Αστυνομίας ν. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 13476/22, 19/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13476/22 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής -και- Χαράλαμπου Αλεξάνδρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19η Δεκεμβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Γρηγορίου (κα. Ε. Κωνσταντίνου για ν' ακούσει Ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρόν Ποινή Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 43 ετών, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 7 κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε: - 1 κατηγορία εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 29, 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (το «Κεφ. 154») - 1η Κατηγορία, - 1 κατηγορία αισχροκέρδιας κατά παράβαση του Άρθρου 314Γ του Κεφ. 154 - 2η Κατηγορία, - 2 κατηγορίες πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333(α), 334 και 335 του Κεφ. 154, 3η και 5η Κατηγορίες, - 2 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333(α), 339 και 335 του Κεφ. 154, 4η και 6η Κατηγορίες και - 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii), 4
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (ο «Νόμος 188(Ι)/07»), η 9η Κατηγορία. Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι στις 20.5.25 η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε τις Κατηγορίες 7 και 8 επί του αρχικού Κατηγορητηρίου. Η υπόθεση, λόγω των αδικημάτων που περιλαμβάνει, εκδικάζονταν μέχρι προσφάτως από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας αλλά, κατόπιν σχετικής διαδικασίας, παραπέμφθηκε ενώπιον μου για συνοπτική εκδίκαση. Δράττομαι της ευκαιρίας τούτης να καταγράψω τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές για τις κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Ξεκινώ μ' εκείνες του Κεφ. 154, όπου το αδίκημα του Άρθρου 298
(1)επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 έτη, όπως και το αδίκημα του Άρθρου 314Γ, αλλά κι εναλλακτική ποινή προστίμου €30,000 ή και τις δύο ποινές. Η δε γενική ποινή που προβλέπεται στο Άρθρο 335 για το αδίκημα της πλαστογραφίας ανέρχεται σε 3 έτη φυλάκιση, ομοίως και το αδίκημα του Άρθρου 339 για την κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου. Στο Νόμο 188(Ι)/07 και συγκεκριμένα στο Άρθρο4
(1)(α)(iii) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 έτη ή και ποινή προστίμου μέχρι και €500,000 ή και τις δύο ποινές. Προτού παραθέσω τα γεγονότα σημειώνω ότι από τις 20.12.24 ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της υπόθεσης 26231/24, η οποία, τέθηκε ενώπιον μου για να ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής στην παρούσα. Αναφορικά με τα γεγονότα που εκτίθενται για σκοπούς επιβολής ποινής, η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε γραπτό κείμενο, τ' οποίο δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση. Η αυτολεξεί αναπαραγωγή του εδώ παρέλκει, αλλά προχωρώ να το συνοψίσω: O Κατηγορούμενος σταδιακά από το έτος 2019 έπεισε, με διάφορους τρόπους όπως εκτίθενται στα γεγονότα, την παραπονούμενη ότι η οικία της έχρηζε εκτενών επιδιορθώσεων, ότι κατέστη επικίνδυνη και ότι εν τέλει τελούσε υπό κατάρρευση. Στη βάση των όσων της ανέφερε, η παραπονούμενη κατέβαλε στον Κατηγορούμενο διάφορα ποσά έναντι του κόστους επιδιόρθωσης, το οποίο σταδιακά αυξανόταν. Έπειτα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη ότι, λόγω των ιδιαζουσών και καινοφανών συνθηκών ως προς τα αίτια των ζημιών στην οικία της - δηλαδή την ύπαρξη ασυνήθιστα πολλών και μεγάλων εστιών τερμιτών - η ίδια ήταν δικαιούχος ευρωπαϊκής χορηγίας που καταβαλλόταν στο πλαίσιο προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά κι ότι η περίπτωσή της θα τύγχανε μελέτης και προβολής από και σε ευρωπαϊκά κράτη. Σύμφωνα με τις παραστάσεις του, το πρόγραμμα περιλάμβανε την