← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Ana Maria Enciu, Αρ. Υπόθεσης: 582/25, 16/12/2025

Αστυνομίας ν. Ana Maria Enciu, Αρ. Υπόθεσης: 582/25, 16/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 582/25 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής -και- Ana Maria Enciu Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 16η Δεκεμβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Γρηγορίου Για Κατηγορούμενη: κος. Χρ. Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενη παρούσα Ποινή Η Κατηγορούμενη, ηλικίας 34 ετών και με καταγωγή από τη Ρουμανία, βρέθηκε ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής σε 2 κατηγορίες, αφενός η μία που αφορά σε εμπορία ενηλίκου προσώπου (Κατηγορία 3) και αφετέρου η άλλη σε συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή εκείνου που αναφέρεται στην 3η κατηγορία (Κατηγορία 2). Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι εναντίον της Κατηγορούμενης είχαν προσαφθεί αρχικά άλλες 6 κατηγορίες, οι οποίες, κατόπιν δήλωσης της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, αναστάλθηκαν στις 4.11.

  1. Όσον αφορά το αδίκημα της Κατηγορίας 3, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 6(δ)(ε) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 60(Ι)/2014 (ο «Νόμος 60(Ι)/2014»):
  2. Όποιος στρατολογεί, προσλαμβάνει, μεταφέρει, διακινεί, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει ενήλικο πρόσωπο, στεγάζει ή υποδέχεται, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο ή και την εξουσία επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω: [.] (δ) δόλου ή απάτης, ή παραπλάνησης, ή/και (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης, τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση [.] είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε έτη*. Σημειώνεται ότι πριν τη τροποποίηση του πιο πάνω Άρθρου 6 του Νόμου 60(Ι)/2014 με το Νόμο 117(Ι)/2019, η προβλεπόμενη ποινή ήταν μέχρι 10 έτη. Η δραματική αύξηση είναι ενδεικτική και της έγνοιας του Νομοθέτη για τη σοβαρότητα και τις διαστάσεις που έχουν λάβει τα υπό αναφορά αδικήματα. Στο δε Άρθρο 13 του Νόμου 60(Ι)/2014 προβλέπεται ότι:
  3. Κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 και στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ως επιβαρυντικές οι ακόλουθες περιστάσεις: (α) Η διάπραξη του αδικήματος έθεσε εξ υπαίτιας ή ανυπαίτιας σοβαρής μορφής αμέλειας σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος∙ (β) το αδίκημα διεπράχθη σε βάρος θύματος ιδιαιτέρως ευάλωτου, όπως για παράδειγμα με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας, περιλαμβανομένου παιδιού θύματος ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης· (γ) κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προκλήθηκε σοβαρή βλάβη στο θύμα∙ (δ) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του Ποινικού Κώδικα∙ (ε) το αδίκημα διεπράχθη από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σημειώνεται, πάλι για σκοπούς πληρότητας, ότι η Κατηγορούμενη συνελήφθη κατά την άφιξή της στην Κύπρο κατόπιν έκδοσής της από τις Βρετανικές Αρχές και από τις 30.4.25 τελεί υπόδικος εν αναμονή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε γραπτό κείμενο γεγονότων, η αυτολεξεί αναπαραγωγή του οποίου εδώ παρέλκει. Συνοψίζω τα γεγονότα, τα οποία δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση, ως εξής: περί τον Αύγουστο του 2019 η Κατηγορούμενη ήρθε σ' επαφή με το θύμα και συμφώνησε όπως, έναντι του ποσού των €500, το θύμα τελέσει γάμο με αλλοδαπό. Με την άφιξη του θύματος στην Κύπρο, η Κατηγορούμενη την οδήγησε σε διάφορα γραφεία και της υπέδειξε να συμπληρωθούν διάφορα έγγραφα για το σκοπό που ήρθε στην Κύπρο. Έπειτα το θύμα έλαβε το ποσό των €500 κι αποχώρησε, χωρίς οποτεδήποτε να διαμείνει με τον αλλοδαπό τον οποίο είχε παντρευτεί. Ο εν λόγω αλλοδαπός είχε δηλώσει στην αίτησή του για να του παραχωρηθεί το καθεστώς διαμένοντας στη Δημοκρατία ως συζύγου ευρωπαίας πολίτη, ότι οι δύο τους διέμεναν μαζί. Τα πιο πάνω αποκαλύφθηκαν κατόπιν ερευνών της Europol, οι οποίες κατέδειξαν ότι άνδρας Πακιστανικής καταγωγής, σύζυγος ευρωπαίας πολίτη με διαμονή το Ηνωμένο