σε περίπτωση που έλεγαν στην Αστυνομία της Κύπρου ότι αυτός είχε οδηγήσει θα τους έπαιρνε πίσω στη Συρία, υποδεικνύοντας τους ότι σε περίπτωση που ερωτηθούν για τον οδηγό θα έπρεπε να αναφέρουν πως «πετάχτηκε στη θάλασσα». Ο δε Μ.Κ.7 ανέφερε και αυτός πως το πρόσωπο που είδε να σηκώνεται από το τιμόνι πήγε και κάθισε μεταξύ άλλων επιβατών πλην όμως ανέφερε περαιτέρω ότι ζήτησε όπως πέντε άτομα σταθούν κοντά στο τιμόνι και ένας εξ αυτών οδηγήσει τη βάρκα χωρίς ωστόσο κάποιος να ανταποκριθεί, ενώ παράλληλα τους είπε πως αν τον καταδώσουν στην Αστυνομία θα τους επιστρέψει όλους στη Συρία, θέσεις που και πάλιν παρέμειναν αναντίλεκτες αφού καμμιά περί του αντιθέτου υποβολή του έγινε. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται στο περιεχόμενο των ανωτέρω αναφορών τους συμπεριλαμβανομένων και των αναφορών περί απειλών, καίτοι υπέδειξαν το ίδιο πρόσωπο ως οδηγό[12], δεν θεωρούμε πως πλήττει την αξιοπιστία τους. Τουναντίον υπό τις περιστάσεις και με δεδομένη την κατάσταση που επικρατούσε στη βάρκα κατά το δεδομένο χρόνο, επί της οποίας επέβαιναν 118 άτομα, οι διαφοροποιήσεις αυτές που παρατηρούνται καταδεικνύουν, κατά την κρίση μας, απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατέθεταν τόσο κατά τον χρόνο που έδωσαν τις καταθέσεις τους στην Αστυνομία όσο και αργότερα στο Δικαστήριο. Εξ άλλου δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας πως δια υποβολής προς τον Μ.Κ.7, η συνήγορος υπεράσπισης αποδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς πως ο Κατηγορούμενος 1 προέβη σε κάποια σχετική αναφορά, παρότι όχι με το περιεχόμενο που υποστήριξαν οι ως άνω μάρτυρες. Συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.7 του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 φοβήθηκε επειδή είδε την Αστυνομία και δεν ήθελε να μπλέξει και γι' αυτό το λόγο τους είπε να μην αναφέρουν οτιδήποτε για τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να επεξηγήσει τι είναι που φοβόταν αν δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην οδήγηση της βάρκας, ως ήταν η θέση που προωθούσε ως εκείνο το στάδιο η υπεράσπιση. Επίσης επουσιώδεις και λογικά αναμενόμενες από αυτόπτες μάρτυρες που παρατηρούσαν γεγονότα σε μια βάρκα με 100 και πλέον άτομα, θεωρούμε τις μικρές διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται στις αναφορές τους εν σχέσει με τα όργανα που είδαν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς πλοήγησης. Και τούτο διότι το πώς ο καθένας είχε αντιληφθεί ή εκλάβει μια συσκευή, (αν λόγου χάριν είναι πυξίδα ή gps ή οθόνη άλλης συσκευής) είναι ζήτημα υποκειμενικό και επουσιώδες, μιας και η ουσία του πράγματος είναι ότι όλοι ανεξαιρέτως (πλην του Μ.Κ.7 που δεν κάνει καμμιά σχετική αναφορά) περιέγραψαν ουσιαστικά δύο αντικείμενα, ως όργανα προσανατολισμού του οδηγού. Επισημαίνουμε σχετικά ότι ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε σε πυξίδα και κινητό τα οποία είχε ακουμπημένα στο ταμπλό ο οδηγός, ενώ ο Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε πυξίδα και συσκευή που στέλνει σήμα σε περίπτωση κινδύνου. Λογικά αναμενόμενη και μη δυνάμενη να κλονίσει τη γενικότερη καλή εντύπωση που άφησαν θεωρούμε και τη μικρή απόκλιση που εντοπίζεται στις αναφορές τους αναφορικά με την ώρα επιβίβασης, όπου ο Μ.Κ.5 ανέφερε πως επιβιβάστηκαν γύρω στις 3 π.μ., ενώ ο Μ.Κ.6 ανέφερε πως επιβιβάστηκαν περί τις 4 π.μ., συνυπολογίζοντας προς τούτο και το ότι δεν φαίνεται να κρατούσαν ρολόι μαζί τους. Ό,τι δε θα προσθέταμε σε σχέση με τον Μ.Κ.6, το οποίο ενισχύει την καλή εντύπωση που άφησε σε εμάς, είναι πως στην ίδια γραμμή με τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9 περιέγραψε την επικινδυνότητα του ταξιδιού, λέγοντας πολύ χαρακτηριστικά πως τέσσερις φορές η βάρκα έγειρε προς τη μια πλευρά και ο κόσμος πήγαινε από την άλλη για να ισοζυγίζει και πως αν ο οδηγός ήταν άλλο πρόσωπο (που δεν γνώριζε από θάλασσα) δεν θα κατάφερναν να φτάσουν στην Κύπρο. Στρεφόμενοι τώρα στο ζήτημα του οδηγού της βάρκας που ήταν, εν πολλοίς και το κύριο ζητούμενο εκ της μαρτυρίας τους, ό,τι οφείλουμε να σημειώσουμε εν πρώτοις είναι πως και οι τρεις τοποθετούν στη θέση του οδηγού τον Κατηγορούμενο
- Πέραν δε μιας υποβολής που τέθηκε στον Μ.Κ.5 ότι οδηγός ήταν ο Μ.Κ.1 (και αντίστοιχης υποβολής προς τον Μ.Κ.1) σε κανένα εκ των Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 δεν τέθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος 1 ουδέποτε οδήγησε τη βάρκα, ο ίδιος δε με τη μαρτυρία του αποδέχθηκε ότι είχε οδηγήσει τη βάρκα, λέγοντας όμως πως το έπραξε όπως και άλλα 15 άτομα με σκοπό να επιβιώσουν, αφότου ο αρχικός οδηγός τους εγκατέλειψε. Παρά το γεγονός βέβαια ότι τέτοια θέση ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1, το ουσιώδες είναι πως προκύπτει ως εκ των ανωτέρω να είναι αποδεκτό από την υπεράσπιση, πως ο Κατηγορούμενος 1 πλοήγησε τη βάρκα (έστω για μικρότερο χρόνο). Η διαπίστωση μας αυτή επιβεβαιώνεται και από την κάτωθι ερώτηση που τέθηκε στον Μ.Κ.6 κατά την αντεξέταση του, από την οποία εξάγεται αβίαστα η αποδοχή από πλευράς υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε οδηγήσει τη βάρκα (παρότι όχι αποκλειστικά, ως η θέση της): « Ε. Άρα συμφωνείς μαζί μου ότι δεν μπορείς να γνωρίζεις εάν οδήγησαν και άλλα πρόσωπα; Α. Ειλικρινά δεν ξέρω. Εγώ είδα έναν που οδήγησε την βάρκα.» Με δεδομένο λοιπόν το ότι εν τέλει δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε πλοηγήσει τη βάρκα, ως δηλαδή ο Μ.Κ.5 αλλά και ο Μ.Κ.6 ανέφεραν ότι τον είδαν να πράττει[13], ασχέτως του ότι υπάρχει κάποια διάσταση ως προς τη χρονική διάρκεια, δεν θεωρούμε πως επιβάλλεται η εφαρμογή των αρχών της υπόθεσης R v. Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549. Προς τούτο παραπέμπουμε στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», των κ.κ. Τ.Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Β' έκδοση σελ. 405 και στην εκεί αναφερόμενη απόφαση R v. Miah
(2013)All ER (D) 169. Εξ άλλου ούτε οι συνθήκες αναγνώρισης αμφισβητήθηκαν (βλ. Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 706) στοιχείο το οποίο επίσης συνηγορεί προς το ότι δεν επιβάλλεται η εφαρμογή των αρχών της Turnbull (ανωτέρω) στην προκειμένη περίπτωση (βλ. επίσης Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» (ανωτέρω) σελ. 405). Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε πως οι Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 είδαν το πρόσωπο που περιέγραψαν ως τον οδηγό αφότου ξημέρωσε (από απόσταση 4-5 μέτρων ο Μ.Κ.5 και 2-3 μέτρων ο Μ.Κ.6) και για παρατεταμένο χρονικό διάστημα αφού το όλο ταξίδι διήρκεσε 24-25 ώρες (εξαιρουμένων των ωρών που ήταν σκοτάδι ήτοι από τις 01:30 μέχρι τις 05:30 το πρωί καθώς και των ωρών κατά τις οποίες οι μάρτυρες κοιμόντουσαν). Ως προς το εάν τώρα μπορεί να εξαχθεί εύρημα από τη μαρτυρία των Μ.Κ.5 - Μ.Κ.7 περί αποκλειστικής οδήγησης της βάρκας από τον Κατηγορούμενο 1 από την αρχή του ταξιδιού, σημειώνουμε τα εξής. Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.5, είναι γεγονός πως ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στο πλαίσιο της κατάθεσης του (Έγγραφο Ε), την οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, πως την ώρα που ανέβηκε στη βάρκα οδηγός της, ήταν ο Κατηγορούμενος 1 και πως από το σημείο που καθόταν είχε οπτική επαφή με το σημείο που βρισκόταν ο οδηγός και πως καθ' όλη τη διάρκεια που ταξίδευαν αυτός οδηγούσε, παραδεχόμενος όμως πως για κάποιες ώρες (5-6) κοιμήθηκε, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει εάν εκείνες τις ώρες οδήγησε κάποιος άλλος και δη ο Μ.Κ.
