← Κύπρος

Δημοκρατία ν. H.K., Ποιν. Υπόθεση: 1744/24, 16/12/2024

Δημοκρατία ν. H.K., Ποιν. Υπόθεση: 1744/24, 16/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1744/24 Δημοκρατία ν. H.K. Κατηγορούμενος 16 Δεκεμβρίου, 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε τρείς κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος επί τω ότι: - Κατά την 2.4.2024, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια (κατηγορία 1)[1]. - Μεταξύ του μηνός Μαρτίου του 2024 και 02.04.2024, συμμετείχε ως συνεργός σε λαθρεμπόριο Σύρων μεταναστών, δηλαδή συνεργάστηκε με μέλη εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών, πλοηγώντας ξύλινη βάρκα από τον Λίβανο προς την Κύπρο, με σκοπό την παράνομη μεταφορά στην Κύπρο 42 Σύρων απαγορευμένων μεταναστών, γνωρίζοντας ότι πρόθεση και σκοπός των μελών της εγκληματικής οργάνωσης ήταν η αποκόμιση κέρδους από την εκπλήρωση του πιο πάνω παράνομου σκοπού[2] (κατηγορία 2). - Κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, παρείχε συνδρομή ή βοήθεια σε 42 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία[3] (κατηγορία 6). Α. Γεγονότα Την 02.04.24 και περί ώρα 00:55, το πλήρωμα αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε πολυεστερική βάρκα 10 περίπου μέτρων, 5 ναυτικά μίλια ανοιχτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο, η οποία ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη από υπεράριθμους επιβάτες. Συγκεκριμένα επέβαιναν σ' αυτήν συνολικά 43 μετανάστες από την Συρία (25 άνδρες, 5 γυναίκες και 13 παιδιά εκ των οποίων 7 ασυνόδευτα), ενώ σύμφωνα με το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας Κύπρου, ο ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να επιβιβαστεί με ασφάλεια σε σκάφος ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών και μόνο για παράκτιες πλόες, δε θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ξεπερνά τους δέκα ενήλικες. Το σκάφος ήταν ακατάλληλο για διενέργεια υπεράκτιων πλοών αφού, σύμφωνα με το Υφυπουργείο Ναυτιλίας, δεν πληρούσε καμία από τις απαιτούμενες για τον σκοπό τούτο, προδιαγραφές ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα. Η κατάσταση εκτιμήθηκε ως πολύ επικίνδυνη για την ασφάλεια των επιβαινόντων και ως εκ τούτου, ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους το οποίο ανέλαβε η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία Κύπρου, με το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΚΣΕΔ) να βρίσκεται συνεχώς ενήμερο. Στην επιχείρηση διάσωσης συμμετείχαν δύο άκατοι της Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας στις οποίες οι μετανάστες μετεπιβιβάστηκαν και με ασφάλεια μεταφέρθηκαν στην Μαρίνα Αγίας Νάπας όπου αποβιβάστηκαν. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, πήρε συνέντευξη από τον καθένα ξεχωριστά και σύμφωνα με τα όσα δήλωσαν, επρόκειτο για Σύριους υπηκόους. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, είχε στην κατοχή του διαβατήριο και δη θεωρημένο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Νόμο, επρόκειτο στο σύνολό τους για απαγορευμένους μετανάστες. Προέκυψε ότι ξημερώματα της 01.04.24, οι λαθρέμποροι μεταναστών τους παρέλαβαν με αυτοκίνητα από σπίτι το οποίο τις προηγούμενες ημέρες χρησιμοποιήθηκε ως τόπος διαμονής τους μέχρι και τη συμπλήρωση του μέγιστου δυνατού αριθμού ατόμων που θα μπορούσαν να επιβιβαστούν επάνω στην επίδικη βάρκα και ακολούθως τους μετέφεραν σε ερημική παραλία της Τρίπολης του Λιβάνου. Εκεί χωρίστηκαν σε μικρότερες ομάδες και άρχισαν σταδιακά να μεταφέρονται με μικρότερη βάρκα επάνω στην επίδικη, με την οποία θα επιχειρείτο το ταξίδι προς την Κύπρο. Σκοπός του ταξιδιού ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Στη βάρκα επιβιβάστηκε και ο Kατηγορούμενος, ο οποίος ανέλαβε, κατ' αποκλειστικότητα, το ρόλο του πλοηγού, ενώ για ν' ακολουθεί την ορθή πορεία προς την Κύπρο χρησιμοποιούσε εφαρμογή GPS που είχε εγκατεστημένη στο κινητό του τηλέφωνο. Εναντίον του Κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε στις 02.04.24 ένταλμα σύλληψης. Την ίδια ημέρα δε συνελήφθη και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του, απάντησε «Δεν οδηγούσα εγώ». Ακολούθως, εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης του για 8 ημέρες και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Στις 04.04.24 λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην παρουσία της τότε δικηγόρου του. Δήλωσε ότι κατάγεται από τη Συρία και ότι εργάζεται ως τεχνικός κινητών τηλεφώνων. Θέλησε να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει και να βοηθήσει την οικογένειά του. Για να του επιτραπεί να ταξιδέψει, είπε ότι πλήρωσε το