← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 5127/22, 29/11/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ε.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 5127/22, 29/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5127/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ν- Ε.Ζ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Παπαλοίζου μαζί με κα Τζ. Σολωμού (ασκούμενη δικηγόρο), για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Κακουλλής μαζί με κα Θ. Αντωνίου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, αντιμετωπίζει πολύ σοβαρές κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6

(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014 και η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Προς απόδειξη των εναντίον του κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε οκτώ μάρτυρες, όσους δηλαδή καταγράφονται στον πίνακα μαρτύρων στο κατηγορητήριο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε το ανήλικο παιδί (ηλικίας έξι ετών περίπου σήμερα) που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του τελευταίου μάρτυρα κατηγορίας (Μ.Κ.8) και το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε αίτημα, στη βάση του άρθρου 54 του Κεφ.155, για επανάκληση δύο μαρτύρων, ήτοι του Μ.Κ.1 και της Μ.Κ.3 (ανήλικης). Το αίτημα σε σχέση με τον Μ.Κ.1 δεν θα μας απασχολήσει, καθότι στο στάδιο των αγορεύσεων έχει αποσυρθεί. Στο πλαίσιο της παρούσας λοιπόν, μας απασχολεί το αίτημα μόνον στην έκταση που αφορά την επανάκληση της Μ.Κ.
  1. Σύμφωνα με τον συνήγορο, μετά την δια ζώσης μαρτυρίας της Μ.Κ.3 στο Δικαστήριο, εισήχθησαν νέα θέματα και ή νέα μαρτυρία από την Μ.Κ.6, για πολύ σημαντικά και καθοριστικά θέματα και τα οποία αφορούσαν ενέργειες ή λεχθέντα από την Μ.Κ.3, τα οποία ήταν αδύνατο να γνωρίζει η υπεράσπιση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα, η Μ.Κ.3 επιβάλλεται ν' αντεξεταστεί αναφορικά με τα εξής: «(α) σχετικά με τις συνθήκες λήψης του βίντεο τεκμήριο 18 που κατέθεσε η Μ.Κ.6, (β) εάν κατά την ηχογράφηση του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, την κτύπησε ο πατέρας της ή αν της υπόβαλε τα όσα είπε, (γ) εάν η Παραπονούμενη είπε[1] ότι ο πατέρας της απουσίαζε κατά την διαμονή της στην οικία του Κατηγορούμενου, (δ) εάν η Παραπονούμενη είπε[2] ότι ο πατέρας την κτυπούσε για να μην πει την αλήθεια, για τα όσα καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο, (ε) εάν η ΜΚ.6 είπε στην Παραπονούμενη εάν ο Κατηγορούμενος κτυπούσε τον πατέρα της, (ζ) εάν η Παραπονούμενη απειλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι θα την σκοτώσει και της επέδειξε σχετικό βίντεο από το τηλέφωνο του, (η) εάν η Παραπονούμενη της είπε για σκουληκάκια στο πέος του παππού, (θ) για παρόμοιες, καθώς και άλλους ισχυρισμούς της ΜΚ.6 τους οποίους η υπεράσπιση ήταν αντικειμενικά αδύνατον να γνωρίζει κατά την αντεξέταση της ΜΚ.3[3]. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι για τα πιο πάνω δεν ζητήθηκε η θέση του Κατηγορούμενου και περαιτέρω η κατάθεση της ΜΚ.6 Έγγραφο Θ, δόθηκε στην υπεράσπιση μετά το πέρας της αντεξέτασης της Μ.Κ.