- Επέμεινε όμως πως την ώρα που ξύπνησε οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος
- Βέβαια κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση του, ανέφερε (προφορικά) πως δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο οδηγός μέχρι που ξημέρωσε, κάτι το οποίο με βάση τις αναφορές του ότι επιβιβάστηκαν στη βάρκα στις 1:30-2:00 π.μ. και ότι ξεκίνησαν το ταξίδι στις 3:00 π.μ. περίπου, καθώς και ότι ξημέρωσε γύρω στις 05:30 π.μ. οδηγεί στο συμπέρασμα πως αντελήφθη τον οδηγό περί τις 3 - 3,5 ώρες μετά που επιβιβάστηκε, εξ ου και η αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση ότι «Τις πρώτες τρεις ώρες που μπήκα στη βάρκα δεν μπορούσα να βλέπω κανένα». Δεν θεωρούμε όμως ότι η διαφοροποίηση αυτή στη μαρτυρία του πλήττει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Τουναντίον θεωρούμε ότι αφενός ήταν πολύ λογικό να μην μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του οδηγού ενόσω επικρατούσε σκότος και αφετέρου πως η όλη στάση του είναι ενδεικτική της ειλικρίνειας του και της προσπάθειας του να παραθέσει τα γεγονότα, όπως ακριβώς περιήλθαν στην αντίληψη του. Πράγμα το οποίο φαίνεται και από το ότι δεν δίστασε κατά τη μαρτυρία του να δηλώσει ευθαρσώς πως δεν θυμόταν εξωτερικά τη βάρκα επί της οποίας επιβιβάστηκε αλλά μόνο εσωτερικά, αλλά και να παραδεχθεί πως για κάποιο διάστημα κοιμόταν, χωρίς να μπορεί (και ευλόγως) να αποκλείσει το ενδεχόμενο να είχε οδηγήσει ο Μ.Κ.1 κατά τον εν λόγω χρόνο, αλλά παράλληλα τονίζοντας ειλικρινώς πως ο ίδιος μόνο τον Κατηγορούμενο 1 είδε να οδηγεί και πως όταν ξύπνησε ο οδηγός συνέχισε να είναι ο Κατηγορούμενος
- Έχοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε την ευχέρεια να παρατηρήσει τον οδηγό, δηλαδή κατά τη διάρκεια της ημέρας, για παρατεταμένο χρόνο και από όχι ιδιαίτερα μεγάλη απόσταση (ήτοι 4-5 μέτρων) και λαμβάνοντας υπόψη πως εν τέλει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 δέχθηκε πως είχε όντως πλοηγήσει τη βάρκα, δεν διατηρούμε αμφιβολία πως πράγματι, ο Μ.Κ.5 είχε δει τον Κατηγορούμενο 1 να πλοηγεί τη βάρκα ως ανέφερε χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές εύρημα με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, ότι ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε αδιάλειπτα και από την αρχή τη βάρκα. Η δε κατάσταση εν σχέσει με το ζήτημα αυτό δεν διαφοροποιείται με τη συνεκτίμηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Και τούτο διότι ναι μεν στην κατάθεση του (Έγγραφο ΣΤ) ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν από τους πρώτους που μπήκε στη βάρκα και ότι είδε τον οδηγό και ότι ήταν ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος καθόταν στη θέση του οδηγού και κρατούσε το τιμόνι και οδηγούσε από την αρχή (και μόνο αυτός) κάτι που μπορούσε να δει καθαρά από τη θέση που καθόταν, πλην όμως κατά την προφορική του μαρτυρία διευκρίνισε και αυτός πως τον είδε μόνο αφότου ξημέρωσε και βγήκε το φως, δηλαδή 3-4 ώρες μετά που ξεκίνησαν. Μάλιστα δεν δίστασε με ειλικρίνεια να αναφέρει πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος ήταν ο οδηγός καθ' όλη τη διαδρομή. Για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- η ως άνω διαφοροποίηση που εντοπίζεται στη μαρτυρία του Μ.Κ.6, δεν θεωρούμε πως δύναται να πλήξει εν γένει την αξιοπιστία του. Με δεδομένο δε το ότι το πρόσωπο που ανέφερε ως οδηγό το είδε από πολύ κοντινή απόσταση, ήτοι από τα 2-3 μέτρα, για αρκετό χρόνο δεδομένης της συνολικής διάρκειας του ταξιδιού (24-25 ώρες) αφαιρουμένων των ωρών που ήταν σκοτάδι και που κοιμήθηκε, υπό συνθήκες όπου υπήρχε φως, αφού τον είδε όταν ξημέρωνε, θεωρούμε πως το πρόσωπο που είδε να οδηγεί είναι όντως ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος ως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβήτησε εν τέλει πως πλοήγησε τη βάρκα (έστω και αν ισχυρίζεται πως το έκανε για διαφορετικό διάστημα). Ωστόσο και πάλιν δεν μπορούμε να καταλήξουμε στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Κ.6, πως οδηγούσε από την αρχή και καθ' όλον το χρόνο που διήρκεσε το ταξίδι. Ούτε όμως με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 διαφοροποιούνται τα πράγματα. Θέση του στην κατάθεση του (Έγγραφο Η) ήταν ουσιαστικά πως όταν τους προσέγγισε η αστυνομία είδε ποιος ήταν ο οδηγός τον οποίο αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο 1, πλην όμως κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως αυτό που στην πραγματικότητα είχε δει ήταν τον Κατηγορούμενο 1 να σηκώνεται από το τιμόνι κατά το δεδομένο χρόνο, χωρίς όμως, ως ειλικρινά παραδέχθηκε, να τον είχε δει να οδηγεί. Κατ' ανάλογο τρόπο προς τα όσα αναφέραμε πιο πάνω εν σχέσει με τους Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 δεν θεωρούμε πως η διαφοροποίηση αυτή στη μαρτυρία του πλήττει την εν γένει αξιοπιστία του, αλλά αντιθέτως την θεωρούμε περισσότερο ενδεικτική της διάθεσης του να παραθέσει τα ορθά γεγονότα στο Δικαστήριο. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως πως στη συνέχεια προσπάθησε κατά τρόπο συμπερασματικό να υποστηρίξει πως ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο οδηγός, λέγοντας ότι κατά τον χρόνο που τους προσέγγισε η αστυνομία και ο Κατηγορούμενος 1 σηκώθηκε από το τιμόνι, τον είδε που προσπαθούσε να κατευθύνει τη βάρκα με τα πόδια του, ενώ παράλληλα μια γυναίκα βλέποντας ότι ουδείς ανταποκρίνετο στο κάλεσμα του Κατηγορούμενου 1 για να οδηγήσει τη βάρκα, η οποία γύριζε μόνη της στο νερό, άρχισε να παρακαλεί τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγήσει. Όσο και αν οι πιο πάνω αναφορές συνιστούν ισχυρή ένδειξη ότι ο Κατηγορούμενος 1 πιθανόν να ήταν ο οδηγός, αφού οι εν λόγω αναφορές παραπέμπουν σε προηγούμενη οδήγηση της βάρκας από τον Κατηγορούμενο 1, εντούτοις δεν θεωρούμε πως μπορούν να οδηγήσουν με τη βεβαιότητα που απαιτείται, στην κατάληξη ότι ο Κατηγορούμενος 1 με βάση πάντοτε τα λεγόμενα του Μ.Κ.7 πλοήγησε τη βάρκα. Ακόμα όμως και αν η πτυχή αυτή μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληξη ότι οδήγησε, δεδομένης και της παραδοχής του Κατηγορούμενου 1 πως το έπραξε ή και της θέσης η οποία υποβλήθηκε στον Μ.Κ.7 από τη συνήγορο υπεράσπισης, ήτοι ότι τους είπε να μην πουν για αυτόν στην Αστυνομία επειδή φοβήθηκε ή και του ότι τους απείλησε ως ο ίδιος ο Μ.Κ.7 ανέφερε, εντούτοις και πάλι δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληξη πως είχε οδηγήσει από την αρχή και καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Βεβαίως απομένει και η μαρτυρία του Μ.Κ.
- Στρεφόμενοι τώρα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, και έχοντας κατά νου, ως ήδη υποδείξαμε, αφενός το ιστορικό της υπόθεσης, όπου ο Μ.Κ.1 έχοντας συλληφθεί από την αστυνομία σε σχέση με την παρούσα, αρχικά αντιμετώπιζε από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1 τις κατηγορίες 2 και 3 από τις οποίες εν τέλει απαλλάγηκε και αφετέρου τη θέση της υπεράσπισης πως η δεύτερη του κατάθεση δόθηκε μεθοδευμένα και κατόπιν διαβούλευσης με δικηγόρο για να απεμπλακεί ο ίδιος, κρίνουμε ορθό να θεωρήσουμε τον εν λόγω μάρτυρα, ως μάρτυρα που ενδεχομένως να είχε ίδιο συμφέρον, όφελος ή κίνητρο να εξυπηρετήσει, εν τη εννοία της υπόθεσης Κουσουλίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 10/18, ημερ. 9.11.18, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το καθήκον του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που διαπιστώνει ίδιο συμφέρον, όφελος ή κίνητρο, ενεργοποιείται όχι μόνο σε περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας συνεργού και συναυτουργού, εν τη στενή έννοια, όπου και ενυπάρχει ειδικό καθήκον πλήρους και ειδικής προειδοποίησης, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες, αναλόγως βεβαίως του μαρτυρικού υλικού και των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μάρτυρες ενδεχομένως να διακατέχονται από ιδιοτελή ή αλλότρια κίνητρα, ώστε η μαρτυρία τους χρήζει να αντικριστεί με ιδιαίτερη προσοχή (Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)1 Α.Α.Δ. 1778, Petrosyan ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 90 και Ali Abdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/16, 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B447). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (Papachrysostomou v. The Police
(1988)2 C.L.R. 55, Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482 και Λαζάρου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Μάρτυρας που σκοπεύει να εξυπηρετήσει δικό του συμφέρον, θεωρείται πρόσωπο, που παρόλο που δεν χαρακτηρίζεται ως συνεργός τοποθετείται στο μεταίχμιο (Zisimides ν. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 14, R. v. Prater [1960] 1 All E.R. 298). Για το ποιος μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ύποπτος έχων αλλότρια κίνητρα, παρά το γεγονός ότι δεν εντάσσονται αυστηρώς στην κατηγορία του συνεργού ή συναυτουργού, ποικίλει αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης (Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2012 ed., p. 519 και τις R. v. Beck, 24 Cr.App.R. 221[1] και R. v. Spencer
(1987)A.C. 128).» Συναφώς σημειώνουμε πως εν σχέσει με τον Μ.Κ.1 μας προβλημάτισε έντονα το ενδεχόμενο να έδωσε τη δεύτερη κατάθεση του, στη βάση νομικής συμβουλής και με σκοπό να απεμπλακεί ο ίδιος από σοβαρότατες κατηγορίες. Αυτή η συλλογιστική όμως προσκρούει όχι μόνο στο ότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ότι έλαβε τέτοια νομική συμβουλή, αλλά κυρίως στο ότι στην πραγματικότητα δεν προκύπτει να απεμπλάκηκε, αφού η υπόθεση καταχωρήθηκε κανονικά και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Κακουργιοδικείο. Πέραν τούτου όμως η συγκεκριμένη συλλογιστική προσκρούει και στον λόγο που προέβαλε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με το γιατί ως η θέση του είπε ψέματα στην πρώτη του κατάθεση του ημερ. 13.09.