επιστροφή ολόκληρης της δαπάνης για την επιδιόρθωση, ενώ, για τη λήψη της χορηγίας, θα μπορούσε να βοηθήσει ο αδερφός του, ο οποίος, πάντα κατά τον Κατηγορούμενο, εργαζόταν στο Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας («ΙΔΕΚ»). Έχοντας αναθέσει τις εργασίες στον Κατηγορούμενο, η παραπονούμενη διαπίστωσε ολιγωρία στη διεκπεραίωσή τους και τον ρώτησε αν θα μπορούσε ν' αποταθεί η ίδια απευθείας στο ΙΔΕΚ. Ο Κατηγορούμενος, επικαλούμενος απόρρητη συμφωνία μεταξύ της εταιρείας του και του ΙΔΕΚ, αντέδρασε και την απέτρεψε. Έπειτα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην παραπονούμενη ότι θα επικοινωνούσε ηλεκτρονικά μαζί της εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η παραπονούμενη έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από ηλεκτρονική διεύθυνση και με αποστολέα κάποιο «Charles Smith». Οι συγγενείς της παραπονούμενης μέχρι τότε την είχαν δανείσει το συνολικό ποσό των €273,000 τ' οποίο η ίδια έδωσε με τη σειρά της στον Κατηγορούμενο, πέραν άλλων ποσών που η ίδια του είχε καταβάλει. Οι συγγενείς ζητούσαν από την παραπονούμενη αποδείξεις αναφορικά με τη χορηγία που υποτίθεται ότι λάμβανε και ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στην παραπονούμενη έγγραφα που έφεραν τη σφραγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά τα οποία περιείχαν συντακτικά και τυπογραφικά λάθη. Ένα δε έγγραφο, όπως μεταγενέστερα έγινε αντιληπτό, αφορούσε άλλο έργο. Μεταγενέστερα, της απέστειλε και στιγμιότυπο οθόνης από το κινητό του που υποτίθεται του είχε αποσταλεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τ' οποίο επίσης περιείχε λάθη. Επειδή τα πιο πάνω δεν έπεισαν τους συγγενείς της, η παραπονούμενη πίεσε τον Κατηγορούμενο για να της δώσει περισσότερα αποδεικτικά, μ' αποτέλεσμα εκείνος εν τέλει να την απειλήσει ότι αν τολμήσουν να τον καταγγείλουν στην Αστυνομία θα δουν μια άλλη πλευρά του. Μέχρι και το Μάιο του 2022 η παραπονούμενη έδωσε στον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €411,000, αλλά οι εργασίες στο σπίτι της δεν είχαν ολοκληρωθεί και μεγάλο μέρος του ένεκα των ημιτελών εργασιών κατέστη μη κατοικήσιμο. Όμως το θέμα δεν έμεινε εκεί. Μέχρι και τα μέσα Μαΐου του 2022, ο Κατηγορούμενος, προκειμένου να πείσει την παραπονούμενη, χρησιμοποίησε και τρίτα πρόσωπα και επιπλέον έγγραφα, όπως υπάλληλο εργαστηρίου, πολιτικό μηχανικό, αλλά και συμβόλαιο της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Εργολάβων Οικοδομών («ΟΣΕΟ»). Από την πρώτη εξασφάλισε αποτέλεσμα ελέγχου δομικού υλικού, τ' οποίο όμως αφορούσε σ' άλλη οικία και τ' οποίο μετέπειτα παραποίησε με σκοπό να φαίνεται ότι ήταν η οικία της παραπονούμενης που κινδύνευε να καταρρεύσει, ενώ από το δεύτερο εξασφάλισε διατακτικό γι' ανακαίνιση κατοικιών αξίας €700,
- Μέσω της ΟΣΕΟ παρουσίασε στην παραπονούμενη προχρονολογημένο τύπο συγκεκριμένου συμβολαίου αξίας €700,000, ζητώντας της να το υπογράψει ως την μεταξύ συμφωνία τους για τις εργασίες. Επειδή η παραπονούμενη δεν ικανοποιήθηκε από τα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος τις προσκόμισε επιστολή δικηγόρου με τίτλο βεβαίωση εργασιών εταιρείας P.S. Seamless Gutters Ltd. με συνημμένο το καταστατικό έγγραφο της εν λόγω εταιρείας κι έπειτα το προαναφερθέν παραποιημένο αποτέλεσμα του εργαστηριακού ελέγχου δομικών υλικών. Η παραπονούμενη σε κάποια συνάντησή της με το Κατηγορούμενο του ανέφερε ότι ένας συγγενής της την πίεζε αναφορικά με την εξέλιξη του ζητήματος κι εκείνος αντέδρασε απειλώντας εκ νέου ότι εάν θίξουν την υπόληψή του θα έβλεπαν άλλο εαυτό και θα υπερασπιζόταν την οικογένειά του μέχρι τέλους. Έπειτα ο Κατηγορούμενος συνελήφθη γι' άλλη υπόθεση και ενόσω τελούσε υπό κράτηση η σύζυγός του επικοινώνησε με την παραπονούμενη και της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος νοσηλευόταν σε ιδιωτικό Νοσοκομείο λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας, σε