  2. » Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, έφερε ένσταση στο αίτημα, αναφέροντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εγκριθεί το αίτημα, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι γενικό, ενώ επίσης εισηγήθηκε ότι μέσω αυτού στην ουσία σκοπείται, αφενός, η εισαγωγή νέας μαρτυρίας και αφετέρου η αντεξέταση επί λεχθέντων άλλης μάρτυρος, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Έχουμε μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν. Σύμφωνα με το άρθρο 54 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, επί του οποίου εδράζεται το αίτημα: «
  3. Το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δύναται να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο ως μάρτυρα ή να επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ήδη εξεταστεί και το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ή επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο αν η μαρτυρία του φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης.» Όπως γίνεται αντιληπτό από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και τη χρήση της λέξης «δύναται», το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[4]. Ως προκύπτει δε από τη νομολογία, επανάκληση μάρτυρα μπορεί να επιτραπεί όταν η μαρτυρία που εκ παραλείψεως δεν παρουσιάστηκε είναι τυπική ή όταν το θέμα εγείρεται απρόβλεπτα (ex improviso)[5]. Ως αναφέρεται για την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου στο Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, στις σελίδες 211-212: «Η ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να καλεί και να επανακαλεί μάρτυρες πρέπει να ασκείται δικαστικά προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά κανόνα, ο δικαστής δεν θα αναλάβει την πρωτοβουλία να καλέσει μάρτυρα, εκτός εάν συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι επιβάλλουν αυτό το μέτρο. Ευρεία διακριτική ευχέρεια παρέχεται στο δικαστήριο να επανακαλέσει μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε. Δεν πρέπει όμως να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια προς το σκοπό εισαγωγής νέου θέματος. Το δικαστήριο μπορεί με μεγαλύτερη ευχέρεια να ανταποκριθεί σε αίτημα για την επανακλήτευση μάρτυρα ή ακόμα να πάρει την πρωτοβουλία προς τούτο εάν θεωρείται ουσιώδες για την απονομή της δικαιοσύνης». Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής: « . το Δικαστήριο μπορεί να επανακαλεί μάρτυρα ή να επιτρέπει κλήτευση άλλου μάρτυρα, μόνο αν το θέμα εγείρεται απρόβλεπτα, σε βαθμό δηλαδή που ο ανθρώπινος νους δεν θα μπορούσε να προβλέψει (βλ. κατ' αναλογίαν, Καράλουκας ν Πάρπα
(1998)1(B) ΑΑΔ 767, Savva «Pambos» ν The Police
(1986)2 CLR 30, R v Joseph
(1971)56 Cr App R 60), ή κατά μια ελαστικότερη προσέγγιση, για να δώσει ο μάρτυς μαρτυρία επί θέματος του οποίου η σχετικότητα με τα επίδικα θέματα δεν μπορούσε ευλόγως να είχε υπολογιστεί από την αρχή (R ν Scott
(1984)79 Cr App R 49).»[6] Στην υπόθεση Savva «Pambos» ν The Police
(1986)2 CLR 30, η οποία μνημονεύεται στο πιο πάνω απόσπασμα, λέχθηκε ότι η μόνη πρόνοια του Κεφ.155 που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να καλεί ή να επανακαλεί μάρτυρες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι το Άρθρο
  1. Ενόσω η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εν λόγω εξουσία, νοουμένου ότι αυτό είναι ουσιώδες για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης.[7] Ως επίσης προκύπτει από τη νομολογία, όταν υποβάλλεται αίτημα στο Δικαστήριο για επανάκληση μάρτυρα, τούτο θα πρέπει να είναι σαφές και τεκμηριωμένο.