- Λόγος ο οποίος περιστρεφόταν γύρω από το φόβο του, να μην επιστρέψει πίσω στο Λίβανο, δεδομένων και των απειλών που είχε δεχθεί στη βάρκα τόσο ο ίδιος, όσο και οι υπόλοιποι επιβαίνοντες από τον Κατηγορούμενο
- Επί τούτου η μαρτυρία του συνήδε με τη μαρτυρία των Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 όσο και αν το λεκτικό που χρησιμοποίησαν δεν είναι ταυτόσημο. Η ουσία πάντως παραμένει, ως και ο ίδιος εξήγησε με γλαφυρότητα, πως τους είχε λεχθεί και γνώριζαν πως εάν μάθαιναν οι αρχές πως ξεκίνησαν από το Λίβανο θα τους επέστρεφαν στο Λίβανο, εξ ου και ο ίδιος στην πρώτη κατάθεση ανέφερε ψέματα πως ξεκίνησε από τη Συρία για να μην μπορούν να τους επιστρέψουν πίσω στο Λίβανο. Εν ολίγοις δηλαδή οδηγήθηκε στο να πει ψέματα στην πρώτη του κατάθεση αφού από τη μια δεν ήθελε να αναφέρει ότι είχαν ξεκινήσει από τον Λίβανο για το λόγο που προαναφέρθηκε και από την άλλη, δεν ήθελε να καταδώσει τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος τους είχε απειλήσει πως εάν το έπρατταν, θα απεκάλυπτε ο ίδιος ότι ξεκίνησαν από τον Λίβανο, ώστε να τους επιστρέψουν όλους πίσω. Εξ ου και στην πρώτη του κατάθεση αναφέρεται σε κάποιο τρίτο πρόσωπο που οδηγούσε την βάρκα, φορώντας κουκούλα και το οποίο τους εγκατέλειψε στη συνέχεια, ακριβώς για να μην καταδώσει τον Κατηγορούμενο
- Το ότι πράγματι η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, προκύπτει και από το ότι ουδείς άλλος μάρτυρας εκ των επιβαινόντων, αναφέρθηκε σε τέτοιο πρόσωπο, πλην βεβαίως του Κατηγορούμενου
- Ο οποίος όμως επέλεξε να προωθήσει τη θέση αυτή κατά το στάδιο της δικής του μαρτυρίας και χωρίς τέτοια θέση να έχει τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας ενόσω κατέθεταν, με αποτέλεσμα ένεκα τούτου αλλά και των λοιπών λόγων που αναφέρονται κατωτέρω, στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίιας, να μην έχουμε πειστεί περί της γνησιότητας της μαρτυρίας του, ώστε να την αποδεχθούμε ως ασφαλές υπόβαθρό για εξαγωγή ευρημάτων. Εξετάζοντας τώρα και την ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 διαπιστώνουμε ότι μέρος των όσων ανέφερε στη δεύτερη του κατάθεση ημερ. 14.9.23 (Έγγραφο Α) δεν αμφισβητήθηκαν. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 έμαθε για το ταξίδι από τον Abou Ali που διοργανώνει ταξίδια προς Κύπρο, ότι πλήρωσε 3000 δολάρια, ότι ένα μήνα πριν ο Abou Ali του είπε να πάει σε συγκεκριμένη τοποθεσία, όπου βρισκόταν το σπίτι του Abou Ali, ότι εκεί έμειναν περίπου 25-30 άτομα μέχρι τις 11.9.23 οπόταν ήρθε ένα μικρό «βαν», στο οποίο επιβιβάστηκαν, πέρασαν τα σύνορα Συρίας Λιβάνου, έφτασαν σε μια παραλία που ονομάζεται Al Arida και πριν μπουν στη βάρκα ο Abou Ali πήρε τα κινητά τους, τον πλήρωσαν 3000 δολάρια και επιβιβάστηκε έχοντας καθίσει μπροστά. Ό,τι οφείλουμε να αναφέρουμε επιπρόσθετα, σε σχέση με τα ως άνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, είναι και η δική μας, πλέον, διαπίστωση, ότι αυτά συνάδουν με τη μαρτυρία των Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, αφού η θέση όλων κινήθηκε στις ίδιες ουσιαστικά γραμμές αναφορικά με τον τρόπο που το ταξίδι διευθετήθηκε, με μόνη διαφορά την αναφορά των ονομάτων των προσώπων που έκαστος ήρθε σε επαφή, πριν την επιβίβαση του στην βάρκα, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται το γενικότερο πλαίσιο γεγονότων που μετέφεραν δια της μαρτυρίας τους στο Δικαστήριο. Και τούτο εφόσον κοινός παρονομαστής όλων των αφηγήσεων των μαρτύρων, είναι η αρχική επαφή τους με τα ως άνω αναφερθέντα άτομα[14], που εμπλέκονται στη διοργάνωση τέτοιων ταξιδιών προς την Κύπρο είτε ως κύριοι διοργανωτές είτε ως μεσάζοντες, η συμφωνία για να λάβουν μέρος σε συγκεκριμένο ταξίδι καταβάλλοντας το ανάλογο αντίτιμο, η μεταφορά τους από ομάδα προσώπων που δρούσε για τους διοργανωτές του ταξιδιού σε σπίτια ή αποθήκες πριν την επιβίβαση και την εν τέλει μεταφορά τους στη θάλασσα, προκειμένου να επιβιβαστούν στην βάρκα. Οι όποιες διαφορές στις αφηγήσεις τους, ως προς τον τόπο που ή τα πρόσωπα με τα οποία βρέθηκαν, προτού επιβιβαστούν στην βάρκα, δεν θεωρούμε ως ήδη εξηγήσαμε και στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Κ.5, Μ.Κ6 και Μ.Κ.7, ότι αλλοιώνει το γνήσιο των ισχυρισμών τους, δεδομένου του ότι όλοι οι εν λόγω μάρτυρες, κατάγονται από διαφορετικά μέρη και διένυσαν διαφορετικές διαδρομές, ώστε να συναντηθούν οι δρόμοι τους στη βάρκα. Μάλιστα, ουδείς εξ αυτών ισχυρίστηκε ότι ήταν συνοδοιπόρος με οποιονδήποτε, στην διαδρομή που προηγήθηκε. Επομένως, η θέση του Μ.Κ
- ως προς τα όσα προηγήθηκαν της επιβίβασης του στην βάρκα, γίνεται χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδεκτή. Στρεφόμενοι τώρα στα όσα άπτονται του χρονικού σημείου μετά την επιβίβαση του Μ.Κ.1 στην επίδικη βάρκα, παρατηρούμε ότι και πάλιν, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό συμφωνία των λεγομένων του Μ.Κ.1, με τα λεγόμενα των Μ.Κ.5, 6 και
- Κατ' αρχάς ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι είδε καθαρά τον Κατηγορούμενο 1 να πλοηγεί τη βάρκα, όταν πλέον είχε ξημερώσει, συνάδει με την μαρτυρία τόσο του Μ.Κ.5 όσο και του Μ.Κ.6.. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι δεν είδε κανένα άλλο πρόσωπο να οδηγεί καθ' όλη την διαδρομή, ο οποίος συνάδει με τα όσα οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 ανέφεραν, οι οποίοι όπως και ο Μ.Κ.1 αποδέχτηκαν ότι σαφώς αυτό ισχύει για όση ώρα ήταν ξύπνιοι, μη γνωρίζοντας (ως ήταν λογικώς αναμενόμενο), εάν άλλο πρόσωπο οδηγούσε καθ' όσον χρόνο οι ίδιοι αποκοιμούνταν. Πάντως από τα όσα ήταν σε θέση να αναφέρουν, δεν διέψευσαν τη θέση του Μ.Κ.1 πως δεν πλοήγησε τη βάρκα, αφού θέση τους ήταν πως καθ' όσον χρόνο δεν κοιμούντο και είχαν οπτική επαφή δεν είδαν τον Μ.Κ.1 να οδηγεί. Η δε θέση του Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος 1, μόλις τους ανέκοψε η Αστυνομία σηκώθηκε και κάθισε ανάμεσα στον κόσμο, απειλώντας τους ότι εάν τον καταδώσουν, θα τους στείλει πίσω στον Λίβανο, συνάδει πλήρως με τα όσα ο Μ.Κ.7 ανέφερε. Επί τούτου σημειώνουμε ότι η περιγραφή του Μ.Κ.1 αναφορικά με το ότι, όταν ο Κατηγορούμενος άφησε το πηδάλιο της βάρκας, η βάρκα ξεκίνησε να «κάνει γύρους» στην θάλασσα, μεταφέρθηκε σχεδόν αυτολεξεί από τον Μ.