← Κύπρος

Δημοκρατία ν. A.A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1740/24, 27/6/2024

Δημοκρατία ν. A.A.M., Ποιν. Υπόθεση: 1740/24, 27/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1740/24 Δημοκρατία ν. A.A.M. Κατηγορούμενου 27 Ιουνίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κα K. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ (δοθείσα αυθημερόν) Κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, επί τω ότι ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)(ι),(κ),(λ),(μ),
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 1) καθώς και ότι συνέδραμε ώστε, 178 απαγορευμένοι μετανάστες εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ),
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 (κατηγορία 6). Α. Γεγονότα Τα εκτεθέντα γεγονότα συνοψίζονται ως ακολούθως. Την 31.03.24 και περί ώρα 14:05, το πλήρωμα Αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε ξύλινη βάρκα 12 περίπου μέτρων, οκτώ ναυτικά μίλια ανοιχτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο. Η βάρκα ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη από υπεράριθμους επιβάτες. Συγκεκριμένα επέβαιναν σε αυτήν συνολικά 179 άτομα (109 άνδρες, 17 γυναίκες και 53 παιδιά εκ των οποίων 17 ασυνόδευτα), ενώ σύμφωνα με το τμήμα εμπορικής ναυτιλίας Κύπρου, ο ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να επιβιβαστεί με ασφάλεια σε σκάφος ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ξεπερνά τους δώδεκα ενήλικες. Η κατάσταση εκτιμήθηκε ως πολύ επικίνδυνη για την ασφάλεια των επιβαινόντων και ως εκ τούτου, ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους το οποίο ανέλαβε η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία Κύπρου, με το Κέντρο Συντονισμού, Ελέγχου και Διάσωσης να βρίσκεται συνεχώς ενήμερο. Στην επιχείρηση διάσωσης συμμετείχαν τρεις άκατοι της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, οι οποίες συνόδευσαν με ασφάλεια την υπερφορτωμένη ξύλινη βάρκα εντός του αλιευτικού καταφυγίου Παραλιμνίου όπου όλοι οι επιβάτες αποβιβάστηκαν με ασφάλεια. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, πήρε συνέντευξη από τον καθένα ξεχωριστά και σύμφωνα με τα όσα δήλωσαν, επρόκειτο για Σύριους υπηκόους. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, είχε στην κατοχή του διαβατήριο και δη θεωρημένο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Νόμο, επρόκειτο στο σύνολό τους για απαγορευμένους μετανάστες. Δήλωσαν ότι το βράδυ της 30.3.24 αναχώρησαν από την Τρίπολη του Λιβάνου με προορισμό την Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν, κατέβαλαν έκαστος σε λαθρέμπορους μεταναστών στη Συρία ποσά κυμαινόμενα από 2500 μέχρι 3000 δολάρια. Υπέδειξαν δε τον Κατηγορούμενο ως το μοναδικό άτομο το οποίο πλοήγησε το σκάφος από τον Λίβανο προς την Κύπρο. Ωστόσο ως διευκρινίστηκε περαιτέρω ενώπιον μας ο Κατηγορούμενος οδήγησε για 45 λεπτά το σκάφος, στην αρχή και στο τέλος του ταξιδιού, ταξίδι το οποίο είχε συνολική διάρκεια 10 ωρών. Επιπλέον, δεν προέκυψε μαρτυρία εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου σε σχέση με την πλοήγηση της βάρκας. Εναντίον του Κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε στις 01.04.24 ένταλμα σύλληψης. Την ίδια ημέρα συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου το οποίο διέταξε τη προφυλάκισή του για οκτώ ημέρες και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Στις 06.04.24 λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην παρουσία της τότε δικηγόρου του. Δήλωσε ότι κατάγεται από τη Συρία όμως τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στον Λίβανο όπου κι εργάζεται ως οικοδόμος. Αποδέχτηκε να πλοηγήσει τη βάρκα αφού ήθελε να φτάσει στην Ευρώπη όπου ευελπιστεί ότι θα έχει ένα καλύτερο μέλλον. Από το σύνολο της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών η οποία δρα στη Συρία, στο Λίβανο και στην Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση ποσό κυμαινόμενο από 2500-3000 δολάρια ως αντίτιμο για το ταξίδι. Τέλος δηλώθηκε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, το μεμονωμένο των πράξεων του, τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, την άμεση παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια του αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στο νεαρό της ηλικίας του, το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο αλλά και στις δύσκολες οικονομικές του περιστάσεις. Περιστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, στο πλαίσιο αναζήτησης καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας, παράγοντα τον οποίο επίσης ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει. Πέραν των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπέρ του το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε κόμιστρο για τη μεταφορά του καθώς και ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τη μεταφορά των μεταναστών, ότι δεν υπήρξε συμφωνία με τους ιθύνοντες για την εν λόγω μεταφορά αλλά και ότι δεν ήταν ο ίδιος που προέβη στην επιλογή της βάρκας με την οποία μεταφέρθηκαν οι απαγορευμένοι μετανάστες και εν γένει, δεν αποτέλεσε μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, ενώ έμφαση έδωσε και στο συνολικό χρόνο των 45 λεπτών κατά τον οποίο ο ίδιος οδήγησε τη βάρκα. Υπό το φως των ανωτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει τον Κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια, εισηγούμενη ότι τα ελαφρυντικά που θα πρέπει να αναγνωριστούν στον Κατηγορούμενο, όπως και οι προσωπικές του περιστάσεις είναι τέτοια που συνηγορούν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τυχόν επιβληθεί. Γ. Νομική Πτυχή Τα υπό εξέταση αδικήματα τιμωρούνται αμφότερα, με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[1]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D