βαθμό που η παραπονούμενη μετέβη στο Νοσοκομείο για να τον επισκεφθεί μόνο για να πληροφορηθεί ότι ουδέποτε αυτός εισήχθη για νοσηλεία. Έπειτα επικοινώνησε επανειλημμένως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος μαζί της αναφέροντάς της ότι όταν θ' αναρρώσει θα ολοκληρώσει και τις εργασίες. Εν τέλει η παραπονούμενη κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και κατόπιν διερεύνησης διαφάνηκε ότι τα διάφορα έγγραφα που ο Κατηγορούμενος της παρουσίαζε ως προερχόμενα από την «Ευρωπαϊκή Ένωση» καθώς και ηλεκτρονικά μηνύματα, ήταν πλαστά. Από την έρευνα εντοπίστηκαν επίσης και οι μεταφορές των ποσών που ο Κατηγορούμενος απέσπασε από την παραπονούμενη δια των ψευδών παραστάσεων που περιεγράφηκαν προηγουμένως. Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και με τη σύμφωνο γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και οι υποθέσεις 13097/22, 6803/23, 26231/24 και η αναφορά Σ/34/25, όλες αφορούσες τον Κατηγορούμενο. Η υπόθεση 13097/22 αφορά σε 1 κατηγορία κλοπής κατά παράβαση του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, σε 1 κατηγορία εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και σε 1 κατηγορία αισχροκέρδιας, αμφότερες κατά παράβαση των αντίστοιχων άρθρων του Κεφ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος έκλεψε υλικά τα οποία προορίζονταν για την εκτέλεση υπεργολαβίας που ανέλαβε και τα χρησιμοποίησε σε άλλη οικοδομή. Επίσης, ο Κατηγορούμενος απέσπασε από την εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν ως υπεργολάβος το ποσό των €6000 δια ψευδών παραστάσεων, δηλαδή αναφέροντας ότι το ποσό προοριζόταν για κατασκευή, την οποία ουδέποτε διεκπεραίωσε. Τέλος ο Κατηγορούμενος έλαβε από ηλικιωμένες αδερφές οι οποίες έπασχαν από άνοια το ποσό των €5000 ισχυριζόμενος ότι του το όφειλαν για οικοδομικές εργασίες τις οποίες είχε εκτελέσει για λογαριασμό τους προ 14ετίας και η αξία των οποίων ήταν χαμηλότερη. Για τα πιο πάνω αδικήματα ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή κατά τις αντίστοιχες ανακρίσεις του από την Αστυνομία. Τα γεγονότα της 6803/23, η οποία αφορά σε 1 κατηγορία εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του Άρθρου 298
(1)του Κεφ. 154, προσομοιάζουν αυτά της κύριας ενώπιον μου υπόθεσης. Σύμφωνα με τα όσα παρέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος μεταξύ του Φεβρουαρίου του 2021 και του Φεβρουαρίου του 2022 απέσπασε από παραπονούμενη το συνολικό ποσό των €431,577, παρουσιάζοντάς της, αφού ανέλαβε εργασίες επιδιόρθωσης του υπογείου της, ότι το κτήριο έχρηζε μέχρι και κατεδάφισης. Της παρουσίασε ως λύση δήθεν πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τ' οποίο θα επιχορηγούσε το κόστος των ριζικών επιδιορθώσεων εις ολόκληρο. Η αίτηση για την υποτιθέμενη επιχορήγηση θα υποβαλλόταν από την εταιρεία του. Προκειμένου να την πείσει ο Κατηγορούμενος της παρουσίασε έγγραφα κι εξουσιοδότηση και της ανέφερε ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία είχε παρουσιαστεί σε αρμόδιο τμήμα για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στο Κατηγορητήριο της 26231/24 περιλαμβάνονται 29 συνολικά κατηγορίες, 9 εκ των οποίων αφορούν σε εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, 2 κατηγορίες σε πλαστογραφία εγγράφου, 3 κατηγορίες πλαστογραφίας επιταγής (η οποία διαφοροποιείται από την κυκλοφορία απλού εγγράφου στο άρθρο 336(δ)(ι) του Κεφ. 154), 4 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και επιταγών που αφορούν σωρευτικά τις αντίστοιχες κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων κι επιταγών, 4 κατηγορίες που αφορούν σε αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, και του Άρθρου 4
(1)(α)(ιιι) του Νόμου 188(Ι)/07, 6 κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση του Άρθρου 270(β) του Κεφ. 154 και τέλος 1 κατηγορία κλοπής κατά παράβαση του Άρθρου 262 του Κεφ.
