← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Κ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 2325/22, 10/12/2024

Δημοκρατία ν. Κ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 2325/22, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2325/22 Δημοκρατία v. Κ.Κ. Κατηγορούμενου 10 Δεκεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Δημητρίου (για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Χρ. Δημητρίου) Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες, ήτοι: Την κατηγορία του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.115(Ι)/21 (κατηγορία 1), Την κατηγορία της απαγωγής με σκοπό να υποβληθεί πρόσωπο σε σεξουαλική κακοποίηση, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 251 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 2), Την κατηγορία της απαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 3), Την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Κεφ. 154 και του άρθρου 5 (α) του Ν. 115(Ι)/21 (κατηγορία 4). Οι ως άνω κατηγορίες, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, αποδίδουν στον Κατηγορούμενο πως στις 13.7.22 στην Αγία Νάπα, απήγαγε την Παραπονούμενη με σκοπό να την κακοποιήσει σεξουαλικά και να έλθει σε παράνομη συνουσία μαζί της και πως κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο της επιτέθηκε άσεμνα και ήλθε σε παράνομη συνουσία μαζί της χωρίς τη συναίνεση της. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.

  1. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΚΔΟΧΕΣ Συνοπτικά και προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν, σημειώνουμε πως εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν πως κατά την επίδικη ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν οδηγός ταξί, ανέλαβε υπό αυτή του την ιδιότητα, να μεταφέρει την Παραπονούμενη, (τουρίστρια από την Ελβετία), στο αεροδρόμιο Λάρνακας, με σκοπό η τελευταία να αναχωρήσει από την Κύπρο, για την πατρίδα της, αφού είχε προηγουμένως λογομαχία με τη φίλη της G.M.T. (στο εξής «Γαβριέλλα»), με την οποία βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Καθ' οδόν όμως και αφού αυτή του ζήτησε να καπνίσει, την μετέφερε εκτός της κανονικής πορείας, σε ένα απόμερο χώρο στάθμευσης, όπου παρά τις εκκλήσεις της να τη μεταφέρει στο αεροδρόμιο, λέγοντας του πως δεν ήθελε να καπνίσει εκεί και ενώ αυτή του έδειξε πως δεν επιθυμούσε καμμιά επαφή μαζί του, της επιτέθηκε άσεμνα και εν τέλει ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της, δια διείσδυσης του πέους του στον κόλπο της, χωρίς τη θέληση της. Περαιτέρω ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Παραπονούμενη βρισκόταν (ανά διαστήματα) σε τηλεφωνική σύνδεση μέσω κλήσης/βίντεοκλήσης με φίλη της στην Ελβετία (Μ.Κ.5), η οποία έχοντας αντιληφθεί ότι κάτι κακό συνέβαινε και αφού η Παραπονούμενη της απέστειλε την τοποθεσία που βρισκόταν (δυνατότητα που παρείχε το κινητό της τελευταίας), ειδοποίησε την αστυνομία με αποτέλεσμα να μεταβεί στο μέρος ο Μ.Κ.2 μαζί με τον Ε/Αστ.
  2. Εκεί σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, εντόπισαν τον Κατηγορούμενο εκτός του ταξί με κατεβασμένο το φερμουάρ του, ο οποίος τους ανέφερε ότι είχε ουρήσει ενώ σε κάποια απόσταση από τον Κατηγορούμενο και το ταξί του εντόπισαν την Παραπονούμενη, η οποία πνιγόταν σε λυγμούς και η οποία ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της. Από την άλλη, θέση της υπεράσπισης ήταν πως δεν συνέβη τίποτε εκ των όσων ισχυρίζεται η Παραπονούμενη, πως ένεκα του ότι ήθελε να καπνίσει πήγαν στον εν λόγω χώρο στάθμευσης όπου η ίδια ήταν αυτή που τον αγκάλιαζε και πως δεν υπήρξε καμμιά σεξουαλική επαφή μεταξύ τους. Ήταν περαιτέρω η θέση της υπεράσπισης (σύμφωνα με τις υποβολές που τέθηκαν στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της), πως όλα αυτά αποτελούν, σχέδιο μεταξύ της ίδιας, της φίλης Γαβριέλλας αλλά και της Μ.Κ.5, ενώ επίσης της τέθηκε η θέση πως έκανε αυτή την καταγγελία γιατί δεν ήξερε τι της γινόταν ένεκα της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν ή και διότι ήθελε να κερδίσει τη συμπάθεια (χωρίς να διευκρινιστεί ποιου), ένεκα του ότι βγήκε εκτός ορίων. Υποδείχθηκαν προς τούτο αδυναμίες στη μαρτυρία της Παραπονούμενης αλλά και αντιφάσεις, εν σχέσει με την υπόλοιπη μαρτυρία και δη τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 αλλά και κατ' ισχυρισμόν ψεύδη των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση, με την εισήγηση όπως το Δικαστήριο κρίνει αναξιόπιστη την Παραπονούμενη και εν γένει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής.
  3. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε έξι μάρτυρες και συγκεκριμένα την Αρχιαστυφύλακα 622 Σ.Π. (Μ.Κ.1), τον Αρχιαστυφύλακα 2961 Χ.Μ. (Μ.Κ.2), την Παραπονούμενη, S.R.V.D. (M.K.3), τον Αστ. 601 Α.Κ. (Μ.Κ.4), τη φίλη της Παραπονούμενης F.Α. (Μ.Κ.5) και τον Αρχιαστυφύλακα 3328 Ν.Σ. (Μ.Κ.6). Αφότου ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα σιωπής ενώ δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Κατατέθηκαν συνολικά 20 τεκμήρια, ως επίσης και διάφορες καταθέσεις ως Έγγραφα Α-Στ. Περαιτέρω κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε και εγκρίθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων, αναφορά στα οποία θα γίνει στην πορεία της απόφασης, προς αποφυγή επαναλήψεων.
  4. ΣΥΝΟΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση της Έγγραφο Α, στην οποία αναφέρει ότι ενεπλάκη στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης στις 14.7.22, ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο καθώς και φωτογραφίες του οχήματος του, ενώ ακολούθως επισκέφθηκε την Παραπονούμενη στο ξενοδοχείο διαμονής της, η οποία της απέστειλε, μέσω της εφαρμογής «Whatsapp», στο τηλέφωνο της, βίντεο και φωτογραφίες που είχε στην κατοχή της, τα οποία σχετίζονταν με την υπόθεση και ότι η ίδια αφού τα παρέλαβε, τα μετέφερε σε ένα ψηφιακό δίσκο (CD), τον οποίο η Παραπονούμενη υπέγραψε στην παρουσία της (βλ. Τεκμήριο 1.18). Ανέφερε επίσης ότι στις 16.7.22 έλαβε αριθμό φωτογραφιών από το χώρο στάθμευσης παρά τις κατοικίες «Vivo Mare» της Skyprime, καθ' υπόδειξιν του Μ.Κ.2 (βλ. Τεκμήριο 2), κατέθεσε ημερολόγιο ενεργείας (βλ. Τεκμήριο 3) με τις σημειώσεις που ετοίμασε από τα Τεκμήρια 1.18 (ψηφιακό δίσκο), 1.21 (κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από βίλα παρακείμενη στον επίδικο χώρο στάθμευσης) και 1.22 (κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από το ξενοδοχείο Leros), ενώ επίσης κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορες δειγματοληψίες που λήφθηκαν (Τεκμήρια 1.1, 1.4,1.12-1.16) καθώς και επιχρίσματα από την Παραπονούμενη (Τεκμήρια 1.5 -1.11) και τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 1.2, 1.3, 1.17). Περιπλέον κατέθεσε και δύο ψηφιακούς δίσκους με περιεχόμενο που λήφθηκε από τις ελβετικές αρχές με δικαστική συνδρομή από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.5 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 1.19 και 1.20). Πέραν των ανωτέρω, κατέθεσε το ένταλμα σύλληψης, την αίτηση προσωποκράτησης και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 5, 6 και 7 αντίστοιχα) καθώς και τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους G.A. και Μ.D. (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα), οι οποίοι είναι Ελβετοί τους οποίους η Παραπονούμενη γνώρισε στην Κύπρο και στο ξενοδοχείο των οποίων βρισκόταν κατά το επίδικο βράδυ, πριν μεταβεί στο δικό της, από όπου αναχώρησε στη συνέχεια με το ταξί του Κατηγορούμενου με προορισμό το αεροδρόμιο. Περιπλέον η Μ.Κ.1 κατέθεσε και τα Τεκμήρια 14 και 15 που αφορούν την κατάθεση που λήφθηκε από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.5 μέσω δικαστικής συνδρομής ως και φωτογραφίες που εκτύπωσε από το «Google maps» (βλ. Τεκμήρια 12 και 13) όπου φαίνονται οι τοποθεσίες που ενδιαφέρουν και η πορεία που ακολούθησε το ταξί, φεύγοντας από το ξενοδοχείο Leros, για να καταλήξει στον επίδικο χώρο στάθμευσης, ο οποίος ως εξήγησε, είναι ερημική τοποθεσία ειδικά το βράδυ. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων επί του Τεκμηρίου 1.18 (τρίτο αρχείο - βίντεο) για να της υποβληθεί πως δεν αγκαλιάζει ο Κατηγορούμενος την Παραπονούμενη στο 00:49 της διάρκειας του αρχείου. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν είχε πάει στον όροφο, για να της υποδειχθεί ότι δεν προκύπτει να είχε ερωτηθεί επί τούτου, ενώ επίσης αντεξετάστηκε ως προς το εάν η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι η φίλη της, της είχε κλέψει €1000 αλλά και ως προς τον καβγά που είχε η Παραπονούμενη με τη φίλη της στο ξενοδοχείο των δύο Ελβετών. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Β, στην οποία αναφέρει ότι κατά την 13.7.22 και ώρα 04:40, λήφθηκε πληροφορία από αλλοδαπό αριθμό τηλεφώνου, πιθανόν από Ελβετία, ότι η φίλη της τηλεφωνούσας, απήχθη από οδηγό ταξί ο οποίος την μετέφερε σε παραλιακό σημείο παρά τις βίλες «Skyprime» στην Αγία Νάπα και ήθελε να της κάνει κακό. Ανέφερε επίσης ότι μετέβη αμέσως την ίδια μέρα μαζί με τον Ε/Αστ. 5583 στο δημόσιο χώρο στάθμευσης παρά τις εν λόγω βίλες, ότι εκεί εντόπισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν εκτός του ταξί με κατεβασμένο το φερμουάρ του τζιν παντελονιού του, ότι τον ρώτησε γιατί ήταν κατεβασμένο, ότι αυτός του απάντησε «Επήα τζιαι εκατούρησα» και ότι σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σταθμευμένο ταξί και πάνω από τον πλακόστρωτο πεζόδρομο εντόπισε την Παραπονούμενη, τουρίστρια από την Ελβετία, να φορεί άσπρο μαγιό (μπικίνι) και να πνίγεται σε λυγμούς. Επίσης ανέφερε ότι μόλις κατάλαβε ότι επρόκειτο για την αστυνομία, η τελευταία ένιωσε ασφαλής, ότι πήγε κοντά στο περιπολικό, ότι ο ίδιος της είπε να ηρεμίσει, ότι τη ρώτησε τι συνέβη και ότι αυτή του απάντησε στα αγγλικά κλαίγοντας ότι ο πιο πάνω οδηγός ταξί της αφαίρεσε τα ρούχα και το κάτω μαγιό, έπαιζε το μόριο του ακουμπώντας το πάνω της (δείχνοντας του Μ.Κ.2 με το χέρι της την περιοχή των γεννητικών οργάνων) και ότι έκαναν σεξ χωρίς τη θέληση της. Περαιτέρω ανέφερε ότι αμέσως πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για την εναντίον του καταγγελία, ότι του επέστησε την προσοχή, ότι αυτός απάντησε «Είμαι οικογενειάρχης με ένα μωρό» και ότι η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε ακολούθως στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας από τον Ε/Αστ.
  5. Ανέφερε επίσης ότι ταυτόχρονα ζήτησε από τον οδηγό ταξί να μεταβεί στον εν λόγω Σταθμό για διερεύνηση του παραπόνου, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε, οπόταν με την άφιξη τους στο Σταθμό ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση ο Μ.Κ.4 του ΤΑΕ Αμμοχώστου, λόγω αρμοδιότητας. Με την προφορική του μαρτυρία, εξήγησε με περισσότερη λεπτομέρεια τι αντίκρισε φτάνοντας στον επίδικο χώρο στάθμευσης, είπε ότι η τοποθεσία ήταν ερημική, αφού πρόκειται για τα τελευταία κτίσματα της Αγίας Νάπας ενώ επίσης αναφέρθηκε και στο πώς ερμήνευσε την απάντηση του Κατηγορούμενου κατά την επίστηση της προσοχής του και επιπλέον ανέφερε ότι η Παραπονούμενη μύριζε έντονα οινοπνευματώδη ποτά αλλά παρά ταύτα είχε συναίσθηση του τόπου και του χρόνου καθώς του ότι υπέστη κάτι το ανεπιθύμητο/κακό. Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, ως προς τον ακριβή χρόνο που χρειάστηκε για να μεταβεί στο μέρος από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, ως προς το ότι ο χώρος στάθμευσης βρίσκεται δίπλα από ένα συγκρότημα κατοικιών και ήταν «ολόφωτος», ως προς την αμεσότητα της απάντησης του Κατηγορούμενου στην ερώτηση που αφορούσε το κατεβασμένο του φερμουάρ, ως προς το αν διερεύνησε τον ισχυρισμό του πως είχε ουρήσει καθώς και ως προς το αν ενημερώθηκε επί τόπου ο Κατηγορούμενος ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς το γιατί ο ίδιος κάθισε ως συνοδηγός και δεν τον άφησε να πάει μόνος του στον Σταθμό, ως προς το χρόνο που ο Κατηγορούμενος έμεινε να κάθεται εντός του περιφραγμένου χώρου του Σταθμού, για να του υποβληθεί πως έμεινε εκεί για έξι ώρες χωρίς να τον προσεγγίσει οποιοσδήποτε από τους αστυνομικούς για να τον ρωτήσει αν ήθελε οποιαδήποτε βοήθεια, ενώ επίσης του τέθηκε πως τα δικαιώματα του του δόθηκαν έξι ώρες μετά, κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης. Επίσης του υποβλήθηκε ότι η Παραπονούμενη ήταν «στρακόττο», εξ ου και μπήκε στο ταξί για να πάει στο αεροδρόμιο φορώντας μαγιό μπικίνι, όπου ανέφερε πως για τον ίδιο σημασία είχε πως η κοπέλα επικοινωνούσε μαζί του και έδινε σημασία στα λόγια του, κάτι που δεν κάνει κάποιος ο οποίος είναι «στρακόττο». Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.3) υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία Έγγραφα Γ και Δ καθώς και την κατάθεση που έδωσε στις ελβετικές αρχές, Τεκμήριο 14, με την οποία ουσιαστικά παρέδωσε το κινητό της τηλέφωνο προς εξαγωγή των δεδομένων που αυτό περιείχε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Με το Έγγραφο Δ αναφέρεται στην παράδοση βίντεο και φωτογραφιών που υπήρχαν στο κινητό της τηλέφωνο προς τη Μ.Κ.1, ενώ με το Έγγραφο Γ αναφέρεται στα επίδικα γεγονότα. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ήρθε στην Κύπρο για διακοπές με τη φίλη της Γαβριέλλα στις 8.7.22 και περιγράφει τα γεγονότα που κατέληξαν στη σεξουαλική επαφή της με τον Κατηγορούμενο κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 13.7.22, χωρίς τη συναίνεση της. Αναφέρει εν συντομία πως προηγουμένως είχαν βγει έξω με δύο ομοεθνείς τους, τους οποίους είχαν γνωρίσει στις 12.7.22, ότι στη συνέχεια κατέληξαν στο ξενοδοχείο τους, ότι εκεί είχε μια έντονη λογομαχία με τη φίλη της Γαβριέλλα, ότι εξ αιτίας αυτής αποφάσισε να διακόψει τις διακοπές της και να επιστρέψει στην Ελβετία και ότι έφυγε από το εν λόγω ξενοδοχείο με σκοπό να επιστρέψει στο δικό της, να πάρει τα πράγματα της και να πάει στο αεροδρόμιο. Αναφέρει επίσης πως βγαίνοντας από το ξενοδοχείο των Ελβετών βρήκε τον Κατηγορούμενο με το ταξί του, ο οποίος τη μετέφερε στο ξενοδοχείο διαμονής της (Leros), όπου ανέβηκε για να πάρει τα πράγματα της, ότι ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο επέστρεψε και η Γαβριέλλα, ότι ξανασυζήτησαν και ότι ακολούθως επιβιβάστηκε στο ταξί του Κατηγορούμενου με προορισμό το αεροδρόμιο. Ανέφερε επίσης ότι στην πορεία του ζήτησε να καπνίσει, ότι αυτός σταμάτησε σε μια ερημική τοποθεσία και ότι εκεί εν τέλει, ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέλησή της. Θέση της ήταν επίσης πως ήταν σε επικοινωνία μέσω κλήσης ή και βιντεοκλήσης με τη Μ.Κ.5 που βρισκόταν στην Ελβετία, ότι αυτή αντελήφθη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία προσήλθε στο μέρος και τους εντόπισε. Με την προφορική της μαρτυρία ανέφερε ότι η στιγμή της άφιξης της αστυνομίας, ήταν μια από τις πιο ευχάριστες στιγμές στη ζωή της ενώ περαιτέρω αναφέρθηκε στην αιτία του τσακωμού της με τη Γαβριέλλα, στην κατανάλωση αλκοόλης, στα βίντεο που εξήχθησαν από το κινητό της (βλ. Τεκμήριο 1.18), αναγνωρίζοντας πως το 4ο αρχείο του εν λόγω τεκμηρίου, αποτυπώνει ηχητικά τη στιγμή της σεξουαλικής επαφής, ότι το τρίτο αρχείο (βίντεο), που λήφθηκε από τη Μ.