Δημοκρατία ν. A.A., Αρ. Υπόθεσης: 126/2024, 1/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 126/2024 Δημοκρατία v. A.A. Κατηγορούμενου 1 Ιουλίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι του απαγορευμένου μετανάστη που βρέθηκε στη Δημοκρατία (άρθρα 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 - κατηγορία 1), της μεταφοράς προσώπων δια υδάτινης οδού με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης, σκάφος (άρθρο 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 - κατηγορία 2), της παροχής συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία (άρθρα 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 - κατηγορία 3), της υποβοήθησης παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας (άρθρο 19Α
(1)του Κεφ.105 - κατηγορία 4) και της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών (άρθρο 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και άρθρα 6
(1)(a), 6
(2)(b), 6
(3)(a),(b) του Τρίτου Μέρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Σύμβασης - κατηγορία 5). Τα αδικήματα που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, φέρονται να έλαβαν χώρα μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 1ης Ιανουαρίου
- Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα ότι, ο Κατηγορούμενος, έχοντας συμφωνήσει προηγουμένως με (άγνωστο) μέλος εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών και με αντάλλαγμα την έκπτωση ύψους 6000 δολαρίων στο κόστος μεταφοράς του ίδιου και της οικογένειας του, οδήγησε ξύλινη βάρκα και μετέφερε από το Λίβανο στην Κύπρο 132 απαγορευμένους μετανάστες. Είναι περαιτέρω θέση της, ότι η εν λόγω βάρκα, με την οποία πραγματοποιήθηκε το ταξίδι, ήταν ανασφαλής, λόγω υπερφόρτωσης. Ο Κατηγορούμενος δε, όντας και ο ίδιος απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το νόμο, βρέθηκε στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Από την άλλη, παρά το γεγονός ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι συμφώνησε να οδηγήσει τη βάρκα και πράγματι την οδήγησε για να μεταφέρει τους απαγορευμένους μετανάστες, εν τέλει στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσε θέση του ότι ο ίδιος δεν το έπραξε και γενικότερα προώθησε τη θέση πως δεν είχε καμία εμπλοκή στα επίδικα αδικήματα.
- Η Διαδικασία Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε εφτά μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Α/Αστ.2316 Κ.Ν. (Μ.Κ.1), τον Α/Αστ.2633 Δ.Λ. (Μ.Κ.2), τον Αστ.3811 Χ.Σ. (Μ.Κ.3), τον Αστ.601 Α.Κ. (Μ.Κ.4), τον S.A. (Μ.Κ.5), τον Αστ.194 Μ.Σ. (Μ.Κ.6) και τον Μ.Α. (Μ.Κ.7), ο οποίος προσφέρθηκε για αντεξέταση. Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σ' αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ κάλεσε μία μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι τη Β.Α.Ζ. (Μ.Υ.1), η οποία είναι σύζυγος του. Κατατέθηκαν δε, συνολικά, 19 τεκμήρια, ως επίσης και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-Ζ.
- Σύνοψη Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί από το 2007 στην μονάδα της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας και τον επίδικο χρόνο ήταν αποσπασμένος στον Ναυτικό Σταθμό Παραλιμνίου, κατ' αρχάς υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 2.1.24 (Έγγραφο Α΄). Ως αναφέρει σ' αυτήν, την 1.1.24 και περί ώρα 15:35, έλαβε οδηγίες από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας να ελέγξει θαλάσσιο στόχο που βρισκόταν περί τα 12 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο και αναχώρησε άμεσα από την μαρίνα Αγίας Νάπας, με την αστυνομική άκατο «Απ. Ανδρέας», όπου κυβερνήτης ήταν ο ίδιος και πλήρωμα ο Αστ.
- Στη συνέχεια αναφέρει ότι, περί τις 16:13, εντόπισε ξύλινη βάρκα άσπρου χρώματος, 10 περίπου μέτρων[1], σε απόσταση οκτώ ναυτικών μιλίων περίπου από τις ακτές της Δημοκρατίας (καταγράφεται το ακριβές στίγμα όπου εντοπίστηκε η βάρκα), η οποία είχε κίνηση προς τις ακτές της Δημοκρατίας με χαμηλή ταχύτητα και ήταν υπερφορτωμένη με μετανάστες και εξαιρετικά επικίνδυνη αφού, από το βάρος της, η ίσαλος γραμμή της βάρκας ήταν καλυμμένη, ενώ το κατάστρωμα της βρισκόταν μόλις 30 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια της θάλασσας. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, επέβαιναν 133 άτομα, αντί 10 που προνοούν οι κανονισμοί του Υφυπουργείου Ναυτιλίας για τέτοιου μεγέθους σκάφη. Αφού ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας για την κατάσταση, έλαβε οδηγίες όπως συνοδεύσει την βάρκα με τους μετανάστες προς το αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου. Κατά τη διάρκεια της συνοδείας τους, και συγκεκριμένα στις 17:00, η αστυνομική άκατος «Ονήσιλος», με κυβερνήτη τον Αστυνόμο Β' Π. Πολυκάρπου, προσέγγισε το σημείο που βρισκόντουσαν και ενίσχυσε τη συνοδεία. Στις 18:08 δε, με τη βοήθεια και της αστυνομικής ακάτου «Αστραπής 32», η οποία τους προσέγγισε στην περιοχή του Πρωταρά, με πλήρωμα τους Α/Αστ. 2040 και Αστ. 3173, οδήγησαν τη βάρκα με τους μετανάστες εντός του αλιευτικού καταφυγίου Παραλιμνίου, όπου και κατέπλευσαν. Μετά την αποβίβαση των μεταναστών, τον έλεγχο και καταμέτρηση τους ανέλαβαν τα αρμόδια τμήματα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμοχώστου. Κατά την περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα προσόντα του και στις εκπαιδεύσεις που έτυχε ως αστυνομικός της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, μεταξύ άλλων και για την πλοήγηση σκαφών. Επίσης, αναφέρθηκε στα συστήματα πλοήγησης που διαθέτει το σκάφος του, τα οποία χρησιμοποίησε για να καθορίσει το στίγμα του, ως το έχει καταγράψει στην κατάθεση του, εξηγώντας όμως ότι ανά πάσα στιγμή η θέση τους παρακολουθείται και από το Παγκύπριο Σύστημα Ραδιοεπισήμανσης που βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία στη Λεμεσό και το οποίο ουσιαστικά είναι σύστημα ραντάρ που παρακολουθεί τη θάλασσα της Κύπρου Παγκύπρια. Περαιτέρω, έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με την επικινδυνότητα της βάρκας που εντόπισε. Η υπεράσπιση, μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα, αμφισβήτησε κυρίως την αναφορά του περί εντοπισμού της βάρκας σε απόσταση οκτώ ναυτικών μιλίων περίπου από τις ακτές της Δημοκρατίας, καθώς επίσης την αναφορά του περί επικινδυνότητας της βάρκας. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, ο μάρτυρας απέκλεισε το ενδεχόμενο λάθους στις συντεταγμένες και ανακοπής της βάρκας εκτός χωρικών υδάτων, δηλαδή σε απόσταση πέραν των 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας, εξηγώντας ότι η θέση που ανακόπηκε η βάρκα είναι επιβεβαιωμένη και από το Παγκύπριο Σύστημα Ραδιοεπισήμανσης. Για το δεύτερο ζήτημα δε, έδωσε λεπτομέρειες για τον άμεσο κίνδυνο που υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση και εξήγησε τις ενέργειες τους και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ο Μ.Κ.2, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Αμμοχώστου, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που έδωσε ημερ. 1.1.24 και 7.1.24 (Έγγραφο Β και Γ αντίστοιχα), όπου καταγράφει τις ενέργειες του σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι μετά την άφιξη της βάρκας με τους 133 παράτυπους μετανάστες από τη Συρία, στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου, μετέβη στο μέρος με άλλα μέλη του ΤΑΕ και της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) για έλεγχο και καταγραφή των μεταναστών. Κατά τον έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στους μετανάστες ήταν και ο S.A. (Μ.Κ.5), κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας, ο οποίος ανακρινόμενος γραπτώς ανέφερε ότι εγκατέλειψε την Κυπριακή Δημοκρατία τρεις μήνες προηγουμένως και μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές, όπου με βάρκα μετέβη στο Λίβανο, ενώ στις 30.12.23 βρήκε κάποιο άτομο το οποίο του είπε πως θα έρχονταν με βάρκα στην Κύπρο και αφού πλήρωσε το ποσό των 2.700 δολαρίων, επιβιβάστηκε μαζί με άλλα άτομα σε βάρκα, στην Τρίπολη του Λιβάνου και ήρθαν στην Κύπρο. Όπως ανέφερε δε το συγκεκριμένο πρόσωπο, γνωρίζει ποιος οδηγούσε την βάρκα και ακολούθως υπέδειξε τον Κατηγορούμενο[2]. Την ίδια ώρα, ο μάρτυρας, στην παρουσία διερμηνέα, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία και του απαγορευμένου μετανάστη και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως, του εξήγησε και του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 3[3]). Κατά την περαιτέρω εξέταση του, ανέφερε ότι σε σχέση με τον Μ.Κ.5 είχε σχηματιστεί ποινικός φάκελος, ένεκα του ότι έφυγε από μη εγκεκριμένο λιμάνι των κατεχομένων και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 35 ημερών[4]. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ανέκριναν αρκετά άτομα που επέβαιναν στην βάρκα και όλοι ανέφεραν πως πλήρωσαν ποσά από 2.500-3.500 δολάρια για να ταξιδέψουν. Μεταξύ των ατόμων αυτών που ερωτήθηκαν, είναι και όσα αναφέρονται στο ημερολόγιο ενεργείας που κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ουδείς εκ των επιβαινόντων στην επίδικη βάρκα είχε άδεια εισόδου στη Δημοκρατία και εξήγησε πως ο λόγος σύλληψης του Κατηγορούμενου έγκειται στο ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας. Από τη διερεύνηση που κάνουν τόσα χρόνια, έχουν διαπιστώσει ότι ο οδηγός της βάρκας έχει πάντα σχέση με το διακινητή και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος είχε κάποιο όφελος και συγκεκριμένα έτυχε έκπτωσης. Διευκρίνισε δε πως όταν μιλά για σχέση μεταξύ τους, δεν αναφέρεται σε συγγενική σχέση, αλλά στο γεγονός ότι επωφελήθηκε από το ταξίδι. Σε σχέση με τον Μ.Κ.5, ανέφερε ότι από τις εξετάσεις της Αστυνομίας, δεν διαφάνηκε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το λαθρεμπόριο μεταναστών, ούτε ότι οδήγησε ή βοήθησε στην οδήγηση της βάρκας. Συμφώνησε δε ότι ο τελευταίος, είναι ο μόνος από τους μετανάστες που αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως οδηγό της βάρκας. Τέλος, σε ότι αφορά την εξήγηση στον Κατηγορούμενο των λόγων της σύλληψης του και την επίστηση της προσοχής του στον Νόμο, ανέφερε ότι είναι σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τι του λεγόταν από τον μεταφραστή, εξ ου και είπε ότι κατάλαβε και υπέγραψε. Οι δύο τους δε, δηλαδή ο μεταφραστής και ο Κατηγορούμενος, μιλούσαν αραβικά. O M.K.3, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που ετοίμασε (Έγγραφο Δ), όπου αναφέρει ότι στις 2.1.2024, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, με τη βοήθεια του διερμηνέα J.K.Μ. συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 7). Πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τους λόγους σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, δεν απάντησε οτιδήποτε. Ακολούθως τον πληροφόρησε και του επέδωσε γραπτώς τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα, με τον Κατηγορούμενο να υπογράφει το σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 8[5]). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε περαιτέρω ότι στις 2.1.24, εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης εναντίον του Κατηγορούμενου, για περίοδο 8 ημερών (Τεκμήριο 10). Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε στο κατά πόσο ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον μεταφραστή όταν εξηγήθηκαν στον τελευταίο οι λόγοι της σύλληψης του και έγινε επίστηση της προσοχής του στο νόμο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον μεταφραστή, αφού όταν τον πληροφορούσε έγνεφε καταφατικά, αλλά δεν απάντησε κάτι. Επίσης, ο Κατηγορούμενος δεν είπε ότι δεν καταλαβαίνει. Ό,τι άλλο ανέφερε είναι πως διερμηνέας και Κατηγορούμενος, μιλούσαν αμφότεροι την αραβική γλώσσα, οπότε θεωρεί ότι αντιλήφθηκε ο ένας τον άλλο. Ο Μ.Κ.4, ο οποίος υπηρετεί επίσης στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Έγγραφο Ε), όπου αναφέρει ότι την 1.1.24 μετέβη στο Αλιευτικό Καταφύγιο Παραλιμνίου για τη διερεύνηση της υπόθεσης άφιξης της επίδικης βάρκας με 133 παράτυπους μετανάστες και με τη βοήθεια διερμηνέα (Μ.Ι.) ανέκρινε αριθμό μεταναστών, οι οποίοι ανέφεραν ότι αναχώρησαν από παραλία που βρίσκεται στα σύνορα Λιβάνου και Συρίας την 31.12.23, αφού πλήρωσαν σε άγνωστο τους πρόσωπο ποσό 2500 δολαρίων. Την 3.1.24 δε, με τη βοήθεια του ίδιου διερμηνέα, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 15[6]), αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνά. Η λήψη της κατάθεσης έγινε στην παρουσία της δικηγόρου Α.Π., η οποία εκπροσωπούσε τον Κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε περαιτέρω ο μάρτυρας, ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα νομικά του δικαιώματα και υπέγραψε σχετικά τη βεβαίωση Τεκμήριο 11[7] για την πληροφόρηση και παραλαβή των δικαιωμάτων του, ενώ η εκπροσώπηση του Κατηγορούμενου από δικηγόρο στο ανακριτικό στάδιο, έγινε κατόπιν αίτησης του για παραχώρηση δωρεάν νομικής αρωγής (Τεκμήριο 13[8]). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τα πρόσωπα που ανέκρινε ο ίδιος, δεν του ανέφεραν τον οδηγό της βάρκας και ο μόνος που έδωσε μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου είναι ο ΜΚ5, ο οποίος ήταν ένας εκ των επιβατών της βάρκας. Ο μάρτυρας απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τον τελευταίο και συγκεκριμένα για την ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του και το αδίκημα που αντιμετώπισε, αλλά και το κατά πόσον αυτός εμπλέκεται σε λαθρεμπόριο μεταναστών. Επί του τελευταίου, ανέφερε ότι κατόπιν εξετάσεων δεν προέκυψε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.5 κατ' αρχάς συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την 1.1.24 (Έγγραφο ΣΤ). Όπως αναφέρει σ' αυτήν, ήρθε στην Κύπρο το 2017 και είναι αιτητής ασύλου, έφυγε δε από την Κύπρο με βάρκα, τρεις μήνες προηγουμένως, από τα κατεχόμενα. Στη συνέχεια αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε ξανά στην Κύπρο με την επίδικη βάρκα, τον οδηγό της οποίας υπέδειξε στην Αστυνομία. Όπως αναφέρει δε, ο οδηγός κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κρατούσε μαζί του δύο gps και τους είπε μόλις φτάσουν στην Κύπρο και τους ρωτήσει η Αστυνομία, να πουν ότι οδήγησαν όλοι τη βάρκα για να μην τον συλλάβουν. Μόλις έφθασε η Αστυνομία της Κύπρου, ο οδηγός πέταξε τα gps στη θάλασσα. Το ταξίδι στην Κύπρο ήταν πολύ επικίνδυνο, ήταν πολλά άτομα στην βάρκα και ο ένας ήταν «κολλητός» με τον άλλο, ενώ δεν φορούσαν σωσίβια. Για το ταξίδι πλήρωσε 2.700 δολάρια σε κάποιον που δεν γνωρίζει το όνομα του, όμως είναι διακινητής στο Λίβανο. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ο μάρτυρας αναγνώρισε το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία Τεκμήριο 5 ως τον καπετάνιο της βάρκας και αμέσως μετά ανέφερε ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε δε, είχαν ξεκινήσει από το Λίβανο η ώρα 23:45 και η Αστυνομία τους σταμάτησε η ώρα 16:00-17:00, οπότε το ταξίδι τους διήρκησε 16-17 ώρες. Τον καπετάνιο τον είχε δει όταν ξημέρωσε, περί τις 07:00, όταν εισήλθε στο δωμάτιο που αυτός βρισκόταν, ενώ συνέχισε να βρίσκεται στο εν λόγω δωμάτιο μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι της Κύπρου. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την ορατότητα του το βράδυ και αν μπορούσε να δει τον οδηγό, για την αναφορά του ότι μπήκε στην καμπίνα και τί υπήρχε εντός αυτής, για το τί έκανε στη βάρκα καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αν κοιμήθηκε αυτό το διάστημα και για πόση ώρα, αν έβλεπε τον οδηγό ενόσω κοιμόταν, για την αναχώρηση του από τα κατεχόμενα τρεις μήνες προηγουμένως και το πρόσωπο με το οποίο υπήρχε συνεννόηση για να έρχεται στην Κύπρο κάθε φορά. Επίσης, αντεξετάστηκε για τη σχέση του με το λαθρεμπόριο μεταναστών, το κίνητρο του να κατονομάσει τον Κατηγορούμενο ως οδηγό, την οδήγηση της βάρκας από τον ίδιο και τη γνώση του εν γένει ποιος ήταν ο οδηγός της βάρκας. Ήταν γενικά η θέση του ότι ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση με λαθρεμπόριο μεταναστών και πως είδε τον οδηγό της βάρκας και επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.6 υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Αμμοχώστου. Όπως αναφέρει στην κατάθεση του ημερ.3.1.24 (Έγγραφο Ζ), την 1.1.24 μετέβη στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου, όπου κατέπλευσε η επίδικη βάρκα με τους 133 παράτυπους μετανάστες από τη Συρία, για εξετάσεις και καταγραφή των στοιχείων των μεταναστών. Με τη βοήθεια μεταφραστή κατέγραψε τα στοιχεία τους και κατά την ανάκριση τους ανέφεραν ότι ξεκίνησαν στις 31.12.23 από την Τρίπολη του Λιβάνου και πλήρωσαν το ποσό των 2500 δολαρίων ο καθένας σε άγνωστο πρόσωπο για τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Την ίδια μέρα έγινε έλεγχος των στοιχείων τους σε διάφορα συστήματα[9]. Κατά την ανάκριση των μελών του ΤΑΕ, προέκυψε μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας και από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι αυτός εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, χωρίς την άδεια του Λειτουργού Μετανάστευσης. Κατά την περαιτέρω εξέταση του κατέθεσε τη λίστα που ετοιμάστηκε με τα στοιχεία των 133 μεταναστών (Τεκμήριο 17), όπου στον αριθμό 1 είναι καταγραμμένα τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, ενώ ανέφερε ότι όλα τα πρόσωπα που καταγράφονται στον κατάλογο εισήλθαν στη Δημοκρατία χωρίς άδεια μετανάστευσης και θεωρημένο διαβατήριο από τις αρχές της Δημοκρατίας. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε κατ' αρχάς ότι από τους ελέγχους που έκαναν δεν προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος είχε έρθει στο παρελθόν στη Δημοκρατία. Ακολούθως, αναγνώρισε ακόμη μια κατάθεση που έδωσε στις 3.1.24 (Τεκμήριο 18), όπου αναφέρεται στον Μ.Κ.5 και συμφώνησε ότι ο τελευταίος αφίχθηκε ξανά στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι. Σύμφωνα με το μάρτυρα, αυτό δεν το είχε αναφέρει στην άλλη κατάθεση γιατί ήταν διαφορετική κατάθεση και δεν γνώριζε ότι αυτός ήταν πάνω σε αυτή τη βάρκα. Εν πάση περιπτώσει, στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο εντοπίζεται στον αρ.18 του Τεκμηρίου
- Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο υποβλήθηκε αίτηση ασύλου από τον Κατηγορούμενο, ενώ βλέποντας το Τεκμήριο Γ για αναγνώριση είπε ότι πιθανόν να έχει υποβάλει, κάτι που θα σήμαινε ότι βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία και έχει δικαίωμα διαμονής. Ο Μ.Κ.7, ο οποίος ήταν ένας εκ των επιβαινόντων της επίδικης βάρκας, αντεξεταζόμενος συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 19), όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι όταν ξεκίνησε το ταξίδι από το Ταρτούς της Συρίας, οδηγούσε κάποιος με το όνομα Α.Α., αλλά αυτός στην συνέχεια έφυγε με μια άλλη βάρκα η οποία τους ακολουθούσε. Μετά κοιμήθηκε και δεν είδε ποιος συνέχισε να οδηγεί τη βάρκα. Ό,τι άλλο ανέφερε είναι ότι η βάρκα ήταν μεγάλη και δεν μπορούσε κανένας να μετακινηθεί γιατί είχε πολλούς ανθρώπους μέσα. Στην καμπίνα δε της βάρκας, δεν γνωρίζει αν ήταν μόνον ο οδηγός. Σε σχέση με τον Α.Α. ανέφερε ότι δεν τον είχε δει να οδηγεί τη βάρκα και αυτό είναι κάτι που του είχαν πει, όπως επίσης του είπαν ότι ο τελευταίος πριν εγκαταλείψει τη βάρκα, είπε στον κόσμο να οδηγήσει άλλος ή άλλοι τη βάρκα όταν θα φύγει. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο. Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε πως η αναφορά του ότι ξεκίνησαν από το Ταρτούς της Συρίας ήταν επίσης κάτι που άκουσε. Ο Κατηγορούμενος, ως ήδη λέχθηκε, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ κάλεσε ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Η κατάθεση όμως που έδωσε στην Αστυνομία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15[10]. Τούτο σημειώνουμε έγινε κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίστηκε από το Δικαστήριο ότι «. η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει ν' αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το εκούσιο της υπογραφής της επίδικης κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο και κατ' επέκταση τη θεληματικότητα της.» Στην κατάθεση του, πέραν από κάποιες προσωπικές πληροφορίες, αναφέρει ότι για να έρθουν στην Κύπρο, συναντήθηκε μ' ένα πρόσωπο στην Ταρτούς της Συρίας που θα τον βοηθούσε. Ήθελε οπωσδήποτε να φύγει από τη Συρία με την οικογένεια του γιατί η κατάσταση εκεί δεν είναι καλή, υπάρχει πολλή φτώχεια και στην Κύπρο ξέρει ότι μπορεί να δουλέψει για να βγάλει λεφτά και να ζήσει την οικογένεια του καλά. Το εν λόγω πρόσωπο ήξερε πως ο ίδιος ήθελε να φύγει και ότι είναι ψαράς και ξέρει από θάλασσα και του είπε να πάρει τη βάρκα και να μην πληρώσει η γυναίκα και το παιδί του. Πλήρωσε και για τους τρεις συνολικά 3000 δολάρια και δέχτηκε να οδηγήσει τη βάρκα, αφού έτσι θα γλύτωνε 6000 δολάρια, τα οποία δεν είχε να πληρώσει. Περαιτέρω, εξηγεί πως την ημέρα του ταξιδιού, τους μετέφεραν σε μια παραλία και η βάρκα ήταν ήδη μέσα στο νερό. Τότε με μικρά σκάφη τους μετέφεραν πάνω στη βάρκα και ο ίδιος ανέβηκε τελευταίος, όπου βρήκε και μια πυξίδα που θα χρησιμοποιούσε για να έρθει στην Κύπρο. Στη συνέχεια παραδέχεται ότι ήταν το άτομο που οδήγησε τη βάρκα για να έρθουν στην Κύπρο, η οποία όμως όπως ανέφερε δεν γνωρίζει σε ποιόν ανήκει. Το ταξίδι τους κράτησε 14 ώρες περίπου γιατί η βάρκα πήγαινε αργά, αφού είχε πάρα πολλά άτομα πάνω, ενώ στη διαδρομή κινδύνεψαν να βυθιστούν λόγω του ότι η βάρκα ήταν παλιά και φορτωμένη με πάρα πολλά άτομα. Επίσης, αναφέρει ότι τους είχαν πει, όταν τους ρωτήσει η Αστυνομία στην Κύπρο, να πουν ότι ξεκίνησαν από τη Συρία. Τέλος, αναφέρει ότι πέταξε στη θάλασσα την πυξίδα που κρατούσε, μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας, όπως του είπαν να κάνει στο Λίβανο. Η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου και ήρθε στην Κύπρο αρχές του χρόνου με βάρκα. Όπως ανέφερε, στη βάρκα ήταν με το σύζυγο και το γιο της και κάθονταν στο μέσο της, έξω από την καμπίνα, καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και ο Κατηγορούμενος δεν έφυγε καμία στιγμή από δίπλα της. Επίσης, ανέφερε ότι κανένας δεν μπορούσε να μετακινηθεί από τη θέση του, διότι είχε πολύ κόσμο. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχαν ξεκινήσει για το ταξίδι η ώρα 22:00 (βράδυ) και δεν είδε σε καμία στιγμή τον οδηγό της βάρκας. Ό,τι άλλο ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, είναι ότι δεν της ζητήθηκε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία και ότι προηγουμένως ήταν παντρεμένη με τον Y.A., εξάδελφο του Μ.Κ.
- Ο τελευταίος δε είχε λόγο να πει ψέματα διότι θέλει να της καταστρέψει τη ζωή της, επειδή ήταν παντρεμένη με τον εξάδελφο του. Με τον πρώην σύζυγο της, ο οποίος την κτυπούσε και τη βασάνιζε, δεν έχει καλή σχέση. Αντεξετάστηκε για τις διευθετήσεις που έγιναν για να έρθουν στην Κύπρο, τη διαδικασία που έγινε για ν' ανέβουν στη βάρκα με την οποία ήρθαν στην Κύπρο και βεβαίως για το ταξίδι τους. Επί τούτου, ερωτήθηκε συγκεκριμένα για το σημείο που καθόταν στη βάρκα, τη διάρκεια του ταξιδιού και τι έκανε ενόσω ταξίδευαν. Επίσης, αντεξετάστηκε για τις ισχυριζόμενες απειλές σε βάρος της από τους θείους της, για τους λόγους που τους οδήγησαν να εγκαταλείψουν τη Συρία και τα οικονομικά της οικογένειας τους, τη σχέση της με τον πρώην άντρα της αλλά και την ακριβή σχέση του τελευταίου με τον Μ.Κ.5 και τις κατ' ισχυρισμό απειλές του τελευταίου προς το πρόσωπο της. Η μάρτυρας δε αρνήθηκε τις υποβολές που της έγιναν ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της βάρκας και η ίδια στεκόταν δίπλα του, αλλά και ότι είπε ψέματα για να βοηθήσει τον άντρα της.
- Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτo. Τούτο βέβαια έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση, ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και το παιδί του βρίσκονταν μέσα στην επίδικη βάρκα με τους 133 μετανάστες, η οποία την 1.1.24 εντοπίστηκε από τη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία και οδηγήθηκε στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου. Εντοπισμός της βάρκας - Μ.Κ.1 Όπως προκύπτει από τη σύνοψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, πρόκειται για τον κυβερνήτη του σκάφους της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας που έλαβε οδηγίες να ελέγξει θαλάσσιο στόχο και εντόπισε την επίδικη βάρκα. Πριν υπεισέλθουμε όμως στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αυτή καθ' αυτή και στα σημεία της που αμφισβητούνται, σημειώνουμε κατ' αρχάς πως μέσα απ' όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί διαπίστωση μας, ότι πρόκειται για ένα πολύ έμπειρο καπετάνιο αστυνομικών ακάτων τύπου Β και Γ[11] και πολύ καλό γνώστη του αντικειμένου του, έχοντας παρακολουθήσει και πάρα πολλές εκπαιδεύσεις από το 2007 που ευρίσκεται στη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία, κάτι που βεβαίως θα πρέπει να επισημάνουμε πως δεν έχει αμφισβητηθεί. Από εκεί και πέρα, αναφέρουμε ότι η εντύπωση που μας έκανε σαν μάρτυρας ήταν εξαιρετική. Πέραν του ότι παρέθεσε τα γεγονότα με αμεσότητα και σαφήνεια, είναι ξεκάθαρο ότι προσπάθησε με τρόπο αντικειμενικό να μεταφέρει στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα ως προς τις διαπιστώσεις του αλλά και το τί αντιμετώπισαν την επίδικη μέρα από τη στιγμή που εντόπισαν τη βάρκα μέχρι και την κατάπλευση τους στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ότι το στίγμα της βάρκας κατά την ανακοπή της δεν μεταφέρθηκε ορθά και ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γνωρίζει η υπεράσπιση αν το στίγμα αυτό αντιστοιχεί στα οκτώ ναυτικά μίλια περίπου, ως ήταν η θέση του μάρτυρα. Εν τέλει, υποβλήθηκε η θέση, ότι η βάρκα εντοπίστηκε εκτός χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι σε απόσταση πέραν των 12 ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Δημοκρατίας[12]. Στη δε αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, υποστηρίζεται πως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που ν' αποδεικνύει (θετικά), ότι η βάρκα εντοπίστηκε εντός των χωρικών υδάτων. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Επί τούτου σημειώνουμε ότι ο μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι δεν υπάρχει περίπτωση να είναι λανθασμένες οι συντεταγμένες ως τις έχει καταγράψει και κατ' επέκταση το σημείο που εντοπίστηκε η βάρκα. Όπως πειστικά ανέφερε, το σημείο επιβεβαιώνεται από τα συστήματα που έχουν στο σκάφος αλλά και από το Παγκύπριο Σύστημα Ραδιοεπισήμανσης (ΠΣΡ) και είναι πολύ προσεκτικοί, ιδίως με τη θέση που ανακόπτουν, για να ξέρουν που βρίσκονται, κυρίως για λόγους ασφαλείας. Παρενθετικά, σημειώνουμε εδώ ότι στην κυρίως εξέταση του, ο μάρτυρας είχε εξηγήσει χωρίς ν' αμφισβητηθεί, ότι το σκάφος του διαθέτει διάφορα συστήματα που εντοπίζουν τη θέση της βάρκας και συγκεκριμένα (α) το Global Positioning System (GPS), (β) το ραντάρ, το οποίο διαθέτει επίσης GPS και (γ) το Automatic Identification System (AIS), το οποίο ουσιαστικά εντοπίζει και μεταβιβάζει τη θέση του σκάφους σ' ένα σύστημα το οποίο υπάρχει διαδικτυακά και παρακολουθούνται όλα τα σκάφη τα οποία το διαθέτουν. Πέραν τούτου, τη θέση τους την παρακολουθεί την ίδια ώρα το ΠΣΡ, το οποίο βρίσκεται στη Λεμεσό, στα κεντρικά γραφεία τους. Πρόκειται για ένα σύστημα ραντάρ το οποίο παρακολουθεί Παγκύπρια τη θάλασσα της Κύπρου και τους εντοπίζει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονται και είναι σε συνεχή επικοινωνία και συνεννόηση. Και όπως ξεκάθαρα ανέφερε, οι ενδείξεις των συστημάτων του σκάφους το δεδομένο χρόνο, συνήδαν με αυτές του ΠΣΡ. Το γεγονός δε ότι δεν ανέφερε στη μαρτυρία του αρχικά, ότι τηρούσε σημειώσεις στο σκάφος αναφορικά με τις ώρες και τα στίγματα ώστε να έχει μια επαλήθευση αργότερα, ή ότι δεν ανέφερε αυτό το πράγμα στην κατάθεση του, δεν θεωρούμε πως επηρεάζει καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τη μαρτυρία του για το συγκεκριμένο ζήτημα. Επί τούτου, κατ' αρχάς θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι η ουσία του πράγματος είναι ο εντοπισμός της βάρκας στο συγκεκριμένο στίγμα και αυτό αναμενόταν λογικά να καταγράψει στην κατάθεση του. Το πώς είναι σε θέση να γνωρίζει το στίγμα, αν κρατούσε σημειώσεις και άλλες λεπτομέρειες, είναι ζητήματα της μαρτυρίας του. Από εκεί και πέρα, ως προς τη μομφή της υπεράσπισης ότι δεν αναφέρθηκε σε τήρηση σημειώσεων όταν ερωτήθηκε για τις ενέργειες του μετά τον εντοπισμό της βάρκας, όπως πειστικά εξήγησε ο μάρτυρας όταν του τέθηκε το θέμα, απλά δεν το θεώρησε σημαντικό ν' αναφέρει ότι τηρούσε και ο ίδιος σημειώσεις, κάτι που γίνεται πάντα, ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι δεν του πέρασε από το μυαλό ότι είναι τόσο σημαντικό να αναφέρει ως πρώτη ενέργεια του, το τί κάνει επί τόπου στη σκηνή. Και τούτο διότι, ως εύλογα υποστήριξε, όταν έχει να κάνει μ' ένα επικίνδυνο επεισόδιο, το πιο σημαντικό είναι να προσέχει τον κόσμο να μην πάθει κακό και αυτό έρχεται πρώτα στο νου του. Εν πάση περιπτώσει, πέραν του ότι είναι απόλυτα λογικό να τηρούνται σημειώσεις από τον καπετάνιο του σκάφους για κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως και ο ίδιος ανέφερε, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι από τη μελέτη των πρακτικών διαπιστώνουμε ότι ήταν απόλυτα λογική η αναφορά του μάρτυρα σε σημειώσεις, όταν πλέον ξεκίνησε να τυγχάνει αμφισβήτησης η μαρτυρία του σε σχέση με το στίγμα και τα ναυτικά μίλια που κατέγραψε και όχι προηγουμένως. Όταν είχε ερωτηθεί προηγουμένως για τις ενέργειες του μετά τον εντοπισμό της βάρκας, η απάντηση που έδωσε συνάδει απόλυτα με όσα καταγράφηκαν αμέσως πιο πάνω και τη λογική εξήγηση που έδωσε, ως προς το γιατί δεν ανέφερε την καταγραφή σημειώσεων στις πρώτες του ενέργειες. Είπε συγκεκριμένα: «Οι πρώτες ενέργειες ήταν να προσεγγίσω το σκάφος να δω αν υπάρχει κάποιος άμεσος κίνδυνος, δηλαδή αν είχε κάποιο πάνω που κινδύνευε άμεσα, αν είχε κάποιο που ήταν άρρωστος, αν είχε κάποιο που είχε άμεση ανάγκη φροντίδας ή Πρώτων Βοηθειών.» Ενώ, στη συνέχεια, όπως ανέφερε, ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσίας, έγινε προσπάθεια να εντοπίσουν κάποιον στη βάρκα να συνεννοηθούν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και προσπάθησε να κρατήσει τη βάρκα σε πορεία. Επίσης, δεν θεωρούμε ότι η μη παρουσίαση των σημειώσεων του ή εγγράφου που καταγράφει τις συντεταγμένες, θα μπορούσε να έχει τη σημασία που του αποδίδει η υπεράσπιση. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας ερωτηθείς σχετικά, δεν έχει τις σημειώσεις για να τις παρουσιάσει. Τούτο όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι κατέγραψε τις συντεταγμένες στις σημειώσεις του, με βάση τις ενδείξεις των οργάνων ακριβείας που αναφέρθηκαν ανωτέρω και περαιτέρω προέβη σε έλεγχο τους μέσω ασυρμάτου και καταγράφηκαν και από τον σταθμό του. Επίσης, το σημείο που βρίσκονταν διαβιβάστηκε και στον αξιωματικό υπηρεσίας του κέντρου τους, όταν επικοινώνησε μαζί του και σημειώθηκε στο ΠΣΡ αφού ελέγχθηκε και από τα δικά τους ραντάρ, ενώ μετά την επιχείρηση έγινε και διασταύρωση των πληροφοριών για να δουν αν υπάρχει κάποιο λάθος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας: «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, να είναι λανθασμένες οι συντεταγμένες. Σε καμιά περίπτωση δεν έγινε λάθος, αυτό είναι επιβεβαιωμένο πάρα πολλές φορές και από μας και από τα συστήματα που έχουμε πάνω και από το ΠΣΡ, είμαστε πολύ προσεκτικοί, ιδίως με τη θέση που ανακόπτουμε να ξέρουμε πού είμαστε. Πρώτα από όλα είναι θέμα ασφάλειας μη κακό να γίνει κάτι να μην γνωρίζει η διοίκηση μου σε ποιο σημείο είμαι ακριβώς, εγώ θεωρώ ότι δεν υπάρχει τέτοιο θέμα.» Έχοντας δε υπόψη τις δικές του σημειώσεις και όσα αναφέρθηκαν, την επόμενη ημέρα (2.1.14), κατέγραψε την κατάθεση του (Έγγραφο Α). Έμφαση δόθηκε από την υπεράσπιση και στη χρήση της λέξης «περίπου» από το μάρτυρα, σε σχέση με τον καθορισμό των ναυτικών μιλίων. Και τούτο για να καταδειχθεί προφανώς, το εσφαλμένο ή ανακριβές των τοποθετήσεων του. Επί τούτου επισημαίνουμε ότι σε σχέση με τη χρήση από μέρους του μάρτυρα της λέξης «περίπου», στον υπολογισμό που έκανε, ο τελευταίος έχει δώσει επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε, αυτό έχει να κάνει αφενός με το ότι όταν τοποθετηθεί το σημείο πάνω στο ναυτικό χάρτη, μπορεί στις μετρήσεις να χαθούν κάποια μέτρα ή εκατοντάδες μέτρα και αφετέρου με το γεγονός ότι όταν πηγαίνουν στο σημείο και λαμβάνουν το στίγμα, η βάρκα συνεχίζει να κινείται, αλλάζοντας συνεχώς θέση, με αποτέλεσμα η θέση της εντός 1-2 λεπτών να μετακινηθεί 200-300 μέτρα. Για τη συγκεκριμένη περίπτωση ξεκαθάρισε όμως, ότι η όποια διαφορά στα μέτρα δεν αλλάζει το γεγονός ότι η βάρκα βρισκόταν εντός χωρικών υδάτων κατά τον εντοπισμό της, κάτι που θα ήταν πιθανόν συζητήσιμο αν το σημείο ήταν ακριβώς στα 12 ναυτικά μίλια. Σε σχέση με το σημείο εντοπισμού της βάρκας, η υπεράσπιση ομολογουμένως αρκέστηκε στο ν' αμφισβητεί όσα έλεγε ο μάρτυρας, υποβάλλοντας διάφορες γενικές ερωτήσεις και αόριστες θέσεις, που δεν είχαν κανένα υπόβαθρο. Ο μάρτυρας όμως ήταν απόλυτα θετικός και πειστικός επί των όσων σχετικά κατέθεσε και δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι οι αναφορές του ήταν ορθές. Ούτε μας έδωσε την εντύπωση ότι είχε κάποιο λόγο για να μην καταθέσει τα πράγματα όπως ακριβώς έγιναν στην πραγματικότητα και ούτε η υπεράσπιση εισηγείται ότι είχε κάποιο κίνητρο για να το κάνει. Παρά την ξεκάθαρη αναφορά του μάρτυρα δε, ότι το στίγμα τους είναι επιβεβαιωμένο πάρα πολλές φορές, και παρά το ότι η υπεράσπιση επικαλέστηκε τη μη υπόδειξη σε χάρτη του σημείου εντοπισμού της βάρκας, παρατηρούμε πως όταν ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν έχει μαζί του ναυτικό χάρτη διότι θεώρησε πως δεν θα χρειαστεί, η υπεράσπιση δεν του ζήτησε να παρουσιαστεί ναυτικός χάρτης προκειμένου να υποδείξει ο μάρτυρας τα ναυτικά μίλια που αντιστοιχούν στο στίγμα που κατέγραψε. Ούτε όμως προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία που ν' αντικρούει τις σαφείς και πειστικές θέσεις του μάρτυρα, τις οποίες αποδεχόμαστε. Συνεπώς, εν προκειμένω, από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 κατά την κρίση μας δεν παραμένει καμία απολύτως αμφιβολία αναφορικά με το σημείο εντοπισμού της βάρκας ως το ανέφερε ο Μ.Κ.1 και συναφώς, αποτελεί εύρημα μας ότι η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία εντόπισε την επίδικη βάρκα να πλέει οκτώ ναυτικά μίλια περίπου από τις κυπριακές ακτές, εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα της επικινδυνότητας του σκάφους που μετέφερε τους μετανάστες. Σε σχέση μ' αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο μάρτυρας ήταν τόσο επεξηγηματικός και παραστατικός κατά τη μαρτυρία του, ώστε να μην αφήνεται καμία απολύτως αμφιβολία περί τούτου. Κατ' αρχάς, όπως ανέφερε χωρίς επί τούτου ν' αμφισβητηθεί, το μέγεθος της επίδικης βάρκας ήταν περίπου 10 μέτρα και σ' αυτήν επέβαιναν 133 άτομα, ενώ με βάση τους κανονισμούς του Υφυπουργείου Ναυτιλίας ο αριθμός των επιβαινόντων θα πρέπει να είναι κοντά στο μέγεθος τους, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαν να επιβαίνουν 10 άτομα περίπου. Πέραν δε του μεγάλου αριθμού ατόμων σε μια μικρή βάρκα, όπως ανέφερε δεν υπήρχαν σωστικά βοηθήματα, πυροσβεστικά βοηθήματα ή φαρμακεία, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια τόσου κόσμου. Από εκεί και πέρα, όπως ανέφερε, η ίσαλος γραμμή του σκάφους, δηλαδή η γραμμή η οποία τέμνει τη γάστρα του σκάφους, στο σημείο που την ακουμπά το νερό[13], η οποία πρέπει να είναι πάντα θεατή, λόγω του βάρους δεν φαινόταν καθόλου και το επίπεδο του καταστρώματος απείχε μόνον 30 εκατοστά περίπου από το νερό. Έτσι, λόγω του βάρους, με τον παραμικρό κυματισμό θα μπορούσε νερό της θάλασσας, η οποία ως εξήγησε είναι ένα ασταθές περιβάλλον που αλλάζει συνεχώς, να εισρεύσει πάνω στο κατάστρωμα, να εισχωρήσει στο εσωτερικό του σκάφους και ν' αυξήσει το βάρος απότομα, με αποτέλεσμα να βουλιάξει το σκάφος. Κάτι που θα μπορούσε επίσης να συμβεί από τη μετακίνηση του κόσμου στο σκάφος, αφού σε μια τέτοια περίπτωση, λόγω του αυξημένου βάρους, υπήρχε πιθανότητα ανατροπής. Όλα τα πιο πάνω στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν και κατ' ακρίβειαν εξηγούν πολύ λογικά και το γιατί στην προκειμένη περίπτωση επέλεξαν να μην μετεπιβιβάσουν τους επιβαίνοντες στη βάρκα, που ήταν και ένας από τους λόγους που η υπεράσπιση προώθησε ως ένδειξη ότι η βάρκα δεν ήταν επικίνδυνη. Επί της συγκεκριμένης θέσης, ο μάρτυρας κατ' αρχάς εξήγησε πολύ πειστικά ότι η κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται διαφορετικά, με γνώμονα πάντα την ασφάλεια των επιβαινόντων. Πιο συγκεκριμένα, εξήγησε ότι η απόφαση τους εν προκειμένω λήφθηκε με βάση την εμπειρία τους και έχοντας υπόψη ότι η θάλασσα ήταν σχετικά καλή και οι επαναφορές του σκάφους κάθε φορά που έπιανε κάποια κλίση ήταν αργές. Όπως πειστικά εξήγησε δε και με τούτο συμφωνούμε, είναι διαφορετικό το να διανύσει κάποια απόσταση μια βάρκα χωρίς σωστικά μέσα, σωσίβια, φωτοβολίδες και ασυρμάτους, από το να διανύσει την απόσταση με συνεχή συνοδεία και παρακολούθηση από δύο αστυνομικές ακάτους, οι οποίες έχουν τουλάχιστον εννέα άτομα προσωπικό με έμπειρους ναυτικούς και ναυαγοσώστες, σημειώνοντας παράλληλα ότι στη συνέχεια ήρθε και τρίτο σκάφος. Από την άλλη, η μετεπιβίβαση από ένα σκάφος τόσο φορτωμένο πάνω σε άλλο σκάφος, σε χρονική στιγμή που ο ήλιος έπεφτε, εμπεριείχε τεράστιους κινδύνους και η διαδικασία δεν θα ήταν εύκολη. Ως προς την έτερη θέση που προώθησε η υπεράσπιση για ν' αναδείξει τη μη επικινδυνότητα της βάρκας, που ήταν ότι εν τέλει η βάρκα κατέπλευσε στο λιμάνι χωρίς να βυθιστεί, αρκούμαστε να πούμε ότι το γεγονός ότι πράγματι δεν βυθίστηκε η βάρκα ή και το ότι από τύχη ουσιαστικά δεν υπήρξαν θύματα ή άτομα που κινδύνευσαν, δεν μπορεί αφ' εαυτού να καταρρίψει τη θέση ότι η κατάσταση της βάρκας όπως ο Μ.Κ.1 την περιέγραψε, ήταν πράγματι επικίνδυνη. Εξάλλου, ο Μ.Κ.1 για να καταδείξει το μέγεθος του κινδύνου, σημείωσε με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο ότι του έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι όταν έγινε η αποβίβαση των μεταναστών, η βάρκα σηκώθηκε ένα μέτρο πάνω από το νερό για να φανεί η ίσαλος, κάτι που δείχνει πόσο βυθισμένη ήταν μέσα στο νερό η βάρκα λόγω του βάρους. Και συμπλήρωσε ότι «μιλούμε για πράγματα που δεν περιγράφονται, ο κίνδυνος που δεν περιγράφεται», χαρακτηρίζοντας μάλιστα λυπηρή αυτή την κατάσταση. Ως εκ των ανωτέρω, η σχετική θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Εν κατακλείδι, αποτελεί κατάληξη μας ότι γενικότερα εκ της αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει προκύψει κάτι ουσιαστικό που να επηρεάζει κάποιο μέρος της μαρτυρίας του ή την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα κρίνουμε πως επρόκειτο για ένα καθ' όλα αξιόπιστο μάρτυρα και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του χωρίς κανένα ενδοιασμό. Διερεύνηση της υπόθεσης - Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4, Μ.Κ.6 Μετά την άφιξη της επίδικης βάρκας στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης από το ΤΑΕ Αμμοχώστου, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Δεν έχει βεβαίως αμφισβητηθεί η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.6, ότι όταν έφτασε η βάρκα ξεκίνησε ο έλεγχος και η καταγραφή των στοιχείων των μεταναστών, οι οποίοι ήταν συνολικά
- Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε επίσης την αναφορά του Μ.Κ.6 ότι μέσα στους επιβαίνοντες υπήρχαν 73 άντρες, 9 γυναίκες, 26 παιδιά και 25 ασυνόδευτοι ανήλικοι. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε πως δεν θεωρούμε ότι έχει κάποια ουσιαστική σημασία το γεγονός ότι αρχικά στην κατάθεση του ο Μ.Κ.6 αναφερόταν σε 79 άντρες, 10 γυναίκες, 26 παιδιά και 21 ασυνόδευτα ανήλικα. Όπως εξήγησε πειστικά ο τελευταίος, κατά την προετοιμασία του για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν κάποια λάθη στα νούμερα που σημειώθηκαν εκείνη την ημέρα και ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στα ορθά νούμερα, καταθέτοντας και τον σχετικό κατάλογο που είχε ετοιμαστεί (βλ. Τεκμήριο 17). Δεν θεωρούμε ότι υπήρχε κάποια σκοπιμότητα στην αρχική αναφορά του ή κάτι αξιοσημείωτο που να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του και το ίδιο ισχύει για τον Μ.Κ.2, ο οποίος στην κατάθεση του Έγγραφο Γ κατέγραψε τα ίδια λανθασμένα νούμερα που αναφέρθηκαν ανωτέρω (δηλαδή 79 άντρες, 10 γυναίκες, 26 παιδιά και 21 ασυνόδευτοι ανήλικοι). Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του τελευταίου, τα συγκεκριμένα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των μεταναστών τα έλαβε από την Υπηρεσία του Μ.Κ.6 και όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, εφόσον η πηγή από την οποία προήλθαν τα στοιχεία είχε κάνει λάθος, πολύ απλά έγινε και λάθος στη μεταφορά τους. Ούτε αμφισβητήθηκε ο Μ.Κ.6 όσον αφορά τους ελέγχους που έγιναν στα διάφορα συστήματα και ότι όλα τα πρόσωπα που καταγράφονται στον κατάλογο Τεκμήριο 17 εισήλθαν στη Δημοκρατία χωρίς άδεια μετανάστευσης και θεωρημένο διαβατήριο από τις αρχές της Δημοκρατίας. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε πως δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι στην κατάθεση του Έγγραφο Ζ, ουδεμία αναφορά έκανε στον Μ.Κ.5 και στο γεγονός ότι στην πραγματικότητα εντοπίστηκε στα συστήματα, ως αναφέρεται δηλαδή στην κατάθεση του Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας εξήγησε πειστικά γιατί δεν αναφέρθηκε τούτο το γεγονός στην κατάθεση Έγγραφο Ζ και βεβαίως δεν προκύπτει κάποια σκοπιμότητα από μέρους του, ούτε και υπάρχει κάποια σχετική επί του θέματος εισήγηση. Ό,τι προκύπτει, είναι πως απλά παρέλειψε να γράψει στην κατάθεση Έγγραφο Ζ, ειδικά το αποτέλεσμα της έρευνας του για τον Μ.Κ.5, κατόπιν που του ζητήθηκε στις 3.1.24 από το ΤΑΕ. Δηλαδή, ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο αφίχθηκε σε άγνωστη ημερομηνία από μη εγκεκριμένο σημείο εισόδου και στις 25.7.17 υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Στις 5.12.18 του δόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και στις 13.12.18 του επιδόθηκε η απόφαση. Στις 24.1.19 δε, αυτός αποτάθηκε για απόκτηση άδειας παραμονής ως κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας και του δόθηκε άδεια μέχρι 13.6.
- Από τότε δεν αποτάθηκε με άλλη αίτηση και την 1.1.2024 αφίχθηκε παράνομα ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Εν συνεχεία των ανωτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, κατά τον έλεγχο που έγινε επί τόπου την 1.1.24, ο Μ.Κ.5 ανακρινόμενος παραδέχτηκε ότι τρεις μήνες προηγουμένως είχε εγκαταλείψει την Κύπρο μέσω κατεχομένων και μετέβη στο Λίβανο. Εξ ου και ακολούθησε η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του για το ότι έφυγε από μη εγκεκριμένο λιμάνι των κατεχομένων, στο πλαίσιο της οποίας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 35 ημερών. Επισημαίνουμε ότι τόσο η διάπραξη του αδικήματος όσο και η καταδίκη, έγιναν παραδεκτά από τον Μ.Κ.5 κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Ό,τι άλλο ανέφερε ο Μ.Κ.5 ανακρινόμενος, είναι ότι γνωρίζει ποιος ήταν ο οδηγός της βάρκας και υπέδειξε τον Κατηγορούμενο. Εξ ου και ακολούθησε η σύλληψη του τελευταίου για αυτόφωρο αδίκημα από τον Μ.Κ.2, ο οποίος με τη βοήθεια διερμηνέα του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, χωρίς αυτός ν' απαντήσει οτιδήποτε. Αμέσως μετά δε, ο Μ.Κ.2 εξήγησε στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, τα οποία του επέδωσε και γραπτώς. Ο Κατηγορούμενος την επόμενη μέρα και συγκεκριμένα στις 2.1.24, συνελήφθη με βάση δικαστικό ένταλμα σύλληψης από τον Μ.Κ.