- Στο συγκεκριμένο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται διάφορες υποθέσεις που αφορούν τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα γεγονότα των κατηγοριών 1 - 5 ο Κατηγορούμενος απέσπασε από το θύμα το συνολικό ποσό των €76,940 για εργασίες που ανέλαβε να διεκπεραιώσει κι έμειναν ημιτελείς καθώς και το χρηματικό ποσό των €13,000 από επιταγές που πλαστογράφησε και εξαργύρωσε. Για τις κατηγορίες 6 - 11 αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε από άλλο θύμα επιταγές τις οποίες έπειτα εξαργύρωσε για το ποσό των €13,
- Οι Κατηγορίες 12 - 16 αφορούν σε αδικήματα πλαστογραφίας επιταγής που εν τέλει δεν εξαργυρώθηκε αλλά και εξασφάλιση χρημάτων δηλαδή του ποσού των €3,599 με παραστάσεις του Κατηγορούμενο προς το τρίτο θύμα ότι τα ποσά θα επιστρέφονταν από πρόγραμμα χορηγίας του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, αλλά και της απόσπασης του ποσού των €11,090 τ' οποίο ο Κατηγορούμενος απέσπασε χωρίς να ολοκληρώσει τις εργασίες τις οποίες συμφώνησε να διεκπεραιώσει. Οι Κατηγορίες 17 - 23 αφορούν επίσης σε αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τον Ιούνιο του 2024 και αφορούσαν απόσπαση χρημάτων από άλλο παραπονούμενο αρχικά για την αγορά υλικών που δεν παραδόθηκαν, έπειτα ως δανεικά τα οποία δεν επιστράφηκαν, αλλά και ως ποσά έναντι εργασιών που ουδέποτε ολοκληρώθηκαν, συνολικού ύψους €30,700 εκ των οποίων οι €14,000 επιστράφηκαν μεταγενέστερα μέσω τρίτου προσώπου. Για τις δε Κατηγορίες 24 - 26 ο Κατηγορούμενος απέσπασε από άλλη παραπονούμενη το συνολικό ποσό των €51,550 για εργασίες που δεν εκτέλεσε και προφασιζόμενος εκ νέου περί της ύπαρξης σχετικού προγράμματος χορηγίας του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας. Επίσης ο Κατηγορούμενος πλαστογράφησε επιταγές που του είχε δώσει η παραπονούμενη και τις παρέδωσε σε τρίτα πρόσωπα, παραπονούμενους γι' άλλα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο ίδιο Κατηγορητήριο. Τέλος οι Κατηγορίες 27 - 29, αφορούν σε εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και σ' αδίκημα νομιμοποίησης. Πιο συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας χωρίς εξουσιοδότηση ή συμφωνία την ονομασία εταιρείας που εδρεύει στην Ελλάδα, παρίστανε στον παραπονούμενο, παρουσιάζοντάς του και δήθεν τιμολόγιο της εν λόγω εταιρείας ότι θα του εγκαθιστούσε εισαγόμενο σύστημα φωτοβολταϊκών, πράγμα που δεν έπραξε. Ομοίως του απέσπασε και ποσό χρημάτων αναφέροντας ότι προοριζόταν για την αγορά τεχνογρανίτη με το σύνολο του ποσού ν' ανέρχεται στα €8,
- Η αναφορά Σ/34/25, η οποία επίσης τέθηκε ενώπιον μου για να ληφθεί υπόψη αφορά σε 3 κατηγορίες, 1 απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κλοπής υπό αντιπροσώπου και αδικήματος νομιμοποίησης. Ως προς τα γεγονότα, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος απέσπασε από άλλο θύμα το συνολικό ποσό των €13,750 παριστάνοντάς του ότι στη βάση σχεδίου επιχορήγησης θα μπορούσε να προβεί στην ενεργειακή αναβάθμιση της κατοικίας του, χωρίς είτε να υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση είτε να προβεί σε οποιεσδήποτε εργασίες. Άκουσα και το συνήγορο του Κατηγορούμενο ο οποίος παρέδωσε εκτενές γραπτό κείμενο αγόρευσης με συνημμένα έγγραφα, αλλά τοποθετήθηκε και προφορικά. Ο συνήγορος εστίασε τις αναφορές του κυρίως στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και ανέδειξε τα, κατά τον ίδιο, αίτια που οδήγησαν τον πελάτη του στο να παρανομήσει. Λόγω τούτων, εισηγείται ο συνήγορος, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Εν πρώτοις ο συνήγορος παρέπεμψε στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας για τον Κατηγορούμενο. Την έλαβα υπόψη μου στην πλήρη της μορφή. Προβάλλουν ως αξιομνημόνευτα σ' αυτή τ' ότι ο Κατηγορούμενος είναι διαζευγμένος πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 14, 11 και 8 αντίστοιχα και ότι η σχέση του με τη σύζυγό του κλονίστηκε κατά το χρόνο της σύλληψης και κράτησής του, ενώ τ' ανήλικα με τη σύζυγό του μένουν σε κατοικία που ανήκει στους γονείς της. Επίσης καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος δηλώνει εθισμένος στο τζόγο πράγμα που τον οδήγησε στην κακή οικονομική διαχείριση και στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, αλλά ταυτόχρονα αναφέρεται και η θέλησή του ν' απεξαρτηθεί. Με λεπτομερείς αναφορές στον οικογενειακό κύκλο και εργασιακό παρελθόν του Κατηγορούμενου, ο συνήγορός του εισηγείται ότι η σταδιοδρομία του εκτροχιάστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, οπότε και ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε δεινή οικονομική θέση. Λόγω της συγκυρίας τούτης κι ενώ προηγουμένως ασχολείτο περιστασιακά με τον ηλεκτρονικό τζόγο, στράφηκε σ' αυτόν ολοκληρωτικά μ' αποτέλεσμα να εθιστεί και να καταστραφεί οικονομικά. Η οικονομική καταστροφή με τη σειρά της τον οδήγησε ν' αναζητήσει δανεικά τα οποία δεν μπορούσε να επιστρέψει κι έπειτα - και για το λόγο αυτό - να δεχθεί και απειλές για τη ζωή του. Από την άλλη, η πρώην σύζυγος του Κατηγορούμενου αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και δεν εργάζεται με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να καλείται να επωμιστεί πλήρως την οικονομική στήριξη της οικογένειάς του. Ο συνήγορος ανέδειξε και το λευκό ποινικό μητρώου του Κατηγορούμενου αλλά και το γεγονός ότι πριν το έτος 2019 και πριν την αεργία που επέφερε η πανδημία του κορονοϊού, ουδέποτε ο Κατηγορούμενος διέπραξε αδίκημα. Τονίζει επίσης το γεγονός της παραδοχής του Κατηγορούμενου πριν το στάδιο της Ακρόασης, μεταφέρει τη μεταμέλειά του, τη διαγωγή του ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, αλλά και τη δέσμευσή του ν' αναδομήσει τη ζωή του λαμβάνοντας την απαραίτητη θεραπεία γι' απεξάρτηση. Προς τούτο παρέδωσε και σχετική βεβαίωση από ειδική ψυχολόγο που παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο και στην οποία επιβεβαιώνεται η προθυμία του να διαχειριστεί την εξαρτητική του συμπεριφορά. Αναδεικνύει επίσης και το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα ως παράγοντα που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του. Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου επίσης ότι για τ' αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε δεν υπήρξε καθόλου σχεδιασμός. Αφού αναφέρεται σε αποφάσεις του Εφετείου ως προς το ύψος των ποινών που επιβάλλονται για τα υπό συζήτηση αδικήματα, ο συνήγορος καταπιάνεται με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης και εισηγείται με αναφορά σε σύγγραμμα ότι οι περιστάσεις του Κατηγορούμενου δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο υπέρ της αναστολής, ούτως ώστε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Έλαβα υπόψη μου κάθε τι αναφέρθηκε. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αντανακλάται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές αλλά και στη Νομολογία. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 αναφέρθηκε ότι: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». Ενδεικτικές της διαχρονικής προσέγγισης των Δικαστηρίων σε αδικήματα που σχετίζονται με την απάτη είναι οι πιο κάτω αποφάσεις, οι οποίες παρατίθενται σκοπίμως σε χρονολογική σειρά. Στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141 ο εφεσείων απέσπασε χρήματα που ανέρχονταν σε £8715 και Η.