Κ.7, ο οποίος μάλιστα έδωσε και μια πιο παραστατική εικόνα σε σχέση με την κατάσταση που επικράτησε εκείνη την ώρα, περιγράφοντας μια γυναίκα να κλαίει και να παρακαλεί τον Κατηγορούμενο 1 να θέσει υπό τον έλεγχο του την βάρκα. Έχουμε βεβαίως, στρέψει την προσοχή μας στο ενδεχόμενο προσυνεννόησης των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7, ένεκα της, εν πολλοίς ταυτόσημης, περιγραφής που έδωσαν σε σχέση με το παραπάνω γεγονός και ανατρέξαμε στις καταθέσεις τους, ώστε να διαπιστώσουμε το πότε αυτές λήφθηκαν. Απλή αναφορά των ημερομηνιών λήψης των καταθέσεων τους, αποκλείει εκ των πραγμάτων οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.7 να έχουν συνεννοηθεί ως προς τι θα ανέφεραν μιας και η κατάθεση του Μ.Κ.7 δόθηκε στις 13.09.23 και ενόσω ο Μ.Κ.1 βρισκόταν υπό κράτηση και η κατάθεση του Μ.Κ.1 στις 14.09.23, χωρίς να έχει τεθεί ενώπιον μας με οποιοδήποτε τρόπο ότι ο Μ.Κ.1 γνώριζε, προτού δώσει την κατάθεση του, τι ο Μ.Κ.7 είχε πει την προηγούμενη ημέρα. Ως προς το γεγονός τώρα πως παρατηρείται κάποια διαφοροποίηση μεταξύ των απειλών που περιέγραψε ο Μ.Κ.1 με τους λοιπούς μάρτυρες, παραπέμπουμε στα όσα ήδη αναφέραμε στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Κ.5-Μ.Κ.7 και δη πως τέτοιες διαφοροποιήσεις αυτόπτων μαρτύρων, υπό τα δεδομένα μάλιστα που ίσχυαν κατά το δεδομένο χρόνο, όχι μόνο είναι αναμενόμενες αλλά επιβεβαιώνουν την εντύπωση που αποκομίσαμε, ότι δηλαδή δεν υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους ως προς το τι θα κατέθεταν. Τα ίδια ισχύουν σε σχέση και με τις διαφορές που εντοπίζονται στις αναφορές του Μ.Κ.1 ως προς τι κρατούσε ο Κατηγορούμενος 1 για να προσανατολίζεται, εν συγκρίσει με τους Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
- Διαφορές τις οποίες θεωρούμε ως απόλυτα φυσιολογικές, καθότι ως ήδη επεξηγήσαμε το πώς ο καθένας είχε αντιληφθεί μια συσκευή είναι ζήτημα υποκειμενικό, ιδίως υπό τις συνθήκες που λάμβανε χώρα η παρατήρηση αλλά και του μορφωτικού επιπέδου των μαρτύρων. Εξάλλου το ουσιώδες είναι πως όλοι είχαν αντιληφθεί το πρόσωπο που πλοηγούσε τη βάρκα να χειρίζεται κάποια αντικείμενα για σκοπούς προσανατολισμού. Ιδιαίτερα δε εν σχέσει με τον Μ.Κ.1, ό,τι αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης προς τον Μ.Κ.6, ήταν ότι η συσκευή προσανατολισμού που υπήρχε στην βάρκα, ήταν κίτρινη, ορθογώνια με οθόνη, ως δηλαδή ακριβώς αυτήν που περιέγραψε ο Μ.Κ.
- Εν γένει δε πρέπει να πούμε ότι η εντύπωση που αποκομίσαμε και εμείς, βλέποντας τον Μ.Κ.1 να καταθέτει, ήταν προσώπου που είχε πρόθεση να πει την αλήθεια και όσα πραγματικά γνώριζε. Εξ ου και για γεγονότα που δεν γνώριζε, όπως λόγου χάριν το εάν είδε τον Κατηγορούμενο 1 να έρχεται σε απευθείας επαφή με τους διακινητές, δεν δίστασε να αναφέρει ευθέως όχι μόνο πως δεν γνώριζε, αλλά και ότι δεν τους είδε να έχουν επαφή. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και έχοντας συνειδητά και έντονα προειδοποιηθεί κυρίως αναφορικά με τον κίνδυνο η μαρτυρία του και δη η δεύτερη κατάθεση που έδωσε να υποκινήθηκε από αλλότρια κίνητρα, αποσκοπώντας να απεμπλακεί από την όποια ευθύνη σε σχέση με την παρούσα και έχοντας συνεκτιμήσει το σύνολο της μαρτυρίας του αντιπαραβάλλοντας το με την υπόλοιπη μαρτυρία, καταλήγουμε χωρίς κανένα ενδοιασμό στο συμπέρασμα, πως η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν γνήσια και ειλικρινής, συνήδε σε σημαντικά σημεία με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία και δη τη μαρτυρία των Μ.Κ.5-Μ.Κ.7, ενώ ο χρόνος που έδωσε την κατάθεση του και η απουσία ενδείξεων προσυνεννόησης με τους προαναφερθέντες μάρτυρες, εξαλείφει και την τελευταία υπόνοια περί κατασκευασμένης μαρτυρίας προς εξυπηρέτηση δικών του συμφερόντων. Επαναλαμβάνουμε ότι, η κατάθεση του ημερομηνίας 14.09.23, προέκυψε μετά τις καταθέσεις των Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, προσώπων με τα οποία δεν διαφάνηκε ο Μ.Κ.1 να έχει ή είχε οποιαδήποτε σχέση ή επαφή μιας και βρισκόταν υπό κράτηση και τα όσα είπε στις 14.09.23, συνάδουν με τις μαρτυρίες των πιο πάνω προσώπων, οι οποίες είχαν προηγηθεί. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος 1 δεν άφησε καλή εντύπωση, αφού η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων και αυτοαναιρέσεων ενώ πολλές εκ των θέσεων που προέβαλε στερούντο και συνοχής αλλά και συνάφειας με τη λογική. Εξετάζοντας δε συνολικά τη δική του μαρτυρία καθώς και τις θέσεις που υποβλήθηκαν στους Μ.Κ.1, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 κατά την αντεξέτασή τους από τη συνήγορο του, ό,τι αναδύεται είναι αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές σε καίρια ζητήματα, τόσο μεγάλες σε έκταση και σε περιεχόμενο, που καθιστούν την όλη εκδοχή της υπεράσπισης διάτρητη και εν τέλει τη μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου 1, αναξιόπιστη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εναλλαγής των θέσεων του, αποτελεί κατ' αρχάς το ζήτημα του λόγου της κατ' ισχυρισμόν μη επικοινωνίας με τη σύζυγο του, η οποία κατά τον ίδιο ασθενεί. Αναφορικά λοιπόν με τον λόγο για τον οποίο τους τελευταίους τρεις μήνες αδυνατούσε, ως ήταν ο ισχυρισμός του, να επικοινωνήσει με την ασθενούσα σύζυγο του, αρχικά απέδωσε την αδυναμία αυτή στο ότι δεν υπήρχε διαδίκτυο στις φυλακές, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι υπάρχει μεν διαδίκτυο αλλά είναι διαθέσιμο μόνο για μια ώρα και εν πάση περιπτώσει τη νύχτα, για να καταλήξει τελικά να αναφέρει ότι τη νύχτα δεν τον αφήνουν να μιλήσει με τη σύζυγο του και εν τέλει να επανέλθει στη θέση του πως δεν έχει διαδίκτυο στις φυλακές. Παρά δε τις προφανείς αντιφάσεις που εντοπίζονται στην ως άνω μαρτυρία του, το ότι πράγματι ψευδόταν διαφάνηκε όταν σε υποβολή πως δεν πάσχει από καρκίνο η σύζυγος του, ανέφερε ότι μπορεί να φέρει έγγραφα και ζήτησε να τηλεφωνήσει στη σύζυγο του προς εξασφάλιση τούτων, οπόταν και δέχθηκε τελικώς ότι είναι εύκολο να μιλήσει μαζί της εντός των φυλακών κατά τις βραδινές ώρες. Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν οι απαντήσεις του και όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, ημερ. 13.09.23 και 16.09.23 (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). Ενώ δηλαδή θυμόταν ότι προέβη σε δύο καταθέσεις, διαφορετικών ημερομηνιών και ενώ ανέφερε σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε ότι, θυμόταν τι είπε στην κατάθεση του ημερ. 13.9.23, την οποία μάλιστα ο ίδιος ανέφερε ότι θεωρεί ως την μόνη που ανταποκρίνεται στην αλήθεια, προφορικά διαφοροποίησε άρδην τα όσα ανάφερε στην κατάθεση ημερ. 13.09.23, σε σχέση τόσο με το ζήτημα του αν είναι παντρεμένος όσο και σε σχέση με τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Συγκεκριμένα ενώ στην εν λόγω κατάθεση ανέφερε πως δεν είναι παντρεμένος, προφορικά υποστήριξε πως ήταν και πως η σύζυγος του ήταν μάλιστα και ασθενής. Ως προς τα ταξιδιωτικά έγγραφα δε, ενώ στην κατάθεση ημερ. 13.9.23 ανέφερε ότι τα πέταξε στη θάλασσα, προφορικά υποστήριξε σθεναρά πως δεν τα πήρε ποτέ μαζί του για να μην τα χάσει κατά το ταξίδι. Επέμεινε μάλιστα ότι αυτό που είχε αναφέρει στην αστυνομία είναι ότι δεν τα είχε απλά μαζί του, μη διστάζοντας μάλιστα ιδιαίτερα για το ζήτημα της συζύγου του να ρίξει το φταίξιμο ουσιαστικά στην Αστυνομία, ότι δηλαδή δήθεν λανθασμένα κατέγραψαν ότι δεν είναι παντρεμένος στο Τεκμήριο
- Χωρίς ωστόσο τέτοια θέση να τεθεί στο μάρτυρα που την έλαβε για να τοποθετηθεί. Πέραν των πιο πάνω αντιφάσεις προκύπτουν και μέσα από τις αναφορές του ως προς το τι προηγήθηκε του ταξιδιού. Για παράδειγμα, ενώ απάντησε σε σχετική ερώτηση, ότι έμαθε για το ταξίδι την προηγούμενη του ταξιδιού, λίγο αργότερα άλλαξε τη θέση του και είπε πως ενημερώθηκε περίπου τρεις ημέρες πριν. Επίσης ανέφερε πως μαζί του ταξίδευσαν και τα άλλα δύο Λιβάνια άτομα που ανέφερε κατά την αντεξέταση του, χαρακτηρίζοντας τους ως φίλους του που τον ενημέρωσαν για το ταξίδι (ήτοι ο Αχμετ και ο Μαχμούτ). Επί τούτου, έχουμε ανατρέξει στο Τεκμήριο 3, που αφορά τον κατάλογο με τα στοιχεία των επιβαινόντων, που περισυνέλεξε ο Μ.Κ.2, η ορθότητα του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε και πράγματι διαπιστώνουμε πως, ο μόνος Λιβάνιος που επέβαινε στη βάρκα, ήταν ο Κατηγορούμενος 1, εν αντιθέσει με τον ισχυρισμό του ιδίου, ότι μαζί του επέβαιναν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, τα οποία κατάγονται από τον Λίβανο. Επιπλέον σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε πως δέχθηκε απειλές, στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, από τους Μ.Κ.5-Μ.Κ.7 καθώς και τον Μ.Κ.1 ή και συγγενικά του πρόσωπα, για να μην αναφέρει οτιδήποτε εναντίον των εν λόγω μαρτύρων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να προβεί στην κατάθεση της 16.09.23 (Τεκμήριο 9). Πέραν του ότι τέτοιες θέσεις δεν τέθηκαν στους συγκεκριμένους μάρτυρες κατηγορίας, ό,τι αξίζει να σημειώσουμε είναι πως, ειδικότερα στον Μ.Κ.1 η θέση που του τέθηκε ήταν ότι προέβη στη δεύτερη του κατάθεση, εμπλέκοντας τον Κατηγορούμενο 1, για να ευνοήσει τη δική του θέση, κατόπιν παρότρυνσης κάποιου δικηγόρου που βρισκόταν εκεί για λογαριασμό του. Ουδέποτε όμως υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 πως ο ίδιος είτε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του, απείλησε τον Κατηγορούμενο 1, ως ήταν η θέση του τελευταίου όταν έδιδε μαρτυρία. Σε σχέση δε με τους Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 και ανεξαρτήτως πως ούτε σε αυτούς τέθηκε οτιδήποτε συναφές, δεν είναι αντιληπτόν πως θα μπορούσαν να συναντηθούν στο ΤΑΕ, με τον Κατηγορούμενο 1 για να τον απειλήσουν, εάν λάβουμε υπόψη κατά πρώτον, ότι τα παραπάνω πρόσωπα δεν τελούσαν υπό κράτηση μαζί με τον Κατηγορούμενο 1 και κατά δεύτερον ότι ο χρόνος που έκαστος έδωσε κατάθεση, είναι διαφορετικός, χωρίς να προκύπτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε εκ των παραπάνω προσώπων, να ήρθε σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 1, προτού δώσει την κατάθεση του στις 16.09.23 και εν πάση περιπτώσει μετά που έδωσε την πρώτη του κατάθεση στις 13.09.
- Πέραν τούτου στην πρώτη του κατάθεση ο Κατηγορούμενος 1 δεν προκύπτει να έχει αναφέρει οτιδήποτε για τα πρόσωπα αυτά, ήτοι τους Μ.Κ.1, Μ.Κ.5 - Μ.Κ.7, πράγμα το οποίο εύλογα γεννά το ερώτημα επί ποιας βάσης κατ' ισχυρισμόν θορυβήθηκαν τα εν λόγω πρόσωπα και τον απείλησαν και μάλιστα κατά τρόπο που τον ανάγκασαν να προβεί σε δεύτερη κατάθεση για να αναλάβει την ευθύνη. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων κατηγορίας πάνω σε συγκεκριμένες θέσεις και θέματα. Αρκούμαστε συναφώς να παραπέμψουμε στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 590[15]. Στην προκειμένη περίπτωση οι παραλείψεις να τεθούν ουσιαστικές θέσεις στους μάρτυρες κατηγορίας πράγματι πλήττουν σε καίριο βαθμό την αξιοπιστία της εκδοχής του Κατηγορούμενου 1, η οποία είναι βέβαια προβληματική και επί των δικών της όρων και παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες και σε σχέση με το κύριο ζήτημα της πλοήγησης της βάρκας από τον Κατηγορούμενο 1. Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος παρατηρούμε ότι, η θέση η οποία είχε υποβληθεί στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του, ήταν ότι πλοηγός της βάρκας ήταν ο ίδιος και όχι ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος κοιμόταν. Η παραπάνω θέση προωθήθηκε και κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4, στον οποίο η υπεράσπιση απέδωσε ότι «παρέλειψε» να φωτογραφίσει τον οδηγό της βάρκας, επειδή την οδηγούσε ο Μ.Κ.1, ενώ αντίστοιχη θέση υποβλήθηκε και στον Μ.Κ.7, όταν ο τελευταίος ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο οδηγός της βάρκας. Παρά ταύτα όμως, θέση του Κατηγορούμενου 1 στη δια ζώσης μαρτυρία του, ήταν ότι τη βάρκα οδήγησαν εκ περιτροπής περί τα 15 πρόσωπα εκ των επιβαινόντων, συμπεριλαμβανομένων του ιδίου αλλά και των Μ.Κ.1, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7, χωρίς ωστόσο στους εν λόγω μάρτυρες να τεθεί μια τέτοια θέση. Με εξαίρεση ίσως τον Μ.Κ.1, στον οποίο βεβαίως δεν τέθηκε αυτή η εκδοχή, αλλά του αποδόθηκε από την υπεράσπιση ο ρόλος του μοναδικού πλοηγού της βάρκας, πράγμα εντελώς διαφορετικό. Περιπλέον όμως, αποτέλεσε επίσης θέση του Κατηγορούμενου 1, προφορικά, ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο οδηγούσε την βάρκα αρχικά, το οποίο τους εγκατέλειψε σε κάποια στιγμή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφάσισαν όλοι να οδηγήσουν εκ περιτροπής για να επιβιώσουν. Παρομοίως, η πιο πάνω θέση, ουδέποτε υποβλήθηκε στους Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 αλλά ιδιαιτέρως, στον Μ.