Κ.5 ενόσω συνομιλούσαν, αποτυπώνει τις αμέσως επόμενες στιγμές, όπου ο Κατηγορούμενος επιχείρησε ξανά να έχει σεξουαλική επαφή μαζί της, χωρίς όμως να τα καταφέρει καθώς και ότι μετά από αυτό η ίδια προσπάθησε να φύγει από κοντά του και να απομακρυνθεί και ότι αμέσως μετά έφτασε η αστυνομία. Επίσης σχολίασε και τα υπόλοιπα βίντεο, εξήγησε με περαιτέρω λεπτομέρεια τα πλάνα από το ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου Leros (Τεκμήριο 1.22), τον λόγο για τον οποίο ανέφερε στη φίλη της Γαβριέλλα, στη συνέχεια «νομίζω ότι βιάστηκα», ενώ επίσης αναφέρθηκε και στις ψυχολογικές επιπτώσεις που είχε στην ίδια το συμβάν καθώς και ότι παρακολουθείται από ψυχίατρο (βλ. Τεκμήριο 18), ότι δεν σύναψε ασφάλεια που να καλύπτει βιασμό, ότι πρώτη φορά ακούει τέτοιο πράγμα και ότι εξ όσων η ίδια γνωρίζει, τέτοια ασφάλεια δεν υπάρχει στην Ελβετία. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το λόγο του τσακωμού στο ξενοδοχείο των Ελβετών, αναφορικά με τη φύση της σχέσης της με τη Μ.Κ.5, για την κατανάλωση αλκοόλης ως και για την εν γένει κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Περαιτέρω αντεξετάστηκε αναφορικά με το εάν η φίλη της Γαβριέλλα της έκλεψε €1000 ή άλλο χρηματικό ποσό, για το αν έκλαιγε ασταμάτητα από την ώρα που έφυγε από το ξενοδοχείο των Ελβετών, για το εάν η φίλη της Γαβριέλλα προσπάθησε να τη μεταπείσει από του να μπει στο ταξί του Κατηγορούμενου, ως προς το τι διημείφθη για να καταλήξουν στον επίδικο χώρο στάθμευσης, ως προς το λόγο για τον οποίο θα πήγαινε στο αεροδρόμιο με μπικίνι, αν πανικοβλήθηκε λόγω του ότι δεν έβρισκε το διαβατήριο της, αν αγκάλιασε τον Κατηγορούμενο ή και τον Αστυνομικό που ήρθε αργότερα και αν μετά την καταγγελία συζήτησε το συμβάν με οποιοδήποτε. Αντεξετάστηκε επιπλέον ως προς το γιατί δεν εγκατέλειψε το μέρος ή δεν προσπάθησε να απομακρυνθεί από το ταξί, για να της υποβληθεί ότι αφού είχε κινηθεί 50 μέτρα μακριά, υπήρχε δυνατότητα να απομακρυνθεί, όπου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να έρχεται προς το μέρος της και ότι εν πάση περιπτώσει το μέρος της ήταν άγνωστο. Της υποβλήθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι εσκεμμένα ανέφερε ότι ο ισχυριζόμενος βιασμός διήρκεσε μερικά δευτερόλεπτα και ότι ο Κατηγορούμενος δεν την κρατούσε σφιχτά, έτσι ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν θα εντοπιζόταν γενετικό υλικό ή κακώσεις. Ως προς το λόγο δε της καταγγελίας της υποβλήθηκε ότι η καταγγελία οργανώθηκε μεταξύ της ίδιας και της Μ.Κ.5, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, της υποβλήθηκε ότι οργανώθηκε μεταξύ της ίδιας, της Μ.Κ.5 αλλά και της Γαβριέλλας. Για το ίδιο ζήτημα της υποβλήθηκε επίσης ότι κατήγγειλε βιασμό επειδή δεν ήξερε τι της γινόταν ή και «για να κερδίσει τη συμπάθεια», επειδή βγήκε εκτός ορίων. O M.K.4 υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Ε, στην οποία αναφέρει ότι στις 13.7.22 και περί ώρα 05:00, πληροφορήθηκε από τον Μ.Κ.2 ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας υπάρχει μια αλλοδαπή κοπέλα, η οποία εντοπίστηκε από το περίπολο τους κατόπιν πληροφορίας που έλαβαν ότι πιθανόν να απήχθη και να έπεσε θύμα βιασμού. Ανέφερε επίσης ότι στις 05:20 μετέβη στον εν λόγω Σταθμό, όπου συνάντησε την Παραπονούμενη, ότι αυτή του ανέφερε ότι βιάστηκε από τον οδηγό ταξί ο οποίος θα την μετέφερε στο αεροδρόμιο, ότι του υπέδειξε από το παράθυρο του Σταθμού ένα πρόσωπο το οποίο καθόταν σε παγκάκι, ως το πρόσωπο το οποίο τη βίασε καθώς και ένα ταξί χρώματος άσπρου με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, ως το ταξί που τη μετέφερε. Επίσης ανέφερε ότι ακολούθως ο ίδιος αφού πλησίασε το εν λόγω πρόσωπο, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, ότι τον ρώτησε τα προσωπικά του στοιχεία και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, ότι αυτός του ανέφερε ότι είναι οδηγός ταξί και ότι το ταξί είναι δικό του, ότι τον πληροφόρησε για την καταγγελία που υπάρχει εναντίον του και ότι αφού του επέστησε προφορικά την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Εγώ εν έκαμα τίποτε». Στη συνέχεια παρέμεινε στο μέρος ώσπου έφτασαν ο Α/Αστ. 1099 και ο Μ.Κ.6, για τη συνέχιση των εξετάσεων. Με την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι πηγαίνοντας περιμετρικά γύρω από το ταξί αντιλήφθηκε στη θέση του συνοδηγού την πινακίδα ταξί να βρίσκεται τοποθετημένη εκεί καθώς και ένα προφυλακτικό κλειστό μέσα στο περιτύλιγμα του, ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο για το προφυλακτικό και την πινακίδα και αυτός του ανέφερε ότι όταν πηγαίνει αεροδρόμιο έτσι κάνει, δηλαδή αφαιρεί την πινακίδα του ταξί από το όχημα του, ενώ για το προφυλακτικό δεν απάντησε κάτι. Ανέφερε περαιτέρω πως δεν μπορεί να γνωρίζει πότε αφαίρεσε την πινακίδα στην προκειμένη περίπτωση αλλά ότι με βάση το τι του είπε, θεώρησε πως την αφαίρεσε κατά την παραλαβή της Παραπονούμενης για να την μεταφέρει στο αεροδρόμιο. Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το αν η Παραπονούμενη γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, ως προς την ενδυμασία της και αν μύριζε αλκοόλ, ενώ επίσης του υπεβλήθη ότι η Παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση μέθης και ότι το σοκ της οφειλόταν στην κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλης και όχι στον ισχυριζόμενο βιασμό της. Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς την παράλειψη του να καταγράψει στην κατάθεση του τα όσα ανέφερε για το προφυλακτικό και την πινακίδα, για να του υποβληθεί πως όσα ανέφερε αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του και πως την πινακίδα ο Κατηγορούμενος την αφαίρεσε στον αστυνομικό σταθμό, όταν θα ασφαλιζόταν από την αστυνομία το ταξί. Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς το εάν τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και δη το δικαίωμα για πρόσβαση σε δικηγόρο ως ύποπτος, όπου ανέφερε πως τον ενημέρωσε προφορικά, για να του υποβληθεί πως δεν αναφέρει στην κατάθεση του οτιδήποτε για προφορική ενημέρωση περί των δικαιωμάτων του και πως δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια. Η Μ.Κ.5 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στις ελβετικές αρχές, Τεκμήριο 15, στην οποία αναφέρεται στη στενή φιλική σχέση που είχε για χρόνια με την Παραπονούμενη και περιγράφει τα γεγονότα της 13.7.22, ως η ίδια τα αντελήφθη. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ότι γύρω στις 03:00 ένιωσε την ανάγκη να τηλεφωνήσει στην Παραπονούμενη και να μιλήσει μαζί της μέσω της εφαρμογής «Whatsapp» για να την ρωτήσει πως περνούσε στις διακοπές της στην Κύπρο αλλά και διότι είχε υπόψη της ότι ήδη από πριν τις 13.7.22, η Παραπονούμενη είχε μια διαφωνία με τη φίλη της Γαβριέλλα, με την οποία είχε έρθει για διακοπές στην Κύπρο και ήταν πολύ στεναχωρημένη για αυτό. Αναφέρει επίσης ότι πράγματι συνδέθηκαν δια βιντεοκλήσης, ότι μέσω αυτής διαπίστωσε ότι είχε μια έντονη διαφωνία με την Γαβριέλλα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου όπου διέμεναν δυο άλλοι Ελβετοί φίλοι τους, ότι η Παραπονούμενη αφού βγήκε από το δωμάτιο των αγοριών πήρε ταξί για να πάει στο ξενοδοχείο της, με σκοπό να πάρει τα πράγματα της και να αναχωρήσει από την Κύπρο ενωρίτερα και ότι ο ταξιτζής για τρία λεπτά περίπου έδινε την εντύπωση ότι δεν γνώριζε που ήταν το ξενοδοχείο ή δεν καταλάβαινε την Παραπονούμενη ή δεν ήθελε να την καταλάβει παρόλο που η τελευταία ήταν ξεκάθαρη μαζί του ως προς το πού ήθελε να πάει. Εν τέλει η ίδια αφού έκανε σχετική έρευνα, του υπέδειξε τη σωστή διεύθυνση και τότε κατάλαβε που έπρεπε να την πάρει. Περαιτέρω αναφέρεται στα γεγονότα που αντελήφθη να διαδραματίζονται πάλι μέσω βιντεοκλήσης στο ξενοδοχείο της Παραπονούμενης, για να καταλήξει ότι αφού η Παραπονούμενη μάζεψε τα πράγματα της πήγε στο ταξί, ότι ο ταξιτζής ρώτησε την Παραπονούμενη αν ήθελε να καθίσει δίπλα του (μπροστά), πράγμα που έκανε παρά τις αντίθετες προτροπές της ίδιας, ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής η Παραπονούμενη ρώτησε τον ταξιτζή αν μπορούσε να καπνίσει, ότι αυτός δεν της επέτρεψε και ότι εν τέλει σταμάτησε το ταξί σε ένα σημείο που η ίδια υπολόγισε πως ήταν «στη μέση του πουθενά». Ακολούθως ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της είπε ότι την πλησιάζει κάτι που συνέχιζε να επαναλαμβάνει και στη συνέχεια εξιστορεί τα όσα αντελήφθη ότι συνέβησαν και τα οποία την ώθησαν να διακόψει την κλήση μαζί της και να και επικοινωνήσει με την αστυνομία της Κύπρου. Ακολούθως ανέφερε ότι μετά που κάλεσε την αστυνομία, της τηλεφώνησε ξανά για να της πει ότι η αστυνομία ήταν καθ' οδόν, διαπίστωσε πως βρισκόντουσαν έξω από το ταξί και εξ αιτίας των όσων αντιλαμβανόταν, μεταξύ των οποίων και την Παραπονούμενη η οποία αντιδρούσε και φώναζε «no no stop nein stop it», κάλεσε ξανά την αστυνομία, λέγοντας τους ότι πρέπει να κάνουν γρήγορα γιατί τη βιάζει. Μετά την ξαναπήρε τηλέφωνο και παρέμεινε μαζί της σε κλήση μέχρι που έφτασε η αστυνομία. Με την προφορική της μαρτυρία ανέφερε ότι παρά τη στενή σχέση που είχαν εν τέλει από τις 21.4.24 χώρισαν οι δρόμοι τους γιατί είχαν διαφορετικές αντιλήψεις, ότι ο λόγος της αναστάτωσης της Παραπονούμενης δεν προέκυψε από κάτι που η ίδια της ανέφερε αλλά από τη διαμάχη της με τη Γαβριέλλα, ότι βρισκόταν σε διαρκή σύνδεση μαζί της από τη στιγμή που βρισκόταν στο ξενοδοχείο των Ελβετών και πως η συνομιλία τους διακόπηκε περί τα 15 λεπτά μετά που έφυγε από το ξενοδοχείο της και τούτο για να καλέσει η ίδια την αστυνομία και πως σε όλη αυτή την ώρα είχε ήχο και εικόνα εκτός από κάποιες στιγμές που είχε κάποιες μικροδιακοπές που οφείλονταν σε κακή σύνδεση. Επίσης ως προς την αναφορά της στην κατάθεση της για πολλαπλούς βιασμούς ανέφερε ότι αυτό ήταν δική της εντύπωση, ότι δεν της είπε η Παραπονούμενη για πολλούς βιασμούς ούτε της ανέφερε κατά τη διάρκεια της σύνδεσης τους πως τη βίασε αλλά το έμαθε όταν πλέον πήγε στην αστυνομία και μετά όταν επέστρεψε στην Ελβετία. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της προβλήθηκε επίσης το Τεκμήριο 1.18 και εξήγησε τα αρχεία που είχε καταγράψει η ίδια (δηλ. το 3ο, 5ο, 7ο, 9ο και 11ο). Αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την αναφορά της στην Παραπονούμενη ως «συνάδελφο», για την αναφορά της ότι σπούδασε σε σχολή για να γίνει οδοντοτεχνίτης (ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι δεν σπούδασε), ως προς τον λόγο που πήρε τηλέφωνο την Παραπονούμενη επίδικη βραδιά, ενώ επίσης αντεξετάστηκε ως προς τον λόγο που η Παραπονούμενη είχε διαφορές με τη Γαβριέλλα, ως προς τη σεξουαλική προτίμηση της Παραπονούμενης, το ζήτημα της κλοπής των €1000, το εάν η Παραπονούμενη καταναλώνει αλκοολούχα ποτά, ως επίσης και αναφορικά με τη θέση της ότι έκανε έρευνα και κατέληξε ότι το αεροδρόμιο Λάρνακας από το ξενοδοχείο Leros απείχε επτά λεπτά. Αντεξετάστηκε περιπλέον ως προς την αναφορά της σε πολλαπλούς βιασμούς στην κατάθεση της, όπου επέμεινε ότι οι πολλαπλοί βιασμοί ήταν συμπέρασμα δικό της. Ο Μ.Κ.6, υιοθέτησε την κατάθεση του Έγγραφο Στ, στην οποία αναφέρει ότι στις 13.7.22 και περί ώρα 07:30 μετέβη μαζί με τον Α/Αστ. 1099 στον Αστ. Σταθμό Αγίας Νάπας στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης βιασμού, ότι φτάνοντας εκεί ο Μ.Κ.4 τους υπέδειξε τον Κατηγορούμενο λέγοντας του ότι ήταν ύποπτος για τον ισχυριζόμενο βιασμό, ότι αφού τον ενημέρωσε για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή ανέφερε, «Εγιώ εν έκαμα τίποτε» και ότι ακολούθως την ίδια μέρα και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του (βλ. Τεκμήριο 20) και στην παρουσία του ερεύνησε το ταξί και παρέλαβε διάφορες δειγματοληψίες ως τεκμήρια, πληροφορώντας σχετικά τον Κατηγορούμενο κάθε φορά, εφιστώντας του (κάθε φορά), την προσοχή του στον Νόμο, χωρίς αυτός να απαντήσει οτιδήποτε. Ανέφερε επίσης ότι στον αποθηκευτικό χώρο του ταξί στο πίσω μέρος εντόπισε μια ταξιδιωτική βαλίτσα η οποία ήταν ανοικτή καθώς και μια γυναικεία τσάντα ώμου, ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο ποιου είναι, ότι αυτός του ανέφερε ότι είναι της κοπέλας που θα μετέφερε στο αεροδρόμιο και ότι ακολούθως παρέδωσε στην Παραπονούμενη τα εν λόγω αντικείμενα. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα της σύλληψης του Κατηγορούμενου καθώς και στα όσα αφορούσαν την ιατροδικαστική εξέταση του αργότερα την ίδια μέρα. Περιπλέον είδε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι αναγνωρίζει το αυτοκίνητο ταξί του Κατηγορούμενου και τα αντικείμενα που φαίνονται στη θέση του συνοδηγού, ότι είχε πληροφορηθεί από τον Μ.Κ.4 ότι, όταν ο τελευταίος είδε τα αντικείμενα αυτά, ρώτησε τον Κατηγορούμενο για ποιο λόγο βρίσκεται το προφυλακτικό εκεί και απ' ότι θυμόταν δεν έδωσε απάντηση. Αντεξετάστηκε ως προς το ποιος και πότε έβγαλε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2, όπου ανέφερε πως τις έβγαλε η Αστ. 622 Σ.Π. την ώρα που έκαναν την έρευνα, για να του υποβληθεί πως η ίδια ανέφερε πως έβγαλε τις φωτογραφίες την επόμενη μέρα, ενώ επίσης αντεξετάστηκε ως προς το εάν ο ίδιος ρώτησε τον Κατηγορούμενο γιατί βρισκόταν εκεί το προφυλακτικό για να του υποβληθεί πως δεν τον ρώτησε επειδή δεν υπήρχε προφυλακτικό, πως τον ενημέρωσε πρόσφατα ο συνάδελφος του για αυτό το ζήτημα και πως εσκεμμένα τοποθετήθηκε εκεί για να τον ενοχοποιήσει. Αντεξετάστηκε επιπρόσθετα ως προς το εάν τον ρώτησε για την επιγραφή «TAXI» και γιατί δεν βρισκόταν στην οροφή, για να του υποβληθεί ότι επειδή η επιγραφή λειτουργεί με μαγνήτη, την έβγαλε ο Κατηγορούμενος για λόγους ασφαλείας, όταν το ταξί δεν ήταν πλέον σε χρήση αλλά και διότι θα οδηγούσε ο γιος του το όχημα του για να το μετακινήσει εκτός του Σταθμού. Περαιτέρω αντεξετάστηκε ως προς την ενημέρωση του Κατηγορούμενου για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, όπου ανέφερε ότι το πληροφορήθηκε όταν συνελήφθη αλλά και πιο πριν όταν θα διενεργείτο έρευνα.
  6. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  7. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ν' αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και ν' απορρίπτει το υπόλοιπο μέρος αυτής ως αναξιόπιστο, ενεργώντας αναλόγως. Για μερική αποδοχή μαρτυρίας, χρειάζεται βεβαίως ικανή αιτιολόγηση από το Δικαστήριο[1]. Ι. Καταγγελία- Διερεύνηση (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6) Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, ήταν αστυνομικοί που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης, ο Μ.Κ.2 έχοντας μεταβεί στο χώρο όπου διαδραματίστηκαν τα επίδικα γεγονότα τις πρώτες πρωïνές ώρες της 13.7.22, οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 στον αστυνομικό σταθμό όπου οι εμπλεκόμενοι μετέβησαν στη συνέχεια και η Μ.Κ.1 την επόμενη μέρα, 14.7.