ποσό των 3.500 δολαρίων. Αρνήθηκε ότι ανέλαβε, καθ' οιονδήποτε χρόνο, την πλοήγηση της βάρκας και κατονόμασε ως πλοηγό, από την αρχή μέχρι και το τέλος του ταξιδιού, έναν εκ των επιβαινόντων και συγκεκριμένα ένα 16χρονο παιδί στο οποίο ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε, ως κόμιστρο για το ταξίδι, το ποσό των 3.500 δολαρίων. Από το σύνολο της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκείνος ο οποίος ανέλαβε, κατ' αποκλειστικότητα, το ρόλο του πλοηγού, ενώ το 16χρονο παιδί το οποίο κατονόμασε, δεν είχε καμία εμπλοκή στην πλοήγηση της βάρκας, ούτε και εισέπραξε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τον Κατηγορούμενο. Προέκυψε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός ο οποίος στη Συρία, παρουσιαζόμενος ως πρόσωπο που μεσολαβούσε για τους λαθρέμπορους, πρότεινε στον πατέρα του 16χρονου παιδιού να πληρώσει μόνο το ήμισυ του κομίστρου (δηλ. 1.500 αντί 3.000 δολάρια), με αντάλλαγμα, άμα τη αφίξει της βάρκας στην Κύπρο, ο υιός του να παρουσιαστεί στις Αρχές ως ο καπετάνιος, αναλαμβάνοντας και την οποιανδήποτε ποινική ευθύνη προέκυπτε, διαβεβαιώνοντάς τον παράλληλα ότι η τιμωρία δεν θα ξεπερνούσε τους τρεις μήνες φυλάκισης. Εκείνος, λόγω οικονομικής ανάγκης αποδέχτηκε την πρόταση, εξ ου και μόλις θεάθηκε το σκάφος της Λιμενικής Αστυνομίας να προσεγγίζει, ο νεαρός κάθισε στη θέση του πλοηγού. Προέκυψε περαιτέρω ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών η οποία δρα στη Συρία, στον Λίβανο και στην Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης, με εξαίρεση τον Κατηγορούμενο, κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση ποσά που κυμαίνονται από 2.500-3.000 δολάρια ως αντίτιμο για το ταξίδι. Ο πατέρας του 16χρονου δεν προκύπτει να πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στον Κατηγορούμενο αλλά κατέβαλε το ποσό των 1.500 ευρώ απευθείας στους λαθρέμπορους. Τέλος, ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, τον πρότερο έντιμο βίο του, το μεμονωμένο των πράξεων του, την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια του, αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στο ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο, ηλικίας 26 ετών[4], χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, έγγαμο, με τη σύζυγο του να κυοφορεί το τέκνο τους, και με πολύ δύσκολες οικονομικές περιστάσεις. Περιστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, προκειμένου να εξεύρει εργασία και να μπορέσει έτσι να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του, ήτοι τη σύζυγο, τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, οι οποίοι δεν εργάζονται λόγω και της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία και εξαρτώνται από τον Κατηγορούμενο. Ως εισηγήθηκε δε, επειδή ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα έχει ως συνέπεια τόσο την αδυναμία του Κατηγορούμενου να εργαστεί, όσο και την οικονομική ανέχεια των παραπάνω προσώπων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η «εξωδικαστηριακή τιμωρία» ήτοι οι επιπτώσεις στην οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή. Πέραν των πιο πάνω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι το όφελος που αποκόμισε ο Κατηγορούμενος ήταν έμμεσο και όχι άμεσο, αφού το μόνο όφελος του ήταν η μη καταβολή κομίστρου για το ταξίδι, στο ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους και ο ρόλος του, συγκριτικά με τον διοργανωτή του ταξιδιού, ήταν δευτερεύων και μειωμένος, αφού δεν είναι ο ίδιος που αποφάσισε τη διοργάνωση του ταξιδιού, την είσπραξη του κομίστρου από τους επιβάτες, τον αριθμό των επιβαινόντων και την επιλογή της βάρκας, της οποίας δεν ήταν ούτε ο ιδιοκτήτης, καθώς επίσης και στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, παρά το ότι συνέδραμε στο έργο της. Επίσης, ζήτησε να ληφθεί υπόψη ο μικρός αριθμός επιβαινόντων στη βάρκα και το γεγονός ότι η βάρκα δεν βυθίστηκε και έφτασαν όλοι σώοι και αβλαβείς, αλλά και ότι, πάντα σύμφωνα με τη συνήγορο, στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζουν επιβαρυντικές περιστάσεις. Επικαλέστηκε επίσης τη μη δίωξη των ιθυνόντων/διοργανωτών του ταξιδιού, για να εισηγηθεί ότι παραβιάστηκε, εν προκειμένω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών, πράγμα το οποίο θα πρέπει να λειτουργήσει μετριαστικά για τον Κατηγορούμενο. Υπό το φως δε των ανωτέρω αλλά και του ότι κατά την εισήγηση της εξέλιπε πλέον η ανάγκη για αποτροπή ένεκα μείωσης των μεταναστευτικών ροών το τελευταίο διάστημα, λόγω συμφωνίας που επετεύχθη με το Λίβανο, κάλεσε το Δικαστήριο όπως θεωρήσει ότι δεν καθίσταται επιβεβλημένη η αντιμετώπιση των επίδικων