- Ούτε η μαρτυρία του τελευταίου αμφισβητήθηκε ως προς το ότι συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει σχετικού εντάλματος, με τη βοήθεια διερμηνέα, και ότι αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του ως συλληφθέντα και του τα επέδωσε και γραπτώς, με τον τελευταίο να υπογράφει το σχετικό έντυπο παραλαβής τους. Σημειώνουμε ότι η σύλληψη του Κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.3 έγινε στο Ε.Δ. Αμμοχώστου, οπότε εκδόθηκε εναντίον του και διάταγμα προφυλάκισης για περίοδο οκτώ ημερών. Ήταν βεβαίως θέση της υπεράσπισης, κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ότι ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε τί του λεγόταν από τον μεταφραστή, όταν οι μάρτυρες αυτοί του επεξήγησαν τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησαν την προσοχή του στο νόμο. Κατ' αρχάς ν' αναφερθεί ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι αποδεκτό ότι δεν αντιλαμβάνονται την αραβική γλώσσα. Από εκεί και πέρα όμως ήταν η θέση των μαρτύρων ότι ο Κατηγορούμενος και ο μεταφραστής αντιλαμβάνονταν ο ένας τον άλλο αφού αμφότεροι μιλούσαν την αραβική γλώσσα. Επισημαίνουμε εδώ ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο διερμηνέας Μ.Ι. (κατά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου από τον Μ.Κ.2) και ο διερμηνέας J.K.M. (κατά τη σύλληψη του με βάση το ένταλμα από τον Μ.Κ.3), ομιλούν την αραβική γλώσσα και πέραν από γενικές υποβολές περί διαφορετικών διαλέκτων στην αραβική γλώσσα, ουσιαστικά τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που ν' αμφισβητεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος μιλούσε την ίδια γλώσσα μαζί τους ή ότι υπήρχε επαρκής συνεννόηση μεταξύ τους. Επιπλέον, ο μεν Μ.Κ.2 ανέφερε ρητά ότι ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε και αφού είπε ότι κατάλαβε, υπέγραψε το Τεκμήριο 3, ο δε Μ.Κ.3 ήταν σαφής ότι ο Κατηγορούμενος, όταν τον πληροφορούσε ο μεταφραστής, έγνεφε καταφατικά. Συναφώς, η σχετική θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε ότι ως προκύπτει από την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, ανακρίθηκε αριθμός μεταναστών που επέβαιναν στην επίδικη βάρκα και προέκυψε ότι για να ταξιδέψουν κατέβαλαν χρηματικά ποσά που κυμαίνονται μεταξύ 2500-3500 δολάρια. Πέραν δε του Μ.Κ.5, ουδείς εκ των μεταναστών που ανακρίθηκαν ήταν σε θέση ν' αναγνωρίσει τον οδηγό της βάρκας. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι ο Μ.Κ.4, στις 3.1.24, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα, στην παρουσία της τότε δικηγόρου του Α.Π., κατόπιν αίτησης του Κατηγορούμενου για παραχώρηση δωρεάν νομικής αρωγής. Τα όσα δε προωθήθηκαν από την υπεράσπιση με σκοπό να αμφισβητήσουν το εθελούσιο της κατάθεσης, επιλύθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας δίκης εντός δίκης και της σχετικής απόφασης που εκδόθηκε στις 26.4.24, με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το εκούσιο της υπογραφής της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο και κατ' επέκταση η θεληματικότητα της. Η οποία κατάθεση επισημαίνουμε, λήφθηκε με τη βοήθεια του διερμηνέα Μ.Ι. ανωτέρω. Ούτε όμως τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας που να δημιουργεί οποιαδήποτε σκιά περί της θεληματικότητας της εν λόγω κατάθεσης. Σε ότι αφορά τώρα την αντεξέταση που έτυχε ο Μ.Κ.6 για το ζήτημα της υποβολής αίτησης ασύλου από τον Κατηγορούμενο, σημειώνουμε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για το κατά πόσον πράγματι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε τέτοια αίτηση. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο μάρτυρας, βλέποντας το έγγραφο που του υποδείχθηκε (Τεκμήριο Γ για αναγνώριση), ανέφερε ότι πιθανόν να έχει υποβάλει αίτηση, κάτι που θα σήμαινε ότι βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία και έχει δικαίωμα διαμονής. Με δεδομένο όμως ότι το Τεκμήριο Γ για αναγνώριση δεν επιχειρήθηκε ποτέ να καταστεί κανονικό τεκμήριο, είναι σαφές ότι τούτο δεν αποτελεί μαρτυρία, ενώ η όποια μαρτυρία δόθηκε με αναφορά σ΄ αυτό παρέμεινε αδρανής και δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, Ηλιάδης και Σάντης, σελ.396-398). Συναφώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου που παρέμεινε για αναγνώριση, η δε μαρτυρία του Μ.Κ.6 σε σχέση με το εν λόγω έγγραφο, δεν είχε, και ευλόγως, την απαιτούμενη βεβαιότητα ούτως ώστε να μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή ανάλογου ευρήματος επί του προκειμένου ζητήματος. Και λέγουμε ευλόγως, ενόψει και του ότι το ζήτημα δεν ενέπιπτε στη σφαίρα της γνώσης του. Επισημαίνουμε δε εδώ, ότι καμία άλλη μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρθηκαν και του ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 δεν αμφισβητήθηκε, σημειώνουμε πως ούτως ή άλλως οι μάρτυρες αυτοί άφησαν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, απαντούσαν με αμεσότητα και προθυμία, ενώ δεν διαφάνηκε να είχαν οποιοδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσουν, ούτε βέβαια και οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας. Η αντεξέταση δε της οποίας έτυχαν, είναι σαφές ότι δεν κατέδειξε λόγους που να επηρεάζουν την καλή εντύπωση που άφησαν και την εν γένει αξιοπιστία τους. Ό,τι θέλουμε μόνον να επισημάνουμε εδώ, ως προς τη θέση του Μ.Κ.2 ότι από τη διερεύνηση που κάνουν τόσα χρόνια, έχουν διαπιστώσει ότι ο οδηγός της βάρκας έχει πάντα σχέση με το διακινητή και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος είχε κάποιο όφελος και συγκεκριμένα έτυχε έκπτωσης, είναι πως τούτο αποτελεί τη δική του γνώμη, η οποία δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Το κατά πόσο υπήρχε πράγματι τέτοια σχέση στην προκειμένη περίπτωση ή αν υπήρξε όφελος για τον Κατηγορούμενο, αποτελεί ζήτημα που θ' αποφασιστεί από το Δικαστήριο, αφού αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας. Γεγονότα (το ταξίδι με τη βάρκα) - Μ.Κ.5, Μ.Κ.7, Κατηγορούμενος, Μ.Υ.1 Έχουμε αξιολογήσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 με κάθε δυνατή προσοχή, αντιπαραβάλλοντας κάθε πτυχή της μαρτυρίας του με την υπόλοιπη μαρτυρία για να ελεγξουμε την αξιοπιστία της. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, πρέπει να λεχθεί ότι ένα μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συνεπώς μέρος και των δικών μας ευρημάτων. Συγκεκριμένα εκ της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε ότι κατάγεται από το Χαλέπι της Συρίας και είναι παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών. Το 2017 ήρθε στην Κύπρο και υπέβαλε αίτηση ασύλου, ενώ τρεις μήνες πριν την 1.1.24 (οπόταν δηλαδή έφτασε στην Κύπρο με την επίδικη βάρκα), είχε φύγει από τα κατεχόμενα και μετέβη με βάρκα στο Λίβανο για να δει τη γυναίκα του που θα έκανε εγχείρηση. Ακολούθως δε, αφού ενημερώθηκε από κάποιους φίλους στο Λίβανο ότι έχει ταξίδι στην Κύπρο, πήγε σ' ένα σπίτι στην Τρίπολη, όπου υπήρχαν και άλλα άτομα και έμειναν εκεί από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ (23:00). Μετά ήρθαν αυτοκίνητα και τους πήραν σ' ένα λιμάνι της Τρίπολης και εκεί με μια μικρή βάρκα τους μετέφεραν σε μεγάλη βάρκα. Ο οδηγός της βάρκας ήταν μέσα στην καμπίνα. Στη συνέχεια ξεκίνησαν από το Λίβανο για την Κύπρο, όπου ήρθε η Αστυνομία και τους βοήθησε. Στη βάρκα με την οποία έφτασαν στην Κύπρο υπήρχαν πολλά άτομα και ο ένας ήταν κολλητός με τον άλλο, ενώ δεν φορούσαν σωσίβια. Για το ταξίδι δε πλήρωσε 2,700 δολάρια σε κάποιον που δεν γνωρίζει το όνομα του, όμως είναι διακινητής στο Λίβανο. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσουμε περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του μάρτυρα στη Δημοκρατία, σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.6 ανωτέρω και συγκεκριμένα όσα αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 18, μέσα από τα οποία ουσιαστικά επιβεβαιώνονται οι αναφορές του Μ.Κ.5 σε σχέση με το πότε αφίχθηκε πρώτη φορά στην Κύπρο και υπέβαλε αίτηση ασύλου. Ως προς την αναχώρηση του δε από την Κύπρο από μη εγκεκριμένο λιμάνι των κατεχομένων κατά τον χρόνο που ισχυρίστηκε, έχει αναφερθεί από τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 και έγινε παραδεκτό από τον Μ.Κ.5, ότι καταχωρίστηκε εναντίον του τελευταίου η ποινική υπόθεση αρ.38/24 Ε. Δ. Αμμοχώστου και στο πλαίσιο της καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 35 ημερών[14]. Όσον αφορά τον οδηγό της βάρκας κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο μάρτυρας υπέδειξε από την πρώτη στιγμή στην Αστυνομία τον Κατηγορούμενο, κάτι που έπραξε και στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας πολύ πειστικά, όλο το βράδυ βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο της βάρκας και όταν ξημέρωσε, και συγκεκριμένα περί τις 07:00 π.μ., είχε εισέλθει στην καμπίνα της βάρκας, όπου βρισκόταν ο καπετάνιος και άλλα άτομα, για να ξεκουραστεί, παρέμεινε δε εκεί μέχρι την άφιξη τους στο λιμάνι στην Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτό είχε την ευκαιρία να δει τον καπετάνιο από πολύ κοντά[15]. Επισημαίνουμε πως δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι η βάρκα κατέπλευσε στο αλιευτικό καταφύγιο Παραλιμνίου περί τις 19:00, ως ανέφερε δηλαδή ο Μ.Κ.6 στη μαρτυρία του (βλ. Έγγραφο Ζ), ούτε όμως αμφισβητήθηκε η αναφορά του μάρτυρα ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ανέφερε βρισκόταν στην καμπίνα, σε πολύ κοντινή απόσταση από τον καπετάνιο. Αντίθετα, σε σχέση με την είσοδο του στην καμπίνα, αυτό που τέθηκε στον μάρτυρα ήταν ότι ο λόγος που πήγε εκεί ήταν για να οδηγήσει τη βάρκα. Για τη συγκεκριμένη θέση, την οποία βεβαίως ο μάρτυρας δεν έκανε αποδεκτή, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Επρόκειτο για μια ομολογουμένως γενική και αόριστη υποβολή προς το μάρτυρα, χωρίς να τεθούν σε αυτόν οιεσδήποτε λεπτομέρειες ή κάτι συγκεκριμένο για να καταδειχθεί ότι υπάρχει έστω κάτι συζητήσιμο. Ούτε βεβαίως τέθηκε στο μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος για παράδειγμα τον είδε να οδηγεί τη βάρκα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε τούτο. Ας σημειωθεί ότι η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι είδε τον μάρτυρα στην καμπίνα, αλλά δεν είπε ποτέ ότι τον είδε να οδηγεί τη βάρκα. Οπότε, η συγκεκριμένη θέση, η οποία δεν υποστηρίζεται από καμία μαρτυρία και παρέμεινε μετέωρη, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αμφισβήτησης του μάρτυρα ότι ο οδηγός της βάρκας ήταν ο Κατηγορούμενος, αντεξετάστηκε επίσης για την ορατότητα του το βράδυ αλλά και κατά πόσο ήταν σε θέση να δει ποιος οδηγούσε τη βάρκα κατά το χρόνο που κοιμόταν, τον οποίο ο μάρτυρας καθόρισε σε δύο ώρες περίπου. Σε σχέση με την ορατότητα το βράδυ, απάντησε με ειλικρίνεια ότι από τη στιγμή που ξεκίνησαν, περί τις 00:00 τα μεσάνυχτα, μέχρι να ξημερώσει, βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο της βάρκας και επειδή ήταν σκοτάδι, δεν μπορούσε να δει ποιος οδηγούσε τη βάρκα. Με την ίδια ειλικρίνεια δε απάντησε και στο δεύτερο ζήτημα που του τέθηκε, λέγοντας το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν μπορούσε να δει ποιος οδηγούσε τη βάρκα ενόσω ο ίδιος κοιμόταν. Επισημαίνουμε όμως ότι ήταν σταθερή και αδιαπραγμάτευτη η θέση του μέχρι τέλους, πως καθ' όλη τη διάρκεια που βρισκόταν στην καμπίνα και ήταν ξύπνιος, ο οδηγός της βάρκας ήταν ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την υπεράσπιση βεβαίως, από τις εν λόγω αναφορές του μάρτυρα στη μαρτυρία του ότι κοιμήθηκε δύο ώρες περίπου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και ότι δεν είδε τον οδηγό μέχρι να ξημερώσει, προκύπτει ότι προώθησε μια ουσιωδώς διαφορετική θέση εν σχέση με αυτή στην κατάθεση του, όπου ανέφερε απλά ότι ο οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος και συνεπώς προκύπτει αναξιοπιστία του μάρτυρα. Η εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο οδηγός της βάρκας ήταν μέσα στην καμπίνα και είναι αυτός που τους υπέδειξε, δηλαδή ο Κατηγορούμενος. Ακολούθως, στη δια ζώσης μαρτυρία του, όταν ρωτήθηκε για να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να δει τον οδηγό της βάρκας όταν βρισκόταν εκτός της καμπίνας και ήταν σκοτάδι, ούτε όμως την ώρα που βρισκόταν στην καμπίνα αλλά κοιμόταν. Υπό τις περιστάσεις, προκύπτει σαφώς ότι ο μάρτυρας στην κατάθεση του αναφέρθηκε στο πρόσωπο που είδε να οδηγεί τη βάρκα και πολύ απλά όταν ήρθε η ώρα ν' αναφερθεί με περισσότερες λεπτομέρειες στα γεγονότα, διευκρίνισε περαιτέρω τα πράγματα ως ανωτέρω. Αντίθετα λοιπόν με ότι εισηγείται η υπεράσπιση, από δικής μας πλευράς εντοπίζουμε ότι τα πιο πάνω εντείνουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, ο οποίος δεν ήρθε ενώπιον μας και προκειμένου να μας πείσει υποστήριξε ότι έβλεπε καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τον οδηγό, ακόμη και όταν ήταν σκοτάδι, ούτε ότι επειδή μισοκοιμόταν μπορούσε ν' αντιληφθεί ακόμη και τότε ποιος οδηγούσε. Ανέφερε τα πράγματα όπως έγιναν στην πραγματικότητα και ήταν ξεκάθαρος ότι από η ώρα 07:00 π.μ. περίπου που εισήλθε στην καμπίνα, μέχρι την ώρα που έφτασαν στο λιμάνι (περί τις 19:00) ήτοι για περίοδο 12 ωρών περίπου, με εξαίρεση μόνον την ώρα που κοιμήθηκε, το πρόσωπο που οδηγούσε ήταν ο Κατηγορούμενος. Σε ότι αφορά τώρα τη γενική υποβολή που του έγινε ότι ουδείς άλλος είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί τη βάρκα, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι τον είδαν. Από εκεί και πέρα, δεν διαλανθάνει βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Μ.Κ.2 και ο Μ.Κ.4 ανέφεραν ότι ανακρίθηκαν αρκετά πρόσωπα εκ των επιβαινόντων στη βάρκα και ανέφεραν ότι δεν γνωρίζουν τον οδηγό της (βλ. και το Τεκμήριο 6), όμως δεν θεωρούμε ότι υπό τις περιστάσεις προκύπτει εκ τούτου κάτι ουσιαστικό. Στη βάρκα επέβαιναν, πέραν του Κατηγορούμενου και του μάρτυρα, άλλα 131 άτομα. Όπως προκύπτει δε από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις φωτογραφίες Τεκμήρια 1 και 2, οι οποίες λήφθηκαν από το πλήρωμα της ακάτου που οδηγούσε ο Μ.Κ.1, μεγάλος αριθμός μεταναστών βρισκόταν στο μπροστινό μέρος της βάρκας και κάποιοι στο πάνω μέρος της καμπίνας. Επίσης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, υπήρχαν 25 άτομα περίπου μέσα στην καμπίνα, κάτι που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μ.Κ.7 χωρίς ν' αμφισβητηθεί, θέλοντας να δώσει την εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην βάρκα, ένεκα του ότι υπήρχε πολύς κόσμος, «δεν μπορούσες να περπατήσεις μέσα στη βάρκα». Με αυτά υπόψη και μη γνωρίζοντας σε ποιο σημείο της βάρκας βρίσκονταν όσοι ανακρίθηκαν ή αν είχαν οπτική επαφή σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο με τον οδηγό, και μη γνωρίζοντας εν πάση περιπτώσει τους λόγους που ο κάθε ένας εξ αυτών που ρωτήθηκαν ανέφερε πως δεν γνωρίζει τον οδηγό, δεν θεωρούμε ότι θα μπορούσε να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα. Ό,τι μπορεί να λεχθεί με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, είναι ότι πέραν του ίδιου, τον οδηγό είδαν και άλλα πρόσωπα. Στο πλαίσιο της προσπάθειας να πληγεί η εν γένει αξιοπιστία του, υποβλήθηκαν στον μάρτυρα και ερωτήσεις σε σχέση με το ταξίδι του στο Λίβανο μέσω κατεχομένων, τρεις μήνες πριν την άφιξη του στην Κύπρο με την επίδικη βάρκα και του τέθηκε ότι εμπλέκεται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Ο μάρτυρας χωρίς περιστροφές και με απόλυτη ειλικρίνεια, αναφέρθηκε στο ταξίδι του στο Λίβανο, όπου επισκέφθηκε τη γυναίκα του που θα έκανε επέμβαση. Με περισσή αμεσότητα και χωρίς καμία αναστολή δε, παραδέχθηκε πως για την αναχώρηση του από μη εγκεκριμένο λιμάνι των κατεχομένων αντιμετώπισε ποινική υπόθεση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, ενώ κατονόμασε και το συγγενικό του πρόσωπο που τον βοήθησε να ταξιδέψει. Όπως επίσης κατονόμασε το πρόσωπο με το οποίο συνεννοήθηκε για να έρθει στην Κύπρο την τελευταία φορά, δηλαδή την 1.1.
- Σε σχέση με την ισχυριζόμενη εμπλοκή του σε λαθρεμπόριο μεταναστών, παρατηρούμε ότι επρόκειτο και πάλιν για μια γενική θέση που δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο ή μαρτυρία[16] και παρέμεινε μετέωρη. Επίσης, σημειώνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν έχουμε εντοπίσει προσπάθεια του μάρτυρα να καλύψει τους διακινητές ως εισηγείται η υπεράσπιση. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, αμέσως ανέφερε το όνομα του προσώπου με το οποίο συνεννοήθηκε για να έρθει στην Κύπρο την 1.1.24, ενώ για τις άλλες δύο φορές που ταξίδεψε (προς Κύπρο το 2017 και από Κύπρο τρείς μήνες πριν το επίδικο ταξίδι) δήλωσε επίσης το όνομα του προσώπου που τον βοήθησε, ο οποίος ως ανέφερε είναι συγγενής του. Είναι γεγονός πως όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος ν' αναφέρει το όνομα του δεύτερου προσώπου, είχε ρωτήσει τη συνήγορο αρχικά «Γιατί θέλεις το όνομα του;». Τούτο όμως από μόνο του δεν δείχνει προσπάθεια απόκρυψης. Επρόκειτο για ένα συγγενικό του πρόσωπο και η πρώτη του αντίδραση ήταν αυτή, ρωτώντας δηλαδή γιατί του ζητείται να πει το όνομα. Αν ήταν αντίδραση στο πλαίσιο της προσπάθειας του να προστατέψει το συγγενικό του πρόσωπο, λέμε ότι το πιθανότερο έτσι ήταν. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι τούτο από μόνο του δεν σημαίνει κάτι, εάν ληφθεί κυρίως υπόψη το γεγονός ότι στην αμέσως επόμενη ερώτηση ανέφερε το όνομα του χωρίς κανένα δισταγμό. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, θεωρούμε πως τίποτε απολύτως δεν δικαιολογεί την αποδοχή της εισήγησης της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.5 είναι μάρτυρας «κακού χαρακτήρα και κακής διαγωγής». Ο μάρτυρας από την πρώτη στιγμή που έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία αναφέρθηκε τόσο στο ταξίδι του στην Κύπρο το 2017, όσο και στην αναχώρηση του από τα κατεχόμενα τρείς μήνες πριν την 1.1.24, αλλά και για το επίδικο ταξίδι προς την Κύπρο. Σε σχέση με την αναχώρηση του από τα κατεχόμενα ήτοι από μη εγκεκριμένο λιμάνι, έχει οδηγηθεί στο Δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Ερωτώμενος σχετικά, παραδέχτηκε αμέσως την προηγούμενη καταδίκη του. Στη βάση λοιπόν των περιστάσεων της υπόθεσης δεν θεωρούμε ότι προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει κακό χαρακτήρα, ο οποίος να επηρεάζει μάλιστα τη γενικότερη αξιοπιστία του μάρτυρα. Ακόμη, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και για το κίνητρο που είχε, πάντα κατά την Υπεράσπιση, να κατονομάσει τον Κατηγορούμενο ως οδηγό της βάρκας. Πιο συγκεκριμένα ερωτήθηκε για τη σχέση του με κάποιον Y.A. και του τέθηκε ουσιαστικά ότι πρόκειται για συγγενή του, ο οποίος ήταν παντρεμένος με την σύζυγο του Κατηγορούμενου, την οποία γνωρίζει και ότι αυτός ήταν ο λόγος που κατονόμασε τον Κατηγορούμενο. Επί τούτου, κατ' αρχάς ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει συγγενή με το όνομα που του αναφέρθηκε, ενώ τη σύζυγο του Κατηγορούμενου την γνωρίζει εξ όψεως («φατσικά») ως εκ του γεγονότος ότι καθόταν δίπλα στον τελευταίο. Τη θέση βεβαίως της υπεράσπισης περί του πιο πάνω κινήτρου, υποστήριξε η Μ.Υ.