  8. Κοινό παρονομαστή όμως για όλους, αποτελεί το γεγονός πως κανένας εξ αυτών δεν γνώριζε οποιοδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητους μάρτυρες, που μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Ως προς τα σημεία της μαρτυρίας τους, που ανέδειξε η υπεράσπιση ως προβληματικά, με την εισήγηση ότι καταδεικνύουν αναξιοπιστία ή και έλλειψη αντικειμενικότητας ή και μεροληψία εκ μέρους τους, σημειώνουμε πως ως καταδεικνύεται και από τα όσα ακολουθούν, δεν είναι στην πραγματικότητα τέτοια. Γενικώς, μπορούμε να πούμε ότι η μαρτυρία όλων των μαρτύρων που ενεπλάκησαν στη διερεύνηση, χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Η δε βασιμότητα των όσων ανέφεραν, επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή, προφορική και πραγματική. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που αφορά στη διερεύνηση της υπόθεσης, παρέμεινε, ως θα διαφανεί και από την ανάλυση που έπεται, αναντίλεκτο. Λήψη της πληροφορίας - Μετάβαση στον επίδικο χώρο στάθμευσης Σε ό,τι αφορά το στάδιο αυτό, πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί πως δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, ότι κατά την 13.7.22 και περί ώρα 04:40, λήφθηκε συγκεκριμένη πληροφορία, από αλλοδαπό αριθμό τηλεφώνου, η οποία, ως διαφάνηκε στη συνέχεια και δεν αμφισβητήθηκε, προερχόταν από την Μ.Κ.5, η οποία βρισκόταν κατά το δεδομένο χρόνο στην Ελβετία. Επίσης αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι σύμφωνα με την εν λόγω πληροφορία, μια φίλη της τηλεφωνούσας, η οποία ως επίσης διεφάνη στη συνέχεια επρόκειτο για την Παραπονούμενη, απήχθη από οδηγό ταξί ο οποίος την μετέφερε σε παραλιακό σημείο και ήθελε να της κάνει κακό. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.2, ότι ο ίδιος και ο Ε/Αστ. 5583, αναχώρησαν μαζί προς εντοπισμό της εν λόγω κοπέλας, την οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι εν τέλει εντόπισαν σε χώρο στάθμευσης, παρά τις βίλες «Skyprime», λίγα λεπτά μετά τις 5 π.μ. της ίδιας μέρας. Βεβαίως ο Μ.Κ.2 αντεξετάστηκε εν σχέσει με το χρόνο που χρειάστηκε για να φτάσει στον ως άνω χώρο στάθμευσης, με το συνήγορο υπεράσπισης να του αναφέρει ότι χρειαζόταν 3-4 λεπτά και τον ίδιο να διαφωνεί, αφού ως πειστικά εξήγησε, η αρχική πληροφορία ανέφερε ότι η γυναίκα που απήχθη βρισκόταν στην παραλία «Άμμος του Καμπούρη», η οποία ευρίσκεται ενδιάμεσα του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας και των «Skyprime Villas», και απέχει από τις εν λόγω βίλες περί τα τρία χιλιόμετρα. Παράλληλα και ευλόγως, επεσήμανε πως κατά το στάδιο που κατευθύνονταν προς την αρχική τοποθεσία («Άμμο του Καμπούρη»), βρίσκονταν σε περιπολία για να εντοπίσουν το όχημα για το οποίο έκανε λόγο η πληροφορία, εννοώντας, ως ήταν προφανές, πως ένεκα τούτου κινούντο πιο αργά. Αυξάνοντας έτσι, ως ήταν αναμενόμενο και το χρόνο που χρειάστηκαν με τον συνάδελφο του για να φτάσουν στον επίμαχο χώρο στάθμευσης. Ως δε εν τέλει ειλικρινώς ανέφερε ο Μ.Κ.2, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τον ακριβή χρόνο που χρειάστηκε για να φτάσουν στο εν λόγω σημείο και περιορίστηκε να τον προσδιορίσει κατά προσέγγιση, στα 15 λεπτά περίπου. Σίγουρα δεν επρόκειτο για ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης που θα αναμέναμε να θυμάται. Η δε θέση του πως χρειάστηκε περισσότερο χρόνο (από τέσσερα λεπτά) για να φτάσει, επιβεβαιώνεται από μη αμφισβητηθείσα (πραγματική) μαρτυρία και δη από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, που λήφθηκε από μια εκ των κατοικιών του παρακείμενου συγκροτήματος, ήτοι τη «Villa Fortuna» (βλ. Τεκμήριο 1.21), εξ ου και την αποδεχόμαστε. Σύμφωνα λοιπόν με το Τεκμήριο 1.21, το περιπολικό στο οποίο επέβαινε ο Μ.Κ.2 με τον προαναφερθέντα συνάδελφο του, φαίνεται να φτάνει στον εν λόγω χώρο στάθμευσης στις 05:04, δηλαδή περί τα 24 λεπτά μετά τη λήψη της πληροφορίας. Σχετικό είναι το αρχείο 18 του Τεκμηρίου 1.21, που φέρει διακριτικά ch5_20220713042321, τα οποία ως διευκρινίστηκε μέσω παραδεκτών γεγονότων αντιστοιχούν στο έτος

(2022), στο μήνα
(07), στην ημερομηνία
(13)και στην ώρα που αρχίζει η καταγραφή του βίντεο (04:23:21), η οποία ως επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, είναι 40 λεπτά πίσω από την κανονική. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, η ώρα καταγραφής στο εν λόγω αρχείο αρχίζει στις 05:03:21 (04:23:21 συν 00:40 λεπτά) και μετά από ένα λεπτό και οκτώ δευτερόλεπτα καταγραφής (video duration), δηλαδή όταν η (πραγματική) ώρα γίνεται 05:04:29, το περιπολικό της Αστυνομίας εμφανίζεται κατευθυνόμενο προς τον επίδικο χώρο στάθμευσης, κάτι το οποίο επίσης συνάδει και με την καταγραφή της Μ.Κ.1 στο ημερολόγιο ενεργείας, (βλ. Τεκμήριο 3, σελίδα 1, καταχώρηση υπ' αριθμόν 3). Επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Μ.Κ.2, πως ο εν λόγω χώρος στάθμευσης ήταν δημόσιος και πάντως δεν ήταν ο χώρος στάθμευσης των ενοίκων του παρακείμενου συγκροτήματος κατοικιών, οι οποίες κατοικίες εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει ενώπιον μας μαρτυρία κατά πόσον κατοικούντο κατά τον δεδομένο χρόνο. Βέβαια του τέθηκε ότι ο επίμαχος χώρος ήταν «ολόφωτος» από τα κτήρια, όπου με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια δέχθηκε, ότι υπήρχε φωτισμός αλλά δεν αποδέχθηκε - και ευλόγως- ότι ήταν «ολόφωτος» ο χώρος. Και λέγουμε ευλόγως, εφόσον η θέση του επιβεβαιώνεται ως εκ της πραγματικής μαρτυρίας (βλ. Τεκμήριο 1.18 αρχεία 2, 3, 6-11), μέσα από την οποία επαληθεύεται και η θέση του ότι επρόκειτο για ερημική τοποθεσία, και δη για πλακόστρωτο χώρο, εφαπτόμενο με τα τελευταία κτίσματα της Αγίας Νάπας (βλ. επίσης προς τούτο και το Τεκμήριο 12), περιτριγυρισμένο από βράχους, μεγάλες πέτρες και φοινικόδεντρα, ως δηλαδή ακριβώς εμφαίνεται και στα ως άνω αρχεία του Τεκμηρίου 1.18 αλλά και στις φωτογραφίες Τεκμήριο
  1. Ανάλογη ήταν βέβαια και η μαρτυρία του Μ.Κ.6 αλλά και της Μ.Κ.1 η οποία έλαβε και τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2 και η οποία πειστικά εξήγησε πως ο επίδικος χώρος στάθμευσης είναι ερημική τοποθεσία ειδικά το βράδυ, αφού πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο στάθμευσης όπου το βράδυ δεν πηγαίνει κόσμος στην παραλία, οι δε ένοικοι των παρακείμενων κατοικιών δεν σταθμεύουν εκεί τα οχήματα τους. Περιπλέον εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συναφώς περαιτέρω εύρημα μας, πως φτάνοντας εκεί εντόπισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν εκτός του ταξί με κατεβασμένο το φερμουάρ του τζιν παντελονιού του, ότι τον ρώτησε γιατί ήταν κατεβασμένο, ότι αυτός του απάντησε «Επήα τζιαι εκατούρησα» και ότι σε κάποια απόσταση από το σταθμευμένο ταξί και πάνω από τον πλακόστρωτο πεζόδρομο εντόπισε την Παραπονούμενη, τουρίστρια από την Ελβετία, να φορεί άσπρο μαγιό (μπικίνι) και να πνίγεται σε λυγμούς. Ως προς το ζήτημα του εάν ο Κατηγορούμενος ανέφερε ταυτόχρονα με την ερώτηση που αφορούσε το κατεβασμένο του φερμουάρ, την απάντηση «Επήα τζιαι εκατούρησα», πρέπει να πούμε ότι, για όποια σημασία έχει, αποδεχόμαστε τη θέση του Μ.Κ.2, ο οποίος με χαρακτηριστική αμεσότητα και παραστατικότητα, ανέφερε ότι όταν τέθηκε στον Κατηγορούμενο η εν λόγω ερώτηση, σάστισε, δηλαδή τα έχασε, αφού δεν περίμενε την ερώτηση που του έγινε. Μάλιστα απαντώντας ο μάρτυρας, εντελώς αυθόρμητα, μας μετέφερε και την κίνηση που έκανε ο Κατηγορούμενος, κοιτάζοντας το φερμουάρ του. Κίνηση η οποία, αφενός παραπέμπει σε περιγραφή γεγονότος από πρόσωπο που πράγματι βίωσε το εν λόγω γεγονός και αφετέρου συνάδει με τη θέση του Μ.Κ.2 πως ο Κατηγορούμενος δεν περίμενε τη συγκεκριμένη ερώτηση, εξ ου και δεν έδωσε αμέσως την προαναφερθείσα απάντηση. Η όποια όμως καθυστέρηση τυχόν παρατηρήθηκε στην ανταπόκριση του Κατηγορούμενου, είναι γεγονός πως μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Εξ ου και δεν μπορούμε να εξαγάγουμε, σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο, οποιοδήποτε συμπέρασμα εξ αυτής, ούτε όμως και από το ίδιο το γεγονός του εντοπισμού του Κατηγορούμενου με κατεβασμένο το φερμουάρ. Και τούτο αφού, ως με ειλικρίνεια παραδέχθηκε και ο Μ.Κ.2, δεν μπόρεσε κατά το δεδομένο χρόνο να διερευνήσει επί της ουσίας τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου πως είχε ουρήσει, αφού η Παραπονούμενη τον κρατούσε αγκαλιά και έκλαιγε με λυγμούς. Στρεφόμενοι τώρα στα όσα ανέφερε σε σχέση με την Παραπονούμενη, σημειώνουμε πως η αναφορά του ότι ήταν τρομοκρατημένη και ότι βρισκόταν σε κατάσταση πανικού όταν την εντόπισε, δεν αμφισβητήθηκε, αφού καμμιά αντίθετη υποβολή του τέθηκε. Παρά ταύτα σημειώνουμε ότι έχουμε υπόψη ότι η κατάσταση σοκ στην οποία και ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι την εντόπισε στη συνέχεια στο Σταθμό, αποδόθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα (Μ.Κ.4), στην κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν η Παραπονούμενη και όχι στα όσα η ίδια ισχυρίστηκε ότι συνέβησαν. Αποτέλεσε επίσης θέση της υπεράσπισης προς την Παραπονούμενη (κατά την αντεξέταση της), πως ο λόγος της αναστάτωσης της κατά το χρόνο που βρίσκονταν στον επίδικο χώρο στάθμευσης, οφειλόταν στο ότι δεν έβρισκε το διαβατήριο της. Των πιο πάνω δεδομένων, αλλά και έχοντας ούτως ή άλλως υπόψη πως το ζήτημα αυτό, του λόγου δηλαδή της αναστάτωσης ή του πανικού της, θα πρέπει να κριθεί με αναφορά στη μαρτυρία της ίδιας της Παραπονούμενης, σημειώνουμε πως δεν αποφαινόμαστε στο στάδιο αυτό ως προς το λόγο που βρισκόταν στην κατάσταση που περιέγραψαν οι μάρτυρες και που δεχόμαστε και εμείς στη βάση των ανωτέρω, πως πράγματι βρισκόταν η Παραπονούμενη. Στο ζήτημα αυτό, θα επανέλθουμε κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας. Τώρα, ως προς τη θέση του Μ.Κ.2 ότι η Παραπονούμενη μύριζε έντονα οινοπνευματώδη ποτά, αυτή δεν αμφισβητήθηκε και την αποδεχόμαστε. Σημειώνουμε παράλληλα πως την θεωρούμε και ενδεικτική της προσπάθειας του να παρουσιάσει τα γεγονότα ως ακριβώς τα αντελήφθη, χωρίς ωραιοποιήσεις ή παραλείψεις που θα βοηθούσαν, ενδεχομένως, τη μία ή την άλλη πλευρά και δη την πλευρά της Παραπονούμενης. Ανέφερε βέβαια παράλληλα, ότι παρά το πιο πάνω γεγονός, εντούτοις η Παραπονούμενη είχε συναίσθηση του τόπου και του χρόνου καθώς και του ότι υπέστη κάτι το ανεπιθύμητο, ότι δηλαδή κάποιος της έκανε κακό, αφού ως πειστικά εξήγησε, τούτο ήταν κάτι που αντελήφθη από τη συνομιλία που είχε μαζί της, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος συνεννοείτο κανονικά και χωρίς πρόβλημα. Δεν παρέλειψε βέβαια ν' αναφέρει, με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, πως η Παραπονούμενη δεν μιλούσε πάρα πολύ καλά αγγλικά αλλά μόνο σε βαθμό αρκετό για να επιτευχθεί επικοινωνία μεταξύ τους[2]. Τόνισε δε πως το γεγονός πως μπήκε στο ταξί για να πάει στο αεροδρόμιο με το μπικίνι δεν υποδηλούσε πως ήταν «στρακόττο», ως του υποβλήθηκε, αφού για τον ίδιο σημασία είχε πως η κοπέλα επικοινωνούσε μαζί του και έδινε σημασία στα λόγια του, κάτι που όπως λογικά υποστήριξε, δεν κάνει κάποιος ο οποίος είναι «στρακόττο». Η δε συνέχεια της μαρτυρίας του, με την οποία αναφέρθηκε στη συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη, συνάδει πλήρως με τις πιο πάνω τοποθετήσεις του, τις οποίες αποδεχόμαστε. Προτού όμως υπεισέλθουμε σε αυτήν, είναι ουσιώδες να σημειώσουμε πως παρέμεινε αναντίλεκτη και η θέση του Μ.Κ.2 πως αρχικά, όταν φώναξε μια με δυο φορές «Αστυνομία» στα αγγλικά, η Παραπονούμενη απομακρυνόταν από αυτόν δείχνοντας να μην τον εμπιστεύεται, αλλά όταν επανέλαβε κάποιες φορές τη φράση «Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω», πλησίασε το περιπολικό, πήγε κοντά στον Μ.Κ.2, τον έπιασε από τον ώμο και τον αγκάλιασε πνιγμένη σε λυγμούς. Ως προς τη συζήτηση τώρα που είχαν μεταξύ τους, δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του Μ.Κ.2 ότι όταν η Παραπονούμενη πήγε κοντά στο περιπολικό, ο ίδιος της είπε να ηρεμίσει, ότι αυτή κάθισε στο κάθισμα πίσω από τη θέση του οδηγού, ότι τη ρώτησε τι συνέβη και ότι αυτή του απάντησε στα αγγλικά κλαίγοντας, ότι ο πιο πάνω οδηγός ταξί της αφαίρεσε τα ρούχα και το κάτω μαγιό, ότι έπαιζε το μόριο του ακουμπώντας το πάνω της (δείχνοντας του Μ.Κ.2 με το χέρι της την περιοχή των γεννητικών οργάνων) και ότι στη συνέχεια έκαναν σεξ χωρίς τη θέληση της. Όπως εξήγησε με την προφορική του μαρτυρία[3] στην ίδια γραμμή, η Παραπονούμενη του έκανε με χειρονομία την κίνηση του τραβήγματος του κάτω μέρος του ρούχου, έβαλε την παλάμη της να κοιτάζει προς το μαγιό της και έκλεισε την παλάμη της και στη συνέχεια απομάκρυνε το χέρι της πλαγίως, για να του δείξει ότι αφαιρέθηκε το εν λόγω ρούχο της και ακολούθως τέντωσε το δείκτη της, δείχνοντας τα γεννητικά της όργανα και του ανέφερε ότι έκανε σεξ χωρίς τη θέληση της, κλαίγοντας με λυγμούς. Περιπλέον αναντίλεκτη παρέμεινε η μαρτυρία του Μ.Κ.2, ότι αμέσως μετά την πιο πάνω αναφορά της Παραπονούμενης, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για την εναντίον του καταγγελία, ότι του επέστησε την προσοχή και ότι αυτός απάντησε «Είμαι οικογενειάρχης με ένα μωρό». Ωστόσο και παρά τη γενικά καλή εντύπωση που άφησε ο Μ.Κ.2, σημειώνουμε πως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την ερμηνεία που ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε στη δοθείσα, υπό του Κατηγορούμενου, απάντηση. Ότι δηλαδή, αντελήφθη από το ύφος του τελευταίου πως, με την προαναφερθείσα απάντηση σαν να του έλεγε να μην τον καταγγείλει. Και τούτο, διότι η πιο πάνω θέση αποτελεί την προσωπική αντίληψη του μάρτυρα, όσο και αν δεν αμφιβάλλουμε πως ειλικρινώς, επιχείρησε να μας την μεταφέρει. Αντίληψη η οποία ωστόσο, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν μπορεί να αποκλείσει εκ προοιμίου την ερμηνεία που έδωσε η υπεράσπιση στην εν λόγω απάντηση, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος εννοούσε πως είναι οικογενειάρχης και δεν προβαίνει σε συμπεριφορές ως αυτές που του καταλόγιζε η Παραπονούμενη. Η Αναχώρηση για τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας Σε ό,τι αφορά τώρα τη συνέχεια, παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητη η θέση του Μ.Κ.2 ότι ακολούθως αναχώρησαν όλοι για τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου, από τον οποίο ο Μ.Κ.2 ζήτησε να μεταβεί στον εν λόγω Σταθμό, για διερεύνηση του παραπόνου. Πιο συγκεκριμένα αποτέλεσε κοινό τόπο πως η Παραπονούμενη αναχώρησε μαζί με τον Ε/Αστ. 5583 με το περιπολικό, ο δε Κατηγορούμενος με το δικό του όχημα (ταξί) και τον Μ.Κ.2 ως συνοδηγό. Το γεγονός της αναχώρησης των δύο οχημάτων σύντομα μετά την άφιξη του περιπολικού στο μέρος (επτά περίπου λεπτά μετά), επιβεβαιώνεται και πάλι από το Τεκμήριο 1.21, 19ο αρχείο αυτή τη φορά, υπό στοιχεία ch5_20220713042925, το οποίο με βάση και τα όσα αναφέραμε πιο πάνω σε σχέση με το αρχείο 18 του ίδιου τεκμηρίου, τα οποία ισχύουν και εν προκειμένω, προκύπτει πως αρχίζει στις 04:29:
  2. Εφόσον δε η ώρα του εν λόγω κλειστού κυκλώματος, ως ήδη αναφέρθηκε, είναι 40 λεπτά πίσω από την πραγματική, έπεται πως η πραγματική ώρα που αρχίζει η λήψη του αρχείου αυτού είναι 05:09:
  3. Μετά από δύο λεπτά και δύο δευτερόλεπτα καταγραφής (video duration), όταν δηλαδή η πραγματική ώρα γίνεται 05:11:27, φαίνεται το άσπρο ταξί του Κατηγορούμενου να αναχωρεί από τον επίδικο χώρο στάθμευσης, ακολουθούμενο από το περιπολικό της Αστυνομίας. Πράγμα το οποίο, σημειώνεται και στο ημερολόγιο ενεργείας που ετοίμασε η Μ.Κ.1 (βλ. Τεκμήριο 3, σελ. 1, καταχώρηση υπ' αριθμόν 4). Ό,τι άλλο αξίζει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό και το οποίο συνιστά άλλη μια απτή απόδειξη της ειλικρινούς στάσης που γενικά τήρησε ο Μ.Κ.2, είναι πως δεν δίστασε να παραδεχθεί πως μετέβη μαζί με τον Κατηγορούμενο ως συνοδηγός, για να είναι βέβαιος πως πράγματι, ο τελευταίος θα μετέβαινε στον Σταθμό, ως του είχε ζητηθεί και ως ο ίδιος είχε συμφωνήσει να πράξει. Βέβαια η υπεράσπιση χρησιμοποίησε την αναφορά αυτή, για εισηγηθεί εμμέσως πλην σαφώς, πως ο Κατηγορούμενος ήταν υπό παράνομο περιορισμό ή και σύλληψη από τη στιγμή εκείνη μέχρι και το στάδιο όπου συνελήφθη με το ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 5) στις 11:32 π.μ., της 13.7.
  4. Πέραν του ότι δεν εντοπίζουμε στοιχεία που να συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο για την αποδοχή μιας τέτοιας εισήγησης, σημειώνουμε πως ήταν απόλυτα λογικό ο Κατηγορούμενος να επιλέξει συνεργαστεί με την αστυνομία στο στάδιο εκείνο, και να ακολουθήσει την έκκληση του Μ.Κ.2, είτε ήταν, είτε δεν ήταν συνοδηγός στο ταξί ο Μ.Κ.