Π.Α.$157 και καταδικάστηκε σε 2 χρόνια φυλάκιση, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε λόγω της ανάγκης της κόρης του να μεταβεί στο εξωτερικό για ιατρική θεραπεία. Στην Καρανίκκη ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 118, επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης 3 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών και μετρητών συνολικής αξίας Λ.Κ.307,59 με ψευδείς παραστάσεις. Η κατηγορούμενη ήταν 34 ετών και βαρύνετο με μια προηγούμενη καταδίκη έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, ενώ είχε ομολογήσει στην Αστυνομία, παραδέχθηκε στο Δικαστήριο και αποζημίωσε πλήρως τους παραπονούμενους και παράλληλα υπήρχε το ενδεχόμενο να απωλέσει την εργασία της ως δημόσια υπάλληλος. Στη Sydenham ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210, το Ανώτατο Δικαστήριο, τότε ως Εφετείο, επικύρωσε - κατά πλειοψηφία - ποινή φυλάκισης 7 ετών γι' αδικήματα που περιλάμβαναν κλοπή υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου για υπέρογκα ποσά σε πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, τ' οποίο παραδέχθηκε άμεσα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην απόφαση της πλειοψηφίας ο Νικολαϊδης, Δ., ως ήταν τότε, ανέφερε: «Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξή του». Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505 το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στη Μουσικός (ανωτέρω), επανέλαβε τη σοβαρότητα του αδικήματος κι επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση με την οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ετών για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ενώ στη Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 298/19, ημερομηνίας 27.6.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση για επιβολή 6ετούς φυλάκισης σε κατηγορούμενο που κατάφερε ν' αποσπάσει ποσό €571,145, ανέφερε τα εξής εν σχέση προς το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: «Στην υπόθεση Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 40/2015, ημερομηνίας 25.11.2016, έγινε αναφορά σε προηγούμενη νομολογία σε σχέση με ποινές για γενεσιουργά αδικήματα και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων και το Εφετείον παρατήρησε ότι η νομολογία δεν καθιέρωσε οποιανδήποτε νομική αρχή ότι, είναι αντινομικό ή παράλογο, να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, από ότι στο γενεσιουργό αδίκημα. Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της. Το Κακουργιοδικείο, ορθά επεσήμανε, πως τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων έχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και περαιτέρω ότι η διάπραξή τους ήταν προϊόν οργάνωσης και προσχεδιασμού με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων - τα οποία ως ιθύνων νους δεν κατονόμασε.» Τέλος, στην Αστυνομία ν Βακανά, Ποινική Έφεση 173/20, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αναφέρθηκε ότι: «Όντως δε, οι αποφάσεις στις οποίες παραπεμφθήκαμε αποκαλύπτουν μια σταθερή κοινή προσέγγιση ότι εγκλήματα αυτής της φύσεως αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα επισύροντας σοβαρές ποινές φυλάκισης. Αναμφίβολα δε, θα πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του ποσού που αποσπάστηκε και της ποινής». Το Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση έκρινε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2 ετών ως έκδηλα ανεπαρκή και την αύξησε σε 4 έτη. Επισημαίνεται ότι ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, μ' ένα εξαρτώμενο τέκνο και απέσπασε συνολικό ποσό των €383,304.