- Η τελευταία στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι προηγουμένως ήταν παντρεμένη με τον Υ.Α. με τον οποίο χώρισε και υποστήριξε γενικά ότι το πρόσωπο αυτό είναι εξάδελφος του Μ.Κ.5, ο οποίος θέλει να καταστρέψει τη ζωή της γιατί ήταν παντρεμένη με τον εξάδελφο του. Ευθέως αναφέρουμε όμως ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η εν λόγω εκδοχή της, η οποία είναι ομολογουμένως διάτρητη. Εξηγούμε. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέταση της, υποστήριξε ότι γνωρίζει ότι οι δύο τους είναι ξαδέλφια από τις επισκέψεις που έκανε με τον πρώην σύζυγο της στην οικογένεια του τελευταίου στο Χαλέπι, όπου και γνώρισε τον Μ.Κ.
- Ερωτώμενη δε σε δύο περιπτώσεις να πει ποια είναι ακριβώς η σχέση τους και αν είναι ξαδέλφια από την πλευρά του πατέρα ή της μητέρας του πρώην συζύγου της, αυτή απάντησε, αν είναι δυνατόν, ότι δεν γνωρίζει. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι σε επόμενη ερώτηση, απάντησε ότι είναι ξάδελφος από την πλευρά του πατέρα του, πλην όμως ήταν εμφανές κατά την κρίση μας ότι έδωσε μια γενική απάντηση προκειμένου ν' απαλλαγεί από τις σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος επέμεινε στο θέμα. Αυτό διαφάνηκε θεωρούμε ξεκάθαρα και αμέσως μετά, όταν ερωτώμενη πως θυμήθηκε ξαφνικά αυτό το πράγμα ενώ προηγουμένως έλεγε πως δεν γνωρίζει, απάντησε «Θυμήθηκα», αλλά στη συνέχεια δεν ήταν σε θέση να πει αν ο πατέρας του Μ.Κ.5 είναι αδελφός της μητέρας ή του πατέρα του πρώην άντρα της. Το γεγονός δε ότι εν τέλει αρκέστηκε να πει γενικά «ξέρω ότι είναι συγγενείς», καταδεικνύει κατά την κρίση μας όχι μόνον πως δεν μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία της για να εξαγάγουμε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, αλλά κυρίως ότι αυτό είναι που κλήθηκε να εξυπηρετήσει με τη μαρτυρία της, καταθέτοντας ενώπιον μας, προκειμένου να βοηθήσει το σύζυγο της και μόνον. Συναφώς, οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί της περί της ύπαρξης συγγενικής σχέσης μεταξύ του Μ.Κ.5 και του πρώην συζύγου της, αλλά και ότι γνώριζε από προηγουμένως τον Μ.Κ.5, καθόλου δεν μας έπεισαν. Σε κάθε περίπτωση όμως σημειώνουμε πως δεν θα μπορούσαμε ν' αποδεχτούμε τις μονόπλευρες θέσεις της ότι ο Μ.Κ.5 είναι ξάδελφος του πρώην άντρα της από την πλευρά του πατέρα του και για τα περί δήθεν γνωριμίας τους από προηγουμένως στο σπίτι του πρώην συζύγου της στο Χαλέπι, οι οποίες ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Κ.5 προκειμένου να τοποθετηθεί[17]. Ούτε όμως μας έπεισε ότι υπήρξαν απειλές σε βάρος της από τον Μ.Κ.5 και μάλιστα πολλές φορές, ότι θα της καταστρέψει τη ζωή. Κατ' αρχάς οι απειλές συσχετίστηκαν από τη μάρτυρα με το γεγονός του χωρισμού της με τον πρώην σύζυγο της και τη σχέση του Μ.Κ.5 με τον τελευταίο, η οποία σχέση ως αναφέρθηκε δεν έχει αποδειχθεί. Από εκεί και πέρα όμως, αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε δύο περιπτώσεις που δήθεν απειλήθηκε από τον Μ.Κ.1, μία στο Πουρνάρα και άλλη μία, δέκα μέρες πριν φύγει από τη Συρία, όταν τον συνάντησε σε μια αγορά στη Δαμασκό. Η μάρτυρας δεν αναφέρθηκε σε γεγονότα, ούτε έδωσε κάποια πειστική λεπτομέρεια αναφορικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά και τι ακριβώς της λέχθηκε. Αυτό δεν θεωρούμε ότι ήταν τυχαίο, εφόσον κατά την κρίση μας είναι σαφές πως πρόκειται για ανύπαρκτα περιστατικά. Ας σημειωθεί ότι τούτη η ουσιαστική θέση περί απειλών κατά τις δύο αναφερόμενες περιπτώσεις, ακούστηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 και δεν τέθηκε ποτέ στον Μ.Κ.5 προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί, κάτι που εκτός του ότι καθιστά ούτως ή άλλως τη μαρτυρία της επί του προκειμένου μη αποδεκτή, σαφώς πλήττει και την εκδοχή της μάρτυρος αλλά και της Υπεράσπισης γενικότερα. Εν κατακλείδι, η μαρτυρία του Μ.Κ.5 γίνεται αποδεκτή. Τούτων δεδομένων, θεωρούμε ότι η όλη προσπάθεια της υπεράσπισης να καταδείξει σχέση μεταξύ του Μ.Κ.5 και του πρώην συζύγου της Μ.Υ.1 αλλά και ότι ο Μ.Κ.5 ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου και είπε ψέματα προκειμένου να δημιουργήσει πρόβλημα στον νυν σύζυγο της Μ.Υ.1 δηλαδή στον Κατηγορούμενο, για να εκδικηθεί ουσιαστικά την Μ.Υ.1, έπεσε στο κενό. Αποτελεί κατάληξη μας δε πως δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε κίνητρο του Μ.Κ.5 για να καταθέσει ψευδώς, ο οποίος σημειώνουμε ότι γενικότερα μας έδωσε την εικόνα προσώπου που έλεγε την αλήθεια και σίγουρα δεν θεωρούμε ότι απλά έπλασε από το μυαλό του μια ιστορία, προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.7, ο οποίος ως ήδη αναφέρθηκε ήταν ένας εκ των επιβαινόντων της επίδικης βάρκας, διαπιστώσαμε ότι ήταν ειλικρινής και κατάθεσε μόνον όσα πραγματικά γνώριζε. Από τη μαρτυρία του αποδεχόμαστε ότι πλήρωσε το ποσό των 2500 δολαρίων για να έρθει στην Κύπρο, ποσό το οποίο έλαβε από τη μητέρα του. Είναι βεβαίως γεγονός ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να ρίξει φως σε κάποια ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης. Όπως ανέφερε καθόταν στην βάρκα και είτε κοιμόταν είτε έκανε εμετό. Όπως εν τέλει διαφάνηκε δε, η αναφορά στην κατάθεση του ότι αρχικά οδήγησε τη βάρκα κάποιος Α.Α., ο οποίος στη συνέχεια έφυγε με άλλη βάρκα, και ότι πριν εγκαταλείψει τη βάρκα ζήτησε από τον κόσμο να οδηγήσει άλλος τη βάρκα, δεν ήταν στη δική του σφαίρα γνώσης αλλά πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας δεν αποκλείεται βέβαια με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, αλλά κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σ' αυτήν λαμβάνεται υπόψιν με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 9, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικά οι παράμετροι που αναφέρονται στο εδάφιο
(2). Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3)λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. σχετικά και την Νικηφόρου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.19/2022, ECLI:CY:AD:2023:B79, ημερ. 6/3/2023 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αρχάς δεν γνωρίζουμε το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας[18], το δε πρόσωπο που έχει προβεί στην αρχική δήλωση είναι άγνωστο, αφού το μόνο που ανέφερε ο μάρτυρας είναι ότι έτσι άκουσε. Των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας υπόψη τους παράγοντες που σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 27 ανωτέρω λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη, κρίνουμε πως στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ήταν ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του. Ως προς τη θέση του ότι δεν μπορούσε κανένας να μετακινηθεί μέσα στη βάρκα γιατί είχε πολλούς ανθρώπους μέσα, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι με την αναφορά του αυτή γίνεται αμέσως αντιληπτή η κατάσταση που επικρατούσε στη βάρκα κατά το ταξίδι. Ούτως ή άλλως η θέση του για την ύπαρξη πολλών ανθρώπων στη βάρκα συνάδει τόσο με την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήρια 1 και 2), όσο και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Επ' ουδενί όμως δεν θεωρούμε πως τα πιο πάνω θέτουν σε αμφιβολία την αναφορά του Μ.Κ.5 ότι σε κάποια στιγμή όταν ξημέρωσε μετακινήθηκε μέσα στην καμπίνα ή και πλήττουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Κατ' αρχάς, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αν στο σημείο που καθόταν ο Μ.Κ.7 στη βάρκα δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ή εν πάση περιπτώσει υπήρχε δυσκολία στη μετακίνηση, συνέβαινε το ίδιο και στο σημείο που καθόταν ο Μ.Κ.5. Επισημαίνουμε ότι ο Μ.Κ.7 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με το σημείο που καθόταν στη βάρκα, ούτε όμως ο Μ.Κ.5 ερωτήθηκε σχετικά για να διευκρινίσει που καθόταν μέχρι να ξημερώσει. Έχει όμως σημασία εδώ να επαναλάβουμε πως η θέση του Μ.Κ.5 ότι σε κάποια στιγμή όταν ξημέρωσε μετακινήθηκε στην καμπίνα δεν έχει αμφισβητηθεί και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί η υπεράσπιση να χρησιμοποιεί την εν λόγω αναφορά του Μ.Κ.7 για να ισχυριστεί ότι ο Μ.Κ.5 λέει ψέματα, όταν αποτέλεσε θέση της προς τον τελευταίο ότι ο λόγος που μπήκε στην καμπίνα, ήταν για να οδηγήσει τη βάρκα. Τούτο, δείχνει θεωρούμε και τη μη καθαρότητα των θέσεων της υπεράσπισης. Ως ήδη αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, αλλά ενώπιον του Δικαστηρίου ευρίσκεται η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 15 και 16), η οποία στο πλαίσιο δίκης εντός δίκης κρίθηκε ότι είναι θεληματική. Ως προς τη βαρύτητα που μπορεί ν' αποδοθεί στην κατάθεση του, σχετική είναι η Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.109, η οποία υιοθετήθηκε στην Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.693. Στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Duncan, 73 Cr. App. R.359, όπου αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Αναγνωρίζεται δε, ότι όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.10). Ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω, στην εθελούσια κατάθεση του ομολογεί και παραδέχεται την εμπλοκή του στην οδήγηση της βάρκας που μετέφερε τους παράνομους μετανάστες. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι είναι ψαράς και ξέρει από θάλασσα, κάτι που γνώριζε το πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε για να τον βοηθήσει να έρθει στην Κύπρο. Επίσης παραδέχεται ευθέως στην κατάθεση του ότι αποδέχτηκε να οδηγήσει τη βάρκα αλλά και ότι ήταν το μοναδικό πρόσωπο που οδήγησε τη βάρκα για να έρθουν στην Κύπρο, ενώ εξηγεί ότι το έκανε σε συνεννόηση με το εν λόγω πρόσωπο που τον βοήθησε γιατί έτσι θα γλύτωνε 6000 δολάρια. Ο Κατηγορούμενος επίσης αναφέρει στην κατάθεση του ότι κινδύνεψαν να βυθιστούν διότι η βάρκα ήταν παλιά και επίσης ήταν φορτωμένη με πολλά άτομα, ότι τους είχαν αναφέρει να πουν ότι ξεκίνησαν από τη Συρία και ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού χρησιμοποιούσε πυξίδα για να έρθει στην Κύπρο, την οποία πέταξε στη θάλασσα όταν είδε το σκάφος της Αστυνομίας, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει στο Λίβανο. Η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στην ομολογία ενός κατηγορουμένου έχει εξεταστεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεώρηση της νομολογίας αποκαλύπτει ότι μια ειλικρινής και σαφής ομολογία από μόνη της είναι αρκετή και μπορεί να θεμελιώσει καταδίκη, χαρακτηρισθείσα ως η βασιλίδα των μαρτυριών (Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166), χωρίς όμως αυτό να είναι απόλυτο και αποτελεί θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, υπεδείχθη ότι η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα που δεν διέπραξαν. Όμως είναι φρόνιμο, ως εξηγείται, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα λάθους. Λέγοντας αυτά, τονίζουμε εδώ πως η μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και κυρίως αυτή του Μ.Κ.5, ουσιαστικά συνάδει με τις παραδοχές του Κατηγορούμενου ή και τις δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του και ενισχύει θα λέγαμε την ορθότητα του περιεχομένου της κατάθεσης του. Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά την οδήγηση της βάρκας από τον Κατηγορούμενο καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, σημειώνουμε πως η σχετική αναφορά του Κατηγορούμενου σαφώς ενισχύεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, ο οποίος τον είδε να οδηγεί συνεχόμενα τη βάρκα από η ώρα 07:00 π.μ. περίπου, μέχρι την άφιξη στο λιμάνι (19:00)[19], αλλά και να πετά GPS που κρατούσε και να ζητά από τους επιβαίνοντες ν' αναφέρουν στην Αστυνομία ότι οδήγησαν όλοι τη βάρκα για να μην τον συλλάβουν, θέση την οποία ουσιαστικά προωθεί και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του. Παρενθετικά, σημειώνουμε πως δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος αναφέρεται σε πυξίδα και όχι σε GPS, ως ανέφερε δηλαδή ο Μ.Κ.5, όμως τούτο δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι πρόκειται περί GPS αλλά η ουσία έγκειται στο ότι ο Κατηγορούμενος δέχεται ότι χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο όργανο, που τον βοηθούσε να χαράξει την πορεία του μέχρι την Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος πάντως, μόλις είδε την Αστυνομία, πέταξε αυτό ή αυτά που κρατούσε στη θάλασσα, όπως ακριβώς είχε πει και ο Μ.Κ.