  5. Και τούτο αφού (ο Κατηγορούμενος) γνώριζε πως η αστυνομία είχε ήδη τα στοιχεία του αλλά και του ταξί που οδηγούσε, έτσι που αν δεν συνεργαζόταν, θα μπορούσε εύκολα να ταυτοποιηθεί, να εντοπιστεί και να συλληφθεί. Πέραν όμως των πιο πάνω, το ουσιαστικότερο είναι πως, η υπεράσπιση εν τέλει εγκατέλειψε τη γραμμή αυτή κατά το στάδιο των αγορεύσεων, αφού ήταν αντιληπτό από τον κ. Δημητρίου, πως δεν θα είχε ούτως ή άλλως οποιαδήποτε σημασία η τυχόν αποδοχή της εισήγησης αυτής, με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε ενοχοποιητικό, ούτε λήφθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στο διάστημα αυτό που να επενεργεί εναντίον του, για να τίθεται θέμα να είχε οποιαδήποτε πραγματική σημασία η προώθηση της θέσης αυτής. Γι' αυτό και δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω. Η ειλικρίνεια του Μ.Κ.2 όμως ήταν εμφανής και κατά την αντεξέταση του σε σχέση με το εάν ενημερώθηκε επί τόπου ο Κατηγορούμενος, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Επί τούτου ο εν λόγω μάρτυρας ειλικρινώς ανέφερε ότι πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τον ισχυρισμό που είχε μόλις περιέλθει στην αντίληψη του και στη συνέχεια τον κάλεσε να μεταβεί στον Σταθμό, ενημερώνοντας ταυτόχρονα το ΤΑΕ λόγω αρμοδιότητας. Για να καταλήξει πως η ενημέρωση για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο έγινε με την πρώτη ευκαιρία μετά από 15 λεπτά, αφού στο σημείο εκείνο δεν ήταν σε θέση να του δώσει τα δικαιώματα του. Θέση, την οποία υποστήριξε και ο Μ.Κ.4, ο οποίος ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση μετά την άφιξη τους στον Σταθμό, παρότι αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι πράγματι ο Μ.Κ.4 του επεξήγησε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο (προφορικά), κατά τον χρόνο που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το έπραξε. Γι' αυτό και στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε. Πάντως, όσον αφορά τον Μ.Κ.2 αυτό που με ασφάλεια μπορεί να λεχθεί, είναι πως αφενός ο ίδιος δεν του έδωσε τα δικαιώματα του και αφετέρου ότι ευλόγως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στη θέση της υπεράσπισης πως τα δικαιώματα του, του δόθηκαν έξι ώρες μετά και δη κατά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 5), αφού η εμπλοκή του Μ.Κ.2 έληξε άμα τη αφίξει τους στο Σταθμό. Εξ ου και ο ίδιος περιορίστηκε (και ορθώς), στο να ξεκαθαρίσει πως ο ίδιος εν πάση περιπτώσει, δεν περισυνέλεξε οποιαδήποτε τεκμήρια στο διάστημα εκείνο. Ως προς το γεγονός τώρα, ότι κατά τη διαδρομή προς τον Σταθμό και ενώ ήταν συνοδηγός στο αναφερόμενο ταξί, παρέλαβε κάποια γυναικεία ρούχα, αυτό δεν αποτελεί αντίφαση σε σχέση με την ανωτέρω θέση του. Και τούτο αφού, ως ο ίδιος με ευκρίνεια εξήγησε, δεν κατάσχεσε τα εν λόγω ρούχα ούτε τα παρέλαβε ως τεκμήρια, αλλά αφού είδε τα εν λόγω γυναικεία ρούχα στο πίσω κάθισμα, ρώτησε τον Κατηγορούμενο να του πει τίνος είναι, οπόταν όταν αυτός του απάντησε ότι είναι της Παραπονούμενης, ο ίδιος τα παρέλαβε και τα έδωσε στην Παραπονούμενη για να ντυθεί στον Σταθμό. Θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού επιβεβαιώνεται και μέσω του Τεκμηρίου 1.19 (βλ. IMG_0674), που απεικονίζει την Παραπονούμενη στον Σταθμό, φέροντας πλέον ρούχα και όχι το άσπρο μαγιό που φορούσε προηγουμένως. Άφιξη και Παραμονή στον Σταθμό -Περαιτέρω Διερεύνηση Πέραν των ως άνω προσώπων που επέβαιναν στα δύο οχήματα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκε πως λίγα λεπτά μετά τις 05:11 (που αναχώρησαν από το χώρο στάθμευσης) αφίχθηκαν στον Σταθμό Αγίας Νάπας, δεν αμφισβητήθηκε εκ της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 πως στο Σταθμό αφίχθηκε και ο Μ.Κ.4, του ΤΑΕ Αμμοχώστου, ο οποίος ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση, έχοντας προς τούτο ειδοποιηθεί λίγα λεπτά προηγουμένως. Πράγμα που επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Μ.Κ.4, ο οποίος ανέφερε, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, ότι πληροφορήθηκε για την υπόθεση από τον Μ.Κ.2 και ότι στις 05:20 της ίδιας μέρας, μετέβη στον εν λόγω Σταθμό, όπου συνάντησε την Παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι βιάστηκε από τον οδηγό ταξί ο οποίος θα την μετέφερε στο αεροδρόμιο και ότι του υπέδειξε από το παράθυρο του Σταθμού ένα πρόσωπο το οποίο καθόταν σε παγκάκι, ως το πρόσωπο το οποίο τη βίασε καθώς και ένα ταξί χρώματος άσπρου, ως το ταξί που τη μετέφερε. Ό,τι αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, είναι πως η περιγραφή της Παραπονούμενης στην οποία προέβη ο Μ.Κ.4, λέγοντας πως βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, σχεδόν δακρυσμένη, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει πλήρη πρόταση για το τι ακριβώς συνέβη, ακολουθεί με απόλυτη συνάφεια και λογική την περιγραφή που είχε δώσει και ο Μ.Κ.2 για την ίδια, λίγο προηγουμένως. Το ότι δε φαίνεται να ήταν κάπως πιο συγκροτημένη εντός του Σταθμού, αφού δεν έκλαιγε πλέον με λυγμούς, είναι λογικό, δεδομένου αφενός του διαρρεύσαντος χρόνου και αφετέρου της παρέμβασης της αστυνομίας. Εξ ου και αποδεχόμαστε την περιγραφή που έδωσε ο εν λόγω μάρτυρας. Εξάλλου η περιγραφή του Μ.Κ.4, αυτή καθ' αυτή δεν αμφισβητήθηκε, αφού ό,τι απασχόλησε την υπεράσπιση ήταν περισσότερο ο λόγος για τον οποίο βρισκόταν στην κατάσταση αυτή[4], ζήτημα το οποίο ως ήδη επεξηγήσαμε και πιο πάνω, στο πλαίσιο ανάλυσης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, θα εξεταστεί με αναφορά στη μαρτυρία της ίδιας. Αντεξετάστηκε βέβαια για να του υποβληθεί πως ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να αρθρώσει «τίποτε» για το τι συνέβη, όπου ξεκαθάρισε πως ο ίδιος ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λέξη «τίποτε», αλλά αυτό που ανέφερε ήταν ότι δεν μπορούσε να αρθρώσει ολοκληρωμένη πρόταση και πως δυο τρεις λέξεις σχετικά με το περιστατικό μπορούσε να πει αφού μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα. Για να διευκρινίσει βέβαια κατά την επανεξέταση, ότι η αναφορά του ότι αντελήφθη ότι η Παραπονούμενη μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα αφορούσε την (περιορισμένη) έκταση κατά την οποία συνομίλησαν μεταξύ τους, για να αντιληφθεί εν συντομία τα γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν. Συνεπώς η εισήγηση της υπεράσπισης πως ο μάρτυρας είπε ψέματα επί του προκειμένου, εφόσον κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης διεφάνη πως δεν ομιλούσε πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, δεν θεωρούμε πως ευσταθεί, δεδομένης ακριβώς της πιο πάνω διευκρίνισης στην οποία προέβη ο μάρτυρας. Με ειλικρίνεια δε ανέφερε πως δεν θυμόταν να αναφέρει κάποια πράγματα για τα οποία ερωτάτο, καθιστώντας σαφές πως αντιλαμβανόταν το καθήκον του να περιορίσει τη μαρτυρία του μόνο σε ζητήματα που πράγματι γνώριζε, πράγμα το οποίο και ο ίδιος επανέλαβε ενώπιον μας σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του. Έτσι, δεν δίστασε να παραδεχθεί πως δεν θυμόταν πώς η Παραπονούμενη ήταν ενδεδυμένη ή αν μύριζε αλκοόλ, δίδοντας μάλιστα για τούτο και πειστική εξήγηση και δη πως σε περιστατικά ισχυριζόμενου βιασμού, η επαφή από μέλος της αστυνομίας αντίθετου φύλου είναι σύντομη, προς σεβασμό προς τα δικαιώματα του παραπονούμενου προσώπου. Τούτο βεβαίως συνάδει απόλυτα με τη θέση του πως, αφού πήρε τις απαραίτητες πληροφορίες από αυτήν απομακρύνθηκε, στρεφόμενος προς τον Κατηγορούμενο. Καθ' όσον αφορά τον Κατηγορούμενο τώρα, σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε ότι του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, ότι τον ρώτησε τα προσωπικά του στοιχεία και ο οποίος πέραν από το όνομα του, του ανέφερε επίσης ότι είναι οδηγός ταξί και ότι το ταξί είναι δικό του. Δεν αμφισβητήθηκε ακόμα ότι τον πληροφόρησε για την καταγγελία που υπάρχει εναντίον του, ότι αφού του επέστησε προφορικά την προσοχή του στο Νόμο απάντησε, «Εγώ εν έκαμα τίποτε» και ότι στη συνέχεια παρέμεινε στο μέρος ώσπου έφτασε ο Α/Αστ. 1099 καθώς και ο Μ.Κ.6, για τη συνέχιση των εξετάσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε έντονα από τη μαρτυρία του, ήταν η θέση που ανέφερε με την προφορική του μαρτυρία, ότι δηλαδή πηγαίνοντας περιμετρικά γύρω από το ταξί, αντιλήφθηκε στη θέση του συνοδηγού να βρίσκεται τοποθετημένη η πινακίδα ταξί και ένα προφυλακτικό κλειστό μέσα στο περιτύλιγμα του (βλ. Τεκμήριο 2, αρχείο «ARITHMISI 89-2022», φωτογραφία 5). Περαιτέρω αμφισβητήθηκε η θέση του ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο τόσο για το προφυλακτικό όσο και για την πινακίδα καθώς και η απάντηση που, σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, φέρεται να έδωσε ο Κατηγορούμενος, ήτοι ότι, όταν πηγαίνει αεροδρόμιο έτσι κάνει, δηλαδή αφαιρεί την πινακίδα του ταξί από το όχημα του και ότι για το προφυλακτικό δεν απάντησε κάτι. Θέση της υπεράσπισης τόσο στον Μ.Κ.4 όσο και στον Μ.Κ.6, ο οποίος προσήλθε λίγο αργότερα στον Σταθμό (ήτοι στις 07:30 της ίδιας μέρας), και ο οποίος υποστήριξε πως πληροφορήθηκε τα ανωτέρω (μεταξύ άλλων) από τον Μ.Κ.4, ήταν πως τα αντικείμενα δεν εντοπίστηκαν έτσι όπως φαίνονται στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 2, ούτε και ερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος για αυτά και πως προσέθεσαν μαρτυρία προφορικά, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκαν μεταξύ τους με σκοπό να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο. Η εν λόγω εισήγηση όμως είναι για πολλούς λόγους τρωτή. Κατ' αρχάς αν όντως επεδίωκαν να τον ενοχοποιήσουν, το πρώτο που θα αναμένετο λογικά να πράξουν, θα ήταν να παραλάβουν τα εν λόγω αντικείμενα και ιδίως το προφυλακτικό, ως τεκμήρια. Αντιθέτως, εν προκειμένω όχι μόνο δεν τα παρέλαβαν, αλλά σε σχέση με το προφυλακτικό δεν επιχείρησαν καν να αποδώσουν στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε δήλωση, καθιστώντας το έτσι, ως ένα ζήτημα περιθωριακής και μόνο σημασίας. Σε σχέση βέβαια με την πινακίδα, ο κ. Δημητρίου, προέβαλε την ακόλουθη εισήγηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων, προς επίρρωση της θέσης της υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος την αφαίρεσε όταν θα ασφαλιζόταν το ταξί στον Σταθμό αλλά και επειδή θα το οδηγούσε στη συνέχεια ο γιος του για να το μεταφέρει εκτός του Σταθμού. Δεν είναι δυνατόν, υποστήριξε, ο Μ.Κ.2 να κάθισε συνοδηγός κατά τη διαδρομή από το χώρο στάθμευσης μέχρι τον Αστυνομικό Σταθμό και να μην είδε τα εν λόγω αντικείμενα και να μην ανέφερε οτιδήποτε για αυτά. Όταν υποδείχθηκε στον συνήγορο υπεράσπισης πως ούτε στην Μ.Κ.1 αλλά ούτε και στον Μ.Κ.2 υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε σχετικές προς τούτο ερωτήσεις για να υπάρχουν οι θέσεις τους, παρόλο που το Τεκμήριο 2 περιέχει τη φωτογραφία 2, που απεικονίζει τα εν λόγω αντικείμενα τοποθετημένα στο σημείο που υποστήριξαν οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, αρχικά ανέφερε ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν είχε κατατεθεί καθ' ον χρόνο κατέθεταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  6. Όταν όμως του υπεδείχθη πως το είχε καταθέσει η Μ.Κ.1 από την πρώτη δικάσιμο, ανέφερε πως δεν είχαν (τότε) προβληθεί οι φωτογραφίες, για να καταλήξει εν τέλει να υποστηρίξει ότι στο αντίγραφο του Τεκμηρίου 2 που έλαβε η υπεράσπιση δεν περιλαμβανόταν η εν λόγω φωτογραφία. Παρόλο που αυτές καθ' αυτές οι εναλλαγές των θέσεων που περιλαμβάνει η πιο πάνω γραμμή, την καθιστούν προβληματική επί των δικών της όρων, αυτό που μπορεί, εν πάση περιπτώσει και με βεβαιότητα να λεχθεί, είναι πως κατά το χρόνο της μαρτυρίας των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, η υπεράσπιση σαφέστατα έλαβε γνώση της εν λόγω φωτογραφίας και παρά ταύτα δεν παραπονέθηκε ποτέ ότι στο δικό της αντίγραφο δεν υπήρχαν οι φωτογραφίες αυτές και ότι πρώτη φορά τις έβλεπε. Ούτε όμως - και τούτο είναι ίσως το σημαντικότερο-, υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα για να επανακληθεί οποιοσδήποτε εκ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 για να αντεξετασθεί, για ένα, κατά τα άλλα, τόσο ουσιαστικό ζήτημα για την υπεράσπιση, για το οποίο μάλιστα χωρίς δική της υπαιτιότητα, έλαβε πληροφόρηση, κατ' ισχυρισμόν, καθυστερημένα. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως η υπεράσπιση για να πείσει ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε αφαιρέσει την πινακίδα κατά το χρόνο που πήγαινε στο αεροδρόμιο και πως κατ' επέκτασιν η απάντηση που του αποδίδεται από τον Μ.Κ.4 είναι κατασκευασμένη, επικαλέστηκε το Τεκμήριο 1.22 (δεύτερο αρχείο - στη διάρκεια του βίντεο 28:17). Εκεί πράγματι φαίνεται ότι όταν ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη αναχωρούν από το ξενοδοχείο Leros (με προορισμό το αεροδρόμιο), η φωτεινή επιγραφή «ΤΑΧΙ» είναι τοποθετημένη στο ταξί, ενώ φαίνεται τοποθετημένη και καθ' ον χρόνο βρίσκονταν στο χώρο στάθμευσης, γεγονός που προκύπτει από κάποια πλάνα των βίντεο του Τεκμηρίου 1.18 (βλ. δεύτερο αρχείο στη χρονική διάρκεια 00:06, 00:11). Ωστόσο ούτε αυτό μπορεί να πλήξει τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 με τον τρόπο που εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Και τούτο αφού ο Μ.Κ.4 ανέφερε πως δεν ρώτησε και δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε ακριβώς αφαίρεσε την πινακίδα ο Κατηγορούμενος και περιορίστηκε να αναφέρει πως κατά τον εν λόγω χρόνο είχε δώσει την εν λόγω απάντηση. Αποδέχθηκε μάλιστα, πως ένεκα της απάντησης που του έδωσε ο Κατηγορούμενος, υπέθεσε πως την αφαίρεσε κατά την παραλαβή της Παραπονούμενης για να την μεταφέρει στο αεροδρόμιο, χωρίς όμως να γνωρίζει στην πραγματικότητα πότε την αφαίρεσε. Ο δε Κατηγορούμενος δεν προσέφερε προς τούτο μαρτυρία, ως ήταν βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του να πράξει, με αποτέλεσμα όμως οι υποβολές προς τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, ως προς τον χρόνο και λόγο αφαίρεσης της πινακίδας, τις οποίες οι ίδιοι δεν αποδέχθηκαν, να παραμείνουν μετέωρες. Εν ολίγοις δηλαδή, οι ως άνω διαπιστώσεις μας, σε συνάρτηση και με το γεγονός πως η Παραπονούμενη σε κανένα σημείο δεν ανέφερε θετικά πως είδε προφυλακτικό ή πως επιχειρήθηκε η χρήση του, οδηγούν αναπόφευκτα στο μόνο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 για τα αντικείμενα αυτά, για την οποία έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση, δεν έχει οποιαδήποτε δυναμική, για να συνάδει λογικά και η απόδοση ως εξ αυτής, της σκευωρίας που καταλογίστηκε στους συγκεκριμένους μάρτυρες. Ούτε κατ' επέκτασιν μπορεί βέβαια να εξαχθεί οποιοδήποτε αρνητικό συμπέρασμα για το ποιόν των εν λόγω μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξάλλου με ένταση ανέφεραν το αυτονόητο, πως δεν είχαν δηλαδή, κανένα λόγο συνεννοηθούν μεταξύ τους και να κατασκευάσουν μαρτυρία, η οποία μάλιστα δεν θα είχε ιδιαίτερη αποδεικτική αξία, για να καταδικάσουν (αδίκως) ένα πρόσωπο που τους ήταν παντελώς άγνωστο. Ούτε βέβαια μπορεί υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις να έχει ιδιαίτερη σημασία πως παρέλειψαν να αναφερθούν σε αυτή τη πτυχή στο πλαίσιο της κατάθεσης τους, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία δεν είχε παραληφθεί οτιδήποτε ως τεκμήριο. Το δε γεγονός πως οι φωτογραφίες, συμπεριλαμβανομένης και της φωτογραφίας 5 του Τεκμηρίου 2, λήφθηκαν στην πραγματικότητα από τη Μ.Κ.1 στις 14.7.22 και όχι στις 13.7.22 ταυτόχρονα με την έρευνα που διενεργείτο από τον Μ.Κ.6, ως ο τελευταίος ανέφερε, προφανώς λόγω της παρόδου σημαντικού χρόνου έκτοτε και εκ καλόπιστου λάθους, επίσης δεν θεωρούμε πως μπορεί από μόνο του να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Ο άλλος πυλώνας γύρω από τον οποίο περιστράφηκε η αντεξέταση του Μ.Κ.4, αφορούσε τη θέση του πως πληροφόρησε προφορικά τον Κατηγορούμενο για το δικαίωμα του για πρόσβαση σε δικηγόρο ως ύποπτος. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε συγκεκριμένα ότι κατά το δεδομένο χρόνο ο Κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό σύλληψη και είχε μεταφερθεί με συνοδεία μελών του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας, στο χώρο του Σταθμού, έτσι ώστε μέλη του ΤΑΕ να αναλάβουν τη συνέχιση των εξετάσεων και ήταν δικαίωμα του να γνωρίζει το λόγο για τον οποίο βρισκόταν εκεί, εξ ου και τον πληροφόρησε σχετικά. Ήταν βέβαια η θέση του πως όταν ανέφερε πως του επέστησε την προσοχή, εννοείται πως του εξήγησε και τα δικαιώματα του τα οποία αναφέρονται εν συντομία, δηλαδή να γνωρίζει το αδίκημα που διερευνάται, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο καθώς και το δικαίωμα πληροφόρησης συγγενικού του προσώπου για το χώρο που βρίσκεται ή θα κρατείται. Παρά τη σθεναρή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε επί του προκειμένου, ο μάρτυρας παρέμεινε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του αυτές. Το γεγονός δε πως δεν γίνεται αναφορά στην κατάθεση του για το ζήτημα αυτό, δεν θεωρούμε πως μπορεί, χωρίς άλλο, να οδηγήσει στο ότι ψεύδεται για τις ενέργειες στις οποίες ήταν η θέση του πως προέβη. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης πως όταν μετά τη σύλληψη του περί τις 11:32 π.μ., του δόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματα του και ενημερώθηκε ως προς τη δυνατότητα του να έχει δικηγόρο, πράγματι επικοινώνησε με δικηγόρο τηλεφωνικώς και πως τούτο δεικνύει πως δεν είχε ενημερωθεί προηγουμένως εξ ου και δεν εξάσκησε ενωρίτερα το εν λόγω δικαίωμα, σημειώνουμε τα εξής. Κατ' αρχάς οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 δεν γνώριζαν για να τοποθετηθούν, εάν όντως έτσι έπραξε ο Κατηγορούμενος, για να τίθεται ζήτημα εξαγωγής του συμπεράσματος που μας καλεί να εξαγάγουμε η υπεράσπιση. Άλλη δε μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε για να υποστηριχθεί αυτή η θέση, με αποτέλεσμα οι υποβολές προς τους μάρτυρες κατηγορίας να παραμείνουν για άλλη μια φορά μετέωρες. Πέραν τούτου όμως, ο Μ.Κ.4 πειστικά ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος εν γένει κρατούσε μια στάση απάθειας και δεν συνεργαζόταν, στάση η οποία ως και ο ίδιος ο Μ.Κ.4 εύλογα υποστήριξε μπορεί να αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο δεν ζήτησε να μιλήσει με τον δικηγόρο του ενωρίτερα. Η στάση αυτή που του απέδωσε συνάδει πάντως και με την έτερη θέση του Μ.Κ.4, η οποία επίσης αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή τον είχε ερωτήσει και κάποιες ερωτήσεις προφορικά (π.χ. από που παρέλαβε την Παραπονούμενη, πού θα πήγαινε) στις οποίες, ως ο Μ.Κ.4 ανέφερε, αρνήθηκε να απαντήσει. Πέραν των ανωτέρω όμως, σημειώνουμε πως ο Μ.Κ.4 έδωσε και κάποια εξήγηση, ως προς το λόγο που δεν εντοπίζεται κάποια αναφορά για τις ενέργειες του αυτές στην κατάθεση του, αφού ως εξήγησε, με δεδομένο ότι προέβη στις ερωτήσεις προφορικά και δεν προέκυψε κάποια μαρτυρία δεν κατέγραψε οτιδήποτε στην κατάθεση του. Ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι ή όχι η ορθή πρακτική, δεν εντοπίζουμε λόγο για να αμφιβάλουμε για την ειλικρίνεια του. Εξάλλου όπως εύστοχα τόνισε, ο ίδιος είναι μέλος της Αστυνομίας για 12 έτη και αντιλαμβάνεται τις συνέπειες που πιθανόν να προκύψουν από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και δεν θα ήθελε επ' ουδενί να τον επιβαρύνει αδίκως, αλλά μέλημά του ήταν να αναφέρει μόνο όσα περιέπεσαν στην αντίληψη του. Και πράγματι δεν θεωρούμε πως με τα όσα κατέθεσε προσπάθησε να επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη θέση του Κατηγορούμενου. Επομένως αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του επί των ως άνω ζητημάτων. Ως προς το τι άλλο ακολούθησε από πλευράς διερεύνησης, σημειώνουμε πως έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω σε ένα μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.6, ο οποίος, ως ήδη λέχθηκε, ανέλαβε από τις 07:30 μαζί με τον Α/Αστ.
  7. Εν σχέσει με τον εν λόγω μάρτυρα ό,τι άλλο θα πρέπει να λεχθεί είναι πως παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι φτάνοντας στο Σταθμό, ο Μ.Κ.4 τους υπέδειξε τον Κατηγορούμενο λέγοντας τους ότι ήταν ύποπτος για τον ισχυριζόμενο βιασμό της Παραπονούμενης, ότι ο ίδιος αφού τον ενημέρωσε για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή αυτός ανέφερε, «Εγιώ εν έκαμα τίποτε» και ότι ακολούθως την ίδια μέρα και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του (βλ. Τεκμήριο 20) και στην παρουσία του, ερεύνησε το ταξί και παρέλαβε διάφορες δειγματοληψίες ως τεκμήρια, πληροφορώντας σχετικά τον Κατηγορούμενο κάθε φορά και εφιστώντας του την προσοχή, χωρίς αυτός να απαντήσει οτιδήποτε. Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η θέση του, ότι στον αποθηκευτικό χώρο του ταξί στο πίσω μέρος, εντόπισε μια ταξιδιωτική βαλίτσα η οποία ήταν ανοικτή καθώς και μια γυναικεία τσάντα ώμου, ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο ποιου είναι, ότι αυτός του ανέφερε ότι είναι της κοπέλας που θα μετέφερε στο αεροδρόμιο και ότι ακολούθως της παρέδωσε τα εν λόγω αντικείμενα. Περαιτέρω αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση του ότι την ίδια μέρα στις 11:32, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει του Τεκμηρίου 5, ότι του επέστησε την προσοχή και ότι απάντησε «Τι να σου πω;» καθώς και ότι τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα επικοινωνίας του, τα οποία του επέδωσε γραπτώς στην παρουσία του Α/Αστ. 1099 και ότι στις 11:45 έλαβε γραπτή συγκατάθεση για ιατροδικαστική εξέταση του (Τεκμήριο 20) και την ίδια μέρα τον μετέφερε μαζί με τον Α/Αστ. 1099 στη Λευκωσία όπου εξετάστηκε από την ιατροδικαστή Α.Π.. Ανέφερε επίσης ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 14:50 στον Σταθμό Αγίας Νάπας ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του παραδώσει τα ρούχα που φορούσε κατά τον επίμαχο χρόνο, πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε (βλ. Τεκμήρια 1.14-1.16). Ακολούθως στις 14.7.22 ενεπλάκη στη διερεύνηση της παρούσας η Μ.Κ.
  8. Σε σχέση με αυτήν δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συναφώς και δικό μας εύρημα πως κατά την εν λόγω ημερομηνία, έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο καθώς και φωτογραφίες του οχήματος του, ενώ ακολούθως επισκέφθηκε την Παραπονούμενη στο ξενοδοχείο διαμονής της, όπου η τελευταία της παρουσίασε αριθμό βίντεο και φωτογραφιών, τα οποία είχε αποθηκευμένα στη συσκευή του κινητού της τηλεφώνου και τα οποία αφορούσαν την καταγγελία της για την υπό διερεύνηση υπόθεση. Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η μαρτυρία της Μ.Κ.1, ότι η Παραπονούμενη δεν της παρέδωσε το κινητό της, αφού θα ταξίδευε λίγες ώρες μετά για τη χώρα της και χρειαζόταν τη συσκευή της, ότι της απέστειλε τα βίντεο και τις φωτογραφίες που είχε στην κατοχή της μέσω της εφαρμογής «Whatsapp» και ότι η ίδια αφού τα παρέλαβε, τα μετέφερε σε ένα ψηφιακό δίσκο (CD), το οποίο η Παραπονούμενη υπέγραψε στην παρουσία της (βλ. Τεκμήριο 1.18). Η Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί ότι στις 16.7.22 έλαβε αριθμό φωτογραφιών από το χώρο στάθμευσης παρά τις κατοικίες «Vivo Mare» της «Skyprime», καθ' υπόδειξιν του Μ.Κ.2, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2, τις οποίες απέστειλε για εκτύπωση στο αρμόδιο τμήμα του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Επίσης κοινό τόπο αποτέλεσε πως ετοίμασε ημερολόγιο ενεργείας (βλ. Τεκμήριο 3) με τις σημειώσεις της από τα Τεκμήρια 1.18 (ψηφιακό δίσκο), 1.21 (κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από βίλα παρακείμενη στον επίδικο χώρο στάθμευσης) και 1.22 (κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από το ξενοδοχείο Leros). Η εν λόγω μάρτυρας κατά τη μαρτυρία της κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια διάφορες δειγματοληψίες που λήφθηκαν (Τεκμήρια 1.1, 1.4,1.12-1.16) καθώς και επιχρίσματα από την Παραπονούμενη (Τεκμήρια 1.5 -1.11) και τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 1.2, 1.3, 1.17). Περιπλέον παρουσίασε και δύο ψηφιακούς δίσκους με περιεχόμενο που λήφθηκε από τις ελβετικές αρχές με δικαστική συνδρομή από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.5 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 1.19 και 1.20). Περαιτέρω η Μ.Κ.1 παρουσίασε το ένταλμα σύλληψης, την αίτηση προσωποκράτησης και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 5, 6 και 7 αντίστοιχα) καθώς και τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους G.A. και Μ.D. (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα), οι οποίοι είναι Ελβετοί τους οποίους η Παραπονούμενη γνώρισε στην Κύπρο και στο ξενοδοχείο των οποίων αποτελεί κοινό τόπο πως βρισκόταν κατά το επίδικο βράδυ, πριν μεταβεί στο δικό της (Leros Hotel), από όπου αναχώρησε στη συνέχεια για το αεροδρόμιο. Περιπλέον παρουσίασε και τα Τεκμήρια 14 και 15 που αποτελούν τις καταθέσεις που λήφθηκαν μέσω δικαστικής συνδρομής από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.5 (αντίστοιχα), ως και φωτογραφίες που εκτύπωσε από το «Google Maps» (βλ. Τεκμήρια 12 και 13) όπου φαίνονται οι τοποθεσίες στις οποίες κινήθηκαν οι εμπλεκόμενοι και διαγράφεται η πορεία που ακολούθησε το ταξί φεύγοντας από το ξενοδοχείο Leros για να φτάσει στον επίδικο χώρο στάθμευσης καθώς και εναλλακτικές διαδρομές που θα μπορούσαν να είχαν ακολουθηθεί, με δεδομένο τον προορισμό του, που ήταν το αεροδρόμιο Λάρνακος. Ιδιαίτερα για τη μάρτυρα αυτή σημειώνουμε πως δεν υπήρξε καν εισήγηση περί μη αποδοχής της μαρτυρίας της από πλευράς υπεράσπισης, η οποία ουδόλως έψεξε τη μαρτυρία της, με εξαίρεση την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του αρνήθηκε ότι ανέβηκε στον όροφο του ξενοδοχείου Leros[5]. Και τούτο αφού ως η υπεράσπιση υποστήριξε, δεν προκύπτει να ερωτήθηκε συγκεκριμένα για το ζήτημα αυτό κατά τη διάρκεια της ανακριτικής του κατάθεσης[6] και να αρνήθηκε να το αναφέρει. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της κυρίως εξέτασης της μάρτυρος, διαπιστώνουμε πως η μάρτυρας, ερωτηθείσα αν ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του κατά πόσον ανέβηκε στον όροφο απάντησε «Είχε πει ότι δεν πήγε πάνω»[7]. Η ακριβέστερη αναφορά βεβαίως, θα ήταν πράγματι πως παρέλειψε να το αναφέρει. Ωστόσο δεν θεωρούμε πως τούτο δύναται να επηρεάσει τη γενικότερη αξιοπιστία της μάρτυρος, αφού αφενός η εν λόγω αναφορά της δεν εντοπίζουμε να έγινε επί σκοπώ και αφετέρου η κατάθεση του Κατηγορούμενου τέθηκε ενώπιον μας (Τεκμήριο 7). Πράγμα το οποίο ενισχύει την αντίληψη μας πως, η εν λόγω μάρτυρας δεν είχε πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε ή να μας παραπλανήσει. Εν πάση δε περιπτώσει, το ουσιώδες εδώ είναι πως η επίμαχη αναφορά της, δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος, που δεν είναι άλλη από το ότι o Κατηγορούμενος πράγματι ανέβηκε στον όροφο και παρότι δεν ερωτήθηκε για τούτο συγκεκριμένα, εντούτοις εξιστορώντας τα γεγονότα που αφορούσαν το σημείο εκείνο κατά την ανακριτική του κατάθεση, παρέλειψε να αναφέρει ότι και ο ίδιος ανέβηκε σε κάποιο στάδιο στον όροφο. Αφήνοντας έτσι σαφέστατα να νοηθεί πως «δεν πήγε πάνω», ως δηλαδή η αναφορά της μάρτυρος. Τώρα το αν η παράλειψη του αυτή καθ' αυτή, έχει κάποια σημασία, αυτό είναι ζήτημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και των θέσεων των άμεσα εμπλεκομένων. Εν σχέσει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1, υποδείχθηκε ακόμα και το ότι η ίδια κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 1.18 (τρίτο αρχείο/βίντεο στη χρονική διάρκεια 00:49) ο Κατηγορούμενος φαίνεται να έχει το χέρι του γύρω από την Παραπονούμενη, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για το χέρι της ίδιας της Παραπονούμενης. Επί τούτου σημειώνουμε ότι η μάρτυρας, αντεξετασθείσα σχετικά, ειλικρινώς ανέφερε ότι πράγματι στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο δεν φαίνεται να είναι το χέρι του Κατηγορούμενου. Τόνισε όμως πως γενικά, στο εν λόγω τεκμήριο ο Κατηγορούμενος φαίνεται να αγκαλιάζει την Παραπονούμενη, θέση ορθή με αναφορά στο ίδιο το υπό αναφορά τεκμήριο. Επομένως, όχι μόνο δεν εντοπίζουμε λόγους για να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία της αλλά τονίζουμε παράλληλα πως η στάση της καταδείκνυε, αφενός την προθυμία της να πει την αλήθεια και αφετέρου να μαρτυρήσει αντικειμενικά, χαρακτηριστικά, που ήταν διάχυτα εν γένει στη μαρτυρία της. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας της το οποίο αδυνατούμε να αποδεχθούμε, είναι τη θέση της πως η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει πως η Γαβριέλλα της είχε κλέψει €
  9. Και τούτο διότι ως διαφαίνεται και από την ανάλυση που ακολουθεί, πουθενά στη μαρτυρία και σε καμμιά εκ των καταθέσεων της δεν προκύπτει η Παραπονούμενη να είχε προβάλει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Φαίνεται δε πως εν τέλει, αυτό που διερεύνησε η Μ.Κ.1 ήταν σχετικό ισχυρισμό που προερχόταν από την κατάθεση του Κατηγορούμενου που είναι και ο μόνος που έδωσε ένα τέτοιο ισχυρισμό και όχι από την Παραπονούμενη ως, εκ παραδρομής προφανώς, η Μ.Κ.1 ανέφερε αντεξετασθείσα, έχοντας μπερδέψει την πηγή του ισχυρισμού που πράγματι διερεύνησε. Και λέγουμε τούτο αφού και η Μ.Κ.5 στο Τεκμήριο 15, αυτό που εκφράζει είναι απλά μια ανησυχία που είχε η Παραπονούμενη για τυχόν απόσπαση χρημάτων από τη φίλη της με την οποία είχε τσακωθεί και η οποία είχε πρόσβαση στο δωμάτιο της (αφού διέμεναν μαζί) και επ' ουδενί ανέφερε πως η Παραπονούμενη είχε υποβάλει καταγγελία ή είχε παράπονο για κλοπή χρημάτων. Εξ ου και από τη διερεύνηση στην οποία προέβη η Μ.Κ.1, δεν προέκυψε, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, οποιοδήποτε στοιχείο. ΙΙ. Επίδικα Γεγονότα (Παραπονούμενη, Μ.Κ.5, Κατηγορούμενος) Στρεφόμενοι τώρα στα επίδικα γεγονότα και την αξιολόγηση της μαρτυρίας και εν γένει των θέσεων των άμεσα εμπλεκομένων, οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ' όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει ο κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Και τούτο έχοντας κατά νου τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας[8]. Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  10. Είναι δε γεγονός ότι με το άρθρο 21 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14 καθώς και το άρθρο 14
(1)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Ν.60(Ι)/14, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία. Εντούτοις όμως σε σχέση με αδικήματα που θεμελιώνονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, φαίνεται να είχε διατηρηθεί ο κανόνας πρακτικής αφού, όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «. παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα .». Παρά ταύτα όμως δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες εδράζονται και στον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 115(Ι)/21), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά την ως άνω απόφαση Σ.Σ. κ.α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ήτοι στις 13.5.
  1. Στο άρθρο 29 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται πως: «
  2. Για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρίας γυναίκας». Το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Κεφ. 154, εμπίπτει ρητώς στον ορισμό του «αδικήματος βίας», δυνάμει του άρθρου 5 του Νόμου 115(Ι)/21 και του σχετικού πίνακα του εν λόγω Νόμου. Τούτου δεδομένου, φαίνεται ότι πλέον το εν λόγω άρθρο 29 έχει καταργήσει την όποια πρόνοια, συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα πρακτικής του κοινοδικαίου περί αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας και της ανάγκης αυτοπροειδοποίησης του Δικαστηρίου, όταν τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αυτό που χρήζει τονισμού είναι πως η ύπαρξη ή απουσία κανόνα πρακτικής ή διακριτικής ευχέρειας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας/αυτοπροειδοποίησης, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι ουσιαστικότερη μάρτυρας των επίδικων γεγονότων είναι αναμφίβολα η Παραπονούμενη, με τη μαρτυρία της να κρίνεται άκρως σημαντική για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας ακριβώς συναίσθηση της σοβαρότητας της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, εννοείται ότι την έχουμε αξιολογήσει με κάθε δυνατή προσοχή, αντιπαραβάλλοντας κάθε πτυχή της μαρτυρίας της με την υπόλοιπη μαρτυρία για να ελεγξουμε την αξιοπιστία της. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί συνεπώς, μέρος και των δικών μας ευρημάτων. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι η ίδια κατάγεται από την Ελβετία, ότι είναι σήμερα 25 ετών, ότι εργάζεται ως νοσηλεύτρια, ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού, ότι με τον πρώην σύζυγο της χώρισε λόγω του ότι της εξασκούσε βία, ότι στις 8.7.22 ήρθε στην Κύπρο για διακοπές με τη φίλη της Γαβριέλλα, ότι με την εν λόγω κοπέλα ήταν φίλες για 10 περίπου χρόνια, ότι από την επίδικη ημερομηνία και εντεύθεν διακόπηκε η σχέση τους και πως κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Κύπρο έμεναν μαζί σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Leros. Περαιτέρω αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι στις 12.7.22 γνώρισαν στην παραλία δύο νεαρούς Ελβετούς[9], ότι ακολούθως τους ίδιους νεαρούς ξανασυνάντησαν γύρω στις 00:15 της 13.7.22 έξω από το ξενοδοχείο τους, αφού η φίλη της Γαβριέλλα επικοινώνησε μαζί τους με σκοπό να βγουν μαζί έξω το βράδυ. Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση της ότι όλοι μαζί πήγαν με ταξί στην πλατεία της Αγίας Νάπας, ότι εκεί επισκέφθηκαν ένα μπαρ όπου η Παραπονούμενη ήπιε πέντε σφηνάκια και δύο κοκτέιλ, ότι μετά ξεκίνησαν να πηγαίνουν από νυχτερινό κέντρο σε νυχτερινό κέντρο και ότι στο πλαίσιο αυτό, η Παραπονούμενη κατανάλωσε άλλα δύο με τρία ποτά, ενώ αλκοόλ κατανάλωσαν και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Παρομοίως δεν αμφισβητήθηκε ότι γύρω στις 3 π.μ. πήραν ταξί με τους προαναφερόμενους νεαρούς, ότι κατέληξαν στο ξενοδοχείο των τελευταίων, ότι εκεί προσπάθησαν να εισέλθουν στην πισίνα αλλά σύντομα οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου τους έβγαλαν έξω και ότι ακολούθως ανέβηκαν στο δωμάτιο των αγοριών. Εκεί δεν αμφισβητείται πως η Παραπονούμενη είχε μια έντονη διαφωνία/λογομαχία η οποία την αναστάτωσε, οπόταν εγκατέλειψε το εν λόγω δωμάτιο, με σκοπό να επιστρέψει πίσω στο ξενοδοχείο της, να πάρει τα πράγματα της και να φύγει από την Κύπρο ενωρίτερα από την προγραμματισμένη ημερομηνία αναχώρησης της. Η λογομαχία με τη Γαβριέλλα- Αναχώρηση για το ξενοδοχείο Leros Ο λόγος του καβγά αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών. Θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι τσακώθηκε με τη Γαβριέλλα, ενώ ως προς το λόγο, ανέφερε πως σχεδόν από την πρώτη μέρα που έφτασαν στην Κύπρο, είχε δημιουργηθεί μια ένταση μεταξύ τους η οποία κλιμακωνόταν, γιατί η ίδια ήθελε να επισκέπτεται αξιοθέατα της Κύπρου ενώ η Γαβριέλλα, ήθελε να πηγαίνει κάθε μέρα στην ίδια παραλία και ενδιαφερόταν περισσότερο για άντρες, παρά για να περνάνε χρόνο μαζί. Κατά τη δεδομένη βραδιά, ανέφερε πως η Γαβριέλλα απαιτούσε όπως η Παραπονούμενη τη συνοδεύσει για να είναι με τα προαναφερθέντα αγόρια και παρά το ότι η ίδια της είπε αρχικά να πάει μόνη της, εντούτοις τελικά τη συνόδευσε. Στη συνέχεια όμως η Γαβριέλλα άρχισε να συμπεριφέρεται προσβλητικά προς την ίδια, λέγοντας της πως δεν την ενδιαφέρει ούτε η ίδια ούτε η κόρη της. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η μαρτυρία της Μ.Κ.
  3. Η Μ.Κ.5 βέβαια ήταν φίλη της Παραπονούμενης, πράγμα το οποίο ούτε η ίδια αλλά ούτε και η Παραπονούμενη προσπάθησαν να αποκρύψουν, αλλά αντίθετα παραδέχθηκαν με ειλικρίνεια εξ αρχής και ευθαρσώς κατά τη μαρτυρία τους, περιγράφοντας μάλιστα τη σχέση τους ως ιδιαίτερα στενή[10]. Ως εκ τούτου τόσο κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία η Μ.Κ.5 αλλά και κατά την αξιολόγηση κάθε πτυχής της μαρτυρίας της, είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις της, να επηρεάζονταν από την επιθυμία της να βοηθήσει την Παραπονούμενη και για αυτόν τον λόγο προσεγγίσαμε σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία της με την ανάλογη προσοχή, υποβάλλοντας την σε εξονυχιστικό έλεγχο. Όμως όσο και αν ενδιατρίψαμε επί της μαρτυρίας της, δεν έχουμε εντοπίσει στοιχεία που να οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Εξάλλου, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, η στενή φιλική σχέση που είχε με την Παραπονούμενη δεν υφίσταται πλέον αφού ως και οι δύο ανέφεραν, από τον Απρίλιο του 2024 και εντεύθεν δεν έχουν επικοινωνία, για λόγους όμως που δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία της έρρεε με φυσικότητα και ήταν χαρακτηριστική η αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις χωρίς δεύτερες σκέψεις ή ενδοιασμούς, δίδοντας μας ξεκάθαρα την εντύπωση πως κατέθετε αυθόρμητα για τα όσα αφορούσαν τα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας, ως η ίδια τα θυμόταν ή τα είχε αντιληφθεί. Ως προς τα ζητήματα τα οποία έθιξε η υπεράσπιση ως πλήττοντα την αξιοπιστία της, η ίδια έδωσε εξηγήσεις τις οποίες για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια κρίνουμε πειστικές, ενώ οι όποιες διαφοροποιήσεις εντοπίζονται σε σχέση με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης θεωρούμε πως ήταν αναμενόμενες αν ληφθεί υπόψιν ότι έδωσε την κατάθεση της δύο περίπου μήνες μετά το επίδικο συμβάν, ένα συμβάν το οποίο μάλιστα έλαβε χώρα κατά τις νυχτερινές ώρες και το οποίο η Μ.Κ.5 παρατηρούσε (διακεκομμένα) μέσω βιντεοκλήσης, ενώ τα γεγονότα εξελίσσονταν με ραγδαίο ρυθμό. Πέραν τούτου οι όποιες διαφοροποιήσεις εντοπίζονται, καταδεικνύουν, κατά την κρίση μας, και την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους, ως προς το τι θα κατέθεταν και εν πάση περιπτώσει δεν αλλάζουν τον κορμό και την ουσία των γεγονότων ως τα αφηγήθηκε η Παραπονούμενη, η οποία τα βίωσε στην πραγματικότητα. Μεγάλο δε μέρος της μαρτυρίας της ελέγχεται θετικά με αναφορά στην πραγματική μαρτυρία, κατά τρόπο που εντείνει περαιτέρω την αξιοπιστία της και την εν γένει καλή εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο. Επανερχόμενοι τώρα επί του ζητήματος της διαφωνίας, η Μ.Κ.5 ανέφερε πως τη δεδομένη στιγμή, αφενός επειδή η ίδια δεν μπορούσε να κοιμηθεί και αφετέρου επειδή ήταν γνώστης της έντασης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ της Παραπονούμενης και της Γαβριέλλας από τις προηγούμενες μέρες (για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους που και η Παραπονούμενη ανέφερε), επέλεξε να της τηλεφωνήσει. Θέση της ήταν πως η λογομαχία εξελίχθηκε ενόσω βρισκόταν σε τηλεφωνική σύνδεση μέσω βιντεοκλήσης με την Παραπονούμενη και υποστήριξε πως έτσι άκουσε το τι διαμείφθηκε και πως αιτία ήταν ο προσβλητικός και απαξιωτικός τρόπος που μιλούσε η Γαβριέλλα για το παιδί της Παραπονούμενης αλλά και για την ίδια. Πρέπει εδώ να τονιστεί πως η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε πως κατά το δεδομένο χρόνο η Μ.Κ.5 ήταν σε τηλεφωνική σύνδεση με την Παραπονούμενη, αφού η υποβολή προς την Μ.Κ.5 ήταν πως, ούσα σε σύνδεση μαζί της, η ίδια (η Μ.Κ.5) της ανέφερε κάποια πράγματα για το διαμέρισμα της, τα οποία την εκνεύρισαν και αυτός ήταν ο λόγος που έφυγε αναστατωμένη από το ξενοδοχείο των Ελβετών. Τη θέση αυτή την απέρριψε κατηγορηματικά τόσο η Παραπονούμενη όσο και η Μ.Κ.
  4. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, για ό,τι βέβαια αξίζει, πως ο Κατηγορούμενος, ο οποίος δεν αμφισβητείται ότι παρέλαβε την Παραπονούμενη για να τη μεταφέρει στο ξενοδοχείο της, υποστήριξε στην κατάθεση του ότι ρώτησε την Παραπονούμενη για το λόγο της αναστάτωσης και αυτή του ανέφερε ότι η φίλη της, της είχε κλέψει €1000 και πάντως δεν ανέφερε ως λόγο της αναστάτωσης της, το ότι η M.K.5 της ανέφερε κάτι για το διαμέρισμα της, ως ήταν η θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία. Η ίδια δε η Γαβριέλλα δεν κλήθηκε να καταθέσει ούτε υπάρχει ενώπιον μας οποιαδήποτε μαρτυρία (π.χ. κάποια κατάθεση), προερχόμενη από αυτή. Δεν μας διαφεύγει βέβαια πως σχετική μαρτυρία εντοπίζεται και στα Τεκμήρια 8 και 9 που αποτελούν τις καταθέσεις των δύο Ελβετών, οι οποίοι δεν αμφισβητείται πως ήταν επίσης παρόντες. Στο Τεκμήριο 8, ο G.A. αναφέρει πως ο λόγος του τσακωμού ήταν επειδή ενώ καθόντουσαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ξαφνικά μια φίλη της Παραπονούμενης, την πήρε τηλέφωνο και της είπε κάτι για το διαμέρισμα της και αυτή άρχισε να φωνάζει. Ενώ δε της έλεγαν να σταματήσει αυτή συνέχιζε, μέχρι που η Γαβριέλλα της είπε «γάμησε το διαμέρισμα σου», οπόταν οι δύο τελευταίες άρχισαν να καβγαδίζουν περισσότερο. Ο δε Μ.D. (Τεκμήριο 9) αναφέρει μόνο πως ξαφνικά η Παραπονούμενη αναστατώθηκε και άρχισε να φωνάζει. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν προσήλθαν για να καταθέσουν και επομένως οι ως άνω αναφορές τους, οι οποίες περιέχονται στις καταθέσεις τους Τεκμήρια 8 και 9, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Η αποδοχή της οποίας βέβαια, δεν αποκλείεται με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, αλλά κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτήν, λαμβάνεται υπόψιν με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 9, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικά οι παράμετροι που αναφέρονται στο εδάφιο
(2). Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3)λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. σχετικά και την Νικηφόρου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.19/2022, ημερ. 6.3.23 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση δεν δόθηκε κάποιος λόγος για τη μη κλήση των εν λόγω μαρτύρων. Από την άλλη τα εν λόγω πρόσωπα, δεν φαίνεται να είχαν λόγο να πουν ψέματα ενώ και κάποια άλλα παρεμφερή πράγματα που αναφέρουν, (όπως το ότι είχαν καταναλώσει αλκοόλ ή τι είχε προηγηθεί ενωρίτερα την ίδια μέρα), ελέγχονται θετικά, συναρτώμενα προς άλλη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία. Παρά ταύτα όμως, η επί του προκειμένου μαρτυρία τους δεν συνάδει απόλυτα, αφού ενώ ο G.A. δίδει κάποιο λόγο για τη λογομαχία, ο M.D. αναφέρει πως ξαφνικά και χωρίς ουσιαστικά λόγο, η Παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει. Πέραν τούτου όμως, δεν είναι σαφές πως ο G.A. αντελήφθη το λόγο που αναφέρει στο Τεκμήριο
  1. Ακόμα όμως και αν υποτεθεί πως πρόκειται για κάτι που άκουσε ο ίδιος αφού η Μ.Κ.5 βρισκόταν σε βιντεοκλήση με την Παραπονούμενη, και άρα για πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, το σενάριο που εισηγείται ο G.A., πέραν του ότι δεν υποστηρίζεται από άλλη ένορκη μαρτυρία, δεν συνάδει ούτε και λογικά. Και τούτο διότι αν όντως η Παραπονούμενη είχε τσακωθεί με τη Μ.Κ.5, δεν θα αναμένετο αμέσως μετά να συνεχίσει να ευρίσκεται σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ως μαρτυρείται και μέσα από την πραγματική μαρτυρία ότι έγινε (βλ. Τεκμήριο 1.18). Στη βάση όλων των πιο πάνω περιστάσεων, δεν θεωρούμε πως μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, ούτε και στην ανάλογη εισήγηση υπεράσπισης, η οποία δεν υποστηρίχθηκε από άλλη μαρτυρία. Εξάλλου η εμμονή της υπεράσπισης ότι ο λόγος τσακωμού αφορούσε διαφορά της Παραπονούμενης με την Μ.Κ.5, βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με μια άλλη θέση, που επίσης προωθήθηκε από την υπεράσπιση. Και που δεν είναι άλλη από το ότι ο λόγος που στη συνέχεια, φτάνοντας στο ξενοδοχείο Leros, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να τη συνοδεύσει μέχρι το δωμάτιο της, ήταν για να την προστατεύσει από τυχόν συνάντηση της με την Γαβριέλλα, ένεκα ακριβώς της προηγηθείσας διαφωνίας τους. Μάλιστα για να πείσει η υπεράσπιση πως ο Κατηγορούμενος ορθώς έπραξε που ανέβηκε στο δωμάτιο, παρά το ότι τούτο του είχε απαγορευθεί από τους ιθύνοντες του ξενοδοχείου, προώθησε τη θέση πως το έπραξε ακριβώς μετά που η φίλη της προσήλθε στο ξενοδοχείο και κατευθυνόταν στο δωμάτιο, όπου ήδη βρισκόταν η Παραπονούμενη. Θέση η οποία, εμμέσως πλην σαφώς, αποδέχεται την προβαλλόμενη, από την Παραπονούμενη και την Μ.Κ.5, αιτία της λογομαχίας. Επομένως και στη βάση όλων των ανωτέρω, αποδεχόμαστε το λόγο που ανέφερε η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.5 ως αιτία της λογομαχίας που οδήγησε και στη φυγή της πρώτης από το ξενοδοχείο των Ελβετών. Το ουσιώδες βέβαια εδώ είναι περισσότερο το τι ακολούθησε και το οποίο δεν αμφισβητείται και αφορά στο ότι η Παραπονούμενη φεύγοντας με κλάματα από το δωμάτιο των Ελβετών και κατεβαίνοντας κάτω, επιβιβάστηκε σε ταξί που βρήκε (τυχαία) εκεί με οδηγό τον Κατηγορούμενο και προορισμό το ξενοδοχείο διαμονής της, ήτοι το Leros. Πράγμα το οποίο υποστήριξε τόσο η Παραπονούμενη όσο και η Μ.Κ.5 και το οποίο ως θα διαφανεί και πιο κάτω, επιβεβαιώνεται και μέσα από την πραγματική μαρτυρία. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό και το ότι είναι παραδεκτό πως, μέχρι εκείνη τη στιγμή ούτε η Παραπονούμενη, ούτε οποιαδήποτε από τις φίλες της είχαν ξαναδεί ή γνώριζαν τον Κατηγορούμενο, ούτε όμως ο Κατηγορούμενος γνώριζε οιαδήποτε εξ αυτών. Γεγονός το οποίο έχει και αυτό τη δική του σημασία, καθ' όσον αφορά το κίνητρο που αποδίδεται στην Παραπονούμενη εν σχέσει με την επίδικη καταγγελία και στο οποίο θα επανέλθουμε στη συνέχεια. Ό,τι άλλο ενδιαφέρει στο σημείο αυτό και το οποίο επίσης δεν αμφισβητείται και επιβεβαιώνεται μέσα από την πραγματική μαρτυρία (βλ. Τεκμήριο 1.18 - 5ο αρχείο), είναι πως κατά το χρόνο αυτό η Παραπονούμενη συνέχιζε να βρίσκεται σε τηλεφωνική βιντεοκλήση με την Μ.Κ.5, η οποία ως ήδη αναφέρθηκε βρισκόταν στην Ελβετία. Η Παραπονούμενη δεν ανέφερε τι ώρα ακριβώς αναχώρησε από το ξενοδοχείο των Ελβετών. Αναφερόμενη όμως στην κατάθεση της Έγγραφο Γ, γενικά στα γεγονότα που αφορούν τη μετάβαση της στο ξενοδοχείο Leros, αναφέρει πως η ώρα θα ήταν περίπου 03:30 με 03:
  2. Όμως η ώρα επιβίβασης της Παραπονούμενης στο ταξί του Κατηγορούμενου με προορισμό το ξενοδοχείο Leros, προκύπτει από το περιεχόμενο πραγματικής μαρτυρίας και συγκεκριμένα από το 5ο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18, το οποίο δείχνει την Παραπονούμενη να ευρίσκεται συνδεδεμένη με βιντεοκλήση με την Μ.Κ.5 και επιβεβαιώνει εν πολλοίς την αναφορά της Παραπονούμενης στην κατάθεση της, ως προς την ώρα. Η επιβεβαίωση όμως αυτή έχει και μια άλλη σημασία, αφού συνάδει και με τη θέση του Μ.Κ.2 πως η Παραπονούμενη, όσο και αν ήταν εμφανές πως κατανάλωσε αλκοόλ, κάτι το οποίο και η ίδια εξάλλου ειλικρινώς παραδέχθηκε στην κατάθεση της αλλά και στο Δικαστήριο, εντούτοις είχε συναίσθηση του τόπου και του χρόνου. Επανερχόμενοι τώρα στο συγκεκριμένο πέμπτο αρχείο του Τεκμήριου 1.18, σημειώνουμε πως όπως επεξηγήθηκε με την προφορική μαρτυρία τόσο της Παραπονούμενης όσο και της Μ.Κ.5 και δεν έτυχε αμφισβήτησης, το αρχείο αυτό είναι αποτέλεσμα χρήσης συγκεκριμένης δυνατότητας που υπήρχε στο κινητό της Μ.Κ.5 (screen recording), μέσω της οποίας ήταν δυνατή η βιντεογράφηση της εικόνας του κινητού της Μ.Κ.5, καθ' ον χρόνο αυτή βρισκόταν σε κλήση ή βιντεοκλήση με την Παραπονούμενη. Με αποτέλεσμα, τις στιγμές που χρησιμοποιούσε αυτή τη δυνατότητα η Μ.Κ.5, να φαίνονται στο σχετικό βίντεο όλες οι ενέργειες που έκανε η Μ.Κ.5 επί του κινητού της, ενόσω μιλούσε με την Παραπονούμενη και εν ολίγοις να φαίνεται τι ακριβώς έβλεπε η Μ.Κ.5 στην οθόνη του κινητού της, ενόσω βρισκόταν σε βιντεοκλήση με την Παραπονούμενη. Έτσι στα αρχεία που βιντεογράφησε, συμπεριλαμβανομένου και του πέμπτου αρχείου, να διακρίνεται άλλοτε η Παραπονούμενη με την οποία είχε τη συνομιλία και η οποία βρισκόταν κατά τον δεδομένο χρόνο με τον Κατηγορούμενο, ενώ άλλοτε να διακρίνεται η περιδιάβαση της Μ.Κ.5 σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στο διαδίκτυο και εν γένει στο κινητό της, στην οποία προέβαινε ενόσω μιλούσε με την Παραπονούμενη. Με αποτέλεσμα όταν αυτή επέλεγε να εισέλθει στην εφαρμογή «Whatsapp» και πιο συγκεκριμένα στη συνομιλία που είχε στην εφαρμογή αυτή με την Παραπονούμενη μέσω μηνυμάτων, να είναι ορατά μηνύματα ή φωτογραφίες που είχαν ανταλλάξει σε προηγούμενο στάδιο στην εφαρμογή «Whatsapp» με την Παραπονούμενη και να εμφαίνεται επίσης και η ώρα αποστολής τους. Στο εν λόγω πέμπτο αρχείο λοιπόν του Τεκμηρίου 1.18, φαίνεται η ώρα στην οθόνη του κινητού της Μ.Κ.5 που ήταν 02:43 ώρα Ελβετίας (δηλαδή 03:43 ώρα Κύπρου). Παρεμβάλλεται εδώ, σε σχέση με την ορθότητα της ώρας στο κινητό της Μ.Κ.5, πως ως θα διαφανεί στη συνέχεια, αυτή ταυτίζεται με την ώρα στο ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου Leros, η οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως είναι ορθή, με απόκλιση 15 λεπτά από την πραγματική ώρα[11]. Το εν λόγω αρχείο πέραν του ότι συνάδει με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης καθ' όσον αφορά την ώρα, την επιβεβαιώνει και σε σχέση με την αναφορά της ότι φεύγοντας από το ξενοδοχείο των αγοριών και ένεκα της προηγηθείσας λογομαχίας έκλαιγε και ότι βγαίνοντας βρήκε τον Κατηγορούμενο, στο ταξί του οποίου επιβιβάστηκε με προορισμό το ξενοδοχείο Leros. Σχετικό είναι το πέμπτο αρχείο στο σημείο 00:45 της διάρκειας του βίντεο, όπου η ώρα είναι 02:45 ώρα Ελβετίας, άρα 03:45 ώρα Κύπρου και η Παραπονούμενη φαίνεται να κλαίει, ενώ στο 01:34 της διάρκειας του βίντεο φαίνεται η Παραπονούμενη να κατευθύνεται προς το όχημα ταξί, ως δηλαδή ήταν και η θέση της ίδιας ότι συνέβη. Στο δε σημείο 01:37 της διάρκειας του εν λόγω πέμπτου αρχείου (βίντεο), όταν δηλαδή η ώρα εξακολουθεί να είναι 02:45 ώρα Ελβετίας, (03:45 ώρα Κύπρου), η Παραπονούμενη φαίνεται να επιβιβάζεται στο ταξί του Κατηγορούμενου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στο σημείο 01:41 της διάρκειας του βίντεο φαίνεται να ευρίσκεται εναποτεθειμένο δίπλα της στα πισινά καθίσματα, κάτι που μοιάζει σαν πετσέτα θαλάσσης, το οποίο έφερε πάνω της τα αμέσως προηγούμενα δευτερόλεπτα, κάτι που επιβεβαιώνει την αναφορά της κατά την προφορική της μαρτυρία, ότι την ώρα που έφευγε από το ξενοδοχείο των αγοριών είχε την εντύπωση ότι κάτι φορούσε[12]. Γεγονός το οποίο ενισχύει τη θέση που και η ίδια η Παραπονούμενη προέβαλε, πως είχε αντίληψη των πραγμάτων παρά την κατανάλωση αλκοόλης. Η διαδρομή προς το ξενοδοχείο Leros Απ' εκεί και πέρα θέση της Παραπονούμενης ήταν πως έχοντας ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να την πάρει στο ξενοδοχείο Leros το συντομότερο, αυτός της είπε πως δεν γνώριζε που είναι και ως χαρακτηριστικά αναφέρει απ' ότι κατάλαβε «οδηγούσε εδώ και εκεί». Τελικά, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της Παραπονούμενης στην κατάθεση της, βρήκε το δρόμο για το ξενοδοχείο και σε τέσσερα περίπου λεπτά έφτασαν στο εν λόγω ξενοδοχείο. Αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση το ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε που βρισκόταν το ξενοδοχείο και προς επίρρωση της θέσης αυτής, έγινε επίκληση αυτής τούτης της αναφοράς της Παραπονούμενης, ότι μόλις σε τέσσερα λεπτά, έφτασαν στο εν λόγω ξενοδοχείο. Αυτό που πρέπει εκ προοιμίου να πούμε, είναι πως από τα λεγόμενα της Παραπονούμενης, καθόλου δεν αποκλείεται η αναφορά στα τέσσερα λεπτά να αφορά το χρόνο που χρειάστηκαν για να φτάσουν στο Leros, από τη στιγμή που βρήκε το δρόμο και να μην συμπεριλαμβάνει το χρονικό διάστημα μέχρι να βρει το δρόμο. Σε κάθε περίπτωση όμως η πραγματική μαρτυρία (σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της Μ.