← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Β.Β. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16863/22, 30/1/2025

Δημοκρατία ν. Β.Β. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16863/22, 30/1/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 16863/22 Μεταξύ: Δημοκρατία v.

  1. Β.Β.
  2. Γ.Α. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Στ. Παπουή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Κορομίας Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη). ΠΟΙΝΗ Οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι σε μία κατηγορία έκαστος. Ο μεν πρώτος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην πρώτη κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(4)(α)
(7), 14, 19 και 34, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε, της οποίας οι λεπτομέρειες διαλαμβάνουν ότι: «Ο κατηγορούμενος, αρ. 1, την 20η Αυγούστου 2022 στο Παλιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, μέσω κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω σε παιδί το οποίο ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Κ.Π. (ημ. Γεν. 19/6/2010), δηλαδή την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα». Η δε δεύτερη κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στο αδίκημα της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που η δεύτερη κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη διαλαμβάνουν ότι: «Η κατηγορούμενη αρ. 2, μεταξύ των ημερομηνιών 20/8/2022 και 28/8/2022 στη Λευκωσία, ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 ήταν ένοχος του ποινικού αδικήματος που περιγράφεται στην 1η κατηγορία, του παρείχε βοήθεια με σκοπό να του παράσχει τη δυνατότητα να αποφύγει την τιμωρία, δηλαδή, τον ενημέρωσε ότι εναντίον του καταγγέλθηκε το αδίκημα που περιγράφεται στην 1η κατηγορία και τον προέτρεψε να αλλάξει χώρο διαμονής με σκοπό να μην εντοπίζεται από την αστυνομία». Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνουμε πως τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης, ημερομηνίας 02/12/2025, συνιστούν βεβαίως αναπόσπαστο μέρος και της παρούσας και δεν επαναλαμβάνονται. Παρόλα ταύτα πιο κάτω παραθέτουμε τις ουσιαστικές διαπιστώσεις, προς τον σκοπό διευκόλυνσης των όσων ακολουθούν. Όπως εκεί διαπιστώθηκε: «Βάσει όλων των ανωτέρω διαπιστώνουμε περαιτέρω ότι το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022 περί ώρα 03:00 και καθ' ον χρόνο η ανήλικη κοιμόταν ένιωσε άγγιγμα στην πλάτη και περαιτέρω άγγιγμα στο αιδοίο μέσα από το παντελονάκι και το εσώρουχο που φορούσε. Γύρισε και είδε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που την άγγιζε κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε, ο οποίος της είπε «να σιωπήσει». Εκείνη του ζήτησε να φύγει και αυτός έφυγε. Ακολούθως άκουσε εκ νέου θόρυβο και γύρισε και είδε τον κατηγορούμενο 1 να κατευθύνεται προς το μέρος της. Όταν ο κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε πως τον έβλεπε, της έγνεψε ότι πήγαινε για τσιγάρο όπως και έπραξε. Αφότου κάπνισε, επέστρεψε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί. .... Βάσει όλων των ανωτέρω δεχόμαστε ότι το πρωί της 20ης Αυγούστου 2022, μετά τις 03:00 το πρωί, η ανήλικη παραπονούμενη επιχείρησε να ξυπνήσει τη μητέρα της, εντούτοις η τελευταία δεν ξύπνησε. Ακολούθως κάλεσε viber και έστειλε μήνυμα στη Θ.Τ (Μ.Κ.4) με περιεχόμενο «call me back». Η ώρα 06:00 το πρωί της ίδιας ημέρας όταν η Θ.Τ. ξύπνησε, τηλεφώνησε στην ανήλικη, εντούτοις το τηλέφωνό της ήταν κλειστό. Κάλεσε τότε τη μητέρα της (κατηγορούμενη 2) και ζήτησε να μιλήσει με την ανήλικη παραπονούμενη. Μίλησε με την ανήλικη και η τελευταία της ανέφερε ότι καθ' ον χρόνο κοιμόταν ο Β.Β. την άγγιξε στο αιδοίο (το πουττί της) και συγκεκριμένα «έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχό της και την άγγιξε». Επίσης της ανέφερε ότι προσπάθησε να ξυπνήσει τη μητέρα της αλλά αυτή δεν ξυπνούσε. Καθ' ον χρόνο η ανήλικη μιλούσε στο τηλέφωνο με τη Θ.Τ, έκλαιγε και ήταν φοβισμένη. Η Θ.Τ (Μ.Κ.4) είπε στην ανήλικη να μην πει τίποτα μέχρι που θα πήγαινε η ίδια στο σπίτι. .... Βάσει όλων όσων πιο πάνω αναφέραμε αποτελεί διαπίστωσή μας ότι το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022, μετά την τηλεφωνική συνομιλία που είχαν η Θ.Τ. και η ανήλικη, η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) μετέβη στην οικία και εκεί άρχισε να φωνάζει στον κατηγορούμενο
  2. Κατά τον ίδιο χρόνο παρούσα ήταν και η κατηγορούμενη 2 και η Θ.Τ. ανέφερε τι έγινε και ακολούθως ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να φύγει από την οικία και επίσης του είπε ότι θα τιμωρηθεί για αυτό που έκανε στην ανήλικη. Παρών ήταν και ο υιός της Θ.Τ., μικρός Χ, ο οποίος στο άκουσμα των όσων η μητέρα του (Θ.Τ.) ανέφερε, αντέδρασε σε βάρος του κατηγορούμενου