  1. Αξίζει δε να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ως άνω προβλεπόμενες ποινές εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που προβλέπονταν από το Κεφ. 105 αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει με τα επίδικα αδικήματα, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή τόσο για το αδίκημα της κατηγορίας 1 όσο και για το αδίκημα της κατηγορίας 3, ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5,
  2. Η αύξηση αυτή στις ποινές, που στην περίπτωση των επίδικων αδικημάτων ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24, όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Τα όσα δε νομολογήθηκαν στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, Khabeer Khan (ανωτέρω), παρότι λέχθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης που αφορούσε και αυτή όπως και η Terzelaki (ανωτέρω) σοβαρότερης φύσης αδικήματα από την παρούσα[2], εντούτοις τυγχάνουν εφαρμογής, και αυτά κατ' αναλογίαν στην προκειμένη περίπτωση: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, να αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Ενδεικτικά και μόνο επισημαίνουμε πως το 2009, στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή οι δύο αυτές, ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που σχετίζονταν με παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη ∆ηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515 ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της ∆ηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στην δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[3] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[4], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου πως αυτή, με εξαίρεση την Ghouneym (ανωτέρω), αφορά τα αδικήματα του Κεφ. 105 (ως ίσχυε κατά τον χρόνο που αποφασίστηκαν), που έχουν ως συστατικό τους στοιχείο την αποκόμιση κέρδους, κατ' αντίθεση με το αδίκημα της κατηγορίας 6 της παρούσας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, χωρίς βεβαίως τούτο να αλλοιώνει τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης επί των δικών της όρων, ως αυτή πιο κάτω αναλύεται. Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του άρθρου 19
(2)και 19(ζ) που πραγματεύεται η παρούσα, όσο και του άρθρου 19Α. Ούτε βεβαίως διαλανθάνει την προσοχή μας, το γεγονός ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι Εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα για το οποίο το Κεφ. 154 προβλέπει μέχρι και 12 έτη φυλάκιση. Στρεφόμενοι στην παρούσα, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι παράνομα βοηθούσαν τους μετανάστες να έρθουν στην Κύπρο από το Λίβανο. Και τούτο έναντι οικονομικού οφέλους, το οποίο επίσης αντιλαμβανόταν ότι λάμβαναν από έκαστο, υπό μορφή κομίστρου, πριν την επιβίβαση, το οποίο κυμαινόταν από 2.500-3.000 δολάρια, αφού τέτοιο κόμιστρο κατέβαλε και ο ίδιος. Βέβαια δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν λήπτης, έστω μέρους από τα χρήματα αυτά που πλήρωναν οι επιβαίνοντες ούτε και ότι αποκόμισε οποιοδήποτε άλλο όφελος, αφού ως λέχθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης του και δεν αμφισβητήθηκε από κατηγορούσα αρχή, κατέβαλε και αυτός κόμιστρο ως επίσης δεν ήταν μέλος της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, ούτε και είχε συμφωνήσει μαζί τους για να μεταφέρει τους μετανάστες, αλλά δέχθηκε όπως πλοηγήσει και πλοήγησε τη βάρκα (η οποία δεν του ανήκε και δεν την επέλεξε) για να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον. Όμως τούτο δεν μειώνει τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, αφού ό,τι προκύπτει από τα εκτεθέντα γεγονότα είναι πως τουλάχιστον αντιλαμβανόταν ότι με την επιλογή του να πλοηγήσει τη βάρκα, συνέδραμε στο παράνομο έργο της ως άνω ομάδας, έστω και αν δεν ήταν μέλος της. Χωρίς να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι ο ίδιος οδήγησε μόνο για 45 λεπτά τη βάρκα, εκ των συνολικά 10 ωρών που διήρκεσε το ταξίδι και πως προφανώς για την υπόλοιπη διάρκεια του ταξιδιού οδήγησε και άλλο ή άλλα άτομα τη βάρκα[5], θεωρούμε το ρόλο του σημαντικό, αφού είναι προφανές ότι χωρίς και τη δική του συνδρομή για να πλοηγεί τη βάρκα, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί αφενός ο τεράστιος αριθμός των προσώπων που μετέφερε, 178 στο σύνολο, εκ των οποίων μάλιστα περιλαμβάνονταν και 53 παιδιά, εκ των οποίων τα 17 ασυνόδευτα, διανύοντας ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι, μέσα σε μια βάρκα που μπορούσε να φιλοξενήσει μόλις 12 άτομα, σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της. Είναι ακριβώς