Κ.5) υποστηρίζει την Παραπονούμενη ως προς τη θέση της πως ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει πως δεν γνώριζε το ξενοδοχείο, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί πως η αντίληψη της ως προς τον ακριβή χρόνο που χρειάστηκαν για να φτάσουν στο ξενοδοχείο, είχε καλόπιστα κάποια απόκλιση. Και τούτο διότι στο ίδιο βίντεο (πέμπτο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18) η ώρα 02:47 ώρα Ελβετίας, δηλαδή 03:47 ώρα Κύπρου - video duration 03:43) η Μ.Κ.5 φαίνεται να πληκτρολογεί στη μηχανή αναζήτησης του διαδικτύου «Google» το όνομα του ξενοδοχείου Leros, και ακολούθως στο έβδομο αρχείο (βλ. video duration 03:26 και 03:37 αντίστοιχα) εμφανίζονται δύο μηνύματα, τα οποία η Μ.Κ.5 απέστειλε στην Παραπονούμενη στις 02:53 ώρα Ελβετίας, δηλαδή 03:53 ώρα Κύπρου και αφορούν χάρτη με την τοποθεσία του ξενοδοχείου Leros και φωτογραφία του εν λόγω ξενοδοχείου. Το ότι η Μ.Κ.5 προέβη στις ενέργειες αυτές και απέστειλε τα εν λόγω μηνύματα, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η ίδια δε η Μ.Κ.5 αναφερόμενη σε αυτά τα μηνύματα που αφορούν δικές της ενέργειες, στην ίδια γραμμή με την Παραπονούμενη, υποστήριξε και αυτή πως ο Κατηγορούμενος, «μάλλον έδινε την εντύπωση για περίπου τρία λεπτά ότι δεν καταλάβαινε την S. ή δεν ήθελε να την καταλάβει», παρόλο που εκείνη, σύμφωνα με την Μ.Κ.5, του είχε πει ξεκάθαρα «Please take me to hotel L' Eros». Eξ ου και η ίδια (η Μ.Κ.5) μέσω του κινητού της φαίνεται στις 03.47, δηλαδή δύο λεπτά μετά την αναχώρηση από το ξενοδοχείο των Ελβετών, να προβαίνει σε έρευνα στη μηχανή αναζήτησης «Google», προσπαθώντας να εντοπίσει τη διεύθυνση του ξενοδοχείου και να την αποστείλει στον οδηγό για να μπορέσει να πάρει την Παραπονούμενη εκεί. Εξ ου και στη συνέχεια απέστειλε και τα μηνύματα που προαναφέρθηκαν στην Παραπονούμενη. Ενέργειες στις οποίες δεν υποδείχθηκε ούτε και εντοπίζεται άλλος λόγος για να είχε προβεί η Μ.Κ.5 κατά το δεδομένο χρόνο, ενώ μάλιστα βρισκόταν στην Ελβετία. Ούτε όμως αντεξετάστηκε για να της υποβληθεί ότι αποσκοπούσαν σε κάτι άλλο από αυτό που ανέφερε. Ό,τι δε προκύπτει από τα δεδομένα αυτά είναι πως έξι λεπτά μετά την επιβίβαση της Παραπονούμενης στο ταξί του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος δεν την είχε πάρει ακόμα στο ξενοδοχείο και ισχυριζόταν πως δεν μπορούσε να το βρει, πράγμα το οποίο με τη σειρά του επιβεβαιώνει την αναφορά της Παραπονούμενης πως «οδηγούσε εδώ και εκεί». Το γεγονός δε πως έξι λεπτά μετά δεν είχαν ακόμα φτάσει, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συναρτηθεί με το γεγονός πως κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.5, δεν τους υποβλήθηκε πως ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε την τοποθεσία του ξενοδοχείου ή ότι του έδιναν για παράδειγμα λανθασμένο όνομα ή διεύθυνση ή ακόμα ότι η Παραπονούμενη δεν μιλούσε καθαρά με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει τι του έλεγε. Η θέση της υπεράσπισης ήταν πως τα δύο ξενοδοχεία ήταν κοντά και πως σε 3-4 λεπτά την πήρε στον προορισμό της, πράγμα το οποίο όμως διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία. Αφού από αυτήν προκύπτει πως το ταξί έφτασε στο ξενοδοχείο στις 03:59, δηλαδή 14 λεπτά μετά την αναχώρηση τους από το ξενοδοχείο των Ελβετών. Γεγονός το οποίο δημιουργεί τουλάχιστον κάποια ερωτηματικά, αφού όντως φαίνεται παράδοξο για τόση ώρα ένας οδηγός ταξί να μην μπορούσε να βρει το δρόμο για ένα κοντινό ξενοδοχείο της περιοχής ενώ μάλιστα είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση πως είχε και GPS[13]. Για να καταλήξει εν τέλει να του το υποδείξει η Μ.Κ.5, η οποία δεν κατάγεται από την Κύπρο και η οποία δεν βρισκόταν στην Κύπρο κατά το δεδομένο χρόνο και δεν προκύπτει ούτε να είχε ποτέ, έως τότε, επισκεφτεί την Κύπρο. Ανεξαρτήτως βέβαια, του αν η άγνοια του ήταν πραγματική ή πλασματική, το ουσιώδες είναι πάντως πως για άλλη μια φορά τόσο η μαρτυρία της Παραπονούμενης όσο και της Μ.Κ.5 συνάδει με και υποστηρίζεται (κατ' ουσίαν) από την πραγματική μαρτυρία. Άφιξη στο ξενοδοχείο Leros Το ότι η Παραπονούμενη έφτασε στο ξενοδοχείο Leros στις 03:59:13, δηλαδή 14 λεπτά μετά την αναχώρηση της από το ξενοδοχείο των Ελβετών, προκύπτει από το περιεχόμενο του ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου Leros (Τεκμήριο 1.22). Συγκεκριμένα τα πρώτα δύο αρχεία του εν λόγω τεκμηρίου (που εμπεριέχουν τα διακριτικά «ch2» και «ch 5»), δείχνουν το ταξί να αφικνείται στο ξενοδοχείο στις 04:14:13, όμως με δεδομένο ότι έχει δηλωθεί και εγκριθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η ώρα του εν λόγω ΚΚΒΠ είναι 15 λεπτά μπροστά από την πραγματική ώρα, προκύπτει και η πιο πάνω αναφορά μας ότι η ώρα άφιξης ήταν η 03:59:
  3. Είναι δε σε αυτό ακριβώς το σημείο που επιβεβαιώνεται και η ορθότητα της ώρας που εμφανίζεται στο κινητό τηλέφωνο της Μ.Κ.
  4. Και τούτο διότι κατά την ώρα ακριβώς της άφιξης της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου στο ξενοδοχείο Leros, η Μ.Κ.5 και η Παραπονούμενη ήταν ακόμη συνδεδεμένες μέσω βιντεοκλήσης, με την ώρα που εμφανίζεται στην οθόνη του κινητού της Μ.Κ.5 να δεικνύει 02:59 ώρα Ελβετίας, δηλαδή 03:59 ώρα Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 1.20, 27ο αρχείο, με διακριτικά b33965f7-64a1-4ed3-b937-167b1c799d33). Ως δηλαδή η ώρα που δείχνει το ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου Leros[14], όταν η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος φτάνουν με το ταξί στο εν λόγω ξενοδοχείο. Για τα όσα ακολούθησαν εντός του ξενοδοχείου, η Παραπονούμενη στην κατάθεση της αναφέρει πως φτάνοντας εκεί ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να τη συνοδεύσει μέχρι έξω από το δωμάτιο της, όπου θα πήγαινε για να πάρει τα πράγματα της, έτσι ώστε να την προστατεύσει σε περίπτωση που θα ερχόταν αντιμέτωπη με τη φίλη της Γαβριέλλα, με την οποία είχε τσακωθεί πριν. Πριν ανεβούν στο δωμάτιο ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε που θα πήγαινε μετά και αυτή του είπε πως θα πήγαινε στο αεροδρόμιο, έτσι θέση της ήταν πως, ως εκ τούτου και η ίδια κατάλαβε πως θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο. Σύμφωνα πάντα με την Παραπονούμενη, όταν ανέβηκαν πάνω η φίλη της δεν ήταν εκεί, ο Κατηγορούμενος στεκόταν στην πόρτα και η ίδια πήρε γρήγορα τα πράγματα της. Πριν όμως φύγουν από το δωμάτιο επέστρεψε στο δωμάτιο η Γαβριέλλα και αφού συζήτησαν ξανά της είπε ότι θα αναχωρούσε, πήρε τη βαλίτσα της και έφυγε με τον Κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως η φίλη της Γαβριέλλα, η οποία είδε τον Κατηγορούμενο, την ρώτησε ποιος ήταν. Η πιο πάνω μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία και επιβεβαιώνεται και πάλιν από το ΚΚΒΠ του ξενοδοχείου Leros (Τεκμήριο 1.22), εξ ου και την αποδεχόμαστε. Σύμφωνα λοιπόν με το πρώτο κατά σειρά αρχείο (βίντεο), μετά από κάποια δευτερόλεπτα από την άφιξη τους, όταν η ώρα στο ΚΚΒΠ είναι 04:15:05, (πραγματική ώρα 04:00:05), ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη περνούν την είσοδο του ξενοδοχείου, με την Παραπονούμενη να φοράει ένα άσπρο μπικίνι μαγιό κρατώντας από το χέρι τον Κατηγορούμενο. Παρεμβάλλεται εδώ πως για το γεγονός αυτό, του ότι δηλαδή τον κρατούσε από το χέρι έγινε πολύς λόγος από την υπεράσπιση, όμως η Παραπονούμενη χωρίς να κομπιάζει και με χαρακτηριστική αμεσότητα, ανέφερε σε πλήρη συνοχή με την προηγούμενη μαρτυρία της, ότι ο λόγος που του κρατούσε το χέρι και που του είχε ζητήσει να πάει και πάνω μέχρι το δωμάτιο και να τη συνοδεύσει, ήταν επειδή ακριβώς φοβόταν το ενδεχόμενο να έρθει αντιμέτωπη με τη φίλη της, με την οποία είχε προηγουμένως έρθει σε αντιπαράθεση. Με την ίδια φυσικότητα δεν απέκλεισε να κρατούσε το χέρι του Κατηγορούμενου όταν μαζί ανέμεναν στο χώρο υποδοχής (ως ήταν και η θέση της υπεράσπισης ότι συνέβη), ώστε να γίνουν διευθετήσεις για να μπορέσει να εισέλθει στο δωμάτιο, αφού δεν είχε μαζί της κλειδί. Το ότι βέβαια πράγματι έγιναν διευθετήσεις μέσω της υποδοχής, ώστε να εισέλθει στο δωμάτιο της επιβεβαιώνεται και πάλιν από το Τεκμήριο 1.
  5. Το εάν τώρα ο λόγος ήταν το ότι είχε δώσει το κλειδί της στην Γαβριέλλα φεύγοντας από το ξενοδοχείο των Ελβετών (όπως υποστήριξε η Μ.Κ.5) ή αν το κλειδί το είχαν αφήσει στην υποδοχή του ξενοδοχείου (ως ήταν η θέση της Παραπονούμενης), δεν θεωρούμε πως είναι ζήτημα ουσίας αλλά αντιθέτως καταδεικνύει και την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους. Στο Τεκμήριο 1.22 λοιπόν, στο τρίτο αρχείο, που περιλαμβάνει τα διακριτικά «ch7» στο σημείο της διάρκειας του βίντεο 07:28 (video duration), όταν η πραγματική ώρα είναι 04:04:13 (ώρα ΚΚΒΠ 04:19:13), η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος εμφανίζονται έξω από το ασανσέρ του ξενοδοχείου. Στις δε 04:04:38 (ώρα ΚΚΒΠ 04:19:38), η Παραπονούμενη εξακολουθεί να βρίσκεται στην πόρτα του ανελκυστήρα με ένα υπάλληλο του ξενοδοχείου ο οποίος φαίνεται να επιλέγει ένα κλειδί από μια δέσμη με κλειδιά που κρατά στα χέρια του, ο δε Κατηγορούμενος δεν εμφανίζεται πλέον στο πλάνο αφού παραμένει πιο πίσω. Ακολούθως ο υπάλληλος με την Παραπονούμενη εισέρχονται η ώρα 04:05:01 στο ασανσέρ και η πόρτα κλείνει (βλ. «ch7» - duration 08:17), ανεβαίνουν στον 2ο όροφο και η ώρα 04:05:29 οδεύουν προς το δωμάτιο της Παραπονούμενης (βλ. «ch9» - duration 08:46). Παρεμβάλλεται περαιτέρω εδώ πως η θέση της Μ.Κ.1 ότι από τη διερεύνηση προέκυψε πως δεν επετράπη στον Κατηγορούμενο να ανεβεί μαζί τους στον όροφο, δεν αμφισβητήθηκε, εξ ου και ο Κατηγορούμενος δεν θεάται να ανεβαίνει σε αυτό το στάδιο μαζί τους. Η υπεράσπιση λοιπόν όχι μόνο δεν αμφισβήτησε πως πράγματι δεν του επετράπη να ανεβεί στον όροφο αλλά προώθησε τη θέση πως ο Κατηγορούμενος ένεκα τούτου παρέμεινε να περιμένει στο χώρο υποδοχής και ανέβηκε (χωρίς να λάβει άδεια) στον όροφο, όταν είδε τη φίλη της Παραπονούμενης, να εισέρχεται στο ξενοδοχείο και να κατευθύνεται προς το δωμάτιο. Και τούτο διότι η Παραπονούμενη του είχε προηγουμένως ζητήσει να πάει μαζί του μέχρι έξω από το δωμάτιο, φοβούμενη τυχόν νέα αντιπαράθεση μαζί της. Βεβαίως είναι γεγονός πως, ως ήδη επισημάνθηκε και στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αναφερόμενος στα γεγονότα που αφορούν το σημείο αυτό, παρέλειψε να αναφέρει πως έχοντας μεταβεί στο ξενοδοχείο της Παραπονούμενης, ανέβηκε στον όροφο. Εντούτοις με δεδομένη τη θέση της Παραπονούμενης πως όντως η ίδια του είχε ζητήσει να πάει μαζί της επειδή φοβόταν τυχόν νέα αντιπαράθεση με τη φίλη της και ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος θεάται να πηγαίνει στον όροφο μόλις 1-2 λεπτά από τη στιγμή που καταφθάνει η Γαβριέλλα στο ξενοδοχείο, δεν θεωρούμε πως μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε αρνητικό συμπέρασμα στο σημείο αυτό, από το γεγονός ότι δεν ανέφερε ότι είχε πράγματι ανέβει στον όροφο και άφησε να νοηθεί πως έμεινε όλη την ώρα στο χώρο υποδοχής. Για του λόγου το αληθές, σημειώνουμε πως η Γαβριέλλα καταφθάνει στο ξενοδοχείο η ώρα 04:08:12[15] και εισέρχεται στο ασανσέρ η ώρα 04:08:39[16], ενώ μετά από 30 δευτερόλεπτα ανεβαίνει στον δεύτερο όροφο και οδεύει προς το δωμάτιο[17]. Ο Κατηγορούμενος εισέρχεται και αυτός στο ασανσέρ 2 λεπτά αργότερα, δηλ. η ώρα 04:10:29[18] και μετά από 30 δευτερόλεπτα περπατά και αυτός στον διάδρομο του δεύτερου ορόφου του ξενοδοχείου κατευθυνόμενος προς το δωμάτιο της Παραπονούμενης[19]. Επομένως αυτό που ενδιαφέρει στο σημείο αυτό είναι πως, παρά την απαγόρευση που τέθηκε στον Κατηγορούμενο από το ξενοδοχείο, εντούτοις φαίνεται πως εν τέλει επιβεβαιώνεται η θέση της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος ανέβηκε στον όροφο. Το γεγονός δε πως η Παραπονούμενη δεν αναφέρεται σε αυτή τη πτυχή στην κατάθεση της, (στο ότι δηλαδή δεν επετράπη αρχικά στον Κατηγορούμενο να ανέβει), δεν θεωρούμε πως είναι ζήτημα ουσιώδες έτσι ώστε να πλήττει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Η ουσία είναι πως εν τέλει είχε ανεβεί καθώς και ότι ως η Παραπονούμενη ανέφερε, η φίλη της Γαβριέλλα δεν βρισκόταν στο δωμάτιο όταν η ίδια αρχικά πήγε στο δωμάτιο και ότι προσήλθε μετά, ενόσω η ίδια εξακολουθούσε να βρίσκεται στο εν λόγω δωμάτιο. Εξ ου και η θέση της πως είχαν συζητήσει ξανά εντός του δωματίου τους, θέση η οποία ακολουθεί λογικά την εξέλιξη των γεγονότων και την οποία αποδεχόμαστε. Η δε θέση της πως όλοι μαζί, κατέβηκαν στη συνέχεια στον χώρο υποδοχής, αφότου η ίδια πήρε και τα πράγματα της με σκοπό να αναχωρήσει από την Κύπρο[20], δεν αμφισβητήθηκε και επιβεβαιώνεται και πάλι μέσα από την πραγματική μαρτυρία. Εξ ου και η ώρα 04:19:19[21], θεάται η Παραπονούμενη να σέρνει ταξιδιωτική βαλίτσα στο διάδρομο του δεύτερου ορόφου και ο Κατηγορούμενος να την ακολουθεί, ενώ μετά από κάποια δευτερόλεπτα ακολουθεί και η φίλη της Γαβριέλλα. Όλοι επανεμφανίζονται να εξέρχονται από το ασανσέρ η ώρα 04:20:14[22] και ακολούθως να βγαίνουν από το ξενοδοχείο και να κατευθύνονται προς το ταξί[23]. Αφού οι αποσκευές της τοποθετήθηκαν στο χώρο αποσκευών, η Παραπονούμενη επιβιβάζεται στη θέση του συνοδηγού φορώντας άσπρο μπικίνι και το ταξί, αναχωρεί η ώρα 04:22:27[24], η δε Γαβριέλλα επιστρέφει προς το ξενοδοχείο. Τα πιο πάνω έχουν βέβαια και πάλιν τη σημασία τους αφού θέση της Παραπονούμενης ήταν πως ο Κατηγορούμενος της είχε ζητήσει να καθίσει στη θέση του συνοδηγού αυτή τη φορά (ενώ κατά την πρώτη διαδρομή καθόταν πίσω) και πως η φίλη της η Γαβριέλλα είχε πάει μέχρι το ταξί μαζί της και με σκοπό να βρει ευκαιρία για να την αποτρέψει από του να φύγει με το συγκεκριμένο ταξί. Τόσο το ότι η Παραπονούμενη κάθισε στη θέση του συνοδηγού όσο και ότι πράγματι η Γαβριέλλα πηγαίνει μέχρι το ταξί, επιβεβαιώνεται ως ήδη λέχθηκε από τα πλάνα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης[25]. Περαιτέρω και η Μ.Κ.5 αναφέρει πως συνεχίζοντας να ευρίσκεται σε βιντεοκλήση με την Παραπονούμενη άκουσε τον Κατηγορούμενο να την ρωτά αν θέλει να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και πως η Παραπονούμενη το έπραξε παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές της ίδιας, στις οποίες προέβη χωρίς να ακούγεται (από τον Κατηγορούμενο), αφού η Παραπονούμενη φορούσε ακουστικά. Μάλιστα στο σημείο αυτό εμφαίνεται και η αντικειμενικότητα της Μ.Κ.5, η οποία αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 15 (βλ. σελ. 5), πως η Παραπονούμενη κάθισε στη θέση του συνοδηγού παρά τις προτροπές της να μην το πράξει «γιατί πραγματικά είχε καταναλώσει αλκοόλ και ήταν επίσης λίγο ευφορική και γεμάτη αδρεναλίνη λόγω της λογομαχίας της με την G.», μη διστάζοντας δηλαδή να αποκαλύψει και στοιχεία που δυνατόν να μην βοηθούσαν την όλη εικόνα της φίλης της. Είναι γεγονός όμως ότι η Παραπονούμενη αμφισβητήθηκε ως προς το ότι ο λόγος που πήγε μέχρι το ταξί η Γαβριέλλα, ήταν για να την μεταπείσει από του να φύγει με τον Κατηγορούμενο. Ό,τι της υποβλήθηκε ήταν πως ο λόγος της παρουσίας της εκεί ήταν επειδή η Γαβριέλλα έψαχνε την προσωπική της τσάντα, την οποία επίσης υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη πως της την είχε πάρει. Η εν λόγω υποβολή δεν έγινε δεκτή από την Παραπονούμενη, αφού παρόλο που αποδέχθηκε με ειλικρίνεια πως πράγματι υπήρξε ένα ζήτημα με τη τσάντα της Γαβριέλλας, ως πειστικά εξήγησε ποτέ δεν πήρε τη τσάντα της και πως η τελευταία προσποιούνταν ότι έψαχνε τη τσάντα της, για να βρει ευκαιρία να της ξαναπεί, έστω και την υστάτη, να μην πάει μαζί με τον Κατηγορούμενο. Αν γνήσια έψαχνε τη τσάντα της η Γαβριέλλα ή όχι, δεν είναι βέβαια το ζητούμενο. Αυτό όμως που προκύπτει, είναι το ότι η υπό συζήτηση θέση της Παραπονούμενης, συνάδει και με την περαιτέρω μαρτυρία της σύμφωνα με την οποία όταν η Γαβριέλλα σε προηγούμενο στάδιο είχε δει τον Κατηγορούμενο έξω από το δωμάτιο τους, την ρώτησε ποιος είναι και τι γύρευε εκεί, λέγοντας της μάλιστα πως «Δεν είναι δυνατόν να πας τώρα μαζί του, μείνε δαμέ που είσαι»[26]. Θέση την οποία αποδεχόμαστε αφού, αφενός υποστηρίζεται και από την Μ.Κ.5 η οποία βρισκόταν συνεχώς σε κλήση μαζί της και η οποία ανέφερε ότι όντως, όταν βρισκόντουσαν στο δωμάτιο, η Γαβριέλλα ρώτησε την Παραπονούμενη ποιος είναι (ο Κατηγορούμενος) και της είπε να τον διώξει και αφετέρου πρέπει να πούμε πως μας εντυπώθηκε χαρακτηριστικά το σημείο αυτό της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Και τούτο διότι η τελευταία, ανακαλώντας κατά τη μαρτυρία της εντελώς αυθόρμητα τις στιγμές αυτές, ανέφερε κλαίγοντας «Μόνο να της άκουγα»[27], δείχνοντας φανερά και γνήσια μετανιωμένη για την επιλογή της να μην ακούσει τις προτροπές της φίλης της και να επιβιβαστεί στο ταξί του Κατηγορούμενου. Η Διαδρομή μετά την αναχώρηση από το ξενοδοχείο Leros Από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως προορισμός του ταξί όταν αυτό αναχώρησε με την ίδια στη θέση του συνοδηγού, ήταν το αεροδρόμιο Λάρνακος. Δεν αμφισβητείται επίσης πως κατά τη διάρκεια της διαδρομής η Παραπονούμενη τον ρώτησε αν μπορούσε να καπνίσει και πως την μετέφερε στον επίδικο χώρο στάθμευσης για το σκοπό αυτό, λέγοντας της πως δεν ήταν επιτρεπτό να καπνίσει εντός του ταξί. Και λέγουμε τούτο, όχι μόνο διότι και η Μ.Κ.5, η οποία συνέχιζε να ευρίσκεται σε βιντεοκλήση μαζί της, μαρτύρησε προς την ίδια κατεύθυνση αλλά και λόγω του ότι ακριβώς η θέση του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του, ήταν πως ο λόγος που σταμάτησαν στον επίδικο χώρο στάθμευσης, ήταν έτσι ώστε να καπνίσει η Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 7, ότι φεύγοντας από το ξενοδοχείο Leros πήγε αριστερά προς το Ocean Basket και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την οδό Κρύου Νερού για να βγει στον αυτοκινητόδρομο. Ερωτηθείς αν κατά τη διαδρομή σταμάτησε οπουδήποτε, ανέφερε ότι πριν βγει στον αυτοκινητόδρομο και επειδή η Παραπονούμενη ήθελε να καπνίσει, ο ίδιος δεν βγήκε από το ξενοδοχείο Marina προς τα πάνω για να κατευθυνθεί προς τον αυτοκινητόδρομο[28], αλλά προχώρησε ευθεία για περίπου 500 μέτρα και αφού πέρασε ένα συγκρότημα κατοικιών στα δεξιά του μπήκε σε ένα αδιέξοδο, που οδηγούσε σε ένα μεγάλο χώρο στάθμευσης, όπου σταμάτησε για να καπνίσει. Επομένως δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη θέση της Παραπονούμενης, πως φτάνοντας εκεί ο Κατηγορούμενος της είπε «Εδώ μπορείς να καπνίσεις». Όμως η προσπάθεια της υπεράσπισης να πείσει πως η μετάβαση και παραμονή τους στον επίδικο ερημικό χώρο στάθμευσης αποσκοπούσε απλώς και μόνο στην ικανοποίηση της επιθυμίας της Παραπονούμενης να καπνίσει, καταρρέει μέσα από αδιάσειστα στοιχεία. Κατ' αρχάς ως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, δεν ακολούθησε την πιο σύντομη διαδρομή για να βγει στον αυτοκινητόδρομο, που ως υπέδειξε η Μ.Κ.1, ήταν αυτή με το πορτοκαλί χρώμα επί του Τεκμηρίου
  6. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, το οποίο δεν μπορεί προφανώς αφ' εαυτού να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα, σημειώνουμε επιπρόσθετα πως ούτε την εναλλακτική διαδρομή που φαίνεται με το κίτρινο χρώμα επί του ίδιου Τεκμηρίου χρησιμοποίησε και με την οποία πάλι θα κατέληγε στον αυτοκινητόδρομο. Αντί λοιπόν τούτων προχώρησε για απόσταση πέραν των 3 χιλιομέτρων[29] και όχι 500 μέτρα ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, εκτός διαδρομής, κατευθυνόμενος προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτήν που θα έπρεπε να είχε εφόσον προορισμός του ήταν ο αυτοκινητόδρομος και στη συνέχεια, το αεροδρόμιο. Για να καταλήξει στον επίδικο χώρο στάθμευσης, ο οποίος ως ήδη αποδεχθήκαμε με βάση τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.
  7. και Μ.Κ.6 αλλά και εκ των Τεκμηρίων 1.18 και 2, κατά τον δεδομένο χρόνο ήταν ερημικός και απόμερος. Κάτι το οποίο συνάδει πλήρως και με την παραστατικότατη περιγραφή της Παραπονούμενης, η οποία ανέφερε ότι το μέρος είχε πέτρες και ήταν κοντά στη θάλασσα και «έμοιαζε με το πουθενά του κόσμου που δεν υπήρχε ίχνος ζωής.[30]». Ανάλογη ήταν βέβαια και η μαρτυρία της Μ.Κ.5 η οποία περιέγραψε το χώρο λέγοντας πως η αίσθηση που απεκόμισε ήταν πως βρισκόταν «Στη μέση του πουθενά» (βλ. Τεκμήριο 15, σελ.5). Τονίζεται δε πως ουδέποτε υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε μάρτυρα πως για τον οποιοδήποτε λόγο, δεν παρείχετο ευχέρεια να σταματήσει σε κάποιο άλλο σημείο εντός της κανονικής πορείας, για τα ελάχιστα λεπτά που χρειάζονταν, έτσι ώστε να μπορέσει η Παραπονούμενη να καπνίσει, αν αυτό πραγματικά ήθελε να πράξει. Ούτε και εν τέλει επεξηγήθηκε για ποιο λόγο έμειναν εκεί για 38 λεπτά, ως θα διαφανεί στη συνέχεια πως ήταν ο χρόνος που παρέμειναν στο επίδικο μέρος μόνοι τους, μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Εν τέλει πάντως αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι πως η επιλογή ενός επαγγελματία οδηγού ταξί να οδηγήσει μια νεαρή επιβάτιδα, ενδεδυμένη με μαγιό, τις πρώτες πρωϊνές ώρες, σε ένα απομονωμένο χώρο στάθμευσης καθαρά εκτός της πορείας που όφειλε να ακολουθήσει για να φτάσει στον προορισμό του, δεν θα μπορούσε, ως ορθά εισηγείται και ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, να πιστωθεί στον ίδιο ως μια πράξη που αποσκοπούσε απλά και μόνο στην ικανοποίηση της επιθυμίας της να καπνίσει. Ούτε, προσθέτουμε εμείς, από τον πιο καλόπιστο αντικειμενικό παρατηρητή. Οι εύλογες υποψίες που δημιουργούνται ως προς τα πραγματικά κίνητρα του Κατηγορούμενου, να επιλέξει να εκτραπεί εμφανώς από την κανονική πορεία (χωρίς ποτέ να ενημερώσει προς τούτο την Παραπονούμενη, η οποία εξακολουθούσε να πιστεύει πως πήγαιναν προς το αεροδρόμιο), και να σταματήσει στο μέρος που περιγράψαμε πιο πάνω, εντείνονται αν αναλογιστεί κάποιος και τις θέσεις της Παραπονούμενης πως όταν της ανέφερε πως εκεί μπορούσε να καπνίσει, αυτή έχοντας αντίληψη του χώρου που βρισκόταν και έχοντας φοβηθεί[31], του ανέφερε «Προτιμώ να το καπνίσω στο αεροδρόμιο αντί εδώ»[32] και «Εδώ δεν θέλω να καπνίσω, προτιμώ να καπνίσω στο αεροδρόμιο, γι' αυτό ας προχωρήσουμε»[33], χωρίς ωστόσο οι εκκλήσεις της να εισακουστούν. Βεβαίως η υπεράσπιση αμφισβήτησε την Παραπονούμενη, όμως αποδεχόμαστε πως έτσι εξελίχθηκαν τα γεγονότα μέχρι εδώ και πως αυτό που ήθελε η Παραπονούμενη ήταν να πάει στο αεροδρόμιο, πράγμα το οποίο του κατέστησε σαφές, αφού πέραν των πιο πάνω αναφορών της και στο Τεκμήριο 1.18 (τέταρτο αρχείο) ακούγεται η Παραπονούμενη να ανησυχεί και να φτάνει μέχρι του σημείου να ζητά από τον Κατηγορούμενο να της ορκιστεί πως θα την πάρει στο αεροδρόμιο. Πρόκειται για αρχείο που έλαβε η ίδια η Παραπονούμενη ευρισκόμενη στο συγκεκριμένο μέρος, σε χρόνο που δεν βρισκόταν σε σύνδεση με την Μ.Κ.5 και στο οποίο εκτενέστερη αναφορά, θα γίνει στη συνέχεια. Η δε θέση της υπεράσπισης (η οποία τέθηκε στη Μ.Κ.1), ότι το σημείο που επέλεξε να σταματήσει απέχει από τον αυτοκινητόδρομο 5-6 λεπτά, πέραν του ότι δεν έγινε αποδεκτή από την εν λόγω μάρτυρα και παρέμεινε μετέωρη, δεν απαντά στα πιο πάνω ερωτήματα και ιδίως στο γιατί δεν επιλέγηκε ένα άλλο σημείο εντός πορείας τους αλλά και στο γιατί παρέμειναν στο απομονωμένο εκείνο μέρος, για 38 ολόκληρα λεπτά (αφού σκοπός ήταν το κάπνισμα ενός τσιγάρου). Για ν' αναχωρήσουν μάλιστα εν τέλει, όχι κατ' επιλογήν του οδηγού (Κατηγορούμενου), αλλά επειδή στο μέρος έφτασε η Αστυνομία. Και τούτο παρά το ότι η ίδια η Παραπονούμενη ακούγεται με φωνή αγωνίας στο τέταρτο αρχείο του Τεκμηρίου 1.18, να προσπαθεί να εκμαιεύσει όρκο του πως θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο. Άφιξη και Παραμονή στον Χώρο Στάθμευσης παρά τις βίλες "Skyprime" Η ώρα άφιξης του οχήματος ταξί στον επίδικο χώρο στάθμευσης, καταγράφηκε από το ΚΚΒΠ ενός εκ των κατοικιών του παρακείμενου συγκροτήματος "Skyprime Villas" και συγκεκριμένα της κατοικίας «Fortuna» (βλ. Τεκμήριο 1.21). Αυτό που ενδιαφέρει αυτή τη φορά εκ του τεκμηρίου αυτού, είναι το 13ο αρχείο, υπό στοιχεία ch5_20220713034124, το οποίο με βάση και τα όσα αναφέραμε πιο πάνω σε σχέση με τα αρχεία 18 και 19 του ίδιου τεκμηρίου τα οποία ισχύουν και εν προκειμένω, προκύπτει πως αρχίζει στις 03:41:
  8. Εφόσον δε η ώρα του εν λόγω κλειστού κυκλώματος είναι 40 λεπτά πίσω από την πραγματική, έπεται πως η πραγματική ώρα που αρχίζει η λήψη του αρχείου αυτού είναι 04:21:24 (δηλαδή 03:41:24 συν 00:40:00). Μετά από 04:48 καταγραφής (video duration), όταν δηλαδή η πραγματική ώρα γίνεται 04:26:12, εμφανίζεται το άσπρο ταξί του Κατηγορούμενου να κατευθύνεται προς τον επίδικο χώρο στάθμευσης, κάτι που συνάδει και με τη σχετική καταγραφή της Μ.Κ.1 στο ημερολόγιο ενεργείας - Τεκμήριο 3, υπ' αριθμόν καταχώρησης 2). Ως δε προέκυψε από την προηγηθείσα ανάλυση, η ώρα που καταφθάνει η αστυνομία στον επίδικο χώρο στάθμευσης είναι 05:04:29, γεγονός το οποίο οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη παρέμειναν στο μέρος (μόνοι τους), από τις 04:26:12 που κατέφθασαν μέχρι τις 05:04:29 που προσήλθε η αστυνομία στο μέρος, ήτοι για 38 περίπου λεπτά, εξ ου και η σχετική αναφορά μας στην αμέσως πιο πάνω ενότητα. Το τι ακριβώς συνέβη σε αυτά τα 38 λεπτά είναι αυτό που απαντά και στα κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν στην παρούσα. Επί τούτου ένορκη μαρτυρία έδωσε η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.5 ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος αλλά και πραγματική μαρτυρία η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1.18 (βλ. επίσης και Τεκμήρια 1.19 και 1.20 που αφορούν μεταξύ άλλων και τα ίδια αρχεία του Τεκμηρίου 1.18, ως εξήχθησαν από τα κινητά της Παραπονούμενης και της Μ.Κ.5 αντίστοιχα, από τις αρχές της Ελβετίας). Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για ηχητικά αρχεία ή αρχεία βίντεο που κατέγραψε η ίδια η Παραπονούμενη ενόσω βρισκόταν στον επίδικο χώρο στάθμευσης καθώς και βίντεο που της απέστειλε η Μ.Κ.5 και τα οποία έλαβε κατά το χρόνο που μιλούσε μαζί της οπόταν και κατέγραφε τη συνομιλία τους (κατά διαστήματα) στο κινητό της, μέσω της δυνατότητας που παρείχε το κινητό της και η οποία εξηγήθηκε σε άλλο σημείο ανωτέρω, με αποτέλεσμα να είναι ορατό, ως ήδη λέχθηκε, το τι ακριβώς έκανε και τι έβλεπε η Μ.Κ.5 στην οθόνη του κινητού της. Πρόκειται για τα αρχεία 1-4, 6, 8, 10, 12 και 13 του Τεκμηρίου 1.18[34] συνολικής διάρκειας 10 περίπου λεπτών, από τα 38 περίπου λεπτά που ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη βρίσκονταν στον εν λόγω χώρο. Είναι επομένως προφανές ότι τα εν λόγω αρχεία/βίντεο αποτυπώνουν ένα μέρος της παραμονής της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου στον επίδικο χώρο στάθμευσης. Εξ ου και η Μ.Κ.1 διευκρίνισε κατά την επανεξέταση της, πως απαντώντας καταφατικά στην υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης πως ό,τι έγινε και δεν έγινε φαίνεται σε εκείνα τα βίντεο, εννοούσε ότι κάποια στιγμιότυπα που καταγράφηκαν δείχνουν γεγονότα από το καταγγελθέν γεγονός και πως δεν έχει καταγραφεί όλο το περιστατικό. Στρεφόμενοι τώρα να εξετάσουμε τι ακριβώς έγινε στο διάστημα αυτό, σημειώνουμε πως θέση της Παραπονούμενης κατά τη μαρτυρία της ήταν πως φτάνοντας εκεί και παρόλο που δεν ήθελε να κατεβεί εφόσον είχε ήδη αρχίσει να τρομάζει, εντούτοις κατέβηκε αφού αυτός της έλεγε να κατεβεί αλλά και επειδή σκεφτόταν πως αν δεν κατέβαινε θα μπορούσε να την κατεβάσει ο ίδιος με τη βία[35]. Αφού δε κάπνισε το τσιγάρο της, αυτός άρχισε να την αγκαλιάζει, αυτή του έλεγε πως δεν θέλει, τον καλούσε να σταματήσει και να την πάρει στο αεροδρόμιο και παράλληλα του είπε ότι θα τηλεφωνούσε του πατέρα της για να της κλείσει εισιτήριο αλλά τηλεφώνησε στην φίλη της Μ.Κ.5 και άφησε ανοικτό το τηλέφωνο, χωρίς ο Κατηγορούμενος να το αντιληφθεί. Το έκανε αυτό, ως υποστήριξε, επειδή άλλαξε το ύφος του Κατηγορούμενου καθώς και ο τρόπος που την κοίταζε. Στη συνέχεια αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να την φιλήσει και γύρισε από την άλλη, ότι έβαλε το χέρι του στήθος της και αυτή τον έσπρωξε και του είπε τι προσπαθείς να κάνεις, ότι αυτός κάτι ψιθύρισε αλλά δεν κατάλαβε τι της είπε και ότι μετά η ίδια πήγε στον αποθηκευτικό χώρο του ταξί και έψαχνε το διαβατήριο της αλλά δεν το έβρισκε, οπόταν ο οδηγός την ακολούθησε, ήρθε από πίσω της και της κατέβασε το εσώρουχο, ακολούθως κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του μέχρι τα γόνατα του και ξεκίνησε να τρίβει το πέος του πάνω της ενώ μετά το έβαλε στον κόλπο της για μερικά δευτερόλεπτα και τούτο διότι η ίδια ήταν ανήσυχη και γύριζε συνέχεια για να τον διώξει μακριά της. Ως επίσης αναφέρει αυτός προσπαθούσε να βάλει ξανά το πέος του στον κόλπο της αλλά επειδή γύριζε δεν μπόρεσε και τότε έτρεξε προς τη θάλασσα και μετά από λίγα λεπτά έφτασε στο μέρος η Αστυνομία. Είναι βέβαια γεγονός ότι από τα όσα πιο πάνω παρατέθηκαν, προκύπτει πως η Παρ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.