← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Α.Θ., Αρ. Υπόθεσης: 1269/24, 16/12/2024

Δημοκρατία ν. Α.Θ., Αρ. Υπόθεσης: 1269/24, 16/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1269/24 Δημοκρατία ν. Α.Θ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε οκτώ κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 12, 15) και σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του άρθρου 4

(1)(α)(iii), του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/07 (κατηγορία 2). Περαιτέρω κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και συγκατάθεσης της Κατηγορούσας αρχής στην παρούσα λαμβάνεται υπόψιν και η υπόθεση με διακριτικά RCI Σ/248/2024 - TAE ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, η οποία αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, αδίκημα που διαπράχθηκε κατά το έτος
  1. Γεγονότα Τα γεγονότα τόσο της κύριας υπόθεσης όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψιν εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και έχουν ως ακολούθως. Κατηγορίες 1 και 2 Αρχές Σεπτεμβρίου 2023, ο Μ3 επί του κατηγορητηρίου, ιατρός στο επάγγελμα, κάτοικος Παραλιμνίου, πληροφορήθηκε από τον αδερφό του, ο οποίος είναι κάτοικος Πάφου, ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος θα αναλάμβανε προς όφελός του την εργολαβία ανέγερσης λυόμενων κατοικιών στην Πάφο, εντός τεμαχίου που του παραχώρησε για τον σκοπό αυτό. Ο Μ3, ως ιδιοκτήτης οικοπέδου στο Παραλίμνι, ζήτησε από τον αδερφό του όπως τον φέρει σε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο έτσι ώστε παρομοίως να συνεργαστεί μαζί του προς ανάπτυξη της δικής του γης. Οι δύο άνδρες διευθέτησαν μεταξύ τους συνάντηση εντός της πρώτης εβδομάδας του Σεπτεμβρίου του 2023, στο σπίτι του Μ3, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε ψευδώς ως ο ιδιοκτήτης της ανύπαρκτης εταιρείας «ATH MOBILE HOUSE», με αριθμό Φ.Π.Α 000626599Q, η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή μεταλλικών-λυόμενων κατοικιών, παραδίδοντάς του την επαγγελματική του κάρτα στην οποία αναγραφόταν η επωνυμία της επιχείρησης «''MOBILE DREAM HOUSES'', διεύθυνση: Προδρόμου 22 Λευκωσία, τηλ.: 99295965, 97687103, Andreas-Christos, metallikes kataskeves». Αφού ο Μ3 του υπέδειξε το οικόπεδο μέσα στο οποίο ενδιαφερόταν να ανεγείρει κατοικίες, ο Κατηγορούμενος τον διαβεβαίωσε ότι εντός αυτού θα μπορούσαν να τοποθετηθούν άνετα πέντε κατοικίες, παραδίδοντάς του την επόμενη ημέρα γραπτή οικονομική προσφορά ύψους €162.000, για πλήρη αποπεράτωση του έργου, με σταδιακή αποπληρωμή του ποσού συμφώνως της προόδου. Ο Μ3 αποδέχτηκε και μετά την παρέλευση 3-4 ημερών, ο Κατηγορούμενος με το συνεργείο του (3-4 Σύριους εργάτες), αφού προέβη σε καθαρισμό του εν λόγω οικοπέδου, ανέφερε στον Μ3 ότι λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην Ουκρανία, τα υλικά ακριβαίνουν, προτείνοντάς του να του παραδώσει το ποσό των €60.000 προκειμένου να αγοράσει το σίδερο από τις κατεχόμενες περιοχές. Ο Μ3 πείστηκε και μεταξύ 05.09.23-06.09.23 εξέδωσε στον Κατηγορούμενο έναντι σχετικής απόδειξης, τέσσερις συνολικά επιταγές για το συνολικό ποσό των €60.000 (15.000 έκαστη), από λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση ότι οι διαδικασίες εξασφάλισης της σχετικής πολεοδομικής και οικοδομικής αδείας βρίσκονταν σε εξέλιξη. Στις 21.09.23 ο Κατηγορούμενος ζήτησε επιπλέον €21.000 από τον Μ3, για αγορά των αλουμινίων τα οποία δήθεν θα εισάγονταν έτοιμα από την Κίνα και ο Μ3, αφού πείστηκε, εξέδωσε την ίδια ημέρα στον Κατηγορούμενο, έναντι απόδειξης, νέα επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το εν λόγω ποσό. Στις 28.09.23, ο Κατηγορούμενος επανήλθε αξιώνοντας αυτή τη φορά από τον Μ3 το ποσό των €24.000, για πληρωμή του Φ.Π.Α το οποίο, σύμφωνα με τα ψευδή λεγόμενά του, προέκυψε από την αγορά του σιδήρου και των αλουμινίων. Ο Μ3, αφού και πάλι πείστηκε, εξέδωσε την ίδια ημέρα στον Κατηγορούμενο, έναντι σχετικής απόδειξης, επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το εν λόγω ποσό. Στις 10.10.2023 ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον Μ3 άλλες €17.000 για αγορά, δήθεν, ειδών υγιεινής και κεραμικών και ο Μ3 πεισθείς για τούτο, ανταποκρίθηκε στην νέα απαίτηση του Κατηγορουμένου και του εξέδωσε την ίδια ημέρα άλλη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το εν λόγω ποσό, έναντι σχετικής απόδειξης. Εν τω μεταξύ, ο Κατηγορούμενος, ως μέρος της εξ υπαρχής του πρόθεσης να εξαπατήσει τον Μ3, φρόντιζε να αποστέλλει 1-2 φορές εβδομαδιαίως στο εργοτάξιο εργάτες έτσι ώστε να παραπλανεί τον Μ3, κάνοντάς τον να πιστεύει ότι οι εργασίες βρίσκονταν υπό εξέλιξη, πλην όμως η πρόοδος που σημειωνόταν στο έργο ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τα χρήματα τα οποία ο Μ3 κατέβαλλε. Στις 02.11.23, μετά από σχετική παραγγελία του Κατηγορουμένου, μπετονιέρα της εταιρείας ''ΝΕΒΙΣΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ'' παρέδωσε στο εργοτάξιο 47.5m3 έτοιμου σκυροδέματος προς γέμιση του καλουπιού πεδίλου (δηλ. της πλάκας εδάφους) του έργου και ο Κατηγορούμενος, την ίδια ημέρα, ζήτησε από τον Μ3 άλλες €6.500, δήθεν για πληρωμή του σκυροδέματος. Ο Μ3 αυθημερόν εξέδωσε, χωρίς να λάβει απόδειξη, άλλη επιταγή στον Κατηγορούμενο για το εν λόγω ποσό πλην όμως ο τελευταίος ουδέποτε εξόφλησε στην εταιρεία ΝΕΒΙΣΟ το τιμολόγιο των €4.974,73 το οποίο αφορούσε στην πραγματική αξία του σκυροδέματος που παραδόθηκε. Αφού ο Μ3 παρατήρησε ότι οι εργασίες δεν προχωρούσαν, ζήτησε εξηγήσεις από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος πλέον είχε εξαργυρώσει όλες τις επιταγές, εισπράττοντας το συνολικό ποσό των €128.
  2. Ο τελευταίος αρχικά τον καθησύχαζε λέγοντάς του ότι οι εργασίες προχωρούν κανονικά, ενώ αργότερα άρχισε να προφασίζεται σοβαρά προβλήματα υγείας, που δήθεν ο ίδιος και η σύζυγός του αντιμετώπιζαν. Στο μεταξύ, κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2023, η εταιρεία ΝΕΒΙΣΟ αποτάθηκε στον Μ3 προς εξόφληση του τιμολογίου που εκκρεμούσε για το παραδοθέν σκυρόδεμα και τότε ήταν που ο Μ3 άρχισε να υποψιάζεται την απάτη εις βάρος του, την οποία επιβεβαίωσε λίγο καιρό αργότερα όταν μετά από έρευνα που έκανε, ενημερώθηκε από τις αρμόδιες αρχές ότι ουδέποτε υποβλήθηκαν αιτήσεις για έκδοση σχετικής πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας. Στις 13.02.24, ο Μ3 αφού πλέον βεβαιώθηκε ότι έπεσε θύμα απάτης του Κατηγορουμένου, κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Το τμήμα Δημοσίων Έργων, μετά από σχετικό αίτημα της Αστυνομίας, προέβη σε εκτίμηση του κόστους των εργασιών που διεκπεραιώθηκαν, οι οποίες όπως διαπιστώθηκε ανέρχονται στις €30.000 ευρώ. Κατηγορία 5 Στις 13.02.24, η Μ8 επί του κατηγορητηρίου, προέβη σε γραπτή κατάθεση στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, καταγγέλλοντας ότι ο Κατηγορούμενος της απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το συνολικό χρηματικό ποσό των €12.
  3. Συγκεκριμένα, στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου του 2023, ο υιός της (Μ9 επί του κατηγορητηρίου) εντόπισε μια σελίδα στο Facebook, η οποία διαφήμιζε την κατασκευή λυόμενων κατοικιών και αφού επικοινώνησε με τον τηλεφωνικό αριθμό που ήταν αναρτημένος για περισσότερες πληροφορίες, διευθετήθηκε με τον υπεύθυνο της εργοληπτικής εταιρείας συνάντηση στο χωριό Ξυλοτύμπου, όπου η Μ8 ενδιαφερόταν να ανεγείρει μια λυόμενη μεταλλική κατοικία. Την ίδια ημέρα ο Κατηγορούμενος, επισκέφτηκε την τοποθεσία στην οδό Μιχαλάκη Παρίδη στην Ξυλοτύμπου και αφού παρουσιάστηκε στην Μ8 ως υπεύθυνος της εν λόγω, ανύπαρκτης στην πραγματικότητα, εργοληπτικής εταιρείας, αυτή τον ενημέρωσε για την πρόθεσή της να ανεγείρει μια μεταλλική κατοικία διαστάσεων 7x8m
  4. Ο Κατηγορούμενος επιθεώρησε τον χώρο και την ίδια ημέρα ετοίμασε γραπτή προσφορά για το έργο το κόστος του οποίου θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €15.000, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό των €4000 θα καταβαλλόταν προκαταβολικά. Προτού ο Κατηγορούμενος αναχωρήσει, παρέδωσε στην Μ8 την ίδια επαγγελματική κάρτα ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Η τελευταία, αφού εξέτασε την προσφορά, την αποδέχτηκε και στις 30.10.23 είχε με τον Κατηγορούμενο νέα συνάντηση κατά την οποία του παρέδωσε, έναντι απόδειξης, το ποσό των €4.000 σε μετρητά. Μετά από παρέλευση μερικών ημερών, ο Κατηγορούμενος, ως μέρος του αρχικού του σχεδίου να παραπλανήσει και να καταδολιεύσει την Παραπονούμενη αποσπώντας της περισσότερα χρήματα, απέστειλε επιτόπου συνεργείο Σύριων εργατών, οι οποίοι ετοίμασαν το καλούπι της πλάκας εδάφους (πέδιλου) του έργου, ενώ την επόμενη ημέρα, μπετονιέρα της εταιρείας ΝΕΒΙΣΟ, κατά παραγγελία του Κατηγορουμένου, παρέδωσε για τη γέμισή του 12m3 έτοιμου σκυροδέματος συνολικής αξίας €1.213,
  5. Στις 07.11.23 ο Κατηγορούμενος επισκέφτηκε εκ νέου την Παραπονούμενη και της ζήτησε άλλες €2000, για αγορά δήθεν υλικών οικοδομής, ποσό το οποίο η τελευταία, αφού πείστηκε, του παρέδωσε σε μετρητά έναντι σχετικής απόδειξης. Προτού όμως ο Κατηγορούμενος αναχωρήσει, είπε στην Παραπονούμενη να ετοιμάσει όλο το υπόλοιπο χρηματικό ποσό της προσφοράς, επειδή δήθεν το κόστος των υλικών ολοένα και αυξανόταν. Πράγματι η Παραπονούμενη πεπεισμένη από τα ψευδή λεγόμενα του Κατηγορουμένου εξασφάλισε την επόμενη ημέρα και του παρέδωσε έναντι απόδειξης άλλες €6.
  6. Αφού ο Κατηγορούμενος εισέπραξε από την Παραπονούμενη το συνολικό ποσό των €12.000, εγκατέλειψε το έργο ημιτελές, ενώ κάθε φορά που η Παραπονούμενη ζητούσε απ' αυτόν εξηγήσεις αυτός επικαλείτο προβλήματα υγείας του ιδίου και της συζύγου του, ενώ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση της έδωσε την ψευδή δικαιολογία ότι το φορτηγό που μετέφερε τα πάνελ υπέστη μηχανική βλάβη. Όταν δε η Παραπονούμενη τον προειδοποίησε ότι θα καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, αυτός τοποθέτησε στον τηλεφωνικό της αριθμό φραγή κλήσης, με αποτέλεσμα η ίδια να είναι αδύνατο πλέον να επικοινωνήσει ξανά μαζί του. Το Τμήμα Δημοσίων Έργων, μετά από σχετικό αίτημα της Αστυνομίας, προέβη σε εκτίμηση του κόστους των εργασιών που διεκπεραιώθηκαν, οι οποίες όπως διαπιστώθηκε ανέρχονται στις €6.
  7. Εναντίον του εκδόθηκε στις 15.2.24 ένταλμα σύλληψης για τις δύο πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις και στις 16.2.24 συνελήφθη. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή του, απάντησε ''εντάξει''. Στις 17.02.24 εξασφαλίστηκε εναντίον του διάταγμα προφυλάκισης πέντε ημερών, το οποίο ανανεώθηκε στις 22.02.24 για άλλες οκτώ ημέρες και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Κατηγορία 7 Στις 18.02.24 και ενώ ο Κατηγορούμενος ήδη τελούσε υπό κράτηση, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου από την Μ2, ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Οκτωβρίου 2022, της απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το συνολικό ποσό των €14.
  8. Συγκεκριμένα, κατά το έτος 2022 η Παραπονούμενη ενδιαφέρθηκε να ανεγείρει μεταλλική κατοικία σε χωράφι που κατέχει στο χωριό Ορμήδεια. Από έρευνα που έκανε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συγκεκριμένα στο Facebook, επέλεξε να συνεργαστεί με την εταιρεία ''AΜetalotehniki Enterprisses''. Αφού απέστειλε σχετικό μήνυμα εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον της, της απεστάλη απαντητικό μήνυμα προτρέποντας την να επικοινωνήσει με τον τηλεφωνικό αριθμό
  9. Η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στον εν λόγω αριθμό και της απάντησε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος της συστήθηκε με το όνομα ''Άντης''. Αφού διευθέτησαν ραντεβού, συναντήθηκαν εντός του μηνός Ιουλίου στο χωριό Ξυλοφάγου, όπου βρίσκεται η κατοικία της. Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο Κατηγορούμενος της συστήθηκε ως ιδιοκτήτης της ανύπαρκτης εταιρείας ''ΑMetalotexniki LTD'', η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή μεταλλικών κατοικιών και η Παραπονούμενη τον ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να ανεγείρει στην Ορμήδεια μια μεταλλική κατοικία 100 περίπου τετραγωνικών μέτρων. Ο Κατηγορούμενος τότε, της είπε ότι το έργο θα στοίχιζε περίπου €70.000 και συμφώνησαν όπως οι εργασίες ξεκινήσουν κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του
  10. Δεν ήταν αναγκαίο σ' εκείνο το στάδιο να υπογράψουν συμβόλαιο, όπως της είπε, κάτι το οποίο θα έπρατταν μεταγενέστερα με την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ο Κατηγορούμενος έχοντας εξ αρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε για ανέγερση της κατοικίας, όπως και πρόθεση καταδολίευσής της, έπεισε την Παραπονούμενη να του δώσει σε δόσεις, ως προκαταβολή, το συνολικό ποσό των €14.
  11. Πράγματι η Παραπονούμενη, μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Οκτωβρίου 2022, κατέβαλε σε έξι δόσεις στον Κατηγορούμενο το πιο πάνω χρηματικό ποσό σε μετρητά έναντι σχετικών αποδείξεων αλλά εκείνος έκτοτε προέτασσε διάφορες δικαιολογίες για τη μη έναρξη των εργασιών, όπως για παράδειγμα ότι σημειωνόταν καθυστέρηση στην άφιξη των υλικών οικοδομής. Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά δε, έπαψε να απαντά στα τηλεφωνήματα της. Οι οικοδομικές εργασίες ουδέποτε ξεκίνησαν. Κατηγορία 3 Στις 19.02.24, ο Μ10 επί του κατηγορητηρίου, υπεύθυνος του λογιστηρίου της εταιρείας ΝΕΒΙΣΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΛΤΔ προέβη σε γραπτή κατάθεση στο ΤΑΕ Αμμοχώστου καταγγέλλοντας ότι ο Κατηγορούμενος απέσπασε από την εν λόγω εταιρεία με ψευδείς παραστάσεις 59.5m3 έτοιμου σκυροδέματος συνολικής αξίας €6.161,
  12. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στις 30.10.23 επισκέφτηκε το εργοστάσιο της εταιρείας στο Παραλίμνι και παρουσιάστηκε ψευδώς ως ο ιδιοκτήτης της ανύπαρκτης εταιρείας ''ΑΤΗ metallikes kataskeves Ltd'', παραγγέλλοντας επί πιστώσει 47.5 m3 έτοιμου σκυροδέματος για τις ανάγκες του έργου που αφορούν στις κατηγορίες 1 και 2, έχοντας εξ αρχής πρόθεση καταδολίευσης και μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης που έδωσε στην εταιρεία για αποπληρωμή της οφειλής σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρομοίως στις 07.11.23 παρουσιάστηκε εκ νέου, έχοντας τις ίδιες προθέσεις, στο εργοστάσιο της εταιρείας παραγγέλοντας αυτή τη φορά 12 m3 έτοιμου σκυροδέματος συνολικής αξίας €1.213,80 για τις ανάγκες του έργου που αφορούν την κατηγορία
  13. Ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε ποτέ προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του και στις προτροπές που του γίνονταν κατά καιρούς από εκπρόσωπο της εταιρείας να το πράξει, αυτός επικαλείτο προβλήματα υγείας του ιδίου και της συζύγου του, ενώ από κάποια χρονική στιγμή και μετά έπαψε να ανταποκρίνεται στα τηλεφωνήματα που του γίνονταν. Κατηγορία 9 Στις 25.02.24, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου από τον Μ5 επί του κατηγορητηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιουνίου του 2023, του απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το συνολικό ποσό των €15.
  14. Συγκεκριμένα κατά τον Ιανουάριο του 2023, αποφάσισε να επεκτείνει την εξοχική του κατοικία στον Πρωταρά και στα πλαίσια έρευνας που έκανε για τον σκοπό αυτό, εντόπισε στις 16.01.23 αγγελία στο Facebook, η οποία διαφήμιζε έκπτωση τιμών στην κατασκευή μεταλλικών, λυόμενων κατοικιών. Έτσι, επικοινώνησε με τον τηλεφωνικό αριθμό 97936167 στον οποίο παρέπεμπε η αγγελία για περισσότερες πληροφορίες και του απάντησε ο Κατηγορούμενος. Μετά από περίπου μια ώρα οι δύο άντρες συναντήθηκαν στη Λευκωσία, όπου ο Κατηγορούμενος του συστήθηκε ως ο ιδιοκτήτης της ανύπαρκτης εταιρείας ΄΄Α. Μεταλλοτεχνική Enterprises Γενικές Κατασκευές΄΄. Ο Μ5 του εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για να κατασκευάσει μια διώροφη κατασκευή, 3,7 x 7 m2, η οποία να εφάπτεται στην υφιστάμενη του κατοικία στον Πρωταρά. Την ίδια ώρα ο Κατηγορούμενος του ετοίμασε μια προσφορά κόστους η οποία ανερχόταν στο ποσό των €20.000, με την προϋπόθεση ότι οι €10.000 θα καταβάλλονταν ως προκαταβολή. Ο Παραπονούμενος συμφώνησε και στις 26.01.23 του κατέβαλε σε μετρητά τις πρώτες €5.000, έναντι απόδειξης, την οποία ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε την επόμενη ημέρα. Στο μεσοδιάστημα και προτού καταβληθεί το ποσό των πρώτων €5.000 ευρώ, ο Κατηγορούμενος έχοντας εξ αρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, όπως και πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου, επισκέφτηκε την τοποθεσία όπου συμφωνήθηκε να γίνει η κατασκευή και ως μέρος του σχεδίου του να παραπλανήσει τον Παραπονούμενο και να τον πείσει να του δώσει τα χρήματα της προκαταβολής, προέβη σε κάποιες μετρήσεις. Ο τελευταίος, αφού πείστηκε, του κατέβαλε την πρώτη δόση των €5.000 ως αναφέρεται πιο πάνω. Σε νέο ραντεβού που διευθέτησαν στο ίδιο σημείο στις 03.02.23, ο Κατηγορούμενος υλοποιώντας το δεύτερο μέρος του σχεδίου του για καταδολίευση του Παραπονούμενου, φρόντισε να έχει έτοιμο το καλούπι της πλάκας εδάφους (καλούπι πεδίλου), γεγονός το οποίο έκανε τον τελευταίο να πειστεί ότι το έργο προχωρεί, με αποτέλεσμα να του καταβάλει άλλες €5.000 σε μετρητά έναντι απόδειξης. Ενώ βρίσκονταν ακόμη στο μέρος, κατέφθασε μπετονιέρα η οποία παρέδωσε έτοιμο σκυρόδεμα για γέμισμα του καλουπιού, πλην όμως ο Κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε από τον Παραπονούμενο άλλα €600 για να πληρώσει το μπετόν, αφού αυτό όπως του είπε, δεν περιλαμβανόταν στην προσφορά. Στις 13.06.23 αφού είχε ήδη τοποθετηθεί ο σκελετός της κατοικίας, ο Παραπονούμενος πείστηκε και κατέβαλε έναντι απόδειξης άλλες €3.500 σε μετρητά στον Κατηγορούμενο, ο οποίος προηγουμένως τον παραπλάνησε λέγοντάς του ψευδώς ότι θα παρήγγελλε αλουμίνια, πόρτες και παράθυρα για το σπίτι. Το ίδιο συνέβη και στις 16.06.23 όταν ο Παραπονούμενος κατέβαλε σε μετρητά στον Κατηγορούμενο άλλα €1000, αφού ο τελευταίος τον έπεισε ότι το εν λόγω ποσό ήταν απαραίτητο για την έκδοση πολεοδομικής άδειας για την οποία, ως προέκυψε αργότερα, ποτέ δεν αποτάθηκε με σχετική αίτηση. Αυτή ήταν και η τελευταία τους συνάντηση αφού έκτοτε το έργο παρέμεινε ημιτελές, με τον Κατηγορούμενο να επικαλείται προβλήματα υγείας του ιδίου και της συζύγου του, ενώ από κάποιο χρονικό σημείο και μετά έπαψε να απαντά στα τηλεφωνήματα του Παραπονούμενου. Το τμήμα Δημοσίων Έργων, μετά από σχετικό αίτημα της Αστυνομίας, προέβη σε εκτίμηση του κόστους των εργασιών που διεκπεραιώθηκαν, οι οποίες όπως διαπιστώθηκε ανέρχονται στα €1.
  15. Κατηγορίες 11 και 12 Στις 11.02.24, οι Μ12 και 15 επί του κατηγορητηρίου, οι οποίοι είναι σύζυγοι, κατήγγειλαν στο ΤΑΕ Λάρνακας ότι ο Κατηγορούμενος τους απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το χρηματικό ποσό των €35.750, διαβεβαιώνοντάς τους ψευδώς, ότι θα κατασκεύαζε για λογαριασμό τους μεταλλική λυόμενη κατοικία στα Λύμπια. Επίσης κατήγγειλαν ότι τους απέσπασε επιπλέον €4.000 διαβεβαιώνοντάς τους και πάλι ψευδώς ότι το εν λόγω ποσό αποτελούσε προκαταβολή για αγορά τεμαχίου στα Λύμπια μέσα στο οποίο θα κατασκευαζόταν, δήθεν, η μεταλλική τους κατοικία. Συγκεκριμένα, κατά τον Δεκέμβριο του 2023, η Μ12 εντόπισε στο διαδίκτυο ιστοσελίδα η οποία διαφήμιζε την κατασκευή μεταλλικών/λυόμενων κατοικιών και επικοινώνησε με τον τηλεφωνικό αριθμό ο οποίος ήταν αναρτημένος για περισσότερες πληροφορίες. Το τηλέφωνο απάντησε ο Κατηγορούμενος, με τον οποίο διευθέτησαν ραντεβού στη Λάρνακα. Κατά τη συνάντησή τους, τους εξήγησε τον τρόπο κατασκευής των κατοικιών και τους πρότεινε να αναλάβει την εξεύρεση και αγορά τεμαχίου μέσα στο οποίο θα ανεγειρόταν η κατοικία. Την ίδια ημέρα τους ετοίμασε προσφορά κόστους του έργου, σύμφωνα με την οποία το κόστος κατασκευής της κατοικίας θα ανήρχετο στις €55.000, ενώ το κόστος αγοράς του τεμαχίου γης, στις €30.
  16. Μετά από λίγες ημέρες, ο Κατηγορούμενος έχοντας εξ αρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, όπως και πρόθεση καταδολίευσης των Παραπονουμένων, τους οδήγησε στα Λύμπια όπου τους υπέδειξε το εν λόγω τεμάχιο γης στην παρουσία του ιδιοκτήτη του. Οι ίδιοι πείστηκαν από τις ψευδείς του διαβεβαιώσεις και μεταξύ των ημερομηνιών 23.12.23 και 31.01.24 του κατέβαλαν σε δόσεις το συνολικό ποσό των €35.750 σε μετρητά το οποίο, όπως ψευδώς τους διαβεβαίωνε, προοριζόταν για αγορά οικοδομικών υλικών, εξασφάλιση παροχής νερού και αγορά φωτοβολταϊκών. Στις 24.01.24 πλήρωσαν στον Κατηγορούμενο το ποσό των €4.000 ευρώ σε μετρητά πεπεισμένοι από τις ψευδείς του διαβεβαιώσεις ότι αφορούσε σε προκαταβολή για την αγορά του τεμαχίου γης, όπου υποτίθεται θα τοποθετείτο η κατοικία. Τα υλικά οικοδομής ουδέποτε αγοράστηκαν και οι οικοδομικές εργασίες ουδέποτε ξεκίνησαν, ενώ το τεμάχιο γης ποτέ δεν αγοράστηκε, ούτε και δόθηκε στον ιδιοκτήτη του η προκαταβολή των €4.000, που οι Παραπονούμενοι κατέβαλαν στον Κατηγορούμενο ως προκαταβολή για την αγορά του. Κατηγορία 15 Στις 15.02.24, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από την Μ18 στον πίνακα μαρτύρων, ότι ο Κατηγορούμενος μεταξύ Δεκεμβρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024, της απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το χρηματικό ποσό των €28.
  17. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη η οποία διαμένει με το σύζυγό της στη περιοχή Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό, αποφάσισε να προσθέσει ένα επιπλέον όροφο στην κατοικία της, με σκοπό να παραχωρήσει το ισόγειο στη θυγατέρα της και η ίδια με τον σύζυγό της να μετακινηθούν στον επάνω όροφο. Από το 2022 έκανε συνεχώς έρευνα στην αγορά και έπαιρνε κατά καιρούς διάφορες προσφορές από εργοληπτικές εταιρείες κατασκευής μεταλλικών κατοικιών, με τα κόστη κατασκευής να είναι πέραν των οικονομικών της δυνατοτήτων. Στις 21.12.23, ενώ έψαχνε στην εφαρμογή Facebook, εντόπισε στην ομάδα με την ονομασία ''Bazaraki.com Cyprus'' τον χρήστη με την επωνυμία ''Andreas MEnterprises'', ο οποίος δήλωνε ότι ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές, διαφημίζοντας ότι ''κατασκευάζεται μεταλλική κατασκευή δύο υπνοδωματίων, 70m2, αξίας 35.000 ευρώ τελειωμένη''. Η Παραπονούμενη, βλέποντας την προσφορά εκδήλωσε ενδιαφέρον και αφού ζήτησε τηλέφωνο επικοινωνίας, έλαβε τον τηλεφωνικό αριθμό
  18. Την ίδια ημέρα κάλεσε τον εν λόγω αριθμό και της απάντησε ο Κατηγορούμενος, με τον οποίο αφού διευθέτησαν ραντεβού, συναντήθηκαν αυθημερόν στον χώρο όπου η Παραπονούμενη επιθυμούσε την ανάπτυξη. Αφού συζήτησαν κάποια τεχνικά ζητήματα, o Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι η κατάλληλη εν προκειμένω κατασκευή θα έπρεπε να ήταν εμβαδού 84m2 και όχι 70m2, ετοιμάζοντας την ίδια ημέρα προσφορά οικονομικού κόστους ύψους 40.000 ευρώ, στην οποία αναγραφόταν η ανύπαρκτη εταιρεία ή/και εμπορική επωνυμία ''ATH. MOBILE HOUSE'' με ψευδή αριθμό Φ.Π.Α 000626599Q. Την ίδια στιγμή, η Παραπονούμενη, δελεασμένη από την ελκυστική προσφορά και πεπεισμένη από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου, ο οποίος εξ αρχής είχε την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, όπως και πρόθεση καταδολίευσής, αποδέχτηκε την προσφορά και κατέβαλε σε μετρητά στον κατηγορούμενο, έναντι απόδειξης, το ποσό των €16.000 σε μετρητά για αγορά των υλικών οικοδομής. Την επόμενη ημέρα, ο Κατηγορούμενος, ως περαιτέρω μέρος του σχεδίου του για καταδολίευση της Παραπονουμένης και θέλοντας να της αποσπάσει περισσότερα χρήματα, ξεφόρτωσε σίδερο στον χώρο όπου δήθεν θα κατασκεύαζε την κατοικία και ζήτησε από την Παραπονούμενη άλλες €6.000 για αγορά υλικών, τις οποίες η ίδια του κατέβαλε έναντι απόδειξης, πιστεύοντας στις ψευδείς του διαβεβαιώσεις. Στις 28.12.23 η Παραπονούμενη βλέποντας συνεργείο που έστειλε ο Κατηγορούμενος επί τόπου (με σκοπό να την παραπλανήσει) και πιστεύοντας ότι το έργο ξεκίνησε, έδωσε έναντι απόδειξης στον Κατηγορούμενο άλλες €7.
  19. Το ίδιο επαναλήφθηκε και στις 03.01.24, ημέρα κατά την οποία η Παραπονούμενη του έδωσε έναντι απόδειξης άλλες €6.
  20. Έκτοτε ο Κατηγορούμενος παράτησε το έργο ημιτελές επικαλούμενος προβλήματα υγείας, με την εκτίμηση του κόστους εργασιών που εκτελέστηκαν να ανέρχεται στις €7.
  21. Υπόθεση υπ' αριθμόν RCI Σ/248/2024 - TAE ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Στις 07.11.23 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας από τον Παραπονούμενο (Φ.Φ.), ότι κατά το έτος 2022, ο Κατηγορούμενος του απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το χρηματικό ποσό των €6.
  22. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο του 2022, ο Παραπονούμενος δημοσίευσε στο διαδίκτυο αγγελία μέσω της οποίας εκδήλωνε το ενδιαφέρον του να συνεργαστεί με εργολάβο στον οποίο θα ανέθετε το εξωτερικό μπογιάτισμα και κάποιες άλλες συναφείς εργασίες συντήρησης της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε ο ίδιος και η οικογένειά του. Μεταξύ εκείνων που ενδιαφέρθηκαν να ετοιμάσουν προσφορά υπολογισμού κόστους των εργασιών ήταν και ο Κατηγορούμενος, η προσφορά του οποίου ήταν η χαμηλότερη και ως εκ τούτου μεταξύ των δύο ανδρών επήλθε συμφωνία. Ενώ οι εργασίες βρίσκονταν υπό εξέλιξη, ο Παραπονούμενος γνωστοποίησε το ενδιαφέρον του στον Κατηγορούμενο για ανάθεση σε εργολάβο πρόσθετης εργασίας και δη την προσθήκη ενός επιπλέον ορόφου στην πολυκατοικία, ο οποίος θα κατασκευαζόταν από μέταλλο. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ασχολείται με μεταλλικές κατασκευές και ότι θα μπορούσε να αναλάβει ο ίδιος τη διεκπεραίωση του έργου, πρόταση την οποία ο Παραπονούμενος αποδέχτηκε. Έχοντας όμως εξ αρχής την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, όπως και πρόθεση καταδολίευσής του Παραπονούμενου, του απέσπασε συνολικά €6.000 σε μετρητά ως προκαταβολή για ετοιμασία δήθεν αρχιτεκτονικών σχεδίων και τοποθέτηση φωτοβολταϊκών συστημάτων, προφασιζόμενος ψευδώς ότι αυτά θα έπρεπε να αγοραστούν άμεσα, επειδή σε διαφορετική περίπτωση η ευκαιρία θα χανόταν. Αφού ο Κατηγορούμενος εισέπραξε από τον Παραπονούμενο το εν λόγω ποσό εξαφανίστηκε και έπαψε να ανταποκρίνεται στις κλήσεις του, τοποθετώντας τον τηλεφωνικό αριθμό του Παραπονούμενου στη λίστα φραγής κλήσεων. Αρχιτεκτονικά σχέδια ουδέποτε ετοιμάστηκαν και οι εργασίες ουδέποτε ξεκίνησαν. Όπως επίσης λέχθηκε ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, δεν ήταν εγγεγραμμένος ως εργολήπτης στο μητρώο του Συμβουλίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Έφορο Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, ο Κατηγορούμενος δεν είναι εγγεγραμμένος σε καμιά ενεργή εργοληπτική εταιρεία είτε ως Διευθυντής, Γραμματέας ή Μέτοχος. Ούτε και υπάρχουν εγγεγραμμένες στα μητρώα του εταιρείες ή εμπορικές επωνυμίες με τα ακόλουθα ονόματα, τα οποία ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε για να διαφημίζει τις υπηρεσίες του ή και που χρησιμοποιούσε για να εκδίδει προσφορές, τιμολόγια και αποδείξεις, ήτοι «ΑΤΗ. MOBILE HOUSE», «MOBILE DREAM HOUSES», «Ath Metallikes Kataskeves», «AMetalotexniki LTD». Η δε γυναίκα την οποία παρουσίαζε ως ασθενούσα «σύζυγό» του, δεν είναι στην πραγματικότητα σύζυγός του αλλά επρόκειτο για φίλη του, ιδιοκτήτρια διώροφης κατοικίας στην Λακατάμια, η οποία ζούσε μόνη της και κατά καιρούς τον φιλοξενούσε σ' ένα από τα τέσσερα δωμάτια της κατοικίας της. Ουδέποτε ωστόσο υπήρξαν μεταξύ τους ανδρόγυνο και ουδέποτε διατηρούσαν ερωτική σχέση. Πρόκειται για γυναίκα καρκινοπαθή από τον Φεβρουάριο του 2023, η οποία υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία. Η μόνη εμπλοκή του Κατηγορουμένου με το πρόβλημα υγείας της γυναίκας αυτής, ήταν ότι μία και μοναδική φορά (από τις πολλές), την μετέφερε για να υποβληθεί σε χημειοθεραπεία. Από οικονομική έρευνα που έγινε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στο όνομά του. Ο Κατηγορούμενος δεν αποζημίωσε, είτε εν όλω είτε εν μέρει, οιοδήποτε εκ των Παραπονουμένων.
  23. Προηγούμενες Καταδίκες Ο Κατηγορούμενος ως λέχθηκε, βαρύνεται με την προηγούμενη καταδίκη στην Ποινική Υπόθεση 2197/18 (Κακουργιοδικείου Πάφου), η οποία αφορά αδικήματα διαπραχθέντα κατά το 2016, και πιο συγκεκριμένα μια κατηγορία πλαστογραφίας, μια κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δύο κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δύο κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, μια κατηγορία κλοπής και μια κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπου του επιβλήθηκαν στις 17.10.18, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 6 ετών. Στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση 762/18 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία αφορούσε αδικήματα διαπραχθέντα μεταξύ 21.10.08 - 31.10.11 και πιο συγκεκριμένα πέντε κατηγορίες εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τέσσερις κατηγορίες πλαστογραφίας επιταγής, δύο κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, μια κατηγορία κλοπής και μια κατηγορία απάτης. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε στις 24.8.21 με προεδρική χάρη, με το υπόλοιπο της ποινής του (ήτοι 443 ημέρες) να έχει ανασταλεί υπό όρους, για περίοδο τριών ετών. Σύμφωνα με τους όρους που τέθηκαν δε, εάν πριν την πάροδο των τριών ετών διέπραττε νέο αδίκημα και καταδικαζόταν γι' αυτό σε ποινή φυλάκισης, τότε η ανασταλείσα ποινή θα ενεργοποιείτο αυτόματα και θα έπρεπε να εκτίσει και το υπόλοιπο της, μετά την έκτιση της ποινής για το νέο αδίκημα.
  24. Αγόρευση προς Μετριασμό Η συνήγορος του Κατηγορούμενου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν προς όφελος του η παραδοχή του στις κατηγορίες, ο πολυετής, ως εισηγήθηκε, πρότερος έντιμος βίος του καθώς και το ότι στα 62 του έτη, καταδικάστηκε μόνο άλλη μια φορά. Περαιτέρω ζήτησε όπως το Δικαστήριο συνεκτιμήσει και τις περιστάσεις διάπραξης και δη το κίνητρο του που έγκειτο στη δεινή οικονομική του κατάσταση καθώς και τη μερική συμμόρφωση του, εφόσον μέρος των εργασιών που ανέρχεται συνολικά σε ποσό €44.500 έχουν διενεργηθεί, σε συνάρτηση με την πρόθεση του να ολοκληρώσει τις εργασίες, την οποία έχει διαμορφώσει μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, με σκοπό να αποκαταστήσει τη βλάβη που προκάλεσε. Περιπλέον κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν και τις προσωπικές του περιστάσεις υιοθετώντας προς τούτο την Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και τονίζοντας αφενός τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα καθώς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και αφετέρου τις επιπτώσεις από την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στη μητέρα του, για την οποία ο ίδιος ήταν ο μόνος προστάτης. Περαιτέρω εισηγήθηκε πως υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης την οποία κάλεσε το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, όπως επίσης και το συνολικό χρόνο που τελεί υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος, καθώς και την ποινή που θα κληθεί να εκτίσει διαδοχικά προς οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης του επιβληθεί στην παρούσα. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλοντας συντρέχουσες και όχι διαδοχικές ποινές φυλάκισης, κάνοντας προς τούτο αναφορά σε σχετική νομολογία, ενώ με δεδομένο ότι θα υπάρξει ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής της υπόθεσης 2197/18 ανωτέρω, ζήτησε να ληφθεί υπόψη η αρχή για τη συνολικότητα της ποινής.
  25. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(α)(iii) του Ν.188(Ι)/2007, επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία 2, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη ή και με χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ενώ για το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 298 του Κεφ. 154, προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη. Η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129, όπου επισημάνθηκε πως η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από αυτόν σε κάθε έγκλημα, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προνοείται (από το οποίο ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής[1]), συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε εγκλήματος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής αλλά και να συνεκτιμήσει μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Όμως η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών προκύπτει και από την ίδια τη φύση τους, αφού πρόκειται για αδικήματα που ενέχουν έντονο το στοιχείο της απάτης. Αυτή ακριβώς η πτυχή αναδύεται και μέσα από τη σχετική νομολογία και προς τούτο παραπέμπουμε στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, η οποία μνημονεύθηκε και πιο πρόσφατα στην Στεφάνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 18/20, ημερ. 1.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B295. Εκεί ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων και κατηγορία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, όπου λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα στη σελ. 292: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Εν σχέσει δε με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αξιομνημόνευτα είναι τα νομολογηθέντα στην Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ.298/2018, ημερ.27.6.2019, η οποία επίσης μνημονεύθηκε στην Στεφάνου (ανωτέρω), όπου λέχθηκε πως: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδη (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» Μάλιστα στην Στεφάνου (ανωτέρω), ως προς το ύψος των ποινών στα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων, λέχθηκε με αναφορά στην Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ.25.11.2016, πως δεν υπάρχει καθιερωμένη νομική αρχή ότι είναι αντινομικό ή παράλογο να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από ότι στο γενεσιουργό αδίκημα και ότι μπορεί στην κατάλληλη περίπτωση ο καταδικασθείς για αδίκημα συγκάλυψης να λάβει και να ενδείκνυται να λάβει βαρύτερη ποινή από εκείνη για την οποία καταδικάστηκε για το γενεσιουργό αδίκημα, σημειώνοντας ότι το άρθρο 4 του Ν.188
(1)/2007, καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων όπως εμφαίνεται στις σχετικές παραγράφους του. Επιπρόσθετα η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών εμφαίνεται και από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία δυστυχώς τέτοιας φύσεως αδικήματα διαπράττονται, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται ξεκάθαρα και κατά κόρον από το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και για το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο το πώς πλέον συνάνθρωποι μας, χωρίς αναστολές και χρησιμοποιώντας απλά μέσα, εξαπατούν με ιδιαίτερη ευκολία άλλους αθώους και ανυποψίαστους συμπολίτες μας, οι οποίοι πολλές φορές μπορεί να συγκέντρωσαν με πολλή κόπο κάποια ποσά, για να τα διαθέσουν για ένα συγκεκριμένο σκοπό και τα οποία βλέπουν να εξανεμίζονται χωρίς προοπτική επανάκτησης τους. Η έξαρση λοιπόν που παρατηρείται στη διάπραξη των όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με την επιβολή αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή ως και η νομολογία υποδεικνύει (βλ. και Στεφάνου (ανωτέρω)). Στη Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/18, ημερ. 27.6.19, ο εφεσείων αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, κατηγορίες εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα του ποσού των €578.145, πλαστογραφίας επιταγής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Λήφθηκαν υπόψη ακόμη δύο παρόμοιας φύσης υποθέσεις. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε τις κατηγορίες και διέπραξε τα αδικήματα κάτω από την πίεση τοκογλύφων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 2 ετών για τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, 4 ετών για το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής και 6 ετών στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ποινές οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Davidescu κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 197/2018 κ.α., ημερομηνίας 8.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:D283, οι Εφεσείοντες ήσαν μέλη Διεθνούς κυκλώματος το οποίο δρούσε τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και η έκνομη συμπεριφορά τους συνίστατο στο ότι δημοσίευαν στο διαδίκτυο διάφορες αγγελίες πώλησης αγαθών ή ενοικίασης ακινήτων και όταν τα υποψήφια θύματα/πελάτες επικοινωνούσαν μαζί τους, τους καλούσαν να εμβάσουν τα χρήματα της συναλλαγής σε τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξαν σε διάφορες τράπεζες στην Κύπρο με πλαστά έγγραφα, από τους οποίους οι ίδιοι αφού κρατούσαν το δικό τους ποσοστό, διοχέτευαν το υπόλοιπο ποσό σε συνεργάτες στο εξωτερικό, χωρίς βεβαίως να παραδώσουν ποτέ τα συμφωνηθέντα αγαθά. Αντιμετώπισαν διάφορες κατηγορίες μεταξύ των οποίων και την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων για την οποία τους επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €160.000 και λήφθηκαν υπόψη και άλλοι πέντε ποινικοί φάκελοι που αφορούσαν άλλη εγκληματική δραστηριότητα, με την οποία απέσπασαν επιπρόσθετο ποσό €149.873,
  1. Στην Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2018, ημερομηνίας 11.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:B151, εφεσείουσα αντιμετώπιζε εννέα κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου και μια κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Της επιβλήθηκαν πρωτοδίκως κατόπιν ακρόασης συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 8 ετών η οποία επιβλήθηκε μεταξύ άλλων και στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, ύψους €1.975.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι η ποινή των 8 ετών δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική, παρά τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας και το λευκό της μητρώο, δεδομένου του μεγάλου ποσού που αυτή απεκόμισε από τις εγκληματικές της ενέργειες και των συνθηκών παράβασης εμπιστοσύνης που κάλυπταν την έκνομη συμπεριφορά της εφεσείουσας. Στην Στεφάνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 18/20, ημερ. 1.7.21, ECLI:CY:AD:2021:B295, η εφεσείουσα με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από οκτώ πρόσωπα ποσά που συμποσούνταν σε €101.
  3. Καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η εφεσείουσα βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη και πάλι για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης των εσόδων τους (στην οποία της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών) και στην υπόθεση λήφθηκαν υπόψη ακόμη τρεις υποθέσεις που αφορούσαν επίσης στη διάπραξη αδικημάτων απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ήταν μητέρα ενός ανηλίκου παιδιού που διέμενε με τον πατέρα του και επέστρεψε στα θύματα μικρό μέρος του ποσού που απέσπασε. Της επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και 3 ½ ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων οι οποίες επικυρώθηκαν από το Εφετείο, το οποίο τόνισε μεταξύ άλλων πως το εύρος της μεγαλύτερης ποινής που της επιβλήθηκε, στην κατηγορία της νομιμοποίησης, αντανακλούσε κατά τρόπο δίκαιο τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης και το ύψος του χρηματικού οφέλους που η εφεσείουσα απόλαυσε σε βάρος των θυμάτων της, που ουσιαστικά παρέμειναν χωρίς αποζημίωση και χωρίς προοπτική ανάκτησης των χρημάτων που απώλεσαν. Στην Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 161/2020, ημερ. 11.5.22, ECLI:CY:AD:2022:B182, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 4 ετών αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή διατάχθηκε να είναι διαδοχική με άλλη πενταετή ποινή φυλάκισης που εξέτιε ο κατηγορούμενος. Η περιουσία που αποσπάστηκε ανέρχετο στο ποσό των €1.090.500,
  4. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Διευκρινίζουμε βέβαια ότι η αναφορά στην ως άνω νομολογία γίνεται επειδή είναι ενδεικτική του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, χωρίς όμως να έχει το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Στρεφόμενοι τώρα στις συνθήκες τέλεσης των υπό κρίση αδικημάτων, οι οποίες συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Μιχαηλίδης ανωτέρω), σημειώνουμε τα εξής. Εν προκειμένω ό,τι αναδύεται έντονα από τα εκτεθέντα γεγονότα είναι αφενός η επιτηδειότητα με την οποία ο Κατηγορούμενος ενήργησε προσχεδιασμένα και κατ' επανάληψιν, για ένα διόλου αμελητέο χρονικό διάστημα και αφετέρου τα παντελώς ιδιοτελή και εγωιστικά κίνητρα του, τα οποία αποσκοπούσαν καθαρά στην πραγματοποίηση του έκνομου στόχου του, που δεν ήταν άλλος από την απόσπαση και ιδιοποίηση χρημάτων από ανυποψίαστους συμπολίτες του. Και λέγουμε τούτο διότι ο Κατηγορούμενος, ένα άτομο στην ώριμη ηλικία των 60 περίπου ετών (τότε), ενεργώντας όχι παρορμητικά αλλά κατά τρόπο καλά προσχεδιασμένο και μεθοδικό αναρτούσε σχετικές διαφημίσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή εν γένει στο διαδίκτυο με δελεαστικές (χαμηλές τιμές), πετυχαίνοντας έτσι να προσελκύσει τα θύματα του, στα οποία υποσχόταν ότι θα ανεγείρει για λογαριασμό τους λυόμενες κατοικίες/υποστατικά, ενώ πολύ καλά γνώριζε πως οι εταιρείες μέσω των οποίων δήθεν παρουσιαζόταν ότι ενεργούσε ήταν ανύπαρκτες και ο ίδιος ουδεμία άδεια είχε ως εργολήπτης. Και το σημαντικότερο καμμιά πρόθεση είχε να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα. Εξ ου και σε σχέση με τις κατηγορίες 7 και 11 δεν έγινε καμμιά εργασία ενώ οικειοποιήθηκε και τα χρήματα που απέσπασε από τους Παραπονούμενους της κατηγορίας 12 για τη δήθεν αγορά του τεμαχίου εντός του οποίου θα ανεγειρόταν η κατοικία. Παράλληλα δε εξαπάτησε και τους προμηθευτές του σκυροδέματος (βλ. κατηγορία 3), παριστάνοντας τους ψευδώς πως θα τους κατέβαλλε τα χρήματα για το σκυρόδεμα που αγόρασε από αυτούς και το οποίο χρησιμοποιούσε ουσιαστικά για να δείξει, δήθεν, στα θύματα του πως υπήρχε πρόοδος στις εργασίες και να καταφέρει έτσι να αποσπάσει εξ αυτούς περαιτέρω ποσά. Ακριβώς δε στο βαθμό που σε κάποιες περιπτώσεις εκπλήρωσε κάποιο μικρό μέρος των εργασιών, τονίζουμε πως τούτο δεν έγινε επειδή είχε πρόθεση να ολοκληρώσει τις εργασίες, εξ ου και η αναφορά αυτή ουδόλως επηρεάζει την απαιτούμενη για τη στοιχειοθέτηση των εν λόγω κατηγοριών πρόθεση. Και τούτο διότι ως ρητώς αναφέρθηκε στο πλαίσιο των γεγονότων, οι εν λόγω μερικές εργασίες έγιναν με μοναδικό σκοπό να παρασύρει τα θύματα του να πιστέψουν πως πράγματι προχωρούσαν οι εργασίες, έτσι ώστε να μπορέσει να τους απομυζήσει ακόμα περισσότερο και να εξασφαλίσει και άλλα εκ των χρημάτων, τα οποία οι ίδιοι σκόπευαν να διαθέσουν για να αναγείρουν κάποιο υποστατικό. Τέτοια ήταν η περίπτωση της κατηγορίας 1 όπου ο Κατηγορούμενος πήρε δήθεν συνεργείο για να καθαρίσει το μέρος και με πρόφαση ότι ακριβαίνουν τα υλικά ζήτησε επιπλέον ποσό ενώ φρόντιζε να αποστέλλει 1-2 φορές εβδομαδιαίως στο εργοτάξιο εργάτες έτσι ώστε να παραπλανεί τον Μ3, κάνοντάς τον να πιστεύει ότι οι εργασίες βρίσκονταν σε εξέλιξη και να του αποσπάσει εν τέλει το συνολικό ποσό των €128.500, διενεργώντας εργασίες η αξία των οποίων ανήρχετο σε μόλις €30.
  1. Ομοίως και σε σχέση με την κατηγορία 5 απέστειλε επιτόπου συνεργείο Σύριων εργατών οι οποίοι ετοίμασαν το καλούπι της πλάκας εδάφους (πέδιλου) του έργου, ενώ την επόμενη ημέρα, μπετονιέρα της εταιρείας ΝΕΒΙΣΟ, κατά παραγγελία του Κατηγορουμένου, παρέδωσε για τη γέμισή του 12m3 έτοιμου σκυροδέματος συνολικής αξίας €1.213,
  2. Οδηγώντας έτσι την Παραπονούμενη να πειστεί εξ αυτού αλλά και ένεκα προφάσεων του Κατηγορούμενου πως δήθεν ακρίβαιναν τα υλικά και να του καταβάλει το συνολικό ποσό των €12.000, με την αξία των εκτελεσθεισών εργασιών να ανέρχεται στο ποσό των €6.
  3. Κατά τον ίδιο τρόπο σε σχέση με την κατηγορία 9, ως μέρος του σχεδίου του να παραπλανήσει τον Παραπονούμενο και να τον πείσει να του δώσει τα χρήματα της προκαταβολής, προέβη σε κάποιες μετρήσεις, συνεπεία των οποίων ο Παραπονούμενος πράγματι πείστηκε και του κατέβαλε την πρώτη δόση των €5.000, ενώ στη συνέχεια υλοποιώντας το δεύτερο μέρος του σχεδίου του για καταδολίευση του, φρόντισε να έχει έτοιμο το καλούπι της πλάκας εδάφους (καλούπι πεδίλου), γεγονός το οποίο έκανε τον Παραπονούμενο να πειστεί ότι το έργο προχωρά με αποτέλεσμα να του καταβάλει άλλες €5.
  4. Ακολούθως και για να λάβει περισσότερα χρήματα τον παραπλάνησε λέγοντάς του ψευδώς ότι θα παρήγγελλε αλουμίνια, πόρτες και παράθυρα για το σπίτι, καταφέρνοντας εν τέλει να του αποσπάσει άλλες €3.500, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό που απέσπασε στις €15.100, με τις εκτελεσθείσες εργασίες να ανέρχονται μόλις στα €
  5. Κατά τον ίδιο τρόπο και σε σχέση με την κατηγορία 15, θέλοντας να αποσπάσει περισσότερα χρήματα από τα όσα προκαταβολικά και με τις αρχικές ψευδείς παραστάσεις κατάφερε να αποσπάσει, μεταξύ άλλων ξεφόρτωσε σίδερο στον χώρο όπου δήθεν θα κατασκεύαζε την κατοικία και ζήτησε από την Παραπονούμενη άλλες €6.000 για αγορά υλικών, τις οποίες η ίδια του κατέβαλε, ενώ ακολούθως η Παραπονούμενη βλέποντας συνεργείο που έστειλε ο Κατηγορούμενος επί τόπου (με σκοπό να την παραπλανήσει) και πιστεύοντας ότι το έργο ξεκίνησε, έδωσε στον Κατηγορούμενο άλλες €7.
  6. Το ίδιο επαναλήφθηκε και στις 03.01.24, ημέρα κατά την οποία η Παραπονούμενη του έδωσε έναντι απόδειξης άλλες €6.000, με το συνολικό ποσό που της απέσπασε να ανέρχεται στις €28.570 και τις εκτελεσθείσες εργασίες να έχουν εκτιμηθεί στις €7.
  7. Το μέγεθος της αναλγησίας του όμως φαίνεται και από τη συνέχεια, όπου όταν τα θύματα του δεν έβλεπαν την πρόοδο των εργασιών να ανταποκρίνεται στα χρήματα που πλήρωσαν, δεν δίσταζε να προβάλει διάφορες ψευδείς και ελεεινές δικαιολογίες, για να καταλήξει εν τέλει να μην απαντά στις κλήσεις τους, τοποθετώντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις και φραγή κλήσης στον αριθμό τους για να μην μπορούν καν να τον καλέσουν. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι πως για να καταφέρει να λάβει παρατάσεις από τους εξαπατηθέντες, έφτασε μέχρι του σημείου να επικαλεστεί και προβλήματα υγείας και δη ανίατη αρρώστια της δήθεν συζύγου του (βλ. κατηγορίες 5, 9 και 15) κάτι που επίσης δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Και τούτο αφού η ασθενούσα ήταν απλά μια φίλη του με την οποία καμμιά άλλη σχέση είχε, πέραν του ότι τον φιλοξενούσε για κάποιο διάστημα και η οποία ασθενεί μεν με καρκίνο από τον Φεβρουάριο του 2023, με τη διαφορά όμως ότι η μόνη εμπλοκή του ίδιου στην αρρώστια της ήταν πως ο ίδιος την μετέφερε για μια φορά (από τις πολλές), που χρειάστηκε να μεταβεί για χημειοθεραπεία. Περαιτέρω όμως τη σοβαρότητα της υπόθεσης εντείνει, αφενός το γεγονός ότι η εγκληματική του δράση διήρκεσε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήτοι από τον Ιούλιο του 2022 μέχρι και τις αρχές του 2024, και αφετέρου ο αριθμός των θυμάτων και το ύψος του ποσού που απέσπασε, αφού κατά τη διάρκεια του διαστήματος αυτού εξαπάτησε οκτώ διαφορετικά πρόσωπα αποσπώντας από αυτά το συνολικό ποσό των €244.601,23, με τις εκτελεσθείσες εργασίες να έχουν εκτιμηθεί στο συνολικό ποσό των €44.
  8. Το δε ύψος του ποσού όταν τούτο είναι σημαντικό, όπως είναι εν προκειμένω, λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας εν σχέσει με την κατηγορία 2 (βλ. άρθρο 4
(4)(γ) του Ν. 188(Ι)/07) και έτσι προσμετρούμε υπό τις περιστάσεις το ύψος του ποσού των €98.500 που αφορά η δεύτερη κατηγορία. Εν ολίγοις δηλαδή η απαξία της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, έγκειται ακριβώς στο επαναλαμβανόμενο των αξιόποινων πράξεων του σε ένα εκτενές χρονικό διάστημα, μέσω ενός απατηλού modus operandi καθώς και στον αριθμό των προσώπων που εμπιστεύτηκαν σε αυτόν τα χρήματα τους και τους οποίους εξαπάτησε, οικειοποιούμενος και στερώντας από αυτούς μεγάλα χρηματικά ποσά, κανένα μέρος των οποίων δεν έχει επιστραφεί μέχρι και σήμερα, ενώ οι εργασίες που εκτελέστηκαν ανταποκρίνονται μόνο σε ένα πολύ μικρό μέρος του συνόλου των χρημάτων που αποσπάστηκαν. Ως προς το κίνητρο του Κατηγορούμενου που ήταν σύμφωνα με τη συνήγορο του η δεινή του οικονομική κατάσταση, σημειώνουμε ότι παρά την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δύσκολες οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου εντούτοις, αυτές δεν δικαιολογούν την καταφυγή στην ως άνω αξιοκατάκριτη συμπεριφορά. Είναι εξάλλου καλά νομολογημένο πως «κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα ..» (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154). Όπως δε λέχθηκε στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο.». Ο λόγος για την πιο πάνω προσέγγιση είναι βεβαίως πρόδηλος αφού ως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μακρή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 33/12, ημερ. 15.1.13, «. αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Εν προκειμένω παρά το ότι του πιστώνεται ως ελαφρυντικό η συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία έδρασε, ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης του, αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να υποβιβάσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση. Η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης εντείνεται όμως ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι στην παρούσα λαμβάνεται υπόψιν και άλλη μια υπόθεση. Ως έχει δε λεχθεί στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και αδικήματα άλλων υποθέσεων μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση που λαμβάνεται υπόψιν αφορά και πάλιν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις από ένα διαφορετικό Παραπονούμενο, τα δε γεγονότα της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψιν προσομοιάζουν με τα γεγονότα των κατηγοριών της κύριας υπόθεσης, αναδεικνύοντας έτσι μια σαφέστατη ροπή από πλευράς Κατηγορούμενου προς αδικήματα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Υπό αυτές τις περιστάσεις και έχοντας κατά νου το σύνολο των γεγονότων τόσο της κύριας υπόθεσης όσο και αυτής που λαμβάνεται υπόψιν δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ανήγαγε σε επάγγελμα τη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσεως, αφού συστηματικά και με παρόμοιο modus operandi επιτύγχανε να οικειοποιείται περιουσία τρίτων ανυποψίαστων προσώπων εξαπατώντας τους με ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες φρόντιζε να καθιστά με τις επιμέρους ενέργειες του αληθοφανείς και πειστικές. Εν ολίγοις δηλαδή η συχνότητα διάπραξης εκ μέρους του Κατηγορούμενου αδικημάτων απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (σε μια περίοδο από το 2022 μέχρι τις αρχές του 2024) με τη συνολική αξία της περιουσίας που αποκόμισε, να ξεπερνά τις €200.000, σίγουρα καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη, αλλά δυστυχώς για επαναλαμβανόμενη σοβαρής μορφής εγκληματική συμπεριφορά η οποία καταλαμβάνει ευρεία έκταση από απόψεως χρόνου. Η πιο πάνω κατάληξη μας περί της επικίνδυνης ροπής του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται και από το μητρώο του. Βέβαια ξεκαθαρίζουμε πως η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου (στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκε υπόψιν άλλη μια υπόθεση), δεν λαμβάνεται υπόψιν για να τιμωρηθεί εκ νέου ο Κατηγορούμενος για αδικήματα, στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι στην ουσία, μειώνει, ανάλογα με την περίπτωση, την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό γιατί αποτελεί ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνεται ότι η προηγούμενη του καταδίκη, συμπεριλαμβανομένης και της υπόθεσης που λήφθηκε υπόψιν, αφορούν μεταξύ άλλων αδικήματα ίδιας φύσεως με αυτά της παρούσας διαδικασίας επιβεβαιώνοντας έτσι, ως έχουμε ήδη πει, την πολύ επικίνδυνη ροπή του Κατηγορούμενου προς τη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων και εν γένει προς αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, ενώ παράλληλα καταδεικνύει ότι παρά την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης, σημαντικής μάλιστα έκτασης (έξι ετών) και παρά το χρόνο που είχε ο Κατηγορούμενος στις φυλακές για να αναλογιστεί τις πράξεις του και να αναμορφώσει τη συμπεριφορά του, εντούτοις πολύ σύντομα μετά επιδόθηκε και πάλιν στην ίδια συμπεριφορά. Φαίνεται λοιπόν ότι παρά την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης σοβαρής έκτασης, η τάση του για διάπραξη αδικημάτων, της ίδιας μάλιστα φύσεως, δεν έχει αποτραπεί. Περαιτέρω η προαναφερόμενη συστηματική προσφυγή του στο έγκλημα δείχνει δυστυχώς ότι η στάση του στην τήρηση των Νόμων είναι περιφρονητική και ότι οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί στο παρελθόν δυστυχώς δεν έχουν πετύχει τον σκοπό της αποτροπής του. Υπό το φως των πιο πάνω πράγματι η προηγούμενη καταδίκη στην προκειμένη περίπτωση μειώνει ουσιωδώς την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Χωρίς ωστόσο η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[2] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[3] Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνουμε υπόψιν κατ' αρχάς προς όφελος του, την εν μέρει συνεργασία του με την Αστυνομία και δη το γεγονός ότι ανακρινόμενος παραδέχτηκε ότι συνεβλήθη με τους Παραπονούμενους, χωρίς να διαφεύγει βεβαίως ότι δεν αποδέχτηκε ότι τους είχε καταδολιεύσει. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψιν την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε σε πολύ αρχικό στάδιο και πάντως πριν την έναρξη οποιασδήποτε ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης λαμβάνουμε υπόψιν την απολογία του ως εκφράστηκε μέσω της συνηγόρου του. Τα πιο πάνω θεωρούμε ενδεικτικά και της μεταμέλειας του η οποία εμφαίνεται και από την πρόθεση του Κατηγορούμενου να προβεί στις εργασίες όταν θα αποφυλακιστεί και θα έχει στη διάθεση του χρήματα, σημειώνοντας όμως παράλληλα ότι αφ' ης στιγμής η πρόθεση αποζημίωσης ή αποκατάσταση της ζημιάς δεν μετουσιώθηκε σε πράξη, αλλά αντίθετα ανάγεται σε ένα αβέβαιο μελλοντικό χρονικό σημείο, σε αυτήν δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Βακανά (ανωτέρω)). Σε ότι αφορά τις περιστάσεις διάπραξης έχει ήδη γίνει αναφορά στο κίνητρο του που διασυνδεόταν με την οικονομική δυσχέρεια που αντιμετωπίζει, το οποίο όμως έχουμε επεξηγήσει πως δεν μπορεί επ' ουδενί να δικαιολογήσει την προσφυγή στην εγκληματική συμπεριφορά που επέδειξε. Ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως υποστηρίζει με γνώμονα τα δικά του οικονομικά προβλήματα, χωρίς ωστόσο να πράξει το ίδιο και για τους συμπολίτες του, οι οποίοι έχασαν, χωρίς υπαιτιότητα δική τους, τα χρήματα και τις οικονομίες τους. Σε ότι δε αφορά τις εκτελεσθείσες εργασίες, σημειώνουμε πως το γεγονός πως, όντως ένα μικρό μέρος εργασιών διενεργήθηκε δεν αμφισβητείται, όμως στην πραγματικότητα πολύ περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να δοθεί σε αυτό το στοιχείο, αφού ως λέχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και προκύπτει άλλωστε και από τα ίδια τα γεγονότα, η διενέργεια των εν λόγω εργασιών εντάσσεται στο όλο modus operandi του Κατηγορούμενου ο οποίος φρόντιζε να δείξει σε κάποιες περιπτώσεις κάποια φαινομενική πρόοδο, μόνο και μόνο όμως, για να δημιουργήσει την προοπτική εξασφάλισης περαιτέρω χρημάτων. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως αναφέρονται στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψιν πως πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 62 ετών, του οποίου ο πατέρας απεβίωσε ενώ η μητέρα του διαμένει σε Στέγη Ηλικιωμένων λόγω άνοιας και συντηρείται από τον Κατηγορούμενο. Έχει επίσης μια αδελφή ηλικίας 57 ετών, η οποία είναι οικοκυρά ενώ ο αδελφός του απεβίωσε σε ηλικία 16 ετών από όγκο στον εγκέφαλο. Είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, ήτοι ενός υιού από τον πρώτο του γάμο, ηλικίας σήμερα 43 ετών με τον οποίο δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία, ενώ από τον δεύτερο του γάμο απέκτησε τρία παιδιά ηλικιών 37, 33 και 32 με τα οποία επικοινωνεί σπάνια. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψιν ότι ο ίδιος μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή στον κλάδο των οικοδομικών εργαζόταν ως οδηγός ταξί και στη συνέχεια ως οικοδόμος με τον πατέρα του μέχρι το θάνατο του τελευταίου. Στη συνέχεια αναλάμβανε υπεργολαβίες ενώ ακολούθως εξέτισε ποινή φυλάκισης από τις 17.10.2018 μέχρι και τις 24.8.2021. Έχει χρέη ύψους €25.000 προς τις κοινωνικές ασφαλίσεις και €20.000 σε φίλους για κάλυψη βασικών αναγκών. Συναφώς λαμβάνουμε υπόψιν τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία ευρίσκεται καθώς και το γεγονός πως δεν έχει δική του οικία ούτε οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία, αφού το μόνο ποσό που έχει στη διάθεση του ανέρχεται στα €20,85 ενώ έχει και έξι λογαριασμούς δανείων σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα τους οποίους αδυνατεί να αποπληρώσει αφού αφενός έχει απωλέσει την εργασία του ενώ δεν λαμβάνει ούτε κάποιο επίδομα από τη Δημοκρατία. Περιπλέον υπόψιν μας είναι ότι αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας και δη παχυσαρκία, διαβήτη λόγω του οποίου έχει μειωμένη όραση, χρόνιους πόνους στο σώμα, αρθριτικά καθώς και πρόβλημα με τα γόνατα του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να περπατήσει και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο. Λαμβάνουμε υπόψιν όλα τα πιο πάνω συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του Κατηγορούμενου, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση του αυτή καθαυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144) ή ότι η όποια αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν θα μπορεί να του παρασχεθεί σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή, όπου εξάλλου κρατείται από 1.3.24. Ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση από τη δικηγόρο του. Εν πάση περιπτώσει από τη νομολογία προκύπτει ότι ακόμη και σοβαρά καρδιακά προβλήματα δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landau v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Στη Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, ενώ στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης, έτσι η έφεση του απορρίφθηκε. Στην El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Αλλά και στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο διαβητικό, ινσουλινοεξαρτώμενο, που έπασχε από βαριάς μορφής στεφανιαία νόσο. Στρεφόμαστε τώρα στην εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, με την οποία ζήτησε όπως, οι επιπτώσεις που είχε η διάπραξη των αδικημάτων και η συνεπακόλουθη κράτηση του, στην εργασία του και στη μητέρα του, ληφθούν υπόψιν ως μια "εξωδικαστηριακή τιμωρία" και κατ' επέκτασιν ως ένας επιπρόσθετος ελαφρυντικός παράγοντας. Συγκεκριμένα υπέδειξε ότι μετά που ο Κατηγορούμενος συνελήφθη και τελεί υπό κράτηση δεν δύναται να εργαστεί με αποτέλεσμα να μην έχει εργασία και να αδυνατεί να αποπληρώσει τους δανειστές του ενώ η μητέρα του έχει απωλέσει τον μοναδικό προστάτη της. Επί τούτου επισημαίνουμε ότι ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντας επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Εν προκειμένω, σημειώνουμε πως τα όσα αναφέρθηκαν περί εξωδικαστικής τιμωρίας στη βάση της απώλειας της εργασίας του και του ότι μητέρα του απώλεσε τον προστάτη της ένεκα της κράτησης του, δεν θεωρούμε πως εμπίπτουν στην έννοια της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως αυτή ανωτέρω επεξηγήθηκε. Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί προς περαιτέρω επίρρωση της ως άνω κατάληξης μας, είναι πως στην Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, είχε προβληθεί ανάλογη εισήγηση περί εξωδικαστηριακής τιμωρίας, γιατί με τον εγκλεισμό του κατηγορούμενου έκλεισε και η επιχείρηση νυχτερινού κέντρου που διατηρούσε, εισήγηση η οποία όμως απερρίφθη αφού ως λέχθηκε, τα όσα η υπεράσπιση επικαλέστηκε δεν θα μπορούσαν να είχαν ουσιαστική σημασία έχοντας υπόψη τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία σχετίζονταν με την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογίαν και εδώ. Οι δε υποθέσεις Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, 247-8 και Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, 582, στις οποίες γίνεται αναφορά στην Ευαγγέλου (ανωτέρω) όπως και στην εν λόγω υπόθεση (Ευαγγέλου), έτσι και εδώ, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Παρά δε το γεγονός πως τα πιο πάνω δεν συνιστούν εξωδικαστηριακή τιμωρία, εντούτοις λαμβάνουμε υπόψη τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στον ίδιο αλλά και στη μητέρα του, για την οποία ο ίδιος είναι ο μόνος προστάτης αφού αυτός κατέβαλλε και το μίσθωμα για την παραμονή της στο κέντρο όπου διαμένει, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, σημειώνοντας όμως πως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης σημειώνουμε τα εξής. Τα αδικήματα της κύριας υπόθεσης διαπράχθηκαν μεταξύ των μηνών Ιουλίου του 2022 και του Ιανουαρίου του 2024 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε για σκοπούς παραπομπής την 1.3.
  1. Πιο συγκεκριμένα: · Το αδίκημα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας διαπράχθηκε μεταξύ Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου
  2. · Τα αδικήματα της τρίτης και πέμπτης κατηγορίας μεταξύ Οκτωβρίου 2023 και Νοεμβρίου
  3. · Το αδίκημα της έβδομης κατηγορίας μεταξύ των μηνών Ιουλίου 2022 και Οκτωβρίου
  4. · Το αδίκημα της ένατης κατηγορίας μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου 2023 και Ιουνίου του
  5. · Τα αδικήματα των κατηγοριών 11,12 και 15 μεταξύ των μηνών Δεκεμβρίου 2023 και Ιανουαρίου
  6. Στη βάση των ανωτέρω το πρώτο που θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί είναι πως δεν εντοπίζεται καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 11, 12 και 15, αφού θεωρούμε απόλυτα εύλογη την καταχώρηση της υπόθεσης τρεις περίπου μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Ως προς τις λοιπές κατηγορίες, ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής πως πράγματι μεσολαβεί κάποιος χρόνος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, όμως υπέδειξε πως η καθυστέρηση αυτή οφείλεται κυρίως στο χρόνο υποβολής της καταγγελίας, ο οποίος με τη σειρά του οφείλεται, κυρίως, στις επανειλημμένες δικαιολογίες του Κατηγορούμενου προς τους Παραπονούμενους ότι θα προχωρούσε με τις εργασίες, για τη μη πρόοδο των οποίων εξεύρισκε διάφορες δικαιολογίες τις οποίες καλόπιστα οι Παραπονούμενοι αποδέχονταν παραχωρώντας του πίστωση χρόνου, μέχρι να αντιληφθούν πως είχαν στην πραγματικότητα εξαπατηθεί. Και πράγματι η θέση αυτή μας βρίσκει σύμφωνους. Αφού τέτοια ήταν η περίπτωση για την κατηγορία 1 όπου εν τέλει ο Παραπονούμενος διαπίστωσε πως έπεσε θύμα απάτης και υπέβαλε την καταγγελία 13.2.24, ενώ τα ίδια ισχύουν κατά ανάλογο τρόπο και για την κατηγορία 5, χωρίς δηλαδή να εντοπίζεται καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Ιδιαίτερα δε για την κατηγορία 7 που αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2022 σημειώνουμε πως σύμφωνα με τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος προέτασσε διάφορες δικαιολογίες για τη μη έναρξη των εργασιών, όπως για παράδειγμα ότι σημειωνόταν καθυστέρηση στην άφιξη των υλικών οικοδομής, ενώ από κάποιο χρονικό σημείο και μετά έπαψε να απαντά στα τηλεφωνήματα της Παραπονούμενης, για να καταλήξει η τελευταία να υποβάλει την καταγγελία στις 18.2.24 ενώ ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Ομοίως και για την κατηγορία 3 όπου η καταγγελία υπεβλήθη 19.2.24, ένεκα επίκλησης από τον Κατηγορούμενο προβλημάτων υγείας του ιδίου και της συζύγου του. Η δε καταγγελία στην κατηγορία 9 υποβλήθηκε 25.2.24 αφού και εδώ ο Κατηγορούμενος μέχρι τον Ιούνιο 2023 με ψευδείς παραστάσεις αποσπούσε χρήματα από τον Παραπονούμενο ενώ στη συνέχεια επικαλείτο προβλήματα υγείας του ιδίου και της συζύγου του ενώ από κάποιο σημείο και μετά έπαψε να απαντά στα τηλεφωνήματα του Παραπονούμενου. Επομένως και υπό το φως των ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί πως υπό τις περιστάσεις εντοπίζεται καθυστέρηση είτε στην υποβολή του παραπόνου είτε στην μετέπειτα καταχώρηση της κύριας υπόθεσης, η οποία ένεκα και του αριθμού των υποθέσεων που συμπεριλαμβάνει ενέχει εγγενώς μια πολυπλοκότητα. Από της καταχωρήσεως δε της υπόθεσης μέχρι και την αποπεράτωση της και πάλιν δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε καθυστέρηση που να μπορεί να αποδοθεί στην κατηγορούσα αρχή ή στο Δικαστήριο. Επί τούτου σημειώνουμε πως ο Κατηγορούμενος αφότου παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 29.3.24, διόρισε δικηγόρο και ζήτησε χρόνο για απάντηση και εξέταση του αιτήματος νομικής αρωγής που υπέβαλε, με αποτέλεσμα να ορισθεί η υπόθεση στις 10.4.24, οπόταν και αναβλήθηκε λόγω μη ετοιμασίας της έκθεσης. Επαναορίστηκε όμως σε πολύ σύντομο χρόνο, ήτοι στις 17.4.24, οπόταν εγκρίθηκε το αίτημα νομικής αρωγής και ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για απάντηση, οπόταν ορίστηκε στις 14.5.24, ημερομηνία κατά την οποία η συνήγορος του παρέλειψε να εμφανιστεί και ο Κατηγορούμενος, μη εκπροσωπούμενος από οποιοδήποτε δικηγόρο, ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες στην παρουσία της δικηγόρου του. Αίτημα το οποίο εγκρίθηκε με γνώμονα τη διαφύλαξη των συμφερόντων του ιδίου, με αποτέλεσμα να οριστεί η υπόθεση εκ νέου για απάντηση στις 27.6.24 όπου και πάλιν η συνήγορος του παρέλειψε να εμφανιστεί, οπόταν επέλεξε να απαντήσει χωρίς τη συνήγορο του δηλώνοντας μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 7.10.
  7. Αξιοσημείωτο όμως εδώ είναι το γεγονός πως και η ως άνω ημερομηνία καθορίστηκε κατόπιν αιτήματος του Κατηγορούμενου, ο οποίος δήλωσε πως είχε προβλήματα υγείας και πως θα ολοκλήρωνε κάποιες θεραπείες του περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου, οπόταν και ζήτησε να οριστεί η υπόθεση σε ανάλογο χρόνο, αίτημα το οποίο και πάλιν ικανοποιήθηκε. Στις 7.10.24 η συνήγορος του ανέφερε ότι την προηγούμενη ημέρα είχε αποστείλει αίτημα στον Γενικόν Εισαγγελέα για αναστολή κάποιων κατηγοριών και ενόψει του ότι ανέμενε την εξέταση του αιτήματος της ζήτησε όπως αναβληθεί η ακρόαση, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε, παρότι επισημάνθηκε πως δεδομένου του μεσολαβήσαντος χρόνου από την τελευταία δικάσιμο, το αίτημα προς τον Γενικό Εισαγγελέα είχε υποβληθεί με ιδιαίτερη αργοπορία. Στη δε προοπτική να αρχίσει η ακρόαση με κάποιους μάρτυρες και να εξεταστεί το αίτημα στην πορεία, η συνήγορος του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι αδυνατούσε ένεκα άλλης υποχρέωσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, οπόταν και η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου και ορίστηκε στις 18.10.24, οπόταν ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή σε κάποιες κατηγορίες και επαναορίστηκε για να ληφθούν οδηγίες ως προς τις εναπομείνασες, οι οποίες εν τέλει αναστάλθηκαν κατά την 1.11.24 και ζητήθηκε χρόνος από την υπεράσπιση για να τεθεί ενώπιον μας και η υπόθεση που εν τέλει λαμβάνεται υπόψιν. Ο ίδιος ήταν ο λόγος της αναβολής και κατά την επόμενη δικάσιμο 18.11.24 ενώ κατά την 3.12.24 εκτέθηκαν τα γεγονότα και αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής η συνήγορος του. Επομένως όσον αφορά τον χρόνο που παρήλθε από της καταχωρήσεως και μετά, είναι προφανές πως την όποια καθυστέρηση στην αποπεράτωση της παρούσας προκάλεσαν ουσιαστικά τα αλλεπάλληλα αιτήματα της υπεράσπισης. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης μας σημειώνουμε πως αναμφίβολα, η νομολογία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό παράγοντα την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, αφού η χρονική αυτή διάσταση μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και τον αναμορφωτικό της ρόλο, ενώ οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου στο διαρρεύσαν διάστημα μπορεί να αλλάξουν ριζικά.[4] Στην προκειμένη περίπτωση το αντικειμενικό γεγονός της παρέλευσης δύομιση περίπου ετών από τη διάπραξη του πιο παλαιού αδικήματος (βλ. κατηγορία 7) και αντίστοιχα μικρότερου χρόνου από τις λοιπές κατηγορίες, πολύ περιορισμένη βαρύτητα έχει, αφού ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι ο Κατηγορούμενος συνέχισε στο ίδιο διάστημα να παρανομεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οι δε προσωπικές του περιστάσεις δεν φαίνεται να έχουν διαφοροποιηθεί και μάλιστα κατά τρόπο ιδιαίτερο στο διάστημα αυτό. Επομένως δεν θεωρούμε πως η πάροδος του χρόνου ως αντικειμενικό γεγονός μπορεί στην προκειμένη να έχει ιδιαίτερη σημασία. Εν πάση περιπτώσει ό,τι άλλο οφείλουμε πάντως να σημειώσουμε είναι πως σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη καθυστέρησης δεν είναι πάντα αρκετή για να οδηγήσει στην επιβολή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής. Έτσι επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης στις υποθέσεις, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22 (καθυστέρηση 4 ετών - η παραδοχή ήταν άμεση), Διεθνές Κέντρο Υγείας Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβελλά, Ποιν. Εφ. 288 και 289/19, ημερ. 12.3.19 (καθυστέρηση 7 και πλέον ετών, με ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου), Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 8/21, ημερ. 3.6.21 (καθυστέρηση 14 ετών: το αδίκημα διαπράχθηκε το 2007, διαπιστώθηκε το 2014, η δίωξη καταχωρήθηκε το 2016 και η ποινή επιβλήθηκε το 2021), και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/20, ημερ. 28.6.21, ECLI:CY:AD:2021:B284 (καθυστέρηση 12 ετών με μεγάλη καθυστέρηση (4 έτη) κατά τη διερεύνηση). Εν προκειμένω θεωρούμε πως ακόμα και αν ήθελε διαφανεί πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν, αυτή δεν θα ήταν αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Πέραν των λοιπών μετριαστικών που καταγράψαμε ανωτέρω, συνυπολογίζουμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Περιπλέον και προτού καταλήξουμε στις αρμόζουσες ποινές, σημειώνουμε πως έχουμε συνεκτιμήσει και την έκταση της ποινής, ήτοι 443 ημερών φυλάκισης που θα ενεργοποιηθεί από την προηγουμένως ανασταλείσα ποινή στην Υπόθεση αρ. 2197/18 του Κακουργιοδικείου Πάφου, δυνάμει απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ' ενάσκηση συνταγματικού του δικαιώματος. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψιν ότι σε περίπτωση επιβολής φυλάκισης για τα υπό κρίση αδικήματα, τότε αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, την οποία ο Κατηγορούμενος υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για τα νέα αδικήματα ποινή και σε όλη την έκταση του υπολοίπου της ποινής που είχε απομείνει κατά την αναστολή της. Το μόνο στοιχείο που μπορεί και θα πρέπει να λάβει υπόψιν του το Δικαστήριο είναι τις σωρευτικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από το συνδυασμό των δύο ποινών (βλ. Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.356, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, Παναγιώτης Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση αρ. 196/18 ημερομηνίας 4/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B132 και Ηρακλέους v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 175/18, ημερ.15.5.19), ECLI:CY:AD:2019:B185. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται δε ότι η εξατομίκευση, η οποία ως είναι καλά νομολογημένο έχει πάντα τη θέση της, ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις όπου απαιτούνται αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/28, ημερ. 11.1.19). Καταλήγουμε συνεπώς ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στις κατηγορίες 3, 5, 7, 9, 11, 12 και 15 ποινή φυλάκισης 3 ετών σε έκαστη κατηγορία. Ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης όπως τυχόν ποινές φυλάκισης που θα επιβληθούν, διαταχθεί να είναι συντρέχουσες μεταξύ τους και όχι διαδοχικές. Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς τις συντρέχουσες ή τις διαδοχικές ποινές είναι γνωστές και πολλάκις νομολογημένες. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Manga Ekole v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 108/21, ημερ. 15.2.22, ECLI:CY:AD:2022:B62 βασική αρχή αποτελεί ότι δεν ενδείκνυται να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που είναι όμοια ή που σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας συμπεριφοράς[5]. Λέχθηκε επίσης με αναφορά στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26.6.2019, πως: «Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.).» Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο, ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα τους και οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά, υπό την αίρεση, ωστόσο, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα καταντούσε υπερβολική με βάση την αρχή της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα και της συνολικότητας της ποινής η οποία έχει ως επίκεντρο την αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Στην υπόθεση Ekole (ανωτέρω) που αφορούσε διάφορα περιστατικά διαρρήξεων και κλοπών που διαπράχθηκαν σε διαφορετικό χρόνο, με διαφορετικά παραπονούμενα πρόσωπα, επισημάνθηκε πως ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αν θα διατάξει όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν, είναι η ομοιότητα των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξης τους. Κρίθηκε δε πως στην εν λόγω περίπτωση τα αδικήματα και των 10 κατηγοριών που παραδέχτηκε ο Εφεσείων αφορούσαν σε αδικήματα του ιδίου ή παρόμοιου χαρακτήρα με παρόμοιο, δηλαδή, είδος αξιόποινης συμπεριφοράς από πλευράς του Εφεσείοντα και υφίστατο κάποιος συσχετισμός τους από πλευράς χρόνου και περιστάσεων. Μπορεί, ως υπογράμμισε το Ανώτατο Δικαστήριο, τα επίδικα αδικήματα να μην αφορούσαν την κλασσική περίπτωση του ενός περιστατικού, στην οποία πρέπει να επιβάλλονται συντρέχουσες ποινές, όμως αυτά δεν ήταν, όπως ήδη σημειώσαμε ανωτέρω, ασύνδετα από άλλες απόψεις ώστε να μην μπορούν, τελικώς, να ενταχθούν σε ένα σύνολο συνδεόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς του Εφεσείοντα, ο οποίος σε ένα μικρό χρονικό πλαίσιο, μεταξύ τέλος Απριλίου και αρχές Ιουλίου, επιδόθηκε στη διάπραξη διαρρήξεων και κλοπών με κίνητρο την εξασφάλιση χρημάτων. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα κρίθηκε πως η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη περίπτωση για επιβολή διαδοχικών ποινών και ότι, ως θέμα ορθής προσέγγισης, οι ποινές έπρεπε να συντρέχουν. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και του Ποινικού Εφετείου στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζήνωνος, Ποιν. Εφ. 223/24, ημερ. 29.11.24, στην οποία μνημονεύθηκε και η Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 54/2019, ημερ.19.5.22, ECLI:CY:AD:2022:D195, από τις προκύπτει πως δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να διέπει κατά πόσο οι ποινές πρέπει να δομούνται (structured) ως συντρέχουσες ή διαδοχικές, με την πρωταρχική αρχή να είναι ότι η συνολική ποινή πρέπει να είναι δίκαια και αναλογική. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και λαμβάνοντας υπόψιν αφενός το γεγονός πως τα επίδικα αδικήματα εντάσσονταν σε ένα σύνολο συνδεόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς ασχέτως αν στρέφονταν εναντίον διαφορετικών παραπονουμένων και αφετέρου το ύψος των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα αλλά και την ποινή που θα κληθεί να εκτίσει διαδοχικά προς αυτές (για τον λόγο που προαναφέρθηκε), καταλήγουμε πως η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για επιβολή διαδοχικών ποινών και ότι, ως θέμα ορθής προσέγγισης, οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα θα πρέπει να συντρέχουν μεταξύ τους και εκδίδουμε προς τούτο ανάλογη διαταγή. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η ποινή να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση ήτοι από 1.3.24. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632. [2] Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21. [3] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [4] Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης βλ., μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, 265, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285, και ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 84/15, ημερ. 3.2.16. [5] Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Κερκής ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433 και Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, ημερ. 20/12/2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.