Κ.1, ο οποίος χαρακτήρισε την παραπάνω αναφορά που έκανε και ο ίδιος στην αρχική του κατάθεση (ημερ. 13.09.23) ως ψεύδος και στον οποίο δεν υποβλήθηκε ότι επρόκειτο για την αλήθεια. Θυμίζουμε ξανά πως ό,τι τέθηκε στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του ήταν πως ο λόγος που αποφάσισε να δώσει δεύτερη κατάθεση ήταν διότι ο ίδιος ήταν ο μοναδικός πλοηγός της βάρκας και με την κατάθεση του εκείνη σκοπό είχε να απαλλαγεί ευθυνών, επιρρίπτοντας παράλληλα την ευθύνη στον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος κοιμόταν. Ό,τι όμως εντυπωσίασε ιδιαίτερα (αρνητικά), ήταν η προφανέστατη προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει όταν αντιλαμβανόταν ότι η απάντηση σε αυτό που ερωτάτο θα δυσχέραινε τη θέση του. Τούτο ήταν ιδιαίτερα εμφανές όταν ερωτήθηκε για το εάν το σκάφος ήταν υπερφορτωμένο και επικίνδυνο και εν γένει για την κατάσταση της βάρκας, όπου ουσιαστικά απέφυγε να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις. Συγκεκριμένα ανέφερε ερωτηθείς σχετικά ότι δεν γνώριζε ούτε αν ήταν υπερφορτωμένη η βάρκα, ούτε αν ήταν επικίνδυνη, ούτε πόσο ήταν το μήκος της, ούτε αν ήταν μεγάλη, αρνούμενος να υποδείξει, ακόμα και πρακτικά εντός της αίθουσας το μέγεθός της και φτάνοντας μέχρι του σημείου να αναφέρει πως δεν γνώριζε αν η 12 μέτρων βάρκα με την οποία ήρθαν στην Κύπρο, έμοιαζε με το πολυτελές κρουαζιερόπλοιο που του υποδείχθηκε (Τεκμήριο 10). Δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία πως ακριβώς επειδή γνώριζε και αντιλαμβανόταν τόσο το γεγονός της υπερφόρτωσης όσο και τους κινδύνους που ελλόχευαν και αντιμετώπισαν ερχόμενοι στην Κύπρο, καθώς και τις προεκτάσεις της παραδοχής του εν σχέσει με τα ζητήματα αυτά, επέλεξε να αποφύγει να απαντήσει στις πιο πάνω ερωτήσεις, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε έτσι να αποφύγει τις σοβαρότατες ευθύνες του, χωρίς ωστόσο να πείσει. Θυμίζουμε προς τούτο την αναφορά του Μ.Κ.4 πως οι μετανάστες «κρέμονταν όπως τα σταφύλια» δεξιά και αριστερά της βάρκας και πως ήταν φανερή η υπερφόρτωση της, θέση καθ' όλα συνάδουσα με την κοινή λογική αν κάποιος αναλογιστεί πως ομιλούμε για βάρκα που μετέφερε το δεκαπλάσιο αριθμό επιβαινόντων απ' ότι ηδύνατο. Ας μη λησμονούμε δε και τη θέση του Μ.Κ.7, ο οποίος ανέφερε ότι οι επιβαίνοντες ένεκα του μεγάλου αριθμού τους δεν μπορούσαν να μετακινούνται επί της βάρκας. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνουμε πως αναμφίβολα δεν θα ήταν ασφαλές εγχείρημα να προσδώσουμε στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρά ταύτα παραμένει η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1 ημερ. 16.9.23, η οποία εμπεριέχει ομολογία του εν λόγω Κατηγορούμενου και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης. Σε αυτήν ο Κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι επιθυμεί να πει την αλήθεια σε σχέση με την υπόθεση που διερευνάται, ζητεί συγγνώμη που δεν το έπραξε από την πρώτη ημέρα ενώ επί της ουσίας αναφέρει ότι κατάγεται από το χωριό Ταλκάχ που βρίσκεται στα σύνορα Συρίας - Λιβάνου, ότι μένει μαζί με τη γυναίκα του η οποία αντιμετωπίζει γυναικολογικά προβλήματα και χρειάζεται να εγχειριστεί και ότι αυτός είναι ο λόγος, σε συνδυασμό με την οικονομική του κατάσταση, που αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο. Περαιτέρω αναφέρει ότι ενόσω βρισκόταν στο χωριό του, είχε μιλήσει με δύο Σύριους, τον Μοχάματ και τον Μαχμούτ, πρόσωπα που διοργανώνουν ταξίδια προς την Κύπρο εκ μέρους κάποιου Αμπού Αμπτού, ο οποίος κατάγεται από τον Λίβανο. Ανέφερε επίσης ότι τον ρώτησαν εάν θα τον ενδιέφερε να φύγει, ότι ο ίδιος τους ανέφερε ότι θέλει να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει πλην όμως δεν είχε λεφτά για να το πράξει, ότι αυτοί του πρότειναν να πλοηγήσει τη βάρκα, με αντάλλαγμα να μην πληρώσει χρήματα, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε, έχοντας υπόψη ότι τα ταξίδια αυτά χρειάζονται πολλά χρήματα. Περαιτέρω ανέφερε ότι μετά από δύο ημέρες, ο Μαχμούτ τον παρέλαβε από το χωριό του, τον μετέφερε σε μια περιοχή του Λιβάνου, που ονομάζεται Arida και στη συνέχεια τον πήρε μόνο του σε μια παραλία όπου βρισκόταν η βάρκα. Εκεί ανέφερε ότι του εξήγησε επί τόπου, πως να την πλοηγεί, ότι του έδωσε μια συσκευή gps, ότι έπειτα το πρόσωπο αυτό, του πήρε το κινητό του τηλέφωνο και έφυγε, λέγοντας του να πετάξει στη θάλασσα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα για να μην μπορεί να διαπιστώσει η Αστυνομία ότι κατάγεται από τον Λίβανο, διότι σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να τους στείλουν πίσω. Ανέφερε επιπρόσθετα πως στη συνέχεια ανέβηκαν οι επιβάτες στη βάρκα και ξεκίνησαν το ταξίδι, ότι τη βάρκα την οδήγησε μόνο ο ίδιος από τον Λίβανο μέχρι και το σημείο που ανακόπηκαν από την Αστυνομία, ότι τότε πέταξε το GPS που κρατούσε και πήγε μπροστά με τους άλλους επιβάτες για να μην γίνει αντιληπτό ότι ήταν ο καπετάνιος και ότι εν τέλει αποφάσισε να πει την αλήθεια γιατί ένιωθε άσχημα για το άλλο πρόσωπο που συνελήφθη (ήτοι τον Μ.Κ.1) ο οποίος δεν οδήγησε την βάρκα και βρισκόταν άδικα στην φυλακή. Επομένως εν προκειμένω, στην ως άνω κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 1 ομολογεί και παραδέχεται την εμπλοκή του, στο όλο εγχείρημα της μεταφοράς των μεταναστών, δια της οδήγησης της βάρκας που τους μετέφερε, έχοντας προηγουμένως συμφωνήσει προς τούτο με τους διοργανωτές του όλου εγχειρήματος. Ως δε ήδη λέχθηκε η εν λόγω κατάθεση κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης κρίθηκε θεληματική. Εντούτοις ο Κατηγορούμενος 1 στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας συνέχισε να προβάλλει τη θέση πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη την εν λόγω κατάθεση, ούτε να προσδώσει βαρύτητα σε αυτήν. Επί τούτου σημειώνουμε πως ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ.909, όταν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο, το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την κρίση του για τη δεκτότητα μιας ομολογίας, όπως και κάθε άλλη ενδιάμεση απόφαση που αφορά στην αποδοχή μαρτυρίας, κατ' εξαίρεσιν του κανόνα που το θέλει να μην ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, αφού έχει γενικώς καθήκον να αναψηλαφεί το σύνολο του αποδεικτικού υλικού - ιδίως των ομολογιών (ΑΚ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 177/13, ημ. 14.5.15) - και να καταλήγει σε ευρήματα και συμπεράσματα στη βάση νομίμως αποδεκτής μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρουβήμ ν Laiki Cyprialife Limited