αδικημάτων, ως αδικήματα τα οποία παρουσιάζουν έξαρση και όπως επιδείξει στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επισύρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης. Συγκεκριμένα, τα αδικήματα του απαγορευμένου μετανάστη (κατηγορία 1) και της παροχής συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει παράνομα στη Δημοκρατία (κατηγορία 6), τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[5]. Το ίδιο ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης προβλέπεται και για το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών (κατηγορία 2), διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.10.000 (€17.086)[6]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση, συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι οι προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του απαγορευμένου μετανάστη (κατηγορία 1) και της παροχής συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία (κατηγορία 6), εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.2021 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ.105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, προνοείτο ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, η οποία ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, μόνο το τρέχον έτος, έχουν επιβληθεί ποινές από το παρόν Δικαστήριο, σε 15 άλλες, διαφορετικές από την παρούσα περιπτώσεις, για αδικήματα όμοιας ή και παρόμοιας φύσεως. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24[7], όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Kabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23[8], τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Kabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα Δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Kabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι έχει εκλείψει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησιν συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου, και πως το Δικαστήριο αντλεί γνώση της επίλυσης του προβλήματος, ενόψει του ότι δεν καταχωρούνται πλέον νέες υποθέσεις για αυτού του είδους τα αδικήματα. Επί τούτου πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί πως η σχετική εισήγηση, τέθηκε γενικά και αόριστα, χωρίς να τεθεί υπόψη μας το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας ή οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της επικαλούμενης συμφωνίας, οι οποίες να είναι ικανές να εντάξουν το ζήτημα στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης, από τη στιγμή μάλιστα που η σχετική εισήγηση όχι απλά δεν ήταν αποδεκτή από την κατηγορούσα αρχή, αλλά σύμφωνα με το συνήγορο της η θέση περί ύπαρξης συμφωνίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ως ανέφερε συγκεκριμένα ο τελευταίος χωρίς να αμφισβητηθεί, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας, καταβάλλεται εντατική και αδιάλειπτη προσπάθεια φύλαξης των θαλάσσιων της συνόρων, με στόχο την αποτροπή μεταναστευτικών κυμάτων προς την Κύπρο, ειδικότερα από τον Λίβανο. Η προσπάθεια αυτή ως αναφέρθηκε, έχει επιφέρει σε κάποια έκταση αποτέλεσμα, πλην όμως ο κίνδυνος εισόδου παράνομων μεταναστών στην Δημοκρατία, είναι εκεί και παραμένει και τούτο διότι οι εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στη Συρία και στον Λίβανο, είναι έτοιμες να εκμεταλλευτούν κάθε στιγμή πιθανής αδράνειας των κυπριακών αρχών και να ξεκινήσουν τις ροές προσφύγων προς την Κύπρο. Συναφώς, ό,τι προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και ιδίως με τη συνεχή λήψη μέτρων από τις Αρχές της Δημοκρατίας, είναι ότι το πρόβλημα σαφώς και δεν έχει επιλυθεί. Πέραν των πιο πάνω όμως και εις απάντηση της σχετικής εισήγησης της υπεράσπισης, περί εξάλειψης ανάγκης επιβολής αποτρεπτικών ποινών, παραπέμπουμε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που αφορούν παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Kabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας 23 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκε τις κατηγορίες, ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στη δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[9] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[10], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105, το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[11], όπως δεν αποτελεί ούτε εν προκειμένω για την κατηγορία 6. Εν πάση όμως περιπτώσει, σημειώνουμε πως στην πρώτη υπόθεση, λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Οι δε υποθέσεις Rasit και Kabeer Khan, αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, το οποίο δεν αποτελεί βεβαίως αδίκημα ίδιας εμβέλειας και σοβαρότητας με αυτό του άρθρου 19