αυτός ο λόγος που το ΚΣΕΔ, εκτίμησε την κατάσταση ως πολύ επικίνδυνη και απέστειλε για συνδρομή, τρεις αστυνομικές ακάτους ώστε να συνοδεύσουν την βάρκα των μεταναστών, στο πλησιέστερο καταφύγιο, προκειμένου να καταπλεύσουν με ασφάλεια. O πολύ μεγάλος αριθμός των προσώπων που μεταφέρθηκαν, υπό τις συνθήκες μάλιστα που τούτο έγινε, δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει ως επιβαρυντικός παράγοντας[6] κατά τη συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, παρά το γεγονός ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή μας το γεγονός ότι η βάρκα εν τέλει κατέπλευσε με ασφάλεια. Δεν μας διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι σκοπός της μετανάστευσης του Κατηγορούμενου, ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[7]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του ίδιου του Κατηγορούμενου, έτσι που να μην συνιστά για αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψιν ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό ποινικό του μητρώο, ένδειξη η οποία μας επιτρέπει να αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε, παρά τη σοβαρότητα της, ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Τη συνεργασία του με την Αστυνομία κατά το ανακριτικό στάδιο και την παραδοχή του στην ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος. - Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, με την οποία εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, κατά τρόπο που δικαιολογεί σημαντική έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). - Τη μεταμέλεια του ως εμφαίνεται μέσα από την παραδοχή του κατά το ανακριτικό στάδιο αλλά και στο Δικαστήριο καθώς και από την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε δια μέσου της συνηγόρου του. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο του Κατηγορουμένου, που αφορούσε στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ένεκα των δύσκολων οικονομικών και προσωπικών τους περιστάσεων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι κατέβαλε κόμιστρο για τη μεταφορά του, και δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού, ούτε μέλος εγκληματικής οργάνωσης και πως συνέδραμε στη μεταφορά των μεταναστών πλοηγώντας τη βάρκα για 45 συνολικά λεπτά υπό τις περιστάσεις που καταγράφηκαν ανωτέρω, φέρνοντας εν τέλει τους εν λόγω μετανάστες σώους στη Δημοκρατία, παρά τον κίνδυνο που διέτρεξαν. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του, με αναφορά και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία η συνήγορος υπεράσπισης του υιοθέτησε. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι πρόκειται για άτομο νεαρής ηλικίας, 19 ετών, ορφανό και προερχόμενο από φτωχή οικογένεια, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, ότι έχει φοιτήσει σε σχολείο στην χώρα του, χωρίς όμως να έχει εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία καθώς επίσης και το γεγονός ότι στη χώρα του εργαζόταν ως οικοδόμος. Περαιτέρω, σημειώνουμε και λαμβάνουμε υπόψιν μας το γεγονός ότι με την έλευση του στην Κύπρο, νοσηλεύτηκε για 3 εβδομάδες στο νοσοκομείο λόγω αναπνευστικών προβλημάτων που παρουσίασε. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στον ίδιο και συνεκτιμούμε επιπρόσθετα και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση, όπως και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην 6η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. Ενόψει του ύψους της ποινής που επιβλήθηκε αλλά και ένεκα της σχετικής εισήγησης της συνηγόρου του Κατηγορουμένου, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, να αναστείλουμε την εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που έχουμε επιβάλει. Η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.22). Αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, καθώς και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι δυνατόν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για αναστολή ή όχι της ποινής. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Έχουμε την άποψη πως, οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ποινής του Κατηγορούμενου, αναθεωρούμενοι σε αυτό το στάδιο, δεν είναι τέτοιοι που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη απόδοσης, αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, υπό το φως της σοβαρότητας της υπόθεσης ως την έχουμε προδιαγράψει. Τυχόν δε αναστολή των ποινών φυλάκισης, κρίνουμε πως θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Επομένως, οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 09.04.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 6. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105 στην Kabeer Khan και κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στην Terzelaki. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.
  1. [4] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. [5] Σημειώνεται ωστόσο ότι ούτε ο Κατηγορούμενος ούτε όμως και οποιοσδήποτε άλλος έδωσε μαρτυρία για να προσδιορίσει την ταυτότητα τέτοιου ή τέτοιων προσώπων. [6] Blackstone's Criminal Practice του 2024, Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration». [7] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.