(2011)1(B) ΑΑΔ 1300). Κατά συνέπειαν, ως εξηγείται στο εν λόγω σύγγραμμα, το περιεχόμενο της ομολογίας προσεγγίζεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχει αλλά και τη συνάρτηση της με την υπόλοιπη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή κατά την κυρίως δίκη (R ν Watson
(1980)2 All ER 293) και ιδίως με τα όποια δεδομένα και μαρτυρία προκύπτουν μετά τη δίκη εντός δίκης και την κατάθεση της ομολογίας ως τεκμηρίου στη δίκη. Παρά όμως την ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα στο στάδιο αυτό, στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να διαφοροποιήσει την κατάληξη μας ως η απόφαση ημερ. 7.6.24, στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Ως προς τη θέση ότι εξασκήθηκαν απειλές από τους επιβαίνοντες μάρτυρες Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 καθώς και από τον Μ.Κ.1 ή και συγγενικά του πρόσωπα, που ώθησαν τον Κατηγορούμενο 1 στο να δώσει την κατάθεση Τεκμήριο 9, σημειώνουμε απλά πως η θέση αυτή, ως ήδη υποδείχθηκε, στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 1, έχει απορριφθεί αφού πέραν της γενικότητας και αοριστίας που τη χαρακτήριζε, δεν τέθηκε ποτέ στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν. Τώρα στρεφόμενοι στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην ομολογία ενός κατηγορουμένου, σημειώνουμε πως το ζήτημα έχει εξεταστεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας αποκαλύπτει ότι μια ειλικρινής και σαφής ομολογία από μόνη της είναι αρκετή και μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη, εξ ου και η ομολογία χαρακτηρίζεται κατά κόρον ως «η βασιλίδα των μαρτυριών»[16]. Τούτο βέβαια δεν είναι απόλυτο αλλά αποτελεί θέμα πραγματικό, που συναρτάται με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην δε υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, υπεδείχθη ότι η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα που δεν διέπραξαν. Όμως είναι φρόνιμο, ως εξηγείται, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα λάθους. Στο πλαίσιο αυτό και παρόλο που δεν διατηρούμε καμμιά αμφιβολία για τη θεληματικότητα της εν λόγω κατάθεσης, εντούτοις θέλοντας να αποκλείσουμε την πιθανότητα λάθους και συμμορφούμενοι προς την ως άνω νομολογία σημειώνουμε τα εξής. Αρχίζοντας από το ζήτημα της οδήγησης της βάρκας από τον Κατηγορούμενο 1 από την αρχή του ταξιδιού και για όλη τη διάρκεια του, σημειώνουμε πως η σχετική αναφορά του Κατηγορούμενου 1 σαφώς ενισχύεται από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5- Μ.Κ.7, οι οποίοι ναι μεν, δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν εάν καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1, πλην όμως ήταν ξεκάθαροι, πως δεν είδαν κανένα άλλο πρόσωπο να το πράττει. Ιδιαίτερα σημαντική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος παρόλο που δέχθηκε ειλικρινώς πως είχε κοιμηθεί στη βάρκα, εντούτοις ανέφερε πως κάθε 10-15 λεπτά ξυπνούσε, λόγω των νερών που πετάγονταν μέσα στη βάρκα και παρά τη συχνότητα με την οποία ξυπνούσε, δεν είδε άλλο πρόσωπο να οδηγεί τη βάρκα. Παράλληλα τόνισε και τη δυσκολία που υπήρχε στο να μετακινούνται πρόσωπα επί της βάρκας γεγονός που ενισχύει έτι περαιτέρω τη θέση που προβάλλει ο Κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του, ότι δηλαδή μόνο ο ίδιος οδήγησε την επίδικη βάρκα. Πέραν τούτου όμως και η αναφορά του Κατηγορούμενου 1 στην κατάθεση του, ότι χρησιμοποιούσε GPS ενισχύεται από τις αναφορές του Μ.Κ.1, του Μ.Κ.5 και του Μ.Κ.
- Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος 1 αναφέρεται σε GPS, ενώ ο Μ.Κ.1 αναφέρεται σε κάποιο όργανο ορθογώνιο κίτρινο, ο Μ.Κ.5 σε πυξίδα και κινητό τα οποία είχε ακουμπημένα στο ταμπλό ο οδηγός, ενώ ο Μ.Κ.6 σε πυξίδα και συσκευή που στέλνει σήμα σε περίπτωση κινδύνου. Όμως τούτο δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Και τούτο διότι η ουσία έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο όργανο που τον βοηθούσε να χαράξει την πορεία του μέχρι την Κύπρο και οι ως άνω μάρτυρες ενισχύουν τη θέση αυτή όσο και αν δεν αντελήφθησαν με τον ίδιο τρόπο το αντικείμενο που είδαν να κρατά ο Κατηγορούμενος 1, πράγμα καθόλα φυσιολογικό για τους λόγους που ήδη υποδείξαμε στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας τους. Εν σχέσει τώρα με την αναφορά του, ότι κατά το χρόνο που τους προσέγγισε η αστυνομία έφυγε από το τιμόνι και κάθισε μπροστά με τους υπόλοιπους επιβάτες, ώστε να μην αντιληφθεί η αστυνομία ότι ο ίδιος ήταν ο καπετάνιος, πρέπει να πούμε πως αυτή επίσης επιβεβαιώνεται μέσα από την μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.
- Τα όσα δε άλλα αναφέρει στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 1, ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να φύγει από τη χώρα του, οι οποίοι ήταν στην ουσία οικονομικοί συνάδουν με το ότι αποδέχθηκε την πρόταση των διακινητών να πλοηγήσει την βάρκα και να μεταφέρει τους μετανάστες στην Κύπρο, χωρίς να καταβάλει κόμιστρο ο ίδιος, ως δηλαδή και η αναφορά του στην κατάθεση του. Ακόμα όμως και η αναφορά του πως αντιλαμβανόταν πως για ένα τέτοιο ταξίδι θα έπρεπε να καταβληθεί ένα μεγάλο ποσό επιβεβαιώνεται μέσα και από την μαρτυρία των Μ.Κ1, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 αλλά και από τις υπόλοιπες καταθέσεις που λήφθηκαν από την Αστυνομία (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.3), από τις οποίες προκύπτει πως το κόμιστρο κυμαινόταν γύρω στις 3000 δολάρια ανά άτομο, ποσό πράγματι ιδιαίτερα ψηλό ιδίως αν συναρτηθεί προς τη χαμηλή εισοδηματική ικανότητα που είχαν τα πρόσωπα