[8] Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, θεωρούμε πως το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί. Πιο συγκεκριμένα αναφέρουμε τα εξής. Αρχίζοντας από το αίτημα, ως αυτό περιγράφεται στη γραπτή αγόρευση υπό στοιχείο (θ), σημειώνουμε πως στο μέρος αυτό το αίτημα είναι απόλυτα γενικό και συγκεχυμένο, κατά τρόπον που να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό τι ζητείται, πόσο δε μάλλον να θεωρηθεί ζήτημα ικανό για να δικαιολογήσει την επανακλήτευση μάρτυρα. Ως έχουμε ήδη επισημάνει ανωτέρω, με βάση τις σχετικές αρχές, το αίτημα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να υποβάλλεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, για να μπορεί το Δικαστήριο να το εξετάσει στην ουσία του. Προχωρώντας στο αίτημα υπό στοιχείο (η) της γραπτής αγόρευσης, σημειώνουμε ότι αυτό αφορά ζήτημα που ήταν υπόψη της Υπεράσπισης, αφού περιλαμβανόταν στο Τεκμήριο 2, την οπτικογραφημένη κατάθεση της Παραπονούμενης, η οποία απομαγνητοφωνήθηκε ως το Τεκμήριο 3 (βλ. σελίδα 8, γραμμή 27), έτσι που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς αυτό το ζήτημα μπορεί να αποτελέσει ζήτημα, που εγέρθηκε κατά τρόπο που να μην μπορoύσε να προβλεφθεί. Στον βαθμό δε που μέσω του αιτήματος υπό στοιχείο (η) ζητείται η επανακλήτευση για να αντεξεταστεί η Παραπονούμενη για τα λεχθέντα άλλου μάρτυρα και δη της Μ.Κ 6, σημειώνουμε πως είναι καλά γνωστό, πως ούτως ή άλλως δεν είναι θεμιτή αντεξέταση για τα λεχθέντα άλλου μάρτυρα, εκτός σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον διαπιστωθεί καλός λόγος (όπως λόγου χάριν σε περιπτώσεις εμπειρογνωμόνων), και που εν πάση περιπτώσει σε αυτές δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να ενταχθεί η παρούσα περίπτωση[9]. Το πιο πάνω απαντά και στο αίτημα, καθόσον αφορά τα στοιχεία (α) και (γ) - (ζ), με τα οποία επιχειρείται να επανακλητευθεί η Παραπονούμενη και να αντεξεταστεί σε σχέση με τα λεχθέντα της Μ.Κ. 6, μίας μάρτυρος η οποία κατέθεσε και έδωσε τις θέσεις της και αντεξετάστηκε επ' αυτών, με τη μαρτυρία της να υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο στο ανάλογο στάδιο. Όσον αφορά τώρα το αίτημα υπό στοιχείο (β) της γραπτής αγόρευσης της Υπεράσπισης, σημειώνουμε πως πρόκειται για αντεξέταση επί τεκμηρίου και δη του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, που είχε στην κατοχή της η ίδια η Υπεράσπιση, κατά τρόπο που να μην είναι αντιληπτό, πώς μπορεί το ζήτημα της αντεξέτασης επ' αυτού, να μην μπορούσε να προβλεφθεί. Σημειώνουμε δε πως κατά την αγόρευση της Υπεράσπισης, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με αυτό το ζήτημα, ενώ όταν το ίδιο το Δικαστήριο διερωτήθηκε γι' αυτό και υπέβαλε σχετική ερώτηση, η συνήγορος που εμφανίστηκε ανάφερε πολύ γενικά και αόριστα ότι περιήλθε στην κατοχή τους μετά, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση που να ικανοποιεί ως προς το γιατί σε μια υπόθεση που εκκρεμεί από το 2022 και στην οποία η ακρόαση άρχισε, το εν λόγω τεκμήριο δεν ήταν στη διάθεση της Υπεράσπισης προηγουμένως. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, τα οποία προδιαγράφουν και την κρίση μας επί του αιτήματος της Υπεράσπισης, το οποίο θεωρούμε πως θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για επανακλήτευση μάρτυρα, σημειώνουμε και τα εξής. Στη βάση των αρχών που αναφέραμε ανωτέρω, προκύπτει πως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, είναι και το κατά πόσο το ζήτημα είναι ουσιώδες για την απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η επανακλήτευση ζητείται σε σχέση με τη Μ.Κ.3, ένα ανήλικο παιδί, ηλικίας 6 ετών περίπου σήμερα, το οποίο έχοντας προσέλθει, απάντησε με δυσκολία σε περιορισμένο αριθμό ερωτήσεων και η μαρτυρία της διακόπηκε, αφού δεν απαντούσε σε άλλες ερωτήσεις. Μάλιστα κατά την τελευταία δικάσιμο έλαβε και διαβεβαίωση, πως δεν θα ξανακληθεί στο Δικαστήριο, κάτι που ήταν αντιληπτό ότι επιθυμούσε και επικροτούσε και η Υπεράσπιση, η οποία κατά το τέλος της εν λόγω δικασίμου μάλιστα, ζήτησε και διαβεβαίωση ότι δεν θα ξανακληθεί το παιδί. Παραπέμπουμε σχετικά στα πρακτικά ημερομηνίας 18.9.2024, σελίδες 21 και 22, ως επίσης στα πρακτικά ημερομηνίας 17.9.2024, σελίδα