(1)(ζ) (κατηγορία 6) ή του άρθρου 8 του Ν.11(ΙΙΙ)/2003 (κατηγορία 2) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα από απόψεως προβλεπόμενης ποινής. Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, για αμφότερα τα αδικήματα των άρθρων 19
(2)και 19
(1)(ζ), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα το οποίο σαφώς δεν αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, παρόλο που ως μέρος των γεγονότων, ήταν αποδεκτό πως το σκάφος ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένο. Στρεφόμενοι στα της παρούσας, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τα εκτεθέντα γεγονότα, είναι κατ' αρχάς η ενσυνείδητη επιλογή του Κατηγορούμενου να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβανόταν πολύ καλά, ότι παράνομα βοηθούσαν τους μετανάστες να εισέλθουν στην Κύπρο από τον Λίβανο, έναντι αδρού οικονομικού οφέλους, το οποίο λάμβαναν από έκαστο (μετανάστη), υπό μορφή κομίστρου πριν την επιβίβαση, ύψους 2.500-3.000 περίπου δολαρίων. Κόμιστρο το οποίο ο Κατηγορούμενος, απαλλάχθηκε της υποχρέωσης να καταβάλει, ως το αντίτιμο της συμφωνίας του με την εγκληματική οργάνωση που υποβοήθησε. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας, το γεγονός ότι, όπως τόνισε και η συνήγορος του Κατηγορούμενου, ο ίδιος δεν ήταν λήπτης των χρημάτων που πλήρωναν οι επιβαίνοντες, ούτε ο ιθύνων νους που διοργάνωσε το ταξίδι ή μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, αλλά ούτε και ο ιδιοκτήτης της βάρκας. Παρά ταύτα όμως, θεωρούμε πως τούτα δεν δύνανται επ' ουδενί να μειώσουν τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, αφού ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα είναι πως συμφώνησε να βοηθήσει την εν λόγω εγκληματική ομάδα στο παράνομο έργο της, πλοηγώντας τη βάρκα από το Λίβανο στην Κύπρο, γνωρίζοντας πως πρόθεση και σκοπός των μελών της ήταν η αποκόμιση χρηματικού κέρδους και λαμβάνοντας και ο ίδιος ως αντάλλαγμα ουσιαστικά, τη μη καταβολή του κομίστρου, που υπό διαφορετικές συνθήκες θα έπρεπε να καταβάλει για να διανύσει το ταξίδι. Αυτό ακριβώς το αντάλλαγμα που είχε λάβει με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά και η γνώση του πως τα μέλη της οργάνωσης με την οποία συνεργάστηκε, είχαν ως σκοπό την αποκόμιση κέρδους, εντείνει τη σοβαρότητα της παρούσας, εντός των πλαισίων της. Ο ρόλος του επομένως δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ουσιαστικός, αφού είναι προφανές ότι χωρίς την αποδοχή από πλευράς του να πλοηγήσει τη βάρκα, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ρόλος του ήταν δευτερεύων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, παρά μόνον ίσως εν συγκρίσει με τους διοργανωτές, αφού κατά τα λοιπά, ως εξηγήθηκε, ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος, το οποίο ενορχηστρώθηκε από εγκληματική ομάδα, στην οποία συμμετείχε ενεργά και την οποία ενσυνείδητα επέλεξε να βοηθήσει. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί και το ότι έδρασε βάσει σχεδίου και προγραμματισμού, αφού σύμφωνα με τα γεγονότα προσέγγισε πριν από το ταξίδι τον πατέρα του 16χρονου που αναφέρεται στα γεγονότα, παρουσιαζόμενος ως πρόσωπο που μεσολαβούσε για τους λαθρεμπόρους, προτείνοντας του να πληρώσει το ήμισυ του κομίστρου στους τελευταίους (δηλαδή 1500 αντί 3000 δολάρια) για το ταξίδι του παιδιού του, με αντάλλαγμα ο ανήλικος, άμα τη αφίξει της βάρκας στην Κύπρο, να παρουσιαστεί στις Αρχές ως ο καπετάνιος, αναλαμβάνοντας και την οποιαδήποτε ποινική ευθύνη προέκυπτε, διαβεβαιώνοντας τον παράλληλα ότι η τιμωρία του δεν θα ξεπερνούσε τους τρεις μήνες φυλακή. Πρόταση την οποία ο πατέρας του ανήλικου, λόγω οικονομικής ανάγκης, αποδέχτηκε. Ακολούθως δε, την επίδικη μέρα, κατόπιν της προηγούμενης συμφωνίας του με τους διοργανωτές και έναντι ανταλλάγματος ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ανέβηκε στη βάρκα και χρησιμοποιώντας εφαρμογή GPS που είχε στο κινητό του για να ακολουθεί ορθή πορεία, πλοήγησε αδιάλειπτα τη βάρκα μέχρι να φτάσουν στην Κύπρο. Όταν η βάρκα εντοπίστηκε δε από τη Λιμενική Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος ενεργώντας συνειδητά με βάση το σχέδιο που εκπονήθηκε, μετακινήθηκε από τη θέση του πλοηγού, στην οποία κάθισε ο ανήλικος. Ας σημειωθεί ότι ο πατέρας του τελευταίου πλήρωσε στους λαθρέμπορους για το ταξίδι του παιδιού του μόνον 1500 δολάρια, ως δηλαδή προνοούσε η συμφωνία που έκανε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους τους. Από τις πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου, όχι μόνο δεν προκύπτει να πρόκειται για υποβολιμαίο πρόσωπο αλλά αντιθέτως για πρόσωπο που πολύ καλά γνώριζε τι έκανε, όπως επίσης ότι πολύ καλά αντιλαμβανόταν τόσο το εγχείρημα που ανέλαβε να φέρει εις πέρας, όσο και τις επιπτώσεις που αυτό θα είχε, φροντίζοντας μάλιστα σε συνεννόηση με τους λαθρεμπόρους, να μεταθέσει τις ευθύνες που του αναλογούσαν, σ' ένα ανήλικο παιδί, μόλις 16 ετών. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί το γεγονός ότι μετέφερε ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό προσώπων, 42 στο σύνολο, αριθμός ο οποίος, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθούν υπόψη και τα τεχνικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες της βάρκας, η οποία δεν ήταν κατασκευασμένη για να εκτελεί υπεράκτιες πλόες και δεν πληρούσε καμία από τις απαιτούμενες προδιαγραφές περί ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα, αλλά ούτε μπορούσε να μεταφέρει με ασφάλεια περισσότερους από 10 ενήλικες. Γεγονός το οποίο βεβαίως δεν μεταβάλλεται, ούτε επηρεάζεται από το ότι σε προηγούμενες υποθέσεις που επιλήφθηκε το παρόν Δικαστήριο, ο αριθμός επιβαινόντων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος των 42, αφού το ουσιώδες είναι πως στην πραγματικότητα, η επίδικη βάρκα μετέφερε σχεδόν τετραπλάσιο αριθμό επιβαινόντων, απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει. Επιπρόσθετα, αξιοσημείωτο είναι βέβαια και το γεγονός πως από το σύνολο των προσώπων που επέβαιναν στη βάρκα που πλοηγούσε ο Κατηγορούμενος, τα 7 ήταν ασυνόδευτα παιδιά, τα οποία διένυσαν μαζί με τους λοιπούς επιβαίνοντες ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι και καθ' όλα επικίνδυνο, όπως και το ίδιο το ΚΣΕΔ ορθώς εκτίμησε, ενεργώντας αναλόγως. Υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν αποτελεί επομένως καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως, ναι μεν έφτασαν σώοι οι επιβάτες αλλά τούτο από τύχη και μόνο, κάτι που απαντά και στη θέση της υπεράσπισης ότι η βάρκα δεν βυθίστηκε και έφτασαν όλοι «σώοι και αβλαβείς». Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη στην επιλογή της βάρκας, ούτε αποφάσισε τον αριθμό των επιβαινόντων. Όμως δεν θεωρούμε πως μ' αυτά μειώνεται η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, αφού ήταν συνειδητή επιλογή του να συνεργαστεί με τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης και να πλοηγήσει την υπερφορτωμένη βάρκα μέχρι την Κύπρο, γνωρίζοντας πως έτσι συνέδραμε στους σκοπούς της εγκληματικής οργάνωσης η οποία απέβλεπε στην εξασφάλιση κέρδους ενώ και ο ίδιος έλαβε έμμεσο όφελος με την έννοια που προαναφέρθηκε. Ως προς την εισήγηση δε ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
  1. a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
  2. a)the offence had been repeated, · (
  3. b)it was committed for financial gain, · (
  4. c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
  5. d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
  6. e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
  7. f)D had played a prominent role or · (
  8. g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σε αντίθεση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι σε σχέση με το αδίκημα της παροχής συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία (κατηγορία 6), είναι κατά την κρίση μας σαφές ότι εντοπίζονται αρκετά εκ των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων. Κατ' αρχάς, τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο της οργανωμένης δράσης. Η μεταφορά των μεταναστών από τη Συρία στο Λίβανο, η παραμονή τους σε σπίτι για κάποιες μέρες, η μεταφορά με αυτοκίνητα σ' ερημική παραλία, ο χωρισμός τους σε ομάδες και η σταδιακή μεταφορά τους με μικρότερη βάρκα πάνω στην επίδικη, καθώς και η προηγούμενη συμφωνία του Κατηγορούμενου για λογαριασμό των λαθρεμπόρων με τον πατέρα του ανήλικου προκειμένου ν' αναλάβει ο τελευταίος την ποινική ευθύνη, σαφώς επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές και τον μεγάλου βαθμού σχεδιασμό και οργάνωση που χρειάστηκε για να πραγματοποιηθεί το παράνομο εγχείρημα, στο οποίο συνέδραμε συνειδητά ο Κατηγορούμενος. Από εκεί και πέρα, το αδίκημα στου οποίου τη διάπραξη συνέδραμε, διαπράχθηκε έναντι οικονομικού οφέλους/ανταλλάγματος και αφορούσε στην μεταφορά μεγάλου αριθμού (συγκεκριμένα 42), αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων. Ο Κατηγορούμενος δε, ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Ό,τι άλλο πρέπει να σημειώσουμε είναι πως εκλαμβάνουμε ως περαιτέρω επιβαρυντικό το γεγονός πως η βάρκα που πλοήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη, αφού μετέφερε τετραπλάσιο αριθμό επιβαινόντων απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει, με όλους τους εγγενείς κινδύνους που το εγχείρημα τούτο εγκυμονούσε για τη ζωή των επιβαινόντων, δεδομένου και του ότι προέβαινε σε διεθνή / υπεράκτιο πλου, κάτι που με βάση τα τεχνικά της χαρακτηριστικά ήταν επίσης εκτός των δυνατοτήτων της. Σημειώνεται βέβαια ότι οι πιο πάνω επιβαρυντικοί παράγοντες, ισχύουν και για το αδίκημα της κατηγορίας 2, με εξαίρεση τον επιβαρυντικό παράγοντα που αφορά την αποκόμιση κέρδους. Και τούτο γιατί το εν λόγω στοιχείο, εμπεριέχεται ως συστατικό στην εν λόγω κατηγορία. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι, ως η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κίνητρο του ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης ένεκα και της δεινής οικονομικής κατάστασης του ίδιου και της οικογένειας του. Περαιτέρω κατά νου είχαμε και τη θέση της συνηγόρου του ότι ο διοργανωτής του παράνομου ταξιδιού εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη θέση του, ως εκ της οικονομικής του ανέχειας, αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος παρασύρθηκε, ενήργησε επιπόλαια και παρορμητικά ένεκα της δεινής οικονομικής του κατάστασης αλλά και της ανωριμότητας του και της έλλειψης μόρφωσης. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου καθώς και στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, ως και την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του, με όλα τα συνεπακόλουθα της, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Και τούτο, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[12]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του ίδιου του Κατηγορούμενου, έτσι που να μην συνιστά γι' αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και τον πρότερο έντιμο βίο του, τα οποία μας επιτρέπουν ν' αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε, παρά τη σοβαρότητα της, ήταν μεμονωμένη. - Την άμεση παραδοχή του στην πρώτη κατηγορία και την παραδοχή του στις κατηγορίες 2 και 6, η οποία δεν ήταν άμεση αλλά έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ είχαν ήδη καταθέσει τέσσερις εκ των οκτώ μαρτύρων που ευρίσκονται στο κατηγορητήριο. Παρόλο που σύμφωνα με τα γεγονότα φαίνεται πως υπήρχε μαρτυρία εκ των επιβαινόντων για το ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός της επίδικης βάρκας και όχι ο 16χρονος, είναι γεγονός πως η απόδειξη της υπόθεσης σε περίπτωση επιμονής του στη μη παραδοχή στις εν λόγω κατηγορίες, θα συνεπάγετο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμο χρόνο. Συνεπώς η παραδοχή του Κατηγορούμενου, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, λαμβάνεται υπόψη κατά τρόπο που δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). - Τη μεταμέλεια του, ως εμφαίνεται μέσα από την παραδοχή του στο Δικαστήριο, καθώς και από την εκφρασθείσα δια μέσω της συνηγόρου του, απολογία του. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη, που αφορούσε στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, ένεκα των δύσκολων οικονομικών και προσωπικών του περιστάσεων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού, ούτε ο ιθύνων νους, αλλά ούτε ο ιδιοκτήτης της βάρκας. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του, με αναφορά και στην Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, την οποία η συνήγορος υπεράσπισης του υιοθέτησε. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών σήμερα, κατάγεται από τη Συρία, προέρχεται από πενταμελή, φτωχή οικογένεια και είναι έγγαμος. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του και η σύζυγος του, η οποία κυοφορεί το παιδί τους, διαμένουν στη Συρία. Είναι άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αφού φοίτησε μέχρι το Δημοτικό σχολείο και ένεκα της οικονομικής ανέχειας της οικογένειας του, αναγκάστηκε από πολύ μικρή ηλικία να εργαστεί προκειμένου να τη στηρίζει οικονομικά. Στη Συρία, εργαζόταν ως τεχνικός σε ηλεκτρολογικά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα τους, προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας, ώστε να μπορεί να στηρίξει οικονομικά τα μέλη της οικογένειας του, ήτοι τους γονείς, τα δύο αδέλφια και τη σύζυγο του, τα οποία αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και δυσκολεύονται να διαβιώσουν, αφού δεν εργάζονται και δεν μπορούν να βρουν δουλειά λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα τους. Συναφώς, λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις, από την τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, στην οικογένεια του και δη στους γονείς, στα αδέλφια και στην εγκυμονούσα σύζυγο του, οι οποίοι διαμένουν στη Συρία υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί και εξαρτώνται από την οικονομική στήριξη του Κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση, όπως και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει τόσο αυτός όσο και η ευρύτερη οικογένεια του αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Το γεγονός ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορεί να εργαστεί και δεν θα μπορεί να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του, η συνήγορος του Κατηγορούμενου, με αναφορά και σε νομολογία, εισηγείται ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως εξωδικαστηριακή τιμωρία και συγκεκριμένα θα πρέπει να προσμετρήσουν μετριαστικά οι «επιπτώσεις στην οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή». Αν και από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω αλλά και από τα όσα αναφέρθηκαν από τη συνήγορο στο στάδιο των αγορεύσεων προφορικά, είναι αντιληπτό πως αυτό που ζητά η υπεράσπιση να ληφθεί υπόψη είναι ουσιαστικά οι επιπτώσεις στα μέλη της οικογένειας του Κατηγορούμενου (σε αυτό εξάλλου παραπέμπει και μία εκ των αποφάσεων που επικαλείται-βλ. κατωτέρω), στοιχείο που έχουμε ήδη λάβει υπόψη μας, ως ανωτέρω αναφέρεται, εντούτοις πολύ επιγραμματικά θα πούμε τα εξής. Κατ' αρχάς επισημαίνουμε ότι όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 194/2015, ημερ. 27.1.2016, το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντας επηρεασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη, άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες. Εν προκειμένω, είναι θεωρούμε σαφές πως τα όσα αναφέρθηκαν περί εξωδικαστηριακής τιμωρίας στη βάση του ότι δεν θα μπορεί να εργαστεί και να στηρίξει την οικογένεια του, δεν εμπίπτουν στην έννοια της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως αυτή επεξηγήθηκε ανωτέρω. Ό,τι άλλο δε θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πολύ επιγραμματικά, είναι ότι η υπόθεση Μ.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 174, την οποία η υπεράσπιση επικαλείται, αυτό που πραγματεύεται είναι το ζήτημα των επιπτώσεων της ποινής στην οικογένεια και τους εξαρτώμενους του κατηγορούμενου[13] και όχι ζήτημα εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ενώ τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αστυνομία ν. Α.Α. κ.α., Ποιν. Εφ. Αρ. 4/2021 και 5/2021, ημερ. 01.07.21, την οποία επίσης επικαλείται η υπεράσπιση, για την εξωδικαστηριακή τιμωρία των εφεσίβλητων «λόγω του δημόσιου διασυρμού τους και των συνεπειών του», είναι σαφές πως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει η τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε επί των δικών της, ειδικών περιστάσεων και αφορούσε παντελώς διαφορετικό ζήτημα, από αυτό που εγείρεται εν προκειμένω. Αποτελεί επίσης εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο και ότι «σε άτομα νεαρής ηλικίας δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία». Από την ανασκόπηση της νομολογίας, καταδεικνύεται ότι πρόσωπα μέχρι την ηλικία των 27 ετών, αντιμετωπίστηκαν ως σχετικά νεαρά πρόσωπα[14]. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη την ηλικία του Κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και σήμερα (27 ετών) και ότι πρόκειται συναφώς για σχετικά νεαρό πρόσωπο. Οφείλουμε όμως να επαναλάβουμε ότι παρόλο που η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[15]. Χαρακτηριστικά τα νομολογηθέντα στην Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019 ημερ. 20.1.2019, όπου λέχθηκε πως: "Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής". Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, όπου μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που έχουμε χειριστεί, διαπιστώνουμε ότι αδικήματα αυτής της φύσεως σε πολλές περιπτώσεις διαπράττονται από άτομα νεαρής ή και σχετικά νεαρής ηλικίας. Τέλος, ως προς την εισήγηση ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, ένεκα της μη δίωξης των ιθυνόντων / λαθρεμπόρων, σημειώνουμε τα εξής. Κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι η υπεράσπιση, πέραν του ότι υπήρξε παραβίαση της παραπάνω αρχής, ως εκ της μη δίωξης των λαθρεμπόρων, δεν έχει αναφέρει κάτι συγκεκριμένο που να καταδεικνύει «επιλεκτική μεταχείριση παραβατών» ως είναι ουσιαστικά η θέση της. Από την άλλη, ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε, χωρίς επί της ουσίας ν' αμφισβητηθούν τα όσα ανέφερε, ότι σε σχέση με κάποια ονόματα, τα οποία προέκυπταν από καταθέσεις άλλων μαρτύρων (επιβαινόντων στην βάρκα) και όχι του Κατηγορούμενου, έγιναν ενέργειες προκειμένου να ταυτοποιηθούν και να εκδοθούν εναντίον τους διεθνή εντάλματα σύλληψης, πλην όμως τα στοιχεία δεν ήταν επαρκή. Επίσης, ο