← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Βολόντια Βαρντουμίδης, Αρ. Υπόθεσης: 11292/25, 30/10/2025

Δημοκρατία ν. Βολόντια Βαρντουμίδης, Αρ. Υπόθεσης: 11292/25, 30/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 11292/25 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Βολόντια Βαρντουμίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Ουστάς Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε αριθμό κατηγοριών που αφορούν παραβιάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 και του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος επί τω ότι: (α) Στις 2.7.25, εισήγαγε από την Ελλάδα στη Λευκωσία ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β' δηλαδή 3 κιλά και 940 γρ. κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία). (β) Μεταξύ των ημερομηνιών 2.7.25 και 3.7.25, στη Λευκωσία, είχε στην κατοχή του το πιο πάνω ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (3η κατηγορία). (γ) Μεταξύ των ημερομηνιών 2.7.25 και 3.7.25, στη Λευκωσία, είχε στην κατοχή του το πιο πάνω ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β', με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (4η κατηγορία). (δ) Στις 3.7.25, στη Λευκωσία, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', δηλαδή 8,24 γρ. κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (5η κατηγορία). (ε) Στις 3.7.25, στη Λευκωσία, με σκοπό καταδολίευσης, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο, ήτοι παρουσιάστηκε ως Ν.Μ. (6η κατηγορία - στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως 5η κατηγορία). Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται πως η 1η κατηγορία ανεστάλη κατόπιν της παραδοχής του Κατηγορούμενου στις πιο πάνω κατηγορίες. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως εξής: Στις 2.7.25 εντοπίστηκε από την εταιρεία ταχυμεταφορών ACS στον Στρόβολο, πακέτο με πιθανόν ύποπτο περιεχόμενο και ειδοποιήθηκε η Υ.ΚΑ.Ν., μέλη της οποίας μετέβησαν στην εταιρεία ταχυμεταφορών για εξετάσεις. Τα στοιχεία αποστολέα του πακέτου ήταν: Χ. Ι. [ ], Ηράκλειο, και τα στοιχεία του παραλήπτη ήταν: Ν.Μ [ ], τηλ. [ 3]. Κατά τον έλεγχο του πακέτου από τον Λοχ. 1974, διαπιστώθηκε πως εντός του υπήρχαν τέσσερα σακούλια αεροστεγώς κλεισμένα τα οποία περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη και τα οποία ήταν καλυμμένα με μάλλινη κουβέρτα. Εξασφαλίστηκαν όλες οι απαραίτητες εκ του Νόμου εγκρίσεις για διενέργεια ελεγχόμενης παράδοσης και τα ναρκωτικά αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα. Στις 3.7.25 το πακέτο με τα ομοιώματα παραδόθηκε σε υπό κάλυψη αστυνομικό (τον 014) για συνέχιση της διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης. Ο υπό κάλυψη αστυνομικός ενημερώθηκε ότι στις 28.6.25 έγινε αλλαγή στα στοιχεία του τηλεφώνου του παραλήπτη (μέσω της ACS) και το νέο τηλέφωνο επικοινωνίας παραλήπτη ήταν [ 2]. Την ίδια μέρα, ο εν λόγω αστυνομικός ενημερώθηκε από την εταιρεία ACS ότι πρόσωπο κάλεσε από το τηλέφωνο με αριθμό κλήσης [ 2], αναζήτησε το πακέτο και ζήτησε όπως η παράδοση γίνει στην οδό [ ]. Περί τις 09:35 της 3.7.25 ο υπό κάλυψη αστυνομικός 014 επικοινώνησε με τον πιο πάνω αριθμό. Ο αποδέκτης του τηλεφωνήματος ανέφερε πως το όνομα του είναι Ν.Μ και ότι θα παραλάβει το πακέτο. Λίγα λεπτά αργότερα ο αστυνομικός έφθασε στην πιο πάνω οδό και πρόσωπο που βρισκόταν εκεί (το οποίο όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο Κατηγορούμενος) του έγνεψε να σταματήσει. Ο αστυνομικός τον ρώτησε αν ονομάζεται Χρίστος και αυτός απάντησε θετικά. Ο αστυνομικός του ζήτησε να υπογράψει στο μηχάνημα της εταιρείας ACS για την παράδοση του πακέτου και του παρέδωσε το πακέτο. Αμέσως μετά την παράδοση, ο αστυνομικός του αποκάλυψε την ταυτότητά του, του εξήγησε τους λόγους παρουσίας του στον χώρο, επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν είναι δικό μου, δεν ξέρω τι έχει μέσα». Συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του, δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου ερευνήθηκε το όχημά του και σε θήκη που βρίσκεται ανάμεσα στις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού εντοπίστηκαν δύο πακέτα καρτών sim της εταιρείας Epic και μία τυλιγμένη νάιλον διαφανής συσκευασία εντός της οποίας υπήρχε άσπρη ουσία ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Τα τεκμήρια υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο και αυτός απάντησε «εν δικά μου, η άσπρη πρέπει να εν δύο με τρία γραμμάρια». Ακολούθως συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών και ο Κατηγορούμενος απάντησε «okay». Στη συνέχεια, κατόπιν γραπτής και πάλι συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, ερευνήθηκε η οικία του στην οδό [ ]. Κατά την έρευνα εντοπίστηκε σε συρτάρι κομοδίνου του υπνοδωματίου ένα νάιλον διαφανές σακούλι σκισμένο στο πάνω μέρος εντός του οποίου υπήρχε άσπρη ουσία ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο ο οποίος απάντησε «εν κόκα». Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε στις 3.7.25, ώρα 19:
  2. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «Τίποτε δεν έχω να πω τωρά, θα τα πω όλα στην κατάθεση μου». Την επόμενη ημέρα, 4.7.25, εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του για περίοδο 8 ημερών και ο Κατηγορούμενος τελεί έκτοτε υπό κράτηση. Στις 8.7.25, στην παρουσία του δικηγόρου του, ο Κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση. Στα πλαίσια της παραδέχθηκε πως στις 18.6.25 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με φιλικό του πρόσωπο που διαμένει στην Ελλάδα και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με ποσότητα κάνναβης τεσσάρων κιλών, την οποία, αφού την παραλάμβανε, θα την προμήθευε σε τρίτα πρόσωπα. Για τα ναρκωτικά θα πλήρωνε το φιλικό του πρόσωπο που διευθέτησε την αποστολή το ποσό των €11.500 όταν το εν λόγω πρόσωπο θα ερχόταν Κύπρο. Παραδέχθηκε επίσης ότι έδωσε ψεύτικα στοιχεία παραλήπτη με σκοπό να μην εντοπιστεί από την Αστυνομία η πραγματική του ταυτότητα. Γι' αυτό τον λόγο ψευδώς παρέστησε τον εαυτό το ως άλλο πρόσωπο (δηλαδή Ν.Μ.) στις 3.7.
  3. Από εξετάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους διαπιστώθηκε πως εντός του πιο πάνω αναφερόμενου πακέτου υπήρχε κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών και 940 γρ. Περαιτέρω, σε σχέση με τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν στο όχημα και στην οικία του Κατηγορούμενου, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για κοκαΐνη συνολικού βάρους 8,24 γρ. Τα διαπραχθέντα αδικήματα, είναι χωρίς αμφιβολία πάρα πολύ σοβαρά, κάτι το οποίο προκύπτει κατ' αρχάς από τις ποινές που προνόησε ο νομοθέτης. Συγκεκριμένα, τόσο για το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' (2η κατηγορία), όσο και για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία), προβλέπεται, κατά ανώτατο όριο, η ποινή της διά βίου φυλάκισης ή του προστίμου ή αμφότερες οι ποινές. Για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων, όταν πρόκειται περί φαρμάκου Τάξεως Α' (5η κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ όταν το φάρμακο είναι Τάξεως Β' (3η κατηγορία), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο αυτές ποινές. Τέλος για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (6η κατηγορία) προβλέπεται, κατά ανώτατο και πάλι όριο, ποινή φυλάκισης 2 ετών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα €2.562 (Λ.Κ.1.500) ή και οι δύο αυτές ποινές. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[1] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 129, αναφέρθηκε πως η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από αυτόν σε κάθε έγκλημα, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προνοείται, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε εγκλήματος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής αλλά και να συνεκτιμήσει μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Οι προβλεπόμενες ποινές αντανακλούν την αγωνία της κοινωνίας για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τα οποία αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται, ιδιαίτερα το οικογενειακό του περιβάλλον.[2] Ιδιαίτερα για τα αδικήματα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, η επιλογή του ποινικού Νομοθέτη να προνοήσει για αυτά την ύψιστη ποινή φυλάκισης (ως ανώτατο πάντοτε όριο), αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια δε είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών,[3] αφού τέτοιες ενέργειες δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό.[4] Επιπλέον, η ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζεται στη διάπραξη τέτοιας φύσης αδικημάτων, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση ένεκα του πολύ μεγάλου αριθμού υποθέσεων αυτής της φύσης που άγονται ενώπιον των Δικαστηρίων,[5] σε συνάρτηση με τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών κυρίως από νεαρά πρόσωπα, καθιστούν αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπισή τους. Η επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα προκύπτει άλλωστε και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/19, ημερ. 29.9.20, επαναλήφθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110: «Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει την δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών. Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).» Το τελευταίο σχόλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω περικοπή τυγχάνει, εν προκειμένω, πλήρους εφαρμογής, αφού παρά την επιβολή αυστηρών ποινών, τα σχετιζόμενα με τα ναρκωτικά αδικήματα δεν δείχνουν στοιχεία κάμψης, γεγονός που επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με ακόμα αυστηρότερες ποινές, αποτρεπτικού χαρακτήρα. Όπως επισημάνθηκε στην Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μία μικρή χώρα όπως η Κύπρος, καθιστά την επιβολή αποτρεπτικών ποινών επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων, αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατεύσουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα που είναι πιο ευάλωτα, από τον κίνδυνο αυτό. Θα ήταν αδιανόητο, όπως περαιτέρω επισημάνθηκε στην Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359, να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών. Η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών επαναλήφθηκε πλέον πρόσφατα από το Εφετείο στην Καμπίσιο κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23 κ.α, ημερ. 13.6.24. Είναι επίσης σαφές από τη νομολογία, ότι το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, καθώς και η πρόθεση του αδικοπραγούντος για προσπορισμό οικονομικού οφέλους συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής της ποινής.[6] Kάθε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του, το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει.[7] Η παρούσα περίπτωση είναι από τις αρκετά σοβαρές του είδους της. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι τα ναρκωτικά που εισήγαγε και κατείχε ο Κατηγορούμενος με σκοπό να προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα δεν κατατάσσονται ως Τάξεως Α' στην οποία (Τάξη) ανήκουν τα λεγόμενα «σκληρά ναρκωτικά». Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ούτε τη μεγάλη ποσότητα της κάνναβης, η οποία πλησιάζει τα τέσσερα κιλά. Οφείλουμε περαιτέρω να επισημάνουμε πως ο ρόλος του Κατηγορούμενου στην όλη εγκληματική δράση, δεν ήταν ούτε περιθωριακός ούτε δευτερεύων, αλλά ουσιαστικότατος. Κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας και απόφασης, επικοινώνησε με φιλικό του πρόσωπο που διαμένει στην Ελλάδα και του ζήτησε να τον προμηθεύσει με ποσότητα τεσσάρων κιλών κάνναβη, με σκοπό να την προμηθεύσει αυτός (ο Κατηγορούμενος) με τη σειρά του σε τρίτα πρόσωπα. Ό,τι αναδύεται από τα εκτεθέντα γεγονότα είναι, αφενός, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν, εν προκειμένω, ο ιθύνων νους πίσω από την όλη επιχείρηση εισαγωγής της κάνναβης στο νησί μας και αφετέρου, η οργάνωση που υπήρξε από πλευράς του, με τον Κατηγορούμενο να λαμβάνει ακόμα και μέτρα προς αποφυγή του εντοπισμού του (δήλωση ψεύτικων στοιχείων παραλήπτη). Η δε ποσότητα της κάνναβης που εισήγαγε, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, σημαντική και μέσω της αναμφίβολα θα μπορούσαν να συντηρηθούν εκατοντάδες χρήστες και να συντηρήσουν και αυτοί με τη σειρά τους, μέσω της χρήσης, την εμπορία. Είναι βέβαιο πως αν δεν εντοπιζόταν το παράνομο περιεχόμενο του πακέτου από την εταιρεία ταχυμεταφορών και την Αστυνομία, η διοχέτευση τέτοιας ποσότητας κάνναβης σε τρίτους, θα προκαλούσε βλάβη σε πλειάδα χρηστών καθώς και στην κοινωνία γενικότερα (βλ. κατ' αναλογία την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, η οποία αφορούσε ποσότητα κάνναβης βάρους 2 κιλών και 272 γρ.). Όσον τώρα αφορά το κίνητρο του Κατηγορούμενου και τους λόγους που τον οδήγησαν στο να ενεργήσει ως ανωτέρω, λέχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του πως κατά τον χρόνο διάπραξης «παρασύρθηκε από την έντονη συναισθηματική και ψυχολογική φόρτιση που αντιμετώπιζε για να παράσχει βοήθεια στην οικογένεια του» η οποία δυσπραγούσε οικονομικά, με τους γονείς του να υποφέρουν επιπλέον από προβλήματα υγείας. Επί τούτου θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι, ως είναι καλώς νομολογημένο, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, δεν αποτελεί ελαφρυντικό ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Όπως έχει επιπλέον νομολογηθεί, «κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154, η προσέγγιση στην οποία υιοθετήθηκε στην Iliev v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 218/16, ημερ. 18.1.18). Όπως λέχθηκε στην Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397, «δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει όμως να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Για αυτό και η εξατομίκευση της ποινής ώστε να αντανακλά και στις συνθήκες του παραβάτη δεν αμβλύνει στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής που κατά κανόνα υπεισέρχεται στον καθορισμό της». Ο λόγος για την πιο πάνω προσέγγιση είναι βεβαίως αυτονόητος και ρητώς κατεγράφη από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Μακρή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 33/12, ημερ. 15.1.13: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Σε σχέση με το ύψος της αρμόζουσας ποινής, όπως λέχθηκε στη Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Ως ενδεικτικές λοιπόν της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και του μέτρου τιμωρίας, παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις: Στην Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 746, η πρωτοδίκως επιβληθείσα, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης των 6 ετών για το αδίκημα της κατοχής 688.2684 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης σε σκοπό την προμήθεια μειώθηκε σε 5 έτη, διότι δεν είχε προσδοθεί σημασία στη συνεργασία του εφεσείοντος με την Αστυνομία ο οποίος κατονόμασε πρόσωπα που εμπλέκοντο με τη χρήση και εμπορία ναρκωτικών. Στη Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 1/23, ημερ. 6.7.23, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 1.219,8 γρ. κάνναβης. Επρόκειτο για νεαρό πρόσωπο (29 ετών), λευκού ουσιαστικά ποινικού μητρώου, ο οποίος ενεργούσε ως αποθηκάριος έναντι αμοιβής. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε πως η επιβληθείσα ποινή δεν θα μπορούσε να κριθεί ούτε καν αυστηρή. Στην υπόθεση Κατσάπαου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 318 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για κατοχή 1 κιλού και 481,3198 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Ο εφεσείων είχε συλληφθεί επ' αυτοφώρω και παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και ο μοναδικός προστάτης της συζύγου του και των υπερήλικων γονέων του και από την πρώτη μέρα της κράτησης του υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου. Το γεγονός ότι ο εφεσείων εκτελούσε τη μεταφορά έναντι χρηματικού ανταλλάγματος καθώς και το γεγονός ότι υπήρξε προετοιμασία και καλή οργάνωση είχαν συμπεριληφθεί στα επιβαρυντικά στοιχεία. Στην Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 141/16, ημερ. 2.6.17, ECLI:CY:AD:2017:B210, ο εφεσείων, μετά από παραδοχή του, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα κάνναβης συνολικού βάρους 1908,425 γρ. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Η εν λόγω ποσότητα χαρακτηρίστηκε ως «σημαντική». Λήφθηκε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την προχωρημένη του ηλικία, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει κατόπιν τραυματισμού που υπέστη το 1987, το γεγονός ότι υπήρξε για πάρα πολλά χρόνια χρήστης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' και τις προσπάθειες του για απεξάρτηση, τις οποίες κατέβαλε τόσο στο παρελθόν όσο και πρόσφατα. Η έφεση κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2.028,3 γρ. κάνναβης, ποσότητα που και πάλι χαρακτηρίστηκε ως «σημαντική». Ο εφεσείων ενεργούσε ως μεταφορέας (βαποράκι) των ναρκωτικών. Ήταν ηλικίας 27 ετών και λευκού ποινικού μητρώου και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές δίδοντας πληροφορίες για τον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών. Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 17/16, ημερ. 22.5.17, ECLI:CY:AD:2017:D183, ο εφεσείων, ηλικίας 43 ετών, μετά από παραδοχή του, κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της κατοχής, με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, 2 κιλών και 7,5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Ήταν πατέρας, μεταξύ άλλων, και ενός ανήλικου παιδιού το οποίο αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού επρόκειτο για παιδί με ειδικές ανάγκες και είχε άμεση ανάγκη υποστήριξης. Η έφεση κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην Κουλουμής v. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 248, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για τα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 2 κιλών και 373,8 γρ. κάνναβης. Λήφθηκε υπόψη ο περιορισμένος ρόλος του εφεσείοντα, ο οποίος εξαντλήθηκε στον ρόλο του μεταφορέα των ναρκωτικών, το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του (24 ετών), η παραδοχή και η μεταμέλεια του, το γεγονός ότι προερχόταν από διαλυμένη οικογένεια, καθώς και η άθλια οικονομική του κατάσταση και η μόνιμη συναισθηματική αναταραχή η οποία εξασθένιζε τη δύναμη της αντίστασης του που τον ώθησε στη διάπραξη των αδικημάτων (είχε την ευθύνη συντήρησης και φροντίδας τεσσάρων γυναικών). Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, η ποινή των 3 ½ ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως κατόπιν παραδοχής για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2272,1 γρ. κάνναβης, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 7 έτη. Ο εφεσίβλητος ήταν ηλικίας 37 ετών, παραδέχθηκε άμεσα και συνεργάστηκε με την Αστυνομία, είχε λευκό ποινικό μητρώο και καλή διαγωγή εντός των φυλακών και ολοκλήρωσε πρόγραμμα απεξάρτησης. Λήφθηκε υπόψη ακόμα μία υπόθεση που αφορούσε κατοχή μικροποσότητας κάνναβης. Στην Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 818,77 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (ποσότητα η οποία χαρακτηρίστηκε ως «αρκετά μεγάλη»), κατόπιν παραδοχής. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας σχεδόν 26 ετών, προέρχετο από διαλυμένη οικογένεια, με πολλές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετώπιζε ανέκαθεν σωρεία ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχολείου αρχικά και στην απαλλαγή του από μικρό μέρος της στρατιωτικής του θητείας αργότερα. Στην Πισσάς v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημερ. 14.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B114, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών που επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 3 κιλών και 909,2 γρ. κάνναβης, σε πρόσωπο νεαρής ηλικίας, ουσιοεξαρτώμενο, το οποίο είχε ιθύνοντα ρόλο στην όλη δράση. Στην υπόθεση αυτή απουσίαζε ο σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας της παραδοχής που υφίσταται στην παρούσα. Στην Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/19 (σχ. με 130/19), ο Εφεσειών στην Ποιν. Έφ. 127/19, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, άλλαξε απάντηση και παραδέχτηκε τις κατηγορίες της εισαγωγής 4 κιλών και 785,7 γρ. κάνναβης και της κατοχής της ίδιας ποσότητας. Ο Εφεσείων συμμετείχε στην εισαγωγή των ναρκωτικών στην Κύπρο αποστέλλοντας τα με εταιρεία ταχυμεταφορέα. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου, επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό και απολύθηκε από την εργασία του. Ποινή φυλάκισης 9 ετών που του επιβλήθηκε στην κατηγορία της εισαγωγής των ναρκωτικών, μειώθηκε στα 7 έτη, αφενός, καθότι λήφθηκαν υπόψη επιβαρυντικά γεγονότα τα οποία σχετίζοντο με τις κατηγορίες της συνομωσίας καθώς και της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, οι οποίες αναστάληκαν για τον εφεσείοντα, ενώ η επιβολή ποινής 10 ετών στον συγκατηγορούμενο του ο οποίος καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης (η έφεση του οποίου εναντίον της ποινής απορρίφθηκε) έδειχνε πως δεν λήφθηκε δεόντως υπόψη η παραδοχή του εφεσείοντος. Στη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/24, ημερ. 20.5.25 επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 7 ετών για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και της προμήθειας 4 κιλών και 963,8 γρ. κάνναβης, κατόπιν παραδοχής. Ο εφεσείων ήταν 20 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο και είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΔΑΝΑΗ» στο Τμήμα Φυλακών. Η έφεση του κατά της ποινής απορρίφθηκε. Κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η επιβολή όμοιας ποινής στον 36χρονο συγκατηγορούμενο του δεν παραβίαζε την αρχή της ισότητας. Ανεξαρτήτως όμως της αναντίλεκτης σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί.[8] Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου διαδραματίζουν μικρό ρόλο αφού υπερισχύει η ανάγκη για διαφύλαξη της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών με αποτέλεσμα την επιβολή τιμωρητικών, αποτρεπτικών ποινών.[9] Εντούτοις και παρόλο που το στοιχείο της εξατομίκευσης προσλαμβάνει δευτερεύοντα ρόλο, δεν χάνει εντελώς τη σημασία του,[10] χωρίς όμως να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[11] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[12] Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, λάβαμε υπόψη μας κάθε τι που αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. Λαμβάνουμε συναφώς υπόψιν την παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία ήταν άμεση και ακολούθησε την ομολογία του στην Αστυνομία στην οποία αποκάλυψε τον τρόπο δράσης του και τη συνεργασία του με αυτήν. Δεν μπορούμε βεβαίως να παραγνωρίσουμε εδώ, πως η ανεύρεση των ναρκωτικών υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες ανευρέθηκαν και παρατέθηκαν πιο πάνω, περιόρισαν τις επιλογές του.[13] Εντούτοις, η παραδοχή, όπως επισημάνθηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 424, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, αφενός, ως απτό στοιχείο μεταμέλειας και αφετέρου, επειδή περισώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και θα πρέπει να αμείβεται, και θα αμειφθεί εν προκειμένω, με την ανάλογη έκπτωση στην ποινή.[14] Όπως λέχθηκε στη Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραχώρηση έκπτωσης στην ποινή όταν οι αδικοπραγούντες παραδέχονται ενοχή, συνιστά «πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Λάβαμε συναφώς υπόψιν και την απολογία του Κατηγορούμενου όπως αυτή μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, τη συνειδητοποίηση του σφάλματος του και την πρόθεση του να μην το επαναλάβει στο μέλλον. Προσμετρούμε επίσης υπέρ του Κατηγορούμενου, και ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα, το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο του επιτρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο κάθε δυνατή επιείκεια.[15] Κατά τον χρόνο διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος ήτο εθισμένος στα ναρκωτικά αφού ξεκίνησε να προβαίνει σε χρήση κάνναβης από την ηλικία των 16 ετών, ηλικία από την οποία ξεκίνησε να καταναλώνει και αλκοόλ (έξη η οποία οδήγησε σε πρόκληση προβλημάτων στο συκώτι και στο πάγκρεας του). Μετά τη σύλληψη του αντιλήφθηκε πως η παραβατική του συμπεριφορά έχει τις ρίζες της σε αυτές τις εξαρτήσεις του και έλαβε την απόφαση να απαλλαγεί από αυτές, έχει δε πρόθεση να υποβάλει αίτημα για ένταξη σε πρόγραμμα απεξάρτησης είτε εντός των Φυλακών, είτε εκτός αυτών. Το γεγονός της πολυετούς εξάρτησης του Κατηγορούμενου από ναρκωτικές ουσίες και αλκοόλ, λαμβάνεται υπόψιν ως μετριαστικός παράγοντας προσμετρούμενος υπέρ του[16] όπως προσμετράται υπέρ του και η αναγνώριση πλέον από μέρους του της ανάγκης για απεξάρτηση η οποία, εάν επιτευχθεί, ενδεχομένως να εξαλείψει και την παραβατική του συμπεριφορά.[17] Πλην όμως κρίνουμε πως τα πιο πάνω δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν την απόφαση μας ως προς το είδος της ποινής, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για γενική πέραν από ειδική αποτροπή, λαμβάνοντας συναφώς υπόψη το γεγονός ότι υφίσταται και εντός των Φυλακών πρόγραμμα απεξάρτησης (το πρόγραμμα «Δανάη» στο οποίο γίνεται αναφορά από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου) στα πλαίσια του οποίου δύναται να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο η απαραίτητη ψυχολογική στήριξη καθώς και κάθε άλλη βοήθεια για απεξάρτηση. Πέραν της ουσιοεξάρτησης του Κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη και την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, απόρροια των οικονομικών και άλλων προβλημάτων της οικογένειας του και της ψυχοκοινωνικής πίεσης που αισθανόταν. Αν και, όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη οικονομικού ή άλλου κινήτρου δεν δικαιολογεί την καταφυγή στο έγκλημα,[18] εντούτοις αυτή η πηγαία και ανθρώπινη επιθυμία του Κατηγορούμενου για καλυτέρευση της κατάστασης των οικείων του, λαμβάνεται υπόψιν κατά την αποτίμηση της ποινής, «ως στοιχείο της συναισθηματικής κατάστασης και κατ΄ αναλογίαν της συναισθηματικής φόρτισης η οποία διασυνδέεται με εγκληματική δράση.».[19] Διαπιστώνουμε επίσης πως από την παρούσα απουσιάζουν περιστατικά που σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(α) του Νόμου 29/77 θα καθιστούσαν το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Περαιτέρω, έχουμε κατά νου το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου: Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο νεαρής ηλικίας, 32 ετών. Κατάγεται από την Αρμενία, με την οικογένεια του (η οποία αποτελείται από τους γονείς του και τη μεγαλύτερη αδερφή του) να μεταναστεύει στην Κύπρο το
  1. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α' Γυμνασίου την οποία επανέλαβε δύο φορές αλλά δεν ολοκλήρωσε, οπότε και εγκατέλειψε το σχολείο με αποτέλεσμα να έχει περιορισμένο μορφωτικό υπόβαθρο. Εργάστηκε για δύο χρόνια στα εστιατόρια McDonald's και για έξι χρόνια σε περίπτερο. Τα τελευταία 6 - 7 χρόνια είναι άνεργος και συντηρείται από τους γονείς του, με τους οποίους διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα για το οποίο καταβάλλεται μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
  2. Είναι άνθρωπος πράος και ευγενικός και ιδιαίτερα αγαπητός στον κοινωνικό του περίγυρο. Ο πατέρας του εργάζεται στις οικοδομές και η μητέρα και η αδερφή του στους φούρνους Ζορπάς. Η αδερφή του είναι διαζευγμένη και εργάζεται πολλές ώρες, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αναλαμβάνει τη φροντίδα της ανήλικης κόρης της η οποία είναι πολύ συνδεδεμένη με τον Κατηγορούμενο ο οποίος αποτελεί σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς της. Οι γονείς του Κατηγορούμενου έχουν χρέη στην Τράπεζα Κύπρου συνολικού ύψους περί των €16.
  3. Ο πατέρας του Κατηγορούμενου υποφέρει από χρόνια [ ] και τον Απρίλιο του 2025 ξεκίνησε να χάνει σωματικό βάρος με την απώλεια μέχρι σήμερα να φτάνει περίπου στα 15 κιλά και βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Η μητέρα του υποφέρει από [ ], παρακολουθείται από Ψυχίατρο από τον Νοέμβριο του 2023 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Λόγω της σύλληψης του Κατηγορούμενου η συμπτωματολογία επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα να αυξηθεί η χορηγούμενη αγωγή. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στις 13.6.25 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας λόγω έντονου κοιλιακού άλγους συνοδευόμενου από εμετούς και νοσηλεύθηκε μέχρι τις 17.6.
  4. Χωρίς, επαναλαμβάνουμε, οι δύσκολες προσωπικές περιστάσεις και τα προβλήματα που κάποιος αντιμετωπίζει να μπορούν να δικαιολογήσουν τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων που αφορούν εμπορία ναρκωτικών, αντικρίζουμε εντούτοις όλα τα πιο πάνω με τη δέουσα κατανόηση και λαμβάνουμε υπόψιν και τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και στην τετράχρονη ανιψιά του (την οποία ο Κατηγορούμενος φροντίζει και στηρίζει ενόσω η μητέρα της εργάζεται), την αδερφή και τους γονείς του (η σωματική και ψυχολογική υγεία των οποίων είναι εύθραυστη)[20] και είναι βέβαιο πως τυχόν εγκλεισμός του Κατηγορούμενου στη φυλακή θα επιφέρει αλλαγές στην καθημερινότητα της οικογένειας του και θα επιφορτίσει μέλη της με περισσότερες ευθύνες απ' όσες είχαν. Πλην όμως οι επιπτώσεις αυτές, καίτοι προσμετρούνται ως μετριαστικοί της ποινής παράγοντες και λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του εύρους της, δεν κρίνονται αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και έχοντας πάντα κατά νου την προσφάτως επαναληφθείσα από το Εφετείο αρχή ότι «σε σοβαρά αδικήματα για τα οποία η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας» (βλ. Soliman v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 234/23, ημερ. 27.6.24).[21] Ενώ και όσον αφορά τα προβλήματα υγείας του ίδιου του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε πως ο ευπαίδευτος συνήγορος του ρητά ανέφερε πως η τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου αυτή καθ' αυτή δεν θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του[22] ούτε και υποστηρίχθηκε πως δεν μπορεί να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο κάθε ιατρική φροντίδα που ήθελε κριθεί απαραίτητη για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων του σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή.[23] Συνεκτιμούμε επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κρατείται ως υπόδικος από τις 11.7.25 και ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του επιδεικνύει καλή διαγωγή, ευγένεια και άψογη συνεργασία με το προσωπικό των Φυλακών καθώς και με τους συγκρατούμενους του.[24] Έχουμε κατά νου όλα τα προεκτεθέντα και τα λαμβάνουμε υπόψιν όπως επίσης λαμβάνουμε υπόψιν και το ότι η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας, λόγω των καταλυτικών συνεπειών που αυτό ενέχει τόσο για τον ίδιο τον παραβάτη όσο και για την οικογένεια του. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, οι μετριαστικοί παράγοντες που συντρέχουν στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται. Σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, με τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του και οι οποίοι αναλύθηκαν πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μας τους σκοπούς του Νόμου. Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες αν και κρίθηκαν μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της ποινής φυλάκισης, το οποίο υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν μεγαλύτερο. Συνακόλουθα, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) Στη 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ½ ετών. (β) Καμία ποινή στην 3η κατηγορία, τα γεγονότα της οποίας περιλαμβάνονται στην 4η κατηγορία στην οποία επιβάλλεται ποινή. (γ) Στη 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ½ ετών. (δ) Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 μηνών. (ε) Στην 6η κατηγορία (στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως 5η κατηγορία), ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους, να μειωθούν όμως κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, συμφώνως του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι από 11.7.25. (Υπ.)........................................ Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/24, ημερ. 25.2.25. [2] Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. [3] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ.19.1.
  2. [4] Βλ. Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16 σχετ. με 145/16, ημερ. 21.2.
  3. [5] Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [6] Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. [7] Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B
  2. [8] Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245. [9] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11 και Καμπίσιο κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23 κ.α, ημερ. 13.6.24. [10] Βλ. μεταξύ άλλων Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221, Hamzad v. Republic
(1988)2 Α.Α.Δ. 201, Ioannou and another ν. Police
(1986)2 C.L.R. 149, Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 27/16 κ.α., ημερ. 19.7.16. [11] Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21. [12] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [13] Βλ. Inloo v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 441, Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 388. [14] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/15, ημερ. 11.7.16, Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 127/19 και 130/19, ημερ. 10.3.21. [15] Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40. [16] Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, (κατ' αναλογία) Κύρκος ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 211, (κατ' αναλογία) Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 773. [17] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ 21. [18] Βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. [19] Βλ. Soliman v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 234/23, ημερ. 27.6.
  2. [20] Μ.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448. [21] Βλ. επίσης Domotov κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [22] Βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144. [23] Βλ. Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77. [24] Βλ. Κιλινκαρίδης ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 277. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.