  3. Κατόπιν των όσων η Θ.Τ. τους είπε, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε· «εγώ δεν έκανα τίποτα και εγώ απλά μπορεί να ήμουν μεθυσμένος ή μπορεί να μην είχα καταλάβει τι έγινε». Λόγω πληροφόρησης που η Θ.Τ. έλαβε από τον M. όταν πήγε στην οικία, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να φύγουν από τις 05:00, ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 «γιατί τότε θέλετε να φύγετε, αφού δεν έκανες τίποτε» και εκείνος απάντησε «απλά θέλαμε να φύγουμε, να πάμε να μείνουμε αλλού». Κατόπιν τούτης της στιχομυθίας η κατηγορουμένη 2 παρενέβη και ανέφερε· «..να ζητήσει συγγνώμη από την κόρη και να μείνει γιατί δεν έχουν πού να παν». Η Θ.Τ. απέρριψε την εισήγηση της αδελφής της (κατηγορούμενη 2) και η τελευταία θύμωσε και είπε ότι πρέπει η ανήλικη να ζητήσει συγνώμη από τον κατηγορούμενο
  4. Η Θ.Τ. αρνήθηκε εκ νέου και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 μάζεψε τα πράγματά του και η Θ.Τ. τον μετέφερε στην Περιστερώνα στο σπίτι ενός προσώπου που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος
  5. .... Αποδεχόμενοι και αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της ανήλικης παραπονούμενης, διαπιστώνουμε ότι την επαύριο του επίδικου συμβάντος (21/08/2022) και καθ' ον χρόνο η ανήλικη βρισκόταν στο πάρκο, εκεί είδε τον κατηγορούμενο 1 να συνομιλεί με τη μητέρα της και όταν τη ρώτησε (η ανήλικη τη μητέρα) «τι κάμνει τούτος δαμέ», η κατηγορούμενη 2 της απάντησε «ήρτε να με δει». Είχαν εκεί τη στιχομυθία που η ανήλικη ανέφερε (τεκμήριο 8, σελ. 5, γρ. 219-221), ενώ αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας, όταν η ανήλικη και η κατηγορούμενη 2 επέστρεψαν στην οικία τους, η κατηγορούμενη 2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1, στην παρουσία της ανήλικης και του είπε «να φύουν που τζιαμέ γιατί η Θ.Τ. επήε τζιαι εμίλησε της αστυνομίας». Περαιτέρω διαπίστωσή μας είναι ότι η ανωτέρω τηλεφωνική ενημέρωση που έτυχε ο κατηγορούμενος 1 από την κατηγορουμένη 2 είναι και ο λόγος που ο κατηγορούμενος 1 έφυγε από την Περιστερώνα και μετέβη στην Κοκκινοτριμιθιά, όπου και εντοπίστηκε και ακολούθως συνελήφθη την 26/08/2022». Στο πλαίσιο μετριασμού της ποινής και οι δύο συνήγοροι αναγνώρισαν τη σοβαρότητα του αδικήματος που έκαστος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος. Πέραν τούτου, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον κατηγορούμενο 1 εστίασε την προσοχή του στα γεγονότα διάπραξης του αδικήματος σημειώνοντας τα ακόλουθα· επρόκειτο, ανέφερε, για ένα μικρό άγγιγμα, δεν υπήρχε βία, απειλή, εξαναγκασμός και προπαντός συνέχιση ή επανάληψη. Περιπλέον, αναγνωρίζοντας, έστω εμμέσως, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις προκαλείται ψυχολογική βλάβη, υπέδειξε πως στην προκειμένη περίπτωση η ένταση του αδικήματος σε συνδυασμό με την όλη εικόνα του παιδιού ενώπιον του Δικαστηρίου, δεικνύει ότι δεν προκλήθηκε μόνιμη ψυχολογική βλάβη. Έμφαση απέδωσε ακόμη και στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 1, καθώς και στο γεγονός πως για όσο χρόνο διαρκούσε η εκδίκαση της υπόθεσης, μία περίοδος περί των τεσσάρων ετών, ο κατηγορούμενος 1 δεν προέβη στη διάπραξη άλλου αδικήματος. Υιοθέτησε περαιτέρω το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, όπου εμφαίνονται οι οικογενειακές και προσωπικές του κατηγορουμένου 1 περιστάσεις. Εντέλει, ο συνήγορος εξέφρασε τη μεταμέλεια τούτου δηλώνοντας ότι «είναι ένοχος και σέβεται την απόφαση του Δικαστηρίου και θα αναλάβει την ευθύνη την οποία του αναλογεί, όποια κι αν είναι η ποινή του Δικαστηρίου». Από την άλλη και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την κατηγορούμενη 2 αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος, κυρίως εκείνου της πρώτης κατηγορίας στην οποία ένοχος κρίθηκε ο κατηγορούμενος
  6. Ειρήσθω εν παρόδω σημειώνουμε ότι δικαίως ο συνήγορος αντιμετώπισε την όλη υπόθεση τοιουτοτρόπως, εφόσον η κατηγορία της κατηγορουμένης 2, εν προκειμένω συνεργεία μετά τη διάπραξη κακουργήματος, είναι το κακούργημα της πρώτης κατηγορίας που έχει ως σημείο αναφοράς και περιπλέον, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι αυτό το αδίκημα που την ήθελαν να γνωρίζει ότι διαπράχθηκε όταν στη συνέχεια συνέδραμε στην αποφυγή σύλληψης του δράστη. Και ο κύριος Κυριακίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της εκθέσεως του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε για την κατηγορούμενη
