← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. D.K., Αρ. Υπόθεσης: 3494/2024, 30/8/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. D.K., Αρ. Υπόθεσης: 3494/2024, 30/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3494/2024 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή ν. D.K. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρος Για Κατηγορούμενη: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Η Κατηγορούμενη είναι παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν, την 17.8.2024 ο μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «παραπονούμενος»), κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι εξαπατήθηκε από την κατηγορούμενη, με την οποία διατηρούσε δεσμό, και η οποία του απέσπασε συνολικά το χρηματικό ποσό των €3.965.- Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πριν από περίπου έναν χρόνο γνώρισε την κατηγορούμενη με την οποία έγιναν ζευγάρι. Περί τον Ιανουάριο του 2024, η κατηγορούμενη του ζήτησε να της δανείσει χρήματα για να μεταβεί στην Ελλάδα και να επιστρέψει μαζί με τον σκύλο της και έτσι ο παραπονούμενος έστελνε στην κατηγορούμενη χρηματικά ποσά μέσω της πλατφόρμας «Revolut». Όταν η κατηγορούμενη επέστρεψε από την Ελλάδα, είπε στον παραπονούμενο ότι είχε διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού και ότι θα έπρεπε να κάνει κάποια θεραπεία, ζητώντας του στην συνέχεια να της δανείζει όλο και μεγαλύτερα ποσά για θεραπείες και φαρμακευτική αγωγή και αρνούμενη να αποταθεί σε ιατρό στην Κύπρο, όπου η ιατρική περίθαλψη θα της παρεχόταν δωρεάν, λέγοντας ότι προτιμούσε να παρακολουθείται σε ιδιωτικό Νοσοκομείο στην Ελλάδα. Την 8.8.2024, η κατηγορούμενη μετέβη στην Ελλάδα και είπε στον παραπονούμενο ότι εισήχθη για θεραπεία σε κάποιο Νοσοκομείο, ζητώντας του όπως της αποστείλει επιπλέον χρήματα για να πληρώσει το Νοσοκομείο. Κατά το διάστημα εντός του οποίου ο παραπονούμενος θεωρούσε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν στο Νοσοκομείο, προσπάθησε αρκετές φορές να την πάρει τηλέφωνο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς η κατηγορούμενη δεν του απαντούσε το τηλέφωνο, παρά μόνο επικοινωνούσε μαζί του μέσω γραπτών μηνυμάτων. Για να πείσει δε τον παραπονούμενο ότι βρισκόταν στο Νοσοκομείο, η κατηγορούμενη του απέστειλε φωτογραφίες στις οποίες δεν φαινόταν η ίδια, αλλά δωμάτιο με εξοπλισμό του Νοσοκομείου. Ο παραπονούμενος άρχισε να υποψιάζεται ότι η κατηγορούμενη του έλεγε ψέματα και κατόπιν έρευνας στο διαδίκτυο, εντόπισε τις ίδιες ακριβώς φωτογραφίες που του είχε στείλει η κατηγορούμενη. Ακολούθως, επικοινώνησε με το Νοσοκομείο όπου η κατηγορούμενη ισχυριζόταν ότι νοσηλευόταν και πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε ασθενής με το όνομα της κατηγορουμένης. Ως επίσης ανέφερε ο παραπονούμενος, στο παρελθόν ζήτησε από την κατηγορούμενη να του επιστρέψει τα χρήματα που της είχε δανείσει, αλλά αυτή έβρισκε συνέχεια δικαιολογίες και δεν του επέστρεψε κανένα ποσό. Αφού συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Λάρνακας κατά την άφιξή της στην Κύπρο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, ανακρινόμενη γραπτώς, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι είπε ψέματα στον παραπονούμενο αναφορικά με την διάγνωση του καρκίνου και τις σχετικές θεραπείες, όπως επίσης και το ότι απέστειλε σε αυτόν φωτογραφίες που είχε εντοπίσει από το διαδίκτυο, με σκοπό να τον πείσει ότι νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο, ενώ ως ανέφερε, είχε σκοπό να επιστρέψει σιγά-σιγά τα χρήματα στον παραπονούμενο. Ως επίσης ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε, η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου, εισηγήθηκε δε, όπως εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης του θύματος. Ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, ως επεξηγείται κατωτέρω, δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για την ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι κοινωνικο-οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης. Όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η κατηγορούμενη είναι 21 ετών και κατάγεται από την Ελλάδα, ενώ διαμένει στην Κύπρο περί τον ενάμιση χρόνο και εργάζεται σε καφετέρια στην Λεμεσό, με απολαβές περί τα €1.450.