Βασίλειο, μεσολαβούσε για την τέλεση γάμων ευρωπαίων πολιτών με αλλοδαπούς. Στοιχεία των εν λόγω προσώπων τα οποία συνήψαν τέτοιους γάμους αποστάλθηκαν και στην Κύπρο με θετικό αποτέλεσμα, δηλαδή με την ανεύρεση της εγγραφής του γάμου του θύματος με αλλοδαπό. Με σχετική ευρωπαϊκή εντολή έρευνας διενεργήθηκε συνέντευξη του θύματος και πρόκυψε η υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης. Άκουσα και το συνήγορο της Κατηγορούμενης, ο οποίος ως μέρος της αγόρευσής του για το μετριασμό της ποινής που πρόκειται να της επιβάλω υιοθέτησε έκθεση του γραφείου ευημερίας. Σημειώνω ότι, στη βάση της έκθεσης τούτης, η Κατηγορούμενη διαμένει μόνιμα στην Αγγλία, έχει δύο ανήλικα τέκνα τα οποία, επί του παρόντος, φροντίζονται από τους γονείς της στη Ρουμανία. Η ίδια ανέφερε στη λειτουργό του γραφείου ευημερίας ότι πάσχει από κατάθλιψη ότι παρακολουθείται από ψυχίατρο και ότι χρησιμοποιεί ουσίες, χωρίς όμως ν' αναφέρει ότι είναι εθισμένη. Ο συνήγορος της ανέδειξε εκ νέου τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, εστιάζοντας στην απουσία της από τα παιδιά της, στα ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και στο γεγονός ότι βρίσκεται υπό κράτηση από την ημερομηνία εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον της. Έπειτα και όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος της Κατηγορούμενης, τόνισε το ρόλο που εκείνη είχε στη συνομωσία, ότι δηλαδή δεν ήταν εκείνη η αυτουργός, ότι μόνον συμμετείχε στη διάπραξη έναντι του ποσού των €300 κι ότι ο αυτουργός καταδικάστηκε στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας σε 28 μήνες φυλάκιση. Στάθηκε επίσης ο συνήγορος της Κατηγορούμενης και στη συμπεριφορά της μετά τη διάπραξη. Ανέφερε ότι τ' αδικήματα διαπράχθηκαν το έτος 2019, ότι η Κατηγορούμενη συγκατατέθηκε να εκδοθεί, να δικαστεί και να καταδικαστεί, ότι παραδέχθηκε άμεσα ενώπιον του Δικαστηρίου κι ότι απολογήθηκε, έχοντας μετανοήσει για τις πράξεις της κι αισθανόμενη έντονα την απουσία των παιδιών της. Εισηγήθηκε επί των πιο πάνω, ο συνήγορος, ότι η Κατηγορούμενη δικαιούται, σε επιείκεια κι ότι η περίπτωσή της είναι κατάλληλη για ν' ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της όποιας ποινής φυλάκισης ήθελε επιβληθεί. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, τη διάπραξη των οποίων η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε, αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη από το Νόμο, όπως την παρέθεσα στην αρχή της παρούσας. Η σοβαρότητα τούτη αναδείχθηκε γλαφυρά και μέσα από τη Νομολογία. Πιο συγκεκριμένα στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - που τότε συνεδρίαζε ως Εφετείο - στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ismail

(2016)2 Α.Α.Δ. 891, η οποία μάλιστα αφορούσε σε γεγονότα που εκτυλίχθηκαν πριν την θέσπιση του Νόμου 60(Ι)/2014, εντοπίζονται τα εξής: «Η εμπορία προσώπων αποτελεί μια σύγχρονη μάστιγα και στοχεύει στην εκμετάλλευση ευάλωτων ατόμων που σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής τυγχάνουν στυγνής μεταχείρισης από επιτήδεια άτομα, συνήθως στη βάση ενός οργανωμένου σχεδίου στο οποίο εμπλέκεται αριθμός ατόμων. Η εξυχνίαση αυτών των αδικημάτων είναι συχνά ιδιαίτερα δύσκολη γιατί προϋποθέτει την πρωταρχική καταγγελία από το υπό εκμετάλλευση πρόσωπο το οποίο συνήθως βρίσκεται υπό συνθήκες περιορισμού, εξαναγκασμού ή φόβου, ενώ η ψυχική πίεση που αισθάνεται καθιστά δύσκολη την απόφαση να καταφερθεί εναντίον των εκμεταλλευτών του. Μετά την καταγγελία ακολουθεί το δύσκολο έργο από πλευράς των διωκτικών αρχών της συλλογής της μαρτυρίας, της στοιχειοθέτησης κατηγοριών εναντίον των εμπλεκομένων προσώπων, ακολουθούμενο, κατά κανόνα, από μια ιδιαίτερα εξαντλητική ακροαματική διαδικασία κατά την οποία τα θύματα βιώνουν εκ δευτέρου το διασυρμό και την καταρράκωση στην ανθρώπινη ύπαρξη τους.» Εκτενής αναφορά σχετικά με τη φιλοσοφία που εισήγαγε στο νομικό πλαίσιο η Οδηγία 2011/33/ΕΕ, για την εναρμόνιση της οποίας θεσπίστηκε και ο Νόμος 60(Ι)/2014, γίνεται στη σχετικά πρόσφατη Απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση V.B. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 151/23 και άλλες, ημερομηνίας 19.9.
  1. Παραθέτω - σκοπίμως - κάπως εκτενές απόσπασμα λόγω της σχετικότητάς του: «Εν σχέσει με τον καταργηθέντα Νόμο 87(Ι)/2007, υπάρχει σημαντική αύξηση των ποινών, τουτέστιν η μέγιστη ποινή για την εμπορία ανηλίκου προσώπου αυξήθηκε από 20 έτη σε ισόβια φυλάκιση, και η μέγιστη ποινή για σεξουαλική εκμετάλλευση όπως και για εμπορία ενηλίκου προσώπου αυξήθηκε από 10 σε 25 έτη φυλάκιση. Η αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου αποσκοπεί αναμφίβολα στην αποτροπή και αυστηρή τιμωρία των δραστών, δεικνύοντας την περαιτέρω ευαισθητοποίηση της κοινωνίας στην καταπολέμηση των ειδεχθών αυτών αδικημάτων, τα οποία καταρρακώνουν και εξευτελίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση [βλ. Αγραφιώτης ν Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Στην υπόθεση Rantsev v. Cyprus and Russia, Application No 25965/2004, ημερ. 10.5.2010, το ΕΔΑΔ υπογράμμισε ότι η εμπορία ανθρώπων, ως σύγχρονη μορφή δουλείας και καταναγκαστικής εργασίας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ, συνιστώντας μια σοβαρή μορφή εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στο Προοίμιο της Οδηγίας, στην παράγραφο 12 αναφέρεται: «Η αυστηρότητα των κυρώσεων στην παρούσα οδηγία αντικατοπτρίζει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία στα κράτη μέλη σχετικά με την ανάπτυξη του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων. Για τον λόγο αυτό η παρούσα οδηγία χρησιμοποιεί ως βάση τα επίπεδα 3 και 4 στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 24ης-25ης Απριλίου 2002 όσον αφορά την προσέγγιση των ποινών. Όταν το αδίκημα διαπράττεται υπό ορισμένες περιστάσεις, για παράδειγμα σε βάρος ιδιαίτερα ευάλωτου θύματος, η ποινή θα πρέπει να είναι αυστηρότερη. [.] Αξιοσημείωτη είναι επίσης η διεύρυνση στο Άρθρο 2 (Ν.60(Ι)/2014) του ορισμού της εκμετάλλευσης ευάλωτων προσώπων, χωρίς να απαιτείται πλέον η ύπαρξη φυσικής βίας ή απειλής, ενώ για πρώτη φορά ποινικοποιείται η ζήτηση σεξουαλικών υπηρεσιών από θύμα εμπορίας, έστω και αν ο πελάτης δεν γνώριζε ότι το πρόσωπο ήταν θύμα, με μέγιστη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης τα 10 έτη. Το δεύτερο θα μας απασχολήσει στη συνέχεια κατά την εξέταση της ποινής του Εφεσείοντος 2». Τα πιο πάνω θεωρώ αρκούν για να σκιαγραφήσουν το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται το ζήτημα της επιβολής ποινής για το συγκεκριμένο αδίκημα. Έχοντας τα αναφέρει, οφείλω να παρατηρήσω ότι η επιβολή ποινής αποτελεί ένα έργο στάθμισης μεταξύ του ευρύτερου συμφέροντος της δικαιοσύνης μέσω της τιμωρίας του παραβάτη, πάντοτε στο πλαίσιο που προνοεί ο Νόμος, από τη μία και της εξατομίκευσης της τιμωρίας τούτης για το συγκεκριμένο παραβάτη από την άλλη[1]. Το Δικαστήριο ξεκινά την επιμέτρηση της ποινής από το μέγιστο ύψος που προβλέπεται από το Νόμο[2] και, βάσει καθιερωμένης αρχής της Νομολογίας, όταν υπάρχει αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, το έργο εξατομίκευσης της δεν πρέπει να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής[3]. Προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου τα εξής ελαφρυντικά: - Το λευκό ποινικό της μητρώο. - Την παραδοχή της ενώπιον μου πριν το στάδιο της Ακρόασης, ενέργεια που διέσωσε πολύτιμο Δικαστικό χρόνο. - Την απολογία της και την έκφραση μεταμέλειάς της. - Την ηλικία της, δηλαδή τ' ότι είναι σήμερα 34 ετών ενώ κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν γύρω στα
  2. - Το ότι η ίδια είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών τα οποία, από την ημερομηνία που η Κατηγορούμενη συνελήφθη και εκδόθηκε στη Δημοκρατία, λαμβάνουν φροντίδα από τους μητρικούς παππούδες στη Ρουμανία καθώς και - το απλό γεγονός ότι η Κατηγορούμενη παρακολουθείται από ψυχίατρο, χωρίς βέβαια να 'χει προσκομιστεί ενώπιον μου οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει εάν πάσχει απ' οποιαδήποτε συγκεκριμένη ψυχική νόσο. Εν σχέση προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, λαμβάνω επίσης σοβαρά υπόψη μου ότι: - η Κατηγορούμενη δεν είχε τον ηγετικό ρόλο στη διοργάνωση και διάπραξη του αδικήματος αλλά μόνον επικουρικό, αλλά κι ότι ο ιθύνον νους καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή σ' άλλη ποινική υπόθεση, χωρίς όμως να παραγνωρίζω ότι η Κατηγορούμενη έδρασε κατά τον τρόπο τούτο έναντι αμοιβής - έστω σχετικά μικρής - και ως μεσάζουσα για την ολοκλήρωση της στρατολόγησης του θύματος, αλλά και για την τέλεση του αδικήματος ως προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα, - Συνυπολογίζω επίσης ότι απουσιάζουν εν προκειμένω οι επιβαρυντικοί παράγοντες που απαριθμούνται στο Άρθρο 13 του Νόμου 60(Ι)/2014, χωρίς τούτο να ισοδυναμεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με μείωση της σοβαρότητας του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 6 και τέλος - ότι το αδίκημα που διέπραξε η Κατηγορούμενη, αφορά σε γεγονότα που έλαβαν χώρα προ εξαετίας, δηλαδή το 2019, χωρίς έκτοτε να έχει αναφερθεί η διάπραξη άλλου αδικήματος κι επομένως ότι το παρόν αποτελεί ένα και μόνο περιστατικό. Αυτά ως προς τα ελαφρυντικά, τα οποία λαμβάνω υπόψη μου και πρόκειται να συνυπολογίσω για να μειώσω αναλόγως την ποινή που πρόκειται να επιβάλω στην Κατηγορούμενη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα που η Κατηγορούμενη διέπραξε είναι εξαιρετικά σοβαρό. Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι, εν όψει και της συχνότητας διάπραξης ομοειδών αδικημάτων, η γενική αποτροπή παραβατών προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη. Είναι σε αδικήματα όπως το υπό εξέταση όπου η Νομολογία ανέδειξε ότι η ανάγκη γι' αποτροπή είναι αντιστρόφως ανάλογη και με τη βαρύτητα που θα πρέπει ν' αποδίδεται στους μετριαστικούς παράγοντες και στις προσωπικές περιστάσεις. Δεν διέλαθε της προσοχής μου επίσης ότι, στη βάση των γεγονότων που εκτέθηκαν ενώπιον μου, το υπό εξέταση αδίκημα, πέραν του ότι διαπράχθηκε εναντίον του θύματος της εμπορίας μέσα από κύκλωμα του οποίου φέρεται να ηγείτο κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, είχε ως αποτέλεσμα και την εξαπάτηση των αρχών της Δημοκρατίας, δηλαδή συνέβαλε στην απόπειρα εξασφάλισης άδειας παραμονής σε αλλοδαπό μ' ένα εικονικό γάμο και κατ' επέκταση συνέβαλε και στη τέλεση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση. Τούτο το αναφέρω μόνον προκειμένου να επεξηγήσω τις προεκτάσεις του αδικήματος και τον κοινωνικό αντίκτυπο που αυτό έχει, πέραν της επίδρασής του στο θύμα. Όπως φρόντισα επίσης ν' αναδείξω προηγουμένως κατά την έκθεση των ελαφρυντικών, μπορεί ο ρόλος της Κατηγορούμενης να μην ήταν ηγετικός αλλά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως ήσσονος σημασίας, μια και ήταν η Κατηγορούμενη που ανέλαβε να καταβάλει χρήματα προς το θύμα και να το καθοδηγήσει προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο σκοπός για τον οποίο το θύμα έτυχε της υπό αναφορά στρατολόγησης. Με τα πιο πάνω κατά νου, κρίνω ότι τα ελαφρυντικά που η Κατηγορούμενη συγκεντρώνει στο πρόσωπό της μπορούν μόνο να επιδράσουν επί του ύψους της ποινής που πρόκειται να της επιβάλω, αλλ' όχι επί του είδους. Θεωρώ ότι, εντός του πλαισίου που προανέφερα, η ποινή φυλάκισης είναι εν προκειμένω, η μόνη αρμόζουσα ποινή. Επιδεικνύοντας