- Εξήγηση γιατί τα πέταξε δεν μπορούσε να δώσει ο Μ.Κ.5, όμως τέτοια εξήγηση έδωσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες που του δόθηκαν στο Λίβανο. Πέραν των ανωτέρω, η θέση του Κατηγορούμενου ότι υπήρχαν πολλά άτομα στη βάρκα, επιβεβαιώνεται από το σύνολο της μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένης και της πραγματικής (Τεκμήρια 1 και 2), όπως και το ότι ξεκίνησαν από το Λίβανο και όχι από τη Συρία. Περαιτέρω στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος αναφέρει, ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν να φύγει από τη χώρα του και να έρθει με την οικογένεια του στην Κύπρο ήταν οικονομικοί. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι στη Συρία η κατάσταση δεν είναι καλή και υπάρχει φτώχεια, οπότε ήρθε στην Κύπρο για να δουλέψει και να βγάλει λεφτά για να ζήσει καλύτερα η οικογένεια του. Η θέση αυτή ενισχύεται από τη Μ.Υ.1, της οποίας παρόλο που η μαρτυρία, για λόγους που εξηγούμε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, εντούτοις επί του προκειμένου η θέση της ότι έφυγαν από τη Συρία, μεταξύ άλλων, και για να μπορεί ο σύζυγος της να βγάζει χρήματα, δεν αμφισβητήθηκε. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει επίσης στην κατάθεση του ότι επειδή το πρόσωπο που τον πλησίασε γνώριζε ότι θέλει να φύγει και ότι είναι ψαράς και ξέρει από θάλασσα, του πρότεινε να πάρει (οδηγήσει) τη βάρκα και να μην πληρώσει η γυναίκα και το παιδί του. Με αυτά υπόψη και επειδή είχε μόνον 3000 δολάρια, αποδέχτηκε να οδηγήσει τη βάρκα και να εξοικονομήσει 6000 δολάρια. Επί τούτου σημειώνουμε πως τα όσα αναφέρει σε σχέση με το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του και το ποσό που τελικά πλήρωσε μόνον για τον ίδιο, συνάδουν με όσα προκύπτουν από την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Συγκεκριμένα, από τις ανακρίσεις της Αστυνομίας αλλά και της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, προέκυψε ότι οι μετανάστες που επέβαιναν στη βάρκα, πλήρωσαν ποσά από 2500-3500 δολάρια για να ταξιδέψουν. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.7, οι οποίοι πλήρωσαν 2500 και 2700 δολάρια αντίστοιχα. Λέγει επίσης ο Κατηγορούμενος ότι πέντε μέρες πριν το ταξίδι, τους μετέφεραν με αυτοκίνητο από τη Συρία στο Λίβανο, όπου έμειναν σ' ένα σπίτι και την ημέρα που θα ταξίδευαν τους μετέφεραν στην παραλία. Από την παραλία, τους μετέφεραν λίγους λίγους με μικρά σκάφη πάνω στη βάρκα. Παρομοίως, ο Μ.Κ.5 αναφέρει ότι τη μέρα που θα ταξίδευαν πήγε σ' ένα σπίτι στην Τρίπολη και εκεί υπήρχαν και άλλα άτομα. Τη νύχτα δε (ώρα 23:00), ήρθαν αυτοκίνητα και τους πήραν σ' ένα λιμάνι στην Τρίπολη και εκεί τους πήραν με μικρή βάρκα πάνω στη μεγάλη βάρκα. Τέλος, για το ότι κινδύνεψαν να βυθιστούν επειδή η βάρκα ήταν παλιά και φορτωμένη με πολλά άτομα[20], έχει σημασία κατ' αρχάς να τονίσουμε ότι η συγκεκριμένη αναφορά του Κατηγορούμενου δεν ήταν εξ αυτών που αμφισβητήθηκαν στο πλαίσιο της ένστασης που οδήγησε στη διεξαγωγή της δίκης εντός δίκης. Και το ίδιο ισχύει για την αναφορά του ότι «Το ταξίδι κράτησε περίπου 14 ώρες γιατί η βάρκα πήγαινε αργά αφού είχε πάρα πολλά άτομα πάνω»[21]. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε ότι δεν αποτέλεσε ποτέ θέση του Κατηγορούμενου, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, ότι ενώ καταγράφηκαν οι εν λόγω δηλώσεις του, στην πραγματικότητα δεν μεταφέρθηκαν ακριβώς τα λεγόμενα του για οποιοδήποτε λόγο. Από εκεί και πέρα, σημειώνουμε πως η μαρτυρία που επιβεβαιώνει ότι η βάρκα ήταν «φορτωμένη με πάρα πολλά άτομα», είναι συντριπτική[22]. Το γεγονός δε ότι η υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος, υποβάλλοντας ουσιαστικά ότι δεν προέκυψε κανένας κίνδυνος, ενώ την ίδια στιγμή το αντίθετο ισχυρίζεται ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ό,τι δείχνει είναι σαφώς μη προβολή καθαρών θέσεων εξ αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου, πλήττοντας περαιτέρω την αξιοπιστία της προωθηθείσας από την υπεράσπιση εκδοχής. Από την άλλη, δεν μας διαφεύγει ότι στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος, προέβαλε τη θέση πως ένας εκ των λόγων για τη φυγή του ήταν και το ότι δεν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και αν έμενε στη χώρα του, θα υπόκειτο σε φυλάκιση. Προσπαθώντας έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του στη βάση του ότι εξ ανάγκης ωθήθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι γεγονός πως προκύπτουν διάφορα ερωτηματικά, που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα της θέσης αυτής, όπως για παράδειγμα πότε θα έπρεπε να καταταγεί και δεν το έπραξε, αλλά κυρίως πότε προέκυψε τέτοιος κίνδυνος φυλάκισης ή και πως είναι δυνατόν να προέκυψε κίνδυνος φυλάκισης του σε ηλικία 35 ετών[23] και όχι προγενέστερα. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνουμε ότι η συγκεκριμένη αναφορά του, απογυμνωμένη από άλλη υποστηρικτική μαρτυρία, παρέμεινε μετέωρη. Επισημαίνουμε εδώ, πως, ανεξαρτήτως της κρίσης μας περί της γενικότερης αξιοπιστίας της Μ.Υ.1, αυτή πάντως ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έφυγαν επειδή θα φυλακιζόταν ο σύζυγος της, λόγω μη έκτισης της στρατιωτικής του θητείας. Προέβαλε βέβαια έναν άλλο λόγο, ο οποίος όπως στη συνέχεια εξηγείται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, διότι προσκρούει στην γενικότερη αναξιοπιστία της ίδιας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και κυρίως επειδή φαίνεται ότι μέσω της συγκεκριμένης αναφοράς του προσπαθεί να δώσει εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις, επικαλούμενος δηλαδή ανάγκη για κατεπείγον διαφυγή από τη χώρα του, δεν μπορούμε να κάνουμε αποδεκτή τη συγκεκριμένη θέση του Κατηγορούμενου. Εν κατακλείδι από τα όσα πιο πάνω συζητήθηκαν, προκύπτει αβίαστα πως ουσιαστικές πτυχές της κατάθεσης του Κατηγορούμενου συνάδουν με και επιβεβαιώνονται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Παρά ταύτα δεν μας διαφεύγει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία προωθήθηκαν διαφοροποιημένες θέσεις από πλευράς υπεράσπισης. Αυτές ακριβώς τις διαφοροποιημένες θέσεις επιχείρησε να υποστηρίξει η Μ.Υ.1 μέσω της μαρτυρίας της. Θυμίζουμε ότι θέση της ήταν ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ήταν συνεχώς δίπλα της εκτός της καμπίνας και δεν ήταν ο οδηγός της βάρκας, ούτε είναι ψαράς στο επάγγελμα. Έχουμε θέσει τη μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος ενώπιον μας και την έχουμε εξετάσει με προσοχή, έχοντας κατά νουν και τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο. Έχοντας δε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας της, την οποία μελετήσαμε σφαιρικά, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις και την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν διατηρούμε την παραμικρή αμφιβολία ότι η μάρτυρας, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει με προφανή σκοπό να βοηθήσει και να υποστηρίξει την εκδοχή που προώθησε ο σύζυγος της κατά την ακροαματική διαδικασία, ασχέτως αν τούτη είναι διαφορετική απ' αυτήν που υποστήριξε αρχικά ο τελευταίος στη θεληματική του κατάθεση. Σημειώνουμε πως όσο κι αν προσπάθησε να μας πείσει ότι λέει αλήθεια επειδή ορκίστηκε στο κοράνι, ενίοτε υψώνοντας και τον τόνο της φωνής της, το βέβαιο είναι ότι καθόλου δεν μας έπεισε. Και έχουμε την πεποίθηση πως δεν θα έπειθε ούτε έναν τρίτο αντικειμενικό κριτή, ο οποίος θα μελετούσε απλά το άψυχο κείμενο των πρακτικών. Σε σχέση με τα πιο ουσιαστικά ζητήματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει, η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται ομολογουμένως από γενικότητα και αοριστία, σύγχυση, έλλειψη λογικής και αντιφάσεις. Και αυτά, όχι τυχαία. Ο μοναδικός της σκοπός, επαναλαμβάνουμε, ήταν να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο και όχι να πει την αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα, και πέραν των όσων ήδη έχουν αναφερθεί ανωτέρω για μέρος της μαρτυρίας της, σημειώνουμε εδώ και τα εξής. Κατ' αρχάς, η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διευθετήσεις που έγιναν για να ταξιδέψουν στην Κύπρο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της, πληροφορήθηκε από το σύζυγο της μία μέρα πριν την πρωτοχρονιά και συγκεκριμένα το απόγευμα ότι θα έφευγαν, οπότε ετοίμασε μία βαλίτσα. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι πληροφορήθηκε περί τις δύο και κάτι το μεσημέρι ότι θα έφευγαν και ετοίμασε τη βαλίτσα μέχρι τις 15:
- Ακολούθως περίμεναν να νυχτώσει, η ώρα 22:00 έφυγαν με ταξί και πήγαν στην Ταρτούς, όπου η ώρα 23:00 μπήκαν στη βάρκα. Ας σημειωθεί ότι το σπίτι που διέμεναν, πάντα σύμφωνα με την ίδια, βρίσκεται σε πόλη της Δαμασκού. Όπως διαφάνηκε όμως στην πορεία της αντεξέτασης, όχι μόνον τα πράγματα δεν θα μπορούσαν και ως ζήτημα λογικής, να εξελιχθούν όπως τα είπε η μάρτυρας, αλλά ήταν σαφές ότι η μάρτυρας δεν έλεγε αλήθεια. Εξηγούμε. Ξεκινώντας από την αναφορά της ότι μετέβηκαν στην Ταρτούς απ' όπου ξεκίνησε η βάρκα, σημειώνουμε ότι παρά την αρχική αναφορά της ότι γνωρίζει ότι πήγαν στην Ταρτούς, επειδή η περιοχή της είναι η Δαμασκός και γνωρίζει την περιοχή της, αλλά και ότι θυμάται ότι ξαναπήγε εκεί με την οικογένεια της όταν ήταν 10-11 χρονών[24], στην πορεία προέκυψε ότι αφενός η Ταρτούς δεν βρίσκεται στη Δαμασκό και ότι χρειάζονται πολλές ώρες με το αυτοκίνητο για να φτάσεις από τη Δαμασκό στην Ταρτούς και αφετέρου ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την περιοχή της Ταρτούς από μια επίσκεψη όταν ήταν στην ηλικία που αναφέρεται ανωτέρω. Είναι δε σαφές, σε συνεχεία των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ότι δεν υπάρχει καμία λογική στη θέση της ότι ξεκίνησαν η ώρα 22:00 από το σπίτι και η ώρα 23:00 ξεκίνησε η βάρκα από την Ταρτούς. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι σε άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι η βάρκα ξεκίνησε η ώρα 22:30, αλλά τούτο δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία αφού είτε 22:30 είτε 23:00, η λογική του πράγματος υπαγορεύει ότι ήταν αδύνατο να φτάσουν μέσα σε μισή ή μια ώρα από την περιοχή που διέμεναν στη Δαμασκό στην Ταρτούς, όπου με παραδοχή της ίδιας χρειάζονται πολλές ώρες για να φτάσεις. Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σημειώνουμε εδώ ότι καθόλου δεν μας ξενίζει το γεγονός ότι η μάρτυρας, απαντώντας στο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος επέμεινε να λάβει απάντηση για το πώς γνωρίζει ότι ξεκίνησαν από την Ταρτούς, απάντησε «Δεν ηξέρω, αλλά ξεκινήσαμε από τη Δαμασκό στο Ταρτούς και από το Ταρτούς ξεκινήσαμε.», ούτε όμως το γεγονός πως όταν η μάρτυρας τέθηκε προ του παράλογου της θέσης της για άφιξη στην Ταρτούς σε μισή ή μια ώρα, επικαλέστηκε δήθεν πρόβλημα μνήμης, επειδή ήταν χαμηλό το σίδηρο της και όταν έφτασε στο Πουρνάρα έπαιρνε φάρμακα. Σε σχέση με το τελευταίο ζήτημα, επισημαίνουμε ότι δεν τέθηκε απολύτως τίποτε ενώπιον μας από μέρους της υπεράσπισης που να υποστηρίζει πρόβλημα μνήμης της μάρτυρος, ούτε και έχει διασυνδεθεί επιστημονικά το θέμα με το σίδηρο όταν πήγε στο Πουρνάρα - εάν όντως υπήρχε θέμα -, με την απώλεια μνήμης. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές για εμάς ότι οι εν λόγω απαντήσεις δεν ήταν τυχαίες. Η μάρτυρας ήταν στοχοπροσηλωμένη να πείσει για συγκεκριμένα πράγματα αλλά παράλληλα ψευδόταν και γι' αυτό όταν αντιλαμβανόταν ότι η συζήτηση δεν την συνέφερε και ο κλοιός στένευε, για να υπεκφύγει κατέφευγε σε γενικές και αόριστες απαντήσεις. Ως προς τα όσα ανέφερε δε περί απαγόρευσης τους να μπουν στο Λίβανο γιατί οι Λιβανέζοι μισούν τους Σύριους και θέλουν να τους επιστρέψουν πίσω, αλλά και για δήθεν απειλές για τη ζωή τους, τα απορρίπτουμε ως γενικά και αόριστα, και θεωρούμε πως εντάσσονται στο πλαίσιο της προσπάθειας της να πείσει ότι το ταξίδι ξεκίνησε από την Ταρτούς και όχι από το Λίβανο. Εξάλλου, καμία πειστική εξήγηση δεν έχει δώσει για το πώς συνάδουν τα πιο πάνω, με το γεγονός ότι τα αδέλφια της διαμένουν εδώ και πολλά χρόνια στο Λίβανο. Ειδικά για τις ισχυριζόμενες απειλές κατά της ζωή τους, αρκούμαστε εδώ να πούμε πως όταν κλήθηκε να δώσει εξήγηση απέφυγε να το πράξει και αρκέστηκε να πει ότι «Οι Λιβανέζοι δεν μας θέλουν», δείχνοντας έτσι ότι ο ισχυρισμός για απειλές ήταν άνευ ουσίας και τέθηκε απλά για να εξυπηρετήσει την εκδοχή της περί έναρξης του ταξιδιού από την Ταρτούς και όχι από το Λίβανο. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μας, κατά την κρίση μας η μάρτυρας γνώριζε πολύ καλά ότι το ταξίδι τους δεν ξεκίνησε από την Ταρτούς της Συρίας, αλλά από το Λίβανο. Αυτό εξάλλου δήλωσε ξεκάθαρα και ο σύζυγος της στην κατάθεση του αλλά επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ό,τι άλλο θα επισημάνουμε εδώ, είναι βεβαίως ότι η προώθηση της θέσης περί εκκίνησης από την Ταρτούς, δείχνει σαφώς τη μη προβολή από μέρους της υπεράσπισης καθαρών θέσεων εξ αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση αναξιοπιστία. Όχι μόνον διότι ο Κατηγορούμενος λέει στην κατάθεση του κάτι διαφορετικό, ή επειδή ουδέποτε έχουν αμφισβητηθεί οι δηλώσεις των προσώπων που αναφέρονται στον Τεκμήριο 6, ότι δηλαδή το ταξίδι ξεκίνησε από την Τρίπολη του Λιβάνου, αλλά και επειδή κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.5 ήταν σαφές ότι η υπεράσπιση ουσιαστικά αποδεχόταν την εκκίνηση από το Λίβανο. Πιο συγκεκριμένα, στο τέλος της αντεξέτασης υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος ήταν ο οδηγός της βάρκας «από το Λίβανο μέχρι και την Κύπρο». Κάτι άλλο δεν χρειάζεται να λεχθεί. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και ως προς τη διαδικασία για να επιβιβαστούν στη βάρκα που τους έφερε στην Κύπρο. Ομολογουμένως το ζήτημα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Όμως είναι γεγονός ότι η αντεξέταση και για το συγκεκριμένο ζήτημα, ανέδειξε τη διάθεση της μάρτυρος ν' αποκρύψει την αλήθεια, αφού για δικούς της λόγους απέφυγε να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση ακόμη και για την απόσταση της βάρκας από τη στεριά. Με άσχετες δικαιολογίες του τύπου «ποτέ δεν είδα θάλασσα» αλλά και ότι «το μυαλό μου είναι στο μωρό μου τώρα», δεν απάντησε ποτέ στις ερωτήσεις που της έγιναν για το συγκεκριμένο ζήτημα. Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άρνηση της ότι μεταφέρθηκαν με μικρά σκάφη στην πιο μεγάλη βάρκα που τους μετέφερε στην Κύπρο, έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του Κατηγορούμενου, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.
- Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε στην πορεία της αντεξέτασης της, αφορά το λόγο που έφυγαν από τη χώρα τους για να έρθουν στην Κύπρο. Η μάρτυρας αποδέχτηκε ότι ένας λόγος ήταν σίγουρα προκειμένου να μπορέσει ο άντρας της να βρει δουλειά για να βγάζει χρήματα, όπως δηλαδή ανέφερε και ο τελευταίος στην κατάθεση του. Από εκεί και πέρα όμως ισχυρίστηκε ότι ένας επιπλέον λόγος, ήταν και οι απειλές που δεχόταν από τους θείους της. Καθόλου όμως δεν μας έπεισε και δεν μπορούμε ν΄ αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη θέση της. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της επί του ζητήματος μόνον γενική, αόριστη και συγκεχυμένη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε απειλές πριν χρόνια και επίσης ανέφερε γενικά ότι οι θείοι της την βασάνιζαν μέχρι που έφυγαν από τη Δαμασκό. Κάπου αλλού είπε ότι οι θείοι της είχαν «οικογενειακές διαφορές» με τα αδέλφια της, πριν τα τελευταία φύγουν για το Λίβανο πριν χρόνια και σε άλλο σημείο ότι οι θείοι είχαν «θέματα» με τη μητέρα της. Ουδέποτε καθόρισε ποιο ήταν ακριβώς το πρόβλημα που υπήρχε μεταξύ των θείων της και των αδελφιών ή της μητέρας της, ούτε όμως ανέφερε ποτέ ποιος είναι ο συγκεκριμένος λόγος που οι θείοι της απείλησαν την ίδια. Εν πάση περιπτώσει θεωρούμε πως το γεγονός ότι δεν έλεγε την αλήθεια ούτε για το συγκεκριμένο ζήτημα, προκύπτει και από το ότι ενώ επανειλημμένως αναφέρθηκε στους θείους της, σε κάποιο σημείο ανέφερε ότι έχει μόνον ένα θείο (αδελφός της μητέρας της). Κλείνοντας με το συγκεκριμένο ζήτημα, επισημαίνουμε εδώ και το γεγονός, ότι ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του δεν αναφέρει τίποτε περί φυγής τους ένεκα απειλών ή και απειλών που δεχόταν η σύζυγος του. Υπό τις περιστάσεις, σημειώνουμε ότι δεν θα μπορούσαμε βεβαίως να κάνουμε αποδεκτή τη μαρτυρία της, την οποία κρίνουμε ως παντελώς αναξιόπιστη, και να εξάγουμε οιαδήποτε συμπεράσματα επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Η θέση της δε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συνέχεια δίπλα της στο μέσο της βάρκας, έξω από την καμπίνα και δεν οδήγησε τη βάρκα, επειδή η ίδια ήταν ζαλισμένη, καθόλου δεν μας έπεισε και θεωρούμε πως εντάσσεται ακριβώς στο πλαίσιο της προσπάθειας της να βοηθήσει το σύζυγο της ν' απαλλαγεί από την όποια ευθύνη του στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη τη θέση του Μ.Κ.5 ότι γνωρίζει τη Μ.Υ.1 «φατσικά» επειδή ήταν δίπλα στον Κατηγορούμενο (ο οποίος ως ήταν η θέση του, βρισκόταν μέσα στην καμπίνα και οδηγούσε τη βάρκα), θεωρούμε πως η συγκεκριμένη θέση της μάρτυρος ήταν ουσιώδης και θα έπρεπε να υποβληθεί στον Μ.Κ.5 για να μπορέσει να τοποθετηθεί. Το γεγονός δε ότι τούτο δεν έγινε, οδηγεί ούτως ή άλλως σε μη αποδοχή της θέσης της μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνουμε πως η μαρτυρία της έρχεται σε αντίφαση επί ουσιαστικών ζητημάτων με την εθελούσια κατάθεση του συζύγου της, μεταξύ αυτών και για το ζήτημα της οδήγησης της βάρκας, οι αναφορές του οποίου επιβεβαιώνονται από άλλη μαρτυρία. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 για τους λόγους που πιο πάνω έχουμε αναφέρει και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραδοχές του Κατηγορούμενου στη θεληματική του κατάθεση ή και οι δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του, ενισχύονται ή και επιβεβαιώνονται από άλλη αξιόπιστη ή και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, με τον τρόπο που επεξηγήθηκε πιο πάνω, οδηγούμαστε στο ότι είναι απόλυτα ασφαλές ν' αποδεχθούμε ως αληθείς τις εν λόγω παραδοχές ή και δηλώσεις και να στηριχθούμε σ' αυτές για την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων.
