← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Κ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 2325/22, 19/12/2024

Δημοκρατία ν. Κ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 2325/22, 19/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2325/22 Δημοκρατία v. Κ. Κ. Κατηγορούμενου 19 Δεκεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τέσσερις κατηγορίες και συγκεκριμένα στην κατηγορία του βιασμού[1] (κατηγορία 1), στην κατηγορία της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε σεξουαλική κακοποίηση[2] (κατηγορία 2), στην κατηγορία της απαγωγής με σκοπό τη συνουσία[3] (κατηγορία 3) και στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης[4] (κατηγορία 4). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην εκδοθείσα απόφαση και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Συνοπτικά σημειώνουμε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία (13.7.22), ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι οδηγός ταξί, ανέλαβε υπό αυτή του την ιδιότητα, να μεταφέρει την Παραπονούμενη (τουρίστρια από την Ελβετία), στο αεροδρόμιο Λάρνακας, με σκοπό η τελευταία να αναχωρήσει από την Κύπρο ενωρίτερα από την προγραμματισμένη ημερομηνία αναχώρησης της, αφού είχε προηγουμένως έντονη λογομαχία με τη φίλη της, με την οποία είχε έρθει στην Κύπρο για διακοπές. Καθ' οδόν όμως και αφού αυτή του ζήτησε να καπνίσει, την απήγαγε αφού εξετράπη, εν αγνοία της, από την κανονική πορεία και τη μετέφερε σ' ένα απόμερο και ερημικό χώρο στάθμευσης, όπου δεν βρισκόταν κανένας άλλος, δήθεν για να καπνίσει, παρά το ότι η Παραπονούμενη του κατέστησε ξεκάθαρο φτάνοντας, πως δεν ήθελε να καπνίσει εκεί και πως θα μπορούσε να καπνίσει στο αεροδρόμιο. Ακολούθως και φοβούμενη πως αν δεν έβγαινε από το όχημα για να καπνίσει αυτός θα μπορούσε να την βγάλει από το ταξί με τη βία, κατέβηκε και αφού κάπνισε ένα τσιγάρο ο Κατηγορούμενος άρχισε να την πλησιάζει και ειδικότερα την αγκάλιασε από τους ώμους, αυτή του είπε να σταματήσει ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να την φιλήσει και η ίδια γύρισε από την άλλη πλευρά και του είπε όχι. Μετά έβαλε το χέρι του στο στήθος της και η ίδια τον έσπρωξε και του είπε όχι «Τι προσπαθείς να κάνεις;», η δε φίλη της (Μ.Κ.5), η οποία βρισκόταν σε σύνδεση μαζί της έχοντας αντιληφθεί ότι την πλησίαζε και την άγγιζε της ζήτησε να της στείλει την τοποθεσία της πράγμα που η Παραπονούμενη έπραξε. Με αποτέλεσμα η Μ.Κ.5 να διακόψει την επικοινωνία με την Παραπονούμενη για να καλέσει την αστυνομία στην Κύπρο και να δώσει στις 04:40 την πρώτη πληροφορία εν σχέσει με το περιστατικό. Συνέπεια τούτου ήταν να ξεκινήσει ο Μ.Κ.2 μαζί με άλλο συνάδελφο του από τον Αστυνομικό Σταθμό προς εντοπισμό της. Στο μεταξύ η Μ.Κ.5 επανήλθε σε σύνδεση με την Παραπονούμενη για να την ενημερώσει πως η αστυνομία ήταν καθ' οδόν, σύνδεση η οποία όμως διακόπηκε ξανά αφού ένεκα αυτών που έβλεπε και άκουγε και εν γένει αντιλαμβανόταν η Μ.Κ.5, έκρινε πως έπρεπε να καλέσει εκ νέου την αστυνομία για να τους πει να κάνουν πιο γρήγορα επειδή η κατάσταση γινόταν πιο επικίνδυνη. Στο διάστημα αυτό η Παραπονούμενη βρισκόταν ήδη στο πίσω μέρος του ταξί για να ψάξει το διαβατήριο της, οπόταν ο Κατηγορούμενος την ακολούθησε, πήγε από πίσω της, της κατέβασε το κάτω μέρος του μαγιό, κατέβασε και το δικό του παντελόνι καθώς και το εσώρουχο του μέχρι τα γόνατα του και ξεκίνησε να τρίβει το πέος του πάνω της και μετά ενώ την κρατούσε από τα χέρια, το έβαλε στον κόλπο της μερικά δευτερόλεπτα, αφού η ίδια ήταν ανήσυχη και γύριζε συνέχεια για να τον διώξει μακριά. Λίγο πριν τα πιο πάνω διαδραματισθέντα, η Παραπονούμενη είχε βάλει το κινητό της πάνω από το όχημα του Κατηγορούμενου και βιντεογραφούσε με την κάμερα να κοιτάζει προς τον ουρανό, με αποτέλεσμα να καταγραφεί ηχητικά η στιγμή του βιασμού σε χρόνο που δεν ήταν σε επικοινωνία με τη Μ.Κ.

  1. Πρόκειται για το τέταρτο αρχείο του Τεκμηρίου 1.