λοιπόν κάθε δυνατή επιείκεια στην Κατηγορούμενη κι έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής καθώς και το χρόνο που αυτή τελεί υπό κράτηση, επιβάλλω σ' αυτή: Στην 3η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 18 μηνών Στην 2η Κατηγορία: καμία ποινή, μια και τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται συμπεριλαμβάνονται στην 3η κατηγορία κατ' εφαρμογή της αρχής που τέθηκε στην υπόθεση Χασσάν ν Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 742 Εν όψει των ποινών που έχω επιβάλει στην Κατηγορούμενη, προχωρώ να εξετάσω εάν συντρέχουν, στη βάση του Άρθρου 3 του περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972 (Ν.95/1972) λόγοι αναστολής της εκτέλεσης τους. Η αρχή ότι το Δικαστήριο δέον να εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων συζητήθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και μετέπειτα στην Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449. Το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και όπως ειπώθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, ημερομηνίας 10.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B179, αναφέρθηκε ότι: «βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία.». Επισημαίνω τέλος ότι ως έχει νομολογηθεί «[η] αναστολή μιας ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να προβάλλεται ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου»[4]. Προβληματίστηκα ιδιαίτερα στο κατά πόσο οι συνθήκες της Κατηγορούμενης δικαιολογούν όπως της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Στον προβληματισμό μου, εισήλθε η επίδραση που η άμεση φυλάκιση θα έχει στα ανήλικα παιδιά της, τα οποία βρίσκονται στο παρόν στάδιο υπό τη φροντίδα των παππούδων τους στη Ρουμανία, ζήτημα τ' οποίο εξέτασα υπό το πρίσμα και των όσων αναφέρθηκαν στην Domotov v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 ότι δηλαδή: «οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων [..] (δ)εν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής». Συνυπολόγισα επίσης εκ νέου και την ευρύτερη εικόνα της Κατηγορούμενης, δηλαδή το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου, ότι άμεσα παραδέχθηκε στο Δικαστήριο κι απολογήθηκε και τέλος τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Έχοντας όμως επανεκτιμήσει τα πιο πάνω, δεν μπορώ να μην επαναφέρω στο προσκήνιο την αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα των αδικημάτων που η Κατηγορούμενη διέπραξε ως την ανέλυσα προηγουμένως και την αδήριτη ανάγκη γι' αποτροπή. Έχοντας ήδη αναγνωρίσει κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής ότι η Κατηγορούμενη δικαιούται σε ανάλογες εκπτώσεις στην ποινή που προβλέπεται από το Νόμο, διαπιστώνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που συγκεντρώνει στο πρόσωπό της στο σύνολό τους δεν είναι δυνατό εν προκειμένω να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών. Καταλήγω επομένως ότι τυχόν αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα τούτη και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής. Η ποινή που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη να εκτελεστεί άμεσα και ν' άρχεται από την ημέρα που η Κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση δηλαδή από τις 30.4.25. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272) [2] (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632) [3] (βλ. Souilmi ν. Της Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 248) [4] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Γιαννάκη Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.