Κατηγορούμενος δεν συνεργάστηκε με τις αρχές σε οποιοδήποτε στάδιο αλλά αντίθετα προέβη σε ψευδείς αναφορές σε σχέση με τον ανήλικο, ισχυριζόμενος μάλιστα πως είναι σε αυτόν που κατέβαλε κόμιστρο για το ταξίδι. Βεβαίως δεν μας διαφεύγει ότι η συνήγορος υπεράσπισης, προς απάντηση στα πιο πάνω ανέφερε πως δικαιωματικά ο Κατηγορούμενος, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, καθώς επίσης ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τα ακριβή στοιχεία των λαθρεμπόρων, οι οποίοι είθισται να παρουσιάζονται με διαφορετικά, από τα πραγματικά τους ονόματα. Περιπλέον, ήταν η θέση της ότι υπήρχαν και άλλοι επιβαίνοντες που θα μπορούσαν να δώσουν τα στοιχεία των διακινητών και δεν τα έδωσαν. Μας είναι πραγματικά δύσκολο ν' αντιληφθούμε τη συλλογιστική της υπεράσπισης, η οποία αφενός ισχυρίζεται ότι ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος, ο οποίος συνεργάστηκε με τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης (βλ. 2η κατηγορία), δεν γνώριζε τα ακριβή στοιχεία των λαθρεμπόρων επειδή «σύμφωνα με τη μαρτυρία που υπάρχει, παρουσιάζονται με άλλα ονόματα», αλλά από την άλλη προβάλλει τη θέση ότι τα στοιχεία θα μπορούσαν να δοθούν από άλλους επιβαίνοντες. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που δεν υπήρχε τρόπος ταυτοποίησης και εντοπισμού των λοιπών εμπλεκομένων ένεκα έλλειψης επαρκών στοιχείων για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αδυνατούμε να δούμε πως στην προκειμένη περίπτωση η μη δίωξη τους συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά
(1996)2 A.A.Δ. 257, η οποία από παλαιά ξεκαθάρισε το ζήτημα με αναφορά και σε προϋπάρχουσα νομολογία: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. (Βλέπε Georghiou and Others v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 A.A.Δ. 115. Κάττου & Της ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, της οποίες αναφέρθηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας.)». Ακόμα δε πιο πρόσφατα στην Γεωργίου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 38/19 κ.α., ημερ. 20.1.22, λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στη Σατανά (ανωτέρω): «Σε ό,τι αφορά το έτερο ζήτημα που ηγέρθη, είναι γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του της όφελος του Εφεσίβλητου ότι ο ιθύνων νους δεν κατονομάστηκε και δεν διώχθηκε. Και τούτο παρά το ότι τα στοιχεία αυτού του προσώπου ήταν άγνωστα στην Κατηγορούσα Αρχή, λησμονώντας με αυτό τον τρόπο την πάγια νομολογία ότι η μη τιμωρία συνεργού δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής, παρά μόνο εκεί όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή που, προφανώς, δεν ήταν εν προκειμένω η περίπτωση». (έμφαση δοθείσα) Τα ίδια ισχύουν και εδώ, καθιστώντας τη σχετική εισήγηση ανεδαφική και απορριπτέα. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 2 και 6 ποινή φυλάκισης 4 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 10.4.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ), 6
(2), 9
(1)
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των άρθρων 3(a), 4, 6
(1)(a), 6
(2)(b), 6
(3)(a)(b) του Τρίτου Μέρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. [3] Κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ), 6
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [4] Ως αναφέρεται τόσο στο κατηγορητήριο και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όσο και στην αγόρευση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος γεννήθηκε στις 13.11.1997. Συναφώς προκύπτει ότι σήμερα είναι 27 ετών και προφανώς η αναφορά ότι είναι 26 ετών έγκειται σε λάθος. [5] Βλ. άρθρα 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και
  1. [6] Άρθρο 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικός) Νόμος του 2003, Ν. 11(ΙΙΙ)/
  2. [7] Στο πλαίσιο της οποίας οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν πέραν της κατηγορίας του απαγορευμένου μετανάστη και κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει εν προκειμένω. [8] Στο πλαίσιο της οποίας ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, που είναι σοβαρότερη εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. [9] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.
  1. [10] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. [11]Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [12] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15. [13] Ζήτημα που έχουμε ήδη εξετάσει και λάβαμε υπόψη μας στο πλαίσιο της παρούσας. [14] βλ. Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτη Νικολάου, Ποιν. Έφ.212/09, ημερ. 21.12.10. [15] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.