  2. Ακολούθως πήρε το κινητό της και επανήλθε σε σύνδεση με τη Μ.Κ.5, η οποία εν τω μεταξύ είχε επικοινωνήσει για δεύτερη φορά με την αστυνομία. Κατά την επικοινωνία αυτή της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.5 η τελευταία κατέγραψε μέρος της επικοινωνίας που είχαν μέχρι την άφιξη της αστυνομίας οπόταν και διακόπηκε η κλήση τους. Πρόκειται για το τρίτο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18 το οποίο η Παραπονούμενη αναγνώρισε ότι αποτελεί (χρονικά), συνέχεια του τέταρτου αρχείου και στο οποίο αποτυπώνεται η στιγμή που περιγράφει και στην κατάθεση της (Έγγραφο Γ σελ. 2) όπου προσπαθούσε να διεισδύσει εκ νέου το πέος του στον κόλπο της. Προσπάθεια η οποία απέτυχε, επειδή η ίδια γύριζε οπόταν ξέφυγε και έτρεξε προς τη θάλασσα, ενώ πολύ σύντομα μετά κατέφθασε η αστυνομία και δη ο Μ.Κ.2 μαζί με τον Ε/Αστ.
  3. Εκεί εντόπισαν τον Κατηγορούμενο εκτός του ταξί με κατεβασμένο το φερμουάρ του, ο οποίος ερωτηθείς για ποιο λόγο ήταν ανοικτό το φερμουάρ του, σάστισε και τους ανέφερε (με κάποια καθυστέρηση) ότι είχε ουρήσει, θέση η οποία εν τέλει και για λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση δεν έγινε δεκτή και αποδόθηκε στα άρτι διαδραματισθέντα, ενώ σε κάποια απόσταση από τον Κατηγορούμενο και το ταξί του εντοπίστηκε και η Παραπονούμενη, η οποία πνιγόταν σε λυγμούς και η οποία ανέφερε στον Μ.Κ.2, όταν αντελήφθη ότι επρόκειτο για αστυνομικό, σε γενικές γραμμές τα όσα είχαν προηγουμένως λάβει χώρα και δη ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της. Ως αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση προς Μετριασμό Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αναγνωρίζοντας την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, κάλεσε το Δικαστήριο όπως στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής λάβει υπόψη προς μετριασμό, το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό από ένα κατά τα λοιπά νομοταγή πολίτη, αφού προ της παρούσας υπόθεσης δεν είχε απασχολήσει προηγουμένως τη δικαιοσύνη με άλλη υπόθεση, τις περιστάσεις διάπραξης και ιδιαίτερα την πολύ μικρή διάρκεια που είχε ο βιασμός, την απουσία υπέρμετρης βίας καθώς την εν γένει την απουσία επιβαρυντικών παραγόντων. Επίσης, ζήτησε να ληφθούν υπόψη και οι προσωπικές του περιστάσεις τις οποίες ανέλυσε εκτενώς, υιοθετώντας προς τούτο και την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και δίδοντας έμφαση στο γεγονός πως πρόκειται για οικογενειάρχη πατέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας οκτώ ετών που που έχει διαγνωστεί με σοβαρή μορφή αυτισμού, καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει ένεκα τούτου αλλά και του πρότερου έντιμου βίου του αλλά και της όλης συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και διά βίου. Για το αδίκημα της απαγωγής κατά παράβαση του άρθρου 251 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη, ενώ για το αδίκημα της απαγωγής κατά παράβαση του άρθρου 148, του Κεφ. 154, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη. Το δε αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη. Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων με προεξάρχουσα αυτή του βιασμού, που είναι και η σοβαρότερη που αντιμετωπίζει εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, είναι αδιαμφισβήτητη και εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές οι οποίες με βάση και τη σχετική επί του θέματος νομολογία αποτελεί την αφετηρία για σκοπούς προσδιορισμού και επιμέτρησης της αρμόζουσας ποινής. (Δημοκρατία v. Ομήρου, Ποιν. Έφ. 351/18, ημερ. 20.1.20, ECLI:CY:AD:2020:B23, Δημοκρατία v. Hunganu, Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21), ECLI:CY:AD:2021:B
  4. Ως έχει νομολογηθεί σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού, η ισόβια φυλάκιση, πέραν του ότι αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από τον νόμο, αντανακλά και τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας

(2004)2 Α.Α.Δ.489). Επιπτώσεις οι οποίες σκιαγραφούνται με ευκρίνεια στην Hunganu (ανωτέρω) και επαναλήφθηκαν και στην Δ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 57/20, ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432: «Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67).» Ακόμη δε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, που αφορούσε συζυγικό βιασμό, τονίστηκε εκ νέου με αναφορά στην Ομήρου (ανωτέρω), ότι η δια βίου φυλάκιση που προβλέπεται ως ανώτατη ποινή για το αδίκημα του βιασμού, είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του, αφού το εν λόγω αδίκημα στρέφεται κατά της γενετήσιας ελευθερίας, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια και, ενίοτε, συνθλίβει την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος, αποτελώντας έτσι τη χειρότερη μορφή εξευτελισμού ενός ατόμου[5]. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η κατ' επανάληψιν διαπιστωθείσα ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων, στα οποία συγκαταλέγεται τόσο το αδίκημα του βιασμού όσο και το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, διαπίστωση στην οποία και εμείς δυστυχώς οδηγούμαστε, αντλώντας δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον μας και που στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδείχθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω), όπου λέχθηκε με ευκρίνεια ότι αυτής της φύσεως αδικήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, δεδομένης και της διαπίστωσης αυξητικής τάσης ως προς τη διάπραξή τους[6]. Στη δε υπόθεση Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 που αφορούσε βιασμό, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι επιβάλλεται η καταφυγή σε αυστηρότερες ποινές όταν διαπιστώνεται αυξητική τάση, επιμονή ή έξαρση στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν το ζήτημα της ποινής σε υποθέσεις βιασμού, έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα άντλησης καθοδήγησης από την αγγλική νομολογία και πιο συγκεκριμένα από τις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam
(1986)8 Cr. App. R.(s) 48, οι οποίες αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια[7]. Επί τούτου σχετική αναφορά μπορεί να γίνει και πάλιν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bahkit (ανωτέρω), όπου υιοθετήθηκε το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Στυλιανού ν. Δημοκρατίας
(2015)2(Β) ΑΑΔ 680: «Ως προς τη συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση παρέχει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam & Others
(1986)3 Crim. App. Rep. (S) 48. Ο Lord Chief Justice στις σελ. 50-51 αναφέρει τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. Στο ύψιστο σημείο της κλίμακος ποινής κατατάσσεται συμπεριφορά κατηγορουμένου η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πολλαπλός βιασμός (campaign of rape) έναντι αριθμού γυναικών. Αντιπροσωπεύει ασυνήθη κίνδυνο και ποινή 15 χρόνων είναι πιο κατάλληλη. Όταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει ψυχοπαθητικές τάσεις ή σοβαρή διατάραξη προσωπικότητας και είναι εν δυνάμει κίνδυνος για τις γυναίκες για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, η ποινή ισόβιας κάθειρξης δεν θα είναι ακατάλληλη. Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
(1)Η βία που χρησιμοποιήθηκε είναι υπερβολική.
(2)Όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα.
(3)Όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται
(4)Όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί.
(5)Όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας.
(6)Όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό.
(7)Το θύμα είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο.
(8)Οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιαζούσης σοβαρότητας. Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο.» (Βλ. και την Tarita, ανωτέρω).» Με δεδομένο δε το ότι, ως υποδείξαμε στο πλαίσιο της εκδοθείσας απόφασης, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος συνιστούν αδικήματα βίας κατά γυναίκας, εν τη εννοία του όρου στο Ν. 115(Ι)/21, κρίνουμε ορθό να σημειώσουμε επίσης πως, το άρθρο 11 του εν λόγω νόμου καθορίζει ως επιβαρυντικές συγκεκριμένες περιστάσεις (νοουμένου βεβαίως ότι δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος) ως ακολούθως: «α) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου από πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο ή µέλος της οικογένειάς του ή από πρόσωπο που συζεί ή συζούσε µε το θύµα ή από πρόσωπο το οποίο έχει καταχραστεί ή εκµεταλλευτεί θέση εξουσίας, εµπιστοσύνης ή επιρροής· (β) το αδίκηµα ή τα συναφή αδικήµατα διαπράχθηκαν κατά συρροή· (γ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον προσώπου το οποίο είναι σε ευάλωτη θέση συνεπεία διανοητικής ή σωµατικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης ή κατά γυναίκας η οποία εγκυµονούσε κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήµατος ή που τελούσε υπό άλλες ειδικές συνθήκες· (δ) το αδίκηµα διαπράχθηκε εναντίον ή στην παρουσία παιδιού, ήτοι εντός του οπτικού ή ακουστικού πεδίου αυτού· (ε) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δύο
(2)ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούντα από κοινού· (στ) του αδικήµατος προηγήθηκε η άσκηση ακραίας βίας, εξαναγκασµού ή απειλής ή αυτό συνοδεύθηκε από τέτοια βία, εξαναγκασµό ή απειλή· (ζ) το αδίκηµα διαπράχθηκε µε τη χρήση ή υπό την απειλή όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειµένου· (η) το αδίκηµα είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση σοβαρής βλάβης στο θύµα· (θ) ο καταδικασθείς προηγουµένως είχε καταδικαστεί για αδίκηµα της ίδιας φύσεως· (ι) το αδίκηµα διαπράχθηκε από δηµόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του». Ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού επιβεβαιώνει τις ανωτέρω αρχές. Σημειώνεται βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις ασφαλώς παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.1). Στην υπόθεση Hamieh v. Γ.Ε.