- μηνιαίως και της παρέχεται δωρεάν διαμονή από τον εργοδότη της. Κατάγεται από τετραμελή οικογένεια και οι γονείς της πήραν διαζύγιο όταν ήταν ακόμα σε μικρή ηλικία, ενώ δεν διατηρεί επαφή με τον πατέρα της. Η αδερφή της απεβίωσε προ 6 ετών, ενώ η κατάσταση της υγείας της μητέρας της είναι σοβαρή και ανά τακτά χρονικά διαστήματα της αποστέλλει χρήματα, καθότι βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση, επομένως, είναι αναγκαίο τόσο για την ίδια, όσο και για την μητέρα της, να εργάζεται. Η κατηγορούμενη η οποία εμφανίζεται αυτοπροσώπως, μετέφερε στο Δικαστήριο την πρόθεσή της να αποζημιώσει τον παραπονούμενο, υιοθέτησε δε τα όσα αναγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορούμενη. Αναμφίβολα, η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρή, πράγμα το οποίο αντανακλάται από την ποινή που προβλέπει η οικεία νομοθεσία.[1] Ειδικότερα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ότι το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων είναι κακούργημα, το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Ανατρέχοντας στην σχετική νομολογία, έχοντας συγχρόνως κατά νου ότι οι προηγούμενες αποφάσεις σε σχέση με την επιβολή ποινής δεν είναι δεσμευτικές, αλλά συνιστούν ένδειξη της ποινικής αντιμετώπισης των παραβατών,[2] ενώ κάθε υπόθεση κρίνεται βάσει των ειδικών περιστάσεων της,[3] διαπιστώνω ότι ενδείκνυται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιας φύσεως αδικήματα. Στην Πoινική ΄Εφεση υπ' αρ. 77/2016, Ανδρέας Μάππουρας ν. Αστυνομίας, για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και συγκεκριμένα συνολικού ποσού ύψους €7,840.17, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, κατόπιν διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 4 μηνών εις έκαστη κατηγορία. Σημειώνω, ότι στην εν λόγω υπόθεση, ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος και για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών εις εκάστη κατηγορία, οι δε ποινές διετάχθη όπως συντρέχουν. Στην Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 540, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή, στις κατηγορίες της κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, της πλαστογραφίας τραπεζικής επιταγής, της κυκλοφορίας πλαστογραφημένης τραπεζικής επιταγής και της απόσπασης χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων, ποσού Λ.Κ. 384,75 στην κυρίως υπόθεση και ποσού Λ.Κ. 200,00 στην υπόθεση που λήφθηκε υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση δια της οποίας επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 14, 15, 15 και 12 μηνών αντίστοιχα στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετώπιζε και ενεργοποίησε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή, η οποία είχε επιβληθεί προγενέστερα σε άλλη υπόθεση στον κατηγορούμενο και η οποία αφορούσε παρόμοια αδικήματα. Στην Φώτος Χ''Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας από το Κακουργιοδικείο σε δύο κατηγορίες κλοπής, δύο κατηγορίες πλαστογραφίας, μια κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, μια κατηγορία πλαστοπροσωπείας και μια κατηγορία απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, ποσού 250,00 Λ.Κ.. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών στις κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστής επιταγής και δωδεκάμηνης φυλάκισης στις υπόλοιπες κατηγορίες, με διαταγή οι ποινές να συντρέχουν. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Αντρέας Αντωνίου άλλος Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286, για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της κλοπής και της απόσπασης χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δυο χρόνων στην πρώτη κατηγορία, δύο χρόνων στην δεύτερη κατηγορία και από ένα χρόνο σε κάθε μια από τις υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Εφετείο, το οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Στην Kyrill v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 479, επικυρώθηκε από το Εφετείο η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 18 μηνών στις κατηγορίες της κατοχής και κυκλοφορίας πλαστού χαρτονομίσματος και 8 μηνών στις κατηγορίες της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, αγαθών συνολικής αξίας 116,00 Λ.Κ., αφού ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω, στην Καλαθά v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συγκεκριμένα ποσού 8.000 Λ.Κ., η ποινή της εννεάμηνης φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο κατόπιν παραδοχής του, μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, αφού λήφθηκαν υπόψη 22 παρόμοια αδικήματα, δύο προηγούμενες καταδίκες και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν πατέρας 4 παιδιών ηλικίας 10-18 ετών. Επανερχόμενη στο ζήτημα της επιβολή ποινής, σημειώνω ότι πρόκειται για ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται όπως το γενικό συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης εξισορροπείται με το ζητούμενο της εξατομίκευσης της ποινής, βάσει των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης. Στόχος του Δικαστηρίου, είναι η δίκαιη επιβολή ποινής, στη βάση τόσο της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος, όσο και της αναγκαιότητας εξατομίκευσης της ποινής, δηλαδή η επιβολή τέτοιας ποινής η οποία να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[4] Η εξατομίκευση της ποινής, δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα.[5] Παράλληλα, η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[6] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν μέσα στο πλαίσιο της Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, στην οποία παραπέμπω. Στην προκειμένη περίπτωση, για σκοπούς επιβολής ποινής στην κατηγορούμενη, έλαβα υπόψη μου τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν, τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όπως επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Ειδικότερα, έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, το οποίο επιτρέπει στο Δικαστήριο να την μεταχειριστεί με την επιείκεια που αρμόζει σε πρόσωπο το οποίο είναι για πρώτη φορά παραβάτης,[7] καθώς επίσης και την άμεση παραδοχή και συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές, η οποία εμπεριέχει το στοιχείο της μεταμέλειας και τούτο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.[8] Επιπρόσθετα, έλαβα υπόψη μου την πρόθεση της κατηγορουμένης να αποζημιώσει τον παραπονούμενο δια της έκδοσης σχετικού διατάγματος μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και οι οποίες παρατίθενται συνοπτικώς ανωτέρω, καθώς επίσης και το νεαρό της ηλικίας της, λαμβανομένης υπόψη της ισχυρής ανάγκης για αναμόρφωση των νεαρών παραβατών.[9] Πέραν των πιο πάνω, έλαβα υπόψη μου και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ήτοι τον τρόπο δια του οποίου η κατηγορούμενη αποσπούσε χρηματικά ποσά από τον σύντροφό της, επικαλούμενη ότι πάσχει από σοβαρή ασθένεια. Σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω δεδομένα, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, την σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, καταλήγω ότι οι αναφερθέντες ελαφρυντικοί παράγοντες, μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπώς, για την κατηγορία που αντιμετωπίζει, επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)μηνών. Θα εξετασθεί στη συνέχεια το ενδεχόμενο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως έχει τροποποιηθεί, επιβληθείσα ποινή φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Ως έχει νομολογηθεί, τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, είναι τα ακόλουθα:[10] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής της φυλάκισης, εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11] Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12] Περαιτέρω, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, ενώ τα κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13] Αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση από 27.8.2024, σε συνάρτηση με την σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, κατόπιν έντονου προβληματισμού, είναι η κρίση του Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[14] Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη θα έχει άμεση ισχύ. Λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζεται όπως η ποινή φυλάκισης μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα αποζημίωσης εναντίον της κατηγορουμένης και προς όφελος του Σ.Α.Μ. για το ποσό των €3.965.-, δυνάμει του αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960. (Υπ.).......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] Π.Ε. Αρ. 17/2016, Κώστας Προεστού ν Αστυνομίας ημερ. 22.5.
  2. [3] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. [4] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [5] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [6] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [7] Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 . [8] Βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, όπου κρίθηκε ότι η άμεση παραδοχή και η προσπάθεια συμμόρφωσης εμπεριέχει το στοιχείο της έμπρακτης μεταμέλειας και είναι κατάλληλο να αμείβεται με έκπτωση στην ποινή, εφόσον διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και εξυπηρετεί το έργο της απονομής δικαιοσύνης. [9] Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50. [10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. [11] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [13] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R.
  1. [14] Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.