  2. Επομένως, ακόμα και αν η κατάληξη μας ήταν διαφορετική επί της ουσίας του αιτήματος, διατηρούμε σοβαρότατες αμφιβολίες κατά πόσο η επανάκληση στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, θα ήταν εν τέλει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε να δικαιολογείται η επανακλήτευση. Πριν αφήσουμε την απόφαση μας, ένα σύντομο σχόλιο για την υπόθεση Ξενοφώντος v Rajab
(2014)1 ΑΑΔ 2605, στην οποία μας έχει παραπέμψει ο συνήγορος υπεράσπισης. Κατ' αρχάς, το απόσπασμα που παραθέτει[10] δεν αφορά λεχθέντα του Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως αφήνει να νοηθεί) αλλά αυτούσιο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία των όσων καταγράφονται στο απόσπασμα, είναι ότι σε περίπτωση τροποποίησης της δικογραφίας και εισαγωγής νέων θεμάτων, στο πλαίσιο πολιτικής διαδικασίας, μπορεί να επιτραπεί επανακλήτευση μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση ή η προσκόμιση νέας μαρτυρίας για αντιμετώπιση των νέων θέσεων. Τα πιο πάνω δεν έχουν βεβαίως καμία σχέση με το ζήτημα που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο στην παρούσα, ούτε το αίτημα εν προκειμένω αποτελεί επακόλουθο τροποποίησης κατηγορητηρίου, όπου θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή κατ' αναλογία τα πιο πάνω (απόλυτα σχετικό με την περίπτωση αυτή είναι και το άρθρο 84
(4)του Κεφ.155). Συνεπώς, στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα απορρίπτεται. Κατάληξη Αποτελεί κατάληξη μας ότι υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται επανάκληση της Μ.Κ.3 και συνεπώς το αίτημα της Υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η αναφορά «εάν η Παραπονούμενη της είπε..» προφανώς έγκειται σε λάθος, διότι είναι η Παραπονούμενη που ζητείται να επανακληθεί και να ερωτηθεί. [2] Ισχύει η ίδια σημείωση ανωτέρω. [3] Η αναφορά σε Μ.Κ.6 στην αγόρευση προφανώς έγκειται σε λάθος. [4] βλ. και το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, σελ.735, αλλά και την Αναφορικά με την αίτηση των Κατηγορούμενων 1) Αναστάσιου Σιμιλλίδη και άλλου (Αρ.2)
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [5] βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω, σελ.
  2. [6] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω (σελ.736). [7] « The only provision of the Criminal Procedure Law, Cap.155, that confers discretion on the Court to call or recall witnesses at any stage of the proceedings is s.
  3. So long as the proceedings are in being the Judge may avail himself of the power vested him under s. 54 provided it appears to the Court "essential to the just determination of the case." » [8] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω (σελ.736-737). [9] Βλ. το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω (σελ.711-712). [10] «Η επανακλήτευση μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση ή η προσκόμιση νέας μαρτυρίας μπορεί να επιτραπεί κατ' ακολουθία τροποποίησης της δικογραφίας και εισαγωγής νέων θεμάτων, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα εξέτασης ή αντεξέτασης των μαρτύρων που ήδη παρήλασαν ως μάρτυρες ή και δια της παρουσίασης νέας μαρτυρίας, η δυνατότητα αντιμετώπισης των νέων θέσεων. Τέτοια ευκαιρία φαίνεται να παραχωρείται στον διάδικο που έχει να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα, δηλαδή όχι αυτό που τροποποίησε τη δικογραφία του (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Co. Ltd (αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, 27). Τούτο συνάδει και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ότι δηλαδή εξομοιώνονται οι αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η εξουσία του Δικαστηρίου να επανακαλέσει μάρτυρα με τις αρχές πάνω στις οποίες ασκείται η εξουσία του Δικαστηρίου να δεχθεί αντικρουστική ή απαντητική μαρτυρία.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.