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Στο πλαίσιο της έφεσης, δεν αμφισβήτησε την καταδίκη και εξέφρασε μεταμέλεια. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών. Στην υπόθεση Χριστοφή v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 όπου ο εφεσείων, λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξε το αδίκημα του βιασμού μπροστά στα μάτια του τρίχρονου γιού της παραπονούμενης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Υπήρχε παραδοχή και συνεργασία με την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και διάφορες άλλες κατηγορίες, κατά την επιβολή της ποινής, οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη, κατά συρροήν, άσεμνων επιθέσεων εναντίον γυναικών. Στη Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.469 ο πρώτος εφεσείων είχε παλαιότερα ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και ο δεύτερος εφεσείων είχε δεσμό μαζί της κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίθηκαν ένοχοι και οι δύο κατόπιν ακρόασης για διαδοχικούς βιασμούς. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 10 ετών κατόπιν ακρόασης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες βιασμού. Τόνισε πως παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο σχεδιασμός και ο εξευτελισμός που αυτή υπέστη από τον εφεσείοντα 2, με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε μια ερωτική σχέση. Το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δεν συνιστούσε λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στην Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 106/14 κ.ά., ημερ. 8.7.16, η πρωτοδίκως επιβληθείσα μετά από ακρόαση ποινή φυλάκισης των 12 ετών μειώθηκε σε 10 έτη αφού λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας τους (27 ετών) καθώς και το λευκό τους μητρώο και οι περιστάσεις διάπραξης σύμφωνα με τις οποίες η παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών, μπήκε στο αυτοκίνητο των Εφεσειόντων κατόπιν πρόσκλησης τους να τη μεταφέρουν στον προορισμό της και αντί τούτου παρεξέκλιναν της πορείας τους και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος, οπόταν προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού, όπως και εξαναγκασμού της σε στοματικό σεξ, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθεί υπέμετρη βία ενώ αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορoύμενους να την αφήσουν ελεύθερη. Στην Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 η ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε. Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκατειλημμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης η οποία έκλαιγε και φώναζε. Στην Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 137/17, ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197, η επιβληθείσα ποινή των 8 ετών κατόπιν παραδοχής, σε δύο κατηγορίες βιασμού πρωκτικού και κολπικού που έλαβαν χώρα σε δημόσιες τουαλέτες με τη χρήση υπέρμετρης βίας και το οποίο ακολούθησε ο εξευτελισμός της βιασθείσας την οποία ο εφεσείων ανάγκασε να εξέλθει και να κυκλοφορεί γυμνή στην παρουσία τρίτων παρισταμένων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Αντωνίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 80/17, ημερ. 17.9.19, ECLI:CY:AD:2019:B372 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα του βιασμού κατόπιν ακρόασης, υπό περιστάσεις όπου ο εφεσείων απήγαγε και βίασε την παραπονούμενη η οποία ήταν πρώην σύζυγος του. Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Hunganu Ποιν. Εφ. 130/20, ημερ. 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B348 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής για βιασμό ενήλικου προσώπου, καθώς και διάρρηξη, επιθέσεις και παράνομη είσοδο. Του επεβλήθησαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 8 ετών για το αδίκημα του βιασμού, η οποία αυξήθηκε κατ' έφεση στα 11 έτη αφού το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις της υπόθεσης και δη ότι υπήρξε προσχεδιασμός, ο εφεσίβλητος τόσο στην περίπτωση που αφορούσε την 1η παραπονούμενη, όσο και στην περίπτωση της 2ης παραπονούμενης, χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο δράσης, ήτοι εισέβαλε κατόπιν διάρρηξης, στα σπίτια τους κατά τις πρωινές ώρες έχοντας σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί με ανυποψίαστα και άγνωστα προς εκείνο θύματα, τις παραπονούμενες, χωρίς τη θέληση τους και καθ΄ ην στιγμή αυτές κοιμόντουσαν στο κρεβάτι τους και για να πετύχει τον ειδεχθή σκοπό του και να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία. Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:D136, ο λευκού ποινικού μητρώου Εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της. Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να θεωρηθεί έκδηλα υπερβολική η ποινή στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε καν αυστηρή δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αυτό που αναδύεται έντονα από αυτά, είναι ο αριθμός αλλά και ο συνδυασμός των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε μέσα από τα οποία προκύπτει και ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα μας, ο Κατηγορούμενος φανερά εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως οδηγός ταξί, μεθοδευμένα και με πρόφαση την παροχή ευχέρειας στην Παραπονούμενη να καπνίσει, την απήγαγε παρεκκλίνοντας από την κανονική πορεία προς το αεροδρόμιο και πηγαίνοντας από την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση για 3 περίπου χιλιόμετρα, εν αγνοία της ίδιας, για να καταλήξει σε ένα απόμερο και ερημικό χώρο στάθμευσης, χωρίς ίχνος ζωής, όπου την κατακρατούσε ουσιαστικά για 38 λεπτά, μη έχοντας η ίδια υπό τις περιστάσεις άλλη επιλογή, για λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση μας. Και όλα αυτά με γνώμονα και σκοπό να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, σκοπό τον οποίο εν τέλει κατάφερε να πραγματώσει. Και λέγουμε τούτο αφού εκεί αρχικά της επιτέθηκε άσεμνα ενώ παρά τις αλλεπάλληλες αντιδράσεις και εκκλήσεις της να τη μεταφέρει στο αεροδρόμιο, κατέληξε να της κατεβάσει το κάτω μέρος του μαγιό και να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της δια της διείσδυσης του πέους του στον κόλπο της για κάποια δευτερόλεπτα ως αποτυπώνεται ηχητικά και στο τέταρτο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18 ενώ στη συνέχεια επιχείρησε εκ νέου τη σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς να το επιτύχει, στιγμές που ως η Παραπονούμενη εξήγησε αποτυπώνονται σε μέρος του τρίτου αρχείου του Τεκμηρίου 1.
  1. Θυμίζουμε δε πως προ της επαφής της είχε επιτεθεί άσεμνα αφού είχε αρχικά αγκαλιάσει την Παραπονούμενη στους ώμους, αυτή του είπε να σταματήσει και να την πάρει στο αεροδρόμιο, στη συνέχεια προσπάθησε να τη φιλήσει οπόταν η ίδια γύρισε από την άλλη και του είπε όχι, την άγγιξε στο στήθος οπόταν και η ίδια του ανέφερε «Τι κάνεις;», ενώ επίσης προ του βιασμού διαδραματίζονται και τα όσα καταγράφονται στο όγδοο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18, όπου ο Κατηγορούμενος την αγκαλιάζει τραβώντας την προς τα πάνω του, τη φιλά και αυτή κλαίει και του λέει «Νο» και «Ι want this not» περί τις 10 φορές σωρευτικά και αυτός συνεχίζει. Στη συνέχεια και πάλιν προ του βιασμού της τράβηξε το μαγιό της με τον τρόπο που εξήγησε ούτως ώστε να διεισδύσει με το πέος του στον κόλπο της ενώ πριν τελικώς προχωρήσει στη διείσδυση, το έτριβε πάνω της. Είναι βέβαια γεγονός, πως αυτή τούτη η διάρκεια του βιασμού δεν ήταν μεγάλη και πως δεν ασκήθηκε υπέρμετρη βία αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να επιτευχθεί η διάπραξη του αδικήματος. Εξάλλου και η ίδια η Παραπονούμενη ανέφερε κατά τη μαρτυρία της με ειλικρίνεια πως ο Κατηγορούμενος την κρατούσε μεν από τα χέρια αλλά δεν έβαλε ποτέ πολλή δύναμη, ώστε να την κάνει να πονέσει. Αυτό όμως δεν δύναται να μειώσει τη σοβαρότητα της υπόθεσης ως με γλαφυρότητα υποδεικνύεται και στην Hamieh (ανωτέρω), η οποία αφορούσε περίπτωση όπου δεν ασκηθεί υπέρμετρη βία. Ωστόσο αυτό που προσμετρά με άκρως αντίθετη ροπή υπό τις περιστάσεις και προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στην παρούσα, προσμετρώντας επιβαρυντικά στην κατηγορία του βιασμού είναι το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος απήγαγε την Παραπονούμενη και την κατακρατούσε στο εν λόγω σημείο για 38 ολόκληρα λεπτά, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της να την πάρει στο αεροδρόμιο, ως η υποχρέωση που είχε αναλάβει, προκαλώντας στην ίδια αισθήματα τρόμου και πανικού, τα οποία πολύ παραστατικά μας περιέγραψε κατά τη μαρτυρία της[8]. Ήταν δε εμφανές πως βλέποντας και τα σχετικά αρχεία/βίντεο η Παραπονούμενη, ως υποδείξαμε και στην εκδοθείσα απόφαση, αναβίωνε και μάλιστα κατά τρόπο τραυματικό τα γεγονότα εκείνης της μέρας, τα οποία στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν προσπαθούσε να ξεχάσει. Αναφορές όπως «.Εξάλλου ήμουν με αυτόν τον κύριο σε ένα τόπο που πουθενά δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Δεν είναι βέβαιο πως δεν θα με σκότωνε. Συγγνώμη, αλλά ένας τέτοιος άνθρωπος δεν ξέρετε πού θα σταματήσει» [9] ή «Θα μπορούσε και να με χτυπούσε και να με έριχνε στη θάλασσα αλλά ακόμη μέχρι και το μοιραίο»[10], επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω. Ό,τι δε περαιτέρω αναδύεται από τα γεγονότα και εντυπωσιάζει (αρνητικά) είναι η αναλγησία του Κατηγορούμενου, ο οποίος προέβη σε αυτές τις πράξεις με απώτερο στόχο πάντοτε τη δική του σεξουαλική ικανοποίηση, χωρίς να διαφαίνεται ίχνος δεύτερων σκέψεων ή τύψεων και χωρίς να εντοπίζονται σημάδια μεταμέλειας. Αντίθετα ό,τι προκύπτει είναι ότι ο Κατηγορούμενος αδιαφορούσε για την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης, η οποία περιγράφοντας το πώς βίωσε την εμπειρία της αυτή, ανέφερε χαρακτηριστικά πως το ένα λεπτό έμοιαζε με 10 ένεκα του φόβου που αισθανόταν και πως η στιγμή άφιξης της αστυνομίας ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Η δε αδιαφορία του ως προς την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης η οποία τον καλούσε να την πάρει στο αεροδρόμιο, έκλαιγε, φώναζε βοήθεια, τον έσπρωχνε και του έλεγε κατ' επανάληψη όχι και πως δεν θέλει την όποια επαφή μαζί του, δείχνοντας του σαφέστατα πως δεν συναινούσε, φτάνοντας μέχρι και του σημείου να του ζητά να της ορκιστεί πως θα την πάρει πράγματι στο αεροδρόμιο, παραπέμπει σε εγωιστικές και αυταρχικές αντιλήψεις και συμπεριφορές που ανήκουν σε παρωχημένες εποχές, που αναμφίβολα έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το δε μαρτύριο της Παραπονούμενης φαίνεται πως εν τέλει έληξε όχι ένεκα δεύτερων σκέψεων που έκανε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, αλλά ένεκα της παρέμβασης της αστυνομίας η οποία μετέβη στο μέρος αφού ειδοποιήθηκε προς τούτο από την Μ.Κ.5 και χωρίς ο Κατηγορούμενος να αναμένει μια τέτοια εξέλιξη. Έληξε όμως όχι χωρίς συνέπειες για την Παραπονούμενη αφού πέραν του ότι συνιστά σαφώς απόρροια της κοινής λογικής και πείρας ότι οποιαδήποτε σεξουαλικής φύσης επίθεση αποτελεί τραυματική εμπειρία (βλ. Ε.Α. ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 231/18, ημερ. 19.11.19), ECLI:CY:AD:2019:B473, εντοπίζονται εν προκειμένω και σχετικά ευρήματα μας σύμφωνα με τα οποία η Παραπονούμενη μετά από μια βδομάδα που επέστρεψε στη χώρα της επισκέφθηκε ψυχολόγο, τον οποίο επισκεπτόταν μεν λόγω του προηγηθέντος θανάτου της αδελφής της αλλά τον οποίο συνέχισε να βλέπει έκτοτε και για τους δύο λόγους σε εβδομαδιαία βάση. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18[11], προκύπτει πως διαπιστώθηκε μετατραυματική επιβάρυνση, ενοχλήσεις κατάθλιψης, γενική φοβία, αισθήματα φοβίας και επίμονα ψυχολογικά τραύματα. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί και η αναφορά μας στην ψυχοφθόρα δικαστική διαδικασία στην οποία υπεβλήθη μετά την καταγγελία της και ο τραυματικός τρόπος με τον οποίο αναβίωσε τα γεγονότα όταν προσήλθε για να καταθέσει. Στοιχεία το οποία εντείνουν και αυτά με το δικό τους τρόπο τη σοβαρότητα της παρούσας, αφού ό,τι προκύπτει από αυτά είναι πως υπήρχαν απτές αποδείξεις των επιπτώσεων στην ίδια και δεν πρόκειται για περίπτωση όπου οι επιπτώσεις προκύπτουν μόνο ως απόρροια της κοινής λογικής. Έχοντας προδιαγράψει τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπό το φως και των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν παραβλέπουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, το οποίο δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Ως λέχθηκε όμως στη Selmani v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), υπό το πρίσμα αυτό και με προεξέχουσα τη σημασία της αποτροπής προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης, αλλά σε βαθμό και έκταση που να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε κατ' αρχάς υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και το γεγονός πως δεν απασχόλησε προηγουμένως με τις πράξεις του τη δικαιοσύνη. Εξ αυτών προκύπτει και το ότι η παρούσα, παρά την αναντίλεκτη σοβαρότητα της, αποτελεί, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του, ένα μεμονωμένο περιστατικό για τον Κατηγορούμενο. Ως προς τις περιστάσεις διάπραξης λαμβάνουμε υπόψη ότι η βία που χρησιμοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο δεν ήταν μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που απαιτείτο ώστε να συντελεστεί το αδίκημα και ότι συνεπώς δεν παρατηρήθηκε χρήση υπερβολικής βίας από τον Κατηγορούμενο, ως παρατηρήθηκε σε άλλες υποθέσεις και ότι κατ' επέκταση απουσιάζει ο εν λόγω επιβαρυντικός παράγοντας. Περιπλέον ως προς τη διάρκεια, σημειώνουμε πως αυτή καθ' αυτή η πράξη του βιασμού διήρκεσε κάποια δευτερόλεπτα και δεν πρόκειται ως ήδη υποδείχθηκε για παρατεταμένο βιασμό. Εντούτοις έχουμε ήδη επισημάνει το γεγονός πως η όλη παραμονή τους στον επίδικο χώρο στάθμευσης, αφότου απήχθη, δεν ήταν καθόλου αμελητέα αφού διήρκεσε 38 ολόκληρα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων η Παραπονούμενη βίωνε αισθήματα τρόμου και πανικού, φτάνοντας στο σημείο να φοβάται και ευλόγως, πως κινδυνεύει η ίδια της η ζωή, αφού δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιες ήταν οι προθέσεις του ατόμου αυτού. Επίσης υπόψη μας είναι το ότι δεν χρησιμοποιήθηκε κάποιο επιθετικό όπλο ή αντικείμενο και ότι δεν συντρέχουν άλλοι εκ του Ν.115(Ι)/21 προβλεπόμενοι επιβαρυντικοί παράγοντες. Τα πιο πάνω βεβαίως, δεν μεταβάλλουν τη σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως πιο πάνω την έχουμε σκιαγραφήσει και η οποία είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητη, αφήνοντας έτσι αναλλοίωτη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Περιπλέον λαμβάνουμε υπόψη και το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως περαιτέρω αναπτύχθηκαν και διευκρινίστηκαν από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 52 ετών που κατάγεται από τη Λάρνακα και προέρχεται από τριμελή οικογένεια, παρόλο που από προηγούμενους γάμους των γονέων του έχει άλλα έξι (ετεροθαλή) αδέλφια, με τα οποία διατηρεί καλές σχέσεις ενώ οι γονείς του έχουν πλέον αποβιώσει. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι ο ίδιος φοίτησε μέχρι την Α' τάξη του Γυμνασίου και ότι έπειτα διέκοψε τη φοίτηση του καθώς και ότι από νεαρή ηλικία εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα ενόσω έκανε προσπάθειες για ολοκλήρωση της σχολικής του φοίτησης μέσω εσπερινού Γυμνασίου, χωρίς ωστόσο επιτυχία. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη πως κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά, για να απαλλαχτεί αργότερα λόγω προβλημάτων υγείας και πως στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες ως αποθήκαριος ή οδηγός φορτηγού ενώ κύρια ενασχόληση του ήταν στον τομέα της τραπεζοκομίας. Από το 2001 είναι λήπτης σύνταξης ανικανότητας ύψους €700 περίπου και μέχρι την κράτηση του στις 10.12.24, εργαζόταν μερικώς ως οδηγός ταξί. Περιπλέον συνεκτιμούμε ότι το 1992 τέλεσε γάμο με άτομο από τις Φιλιππίνες, ο οποίος διαλύθηκε οριστικά το 2013 και από τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά, ενήλικα σήμερα, τα οποία έχουν δημιουργήσει τις οικογένειες τους και με τα οποία οι σχέσεις του περιγράφονται ως καλές. Ακολούθως το 2016 ο Κατηγορούμενος τέλεσε δεύτερο γάμο με τη νυν σύζυγο του, η οποία κατάγεται επίσης από τις Φιλιππίνες και με την οποία απέκτησε ένα υιό ηλικίας οκτώ ετών σήμερα, ο οποίος διαγνώστηκε από την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας Επαρχίας Λάρνκακας με αυτισμό και ο οποίος φοιτά σε ειδική μονάδα δημοτικού σχολείου στη Λάρνακα και παρακολουθεί καθημερινά μαθήματα λογοθεραπείας, εργοθεραπείας και ειδικής εκπαίδευσης. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι το εν λόγω παιδί του Κατηγορούμενου παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς τα οποία συνοδεύονται από κρίσεις και χρήζει, ως εκ τούτου, συνεχούς επίβλεψης και φροντίδας, εξ ου και η σύζυγος του Κατηγορούμενου δεν εργάζεται και ασχολείται με τη φροντίδα του παιδιού της. Επί του προκειμένου σημειώνουμε πως λαμβάνουμε υπόψη και τα όσα καταγράφονται στην «Παιδοψυχιατρική Γνωμάτευση» ημερ. 13.12.24, και δη πως το εν λόγω παιδί εμφανίζει Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή με συνοδό διαταραχή στην έκφραση του λόγου και πιο συγκεκριμένα απόκλιση στην ανάπτυξη του λόγου και της επικοινωνίας, της αμοιβαίας κοινωνικής συναλλαγής καθώς και στερεότυπα μοτίβα συμπεριφορών και διαταραχή στην επεξεργασία των αισθητηριακών ερεθισμάτων. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι έχει αξιολογηθεί και κριθεί ως ανάπηρο άτομο και από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Αναπήρων και λαμβάνει επίδομα €848,
  2. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη ότι ως αναφέρεται στην εν λόγω γνωμάτευση, κατά τη συνάντηση που είχε ο ιατρός με το παιδί στις 13.12.24, αυτό εμφάνιζε σημεία αυξημένου άγχους, περιέγραφε πως η μητέρα του απουσίαζε στο εξωτερικό ενώ ήταν συγχυσμένος ως προς το πού βρισκόταν ο πατέρας του, για να σημειωθεί εν τέλει πως οι ιδιαιτερότητες και οι αυξημένες ανάγκες φροντίδας του εν λόγω παιδιού, απαιτούν ένα σταθερό περιβάλλον φροντίδας αφού του προκαλείται αναστάτωση στις αλλαγές, κυρίως όταν αυτές είναι αιφνίδιες και ιδίως αν αυτές αφορούν στη ρουτίνα της καθημερινότητας του και τα σταθερά πρόσωπα που τον φροντίζουν, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και πατέρας του. Πέραν των ανωτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι και ο ίδιος αντιμετωπίζει προβλήματα στον σπόνδυλο του για τα οποία έχει προβεί σε διάφορες εγχειρίσεις τόσο στη σπονδυλική στήλη όσο και στον αυχένα ενώ επίσης αντιμετωπίζει και άλλα παθολογικά προβλήματα για τα οποία τυγχάνει συνεργασίας με ειδικούς. Λαμβάνουμε υπόψη όλα τα πιο πάνω συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του Κατηγορούμενου, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση του αυτή καθαυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144) ή ότι η όποια αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν θα μπορεί να του παρασχεθεί σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή. Ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση από τον συνήγορο του. Εν πάση περιπτώσει από τη νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και σοβαρά καρδιακά προβλήματα δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Στη Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, ενώ στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης, έτσι η έφεση του απορρίφθηκε. Στην El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Αλλά και στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο διαβητικό, ινσουλινοεξαρτώμενο, που έπασχε από βαριάς μορφής στεφανιαία νόσο. Στο πλαίσιο αυτό σημειώνουμε πως λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την επιβολή ποινής φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στους οικείους του και δη στη νυν σύζυγο του αλλά ιδιαίτερα στον ανήλικο γιο του, ο οποίος ένεκα και της σοβαρής μορφής αυτισμού με την οποία έχει διαγνωστεί, εκτενής αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω, έχει ανάγκη από τη συνεχή επίβλεψη και φροντίδα των γονέων του. Συναφώς λαμβάνουμε υπόψη και το ότι ένεκα της προαναφερθείσας κατάστασης του ανήλικου γιου του ζεύγους, η σύζυγος του δεν εργάζεται με την αποκλειστική ευθύνη συντήρησης τους να επωμίζεται ο Κατηγορούμενος, με προφανή τον αντίκτυπο που θα έχει σε αυτούς μια πολυετής ποινή φυλάκισης του. Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνουμε υπόψη και το γεγονός πως η σύζυγος του έχει μεταβεί στις Φιλιππίνες για να επισκεφθεί τα άλλα δύο παιδιά που έχει και πως και ο Κατηγορούμενος θα μετέβαινε σύντομα για να τη συναντήσει αλλά και το γεγονός πως το ανήλικο τους παιδί, διαμένει εκ των πραγμάτων στο παρόν στάδιο με συγγενικό τους πρόσωπο, το οποίο ως λέχθηκε δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του, με αποτέλεσμα ως εκ των αλλαγών αυτών να του έχει προκληθεί αναστάτωση και αυξημένο άγχος, ως στην γνωμάτευση καταγράφεται. Σημειώνουμε βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στο παιδί του, παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513). Εξάλλου όπως λέχθηκε στην Hamieh (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, 138, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και εν γένει τον διαρρεύσαντα από την ημερομηνία διάπραξης χρόνο, τονίζοντας βεβαίως πως δεν έχει υπάρξει εισήγηση περί καθυστέρησης. Εν πάση περιπτώσει σημειώνουμε πως δεν εντοπίζουμε να υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης ενώ μετά την καταχώρηση θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε μια περίπτωση η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης ένεκα απουσίας του συνηγόρου που τη χειριζόταν ενώ σε άλλη περίπτωση που αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής, η πλευρά της υπεράσπισης δεν προέβαλε ένσταση στο αίτημα. Δεν μας διαφεύγει επίσης πως αναβλήθηκε και σε τρεις περιπτώσεις λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου και χωρίς υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου, στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του. Ωστόσο πρέπει να πούμε πως εξετάζοντας τη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στο διάστημα αυτό και εν γένει στην πάροδο του χρόνου ως αντικειμενικού γεγονότος, διαπιστώνουμε πως δεν αναφέρθηκαν και δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα που μεσολάβησαν από την ημερομηνία διάπραξης και εντεύθεν που μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιαστική μεταβολή στις περιστάσεις του, η οποία θα δικαιολογούσε διαφορετική μεταχείριση. Ως προς το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία πρέπει να λεχθεί πως τούτο δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας αφού είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδεχθεί την κατηγορία, ωστόσο αυτή η μη παραδοχή στερεί από αυτόν την έκπτωση στην ποινή που διαφορετικά θα δικαιούτο. Και τούτο διότι η παραδοχή, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή, όχι μόνο λόγω του χρόνου που περισώζεται αλλά και διότι με αυτόν τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους[12], ως αναγκάστηκε η Παραπονούμενη εν προκειμένω να πράξει. Πτυχή που επιβεβαιώθηκε πολύ πρόσφατα και στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit (ανωτέρω). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα και έχοντας κατά νου ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα οι προσωπικές περιστάσεις και τα άλλα ελαφρυντικά που λαμβάνονται υπόψη, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής, καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή σε σχέση με όλες τις κατηγορίες είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή υπό τις περιστάσεις δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και αναμφίβολα θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 3 δεν επιβάλλουμε ποινή εφόσον τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν περιέχονται στην κατηγορία 2. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση ήτοι από τις 10.12.24. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/21. [2]Κατά παράβαση των άρθρων 247 και 251 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21. [3]Κατά παράβαση του άρθρου 148 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21. [4]Κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21. [5] βλ. και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2017 ημερ. 26.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:B197, Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 71/2020, ημερ. 28.1.2021, ECLI:CY:AD:2021:B23, στις οποίες έγινε αναφορά. [6] βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ν.Ν., Ποιν. Έφ. 69/2017, ημερ. 5.12.2017. [7] Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.323, Δημοκρατία ν. Hunganu (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας v. Μητάρα, Ποιν. Εφ. 59/22, ημερ. 7.12.22, ECLI:CY:AD:2022:D312 [8] «.με έπιασε ένα ρεύμα ηλεκτρικό και ένας τεράστιος φόβος», Βλ. πρακτικά 25.6.24, Μέρος Α', σελ. 48, γραμμές 18-
  1. [9] Βλ. πρακτικά ημερ. 25.6.24, σελ. 8, γραμμές 29-
  2. [10] Βλ. πρακτικά ημερ. 25.6.24, Α Μέρος, σελ. 17, γραμμές 19-
  3. [11] Σημειώνεται πως το ουσιαστικό μέρος που αφορά τη διάγνωση, μεταφράστηκε προφορικά κατά την κυρίως εξέταση της μάρτυρος χωρίς να αμφισβητηθεί, η δε συνολική γραπτή μετάφραση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. [12] Βλ. Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, Γ.Χ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 140/2010, ημερ. 14/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας v. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 και Σ.Κ. v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 Α.Α.Δ. 304 Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ., 28, xxx Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15/6/2015 και Η.Ε. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 137/2018 (σχ. Με 50/2018), απόφαση ημερ. 8/4/2020, Δ.Α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 57/20 ημερ. 6.10.21, ECLI:CY:AD:2021:B432. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.