  7. Στάθηκε συναφώς στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2, τα οποία πιο κάτω σχολιάζουμε εν εκτάσει. Εντέλει, δήλωσε πως η κατηγορούμενη 2 μετάνιωσε για την πράξη της και ότι επιθυμία της είναι να επανενωθεί εκ νέου με το παιδί της, δηλαδή την παραπονούμενη. Τώρα, τα αδικήματα για τα οποία οι δύο κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι σαφώς σοβαρά, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη βασική νομολογιακή αρχή που θέλει την ανώτατη στον νόμο προβλεπόμενη ποινή να συνιστά σταθερό σημείο αναφοράς τέτοιας σοβαρότητας και συνακόλουθα την αφετηρία της ποινολογικής αντιμετώπισης κάθε αδικοπραγούντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γενεθλίου
(2016)2 Α.Α.Δ. 207 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Στην προκειμένη περίπτωση η ανώτατη ποινή του αδικήματος που ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, επισύρει κατά ανώτατο όριο την ποινή της δια βίου φυλάκισης ( κατηγορία 1). Σοβαρή όμως είναι και η ποινή που επισύρει το αδίκημα για το οποίο η κατηγορούμενη 2 κρίθηκε ένοχη, δηλαδή αυτό της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 2), άρθρα 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο σε 3 έτη ποινή φυλάκισης. Και παρότι η ποινή του εν λόγω αδικήματος είναι κατά πολύ μικρότερη, συγκριτικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, δεν παραγνωρίζεται εντούτοις το γεγονός πως στην προκειμένη περίπτωση είναι με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που συσχετίζεται η συνέργεια, εφόσον σε αυτό ήταν που η κατηγορούμενη 2 συνέδραμε τον κατηγορούμενο 1 ώστε να αποφύγει τη σύλληψη. Συνακόλουθα, τα αισθήματα αποστροφής και οργής που νομολογιακώς αναγνωρίζονται και αποδίδονται σε κάθε δράστη αδικήματος σεξουαλικής υφής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.178/2017, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457), επεκτείνονται και επικαλύπτουν και τους συνεργούς τούτων, όπως είναι εδώ η περίπτωση της κατηγορούμενης 2. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος αυξημένη είναι και η σοβαρότητα του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Εκ των ανωτέρω καταφαίνεται η βούληση του νομοθέτη να κατατάξει το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας στα σοβαρότερα του ποινικού χάρτη της χώρας μας, καθώς και η υπό τις περιστάσεις αυξημένη σοβαρότητα του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Πέραν των πιο πάνω, τη δική του σημασία έχει στον καθορισμό της ποινής και το στοιχείο της έξαρσης στη διάπραξη ενός αδικήματος, εφόσον αναγνωρισμένο είναι ότι όπου παρατηρείται τέτοια επιβάλλεται πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Πισκόπου Aνδρέας Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Και στην προκειμένη περίπτωση θλιβερή όσο και αν είναι η διαπίστωση, δυστυχώς αναγνωρισμένο και καθημερινώς επιβεβαιωμένο είναι ότι τα αδικήματα σεξουαλικής φύσης, ιδιαίτερα αφορώντα κακοποίηση ανηλίκων, τελούν σε έξαρση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κ.Π., Π.Ε. 74/2025, ημερ. 08/12/2025). Από την άλλη, σοβαρό όσο και αν είναι ένα αδίκημα, η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Δ.Δ 211), χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι σε αδικήματα σεξουαλικής υφής οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις είναι «δευτερεύουσας σημασίας» (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 71/2020, ημερ. 28/01/2021, ECLI:CY:AD:2021:B23). Και είναι με γνώμονα τα ανωτέρω που στρέψαμε την προσοχή μας σε όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο κατηγορουμένων έθεσαν στο Δικαστήριο, ως στοιχεία που οφείλει να πιστώσει στο πρόσωπο ενός εκάστου κατά την εξατομίκευση της ποινής. Και για τους δύο κατηγορούμενους σημειώνεται ότι είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου και αυτό σε συσχετισμό πάντα με την ηλικία ενός εκάστου. Εν προκειμένω ο μεν κατηγορούμενος 1 είναι 37 ετών, η δε κατηγορούμενη 2 είναι 41 ετών, δηλαδή η ηλικία και των δύο είναι πέραν του ορίου που είναι η νομολογία αναγνωρίζει ως νεαρό πρόσωπο και εξ αυτού αποκαλύπτεται το μέγεθος του πρότερου έντιμου βίου και των δύο και είναι αυτό το στοιχείο που τους πιστώνεται μετριαστικά (βλ. Ψωμά ν. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Βασιζόμενος σε αυτόν τον πρότερο ακηλίδωτο και έντιμο βίο του κατηγορούμενου 1, ο κύριος Κορομίας υπέδειξε περαιτέρω πως για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση σε βάρος του και είναι τούτο ένα διάστημα περίπου τεσσάρων ετών, ο τελευταίος δεν υπέδειξε εγκληματική συμπεριφορά και εξ' αυτού καταφαίνεται περαιτέρω το μεμονωμένο της διάπραξης του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος και τονίζεται η σημασία του λευκού ποινικού μητρώου τούτου. Είναι πράγματι γεγονός ότι σε παλαιές υποθέσεις, καλούμενες historic ή cold cases, η νομολογία θέλει να συναποτιμάται κατά την επιμέτρηση της ποινής αριθμός πρόσθετων παραμέτρων, ως τούτες τέθηκαν στην υπόθεση R. v. H.
(2011)EWCA
  1. Μεταξύ άλλων υπόψη λαμβάνεται και ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος σε συσχετισμό με την απουσία διάπραξης νέου αδικήματος. Κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος των τεσσάρων, περίπου, ετών που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος, περίοδος ουδόλως ευκαταφρόνητη, σε συσχετισμό με την αναμφισβήτητη θέση του συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν περιέπεσε στη διάπραξη νέου αδικήματος και πολύ περισσότερο ομοειδούς, δεν μπορεί παρά να του πιστωθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής. Άλλο ένα στοιχείο το οποίο πιστώνεται και στους δύο κατηγορούμενους είναι η μεταμέλεια που εξέφρασαν μέσω των συνηγόρων τους, παρότι όψιμη, δηλαδή μετά την καταδικαστική απόφαση. Εντούτοις για αυτό το ζήτημα σκόπιμο κρίνουμε να παραπέμψουμε στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.178/2017, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, δηλαδή ότι: «Η παραδοχή ακριβώς υποδηλώνει την αντίληψη του δράστη για το κακό που διέπραξε. Σε περιπτώσεις δε όπως η παρούσα έχει ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ένα παιδί στην τραυματική εμπειρία της δίκης, όσο προσεκτική και αν είναι η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Τότε είναι που θα μπορούσε ο εφεσείοντας με ψυχική και συνειδησιακή ταπείνωση έναντι του παιδιού, του οποίου την προσωπικότητα εξευτέλισε και τραυμάτισε ενεργώντας συστηματικά σε μια μακρά περίοδο χρόνου, να επικαλεστεί έμπρακτη μεταμέλεια και μειωμένη ανάγκη για ειδική αποτροπή». Δεν μειώνουμε το γεγονός και ούτε παραγνωρίζουμε πως εδώ η παραδοχή έπεται της καταδικαστικής απόφασης και μάλιστα αφότου προηγήθηκε η μαρτυρία της παραπονούμενης με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που η νομολογία αναγνωρίζει, εν προκειμένω την αναβίωση των περιστατικών του θλιβερού συμβάντος, ζήτημα που εκ της λογικής συμπεραίνεται πως η μνήμη επιχειρεί και επιζητεί να ξεχάσει, ώστε να απαλλαγεί του βάρους και να προχωρήσει. Είναι υπό αυτή τη θεώρηση πραγμάτων που αποτιμούμε την όψιμη τούτη μεταμέλεια των δύο κατηγορουμένων, σημειώνοντας εντούτοις τη σχετική δήλωση στην οποία προέβησαν μέσω των συνηγόρων τους, εφόσον έστω και κατ' αυτόν τον τρόπο και χρόνο, δικαιώνεται ηθικά η παραπονούμενη σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε και περιπλέον, οι δύο κατηγορούμενοι παρουσιάζονται μετανοημένοι, έκαστος για τη δική του έκνομη ενέργεια. Συνεπώς, τη δική της σημασία έχει, αν και πολύ περιορισμένη συγκριτικά με εκείνη που θα είχε αν διενεργείτο πριν την ακρόαση, η εδώ μεταμέλεια των κατηγορουμένων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον κατηγορούμενο 1 σημείωσε περαιτέρω πως η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από άλλες αντίστοιχες υποθέσεις, εφόσον εδώ δεν υπήρξε βία, απειλή, εξαναγκασμός και προπαντός συνέχιση ή επανάληψη της πράξης. Συμφωνούμε επί του προκειμένου με την υπεράσπιση και συγκεκριμένα ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις που ο συνήγορος ανέφερε. Εκ των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου προκύπτει πως το άγγιγμα έλαβε χώρα μία μόνο φορά και μάλιστα ευθύς μόλις η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να φύγει, αυτός συμμορφώθηκε. Περαιτέρω, ευρισκόμενοι σε αυτήν ακριβώς την ενότητα των λόγων που ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1 επικαλέστηκε, προσθέτουμε περαιτέρω πως ούτε και οι επιβαρυντικοί παράγοντες του άρθρου 19 του Ν. 91(Ι)/2014 εντοπίζονται, πλην του εδαφίου (γ), στην έκταση που αφορά «πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα» και ως είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση, αυτή ήταν η περίπτωση του κατηγορούμενου
  2. Πέραν των όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί, σκόπιμο κρίνουμε να παραπέμψουμε και στα όσα σημειώθηκαν στην υπόθεση Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέγραψε μέρος της περιπτωσιολογίας που δυνατό να εκληφθεί ως επιβαρυντική. Λέχθηκε εκεί ότι: «Στις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, είναι επιβαρυντικό στοιχείο η επίδειξη του ανδρικού γεννητικού οργάνου του δράστη και η υπό διέγερση χρησιμοποίηση του προσεγγίζοντας το ή, χειρότερα, αγγίζοντας το στο σώμα του παιδιού. Όπως δηλαδή έκαμε ο Εφεσείων προσπαθώντας στη μια περίπτωση να επιτύχει τη διείσδυση του στον πρωκτό της παραπονούμενης προκαλώντας της πόνο και αφού με βία την είχε ακινητοποιήσει και γυμνώσει και σε άλλη περίπτωση σπρώχνοντας το πρόσωπο της προς αυτό. Η χρήση βίας κατά τη διάπραξη του αδικήματος είναι παράγοντας επιβαρυντικός όπως και η απειλή χρήσης βίας προς το σκοπό συγκάλυψης του εγκλήματος. Ο Εφεσείοντας είχε χρησιμοποιήσει σωματική βία στη προσπάθεια του να ικανοποιήσει τη διαστροφή του και στη συνέχεια με απειλές προκάλεσε ψυχολογική πίεση στην παραπονούμενη για να επιτύχει τη συγκάλυψη του αποτρόπαιου εγκλήματος του. Επίσης επιβαρυντικό στοιχείο ήταν στην προκειμένη περίπτωση, κατά κύριο λόγο, το πολύ νεαρό της παραπονούμενης, αλλά και σε συνδυασμό με την ηλικία του Εφεσείοντα που ήταν τότε 38 χρόνων. Η πολύ μικρή ηλικία του θύματος προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία ώστε θα πρέπει αυτό να αντανακλάται και στο ύψος της ποινής (Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.184/2015, ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, ECLI:CY:AD:2018:B72)». Επί της ουσίας του πράγματος δεν μπορεί να μην υποδειχθεί πως ούτως ή άλλως κάθε σεξουαλική πράξη με παιδί και δη ηλικίας κάτω των 13 ετών, δεν είναι απλώς εκ του νόμου ανεπίτρεπτη, είναι σαφώς τοποθετημένη έξω από τα πλαίσια της λογικής και βεβαίως ηθικά κατάπτυστη και ειδεχθής. Εντούτοις η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει βαθμίδες αναλόγως των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνεται η μεγάλη διαφορά ηλικίας θύματος και θύτη (κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν 12 ετών και δύο μηνών και ο κατηγορούμενος 1 ήταν 34 ετών) και βεβαίως ότι η σεξουαλική πράξη συνίστατο σε άγγιγμα στο αιδοίο και μάλιστα κάτω από το εσώρουχο. Αυτά τα στοιχεία είναι όσα οριοθετούν την έκνομη ενέργεια του κατηγορουμένου 1 και διαγράφουν τη σοβαρότητα αυτής, κατατάσσοντας την όχι στις πλέον σοβαρές, αλλά ούτε και σε απλή θωπεία, ως ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 άφησε να νοηθεί. Πέραν των ανωτέρω ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 υποστήριξε ότι η ένταση του αδικήματος δεν προκάλεσε και δεν είχε την ικανότητα να προκαλέσει μόνιμη ψυχολογική βλάβη στην παραπονούμενη. Επί του προκειμένου υποδεικνύουμε πως εκ των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση δεν προκύπτει ψυχολογική βλάβη της παραπονουμένης στην έκταση που ο συνήγορος υποστήριξε, εν προκειμένω μακροχρόνια ψυχολογική βλάβη. Είναι αυτό γεγονός που σημειώνεται και συναποτιμήθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Παρόλα ταύτα, δεν μπορεί να μην υποδειχθεί πως η λογική θέλει και σε κάθε περίπτωση η νομολογία αναγνωρίζει, πως κάποιου βαθμού ψυχολογικές επιπτώσεις στο θύμα είναι αναπόφευκτες, ως εγγενές κατάλοιπο της φύσης τέτοιων αδικημάτων (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 228/2018, ημερ. 16/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102). Είναι κατ' αυτόν τον τρόπο που αποτιμήθηκε και εδώ ο ψυχολογικός τραυματισμός της παραπονουμένης, δηλαδή ως λογικό συνεπακόλουθο της κακοποιητικής πράξης του κατηγορουμένου 1, χωρίς όμως να έχει προκαλέσει ψυχολογικά τραύματα της έντασης που ο συνήγορος υπέδειξε. Εις επίμετρον, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη η άλλη θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 και συγκεκριμένα ότι η παραπονούμενη ζούσε σε προβληματικό περιβάλλον και πως με την καταγγελία ενεργοποιήθηκαν οι υπηρεσίες και τοποθετήθηκε σε ανάδοχη οικογένεια και ότι πλέον βρίσκεται «σε σταθερό περιβάλλον, φοιτά σε σχολείο και φαίνεται τουλάχιστον βελτιωμένη ως άτομο». Σημειώνουμε συναφώς αυτό που αναφέρθηκε και στην καταδικαστική απόφαση, δηλαδή ότι το πέρασμα του χρόνου μεταξύ οπτικογραφημένης κατάθεσης και ενόρκου μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία, απεκάλυψε την πρόοδο της ανήλικης παραπονούμενης τόσο εκφραστικά όσο και εμφανισιακά. Παρόλα ταύτα, δεν μπορούμε ούτε κατ' ελάχιστο να δεχθούμε την έμμεση, πλην όμως δεδομένη, εισήγηση της υπεράσπισης, ότι η κακοποιητική αυτή πράξη, και επαναλαμβάνουμε εκ του νόμου ανεπίτρεπτη και εκ της λογικής αδιανόητη, είναι αυτή που συνέδραμε ώστε η ανήλικη να φύγει από το προβληματικό περιβάλλον που διαβίωνε και να βρεθεί σε ανάδοχη οικογένεια και να κατακτήσει την πρόοδο που προαναφέραμε. Ασφαλώς η κακοποιητική πράξη ήταν αυτή που την έθεσε εκτός της οικογένειάς της, ως λεπτομερώς καταγράφηκε στην καταδικαστική απόφαση, εντούτοις η βάναυση καταρράκωση της αξιοπρέπειας του θύματος και μάλιστα ενός παιδιού τέτοιας τρυφερής ηλικίας, συνεπεία της ειδεχθούς πράξης, είναι οξύμωρο να υιοθετηθεί ως στοιχείο που ευεργέτησε το θύμα. Αν αυτή είναι η εισήγηση της υπεράσπισης, και πιστεύουμε ότι ορθά αντιλαμβανόμαστε τα όσα υποστηρίχθηκαν, δεν έχουμε παρά να δηλώσουμε την κάθετη διαφωνία μας, λέγοντας πως τέτοια εισήγηση έχει σαθρό υπόβαθρο και αντινομικό πλαίσιο. Επ' ουδενί μπορεί τέτοια κακοποιητική συμπεριφορά, άκρως ειδεχθής, καθόλα αντικοινωνική και σαφώς κατάπτυστη, να εκληφθεί ότι ευεργέτησε το θύμα, επειδή έλαχε σήμερα να παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα. Εντέλει, ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 υποστήριξε ότι μετά την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης και καθ' ον χρόνο εκκρεμούσε τούτη, επαναλαμβάνουμε περίοδος περίπου τεσσάρων ετών, ο κατηγορούμενος 1 υπέστη κοινωνικό αποκλεισμό και είναι τούτο κάποιας μορφής εξωδικαστηριακή τιμωρία την οποία οφείλει το Δικαστήριο να συναποτιμήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σημειώνουμε εν πρώτοις πως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 δεν πρόσφερε περαιτέρω εξηγήσεις και σίγουρα τα όσα μας αναφέρθηκαν, εν προκειμένω κοινωνικός αποκλεισμός, δεν συνιστούν δημόσιο διασυρμό εν τη εννοία των όσων συνεκτιμήθηκαν στην υπόθεση Αστυνομία ν. Α. Α., Π.Ε. 4/2021, ημερ. 01/07/
  3. Από την άλλη, ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν είναι παρά έμφυτη αντίδραση του κάθε στοιχειωδώς ορθά σκεπτόμενου ανθρώπου στο άκουσμα τέτοιων ειδεχθών και βδελυρών πράξεων. Η φυσιολογική και εγγενής αντίδραση του κοινωνικού συνόλου, μεταφραζόμενη σε αποστροφή του θύτη, άνευ όμως δημόσιου διασυρμού και εν προκειμένω δεν υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο, δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα που δικαιούται ο κατηγορούμενος να πιστωθεί. Άλλωστε, στη Γ.Α. ανωτέρω, μνημονεύθηκε η κοινωνική απαξία που ενέχουν αδικήματα αυτής της φύσης και είναι αυτό πρόσθετο στοιχείο που δικαιολογεί ότι τα επ' αυτού αναφερόμενα από την υπεράσπιση, δεν συνιστούν μετριαστικό παράγοντα. Σε ό,τι πλέον αφορά ειδικά την κατηγορουμένη 2, ιδιαίτερη έμφαση αποδίδουμε στα σοβαρά προβλήματα υγείας, και κυρίως ψυχικής υγείας, που αντιμετωπίζει, ως τούτα παρατίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, της οποίας το περιεχόμενο υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό της. Συγκεκριμένα αναφέρεται εκεί ότι: «Η ίδια παρουσιάζει πολλά προβλήματα υγείας και συντηρείτο πάντοτε από μηνιαίο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας. Συγκεκριμένα έχει ψυχωτική σημειολογία, ακουστική ψευδαίσθηση, αμβλύτητα συναισθήματος, αγχώδη σωματομετατρεπτική σημειολογία και κακή λειτουργικότητα. Έχει βιώσει τραυματικές εμπειρίες και καταστάσεις κατά την παιδική της ηλικία γεγονότα που έχουν σημαδέψει τη ζωή της. Η ευρύτερη οικογένεια αλλά και η πατρική της επιβλεπόταν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας λόγω σοβαρών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων που κατά καιρούς προέκυπταν είτε λόγω ανεργίας είτε λόγω προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας. Επίσης παρουσιάζει φτωχές κοινωνικές δεξιότητες κακές προσωπικές σχέσεις ενώ κάποια μέλη της οικογένειας παρουσιάζουν παραπτωματική συμπεριφορά». Αναγνωρισμένο είναι πως τα προβλήματα υγείας και ιδιαίτερα τα προβλήματα ψυχικής υγείας ενός κατηγορουμένου, συνιστούν παράμετρο που συναποτιμάται στην επιμέτρηση της ποινής. Σειρά αποφάσεων της νομολογίας φανερώνει ότι η ψυχική υγεία του κατηγορούμενου συνεκτιμάται και αναλόγως της περιπτώσεως επηρεάζει το ύψος, ενίοτε και το είδος της επιβαλλόμενης ποινής (βλ. Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Π.Ε.137/17 ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197 και Τράντα v. Αστυνομίας, Π.Ε. 8/16 ημερ.14.11.16). Τα ανωτέρω ψυχικά προβλήματα της κατηγορουμένης 2 αποκαλύπτουν τη σοβαρότητα της κατάστασής της και ιδιαίτερα η ψυχωτική σημειολογία, η κακή λειτουργικότητα και οι φτωχές κοινωνικές δεξιότητες αν και δεν αναιρούν την από μέρους της διάπραξη του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, επεξηγούν εντούτοις την αντίληψη και το νοητικό της επίπεδο, αποκαλύπτοντας τοιουτοτρόπως, μετριαστικά πάντα, το επίπεδο αντίληψης που έχει για τα πράγματα και τον βαθμό δυσκολίας αποτελεσματικής κατανόησης. Και είναι αυτή ακριβώς η πτυχή των ψυχικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, η οποία αποτιμήθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω στρέφουμε την προσοχή μας σε αριθμό προηγούμενων υποθέσεων ανάλογης φύσης, χωρίς όμως να διαλανθάνει την προσοχή μας ότι ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης (βλ. Walid Al Moustafa v. Δημοκρατίας, Π.E. 98/2021, ημερ. 03/02/2023). Στην υπόθεση Α.D. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.177/2021, ημερ. 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96 ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 20 κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)
(7)του Ν.92(Ι)/2014 σε σχέση με δύο ανήλικες, καθώς και 12 κατηγορίες κοινής επίθεσης σε βάρος τρίτης ανήλικης. Κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν ο συμβίος της μητέρας των ανήλικων κοριτσιών και υπείχε θέση πατέρα και τα αδικήματα διαπράχθηκαν στην οικία που διέμεναν. Η σεξουαλική κακοποίηση σε όλες τις περιπτώσεις συνίστατο σε χάιδεμα στο στήθος και στα οπίσθια. Η ποινή φυλάκισης 5 ετών που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως κρίθηκε αρμόζουσα. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Πατούρη, Π.Ε. 51/2020, ημερ. 03/12/2020, ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, βάσει του άρθρου 6
(4)(α), οι οποίες αφορούσαν δύο διαφορετικά, πλην όμως παρόμοια περιστατικά σε δύο διαδοχικές ημερομηνίες. Στη μια περίπτωση ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν σύντροφος της μητέρας της παραπονούμενης και ηλικίας περίπου 50 ετών, τράβηξε τη φανέλα που φορούσε η παραπονούμενη, ηλικίας 13½ ετών και την έπιασε από το στήθος, σφίγγοντας την ταυτόχρονα. Το ίδιο περιστατικό συνέβηκε και την επόμενη ημέρα, μόνο που τη δεύτερη φορά ο εφεσίβλητος «έγλειψε» την παραπονούμενη στο στήθος και τη φίλησε στο στόμα. Πρωτοδίκως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, η οποία κατ' έφεση αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Π.Ε. 69/2017, ημερ. 05/12/2017, ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε δύο κατηγορίες, η μία για το αδίκημα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού βάσει του άρθρου 6
(3)
(7)και η άλλη για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης αφορούσαν ένα περιστατικό όπου ο εφεσίβλητος, φιλικό πρόσωπο της οικογένειας της παραπονούμενης, ηλικίας 36 ετών, έβαλε το χέρι του μέσα από το φόρεμα της ανήλικης, ηλικίας 6½ ετών και κάτω από το εσώρουχο της και «έτριψε τα γεννητικά της όργανα». Η ποινή των 18 μηνών που πρωτοδίκως είχε επιβληθεί ανατράπηκε κατ' έφεση και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 3 ετών και το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι «αν εξέλειπε ο παράγων της παραδοχής που στα σεξουαλικά αδικήματα, ιδιαίτερα εναντίον μικρών παιδιών, είναι ιδιαζόντως σημαντικός και τα προσωπικά προβλήματα του εφεσίβλητου, η ποινή θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη». Επίσης, στην υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.184/2015, ημερ. 13/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε τρεις κατηγορίες, μία για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης (άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) και δύο κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)και 6
(4)(β) του Ν.91(Ι)/2014. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου «Με βάση την απόφαση του Κακουργιοδικείου ο εφεσείων και η ανήλικη στις 8.3.2015 και περί ώρα 19.20 «στέκονταν σε σημείο της πολυκατοικίας και προέβαιναν στις πιο κάτω πράξεις: Φιλιούνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο κατηγορούμενος έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της ανήλικης». Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης τριών ετών στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης και επτά ετών στην κατηγορία που εδραζόταν στο άρθρο 6
(4)(β). Στην κατηγορία του άρθρου 6
(3)δεν επιβλήθηκε ποινή. Η ποινή των τριών ετών στην κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κρίθηκε αρμόζουσα, εντούτοις η ποινή των επτά ετών στην κατηγορία του άρθρου 6
(4)(β) μειώθηκε στα πέντε έτη. Μνημονεύοντας τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και αναδεικνύοντας και τη διαφορά ηλικίας δράστη και θύματος (ο κατηγορούμενος ήταν 63 ετών και το θύμα 13), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε και τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν.έφ. 69/16, 23.3.2017 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα Δικαστήρια, στο δύσκολο έργο της επιβολής ποινής, είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατευθεί, δηλαδή, τα παιδιά. Το θύμα στην προκείμενη περίπτωση, ούσα 13 χρόνων, ήταν στην προστατευόμενη εκείνη ηλικία που ακριβώς καθιστά το αδίκημα σοβαρό γι' αυτό και η προνοούμενη υπό του Νόμου ποινή είναι 20 χρόνια φυλάκιση. Επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσείοντα να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες. (Βλ. Σύγγραμμα Rook & Ward On Sexual Offences, Law and Practice, 4th ed. p.205 κ.επ. και στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, p.340 κ.επ. όπου καταγράφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν παρόμοια αδικήματα με τα επίδικα στην αγγλική νομοθεσία και καταγράφονται οι δείκτες και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να λειτουργεί κατά την επιβολή τέτοιων ποινών - βλ. ειδικά s.9 του Sexual Offences Act 2003)». Στην προκείμενη περίπτωση επιβαρυντικοί παράγοντες είναι αυτά που λέχθησαν ήδη, ιδιαίτερα το γεγονός της ηλικίας του εφεσείοντα σε σχέση με την ηλικία του θύματος. Ακριβώς η ακραία διαφορά ηλικίας, 63 του θύτη και 13 του θύματος, προσδίδει στο αδίκημα τέτοιαν απαξία ώστε θα πρέπει αυτό να αντανακλάται και στο ύψος της ποινής. Επιβαρυντικά στοιχεία θεωρούνται επίσης ο απόμερος και σκοτεινός τόπος που συντέλεστηκε το αδίκημα, καθώς και οι λοιπές του συνθήκες, όπως ο εξ αντικειμένου αντίκτυπος της πράξης στο συγκεκριμένο θύμα. Εντέλει, στην υπόθεση A.R.R. ν. Αστυνομίας, Π.Ε.20/2022, ημερ. 30/04/2024, κατόπιν μερικής επιτυχίας της έφεσης σχετικά με την καταδίκη, το Εφετείο κλήθηκε να εξετάσει το ύψος της ποινής που πρωτοδίκως επιβλήθηκε στις κατηγορίες 1 και 2, δηλαδή αυτές που αφορούσαν τη μία εκ των δύο ανήλικων παραπονούμενων (Ι.Κ.) και εδράζοντο στο άρθρο 6
(4)(α) η μία και στο αδίκημα της κοινής επίθεσης η άλλη. Πρωτοδίκως επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3.5 ετών και 18 μηνών αντίστοιχα. Η ποινή των 3.5 ετών μειώθηκε στα 3 έτη λόγω σφάλματος αρχής, εν προκειμένω συναποτιμήθηκε ως επιβαρυντικός παράγοντας η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, για την οποία το Εφετείο ανέφερε ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και συνεπώς δεν αποτιμάται εκ δευτέρου. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων το θύμα ήταν ηλικίας 14 ετών, η δε σεξουαλική κακοποίηση συνίστατο σε ένα περιστατικό το οποίο, σύμφωνα πάντα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου «Ο Εφεσείων εισήλθε αργά το βράδυ περί τις 11μ.μ., στο δωμάτιο της ανήλικης φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως ο Εφεσείων της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε ο Εφεσείων έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντάς της να μην αποκαλύψει τι έγινε». Εν κατακλείδι, αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας σχετική είναι και η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κ.Π., Π.Ε.74/2025, ημερ. 08/12/
  1. Στην ανωτέρω υπόθεση ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε δύο κατηγορίες, η πρώτη δυνάμει του Ν.91(Ι)/2014 και η άλλη εκείνη της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Κατόπιν παραδοχής του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες και σε γεγονότα που παρέπεμπαν στο έτος 2020 και συγκεκριμένα ότι επισκέφθηκε για σκοπούς εργασίας την οικία της παραπονούμενης, η οποία ήταν ηλικίας 8.5 ετών, ανέβηκε στο υπνοδωμάτιό της, επέδειξε το γεννητικό του όργανο και τη ρώτησε αν ήθελε να το αγγίξει και κατόπιν άρνησής της, την αγκάλιασε και τη σήκωσε πάνω σφίγγοντας τα οπίσθιά της πάνω από τα ρούχα και της ζήτησε να μην το αναφέρει σε κανένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και ακολούθως ανέστειλε την εκτέλεσή της. Κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής ο κατηγορούμενος ήταν 25 ετών. Το Εφετείο επανέλαβε τη σοβαρότητα του αδικήματος και την παρατηρούμενη έξαρση και αύξησε την ποινή στα τρία έτη και διέταξε την άμεση εκτέλεσή της. Εντέλει, σε σχέση με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας παραπέμπουμε στην υπόθεση Ρούσος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 471, όπου ο εφεσείων καταδικάστηκε στη διάπραξη του αδικήματος κατόπιν ακρόασης και η εμπλοκή του συνίστατο σε επιπόλαιο κλέψιμο σφαιρών από στρατόπεδο, από φιλικό του εφεσείοντος πρόσωπο. Ο εφεσείων του ζήτησε να τις επιστρέψει, εντούτοις το άλλο πρόσωπο (δεύτερος κατηγορούμενος) τον έπεισε να διαφύγουν και τελικώς ανακόπηκαν και ο εφεσείων παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Υποδεικνύεται ότι δεν αμφισβητήθηκε η ποινή που πρωτοδίκως επιβλήθηκε στον εφεσείοντα μετά την καταδικαστική απόφαση, η οποία συνίστατο σε πρόστιμο Λ.Κ. 100 και Λ.Κ. 50 έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση και υπό τις περιστάσεις διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, λάβαμε ιδιαίτερα υπόψη τον ειδεχθή χαρακτήρα της κακοποιητικής πράξης του κατηγορούμενου 1 και περαιτέρω τη γνώση της κατηγορούμενης 2 περί τούτου, νοείται εκ των υστέρων της πληροφόρησης, ως οι διαπιστώσεις στην καταδικαστική απόφαση και κατ' επέκταση τη διαπίστωση ότι συνέδραμε τον κατηγορούμενο 1 κατά τον τρόπο που διαπιστώθηκε στην καταδικαστική απόφαση. Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε πως και για τους δύο αρμόζουσα είναι η ποινή φυλάκισης, ως ακολούθως: Στον κατηγορούμενο 1 στην πρώτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Στην κατηγορούμενη 2 στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης επτά μηνών. Τα ανωτέρω δεν ολοκληρώνουν όμως την ποινολογική αντιμετώπιση του κατηγορούμενου 1. Ένεκα και του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής, προβληματιστήκαμε για τυχόν έκδοση διατάγματος παραπομπής του κατηγορούμενου 1 στην Αρχή Εποπτείας, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14
(1)(γ) του Ν.91(Ι)/2014. Για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, καθοδήγηση αντλήσαμε από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 53
(3)του ιδίου νόμου, τα οποία αντιστοιχούν σε αίτημα ως το υπό κρίση, με μόνη διαφορά ότι εκεί το αίτημα υποβάλλεται σε χρόνο άλλο από εκείνον της έκδοσης της απόφασης. Είμαστε της γνώμης ότι οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία, ως αυτές διαπιστώθηκαν στην καταδικαστική απόφαση και περιπλέον, η σοβαρότητα του εδώ αδικήματος, προκύπτουσα και από το γεγονός ότι το άγγιγμα ήταν στο αιδοίο μέσα από το εσώρουχο, η ηλικία του κατηγορούμενου τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος όσο και σήμερα (είναι ηλικίας 37 ετών και συνεπώς όχι προχωρημένης ηλικίας) και παρότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, κρίνουμε ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παραπομπής στην Αρχή Εποπτείας, για όσον χρόνο ο κατηγορούμενος εκτίει την επιβληθείσα ποινή, πλέον ένα έτος από την ημερομηνία οριστικής αποφυλάκισής του. Οι ποινές που ανωτέρω επιβλήθηκαν μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε προφυλάκιση, συμφώνως του άρθρου 117(Ι) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Συγκεκριμένα, για τον κατηγορούμενο 1 η εν λόγω ημερομηνία είναι η 02/12/2025, ενώ για την κατηγορουμένη 2 είναι η ημερομηνία 02/06/2025. (Υπ.)........................................ Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.