- Νομική Πτυχή Κατηγορία 1 (Απαγορευμένος μετανάστης που βρέθηκε στη Δημοκρατία) Ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με την κατηγορία αυτή είναι ότι, την 1.1.24, ενώ σύμφωνα με το νόμο ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε εντός της εδαφικής επικράτειας της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει σχετική άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο ή από τον Διευθυντή. Με βάση την έκθεση αδικήματος, σχετικά είναι τα άρθρα 6
(1)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του Κεφ.105, που έχουν ως εξής: « 6.-
(1)Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:- .... (ι) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τoυ oπoίoυ η είσoδoς στη Δημoκρατία απαγoρεύεται βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς εκάστoτε σε ισχύ· (κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv· (λ) oπoιoδήπoτε αλλoδαπό o oπoίoς, αv επιθυμεί vα εισέλθει στη Δημoκρατία ως μεταvάστης, δεv έχει στηv κατoχή τoυ επιπρόσθετα από διαβατήριo πoυ φέρει Βρετταvική Πρoξεvική θεώρηση για τη Δημoκρατία άδεια μεταvάστευσης πoυ χoρηγείται από τov Αvώτερo Διευθυντή σύμφωvα με oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ· (μ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo θεωρείται ως απαγoρευμέvoς μεταvάστης βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ. .....
(2)Τo Υπoυργικό Συμβoύλιo ή, με τις oδηγίες τoυ, oπoιoσδήπoτε Διευθυντής δύvαται vα χoρηγεί άδεια σε απαγoρευμέvo μεταvάστη για vα εισέρχεται και παραμέvει στη Δημoκρατία για τέτoια περίoδo και τηρoυμέvωv τέτoιωv όρωv και πρoϋπoθέσεωv όπως τo Υπoυργικό Συμβoύλιo δύvαται vα θεωρήσει oρθό. » « 19.
(2)Απαγoρευμέvoς μεταvάστης πoυ βρέθηκε στη Δημoκρατία είvαι έvoχoς πoιvικoύ αδικήματoς και άvευ επηρεασμoύ τωv εξoυσιώv πoυ χoρηγήθηκαv στo Διευθυντή βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 13, υπόκειται σε φυλάκιση για χρovικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίvει τα δέκα
(10)έτη ή σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύo τις πoιvές της φυλάκισης και τoυ πρόστιμoυ, εκτός αv απoδείξει- (α) ότι αυτός vόμιμα εισήλθε στη Δημoκρατία πριv τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ· (β) ότι αφoύ εισήλθε στη Δημoκρατία αερoπoρικώς και δεv είvαι πρόσωπo πoυ πρoηγoυμέvως θεωρήθηκε απαγoρευμέvoς μεταvάστης επρόκειτo vα παρoυσιαστεί στov πλησιέστερo Διευθυντή· (γ) ότι κατέχει άδεια ή έγκριση πoυ χoρηγήθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ ή κάπoιoυ άλλoυ Νόμoυ, vα παραμείvει στη Δημoκρατία· ή (δ) ότι, αφoύ η άδεια τoυ ή έγκριση εξέπvευσε ή αvακλήθηκε, αυτός δεv έχει εύλoγη ευκαιρία vα εγκαταλείψει τη Δημoκρατία. » Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Κεφ.105: «απαγoρευμέvoς μεταvάστης" σημαίvει πρόσωπo τo oπoίo είvαι απαγoρευμέvoς μεταvάστης βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ·» Είναι σαφές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η επίδικη βάρκα την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, την 1.1.24 εντοπίστηκε εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και άρα εντός της εδαφικής επικράτειας της Δημοκρατίας. Η βάρκα δε είχε κίνηση προς τις Κυπριακές ακτές. Ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να φτάσει στην Κύπρο, θέλοντας να δουλέψει για να μπορέσει να βγάλει χρήματα και να μπορέσει να ζήσει με την οικογένεια του σε καλύτερες συνθήκες σε σχέση με τη χώρα του. Παρέμεινε αναντίλεκτο όμως πως δεν διέθετε άδεια μετανάστευσης, ούτε είχε θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Συναφώς, δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος θεωρείται απαγορευμένος μετανάστης εν τη εννοία του Νόμου και η είσοδος του στη Δημοκρατία δεν επιτρεπόταν. Είναι δε σαφές πως τούτος δεν έχει αποδείξει οιανδήποτε εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 19
(2)ανωτέρω. Υπό τις περιστάσεις, βρίσκουμε πως πληρούνται όλα τα συστατικά του αδικήματος και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην 1η κατηγορία. Κατηγορία 2 (Μεταφορά προσώπων δια υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της συγκεκριμένης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, εν γνώσει του, συντέλεσε στη μεταφορά δια θαλάσσης από Λίβανο προς Κύπρο, 132 προσώπων με κόμιστρο, με ανασφαλές-λόγω υπερφόρτωσης-σκάφος. Σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κεφ.154, υπό τον τίτλο «Μεταφορά προσώπου διά υδάτινης οδού με μη ασφαλή ή υπερφορτωμένο σκάφος»: «Όποιος, εν γνώσει του ή εξ αμέλειας μεταφέρει ή συντελεί στη μεταφορά προσώπου με κόμιστρο διά μέσου υδάτινης οδού, με ανασφαλή[25] σκάφος είτε λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται είτε λόγω υπερφόρτωσης, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές.» Όπως έχει αναφερθεί, η επίδικη βάρκα ήταν ξύλινη, μήκους 10 μέτρων περίπου και σ' αυτήν επέβαιναν 133 άτομα. Μέσα στη βάρκα δεν υπήρχε επαρκής χώρος και οι επιβαίνοντες ήταν στοιβαγμένοι μέσα σ' αυτήν. Με βάση τους κανονισμούς του υφυπουργείου Ναυτιλίας, θα μπορούσαν να επιβαίνουν στη συγκεκριμένη βάρκα περί τα 10 άτομα, οπότε στην προκειμένη περίπτωση, επέβαινε αριθμός επιβατών 13 περίπου φορές μεγαλύτερος, εν σχέση με τον αριθμό που θεωρείται επιτρεπτός. Επειδή δε ακριβώς η βάρκα είχε υπεράριθμους επιβάτες, το βάρος της ήταν ιδιαίτερα αυξημένο. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μην φαίνεται η ίσαλος γραμμή του σκάφους, η οποία ήταν βυθισμένη στο νερό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σε μεγάλο βαθμό ήτοι ένα μέτρο περίπου, ενώ το επίπεδο του καταστρώματος απείχε μόνον 30 εκατοστά περίπου από το νερό της θάλασσας. Υπό τις περιστάσεις, ο κίνδυνος που υπήρχε για τους επιβάτες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ήταν πολύ μεγάλος. Αυτό γιατί όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1 και αποτέλεσε εύρημα μας, η θάλασσα είναι ένα ασταθές περιβάλλον που μεταβάλλεται συνεχώς και εάν οι συνθήκες ήταν τέτοιες, θα μπορούσε να εισρεύσει νερό στο κατάστρωμα, σαφώς με μεγαλύτερη ευκολία λόγω του επιπέδου του καταστρώματος από το νερό και αφού εισχωρήσει στο εσωτερικό του σκάφους, να υπάρξει αύξηση του βάρους απότομα, με αποτέλεσμα το σκάφος να βουλιάξει. Ίδιο αποτέλεσμα όμως θα μπορούσαμε να έχουμε, σε περίπτωση απότομης μετακίνησης του κόσμου πάνω στο σκάφος. Σχετικά παραπέμπουμε επίσης στη μαρτυρία του Μ.Κ.5, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το ταξίδι ήταν πολύ επικίνδυνο, αφού υπήρχαν πολλά άτομα στη βάρκα και ο ένας ήταν κολλητός με το άλλο. Ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να πλοηγήσει το σκάφος και ήταν σαφώς σε γνώση του ότι υπήρχε πάρα πολύς κόσμος επ' αυτού. Το γεγονός ότι είναι ψαράς στο επάγγελμα και ξέρει από θάλασσα, ως ο ίδιος ανέφερε, αλλά και η αναφορά στην κατάθεση του ότι «το ταξίδι κράτησε περίπου 14 ώρες γιατί η βάρκα πήγαινε αργά αφού είχε πάρα πολλά άτομα πάνω», επιβεβαιώνουν ότι διέθετε τις γνώσεις και ότι ήταν σε θέση ν' αντιληφθεί από την αρχή και καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού την οδήγηση ενός υπερφορτωμένου σκάφους. Γνώριζε όμως και τους κινδύνους που συνόδευαν το εγχείρημα του να οδηγήσει μια υπερφορτωμένη βάρκα. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε στο πλαίσιο της κατάθεσης που έδωσε, ανέφερε ότι κατά τη διαδρομή κινδύνεψαν να βυθιστούν «γιατί η βάρκα ήταν παλιά και φορτωμένη με πάρα πολλά άτομα». Δεν ανέφερε δηλαδή απλά ότι κινδύνεψαν αλλά έδωσε εξήγηση γιατί κινδύνεψαν να βυθιστούν, κάτι που σαφώς επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές και την πλήρη αντίληψη του περί των δεδομένων που ευρίσκονταν ενώπιον του. Παρά ταύτα επέλεξε συνειδητά να φέρει εις πέρας την αποστολή που ανέλαβε, οδηγώντας τη βάρκα μέχρι την Κύπρο που ήταν ο προορισμός τους. Ως αναφέρθηκε, από τις εξετάσεις της Αστυνομίας προέκυψε ότι οι επιβαίνοντες κατέβαλαν ποσά από 2500-3500 δολάρια για να ταξιδέψουν. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι προκειμένου να ταξιδέψει κάποιος με την επίδικη βάρκα θα έπρεπε να πληρώσει κόμιστρο. Ο ίδιος πλήρωσε 3000 δολάρια και προκειμένου να μην καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τη σύζυγο και το παιδί του, συμφώνησε να οδηγήσει τη βάρκα μέχρι την Κύπρο, εξοφλώντας τοιουτοτρόπως το κόμιστρο που τους αναλογούσε. Επί τούτου, παραπέμπουμε και στη σχετική ανάλυση που γίνεται κατωτέρω, στο πλαίσιο εξέτασης της 3ης κατηγορίας. Υπό τις περιστάσεις, αποτελεί συμπέρασμα μας πως ο Κατηγορούμενος εν γνώσει του μετέφερε δια θαλάσσης 132 επιβάτες, με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης, σκάφος, έναντι κομίστρου. Το γεγονός ότι το κόμιστρο δεν το εισέπραξε ο ίδιος, δεν επηρεάζει την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας, αφού το γεγονός παραμένει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα άτομα που μετέφερε είχαν καταβάλει σχετικό κόμιστρο για την εν λόγω μεταφορά, με μόνη εξαίρεση βεβαίως τη σύζυγο και το παιδί του, οι οποίοι δεν κατέβαλαν κόμιστρο με την έννοια της καταβολής ποσού επειδή ο ίδιος στην ουσία αναλαμβάνοντας το εγχείρημα της πλοήγησης της βάρκας κατέβαλε το αντίτιμο του κομίστρου που τους αναλογούσε. Κατά συνέπεια, βρίσκουμε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της 2ης κατηγορίας, στην οποία ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος. Κατηγορία 3 (Παροχή συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία) Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρείχε συνδρομή ή βοήθεια σε 132 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία. Το άρθρο 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 προνοεί τα εξής: «Πρόσωπo τo oπoίo συvδράμει ή βoηθά oπoιoδήπoτε απαγoρευμέvo μεταvάστη vα εισέλθει ή vα παραμείvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση τoυ Νόμoυ αυτoύ ή oπoιωvδήπoτε Καvovισμώv πoυ εκδόθηκαv βάσει αυτoύ ή είναι ιδιοκτήτης οποιουδήποτε σκάφους που χρησιμοποιείται για την είσοδο απαγορευμένου μετανάστη στη Δημοκρατία» Σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατηγορία, κατ' αρχάς θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, προκύπτει πως ούτε οι λοιποί επιβαίνοντες στη βάρκα, 132 στο σύνολο, διέθεταν άδεια μετανάστευσης και θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβουμε όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για την έννοια απαγορευμένος μετανάστης, σημειώνουμε πως επρόκειτο αναμφίβολα για απαγορευμένους μετανάστες και η είσοδος τους στη Δημοκρατία ήταν παράνομη. Από τη μελέτη του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει πως χρειάζεται ν' αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι παρείχε συνδρομή ή βοήθεια σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία. Η γνώση και η πρόθεση, ως στοιχεία της εσώτερης νοητικής λειτουργίας του ατόμου, σπάνια μπορούν να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, όπως λ.χ. είναι η παραδοχή. Κατά κανόνα συνάγονται από το σύνολο της μαρτυρίας και ειδικότερα από τη συμπεριφορά και τον τρόπο που γενικά ενεργούν οι κατηγορούμενοι (Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 492, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, Hodfield ν. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 ΑΑΔ 414). Εφόσον όμως πρόκειται για περιστατική μαρτυρία, το συμπέρασμα περί γνώσης και πρόθεσης τότε μόνο είναι επιτρεπτό εάν βρίσκεται σε σχέση άμεσης συνάφειας με τη μαρτυρία και αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει, αποκλειομένης άλλης λογικής ερμηνείας ή εξήγησης. Τηρουμένης της θεμελιακής αυτής προϋπόθεσης, η περιστατική μαρτυρία όχι μόνο δεν υπολείπεται της άμεσης μαρτυρίας, αλλά τείνει να περιορίσει τις πιθανότητες του ανθρώπινου λάθους (Fournides v Republic
(1986)2 CLR 73, Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444). Επί τούτου, έχουμε την άποψη ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταδειχθεί ότι υπήρχε η αναγκαία γνώση από μέρους του Κατηγορούμενου. Κατ' αρχάς, οι δύο εκ των επιβαινόντων ήταν η σύζυγος (Μ.Υ.1) και το παιδί του, οπότε σαφώς γνώριζε πως το status τους ήταν ίδιο με το δικό του. Από εκεί και πέρα, είναι σαφές πως όταν ανέλαβε το εγχείρημα να οδηγήσει τη βάρκα, γνώριζε πως δεν έπραττε κάτι νόμιμο και ότι θα μετέφερε και άλλα πρόσωπα πέραν της συζύγου και του παιδιού του. Και εξηγούμε. Ο ίδιος ζήτησε βοήθεια από τρίτο πρόσωπο για να έρθει στην Κύπρο, θέλοντας να φύγει από τη χώρα του και δεν αποτάθηκε στις επίσημες αρχές της χώρας του ή της Δημοκρατίας για να εξασφαλίσει σχετικά έγγραφα, ούτε πήγε σε ταξιδιωτικό γραφείο ή σε επίσημο αεροδρόμιο ή λιμάνι για να εξασφαλίσει εισιτήρια για την Κύπρο. Θα ερχόταν στην Κύπρο με μια βάρκα, την οποία συμφώνησε να οδηγήσει ο ίδιος, αφού έτσι θα πλήρωνε μόνον 3000 δολάρια και δεν θα πλήρωνε οποιοδήποτε ποσό για τη σύζυγο και το παιδί του. Την ίδια στιγμή όμως ήταν ξεκάθαρο και το ότι θα μετέφερε με τη βάρκα και άλλα πρόσωπα. Στο σπίτι στον Λίβανο όπου είχε μεταφερθεί με την οικογένεια του, υπήρχαν και άλλα άτομα και όλοι μαζί μεταφέρθηκαν την μέρα που θα ταξίδευαν σε μια παραλία. Στο σημείο υπήρχαν μικρές βάρκες, οι οποίες τους μετέφεραν «λίγους λίγους» πάνω στη βάρκα με την οποία θα ταξίδευαν και ο ίδιος ανέβηκε στη βάρκα τελευταίος. Δεν χωρεί συνεπώς καμία αμφιβολία, ότι το εγχείρημα που συμφώνησε να φέρει εις πέρας περιλάμβανε και τη μεταφορά άλλων προσώπων που θα ταξίδευαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως ο ίδιος και η οικογένεια του, έχοντας καταβάλει και το αναγκαίο κόμιστρο. Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με όσα ο ίδιος αναφέρει, του είχαν πει ότι θα συλληφθεί από την Αστυνομία της Κύπρου και να το γνωρίζει. Επίσης, του λέχθηκε να πει στην Αστυνομία της Κύπρου όταν ερωτηθεί, ότι ξεκίνησαν από τη Συρία (αντί από το Λίβανο) και ακόμη να πετάξει την πυξίδα που χρησιμοποιούσε μόλις δει το σκάφος της Αστυνομίας, ως και έπραξε. Τονίζουμε επίσης το γεγονός ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.5, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, ο Κατηγορούμενος τους είχε ζητήσει να πουν στην Αστυνομία, όταν φτάσουν στην Κύπρο, ότι οδήγησαν όλοι τη βάρκα για να μην τον συλλάβουν. Το γεγονός δε ότι ξεκίνησε τα μεσάνυχτα να οδηγεί μια βάρκα γεμάτη με κόσμο, στην οποία η επιβίβαση έγινε σε μια παραλία υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν, σε συνάρτηση με όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την κρίση μας δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρη αντίληψη του παράνομου εγχειρήματος που ανέλαβε, καθώς και του ότι με τις ενέργειες του ουσιαστικά παρείχε συνδρομή σε πρόσωπα που πολύ καλά αντιλαμβανόταν ότι δεν είχαν δικαίωμα να εισέλθουν νόμιμα στη Δημοκρατία, εν προκειμένω σε ομοεθνείς του, που είχαν το ίδιο status με το δικό του και επρόκειτο συνεπώς για απαγορευμένους μετανάστες[26], εξ ου και επέλεξαν να ταξιδέψουν υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, όπως ακριβώς δηλαδή και ο ίδιος με την οικογένεια του. Ως προς το στοιχείο της πρόθεσης, παραπέμπουμε κατ' αναλογία στην Abd Azez Hemze v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 594, η οποία σημειώνουμε αφορούσε το αδίκημα του άρθρου 19Α του Κεφ.105 (το οποίο αντιμετωπίζει και ο εδώ Κατηγορούμενος με βάση την κατηγορία 4). Στην υπόθεση εκείνη, δύο αλλοδαποί από τη Συρία επιβιβάστηκαν μαζί με άλλους σε ψαρόβαρκα και αναχώρησαν από το λιμάνι της Λαττάκειας για να επιβιβαστούν αργότερα σε πλοίο που τους ανέμενε στα ανοικτά. Οι αλλοδαποί αποβιβάστηκαν στην Κύπρο γύρω στις 22:00 και αφού περπάτησαν αρκετά, στη συνέχεια σκορπίστηκαν όταν είδαν φώτα περιπολικού της Αστυνομίας. Ο ένας από τους Σύριους ήταν αδελφός του εφεσείοντα, με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά και κατόπιν συνεννόησης ο εφεσείοντας, συνοδευόμενος από τη συγκατηγορούμενη του, μετέβη από τη Λεμεσό σε περιοχή της Αραδίππου για να συναντήσει τον αδελφό του και τον άλλο συμπατριώτη τους. Οι δύο αλλοδαποί επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείων, σύντομα όμως εντοπίστηκαν από την Αστυνομία, η οποία τους συνέλαβε. Ο εφεσείοντας στο πλαίσιο της έφεσης που καταχώρησε, παραπονείτο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παραγνώρισε το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της πρόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: « .. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Η πρόθεση του εφεσείοντα για παροχή βοήθειας στον αδελφό του και στον άλλο αλλοδαπό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο για να περάσουν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας ερχόμενοι από τη χώρα τους κάτω από τις συνθήκες που οι ίδιοι περιέγραψαν, συνάγεται από τον τρόπο με τον οποίο ο εφεσείων ενήργησε. Ενώ γνώριζε ότι η άφιξή τους ήταν παράνομη έσπευσε να τους βοηθήσει. Η παραλαβή των προσώπων που έρχονται από το εξωτερικό από εκείνους οι οποίοι τους περιμένουν, λογικά γίνεται από τα σημεία νόμιμης άφιξης των επιβατών δηλαδή τα λιμάνια ή τα αεροδρόμια της χώρας και όχι οπουδήποτε αλλού. » Συναφώς, δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος συνειδητά επέλεξε να οδηγήσει τη βάρκα και να μεταφέρει στην Κύπρο τους απαγορευμένους μετανάστες. Υπενθυμίζουμε δε εδώ το εύρημα μας, ότι η βάρκα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με προορισμό την Κύπρο, ανακόπηκε εντός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας και οδηγήθηκε σε λιμάνι της Δημοκρατίας. Θεωρούμε λοιπόν ότι παρείχε συνδρομή και βοήθεια στους 132 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία και θα πρέπει να κριθεί ένοχος και στην 3η κατηγορία. Κατηγορία 4 (Υποβοήθηση παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας) Οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 4, είναι πως ο Κατηγορούμενος, στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρείχε βοήθεια σε 132 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, συνεργώντας με άλλα πρόσωπα, άγνωστα για την κατηγορούσα αρχή, των οποίων πρόθεση και σκοπός γνώριζε πως ήταν η αποκόμιση χρηματικού κέρδους από την εκπλήρωση του πιο πάνω σκοπού. Σχετικό είναι το άρθρο 19Α