- Με τα πιο πάνω κατά νου, αναφέρω ότι η επιβολή ποινής αποτελεί ένα έργο στάθμισης μεταξύ του ευρύτερου συμφέροντος της δικαιοσύνης μέσω της τιμωρίας του παραβάτη, πάντοτε στο πλαίσιο που προνοεί ο Νόμος, από τη μία και της εξατομίκευσης της τιμωρίας τούτης για το συγκεκριμένο παραβάτη από την άλλη[1]. Το Δικαστήριο ξεκινά την επιμέτρηση της ποινής από το μέγιστο ύψος που προβλέπεται από το Νόμο[2] και, βάσει καθιερωμένης αρχής της Νομολογίας, όταν υπάρχει αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, το έργο εξατομίκευσης της δεν πρέπει να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής[3]. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα εξής ελαφρυντικά: - Το λευκό του ποινικό μητρώο σε σχέση με την ηλικία του. Όπως προκύπτει από το ενώπιον μου γεγονότα μέχρι και τα 38 του ο Κατηγορούμενος δεν διέπραξε προηγουμένως αδίκημα. - Την απολογία και παραδοχή του ενώπιον μου πριν το στάδιο της Ακρόασης, ενέργεια που δεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος προσήλθε έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων του. Μπορώ λόγω τούτου, συνδυαστικά ιδωμένου με τις προσπάθειες που καταβάλλει για ν' απεξαρτηθεί από τον τζόγο, να θεωρήσω ότι ο Κατηγορούμενος έχει μεταμεληθεί. Δεν μπορώ επίσης παρά ν' αναγνωρίσω ότι έστω κι αν η παραδοχή του Κατηγορούμενου δεν ήταν άμεση, τούτη έγινε πριν το στάδιο της Ακρόασης, ενέργεια που διέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Σημειώνεται δε και τ' ότι, από μελέτη του φακέλου ο οποίος προηγουμένως τύγχανε χειρισμού από Κακουργιοδικείο, η καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί ν' αποδοθεί αποκλειστικά στην πλευρά του Κατηγορούμενου κι επομένως λαμβάνεται υπόψη - στο βαθμό που τούτο είναι δυνατό - η χρονική διάσταση μεταξύ διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος και η ημέρα που το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή. - Την οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι είναι πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, διαζευγμένος και ότι η σύζυγός του αντιμετωπίζει ορισμένα ψυχολογικά προβλήματα αλλά και τ' ότι η μητέρα του πάσχει από καρδιακή ανεπάρκεια. Αυτά ως προς τα ελαφρυντικά, τα οποία πράγματι επενεργούν στην επιβληθεισόμενη ποινή με την ανάλογη μείωση της. Τούτων λεχθέντων, είναι η άποψη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιαίτερα σοβαρή, όχι μόνο από τις προαναφερθείσες και επαναλαμβανόμενες αναφορές στις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές, αλλά και από τα ίδια τα συγκεκριμένα περιστατικά της. Ο Κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ανέπτυξε ένα μοτίβο δράσης με τ΄ οποίο εκμεταλλευόταν την εμπιστοσύνη ανυποψίαστων πολιτών από τους οποίους, με τεχνάσματα και προφάσεις, αποσπούσε τεράστια χρηματικά ποσά. Στην υπό κρίση υπόθεση η δράση του δεν περιορίστηκε σε προφορικές διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις, ούτε σε απλή εγκατάλειψη των εργασιών που ανέλαβε, αλλά συνοδεύθηκε και από κατασκευασμένα έγγραφα, ακόμα και κατασκευασμένα μηνύματα επικοινωνίας, προκειμένου το θύμα να εξαπατηθεί εντελώς, αφενός ως προς την ανάγκη να εμπιστευθεί τον Κατηγορούμενο κι αφετέρου ώστε να επαναπαυθεί ότι τα τεράστια χρηματικά ποσά που του κατέβαλλε θα επιστρέφονταν, αλλ' ακόμα κι ότι η κατοικία της θα επιδιορθωνόταν. Είναι λόγω τούτων των περιστατικών που δεν είναι δυνατό να συμφωνήσω με το συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός. Αν και δεν είναι δυνατό να επιμετρηθεί επακριβώς το επίπεδο του προσχεδιασμού, είναι καταφανές θεωρώ ότι δεν επρόκειτο περί ενός απλού σχεδίου εξαπάτησης. Η δημιουργία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων που έφεραν συγκεκριμένα διακριτικά, η εμπλοκή φορέων του κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (sic) και η εργαλειοποίηση τρίτων προσώπων προκειμένου να μεταφέρονται ψευδείς εντυπώσεις στο θύμα, με όλο το σεβασμό, δεν παραπέμπουν σε αυθόρμητη ενέργεια, η οποία επέτρεψε συγκυριακά τον καιροσκοπισμό. Η άποψή μου τούτη ενισχύεται και από τη χρονική διάρκεια της εξαπάτησης, η οποία εκτυλισσόταν για περίπου 3 χρόνια. Ούτε είναι δυνατό, φρονώ, να παραγνωριστεί ότι ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε εγκληματική δράση για μια περίοδο που, όσον αφορά τις υπό συζήτηση υποθέσεις, ξεκινά από περί το έτος 2019 και επεκτείνεται μέχρι και τα τέλη του
