← Κύπρος

Δημοκρατία ν. I.I., Αρ. Υπόθεσης: 3649/24, 19/12/2024

Δημοκρατία ν. I.I., Αρ. Υπόθεσης: 3649/24, 19/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3649/24 Δημοκρατία ν. I.I. Κατηγορουμένου 19 Δεκεμβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Η. Ζησίμου, για Γενικόν Εισαγγελέα (για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Α. Δημοσθένους) Για τον Κατηγορούμενο: κα Δ. Ζησιμοπούλου (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Α. Πασή) Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε τρεις κατηγορίες ως ακολούθως: · Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 4

(1)και 4
(2)(ι) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(I)/2000 (κατηγορία 1). · Κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 4
(1)και 4
(2)(ιβ) του Ν. 119(Ι)/2000 (κατηγορία 2). · Απειλή, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Περαιτέρω κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και συγκατάθεσης της Κατηγορούσας αρχής, στην παρούσα λαμβάνεται υπόψη και η Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 2740/23 του Ε. Δ. Αμμοχώστου, η οποία αφορά έξι αδικήματα, κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 και συγκεκριμένα τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β (κατηγορίες 1 και 3), της κατοχής σκευών για λήψη ναρκωτικών (κατηγορία 2), της προμήθειας ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β από άλλο πρόσωπο (κατηγορίες 4 και 8) καθώς και της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (κατηγορία 5). Α. Γεγονότα Τα γεγονότα τόσο της κύριας υπόθεσης όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη, εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και έχουν ως ακολούθως. Κύρια Υπόθεση (3649/23) Στις 15.09.2024, ο Παραπονούμενος (ηλικίας 48 ετών), ο οποίος κατάγεται από τη Βουλγαρία και διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο με τον Κατηγορούμενο ο οποίος είναι γιος του (ηλικίας 20 ετών), είχε πάει θάλασσα για να κολυμπήσει και επέστρεψε πίσω στο διαμέρισμα στις 17:
  1. Στο διαμέρισμα βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος και κάθισαν να δειπνήσουν μαζί. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, είχαν συζητήσει σχετικά με κάποια μαθήματα ναυαγοσωστικής που θα παρακολουθούσε ο Κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα το πρωί, με σκοπό να εξεύρει εργασία, εφόσον μόλις είχε αποφυλακιστεί τον προηγούμενο μήνα. Όταν τελείωσαν το φαγητό, ο Παραπονούμενος κάθισε στον καναπέ που βρίσκεται στο καθιστικό του διαμερίσματος, που είναι ενιαίος χώρος με την κουζίνα και έβλεπε τηλεόραση, ενώ ο Κατηγορούμενος μπαινόβγαινε στο διαμέρισμα. Σε κάποια στιγμή, γύρω στις 18:30, ο Κατηγορούμενος και ο Παραπονούμενος διαπληκτίστηκαν λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος δεν εργαζόταν, με τον τελευταίο να εκνευρίζεται από τη συζήτηση. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος βγήκε έξω από το διαμέρισμα το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο, κατέβηκε κάτω, πήγε στο απέναντι χωράφι, έπιασε μια μεγάλη πέτρα και επέστρεψε πίσω στο διαμέρισμα. Ακολούθως, ενώ ο Παραπονούμενος καθόταν στον καναπέ και έβλεπε τηλεόραση αμέριμνος, ο Κατηγορούμενος με τη χρήση της εν λόγω πέτρας τον κτύπησε στο πρόσωπο με δύναμη, κραυγάζοντας. Ο Παραπονούμενος κατόπιν του κτυπήματος που δέχθηκε, ένιωσε πόνο και άρχισε να βλέπει παντού αίματα, ενώ είδε μια μεγάλη πέτρα να πέφτει κάτω στο πάτωμα κοντά του (κατηγορία 1). Ο Κατηγορούμενος ακολούθως, ξεκίνησε να τρέχει μακριά από τον Παραπονούμενο και ο τελευταίος μόλις τον είδε να απομακρύνεται τον ρώτησε «Τι έκανες;». Ο Κατηγορούμενος δεν του απάντησε και βγήκε έξω από το διαμέρισμα τρέχοντας και πέταξε την πέτρα με την οποία κτύπησε τον Παραπονούμενο, σε παρακείμενο χωράφι πλησίον της πολυκατοικίας όπου διέμεναν. Μετά από λίγο, ο Κατηγορούμενος μπήκε ξανά μέσα στο διαμέρισμα, πήρε ένα μεγάλο μεταλλικό μαχαίρι κουζίνας με πράσινη πλαστική χειρολαβή, συνολικού μήκους 30 εκατοστών, με λεπίδα μήκους 15 εκατοστών, που βρισκόταν στον πάγκο της κουζίνας και βγήκε ξανά έξω από το διαμέρισμα προς τη σκάλα της πολυκατοικίας. Κατέβηκε μερικά σκαλιά και αμέσως τα ανέβηκε ξανά για να εισέλθει και πάλι στο διαμέρισμα. Ο Παραπονούμενος, αμέσως έτρεξε και έκλεισε την εξωτερική πόρτα του διαμερίσματος, με σκοπό να αποτρέψει τον Κατηγορούμενο από το να εισέλθει με το μαχαίρι εντός του διαμερίσματος, ενώ ο Κατηγορούμενος επειδή δεν μπορούσε να εισέλθει εντός του διαμερίσματος από την εξωτερική πόρτα, κατέβηκε κάτω στον χώρο στάθμευσης, σκαρφάλωσε σε ένα υπόστεγο που βρίσκεται δίπλα από τη βεράντα του διαμερίσματος και προσπάθησε να εισέλθει εντός του διαμερίσματος από τη βεράντα, στην οποία πέτυχε είσοδο. Ο Παραπονούμενος, εκείνη την ώρα τηλεφώνησε σε μια φίλη του για να της πει τι είχε συμβεί και της ζήτησε να καλέσει ασθενοφόρο και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος στεκόταν στην βεράντα, επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, προτάσσοντας το μαχαίρι που κρατούσε προς το μέρος του τελευταίου, λέγοντας του «Έλα - έλα», προκαλώντας του τρόμο (κατηγορίες 2 και 3). Όταν ο Κατηγορούμενος είδε ότι ο Παραπονούμενος μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο και νομίζοντας ότι ο τελευταίος καλούσε την Αστυνομία, φοβήθηκε και κατέβηκε από το ίδιο υπόστεγο από το οποίο είχε σκαρφαλώσει προηγουμένως, φεύγοντας από το μέρος. Ακολούθως ο Παραπονούμενος τρομαγμένος, έτρεξε και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να μεταβεί στην Αστυνομία. Κατά τη διάρκεια που οδηγούσε το όχημα για να φύγει από το διαμέρισμα, ο Κατηγορούμενος έτρεχε και κυνηγούσε το όχημα που οδηγούσε ο Παραπονούμενος κρατώντας το μαχαίρι. Ο Παραπονούμενος μετέβη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Αμμοχώστου όπου και υπέβαλε καταγγελία, αλλά λόγω των σοβαρών τραυματισμών που έφερε και της εμφανούς ανοικτής πληγής που είχε, μεταφέρθηκε άμεσα με ασθενοφόρο στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου, για ιατρική εξέταση και περίθαλψη, αφού προηγουμένως λήφθηκαν φωτογραφίες των τραυμάτων που έφερε, από μέλος της Αστυνομίας (βλ. Τεκμήριο Β). Την ίδια ημέρα, εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό του Τ.Α.Ε.Π. του Γ. Ν. Αμμοχώστου, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικά τραύματα ρινός και μετώπου. Από τον απεικονιστικό έλεγχο που διενεργήθηκε, με αξονική τομογραφία, διαπιστώθηκαν κατάγματα μετωπιαίου αριστερά, ηθμοειδούς ρινικών οστών, συμπεριλαμβανομένου του ρινικού διαφράγματος, με πνευμονοκέφαλο και υποψία κατάγματος αριστερής γνάθου. Χορηγήθηκε εμβόλιο τετάνου και έγινε συρραφή θλαστικού τραύματος μετωπιαία με 10 ραφές. Παραπέμφθηκε την ίδια μέρα στη νευροχειρουργική μονάδα για νευροπαρακολούθηση. Διαπιστώθηκε ότι ο Παραπονούμενος έφερε κάκωση προσωπικού κρανίου και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πέραν των καταγμάτων που είχαν διαπιστωθεί προηγουμένως. Παρέμεινε υπό νοσηλεία στο Γ. Ν. Αμμοχώστου από τις 16.09.2024 μέχρι και την 17.9.2024 που μεταφέρθηκε στην γναθοχειρουργική μονάδα του Γ. Ν. Λευκωσίας, λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων του, όπου εκεί κρίθηκε απαραίτητο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση από γναθοπροσωποχειρούργο. Την 18.09.2024, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για κλειστή ανάταξη κατάγματος ρινικού οστού και ανάταξη του κατάγματος μετωπιαίου οστού αριστερά. Σε σχέση με την ανάταξη του κατάγματος ρινικού οστού, τοποθετήθηκε νάρθηκας αλουμινίου και έγινε συρραφή τραύματος και περιποίηση. Παρέμεινε υπό νοσηλεία στο Γ. Ν. Λευκωσίας μέχρι και την 21.9.2024, οπόταν του δόθηκε εξιτήριο με οδηγίες για θεραπευτική-φαρμακευτική αγωγή ενώ έλαβε και άδεια ανάπαυσης από 17.09.2024-06.10.
  2. Την 16.09.2024 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη, δυνάμει εντάλματος σύλληψης και αφού του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή, απάντησε «Ο παπάς μου εν καλά;». Ακολούθως, ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του ως συλληφθέντας και ο ίδιος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να μιλήσει με τον δικηγόρο του ενώ την ίδια μέρα προέβη και σε υποδείξεις σκηνών, υποδεικνύοντας ουσιαστικά την πέτρα με την οποία κτύπησε τον Παραπονούμενο η οποία βρισκόταν σε παρακείμενο χωράφι καθώς και το μαχαίρι το οποίο προέταξε προς τον Παραπονοούμενο, το οποίο βρισκόταν στο διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν (βλ. Τεκμήριο Γ). Την ίδια μέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αφού του επεξηγήθηκαν και του επιδόθηκαν τα δικαιώματα του και αφού πληροφορήθηκε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και του επιστήθηκε η προσοχή, οπόταν και ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων ενώ την ίδια μέρα προφυλακίστηκε για περίοδο τριών ημερών. Έκτοτε τελεί υπό κράτηση. Υπόθεση 2740/23 Ε.Δ. Αμμοχώστου Την 30.11.2022 και περί ώρα 00:20, κατά τη διάρκεια περιπολίας μελών της Αστυνομίας για την πρόληψη διαρρήξεων στο Παραλίμνι, κατόπιν πληροφορίας που έλαβαν, εντόπισαν στην οδό Σολωμού ακινητοποιημένο συγκεκριμένο όχημα. Στην πίσω θέση βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, ενώ στη θέση του οδηγού του οχήματος άλλο ένα πρόσωπο. Κατά τον έλεγχο του προαναφερόμενου οχήματος από μέλη της Αστυνομίας, εντοπίστηκαν σε θήκη πίσω από το κάθισμα του οδηγού, μια γυάλινη καπνοσύριγγα με ίχνη μεθαμφεταμίνης και στο πίσω κάθισμα του οχήματος μια ζυγαριά ακριβείας, με ίχνη μεθαμφεταμίνης. Στη συνέχεια της έρευνας εντοπίστηκε στο σταχτοδοχείο του οχήματος ένα χειροποίητο τσιγάρο, το οποίο περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, βάρους 0.04 γραμμαρίων. Ο Κατηγορούμενος πριν τον έλεγχο της Αστυνομίας στο όχημα, την ίδια μέρα είχε αγοράσει από άγνωστο πρόσωπο 0.2 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης και είχε προμηθευτεί από άλλο πρόσωπο το προαναφερθέν χειροποίητο τσιγάρο. Περαιτέρω πριν τον έλεγχο της Αστυνομίας στο προαναφερόμενο όχημα, ο Κατηγορούμενος είχε κάνει χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάπνισε από το χειροποίητο τσιγάρο που βρέθηκε στην κατοχή του, εντός του σταχτοδοχείου του οχήματος. Συνελήφθη για τα αυτόφωρα αδικήματα που είχε διαπράξει, του επεξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και τα δικαιώματα του, του επιστήθηκε η προσοχή και απάντησε «οκ». Την ίδια μέρα επανασυνελήφθη και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του και του επιστήθηκε η προσοχή, απάντησε «Όχι» ενώ την ίδια μέρα προφυλακίστηκε για περίοδο τριών ημερών. Την ίδια ημέρα, του λήφθηκε επίσης ανακριτική κατάθεση, κατά τη διάρκεια της οποίας ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων. Την 2.2.2023 κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «Παραδέχομαι, απολογούμαι και δεν θα το ξανακάνω». Β. Προηγούμενες Καταδίκες Ο Κατηγορούμενος ως λέχθηκε βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Η πρώτη, αφορά την καταδίκη στην Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 11/2023 του Ε. Δ. Αμμοχώστου, στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μια κατηγορία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, δύο κατηγορίες συνωμοσίας, μια κατηγορία διάρρηξης, δύο κατηγορίες κλοπής και μια κατηγορία που αφορούσε αδίκημα κατά παράβαση του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων, Ν.113(Ι)/2004, όπου στις 08.05.2023 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστη αυτή των 9 μηνών. Στην εν λόγω υπόθεση, είχαν ληφθεί υπόψη άλλες δύο εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου, ήτοι (α) η Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 964/22 η οποία αφορούσε σε 5 κατηγορίες διάρρηξης κτηρίου και κλοπής και (β) η Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 4826/22, η οποία αφορούσε στα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, μεταφοράς μαχαίρας εκτός κατοικίας και διάρρηξης κτηρίου και κλοπής. Η δεύτερη του καταδίκη, αφορά την Ποινική Υπόθεση υπ' αρ. 2574/2023 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, για την οποία στις 21.06.2023 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών, σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής. Γ. Αγόρευση προς Μετριασμό H συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του η άμεση παραδοχή του, η έμπρακτη του μεταμέλεια, η συνεργασία του με την Αστυνομία αλλά και η εκφρασθείσα απολογία του, δια μέσω της ιδίας, τόσο προς τον πατέρα του, όσο και προς το Δικαστήριο. Περαιτέρω ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη προς όφελος του οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα και δη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος τον επίδικο χρόνο δεν βρισκόταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση εφόσον είχε πρόσφατα αποφυλακιστεί από τις κεντρικές φυλακές όπου εξέτιε ποινή φυλάκισης, δεν εργαζόταν και ξεκίνησε ξανά τη χρήση σκληρών ναρκωτικών, παράγοντας που τον κατέστησε ανίκανο να ελέγξει τον θυμό του, με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον πατέρα του και να διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Περιπλέον, επικαλέστηκε και τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στην έξη του στα ναρκωτικά καθώς και στην εγκατάλειψη του από τη μητέρα του από την ηλικία των τριών ετών, η οποία τον στιγμάτισε, αφήνοντας τον ουσιαστικά να έχει ως μόνο στήριγμα τον πατέρα του, ο οποίος όμως ένεκα της πολύωρης εργασίας του, αδυνατούσε να του ασκήσει επαρκή επίβλεψη. Με αποτέλεσμα να αναπτύξει παραβατική συμπεριφορά και στο παρόν στάδιο να διακατέχεται από αυτοκαταστροφικές τάσεις και να αρνείται να δεχθεί οποιουδήποτε είδους βοήθεια στις κεντρικές φυλακές. Επικαλούμενη τις πιο πάνω, ιδιαίτερες προσωπικές του περιστάσεις καθώς και το πολύ νεαρό της ηλικίας του, η συνήγορος του εισηγήθηκε τέλος, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να τον αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιείκεια, με την ελπίδα οι σχέσεις του με τον πατέρα του, να αποκατασταθούν κάποια στιγμή, παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και παρά το ότι δεν έχει ενταχθεί σε κανένα πρόγραμμα ούτε συνεργάζεται με τον ψυχίατρο των φυλακών. Δ. Νομική Πτυχή Για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, που είναι και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 231 του Κεφ. 154, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη ή χρηματική ποινή ή συνδυασμό των προαναφερθεισών ποινών. Ωστόσο όπου το εν λόγω αδίκημα διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, θεωρείται με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν. 119(Ι)/2000 (επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία), αυξημένης σοβαρότητας με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, να αυξάνεται με βάση το άρθρο 4
(2)(ι) του Ν. 119(Ι)/2000 (επί του οποίου επίσης εδράζεται η σχετική κατηγορία), από 7 σε 10 έτη, διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με χρηματική ποινή. Τα ίδια ισχύουν και για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154, όπου στον Ν. 119(Ι)/2000, με βάση το άρθρο 4
(2)(ιβ)[1], η ποινή στις περιπτώσεις όπου η επίθεση λαμβάνει χώρα από ένα μέλος της οικογένειας έναντι άλλου, αυξάνεται από 1 έτος (που προβλέπεται κανονικά στον Ποινικό Κώδικα), σε 2 έτη διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη χρηματική ποινή. Σε σχέση δε με το αδίκημα της απειλής (κατηγορία 3), κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154, η προβλεπόμενη ποινή, είναι ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 έτη. Είναι καλώς νομολογημένο ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής και παράλληλα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τη διεργασία αυτή. (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.248, 250, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποιν. Έφ., 25/21, ημερ. 8.3.22). Στην προκειμένη περίπτωση η σοβαρότητα όλων των αδικημάτων, με προεξάρχουσα αυτή του αδικήματος του άρθρου 231 του Κεφ. 154, εμφαίνεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Εμφαίνεται όμως και από την ίδια τη φύση τους. Τα εγκλήματα βίας είναι εξ αντικειμένου σοβαρά και ανάλογη είναι η αντιμετώπιση των ενόχων τέτοιων αδικημάτων από τα Δικαστήρια. Χαρακτηριστικά τα λεχθέντα στην Αστυνομία ν. Μ.Ι. Μιχαήλ, Ποιν. Εφ. 78/2019, ημερομηνίας 15.10.2020, όπου έγινε μνεία στην κλασσική, επί του θέματος, υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ 95: «Η σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετώπιζε ο εφεσίβλητος είναι έκδηλη ως εκ της προβλεπόμενης ποινής των επτά χρόνων φυλάκισης. Όπως έχει λεχθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς».» Η σοβαρότητα δε της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Η οικογενειακή εστία, είναι χώρος όπου σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία, κάθε μέλος της οικογένειας αναμένεται να απολαμβάνει την προστασία και τον σεβασμό από τα λοιπά μέλη της οικογένειας του και όχι χώρος όπου θα βλέπει να διακυβεύεται η σωματική του ακεραιότητα. Είναι για αυτό το λόγο που στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ. 534, τονίστηκε, μεταξύ άλλων, πως είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι που αποτελεί το καταφύγιό του, όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή. Για αυτό άλλωστε αδικήματα βίας καθίστανται, ως ήδη υποδείχθηκε, με βάση τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119(Ι)/2000, αυστηρότερα όταν διαπράττονται από μέλη της οικογένειας εναντίον άλλων μελών της. Και τούτο αφού τέτοια αδικήματα πέραν των πολλαπλών και πολύπτυχων τραυμάτων που προκαλούν, πλήττουν και τον πυρήνα και τη συνοχή της οικογένειας (βλ. κατ' αναλογίαν και την Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ 464 η οποία αφορούσε βία μεταξύ συζύγων). Η σοβαρότητα όμως των αδικημάτων αυτών φαίνεται και από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται. Χαρακτηριστικά για αυτό το θέμα είναι και τα λεχθέντα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, όπου τονίστηκε πως η αύξηση που είχε παρατηρηθεί στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του προαναφερόμενου Νόμου. Ο νομοθέτης δηλαδή, αναγνωρίζοντας ότι, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας παρουσίαζαν από τότε, αυξητική τάση, σε μια προσπάθεια του από τη μια να ανακόψει το θλιβερό και τρομακτικό αυτό φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας και από την άλλη να καταστήσει την οικογενειακή εστία, χώρο ασφάλειας και προστασίας, προνόησε μέσω του εν λόγω ειδικού νομοθετήματος, αυστηρότερες ποινές, οι οποίες ως ήδη λέχθηκε καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. Η διάκριση είναι εμφανής. Η ευαισθησία του Νομοθέτη και κατ' επέκταση η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής (βλ. επίσης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 575). Η ανησυχητική τάση που παρουσιάζεται στη διάπραξη αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της βίας, για την οποία γίνεται λόγος στη Γεωργίου (ανωτέρω), αποτελεί και δική μας διαπίστωση, αντλώντας προς τούτο δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων που άγονται ενώπιον μας. Τα φαινόμενα βίας που παρατηρούνται σε διάφορες και διαφορετικές εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και έχουν καταστεί πλέον δυστυχώς καθημερινό φαινόμενο, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στο Δικαστήριο το οποίο οφείλει να διασφαλίζει ότι μέσα από τις επιβαλλόμενες ποινές, θα μεταδίδεται το μήνυμα ότι καμιά ανοχή θα επιδεικνύεται (βλ. επίσης Μιχαήλ (ανωτέρω) και Αστυνομία ν. Καλλιτσιώνη κ.α., Ποιν. Έφ.223/18 κ.ά., ημερ.27.11.19). Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην απόφαση Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 221/17, ημερ. 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428, όπου αναφέρθηκε υπό τύπο καταληκτικού σχολίου πως τέτοιας φύσεως αδικήματα, «τα οποία διαπράττονται με απαράδεκτα μεγάλη συχνότητα και τα οποία ενέχουν το στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και της βίαιης επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του, θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια.» Ιδιαιτέρως προσθέτουμε εμείς, στις περιπτώσεις όπου αυτά διαπράττονται μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας, κλονίζοντας συθέμελα τις βάσεις της. Καθίσταται επομένως προφανές πως στην παρούσα, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ιδιαζόντως σοβαρά αδικήματα. Όπως βέβαια υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα του Γεωργίου Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελίδες 116 και 117, το ύψος της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί, σε αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εν ολίγοις δηλαδή, η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα, χωρίς ωστόσο η ύπαρξη ή μη καταλοίπων να είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος[2]. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσον η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά[3] και προσδίδει ιδιάζουσα σοβαρότητα στο αδίκημα. Ανασκόπηση της νομολογίας, φανερώνει αφενός πως η ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα της φύσεως που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι ως θέμα αρχής αυτή της φυλάκισης και αφετέρου πως η ποινή είναι πράγματι άμεσα συνυφασμένη, με τα χαρακτηριστικά και τις συνθήκες διάπραξης ως επίσης και τις προεκτάσεις που έχει η εκάστοτε συμπεριφορά στο θύμα. Όπως δε αναφέρθηκε στην Γεώργιος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 463: «Δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία η άποψη ότι για το αδίκημα του Άρθρου 231 υπάρχει η οροφή των 3 ή 4 ετών. Aς σημειωθεί ότι, κατ' ανώτατο όριο, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demitris M. Kontos v. The Police
(1965)2 C.L.R. 115, που ήταν περίπτωση διανοητικά ανισόρροπου εγκληματήσαντος με προηγούμενα, επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών. Aπό ένα γενικό βλέμμα στη νομολογία, μπορεί να διαπιστωθεί πως οι ποινές φυλάκισης κυμαίνονται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. Yπήρχαν περιπτώσεις που αγγίζουν ουσιαστικά το ανώτατο όριο. Σημασία για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης». Στην υπόθεση Θεμιστοκλής Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ 241, ο εφεσείων ηλικίας 73 ετών μάζευε χαρούπια από χωράφι που δεν του ανήκε και το οποίο βρισκόταν υπό τη μίσθωση του 27χρονου θύματος, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών κατά τη διάρκεια της οποίας ο εφεσείων κτύπησε το θύμα με σιδερένια σωλήνα που βρισκόταν στο έδαφος προκαλώντας του θλαστικά τραύματα στο μέτωπο και κάτω από αυτά ρωγμώδη κατάγματα κρανίου τα οποία συνιστούσαν μεν βαρειά σωματική βλάβη εν τη εννοία του άρθρου 231, αλλά δεν αποτελούσαν κίνδυνο για τη ζωή του θύματος το οποίο τελώντας σε κατάσταση σύγχυσης προχώρησε προς τον αυτοκινητόδρομο και προσπαθώντας να τον διασταυρώσει χτυπήθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο και υπέστη τραύματα τα οποία επέφεραν το θάνατο του μερικές μέρες αργότερα. Η επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή των 4 ετών μειώθηκε κατ' έφεση σε 3 έτη, διότι στην απόφαση επέδρασε εξωγενής παράγοντας που συνίστατο στη διατύπωση της άποψης ότι οι αρχικές ενέργειες του Κατηγορούμενου οδήγησαν το θύμα να ενεργήσει όπως ενήργησε με αποτέλεσμα να βρει το θάνατο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Μάστρου
(2003)2 ΑΑΔ 166, θύμα της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ήταν Αγγλίδα τουρίστρια 22 ετών την οποία ο Εφεσίβλητος συνάντησε σε δισκοθήκη στην Αγία Νάπα, μετά το κλείσιμό της οποίας, το θύμα το οποίο, όπως και ο εφεσίβλητος, ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ, πήγαν με το αυτοκίνητό του σε παράγκα κοντά στην παραλία. Στις 11 π.μ. η Αγγλίδα βρέθηκε να περπατά στην περιοχή, κτυπημένη σε διάφορα μέρη του σώματός της και αιμορραγούσα από τον πρωκτό. Κρίθηκε αναγκαίο να χειρουργηθεί εφ' όσον, όπως διαπιστώθηκε, η αιμορραγία οφείλετο σε κακώσεις της περιπρωκτικής χώρας. Η χειρουργική αγωγή περιλάμβανε κολοστομία που θα παρέμενε ανοικτή για τουλάχιστον τρεις μήνες ώστε να επανήρχετο στο φυσιολογικό η λειτουργία των σφικτήρων των εντέρων. Στην έφεση που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έκρινε την επιβληθείσα ποινή των 3 ετών ως έκδηλα ανεπαρκή ποινή, υπό περιστάσεις όπου υπήρξε άμεση παραδοχή, λευκό ποινικό μητρώο και ο εφεσείων ήταν σχετικά νεαρής ηλικίας και τελούσε σε κατάσταση μέθης λόγω της πολύ μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005), 2 Α.Α.Δ. 639, η ποινή των 14 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον Εφεσίβλητο, κατόπιν άμεσης παραδοχής και λαμβανομένου υπόψη του λευκού του ποινικού μητρώου, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 2 έτη από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπου, χωρίς οργάνωση ή σχεδιασμό, ο τελευταίος ο οποίος είχε προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, επιτέθηκε στον Παραπονούμενο, αφήνοντας του ως κατάλοιπο τη μείωση της διανοητικής του ικανότητας από υψηλή σε μέσου όρου, με αποτέλεσμα να απωλέσει τη δυνατότητα ενασχόλησης του με το ποδόσφαιρο ως επίσης και να συνεχίσει τις σπουδές του. Λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες η πρόκληση που δέχθηκε προηγουμένως ο εφεσίβλητος, η κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε καθώς και το νεαρό της ηλικίας του. Αποτέλεσαν δε, επιβαρυντικούς παράγοντες, η δυσανάλογη της πρόκλησης βία, που άσκησε ο Εφεσίβλητος στο θύμα, ως επίσης και οι επιπτώσεις που επέφεραν στο θύμα, τα χτυπήματα. Στην δε υπόθεση Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 414, ο εφεσείων χτύπησε με κόπτη το θύμα, το οποίο βρισκόταν σε μπυραρία με την πρώην φιλενάδα του όταν ο τελευταίος προσπάθησε να επέμβει σε προσπάθεια του εφεσείοντα να προσεγγίσει την πρώην φιλενάδα του, με όχι αγαθές προθέσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία, επικύρωσε την ποινή των δύο ετών που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, χαρακτηρίζοντας την ποινή αυστηρή αλλά όχι υπερβολική επισημαίνοντας ότι η ποινή πρέπει μεν να εξατομικεύεται ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται και υπόψη πως τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να αντιμετωπίσουν με τον κατάλληλο τρόπο το συνεχώς αυξανόμενο έγκλημα και ιδιαίτερα αυτό που αφορά σε επιθέσεις εναντίον προσώπου. Δραττόμαστε της ευκαιρίας να αναφέρουμε πως οι πιο πάνω αποφάσεις αφενός αποφασίστηκαν με ανώτατο όριο τα 7 έτη και όχι τα 10 έτη ως είναι εν προκειμένω η προβλεπόμενη ποινή και αφετέρου πως εκδόθηκαν χρόνια πριν και παρά ταύτα τα αδικήματα βίας, όχι μόνο δεν δείχνουν να μειώνονται αλλά όπως επεξηγούμε και πιο πάνω, αυξάνονται με πολύ ανησυχητικούς ρυθμούς, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρότερων ποινών. Στην απόφαση Δημοκρατία ν. Λαζαρή Ποιν.Έφεση 25/21, ημερ. 8.3.22, ECLI:CY:AD:2022:D89, η οποία βέβαια αφορούσε βία που συνιστούσε σοβαρότερης μορφής αδίκημα, λέχθηκαν τα ακόλουθα κατ' αναλογίαν σχετικά: «Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι πιο πάνω υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν. Δυστυχώς, χρόνια μετά, αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, όχι μόνον δεν παρουσιάζουν κάμψη αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ, 577, Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ, 551 και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερ. 5.10.2016).» Σημειώνουμε περιπλέον ότι, η αναφορά σε προηγούμενες αποφάσεις γίνεται ασφαλώς και μόνον επειδή παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, για το λόγο ότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν καθώς και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.1). Στρεφόμενοι στα της παρούσας, ό,τι αναδύεται έντονα από τα γεγονότα είναι πως επί μιας ευτελούς αιτίας, παντελώς απρόκλητα αλλά και αιφνιδιαστικά, ο Κατηγορούμενος προέβη σε μια βάναυση επίθεση, με ένα άκρως επικίνδυνο αντικείμενο, κατά του πατέρα του, ενός προσώπου που αποτέλεσε το μοναδικό του στήριγμα από πολύ μικρή ηλικία και ο οποίος κατά τον εν λόγω χρόνο καθόταν αμέριμνος παρακολουθώντας τηλεόραση, μέσα στην ίδια του την οικία. Μια επίθεση, που προκάλεσε στον Παραπονούμενο σοβαρότατους τραυματισμούς, πέραν του τρόμου και της αγωνίας που αναμφίβολα βίωσε κατά τη διάρκεια του εν λόγω συμβάντος. Και λέγουμε τούτο αφού ο Κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω επίθεση, αφού φρόντισε να πάρει μια μεγάλου μεγέθους πέτρα, (ως επιμαρτυρείται από τις διαστάσεις της αλλά και την όψη της ως εμφαίνεται από το τεκμήριο Γ), με την οποία τον χτύπησε στην ευαίσθητη περιοχή του προσώπου προκαλώντας του εκτεταμένες και σοβαρότατες ζημιές. Η εικόνα που είχε ο Παραπονούμενος αφότου δέχθηκε την επίθεση (βλ. Τεκμήριο Β), όπως και η ίδια η εικόνα της πέτρας που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο Γ), καταμαρτυρούν από μόνες τους και τη βαναυσότητα της επίθεσης. Ως προς την έκταση των βλαβών σημειώνουμε ότι τέτοια ήταν η σοβαρότητα τους που, ενώ ο Παραπονούμενος είχε αρχικά μεταβεί στο ΤΑΕ Αμμοχώστου, προς υποβολή καταγγελίας, εκεί, λόγω των εμφανών ανοικτών πληγών που είχε, κρίθηκε απαραίτητη η μεταφορά του στο Γ. Ν. Αμμοχώστου όπου διαπιστώθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό του ΤΑΕΠ ότι έφερε τα σοβαρά τραύματα που καταγράφηκαν λεπτομερώς ανωτέρω και συνεπεία των οποίων χρειάστηκε να μεταφερθεί από το Γ. Ν. Αμμοχώστου στο Γ. Ν. Λευκωσίας όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, παραμένοντας νοσηλευόμενος από τις 16.9.24 - 21.9.24, οπόταν του δόθηκε εξιτήριο με οδηγίες για θεραπευτική-φαρμακευτική αγωγή και άδεια ανάπαυσης από 17.09.24-06.10.
  1. Ό,τι άλλο εντυπωσιάζει (αρνητικά), πέραν από αυτή καθ' αυτήν τη βίαιη πράξη του Κατηγορούμενου και την πρόκληση των παραπάνω βλαβών στον Παραπονούμενο, είναι πως η όλη αντικοινωνική, εγωϊστική και εν γένει απάνθρωπη συμπεριφορά του, δεν περιορίστηκε στον ως άνω τραυματισμό του τελευταίου, αλλά συνεχίστηκε και μετέπειτα. Αξιοσημείωτο και ενδεικτικό της αναλγησίας με την οποία ενήργησε ο Κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, είναι και το γεγονός πως ενώ είδε τον Παραπονούμενο να είναι αιμόφυρτος στο διαμέρισμα, μετά το χτύπημα που του κατάφερε, δεν έμεινε μέχρι εκεί. Τουναντίον, ενώ αρχικά αποχώρησε τρέχοντας από το εσωτερικό του διαμερίσματος και πέταξε την πέτρα που χτύπησε τον Παραπονούμενο σε παρακείμενο χωράφι, επέστρεψε ξανά εντός του διαμερίσματος, πήρε το μαχαίρι που περιγράφεται στα γεγονότα και ενώ αρχικά εξήλθε και κατευθύνθηκε προς την σκάλα της πολυκατοικίας, αποφάσισε να επιστρέψει στο διαμέρισμα. Ο λόγος δε, που δεν εισήλθε εν τέλει, ήταν τα γρήγορα αντανακλαστικά του Παραπονουμένου, ο οποίος φοβούμενος τον Κατηγορούμενο, τον οποίο είδε να κρατά το μαχαίρι, έτρεξε αμέσως και έκλεισε την πόρτα, ώστε να αποτρέψει την είσοδο του τελευταίου. Η επιμονή, το μένος και το θράσος του Κατηγορούμενου, δεν περιορίστηκαν ούτε και τότε αφού δεν δίστασε, να επιχειρήσει λίγα μόλις λεπτά μετά, να εισέλθει εντός του διαμερίσματος, σκαρφαλώνοντας σε υπόστεγο που βρίσκεται δίπλα από την βεράντα του διαμερίσματος, επιτυγχάνοντας να φτάσει εν τέλει στην βεράντα και να επιτεθεί εκ νέου στον Παραπονούμενο, προτάσσοντας προς το μέρος του το μαχαίρι, λέγοντας του ''έλα-έλα'', προκαλώντας του τρόμο. Αποχώρησε δε από το μέρος της βεράντας μόνο, όταν είδε τον Παραπονούμενο να ομιλεί στο κινητό του, φοβούμενος πως καλούσε την αστυνομία, για να συνεχίσει όμως να τον καταδιώκει με μαχαίρι ακόμα και όταν μετέπειτα ο Παραπονούμενος κατόρθωσε να εισέλθει τρέχοντας στο όχημα του, για να μεταβεί στην Αστυνομία. Παρόλο που ως φαίνεται, ο Κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να επιφέρει τη βαριά σωματική βλάβη που εν τέλει προκάλεσε (συμφώνως και της κατηγορίας που αντιμετωπίζει), εντούτοις η όλη συμπεριφορά του δεν παύει από του να συνιστά σοβαρότατης μορφής εγκληματική συμπεριφορά, με τη βία που επιδείχθηκε να έχει θέσει σε μεγάλο κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα του πατέρα του. Η ιδιαίτερα μεγάλη έκταση της βίας που άσκησε ο Κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας ένα άκρως επικίνδυνο και βαρύ όργανο, ήτοι πέτρα των διαστάσεων που προαναφέρθηκαν και οι εκτεταμένες και σοβαρές σωματικές βλάβες που προκάλεσε, σε συνδυασμό με την αναλγησία που επέδειξε, επιτιθέμενος για δεύτερη φορά στον τραυματισμένο Παραπονούμενο προτάσσοντας έναντι του μαχαίρι και αδιαφορώντας για το μέγεθος ή την έκταση της βλάβης που του προκάλεσε, εντείνουν τη σοβαρότητα της παρούσας. Και τούτο, χωρίς να παραβλέπουμε το γεγονός πως σε ό,τι αφορά τα τραύματα του Παραπονούμενου, δεν φαίνεται να του έχουν μείνει οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα. Αυτό ωστόσο από μόνο του, δεν είναι δυνατό να αμβλύνει την ιδιάζουσα σοβαρότητα της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, ή να μειώσει τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο Παραπονούμενος, όπως και τον τρόμο και πανικό που βίωσε, δεχόμενος μια άνευ προηγουμένου, σφοδρή επίθεση, εντός της ίδιας του της οικίας, από το ίδιο το παιδί του και μάλιστα επί ευτελούς, ως ήδη υποδείξαμε, αφορμής. Επί τούτου δραττόμαστε της ευκαιρίας να σημειώνουμε ότι τόσο η κοινωνία, όσο και τα Δικαστήρια, γίνονται πολύ συχνά μάρτυρες περιστατικών τα οποία ενώ υπό άλλες περιστάσεις δεν θα έπρεπε να έχουν καν συνέχεια, εντούτοις απολήγουν στη χρήση βίας, σοβαρότατου μάλιστα βαθμού, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας σε αρχέγονα πάθη και ζωώδη ένστικτα, γεγονός το οποίο καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς πάταξη του φαινομένου αυτού και αποτροπή άλλων επίδοξων παραβατών. Βέβαια ως εξήγηση για την απάνθρωπη και βάναυση αυτή στάση του Κατηγορούμενου, προβλήθηκε από την υπεράσπιση η κακή του ψυχολογική κατάσταση, εφόσον είχε ένα μόλις μήνα προηγουμένως αποφυλακιστεί και τσακωνόταν με τον πατέρα του γιατί δεν εργαζόταν, όπως επίσης και το ότι αφότου αποφυλακίστηκε ξεκίνησε να προβαίνει εκ νέου σε χρήση σκληρών ναρκωτικών, γεγονός που τον κατέστησε ανίκανο, να ελέγξει τον θυμό του. Επί του ζητήματος του εθισμού του Κατηγορουμένου στα ναρκωτικά, αναφέρουμε εν πρώτοις, πως δεν αμφισβητείται ούτε το γεγονός πως πρόκειται για μακροχρόνιο χρήστη σκληρών ναρκωτικών ούτε και το ότι η συνεχιζόμενη αυτή χρήση, συνέτεινε στο να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα. Ο εθισμός ενός Κατηγορούμενου στη χρήση ουσιών, είναι καλώς νομολογημένο πως συνιστά μετριαστικό παράγοντα ο οποίος ωστόσο θα πρέπει να αξιολογείται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των περιστατικών της υπόθεσης και σε συνάρτηση με το μέγεθος της εγκληματικής ενέργειας του κάθε Κατηγορούμενου[4]. Στην προκειμένη περίπτωση ό,τι αναδύεται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι ότι ο Κατηγορούμενος, ήταν από καιρό προηγουμένως εθισμένος στα ναρκωτικά και παρότι αυτά φαίνεται να αποτέλεσαν την αιτία για την επίδειξη και της προηγούμενης παραβατικής συμπεριφοράς από τον ίδιο, εντούτοις καμμιά προσπάθεια φαίνεται να κατέβαλε στο μεταξύ, για να επιλύσει αυτό το πρόβλημα, με αποτέλεσμα μετά την αποφυλάκιση του να υποπέσει πολύ σύντομα και πάλι στη χρήση σκληρών ναρκωτικών, η οποία συνέτεινε στην επίδειξη και της επίδικης παραβατικής συμπεριφοράς. Ό,τι όμως είναι ουσιαστικότερο να τονιστεί, είναι το γεγονός πως ούτε και τώρα έχει αποφασίσει να επιλύσει το πρόβλημα, αφού ως και η ίδια η συνήγορος του ανέφερε, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σε πλήρη άρνηση, δεν έχει ενταχθεί σε κανένα πρόγραμμα στις φυλακές και αρνείται ακόμη και οποιαδήποτε εξέταση από ψυχίατρο. Τα παραπάνω, επιβεβαιώνονται και από την επιστολή του Τμήματος Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών (Τεκμήριο Ε), στην οποία αναφέρεται ρητώς πως πράγματι αρνείται να εξεταστεί και εγκαταλείπει τον χώρο της συνέντευξης. Των πιο πάνω δεδομένων, το γεγονός του εθισμού παρότι λαμβάνεται υπόψη εντούτοις δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού θα πρέπει να γίνει αντιληπτό πως δεν μπορεί ο Κατηγορούμενος να προβάλλει κατ' επανάλειψιν το πρόβλημα αυτό του εθισμού του, για να δικαιολογεί τη συστηματική προσφυγή του στο έγκλημα. Εξάλλου στην Αναστασίου (ανωτέρω) υπεδείχθη πως «Το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να παραμένουν ατιμώρητα.» (βλ. και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 2/19, ημερ. 25.2.21) Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα λαμβάνεται υπόψη άλλη μια υπόθεση και συγκεκριμένα η ποινική υπόθεση με αρ. 2740/23 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. Είναι καλώς νομολογημένο[5], ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές. Εν προκειμένω η υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη αφορά σε διαφορετικής φύσεως αδικήματα και δη αδικήματα που πηγάζουν από το Ν. 29/77, τα οποία έλαβαν χώρα, σε προγενέστερο των επίδικων αδικημάτων χρόνο, ήτοι κατά το έτος
  2. Υπό αυτήν την έννοια, η υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, εντείνει σε κάποιο βαθμό τη σοβαρότητα της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει την προσοχή μας πως τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος επίσης αντιμετώπιζε πρόβλημα εθισμού στις ναρκωτικές ουσίες και κατά τον οποίο διέπραξε και άλλα εγκλήματα, για τα οποία τιμωρήθηκε ως διαφαίνεται και από τις προηγούμενες του καταδίκες. Πέραν των ανωτέρω τη σοβαρότητα της παρούσας εντείνει περαιτέρω το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με δύο προηγούμενες καταδίκες, στη μια εκ των οποίων μάλιστα, είχαν ληφθεί υπόψη, άλλες δύο ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Βεβαίως, η αναφορά στις προηγούμενες καταδίκες του δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα[6], υπό την έννοια ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο Κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εν πάση περιπτώσει εξέτισε την ποινή του. Η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων[7]. Στην προκειμένη περίπτωση οι δύο προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου, αφορούν σοβαρότατα αδικήματα, διαφορετικής φύσεως από αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Καλύπτουν δε χρονικά, δύο συνεχόμενα έτη. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του (Τεκμήριο Δ), το αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε στην ποινική υπόθεση με αρ. 11/23, διαπράχθηκαν κατά την περίοδο 01.10.22-21.12.22, και τα αδικήματα των δύο υποθέσεων που λήφθηκαν υπόψη στην ως άνω υπόθεση, κατά τις περιόδους 09.08.21-14.08.21 και 27.11.2022-28.11.22 αντίστοιχα. Τα δε αδικήματα που αφορούν τη δεύτερη του καταδίκη στην ποινική υπόθεση με αρ. 2574/23, διαπράχθηκαν την 12.10.
  3. Δέον να σημειωθεί πως και οι δύο πιο πάνω καταδίκες του, είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης, με πιο πρόσφατη αυτήν, στην υπόθεση 2574/23 για την οποία αποφυλακίστηκε στις 08.08.
  4. Η αποφυλάκιση του ωστόσο ως φαίνεται, δεν διήρκησε για πολύ, εφόσον μόλις ένα μήνα (περίπου) μετά, διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας, με αποτέλεσμα να παραμένει από της καταχωρήσεως της υπόθεσης μέχρι και σήμερα που καλούμαστε να επιβάλουμε ποινή, υπό κράτηση. Από τα πιο πάνω δεδομένα, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος, τα τελευταία τρία έτη έχει επιδοθεί στη διάπραξη πολλών και διαφορετικών αδικημάτων, χωρίς να έχει επιδείξει το παραμικρό ίχνος αναμόρφωσης, παρά το γεγονός ότι του έχουν επιβληθεί, όχι μόνο σε μια, αλλά σε δύο περιπτώσεις, άμεσες ποινές φυλάκισης. Η όλη συστηματική και επανειλημμένη εγκληματική συμπεριφορά του, υπό των φως των πιο πάνω δεδομένων μας οδηγεί στο περαιτέρω συμπέρασμα πως ο ίδιος παρουσιάζει κάποιου είδους ροπή στη διάπραξη αδικημάτων, τα οποία με την πάροδο του χρόνου ως φαίνεται, αποκτούν και μεγαλύτερη σοβαρότητα. Ό,τι άλλο επίσης αναπόφευκτα προκύπτει, είναι πως οι ποινές φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί, δεν έχουν πετύχει σε καμιά περίπτωση, τον σκοπό της αναμόρφωσης και αποτροπής του. Υπό το φως επομένως, όλων των ανωτέρω, οι προηγούμενες καταδίκες του, μειώνουν την επιείκεια που είναι δυνατόν να του επιδειχθεί. Πάρα τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σημειώνουμε πως, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους, δεν εξουδετερώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής που θα του επιβληθεί, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή, πως το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής επομένως, λαμβάνουμε υπόψη κατ' αρχάς προς όφελος του, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, δια μέσω της οποίας, περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, έτσι που να δικαιολογείται να αμειφθεί με ανάλογη έκπτωση στην ποινή, αφού ως είναι καλώς νομολογημένο, αυτή η πορεία «ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης εκλαμβάνουμε την άμεση παραδοχή του και ως ένδειξη της μεταμέλειας του αλλά και του ότι ως λέχθηκε από τη συνήγορο του, μετάνιωσε πραγματικά για τα όσα διέπραξε κατά του πατέρα του. Μεταμέλεια η οποία επίσης προκύπτει και μέσα από την απολογία του τόσο προς τον πατέρα του όσο και προς το Δικαστήριο, όπως επίσης και από τη συνεργασία του με την Αστυνομία, από την πρώτη στιγμή που συνελήφθη, υποδεικνύοντας μάλιστα, τόσο την πέτρα με την οποία κτύπησε τον Παραπονούμενο, όσο και το μαχαίρι το οποίο χρησιμοποίησε για να του επιτεθεί. Όσον δε αφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων έχει ήδη γίνει αναφορά στον εθισμό του Κατηγορούμενου στα ναρκωτικά, στις επιπτώσεις που η χρόνια χρήση είχε στο άτομο του αλλά και στη συμβολή του εθισμού του στη διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων, με την επισήμανση βέβαια πως ουδέν φαίνεται να πράττει προς επίλυση του προβλήματος αυτού, το οποίο φαίνεται να αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία για την επίδειξη της παραβατικής του συμπεριφοράς τόσο στο πλαίσιο της παρούσας όσο και σε σχέση με τις προηγούμενες του καταδίκες. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι παρά τη σφοδρότητα και έκταση της βίας που άσκησε στον πατέρα του, εντούτοις δεν παρέμειναν στον τελευταίο οποιαδήποτε μόνιμα, σοβαρής μορφής κατάλοιπα, χωρίς ωστόσο τα πιο πάνω να διαγράφουν τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο τελευταίος υπέστη, όπως και τον τρόμο που αναμφίβολα αισθάνθηκε, ως επεξηγήσαμε επίσης πιο πάνω. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και όπως περαιτέρω επεξηγήθηκαν από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη πως πρόκειται για νεαρό πρόσωπο ηλικίας 20 ετών, άγαμο και άτεκνο, το οποίο κατάγεται από την Βουλγαρία και το οποίο διαμένει στην Κύπρο με τον 50 ετών πατέρα του, από την ηλικία των 3 ετών. Περαιτέρω συνεκτιμούμε ότι πρόκειται για άτομο που προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια, αφού οι γονείς του έλαβαν διαζύγιο πριν από πολλά χρόνια και ο ίδιος μεγάλωσε με τον πατέρα του, ο οποίος είχε την κύρια φροντίδα του και τον συντηρούσε οικονομικά. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι την Β' Γυμνασίου, οπόταν διέκοψε την περαιτέρω φοίτηση του, λόγω απουσιών. Ο πατέρας του, απασχολείται στον τομέα των ηλεκτροκολλήσεων, ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν εργάστηκε ποτέ και δεν φαίνεται, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, να επιδεικνύει κάποιο ενδιαφέρον για να εργοδοτηθεί, σύμφωνα και με τα όσα διατυπώνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, την οποία η συνήγορος του υιοθέτησε. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη πως έχει άλλα 3 αδέλφια, μια αδελφή 27 ετών και δύο αδελφούς 18 ετών, ένας εκ των οποίων αποκτήθηκε από παράλληλη σχέση που διατηρούσε ο πατέρας του. Και τα τρία του αδέλφια, διαμένουν με την μητέρα τους στην Βουλγαρία, με την οποία ο ίδιος, δεν έχει καμμιά επικοινωνία, από την ηλικία των τριών ετών, γεγονός το οποίο τον έχει στιγματίσει. Ένεκα της παντελούς απουσίας της μητέρας του αλλά και του γεγονότος πως ο πατέρας του, ένεκα της συνεχούς εργασίας του, αδυνατούσε να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στο πρόσωπο του, οδηγήθηκε στη χρήση ναρκωτικών αλλά και σε παραβατικές συμπεριφορές. Στο γεγονός ότι οι πιο πάνω περιστάσεις συνέτειναν σε μεγάλο βαθμό στον εθισμό του και στην εν γένει επίδειξη της προαναφερόμενης σοβαρής εγκληματικής συμπεριφοράς, έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω και λαμβάνεται φυσικά υπόψη στο δέοντα βαθμό αλλά δεν υποβιβάζει κατά την κρίση μας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για αυστηρή μεταχείριση του στο πλαίσιο της παρούσας, για τους λόγους που επεξηγήσαμε πιο πάνω. Και για να το θέσουμε αλλιώς, παρ' όλη την κατανόηση του Δικαστηρίου προς την πραγματικά δύσκολη ζωή που δυστυχώς αναγκάστηκε να βιώσει ο Κατηγορούμενος όντας παιδί και όλα τα αλυσιδωτά προβλήματα που αυτές οι δυσκολίες επέφεραν στον ίδιο, στην προσωπικότητα του και εν γένει στην εξέλιξη του, και τη συμβολή που ως η θέση του είχαν στην επίδειξη αυτής της παραβατικής συμπεριφοράς από πλευράς του, τονίζουμε πως αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ή δικαιολογία για τη διάπραξη τόσων πολλών και σοβαρών αδικημάτων. Υπενθυμίζεται πως η εγκληματική δράση του Κατηγορούμενου, ως ήδη υπεδείχθη, λαμβανομένων υπόψιν και των προηγούμενων του καταδικών, καταλαμβάνει μια σημαντική περίοδο εντός της οποίας παρόλο που φαίνεται ότι είχε τον ίδιο εθισμό, εντούτοις δεν φαίνεται να κατέβαλε την προσπάθεια που ενδείκνυται στην περίπτωση του, (π.χ. ένταξη σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης με ψυχιατρική υποστήριξη), για να μπορέσει να επιτύχει τον απεγκλωβισμό του από τον εθισμό του από τις εξαρτησιογόνες ουσίες, οι οποίες φαίνεται να αποτελούν και τη γενεσιουργό αιτία για την επίδειξη της παραβατικής συμπεριφοράς από πλευράς του. Ως προς το νεαρό της ηλικία του, για το οποίο έγινε ιδιαίτερη μνεία από τη συνήγορο του, σημειώνουμε ότι λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο, ηλικίας 20 ετών μιας και η νεαρή ηλικία ενός Κατηγορούμενου αναγνωρίζεται ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας[8]. Σημειώνουμε ωστόσο ότι, παρόλο που η πολύ νεαρή ηλικία ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη μετριαστικά, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[9] (βλ. Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019, ημερ. 20.1.2019). Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, όπου μέσα από τα γεγονότα αλλά και τις περιστάσεις του ίδιου, προκύπτει ότι παρά το ομολογουμένως πολύ νεαρό της ηλικίας του, έχει διαπράξει μέχρι σήμερα σωρεία αδικημάτων, για τα οποία έχει τιμωρηθεί με ποινές φυλάκισης, πλην όμως ως δεικνύει η συμπεριφορά του, δεν έχει αναμορφωθεί. Παρόλα αυτά, σίγουρα η μεταχείριση του στην προκειμένη περίπτωση θα διαφέρει από την μεταχείριση της οποίας θα τύγχανε ένας ώριμος ενήλικας, αν βρισκόταν στη θέση του. Σε συνέχεια των πιο πάνω λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη, τις επιπτώσεις που αναπόφευκτα οι πράξεις του επέφεραν, στον δεσμό του με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν το μοναδικό στήριγμα που είχε, ως επίσης και το ότι δεν υπάρχει στην Κύπρο οποιοδήποτε άλλο υποστηρικτικό περιβάλλον, στο οποίο ο ίδιος να μπορεί να προσβλέπει για στήριξη μετέπειτα καθώς και ότι ο πατέρας του δεν φαίνεται, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, να θέλει να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Όλα τα παραπάνω, καθώς και η αγωνία που αναπόδραστα βιώνει για την έκβαση της παρούσας, λαμβάνονται παρομοίως υπόψη όπως επίσης και οι εν γένει δυσμενείς επιπτώσεις ενδεχόμενης φυλάκισης του στον ίδιο, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικό παράγοντα, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, τους οποίους λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση, η οποία ως είναι καλά νομολογημένο έχει πάντα τη θέση της, ακόμα και σε σοβαρές υποθέσεις όπου απαιτούνται αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 176/28, ημερ. 11.1.19). Καταλήγουμε συνεπώς ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: · Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 6 ετών. · Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην κατηγορία 2 δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στην κατηγορία 3. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Η έκτιση των ποινών μειώνεται κατά το χρόνο που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας ήτοι από τις 19.09.24. Στην παρούσα, για σκοπούς επιβολής ποινής, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση υπ' αρ.2740/23 Ε. Δ. Αμμοχώστου. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία 2. [2] Βλ. μεταξύ άλλων και Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639. [3] Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327. [4] Γενικός Εισαγγελέας v. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ.125,128. [5] Βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, , Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194 Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ
  1. [6] βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 11/21, ημερ. 4.11.
  2. [7] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. [8] βλ. Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, καθώς επίσης το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική «Sentencing in Cyprus», 2η έκδ. 2007, σελ. 88-
  2. [9] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.