(1)του Κεφ.105, ως τροποποιήθηκε σχετικά πρόσφατα με το Ν.46(Ι)/21, το οποίο έχει ως εξής: « Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε
(15)έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Ως προκύπτει από τη μελέτη του, το άρθρο 19 Α
(1)κολάζει την αποκόμιση κέρδους από την βοήθεια υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας και δεν απαιτείται βεβαίως ν' αποδειχθεί η παράνομη παραμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στη Δημοκρατία[27]. Αρκεί παροχή βοήθειας για να εισέλθει ή διακινηθεί στη Δημοκρατία παράνομα. Σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 19Α
(1)ανωτέρω, στην υπόθεση 1. ΧΧΧ Nawaz και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.56/21, ημερ.4.5.22, ECLI:CY:AD:2022:D173 λέχθηκαν τα εξής: « Καταγράφεται στον τροποποιητικό Νόμο ότι αυτός ψηφίζεται και για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2002 για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου για την πρόληψη της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής». Από το σαφές περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι πρόκειται για τρία ξεχωριστά αδικήματα. Και στα τρία όμως, η υποβοήθηση θα πρέπει να στοχεύει σε κάτι παράνομο. Στα μεν δύο αδικήματα του 19A
(1), στην παράνομη είσοδο ή διέλευση, στο δε αδίκημα του 19A
(2)στην παράνομη διαμονή. Να σημειωθεί ότι στα αδικήματα του 19A
(1)προσετέθη με τον τροποποιητικό Νόμο 46(Ι)/21 και το συστατικό στοιχείο «του σκοπού της αποκόμισης κέρδους». Περαιτέρω αυξήθηκαν και οι ποινές (Άρθρο 5 του τροποποιητικού Νόμου 46(Ι)/21). » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Βεβαίως, θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το συγκεκριμένο αδίκημα ως συνεργός, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.
- Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής[28]. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συµµετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συµβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος. ..» Στην Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 25/14 (Σχ. με 29/14), ημερ. 20.9.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, επεξηγώντας την αντικειμενική υπόσταση της συνέργειας στο πλαίσιο του άρθρου 20, ανέφερε τα ακόλουθα: «.το κοινοδίκαιο όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 20 προβλέπει παροχή συνέργειας με παροχή βοήθειας (aiding), παρακίνησης (abetting), συμβουλών (counselling) και με προαγωγή (procuring). Κατά το σύνηθες σχήμα, η παροχή βοήθειας και παρακίνησης αφορά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος και γι' αυτό εξομοιούται με συναυτουργία (principals in the second degree) ενώ η παροχή συμβουλών και η προαγωγή, αναφέρεται σε προγενέστερο χρόνο (Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2018 Ed.,18-9). Ειδικότερα η έννοια της «παροχής βοήθειας» («aiding») έχει ερμηνευθεί με ευρύτητα: «Aiding can be satisfied by any act of assistance before or at the time of the offence. Suppling a weapon or transporting P to the scene of the crime are obvious examples. Aiding does not imply any casual connection between D's act and P's. D may assist P and enable him to commit the offence more easily, earlier or with greater safety and, if so, D is surely guilty even if P would have committed the same offence if D had not intervened.» (Smith and Hogan's, Criminal Law, 13th Ed., p. 192-193)». Στην δε Χατζηξενοφώντος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 26/20, ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B441, όπου εξετάστηκε η ευθύνη του εφεσείοντα για το αδίκημα της ληστείας λέχθηκε ότι, δοθείσης της διαπίστωσης της συμμετοχής του σε συνωμοσία με τον κατηγορούμενο 1, το ότι τον συνόδευσε στην κατοικία των θυμάτων καθώς και η παρουσία και αναμονή του έξω από την κατοικία, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως παθητικές συμπεριφορές, αλλά ενέργειες παροχής βοήθειας και ενθάρρυνσης (R. v. Jogee [2016] UKSC 8, [2017] A.C. 387, παρ.11[29]). Δεν επρόκειτο, ως λέχθηκε, για τυχαία, ούτε και απλή παρουσία, αλλά παρουσία απόρροια της συνωμοσίας και μέρος του σχεδιασμού των εγκλημάτων, εξ ου και μόλις ξεκλειδώθηκε η πόρτα της κουζίνας της κατοικίας, ο εφεσείων ήταν εκεί και εισήλθε στην κατοικία, ακολουθώντας τις υποδείξεις του κατηγορούμενου
- Στην ίδια υπόθεση (Χατζηξενοφώντος) λέχθηκε επίσης πως τα ίδια δεδομένα αφορούν και στη διαπίστωση της απαραίτητης ένοχης διάνοιας για συμμετοχή στη διάπραξη δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.154, για να καταλήξει το Ανώτατο Δικαστήριο ν' αναφέρει ότι, εφόσον ο εφεσείων γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα διέπραττε τα αδικήματα της διάρρηξης και ληστείας, έχοντας συνωμοτήσει μαζί του για την πραγματοποίηση τους, είχε γνώση των συνθηκών και σαφή πρόθεση συνδρομής προς τον κατηγορούμενο 1, τον οποίο και συνέδραμε με τη θέληση του[30]. Σε σχέση ακριβώς με την πτυχή της υποκειμενικής υπόστασης της συνέργειας, επεξηγείται και στη Μαμαλικόπουλος (ανωτέρω), ότι αυτή συνίσταται στην πρόθεση παροχής βοήθειας κ.τ.λ. για τη διάπραξη του αδικήματος, κάτι που προϋποθέτει γνώση των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν το παράνομο της πράξης. Ως προς το ζήτημα της απόδειξης της γνώσης και της πρόθεσης, παραπέμπουμε στα όσα σχετικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναληφθούν και εδώ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, με βάση τα ευρήματα μας, μετέφερε 132 απαγορευμένους μετανάστες, οι οποίοι αναμφίβολα ήταν υπήκοοι τρίτης χώρας και συγκεκριμένα της Συρίας και οι οποίοι δεν διέθεταν άδεια μετανάστευσης, ούτε είχαν θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας. Κατ' επέκταση η είσοδος τους στη Δημοκρατία συνιστούσε παράβαση του Κεφ.105, με τον τρόπο που αναφέρθηκε στην τρίτη κατηγορία, ο δε Κατηγορούμενος, σύμφωνα και πάλιν με τα ευρήματα μας, γνώριζε ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από πρόσωπα που βοηθούσαν Σύριους να εισέλθουν στην Κύπρο παράνομα, με σκοπό το κέρδος. Ο ίδιος κατέβαλε στο πρόσωπο που θα τον βοηθούσε να έρθει στην Κύπρο 3000 δολάρια και συμφώνησε μαζί του να οδηγήσει τη βάρκα, με αντάλλαγμα να μην πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό για τη σύζυγο και το παιδί του. Εν πάση περιπτώσει ήταν σαφές στον ίδιο ότι για να μπορέσει κάποιος να ταξιδέψει με την επίδικη βάρκα, θα έπρεπε προηγουμένως να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό στα εν λόγω πρόσωπα, εξ ου και η μη πληρωμή από τη σύζυγο και το παιδί του έγινε ένεκα και μόνον του ότι, ο ίδιος αποδέχτηκε να πλοηγήσει τη βάρκα. Με αυτά υπόψη, θεωρούμε πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ανέβηκε στη βάρκα όπου επέβαιναν άλλοι 132 ομοεθνείς του και ξεκίνησε να την πλοηγεί αδιάλειπτα μέχρι να φτάσουν στην Κύπρο, αυτό που δείχνει ξεκάθαρα είναι την συνειδητή επιλογή του να λειτουργήσει στο πλαίσιο της διευθέτησης που είχε γίνει και των οδηγιών που έλαβε, εξ ου και μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας πέταξε την πυξίδα που κρατούσε, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει. Θεωρούμε λοιπόν, συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, ότι το μοναδικό λογικό συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσαμε να αχθούμε, είναι πως πράγματι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να οδηγήσει τη βάρκα και να μεταφέρει τους 132 ομοεθνείς του στην Κύπρο, συνιστούσε ουσιαστική συνδρομή του προς τα πρόσωπα που υποβοηθούσαν τους ομοεθνείς του να εισέλθουν παράνομα στην Κύπρο και τα οποία είχαν σκοπό το κέρδος και κατ' επέκταση παροχή βοήθειας από μέρους του εν τη εννοία του άρθρου 20 του Κεφ.
- Υπό τις περιστάσεις, θεωρούμε πως ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην κατηγορία
- Προτού προχωρήσουμε στην επόμενη κατηγορία σημειώνουμε, ίσως εκ του περισσού, πως ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε επικρατήσει άλλη άποψη εν σχέση με τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας 4, εντούτοις ο Κατηγορούμενος πέραν από συνεργός με την έννοια που έχουμε καθορίσει πιο πάνω, θα μπορούσε να κριθεί ένοχος για το αδίκημα του άρθρου 19Α
(1)και ως αυτουργός. Και τούτο διότι δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία ότι ανέλαβε το εγχείρημα και με πρόθεση μετέφερε τους 132 απαγορευμένους μετανάστες στην Κύπρο, με σκοπό την εξασφάλιση οφέλους[31] για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του, δηλαδή τη μη πληρωμή του εν λόγω ποσού. Νοείται βεβαίως ότι σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να προηγηθεί και η ανάλογη τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη βάση των προνοιών του άρθρου 85
(4)[32], εξέταση των οποίων οδηγεί στο συμπέρασμα πως θα πληρούντο, αφού δεν θα ήταν δυνατή καταδίκη του χωρίς τροποποίηση, δεν θα υπόκειτο σε αυστηρότερη ποινή, ούτε όμως και θα τίθετο θέμα δυσμενούς επηρεασμού αφού η υπεράσπιση έθεσε πλήρως τις θέσεις της σε σχέση με τα ζητήματα αυτά και δεν θα διαφοροποιείτο η υπεράσπιση του αν αντιμετώπιζε εξ αρχής το προς προσθήκη αδίκημα. Ενόψει βεβαίως της κατάληξης μας περί στοιχειοθέτησης της κατηγορίας 4 ως το κατηγορητήριο, δεν κρίνουμε σκόπιμο να προβούμε σε οποιοδήποτε περαιτέρω σχετικό διάβημα. Κατηγορία 5 (Συμμετοχή σε λαθρεμπόριο μεταναστών) Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αυτής, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι μεταξύ άγνωστης για την Κατηγορούσα Αρχή ακριβούς ημερομηνίας και 1ης Ιανουαρίου 2024, στη Συρία, στο Λίβανο και σε Κυπριακά χωρικά ύδατα ανοικτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, συμμετείχε ως συνεργός σε λαθρεμπόριο μεταναστών. Δηλαδή συμφώνησε με άγνωστο για την Κατηγορούσα Αρχή μέλος εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών, όπως πλοηγήσει ξύλινη βάρκα από τον Λίβανο με προορισμό την Κύπρο με σκοπό την παράνομη μεταφορά στην Κύπρο 132 Σύρων απαγορευμένων μεταναστών, με αντάλλαγμα την έκπτωση ύψους 6000 δολαρίων στο κόστος μεταφοράς του ίδιου και των μελών της οικογένειας του από τον Λίβανο προς την Κύπρο. Κατωτέρω παραθέτουμε τα σχετικά άρθρα του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.11(ΙΙΙ)/2003, της εν λόγω Σύμβασης και του Τρίτου Μέρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.11(ΙΙΙ)/2003: « 8. Κάθε πράξη που αναφέρεται στο Άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος, που διαπράττεται με πρόθεση, αποτελεί ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. » Το άρθρο 6
(1)(
- a)του προαναφερθέντος Πρωτοκόλλου, ορίζει ότι: « 1. Each State Party shall adopt such legislative and other measures as may be necessary to establish as criminal offences, when committed intentionally and in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit: (
- a)The smuggling of migrants. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «Άρθρο 6.
(1)Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπισθούν ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση και για να αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος: (α) Η λαθραία διακίνηση μεταναστών. » (έμφαση δοθείσα) Το δε άρθρο 6
(2)(
- b)προνοεί ότι: « 2. Each State Party shall also adopt such legislative and other measures as may be necessary to establish as criminal offences: .... (
- b)Participating as an accomplice in an offence established in accordance with paragraph 1 (a), (
- b)(
- i)or (
- c)of this article and, subject to the basic concepts of its legal system, participating as an accomplice in an offence established in accordance with paragraph 1 (
- b)(
- ii)of this article. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «2. Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί επίσης τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να καθιερώσει ως ποινικά αδικήματα: ............ (β) τη συμμετοχή ως συνεργού σε αδίκημα που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 (α), (β) (
- i)ή (γ) του παρόντος άρθρου και, με την επιφύλαξη των βασικών εννοιών του νομικού του συστήματος, τη συμμετοχή ως συνεργού σε αδίκημα που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 (β) (
- ii)του παρόντος άρθρου. » (έμφαση δοθείσα) Με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου: « (
- a)"Smuggling of migrants" shall mean the procurement, in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit, of the illegal entry of a person into a State Party of which the person is not a national or a permanent resident; (
- b)"Illegal entry" shall mean crossing borders without complying with the necessary requirements for legal entry into the receiving State; » Σε ελεύθερη μετάφραση: « (α) "Λαθραία διακίνηση μεταναστών" σημαίνει την εξασφάλιση, με σκοπό την απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, της παράνομης εισόδου ενός προσώπου σε κράτος μέλος του οποίου το πρόσωπο δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος. (β) "παράνομη είσοδος" σημαίνει τη διέλευση των συνόρων χωρίς να τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη νόμιμη είσοδο στο κράτος υποδοχής. » Σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου, σχετικό είναι το άρθρο 4, το οποίο επίσης παραθέτουμε: « This Protocol shall apply, except as otherwise stated herein, to the prevention, investigation and prosecution of the offences established in accordance with article 6 of this Protocol, where the offences are transnational in n