- Παραβίασε, όπως αβίαστα προκύπτει, το Νόμο επανειλημμένα επιδεικνύοντας, ανεξαρτήτως κινήτρου, ροπή προς την παρανομία. Τούτο άλλωστε διαφαίνεται από τον αριθμό υποθέσεων κι αδικημάτων που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι δρούσε υπό την ανάγκη της ικανοποίησης του εθισμού του στο τζόγο και ως απόρροια της δεινής οικονομικής θέσης που βρέθηκε, γεγονότα στα οποία εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο απέδωσε τη δέουσα σημασία ως ενδεικτικά της ψυχολογικής του κατάστασης κατά τη διάπραξη. Η θέληση όμως και συνάμα η ευθύνη για ν' απεγκλωβιστεί ο Κατηγορούμενος από τη μάστιγα του εθισμού του ήταν αποκλειστικά δική του, σε αντίθεση με τις συνέπειες των παράνομων πράξεων του οι οποίες έγιναν αισθητές από τα μη αποκατασταθέντα θύματα των πράξεων αυτών. Ως προς την οικονομική δυσχέρεια, οφείλω να παρατηρήσω ότι σε μια ευνομούμενη κι ελεύθερη κοινωνία η επιβίωση εις βάρος άλλων δεν μπορεί ν' αποτελεί επιλογή, ανεξάρτητα εάν είναι ωθούμενη από την προσωπική ανάγκη του καθενός για βελτίωση των δικών του συνθηκών. Εντός του πιο πάνω πλαισίου, γεννάται το ερώτημα εάν στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει το είδος και το ύψος της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την ευρύτερη έγνοια για γενική αποτροπή, αλλά και το κατά πόσο συντρέχει λόγος και για ειδική αποτροπή. Εν όψει του αριθμού των υποθέσεων που τέθηκαν ενώπιον μου και μου αφορούν ομοειδή αδικήματα, σε ορισμένες δε περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο δράσης, η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική. Υπάρχει τέλος και κάτι άλλο που εν προκειμένω επιβαρύνει τη θέση του Κατηγορούμενου κι αφορά στην αξία της περιουσίας που εκείνος απέσπασε από τις παράνομες δραστηριότητες. Ο επιβαρυντικός τούτος παράγοντας προκύπτει κι από τον ίδιο το Νόμο 188(Ι)/2007 και συγκεκριμένα στο Άρθρο 4
(4)(γ). Υπενθυμίζεται ότι στην παρούσα υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος απέσπασε από το θύμα €411,000, αλλά κι ότι μεταξύ των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα απέσπασε ακόμα ένα παρόμοιου ύψους ποσό από άλλο θύμα. Έχοντας κατά νου τα ελαφρυντικά που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του ο Κατηγορούμενος, θεωρώ ότι, εντός του πλαισίου, αυτά μπορούν μόνον να επενεργήσουν ως προς το ύψους της ποινής που θα του επιβάλω, αλλά όχι ως προς το είδος της. Όπως επιτάσσει η σοβαρότητα των αδικημάτων, η συνολική αξία της παρανόμως αποσπασθείσας περιουσίας, το γεγονός ότι τα θύματα δεν αποζημιώθηκαν, αλλά και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής όπως την ανέλυσα καθιστούν τη φυλάκιση τη μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο. Υπενθυμίζοντας ότι για σκοπούς της παρούσας, λαμβάνω υπόψη μου και τις ποινικές Υποθέσεις 13097/22, 6803/23, 26231/24 και η αναφορά Σ/34/25 κι επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο επιβάλλω σ' αυτόν: Στην 1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών Στην 2η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 1 έτους κι 6 μηνών Στην 3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 4η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 6η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην 9η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 ετών και 10 μηνών Το ύψος των ποινών που επέβαλα στον Κατηγορούμενο δεν επιτρέπει στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν λόγοι γι' αναστολή εκτέλεσής τους, όπως προκύπτει από το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 95/
- Οι ποινές να εκτελεστούν άμεσα και να συντρέχουν μεταξύ τους, αλλά και ν' άρχονται από την ημέρα που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στην υπόθεση 26231/24, η οποία τέθηκε ενώπιον μου για να ληφθεί υπόψη, δηλαδή από τις 20.12.
- .......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272) [2] (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632) [3] (βλ. Souilmi ν. Της Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 248) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο