← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Β.Β κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16863/22, 2/12/2025

Δημοκρατία ν. Β.Β κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16863/22, 2/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 16863/22 Μεταξύ: Δημοκρατία v.

  1. Β.Β
  2. Γ.Α Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Στ. Παπουή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Κορομίας Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δύο κατηγορούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου αντιμετωπίζουν από μία κατηγορία έκαστος. Ο μεν πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία, με την οποία του καταλογίζεται η διάπραξη του αδικήματος της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(4)(α)
(7), 14, 19 και 34, του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, όπως τροποποιήθηκε. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «Ο κατηγορούμενος, αρ. 1, την 20η Αυγούστου 2022 στο Παλιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, μέσω κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω σε παιδί το οποίο ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Κ.Π. (ημ. Γεν. 19/6/2010), δηλαδή την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα». Η δε δεύτερη κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τη δεύτερη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου, με την οποία της καταλογίζεται η διάπραξη του ποινικού αδικήματος της συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 24 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που αυτή αντιμετωπίζει είναι πως: «Η κατηγορούμενη αρ. 2, μεταξύ των ημερομηνιών 20/8/2022 και 28/8/2022 στη Λευκωσία, ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 ήταν ένοχος του ποινικού αδικήματος που περιγράφεται στην 1η κατηγορία, του παρείχε βοήθεια με σκοπό να του παράσχει τη δυνατότητα να αποφύγει την τιμωρία, δηλαδή, τον ενημέρωσε ότι εναντίον του καταγγέλθηκε το αδίκημα που περιγράφεται στην 1η κατηγορία και τον προέτρεψε να αλλάξει χώρο διαμονής με σκοπό να μην εντοπίζεται από την αστυνομία». Προς απόδειξη των ανωτέρω κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο πέντε μάρτυρες. Τούτοι είναι η Αστ. 4367 (Μ.Κ.1), η Κ.Π. (Μ.Κ.2), η Τ.Χ. (Μ.Κ.3), η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) και η Αστ. 303 (Μ.Κ.5). Από την άλλη πλευρά αφότου οι δύο κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, ο μεν κατηγορούμενος 1 επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία και αντεξετάστηκε σχετικά, η δε κατηγορούμενη 2 επέλεξε και τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Ουδείς εκ των δύο κατηγορουμένων κάλεσε άλλο μάρτυρα, αν και η πλευρά της κατηγορουμένης 2 αιτήθηκε και της επετράπη να υποβάλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο 1 (μία μόνο επιθυμούσε να υποβάλει και υπέβαλε), καθ' ον χρόνο ο τελευταίος ευρίσκετο στο εδώλιο του μάρτυρα. Προτού ακόμη προχωρήσουμε στις ιδιαίτερες πτυχές της μαρτυρίας, σκόπιμο κρίνουμε να υποδείξουμε πως η (Μ.Κ.2) είναι ο βασικός μάρτυρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Άλλωστε αυτή είναι που στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, η οποία αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, αναφέρεται ως το πρόσωπο που υπέστη την εκεί ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση. Ουσιαστική όμως στην εξέλιξη της υπόθεσης είναι και η συμμετοχή της Θ.Τ. (στη συνέχεια Μ.Κ.4), εφόσον η δική της καταγγελία, εν προκειμένω για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, είναι εκείνη που έδωσε το έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αιτία αναφοράς των ανωτέρω δεν είναι βεβαίως ο ονομαστικός προσδιορισμός των βασικών πρωταγωνιστών της υπόθεσης, αλλά για να υποδειχθεί το πρόσθετο και αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Κ.Π. (στη συνέχεια η ανήλικη ή η παραπονούμενη) είναι θυγατέρα της κατηγορουμένης 2 και αδελφότεκνη της (Μ.Κ.4), η οποία είναι αδελφή της κατηγορούμενης
  2. Η δε κατηγορούμενη 2 δεν θεωρήθηκε εξαρχής εμπλεκόμενη στην όλη υπόθεση και η συμμετοχή της, σύμφωνα πάντα με τις αιτιάσεις της κατηγορούσας αρχής, προέκυψε προϊόντος του χρόνου και συγκεκριμένα αφότου λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη παραπονούμενη. Για καλύτερη κατανόηση των όσων ακολουθούν σημειώνουμε πως και τα τρία αυτά πρόσωπα (ανήλικη, Θ.Τ. και κατηγορούμενη 2) στις καταθέσεις τους αναφέρονται σε κάποιον Β.Β. Δέον είναι να λεχθεί πως η όλη διαδικασία θέλει τούτο το πρόσωπο να είναι ο κατηγορούμενος
  3. Προς αποφυγή παρανόησης των όσων ακολουθούν, στην απόδοση της μαρτυρίας διατηρήσαμε αυτόν τον τρόπο χαρακτηρισμού του κατηγορούμενου 1, δηλαδή με το μικρό όνομα Β. Κατόπιν των ανωτέρω στρέφουμε την προσοχή μας στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνουμε συναφώς ότι με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα (έγγραφο Α), τα οποία έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο τούτων παρατίθεται αυτούσιο, εφόσον καθορίζει την πάρα πέρα πορεία της διερεύνησης. Αναφέρεται εκεί ότι: «
  4. Η Κ.Χ (μάρτυρας 6 επί του κατηγορητηρίου), είναι κοινωνική λειτουργός, εργάζεται στο «Σπίτι του Παιδιού» και έχει διοριστεί ως οικογενειακός σύμβουλος από το Υπουργικό Συμβούλιο. Στις 24/08/2022, μεταξύ των ωρών 12:09‑12:52, στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στο «Σπίτι του Παιδιού» στη Λευκωσία, βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο από αυτό που λαμβάνετο η οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη Κ.Π. και την παρακολουθούσε. Μετά το τέλος της κατάθεσης υπέγραψε, μαζί με τις Αστυφύλακες 303 και 4367, στους 3 ψηφιακούς δίσκους στην ειδική ταινία σφράγισης.
  5. O Γ.Γ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 5) είναι φίλος του κατηγορούμενου
  6. Στις 19/8/22 ο μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 5 διανυκτέρευσε στο σπίτι της 2ης κατηγορούμενης στο [ ]. Το βράδυ, ο μάρτυρας 5 επί του κατηγορητηρίου, κοιμήθηκε έξω στην αυλή. Το πρωί όταν ξύπνησε είδε τον 1ο κατηγορούμενο να βγαίνει από το δωμάτιο στο οποίο κοιμούνταν η παραπονούμενη και η 2η κατηγορούμενη. Δεν γνωρίζει όμως που κοιμήθηκε το βράδυ ο 1ος κατηγορούμενος.
  7. Ο Λ.Λ. (μάρτυρας επί του κατηγορητηρίου 4), διαθέτει δωμάτιο το οποίο ενοικίαζε παλαιότερα στον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος έμεινε εκεί για περίπου 6 μήνες. Ο 1ος κατηγορούμενος έφυγε από εκεί και πήγε να ζήσει στο σπίτι της 2ης κατηγορούμενης στο [ ]. Λίγες μέρες πριν την 28/08/22, ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε όπως μείνει στο δωμάτιο που έμενε παλιά και ο μάρτυρας 4 επί του κατηγορητηρίου του το ενοικίασε». Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την 22/08/2022 με τη βοήθεια διερμηνέα στην αραβική γλώσσα πληροφόρησε την κατηγορούμενη 2 (επαναλαμβάνουμε πως κατ' εκείνο τον χρόνο δεν ήταν κατηγορούμενη) για τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη παραπονούμενη και της παρέδωσε τα απαιτούμενα έγγραφα. Τα σχετικά έντυπα που της παρέδωσε, εν προκειμένω «Δήλωση Ανακριτή Προς Συνοδό Πριν την Οπτικογράφηση», είναι τα τεκμήρια 4 και
  8. Το μεν τεκμήριο 4 είναι στην αραβική γλώσσα, το δε τεκμήριο 5 είναι στην ελληνική γλώσσα και σύμφωνα με δήλωση των συνηγόρων η οποία εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός, αποτελεί πιστή μετάφραση του περιεχομένου του τεκμηρίου
  9. Κατά τον ίδιο χρόνο έλαβε τη γραπτή συγκατάθεση της κατηγορούμενης 2 ώστε να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη θυγατέρα της, δηλαδή την παραπονούμενη. Το έντυπο συγκατάθεσης στην αραβική γλώσσα είναι το τεκμήριο 2, ενώ το τεκμήριο 3 αποτελεί, και πάλι σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε από τους συνηγόρους, πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο
  10. Κατά τον ίδιο χρόνο διευθετήθηκε όπως η οπτικογραφημένη κατάθεση ληφθεί την 24/08/
  11. Ακολούθως, την 24/08/2022, ανέφερε η Μ.Κ.1, και μεταξύ των ωρών 12:09 με 12:52, η Άστ. 303 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στο Σπίτι του Παιδιού και κατά τον ίδιο χρόνο η ίδια, η οποία είναι εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης καθώς και στη λήψη καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, εκτελούσε χρέη χειριστή μηχανημάτων και βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο από αυτό που λαμβανόταν η κατάθεση. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης και χωρίς να αλλοιωθεί ή αφαιρεθεί οτιδήποτε από το περιεχόμενο των ψηφιακών δίσκων που δημιουργήθηκαν, σφράγισε με ειδική ταινία τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που περιείχαν την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης παραπονούμενης και έθεσε σε αυτούς τα διακριτικά της και τους αρίθμησε από το 1 μέχρι και το
  12. Στην ταινία σφράγισης υπέγραψε η ίδια, η Αστ. 303 (Μ.Κ.5) και η λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού ονόματι Ροδούλα Παπαλαμπριανού (εν προκειμένω η κοινωνική λειτουργός που αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα ότι κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο και παρακολουθούσε την οπτικογραφημένη κατάθεση που λαμβάνετο από την ανήλικη). Ακολούθως παρέδωσε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους σφραγισμένους στην Αστ. 303 (Μ.Κ.5), η οποία ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως υποστήριξε, οι δύο ψηφιακοί δίσκοι δημιουργούνται αυτομάτως από το μηχάνημα, ενώ ο τρίτος καταρτίζεται για σκοπούς ασφάλειας. Και οι τρεις περιέχουν το ίδιο περιεχόμενο και φυλάγονται σε ειδικό χώρο. Την 30/08/2022 έλαβε από την Αστ. 303 (Μ.Κ.5) το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης και αφού το ήλεγξε με τον ψηφιακό δίσκο αρ. 3 της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, διαπίστωσε ότι το κείμενο αποδίδει πιστά τα όσα λέχθηκαν. Στη συνέχεια σφράγισε τον ψηφιακό δίσκο αρ. 3 και τον τοποθέτησε σε φάκελο μαζί με τους ψηφιακούς δίσκους αρ. 1 και
  13. Εντέλει, την ίδια ημερομηνία (30/08/2022) και ώρα 15:45 στο Σπίτι του Παιδιού, παρέδωσε αντίγραφο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης στην κοινωνική λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού Κ.Χ. Η απόδειξη παράδοσης της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης προσκομίστηκε ως τεκμήριο
  14. Όπως εξήγησε, ο λόγος για τον οποίο παρέδωσε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης στην κοινωνική λειτουργό, οφείλεται στο γεγονός ότι στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η μητέρα της ανήλικης θεωρήθηκε εμπλεκόμενη στην όλη διαδικασία και ένεκα τούτου το απομαγνητοφωνημένο κείμενο δεν δόθηκε στην ίδια. Ο σφραγισμένος φάκελος στον οποίο τοποθετήθηκαν οι τρεις δίσκοι κατά πώς ανωτέρω εξηγήθηκε, προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από τη Μ.Κ.1 και είναι το τεκμήριο 7, ενώ το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης που η ανήλικη παραπονούμενη έδωσε την 24/08/2022, επίσης προσκομίστηκε και είναι το τεκμήριο
  15. Παρεμβάλλουμε ότι καθ' ον χρόνο η Μ.Κ.1 κατέθετε ενόρκως της ζητήθηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να αποσφραγίσει τον σφραγιστό φάκελο στον οποίο βρίσκονταν οι τρεις ψηφιακοί δίσκοι (τεκμήριο 7) και ακολούθως τον ψηφιακό δίσκο με αρ. 3, προς τον σκοπό προβολής του περιερχομένου τούτου στο Δικαστήριο, όπερ και εγένετο. Στη συνέχεια και αφότου προβλήθηκε το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου με αρ. 3, η ευπαίδευτη συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή προέβη στην εξής δήλωση: «κα Παπουή: Στο σημείο αυτό, κύριε Πρόεδρε, θα δηλώσω ότι το Τεκμήριο 7, δηλαδή οι ψηφιακοί δίσκοι, καθώς και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, Τεκμήριο 8, θα αποτελέσουν μέρος της κυρίως εξέτασης της παραπονούμενης». Η υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση στο αίτημα που υπεβλήθη κατά πώς ανωτέρω αναφέρθηκε. Παρόλα ταύτα, εξετάσαμε καθηκόντως το αίτημα (βλ. σχετικά Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640) και με δεδομένο ότι ενωρίτερα την ίδια ημέρα η ανήλικη παραπονούμενη κρίθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοήθειας και η μαρτυρία της να δοθεί μέσω κλειστού κυκλώματος, αποφανθήκαμε ως ακολούθως: «Δικαστήριο: Έχουμε βεβαίως υπόψιν μας τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν.95(Ι)/2001, καθώς και το σύνολο των τεκμηρίων που μέχρι στιγμής έχει κατατεθεί, με δεδομένη πάντα και τη δήλωση νωρίτερα ως προς τη μάρτυρα που χρήζει βοήθειας και τον τρόπο που θα παρουσιαστεί η μαρτυρία της, ότι δηλαδή προτίθεται να παραστεί στο Δικαστήριο. Κρίνουμε δικαιολογημένο το αίτημα, δηλαδή η οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, να θεωρηθεί από τούδε η κυρίως εξέταση τούτης». Συνακόλουθα η οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης (η οπτικογραφημένη κατάθεση είναι το τεκμήριο 7), η οποία προβλήθηκε στο Δικαστήριο και περαιτέρω έχει απομαγνητοφωνηθεί (το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 8) και δηλώθηκε ότι επροκείτο να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστεί (η ανήλικη παραπονούμενη), κατέστη μέρος της κυρίως εξέτασης τούτης. Δεύτερος μάρτυρας ήταν η ανήλικη παραπονούμενη. Όπως ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της· γεννήθηκε την 19/06/2010 και καθ' ον χρόνο έδιδε κατάθεση πήγαινε στην έκτη τάξη δημοτικού σε σχολείο στο Παλιομέτοχο. Διέμενε, κυρίως, στην Κοκκινοτριμιθιά μαζί με τη γιαγιά της, δύο θείες της, τη Θ.Τ και τη Π.Π. και τον εξάδερφό της, υιό της πρώτης θείας, ονόματι Χ., ηλικίας 6 ετών. Μεγάλωσε με τη γιαγιά της που τη λένε Ι.Ι, εφόσον η μητέρα της ήταν άρρωστη στο νοσοκομείο. Το βράδυ της 19/08/2022 προς 20/08/2022 έμεινε με τη μητέρα της στο Παλιομέτοχο. Ενόσω κοιμόταν το βράδυ και συγκεκριμένα η ώρα 03:00, ξημερώματα της 20/08/2022, ένιωσε κάποιον πίσω της να την αγγίζει. Γύρισε και είδε τον φίλο της μητέρας της τον Β.Β. (εννοεί τον κατηγορούμενο 1), ο οποίος της είπε να σιωπήσει. Η ίδια του ζήτησε να φύγει και αυτός έφυγε. Μετά κατάλαβε ότι έβαλε το χέρι του από κάτω και όπως στη συνέχεια εξήγησε, μέσα από το παντελονάκι και το εσώρουχο που φορούσε και την άγγιξε στο αιδοίο (η ανήλικη χρησιμοποίησε τη λέξη «πουττί»‑ τεκμήριο 8, γρ. 556). Γύρισε να κοιμηθεί εκ νέου και άκουσε κάτι σαν να σηκώνεται και γύρισε και είδε τον Β.Β. να κατευθύνεται προς το μέρος της. Μόλις ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι τον έβλεπε, έκανε κίνηση δείχνοντας ότι πήγαινε να καπνίσει, ώστε, όπως υποστήριξε η ανήλικη· «Για να μεν νομίζω ότι ερχόταν σε εμένα». Εντέλει έκανε το τσιγάρο του και πήγε για ύπνο. Η ανήλικη επιχείρησε να ξυπνήσει τη μητέρα της (κατηγορούμενη 2), εντούτοις ανεπιτυχώς. Ανέφερε περαιτέρω ότι στην οικία της μητέρας της στο Παλιομέτοχο, στο δωμάτιο που βρισκόταν το βράδυ που απασχολεί, είχε ένα κρεβάτι και έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι. Η μητέρα της (κατηγορούμενη 2) κοιμόταν με τον Β.Β. (κατηγορούμενο 1) και η ίδια με τον εξάδερφό της Χ. Στο ίδιο σπίτι έμεινε και ο φίλος του κατηγορούμενου 1, ονόματι Μ., αλλά αυτός κοιμόταν έξω. Ενίοτε στο ίδιο σπίτι μένει και η θεία της η Θ.Τ. Ανέφερε ότι είναι τα βράδια που δεν μένει η Θ.Τ που η μητέρα της «βάλλει τον Β.Β. να τζοιμηθεί μέσα μαζί της». Όταν όμως μένει και η Θ.Τ, ο Β.Β κοιμάται έξω με τον φίλο του. Ο Β.Β μένει εκεί τους τελευταίους 4 με 5 μήνες (νοείται ο χρόνος αφορά πάντα την ημερομηνία της κατάθεσης, η οποία δόθηκε την 24/08/2022). Η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε περαιτέρω ότι ο Χ, δηλαδή ο εξάδερφός της με τον οποίο κοιμόταν, βρισκόταν στη μέσα μεριά του κρεβατιού και σκέφτηκε να τον βάλει μπροστά για να κοιμηθεί η ίδια στη θέση του. Τελικώς δεν κοιμήθηκε μέχρι τις 6 το πρωί που ξύπνησε ο Χ. και βρήκε την ευκαιρία να κοιμηθεί. Το πρωϊνό άκουσε τη μητέρα της (κατηγορούμενη 2) να μιλά στο τηλέφωνο με τη Μ.Κ.4 και όπως ανέφερε· «Τωρά εν ευκαιρία να το πω της Θ.Τ. γιατί εν έχω κάρτα στο κινητό μου». Της είπε τι συνέβηκε και εκείνη (δηλαδή η Θ.Τ) της ζήτησε να μην το πει σε κανένα μέχρις ότου μεταβεί εκεί. Σύμφωνα με την ανήλικη, προτού η Θ.Τ μεταβεί στην οικία τους ο Β.Β «επροσπαθούσε να πει στον φίλο του να φύουν που το σπίτι». Όταν η Θ.Τ μετέβη στο σπίτι ζήτησε από τον Β.Β να φύγει και τότε, όπως ανέφερε η παραπονούμενη, «ο Β.Β ελαλούσεν ότι εν έκαμε έτσι πράμα, ότι αποκλείεται να είσιε κάμει έτσι πράμα. Ότι είσιε πιει ενώ ήμασταν ούλλη μέρα μαζί του τζιαι εν ήπιε τίποτε». Η μητέρα της δεν κατάλαβε κάτι μέχρι που ήρθε η Θ.Τ και το έμαθε όταν η Θ.Τ ζήτησε από τον Β.Β να φύγει. Εντέλει, ο Β.Β έφυγε με τη Θ.Τ, η οποία τον πήρε στην Περιστερώνα και μετά επέστρεψε πίσω. Όταν επέστρεψε η Θ.Τ. πήραν τον Μ. σπίτι του και ακολούθως η ίδια μαζί με τον ξάδελφό της τον Χ. πήγαν στο σπίτι και παρακολούθησαν τηλεόραση και αργότερα πήγαν στο πάρκο για να επιστρέψουν και πάλι στο σπίτι μέχρι την ώρα που ήρθε η μητέρα του Χ. (δηλαδή η Θ.Τ) και κοιμήθηκαν. Την επόμενη ημέρα πήγαν πισίνα και μετά στο πάρκο. Εκεί στο πάρκο ήταν και η μητέρα της. Σε κάποιο χρόνο η ανήλικη έφυγε από το πάρκο και επέστρεψε σπίτι για να κάνει μπάνιο και στη συνέχεια μετέβη εκ νέου στο πάρκο. Επιστρέφοντας στο πάρκο βρήκε τον Β.Β και τον φίλο του και παραξενεύτηκε επειδή, όπως ανέφερε, «ενόμιζα η μάμμα μου εν θα τον ξανακαλέσει δαμέ τζιαι ενόμιζα ότι η μάμμα μου εν μιλά μαζί του». Είδε όμως τη μητέρα της να μιλά με τον κατηγορούμενο 1 και τότε της είπε «τι κάμνει τούτος δαμέ». Από την απάντηση της μητέρας της («ήρτε να με δει») αντιλήφθηκε ότι ήταν με το μέρος του και όχι με το δικό της. Ανέφερε συγκεκριμένα «τζιαι είπεν ο φίλος της ο Β.Β ότι, θέλει να του πω συγνώμη. Για τάχα να του πω συγνώμη, να τον συγχωρέσω τζιαι πράματα». Σε περαιτέρω ερώτηση που της υπέβαλε η αστυφύλακας καθ' ον χρόνο λάμβανε την οπτικογραφημένη κατάθεση, πρόσθεσε ότι η μητέρα της και ο Β.Β. ήταν που της ζήτησαν να πει συγνώμη και δεν ξέρει γιατί, εφόσον δεν της εξήγησαν. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι στη συνέχεια ο Β.Β της ζήτησε να τον συγχωρέσει. Ούτε και αυτό γνωρίζει γιατί της το είπε, απλώς της είπε να τον συγχωρέσει. Η ίδια αρνήθηκε, δεν του μίλησε και η μητέρα της ήταν εκείνη που της είπε να τον συγχωρέσει και ότι ο Β.Β. της είπε πως ζητά συγνώμη και η ίδια του απάντησε «εντάξει εν με κόφτει». Ακολούθως έφυγε από το πάρκο και πήγε στο χωριό (στην κατάθεση αναφέρεται «επήαμε γυρό στο χωριό») και όταν επέστρεψε ο Β.Β και οι φίλοι του είχαν ήδη φύγει. Το βράδυ όταν πήγαν να κοιμηθούν, η μητέρα της, η οποία εν τω μεταξύ είχε πληροφορηθεί από τη Θ.Τ. ότι τηλεφώνησε της αστυνομίας, κάλεσε τηλεφωνικώς τον Β.Β. και του είπε «να φύουν που τζιαμέ γιατί η Θ.Τ. επήε τζιαι εμίλησε της αστυνομίας. Εφύαν που τζιαμέ τζιαι επήαν σε άλλο σπίτι». Το επόμενο πρωϊνό όταν ξύπνησε η Θ.Τ. της ζήτησε να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγουν από το σπίτι, γιατί η μητέρα της ήθελε να ξαναφέρει τον Β.Β. πίσω. Μάζεψαν τα πράγματά τους και έφυγαν. Η μητέρα της ήταν θυμωμένη και στη συνέχεια έλεγε στο χωριό ότι η Θ.Τ. τη βάζει να καπνίζει (δηλαδή την ανήλικη), ότι δεν είναι με το μέρος της και ότι έφυγε από το σπίτι και δεν την θέλει, πράγματα όμως που δεν είναι αλήθεια. Τέλος, ανέφερε ότι και πριν την κατάθεση και συγκεκριμένα καθ' ον χρόνο ήταν στο γραφείο στο Σπίτι του Παιδιού, η μητέρα της (κατηγορούμενη 2), της έλεγε ότι θα δει, και θα πει κάποια πράγματα που θα αλλάξουν και ότι δεν θα αφήσει έτσι τούτο το θέμα. Τώρα δεν είναι με το μέρος της αλλά είναι με το μέρος του ανθρώπου που πήγε να κάνει κακό στο παιδί της. Ακόμη, της είπε (η κατηγορούμενη 2) ότι αποκλείεται να της έκανε τέτοιο πράγμα ο Β.Β. και ότι λέει ψέματα και αυτό παρότι γνωρίζει πόσο αγαπούσε (η ανήλικη παραπονούμενη) τον Β.Β. και πόσο καλή σχέση είχαν. Τέλος, η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε πως η μητέρα της (κατηγορούμενη 2) και ο Β.Β. (κατηγορούμενος 1) μιλούσαν μεταξύ τους αραβικά. Κατά την ένορκη μαρτυρία της και στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης που επετράπη με την άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση, η ανήλικη ανέφερε ότι σήμερα (νοείται κατά τον χρόνο που κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή την 11/06/2025) μένει σε ανάδοχη οικογένεια. Η σχέση που είχε με τη μητέρα της πριν το συμβάν ήταν πολύ καλή και δεν είχαν τσακωμούς. Σήμερα επέλεξε να τηρήσει κάποια απόσταση και γι' αυτό δεν επικοινωνεί συχνά μαζί της. Αμέσως μετά το περιστατικό έμενε στη γιαγιά της, ακολούθως επέστρεψε στη μητέρα της και στη συνέχεια στη στέγη. Πριν το περιστατικό η σχέση της με τη Θ.Τ. ήταν πολύ καλή και γενικά ήταν πολύ δεμένη μαζί της και της είχε εμπιστοσύνη. Σήμερα δεν έχει επικοινωνία με τη Θ.Τ. διότι προ ενός έτους προκλήθηκε μία παρεξήγηση και της έστειλε (η Θ.Τ.) απειλητικά μηνύματα για το πώς συμπεριφέρεται στη μητέρα της και μετά από σχετική καταγγελία που έκανε η παραπονούμενη δεν έχει ξαναμιλήσει μαζί της. Πριν το περιστατικό και με τον Β.Β. η σχέση της ήταν πολύ καλή και περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη μέρα μαζί του. Εξ όσων έβλεπε, η σχέση της Θ.Τ. με τον Β.Β. ήταν επίσης πολύ καλή. Ο λόγος που μίλησε της θείας της γι' αυτό που συνέβηκε με τον Β.Β., είναι επειδή της είχε περισσότερη εμπιστοσύνη και επειδή ένιωθε ότι εάν το έλεγε στη μητέρα της θα της έλεγε να μην το πει σε κάποιον, διότι μπορεί να είχε δει όνειρο ή το οτιδήποτε άλλο, οπότε εκείνη την ώρα η σκέψη της πήγε στη Θ.Τ. Σε ό,τι αφορά τη γνώση της για το τηλεφώνημα που η μητέρα της έκανε στον Β.Β., ανέφερε ότι το γνωρίζει επειδή ήταν στο ίδιο δωμάτιο τη στιγμή που επικοινωνούσε μαζί του, δηλαδή στο δωμάτιο που ήταν τα κρεβάτια. Κατ' εκείνο τον χρόνο ο Β.Β. ήταν στην Περιστερώνα και η μητέρα της του είπε να φύγει από εκεί γιατί «θα μπορούσε να έρθει η αστυνομία». Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 ερωτήθηκε κατά πόσο τον Ιανουάριο του 2022 στο σπίτι της γιαγιάς και στην παρουσία της υπήρξε βίαιη συμπεριφορά της θείας της Θ.Τ.και απάντησε ότι δεν θυμάται. Ερωτήθηκε ποιοι διέμεναν στο σπίτι της μητέρας της τον Αύγουστο του 2022 και απάντησε· η μητέρα της, ο Β.Β., η Θ.Τ. κάποιες φορές, ο φίλος του Β.Β., η ίδια και ο Χ. Της ζητήθηκε να εξηγήσει πώς ήταν τα κρεβάτια και απάντησε ότι ήταν σε σχήμα Π και πως στον καναπέ που γινόταν κρεβάτι, το οποίο ήταν στην επάνω πλευρά, κοιμόταν ο Β.Β. με τη μητέρα της και στο δίπλα κρεβάτι η ίδια και ο Χ. Στο άλλο κρεβάτι κάποιες φορές κοιμόταν η θεία της, δηλαδή όταν ερχόταν και τότε ο Β.Β. κοιμόταν έξω με τον φίλο του τον Μ. Της ζητήθηκε να αναφέρει τι είπε στη Θ.Τ. στο τηλέφωνο και ερωτήθηκε κατά πόσον απομονώθηκαν οι δύο τους για να τα πουν όταν η Θ.Τ. μετέβη στην οικία. Ήταν η θέση της ότι δεν απομονώθηκαν και πως μόλις «μπήκε μέσα», άρχισε και φώναζε στον Β.Β. και του έλεγε να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει από το σπίτι γιατί δεν ήθελε (η Θ.Τ.) να τον βλέπει η ανήλικη. Της ζητήθηκε να εξηγήσει πώς κοιμόταν τη στιγμή του συμβάντος και απάντησε «μπρούμυτα». Ερωτώμενη για το συμβάν υποστήριξε ότι ο Β.Β. πήγε εκεί που ήταν τα πόδια της προς την έξω πλευρά του κρεβατιού, κάθισε, έβαλε το ένα του χέρι στην πλάτη της και το άλλο ανάμεσα στα πόδια της. Το τζιν παντελόνι που φορούσε ενόσω κοιμόταν δεν ήταν στενό. Της ζητήθηκε εκ νέου η θέση της για το τι έγινε κατά τη διάρκεια του επίδικου συμβάντος και απάντησε. Κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο της κατηγορουμένης 2 και σε ερώτηση γιατί δεν είπε τίποτα στη μητέρα της και πήγε απευθείας στη θεία της, ανέφερε ότι δεν είχε πολλή εμπιστοσύνη της μητέρας της, επειδή ήξερε ότι αγαπούσε τον Β.Β. και δεν θα τον φανταζόταν να κάνει κάτι τέτοιο και επίσης, είχε περισσότερη εμπιστοσύνη της θείας της με την οποία μιλούσε πιο συχνά για τα πράγματα που αντιμετώπιζε και την προβλημάτιζαν. Ερωτήθηκε πότε η μητέρα της πληροφορήθηκε το περιστατικό και απάντησε μόλις ήρθε η θεία της και είπε στον Β.Β. να φύγει από το σπίτι. Κατ' εκείνο τον χρόνο η μητέρα της τη ρωτούσε τι έγινε και η Θ.Τ. της εξήγησε ότι ο Β.Β. πήγε να της κάμει σεξουαλική παρενόχληση. Τότε η μητέρα της είπε να της ζητήσει συγνώμη ο Β.Β. και να μείνει και άλλο στο σπίτι. Ερωτηθείσα απάντησε ότι είναι σίγουρη πως ο σκοπός του τηλεφωνήματος της μητέρας της στον Β.Β. ήταν για να μην τον βρει η αστυνομία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) είναι θεία της ανήλικης παραπονούμενης και αδελφή της κατηγορούμενης
  1. Υποστήριξε πως την 20/08/2022 μίλησε τηλεφωνικώς με την ανήλικη και η τελευταία της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι· «ο Β.Β. όπως κοιμόταν πήγε κοντά της και...άγγιξε το πουττί της», καθώς ότι· «Έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι και το εσώρουχό της και την άγγιξε». Της ανέφερε ακόμη ότι επιχείρησε να ξυπνήσει τη μητέρα της αλλά αυτή δεν άκουγε, καθώς ότι ο Β.Β. προσπαθούσε να πείσει τον Μ. να φύγουν. Ενόρκως πρόσθεσε ότι καθ' ον χρόνο μιλούσε της ανήλικης η τελευταία ήταν αναστατωμένη και έκλαιγε, ήταν φοβισμένη και την παρακαλούσε να μεταβεί εκεί. Όταν πήγε στο σπίτι είπε στον Β.Β. να πάρει τα πράγματά του και να φύγει από το σπίτι και να μην επιστρέψει. Ακόμη του ζήτησε να δώσει χρήματα στην αδελφή της (κατηγορούμενη 2) έναντι ενοικίου, φαγητού και εξόδων του σπιτιού για τον χρόνο που έμεινε μαζί τους. Του είπε ακόμη ότι «θα τιμωρηθεί γι' αυτό που έκανε στην Κ.Π.». Ενόρκως και πάλι πρόσθεσε πως ο Β.Β. (κατηγορούμενος 1) κατάλαβε για ποιο πράγμα θα τιμωρηθεί, εφόσον κατευθείαν της είπε «εγώ δεν έκανα τίποτα και εγώ απλά μπορεί να ήμουν μεθυσμένος ή μπορεί να μην είχα καταλάβει τι έγινε». Και πάλι στη ζώσα μαρτυρία της πρόσθεσε πως όταν πήγε σπίτι ρώτησε τι έγινε και μετά ο Μ., ο φίλος του κατηγορούμενου 1, της είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να φύγουν από τις 05:00 το πρωί από το σπίτι, αλλά του είπε να μην φύγουν γιατί δεν έχουν πού να πάνε και ακολούθως η ίδια ρώτησε τον κατηγορούμενο 1, «γιατί τότε θέλετε να φύγετε, αφού δεν έκανες τίποτα» και της απάντησε «απλά θέλαμε να φύγουμε, να πάμε να μείνουμε αλλού». Του είπε τότε πως αυτό που έκανε στην ανήλικη δεν είναι σωστό και θα τον καταγγείλει. Σύμφωνα με τη μάρτυρα τότε παρενέβη η μητέρα της ανήλικης, δηλαδή η κατηγορούμενη 2, και είπε να ζητήσει συγνώμη (ο κατηγορούμενος 1) από τη θυγατέρα της και να μείνει, γιατί δεν έχουν πού να πάνε. Η ίδια αρνήθηκε και είπε στον κατηγορούμενο να τον πάρει στο σπίτι κάποιου φίλου του στην Περιστερώνα, όπως και έπραξε. Αφού τον πήρε στην Περιστερώνα, ειδοποίησε την αστυνομία. Ερωτηθείσα αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 ή ότι έτυχε να συγκρουστούν. Στην αντεξέταση από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 της υποβλήθηκε ότι χρωστούσε χρήματα στον Β.Β., πράγμα που αρνήθηκε. Δέχθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξή του αρνήθηκε όμως ότι είχε σχέση μαζί του ώστε, είτε να του χρωστάει είτε να της χρωστάει. Ερωτηθείσα τι ειπώθηκε με την ανήλικη τηλεφωνικώς, απάντησε ότι γύρω στις 04:30 το πρωί την καλούσε στο viber και της έστελνε μηνύματα «call me back». Η ίδια είδε τις κλήσεις αυτές η ώρα 06:00 που σηκώθηκε και ανησύχησε. Την κάλεσε στο τηλέφωνό της αλλά ήταν κλειστό και έτσι κάλεσε την αδελφή της (κατηγορούμενη 2) και της ζήτησε να μιλήσει με την ανήλικη. Τότε ήταν που μίλησε μαζί της και ανέφερε τα όσα η ανήλικη της είπε στο τηλέφωνο. Πρόσθεσε ότι μετέβη στο σπίτι και εκεί είπε στην αδελφή της (κατηγορούμενη 2) τι έγινε, η οποία (κατηγορούμενη 2) είπε να ζητήσει ο Β.Β. (κατηγορούμενος 1) συγγνώμη από την ανήλικη και να μείνει στο σπίτι. Η μάρτυρας της είπε ότι δεν γίνεται και η αδελφή της (κατηγορούμενη 2) θύμωσε και είπε ότι πρέπει να ζητήσει η ανήλικη συγγνώμη, πράγμα που και πάλιν αρνήθηκε (η Θ.Τ.). Επανέλαβε ότι μετέφερε τον κατηγορούμενο 1 στην Περιστερώνα και ότι μετά επέστρεψε πίσω, πήρε τα παιδιά και πήγε στην αστυνομία. Ρωτήθηκε τι ακριβώς ανέφερε στην αστυνομία και απάντησε «Τα ίδια που γράφει και εδώ». Σε ερώτηση· «Ακριβώς με την ίδια περιγραφή;», απάντησε καταφατικά. Στην αντεξέτασή της από την υπεράσπιση της κατηγορουμένης 2 η μάρτυρας κλήθηκε να αναφέρει σε ποιον χρόνο της είπε (της κατηγορούμενης 2) με ακρίβεια τι συνέβηκε και απάντησε πως τούτο έγινε την ίδια ημέρα, το πρωινό που πήγε στο σπίτι. Τέλος, ρωτήθηκε αν κατά τον χρόνο που «έκανε (η κατηγορούμενη 2) το τηλεφώνημα για να απομακρυνθεί ο Β.Β.», γνώριζε για το περιστατικό και η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Αναφέραμε ήδη πως η Μ.Κ.3 κλήθηκε ως ειδική ψυχολόγος. Όπως ανέφερε, κατά τον χρόνο παρουσίας της στο Δικαστήριο εργάζετο στον ιδιωτικό τομέα ως κλινική ψυχολόγος, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στον οργανισμό Hope for Children στο Σπίτι του Παιδιού. Είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ψυχολόγων από το 2017 με ειδικότητα κλινικής ψυχολόγου. Προσκόμισε σχετικό βιογραφικό, εν προκειμένω το τεκμήριο
  2. Εξήγησε ότι τα καθήκοντά της καθ' ον χρόνο εργαζόταν στο Σπίτι του Παιδιού ήταν, μεταξύ άλλων, ψυχολογική αξιολόγηση των παιδιών, θεραπευτικές παρεμβάσεις ανηλίκων, συγγραφή εκθέσεων, συμμετοχή σε ψυχοεκπαιδευτικά και βιωματικά εργαστήρια και παρουσιάσεις σε συνέδρια για την πρόληψη και ενημέρωση της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Καθ' όσον εργαζόταν στο Σπίτι του Παιδιού της είχαν ανατεθεί 90 περιπτώσεις παιδιών που παραπέμφθηκαν για κακοποίηση, εκ των οποίων οι 60 αφορούσαν την ψυχολογική αξιολόγηση και οι λοιπές τη θεραπεία. Εξήγησε πως η ψυχολογική αξιολόγηση αντιστοιχεί στην εκτίμηση της συνολικής λειτουργικότητας του παιδιού σε συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο για τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του και σκοπό έχει να διαγνωσθεί η ψυχική του οργάνωση σε διάφορα επίπεδα όπως συμπεριφορά και σχέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν γραπτού αιτήματος της αστυνομίας προς το Σπίτι του Παιδιού ζητήθηκε η ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης παραπονούμενης και η υπόθεση ανατέθηκε στην ίδια. Προέβη σε έξι ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις εκ των οποίων οι τέσσερεις με την ανήλικη παραπονούμενη και οι δύο με την υπεύθυνη κηδεμόνα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και τη λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η ψυχοδιαγνωστική συνέντευξη, ανέφερε η Μ.Κ.3, συνίσταται σε συλλογή στοιχείων και πληροφοριών που είναι απαραίτητα για τη διαμόρφωση της ψυχικής εικόνας του ατόμου με σκοπό την ολοκληρωμένη εκτίμηση και διάγνωση τούτου. Ανέφερε τα είδη τέτοιας συνέντευξης για να προσθέσει πως στην υπό κρίση περίπτωση χρησιμοποιήθηκε η ημιδομημένη, δηλαδή συνδυασμός οργανωμένου και ελεύθερου μέρους. Περιπλέον, ανέφερε τους παράγοντες ρίσκου θυματοποίησης και τις τυχόν ενδείξεις σεξουαλικά κακοποιημένου παιδιού, τα οποία ανέλυσε εν εκτάσει και περαιτέρω, παρέπεμψε και σε απόσπασμα σχετικής βιβλιογραφίας, δηλαδή του συγγράμματος Τα Παιδία Καταθέτει (τεκμήριο 10). Ανέφερε ότι προέβη σε ετοιμασία σχετικής έκθεσης την οποία και προσκόμισε στο Δικαστήριο, δηλαδή το τεκμήριο
  3. Όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 11 και όπως εξήγησε και στη ζώσα μαρτυρία της, εκ του ιστορικού που έλαβε από την ανήλικη διεφάνη πως μεγάλωσε σε περιβάλλον με δυσμενείς συνθήκες, χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, ελλιπή ερεθίσματα και διάφορες δυσκολίες. Αυτός ήταν και ο λόγος, σύμφωνα με τη Μ.Κ.3, της συνεργασίας της οικογένειας με τις υπηρεσίες τους και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, για τη στήριξη της μητέρας στον γονικό της ρόλο. Όπως περαιτέρω ανέφερε, δεν υπήρχαν ξεκάθαροι ρόλοι και κανόνες και το παιδί φάνηκε να αναλαμβάνει προστατευτικό και φροντιστικό ρόλο απέναντι στη μητέρα, στοιχεία τα οποία δημιουργούν παράγοντες ευαλωτότητας του παιδιού. Εντούτοις, προχώρησε να αναφέρει πως το παιδί παρουσίασε ανθεκτικότητα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει συναισθηματικό κόστος ή δεν ενδέχεται να αναπτυχθεί οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή στο μέλλον. Βάσει των κλινικών της ευρημάτων, κατά τη διάρκεια των αξιολογικών συναντήσεων η ανήλικη δεν εμφάνισε οποιαδήποτε έκπτωση στις ψυχικές της λειτουργίες, όπως για παράδειγμα εμφάνιση, συμπεριφορά, συγκινησιακή κατάσταση, τρόπο σκέψης, αντίληψη, λόγο και ομιλία. Διαπιστώθηκε εντούτοις αποφυγή μνημών και εξήγησε η μάρτυρας ότι πρόκειται για προστατευτικό ψυχικό μηχανισμό άμυνας ο οποίος συναντάται όταν ένα άτομο εκτίθεται σε στρεσογόνες καταστάσεις και δημιουργούνται έντονα, δύσκολα και οδυνηρά συναισθήματα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Αυτή ήταν και η περίπτωση της ανήλικης κατά τις αφηγήσεις της για το καταγγελθέν περιστατικό. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ακόμη ότι η ανήλικη παρουσίασε αρνητική συγκινησιακή κατάσταση για το καταγγελθέν περιστατικό και εξήγησε ότι η αναφορά παραπέμπει σε ψυχική και σωματική εμπειρία αρνητικών συναισθημάτων όπως άγχος, φόβο, λύπη και ντροπή. Εξήγησε περαιτέρω την αναφορά στην έκθεση τεκμήριο 3 σε αμφιθυμία συναισθημάτων της ανήλικης για τη μητέρα της, εν προκειμένω ταυτόχρονη ύπαρξη συγκρουόμενων συναισθημάτων που στην προκειμένη περίπτωση ήταν θυμός, λόγω του ότι την αμφισβητούσε και δεν την πίστευε και παρόλα ταύτα, αγάπη, λύπη και στεναχώρια λόγω της απότομης αποκοπής της επικοινωνίας μαζί της. Εντέλει της ζητήθηκε να εξηγήσει τους παράγοντες αποκάλυψης ενός περιστατικού και παρέπεμψε συναφώς σε αποσπάσματα του τεκμηρίου
  4. Ειδικά για την περίπτωση της ανήλικης παρέπεμψε στην έκθεσή της, τεκμήριο 11, στη σελίδα 4, δηλαδή ότι φοβόταν την αρνητική αντίδραση της μητέρας, όπως και συνέβη, την αμφισβήτηση και φόβο για αντίποινα και τις συνέπειες και την αναστάτωση που θα επέφερε η διατάραξη των σχέσεων με τη μητέρα της και η απότομη αποκοπή από την ίδια. Αντεξεταζόμενη από την πλευρά του κατηγορούμενου 1 ερωτήθηκε κατά πόσο λήφθηκαν πληροφορίες από την ανήλικη αναφορικά με τη σχέση της με τη μητρική θεία και δη τον χαρακτηρισμό της ως «απόμακρη και συγκρουσιακή» (βλ. τεκμήριο 10, σελ. 3). Ήταν η θέση της Μ.Κ.3 πως αυτή ήταν η αναφορά της ανήλικης, δηλαδή ότι υπήρχαν εντάσεις. Δεν ήταν όμως σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και εξήγησε ότι δεν εξετάζουν γεγονότα αλλά τη ψυχολογική κατάσταση του παιδιού. Κατά την αντεξέταση από την πλευρά της κατηγορουμένης 2 επανέλαβε ότι η ανήλικη είχε μοιραστεί με τη μητρική θεία το καταγγελλόμενο περιστατικό και συνεπεία τούτης της απάντησης ερωτήθηκε· «.από τη στιγμή που η μητέρα δεν γνώριζε τίποτε, πώς δεν τη στήριζε». Επί του προκειμένου ήταν η θέση της Μ.Κ.3 ότι μετά την αποκάλυψη στη μητρική θεία «μαθεύτηκε και στη μητέρα» και πρόσθεσε ότι βάσει των αφηγήσεων της ανήλικης «η μητέρα αντέδρασε με τον τρόπο που καταγράφεται στην έκθεση». Η αστ. 303, Μ.Κ.5, ανέφερε ότι έχει εκπαιδευτεί στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους και ανήλικους μάρτυρες και είναι αυτή που έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της εδώ ανήλικης παραπονούμενης (Μ.Κ.2) την 24/08/2022, μεταξύ των ωρών 12:09‑12:52, καθ' ον χρόνο χρέη χειριστή μηχανημάτων εκτελούσε η Μ.Κ.1 σε διπλανό δωμάτιο, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο στο Σπίτι του Παιδιού, αλλά σε άλλο δωμάτιο, βρισκόταν και η κοινωνική λειτουργός Κ.Χ., η οποία παρακολουθούσε την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης. Ανέφερε ακόμη ότι με την ολοκλήρωση της οπτικογράφησης ακολούθησε η σφράγιση και υπογραφή των ψηφιακών δίσκων, καθώς ότι η Μ.Κ.1 της παρέδωσε τους τρεις δίσκους και σε δεύτερο χρόνο η ίδια αποσφράγισε τον ψηφιακό δίσκο με αρ. 3 και προχώρησε στην απομαγνητοφώνηση του περιεχομένου του και το κείμενο που ετοίμασε αποδίδει πιστά τα όσα εκεί λέχθηκαν. Ακολούθως, την 30/08/2022 παρέδωσε στη Μ.Κ.1 τόσο τους ψηφιακούς δίσκους όσο και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της αναφοράς, εν προκειμένω το παράπονο το οποίο λήφθηκε την 20/08/2022 από τον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, από τη Θ.Τ., δηλαδή τη θεία της ανήλικης. Η αναφορά, σύμφωνα με τη Μ.Κ.5, ήταν πως η ανήλικη εκμυστηρεύτηκε στη θεία της ότι «ενώ κοιμόταν ο συμβίος της μητέρας της με το όνομα Β.Β. την χάιδεψε στο στήθος, βάζοντας το χέρι του κάτω από την μπλούζα της». Η Μ.Κ.5 πρόσθεσε ότι αυθημερόν η α/αστ. 3661 του κλάδου τους επικοινώνησε με τη θεία και της εξηγήθηκε η διαδικασία που ακολουθείται και όταν ζητήθηκαν λεπτομέρειες, «η αναφορέας της είπε ότι το άγγιγμα ήταν στα γεννητικά όργανα». Διευθετήθηκε ημερομηνία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη στις εγκαταστάσεις του Σπιτιού του Παιδιού, εν προκειμένω η 22/08/
  5. Εντούτοις δεν παρουσιάστηκε η μητέρα της ανήλικης (δηλαδή η κατηγορούμενη 2) μαζί με την ανήλικη και ως εκ τούτου η Μ.Κ.5 μαζί με άλλα μέλη της αστυνομίας και διερμηνέα στην αραβική γλώσσα μετέβηκαν στην οικία της μητέρας της παραπονούμενης, ώστε να της εξηγηθεί η διαδικασία και να της ληφθεί σχετική κατάθεση. Την ίδια ημέρα λήφθηκε γραπτή κατάθεση από τη μητέρα της ανήλικης. Τούτη είναι το τεκμήριο 14Α στην αραβική γλώσσα και αντιστοιχεί στο τεκμήριο 14Β στην ελληνική γλώσσα, για το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του τεκμηρίου 14Α. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο εξηγήθηκε στη μητέρα της ανήλικης η διαδικασία που θα ακολουθηθεί και υπέγραψε τη σχετική συγκατάθεση και τα απαιτούμενα έντυπα για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης, η οποία διευθετήθηκε εκ νέου για τις 24/08/
  6. Πέραν των ανωτέρω η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι έγιναν προσπάθειες εντοπισμού των στοιχείων του υπόπτου, εν προκειμένω του κατηγορούμενου 1, με αρνητικό όμως αποτέλεσμα και πως αυτός εντοπίστηκε την 26/08/2022 κατόπιν υποδείξεως της Μ.Κ.4, δηλαδή της θείας της ανήλικης. Στη ζώσα μαρτυρία της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκε σε υποστατικά στην περιοχή Κοκκινοτριμιθιάς. Εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, εν προκειμένω το τεκμήριο
  7. Η Μ.Κ.5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 την 26/08/2022 και ώρα 16:30 με τη βοήθεια διερμηνέα και κατόπιν επίστησης της προσοχής του στον νόμο απάντησε «πόσες μέρες θα μείνω μέσα;» Μετά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης και συγκεκριμένα την 28/08/2022, η Μ.Κ.5 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη μητέρα της ανήλικης (κατηγορούμενη 2), αφού σύμφωνα με την αστυνομία προέκυψε μαρτυρία ότι βοήθησε τον κατηγορούμενο 1 να μην εντοπιστεί, αναφέροντάς του ότι τον ψάχνει η αστυνομία. Ανακριτική κατάθεση έλαβε και από τον κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέα. Και σε αυτή την περίπτωση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το ελληνικό κείμενο των ανακριτικών καταθέσεων που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο 1, εν προκειμένω το τεκμήριο 17Β και από την κατηγορουμένη 2, δηλαδή το τεκμήριο 18Β, αποτελούν πιστή μετάφραση του αντίστοιχου κειμένου που λήφθηκε στην αραβική, δηλαδή των τεκμηρίων 17Α και 18Α αντίστοιχα. Η πλευρά της κατηγορούμενης 2 δεν αντεξέτασε τη Μ.Κ.5, ενώ από μέρους του κατηγορούμενου 1 μια μόνο ερώτηση υποβλήθηκε και αυτή σε σχέση με την αναφορά που λήφθηκε την 20/08/
  8. Της ζητήθηκε εν προκειμένω να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η διαδικασία που ακολουθείται μετά την αναφορά είναι η επικοινωνία του κλάδου με τον πληροφοριοδότη, εδώ τη θεία (Μ.Κ.4). Όταν έγινε αυτή η επικοινωνία από την α/αστ. 3661 και ζήτησε λεπτομέρειες, η Μ.Κ.4 της είπε ότι το άγγιγμα ήταν στα γεννητικά όργανα. Σε τούτο το στάδιο προσφέρεται, κρίνουμε, να παρεμβάλουμε πρώτα τα όσα έκαστος των κατηγορουμένων ισχυρίστηκε στις καταθέσεις του και στη συνέχεια, μετά την κάθε κατάθεση, ξεχωριστά τα όσα ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ενόρκως. Επαναλαμβάνουμε βεβαίως ότι η κατηγορούμενη 2 τήρησε το δικαίωμα της σιωπής, εξού και για την ίδια τα όσα ακολουθούν περιορίζονται στις δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία. Όπως έχουμε αναφέρει ήδη η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1 στην ελληνική γλώσσα είναι το τεκμήριο 17Β. Διευκρινίζουμε πως δεν είναι πρόθεση να παραθέσουμε αυτολεξεί καθετί το οποίο εκεί αναφέρθηκε. Σε τούτο το πλαίσιο περιοριζόμαστε απλώς στη γενική εικόνα των ισχυρισμών που εκεί τέθηκαν. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1 γνώρισε την κατηγορούμενη 2 πριν 8 με 9 μήνες και έχουν δεσμό. Είχε καλές σχέσεις με τη θυγατέρα της και δεν παραδέχεται τα όσα του καταλογίζονται. Δέχεται ότι συζούσε με την κατηγορουμένη 2 και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο μαζί της και με τη θυγατέρα της. Αρνείται πως είπε στη Θ.Τ. ότι μπορεί να ήταν μεθυσμένος και να μην θυμάται, ενώ συμφωνεί πως αυτή ήταν που τον μετέφερε σε φιλικό του σπίτι στην Περιστερώνα. Δέχεται περαιτέρω ότι μεταξύ 20/08/2022 και 26/08/2022 μιλούσε με την κατηγορουμένη 2 στο τηλέφωνο και πως τον ενημέρωσε ότι η Θ.Τ. πήγε στην αστυνομία και ότι θα είχε προβλήματα με την αστυνομία και υποστήριξε ότι κάθε μέρα του ζητούσε να επιστρέψει πίσω στο σπίτι μαζί της. Είναι η θέση του ότι διέμενε στην Κοκκινοτριμιθιά από τις 20/08/
  9. Τέλος, όλα αυτά έγιναν για τα €300 που του χρωστά η Θ.Τ. και επειδή η Θ.Τ. ζητούσε να πάρει την κηδεμονία της ανήλικης ώστε να καρπούται την οικονομική βοήθεια που λαμβάνει η κατηγορουμένη
  10. Σε καμία περίπτωση άγγιξε την ανήλικη και ποτέ δεν της έκανε κάτι κακό. Ενόρκως ο κατηγορούμενος 1 υποστήριξε ότι γνώρισε την ανήλικη όταν πήγε σπίτι τους και δεν είχε κάποια σχέση μαζί της. Ήταν η θέση του ότι πήγαινε, κοιμόταν και μετά έφευγε από το σπίτι. Ήταν περαιτέρω η θέση του πως την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ξύπνησε το πρωϊνό και είδε τη Θ.Τ. να έρχεται φωνάζοντάς του «φύγε», δηλαδή να φύγει από το σπίτι. Μάζεψε τα πράγματά του και μετά η ίδια η Θ.Τ. τον πήρε σε ένα άλλο σπίτι και τον άφησε εκεί. Μετά από μία ώρα πήγε η Θ.Τ. με την αστυνομία και τον πήραν. Και τη Θ.Τ. τη γνώρισε μέσω της κατηγορουμένης
  11. Η Θ.Τ. δανείστηκε χρήματα από τον ίδιο και δεν του τα επέστρεψε και στη συνέχεια βρήκε τον εαυτό του στη φυλακή. Μάλιστα η Θ.Τ. του είπε «εάν θέλεις να σου λύσω το πρόβλημα στο οποίο βρίσκεσαι, να μου δώσεις, έπρεπε να μου δώσεις €4.000». Αυτά του τα είπε και η μητέρα, εξηγώντας στη συνέχεια ότι μητέρα εννοεί τη γιαγιά, δηλαδή τη μητέρα της Θ.Τ.. Η Θ.Τ. του είπε πως τα χρήματα ήταν €2.000 για τη «μικρή» και €2.000 για τον δικαστή. Για την καταγγελία πληροφορήθηκε αφότου έφυγε από το σπίτι και πήγε στην Περιστερώνα, μετά που πήγε η Θ.Τ. με την αστυνομία, νομίζει 9 ή 11 Σεπτεμβρίου. Την ημέρα του περιστατικού στο σπίτι διέμεναν ο ίδιος, η κατηγορούμενη 2 και η Σ. σε ένα δωμάτιο και ο Μ. κοιμόταν κοντά στην πόρτα, για να προσθέσει στη συνέχεια και την ανήλικη και τον μικρό Χ. Πριν την καταγγελία είχε δανείσει χρήματα στη Θ.Τ. και όταν της ζήτησε να του τα επιστρέψει βρήκε τον εαυτό του στη φυλακή. Είναι λόγω των χρημάτων που η Θ.Τ. έκανε την καταγγελία. Για το ισχυριζόμενο περιστατικό διερωτήθηκε· γιατί δεν άναψε το φως, γιατί δεν ξύπνησε τη μητέρα της και γιατί δεν έκανε τίποτα και περίμενε τη Θ.Τ. μέχρι η ώρα 1:00 το μεσημέρι. Από πλευράς της κατηγορουμένης 2 η ερώτηση που υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 ήταν κατά πόσον η εν λόγω επικοινώνησε μαζί του για να του αναφέρει ότι τον αναζητά η αστυνομία για την καταγγελία που έγινε. Σε αυτό ο κατηγορούμενος 1 απάντησε αρνητικά. Τα όσα ανέφερε στην αντεξέταση που έτυχε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, σχολιάζονται στη συνέχεια. Όπως προαναφέραμε, η κατηγορουμένη 2 έδωσε δύο καταθέσεις. Η πρώτη, τεκμήριο 14Β, ήταν ανοικτή κατάθεση και δόθηκε την 22/08/2022 σε χρόνο που δεν θεωρείτο εμπλεκόμενη στην υπόθεση, ενώ η δεύτερη, τεκμήριο 18Β, ήταν ανακριτική, αφού πλέον η αστυνομία την αντιμετώπισε ως ύποπτη για το αδίκημα που τελικώς της προσάφθηκε, δηλαδή αυτό της δεύτερης κατηγορίας. Στο τεκμήριο 14Β η κατηγορουμένη 2 ανέφερε ότι είναι μητέρα της ανήλικης παραπονούμενης η οποία είναι 12 ετών, μένουν μαζί στο σπίτι που ενοικιάζει, το οποίο έχει ένα δωμάτιο με έναν καναπέ και ένα κρεβάτι όπου κοιμάται η ίδια, η θυγατέρα της και ο γιος της Θ.Τ, ο Χ. Το σπίτι έχει άλλο ένα δωμάτιο που είναι η κουζίνα και η τουαλέτα βρίσκεται στην αυλή. Ο Β.Β. είναι φίλος της και τον γνώρισε προ ενός έτους. Έμεινε 2-3 φορές σπίτι της αλλά κοιμήθηκε έξω στην αυλή σε ένα στρώμα. Έξω στην αυλή κοιμήθηκε και την προηγούμενη Πέμπτη και Παρασκευή και μαζί του ήταν και ένας άλλος, ο αδελφός του, που λέγεται Μ. Η ίδια, η θυγατέρα της και ο Χ. κοιμήθηκαν στο δωμάτιο. Δεν έγινε τίποτα με τη θυγατέρα της και τον Β.Β. και δεν ξέρει γιατί είπε ότι την πείραξε ο Β.Β., αλλά σε εκείνη δεν είπε τίποτα και ούτε είδε να γίνεται κάτι. Δεν έχει πρόβλημα να μιλήσει η αστυνομία με τη θυγατέρα της. Στην ανακριτική κατάθεση, τεκμήριο 18Β, ανέφερε ότι γνωρίζει τον Β.Β. και είναι φίλοι, έχουν δεσμό και διέμενε μαζί της από τον Μάρτιο. Ο Β.Β. ποτέ δεν κοιμάται στο δωμάτιο. Σε ό,τι αφορά ενημέρωσή της για την καταγγελία της θυγατέρας της, υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει και κανείς δεν της είπε τίποτα. Τέλος, αρνήθηκε ότι ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με την καταγγελία και πρόσθεσε ότι το μόνο πράγμα που θέλει είναι να μην ξαναπάει η Θ.Τ. σπίτι της και να πάρει τη θυγατέρα της. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι πλευρές προχώρησαν και σε αγορεύσεις. Η αγόρευση της κατηγορούσας αρχής είναι το έγγραφο Χ, ενώ η αγόρευση του κατηγορούμενου 1 είναι το έγγραφο Ψ. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης 2 προέβη σε προφορική αγόρευση. Μελετήσαμε βεβαίως τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα είχαμε κατά νου σε κάθε στάδιο της συγγραφής της απόφασης. Στη συνέχεια αναφορά θα ακολουθήσει εκεί και όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, κατά πώς εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2Α.Α.Δ. 490, 495. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επισταμένα το σύνολο των μαρτύρων καθ' ον χρόνο κατέθεταν ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία σε δεύτερο χρόνο εξετάστηκε και αντεξετάστηκε κατά πώς ανωτέρω εξηγήθηκε. Συνακόλουθα, είχαμε το ευεργέτημα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις και την ευρύτερη συμπεριφορά ενός εκάστου, τόσο γενικά όσο και ειδικά, εν προκειμένω σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και απαντήσεις. Και είναι αναγνωρισμένο νομολογιακά πως η εγγενής και ιδιάζουσα αυτή διεργασία συνιστά μέρος της ανθρώπινης υπόστασης και παρέχει την ευχέρεια σχηματισμού γνώμης για την αλήθεια των θέσεων του προσώπου που εξιστορεί τούτες (βλ. Σ. Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α.Α.Δ. 468, 491). Βεβαίως δεν περιοριστήκαμε απλώς στην εξωτερική εικόνα της μαρτυρίας, αλλά προχωρήσαμε και θέσαμε τούτη στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δια αντιπαραβολής και συσχετισμού κάθε πτυχής αυτής με κάθε άλλη μαρτυρία, στην αντικειμενική της πάντα υπόσταση (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Άλλωστε όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία· το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση και το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια (βλ. Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62). Εργαλεία τα οποία η νομολογία αναγνωρίζει ότι εξυπηρετούν τούτον τον στόχο, είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, ήτοι πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16 η έκδοση, σελίδα 333). Επίσης, δεδομένη είναι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, 395 και Ευσταθίου ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. 269/12, ημερ. 23/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A341). Στα ανωτέρω προσθέτουμε και τον βασικό κανόνα αξιολόγησης που έχει να κάνει με την αντιμετώπιση που κάθε μάρτυρας τυγχάνει από την πλευρά που τον αντεξετάζει. Εν προκειμένω εδραιωμένο είναι ότι παράλειψη υποβολής συγκεκριμένης θέσης σε μάρτυρα, ως επίσης υποβολή αντιφατικής θέσης σε σχέση με μαρτυρία που ακολούθως προσκομίζεται, δεν αφήνει αναλλοίωτη τη διεργασία αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25/04/2017, ECLI:CY:AD:2017:D145∙ «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599 και Σιακαλλής ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε». Ποιες είναι οι υποχρεώσεις των μερών καθ΄ ον χρόνο έκαστος αντεξετάζει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και οι επιπτώσεις από μη τήρηση των σχετικών νομολογιακών κανόνων, το διαπιστώνει κανείς από τον μεστό λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co Ltd v Acuac Inc.
(2002)1 Γ ΑΑΔ 1527, 1541, όπου λέχθηκε ότι: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Και είναι περιττό να επαναλάβουμε αυτό που αναφέρθηκε στην Pal, ανωτέρω, δηλαδή ότι ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων και ότι απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς τον λόγο της παράλειψης, το Δικαστήριο δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή. Κατά συνέπεια, θέματα που δεν τίθενται στην αντεξέταση και αδικαιολογήτως εμφανίζονται για πρώτη φορά με τους μάρτυρες υπεράσπισης, είναι έκθετα σε απόρριψη εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να εξηγήσουν και να σχολιάσουν τα θέματα αυτά. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στον Cross on Evidence 4η εκδ. σελ. 227 αναφορικά με τον σκοπό της αντεξέτασης: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief» Τέλος, στην υπόθεση Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/13, ημερ.20/03/2014, υπεδείχθη και το εξής σχετικό: «Κατανοούμε το θεμιτό της προσπάθειας του συνηγόρου να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα δια της ανάδειξης αυτού του τελευταίου στοιχείου, αλλά θα αναμέναμε όχι μόνο ανάλογη αλλά και πολύ πιο έντονη προσπάθεια να αναδειχθούν αναλήθειες σε σχέση με τα περιστατικά που συνθέτουν τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντ' αυτού είχαμε απλώς μερικές υποβολές που παρέμειναν ανυποστήριχτες και απλαισίωτες καθώς επίσης και μερικές "χαλαρές" ερωτήσεις που εν πάση περιπτώσει απαντήθηκαν με απόλυτη επάρκεια από τον μάρτυρα. Στην πρόσφατη υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/10, ημερ. 28.12.2011, η οποία επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου λέχθηκαν σχετικά στη σελ.5 τα εξής: «Όπως είπαμε και προηγουμένως, ασφαλώς και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο εφεσείων κατά την πρωτόδικη διαδικασία παρέλειψε να αντεξετάσει την παραπονούμενη ως προς τα συμβάντα στα οποία βασίζεται η καταγγελία της. Ο ισχυρισμός ότι η αντεξέταση δεν έγινε γιατί τέτοια γεγονότα δεν έλαβαν ποτέ χώρα, δεν αντέχει ούτε στην πιο απλοϊκή λογική. Ασφαλώς και, ιδιαίτερα μάλιστα, θα λέγαμε, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» Περιπλέον, με δεδομένο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν και οι καταθέσεις των κατηγορουμένων, κυρίως της κατηγορούμενης 2 εφόσον ο κατηγορούμενος 1 κατέθεσε ενόρκως και υιοθέτησε την ανακριτική κατάθεση που έδωσε (τεκμήριο 17Β) και ένεκα τούτου το περιεχόμενό της ενσωματώθηκε στην ένορκη μαρτυρία του και αξιολογείται κατά πώς ανωτέρω αναφέρθηκε, υποδεικνύουμε ότι τα εκεί αναφερόμενα αξιολογούνται υπό το φως των αρχών που τέθηκαν στις υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.693, δηλαδή ότι κάθε μέρος τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και δύναται να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης και περαιτέρω, αναγνωρίζεται ότι δύναται να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο περιέχει δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης στα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Ως γενικά προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.190, Διευθυντής Τελωνείων ν. Καλλή
(1996)2 Α.Α.Δ.55, Γούμενος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.10). Τέλος, σημειώνουμε και το εξής σχετικό. Η Μ.Κ.3 κλήθηκε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας, δηλαδή ως πρόσωπο που κατέχει εξειδικευμένη γνώση συγκεκριμένου αντικειμένου. Με αυτό ως δεδομένο επαναλαμβάνουμε τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (αρ. 1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438, δηλαδή ότι η έκφραση γνώμης ενός πραγματογνώμονα, αναγνωρισμένη εξαίρεση στο δίκαιο της απόδειξης που θέλει την έκφραση γνώμης να είναι ανεπίτρεπτη, δικαιολογείται μόνο επί τη αποδείξει τέτοιας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση η Μ.Κ.3 δεν έτυχε αμφισβήτησης αναφορικά με την πραγματογνωμοσύνη που κατέχει και δη τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά της προσόντα. Πέραν τούτου τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 9, δηλαδή το βιογραφικό της, του οποίου το περιεχόμενο παρέμεινε αναμφισβήτητο, ομιλούν αφ' εαυτών και διατυμπανίζουν τόσο την κατάρτισή της ως κλινική ψυχολόγος, όσο και την εμπειρία της. Βάσει των ανωτέρω και εις επίμετρον ότι ουδεμία πλευρά αμφισβήτησε την πραγματογνωμοσύνη της Μ.Κ.3, δεχόμαστε ότι είναι πραγματογνώμονας και δη κλινική ψυχολόγος. Συνακόλουθα, η μαρτυρία της καλύπτεται από την εξαίρεση του κανόνα η οποία επιτρέπει σε τέτοιο μάρτυρα να εκφέρει τη γνώμη του (Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750). Ένεκα της ανωτέρω διαπίστωσης επαναλαμβάνουμε το νομολογιακώς αναγνωρισμένο ότι οι κανόνες που διέπουν την αξιολογική κρίση ενός πραγματογνώμονα δεν διαφέρουν (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. 199/14, ημερ. 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον υπό κρίση είναι η εγκυρότητα της γνώμης του και όχι η εν γένει συμπεριφορά του, όπως στην περίπτωση μάρτυρα πραγματικών γεγονότων (Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875, 880). Περιττό να υποδείξουμε ότι η δυνατότητα έκφρασης γνώμης συνεπάγεται και υποχρέωση, εν προκειμένω να εφοδιαστεί το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα που θα καταστήσουν ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Είναι υποχρέωση τέτοιου μάρτυρα να παραθέσει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε, αλλά και να τεκμηριώσει την ορθότητα των επιστημονικών αρχών που εφάρμοσε. Άλλωστε, στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186 υπεδείχθη ότι αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Και στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ' εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Όπως εύγλωττα υπεδείχθη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, 1448: «Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις:"...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well-constructed expert's report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose». Είναι με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που προσεγγίσαμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Αρχίζουμε από τις Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5 και παρατηρούμε ότι η αντιμετώπιση που έτυχαν οι εν λόγω αστυνομικίνες από την υπεράσπιση και συγκεκριμένα το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκαν για τις ενέργειές τους (η ΜΚ1 τίποτα δεν ερωτήθηκε, ενώ η ΜΚ5 ερωτήθηκε μια μόνο ερώτηση από την πλευρά του κατηγορούμενου 1 και αυτή σε σχέση με το περιεχόμενο της αναφοράς και τα όσα απάντησε δεν αμφισβητήθηκαν), αφήνει να νοηθεί πως η μαρτυρία τούτων είναι αποδεκτή από την υπεράσπιση. Παρόλα ταύτα, με δεδομένο ότι ο κανόνας παράλειψης αντεξέτασης έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260), δεν παραλείψαμε να διερευνήσουμε τη μαρτυρία και αυτών των μαρτύρων βάσει των αξιολογικών αρχών που ανωτέρω παραθέσαμε. Σημειώνουμε συναφώς ότι η μαρτυρία και των δύο αφορά διαδικαστικά, κυρίως, ζητήματα και αποκαλύπτει ότι δεν έχουν ουσιαστική εμπλοκή στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, δηλαδή σε αυτά που άπτονται των λεπτομερειών της κατηγορίας που έκαστος των κατηγορουμένων αντιμετωπίζει. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο μάρτυρες παρέμειναν σταθερές και συνεπείς καθ' ον χρόνο εξιστορούσαν τις ενέργειες στις οποίες έκαστη προέβη και η μαρτυρία τους ήταν πειστική και αληθοφανής. Πλέον όμως σημαντικό κρίνεται αυτό που ενδελεχώς διερευνούμενη η μαρτυρία τους αποκαλύπτει, εν προκειμένω ότι όχι μόνο είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων, αλλά και ότι επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν (τεκμήρια 2 έως και 6), καθώς ότι τα εκεί αναφερόμενα συνάδουν με τα ισχυριζόμενα από την κατηγορούμενη 2 στο τεκμήριο 14Β, εν προκειμένω τις επεξηγήσεις που της δόθηκαν, τη συγκατάθεση που η ίδια έδωσε για να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από τη θυγατέρα της και εντέλει τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη. Συγκεκριμένα αναφέρουμε τα εξής· πέραν της μη αμφισβήτησης της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, αντιμετώπιση η όποια άφησε τις θέσεις τους αλώβητες, η μαρτυρία τούτων αποκαλύπτει ότι τα όσα ανέφεραν συμπλέουν μεταξύ τους, καθώς και με τα παραδεκτά γεγονότα. Εν προκειμένω, εκ των παραδεκτών γεγονότων προκύπτει ότι είναι την 24/08/2022 που λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη παραπονούμενη και πως με την ολοκλήρωση τούτης οι αστυνομικίνες 303 και 4367, δηλαδή η Μ.Κ.5 και η Μ.Κ.1 αντίστοιχα, υπέγραψαν την ειδική ταινία σφράγισης των τριών ψηφιακών δίσκων. Και είναι σε αυτό ακριβώς που η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα και περαιτέρω, υποστηρίζεται και από τα όσα αμφότερες πρόσθεσαν σε σχέση με τις ιδιαίτερες ενέργειές τους κατά την εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή την 24/08/
  1. Περαιτέρω, τα τεκμήρια 2 μέχρι και 5 επιβεβαιώνουν, έστω εμμέσως, τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν οι δύο τους την 22/08/2022 (στα σχετικά έγγραφα αναφέρονται τα ονόματά τους), δηλαδή ότι κατ' εκείνη την ημερομηνία είναι που διευθέτησαν τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη, η οποία ορίστηκε την 24/08/2022, ημερομηνία που είναι παραδεκτό ότι λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση. Μάλιστα και η κατάθεση της κατηγορουμένης 2 (τεκμήριο 14Β), συμπλέει με όλα τα ανωτέρω, εξού και αναφέρεται εκεί ότι έδωσε τη συγκατάθεσή της να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη θυγατέρα της. Τέλος, εκ του περιεχομένου του τεκμηρίου 6 επίσης επιβεβαιώνεται η θέση των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, δηλαδή ότι μετά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη παραπονούμενη το κείμενο αυτής δόθηκε στην κοινωνική λειτουργό. Ως εκ των ανωτέρω, αποδεχόμενοι την αξιόπιστη και επιβεβαιωθείσα μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε, διαπιστώνουμε ότι μετά την υποβολή παραπόνου την 20/08/2022, διευθετήθηκε να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη παραπονούμενη την 22/08/
  2. Εντούτοις, δεν παρουσιάστηκε η ανήλικη και η μητέρα της στις εγκαταστάσεις στο Σπίτι του Παιδιού και ένεκα τούτου αριθμός αστυνομικών, μεταξύ αυτών η Μ.Κ.1 και η Μ.Κ.5, μετέβησαν την ίδια ημέρα, δηλαδή την 22/08/2022, στην οικία της μητέρας της ανήλικης, δηλαδή της κατηγορούμενης
  3. Εκεί χορήγησαν στην κατηγορούμενη 2 τα αναγκαία έγγραφα, δηλαδή τα τεκμήρια 4 και 5, με τα οποία της εξήγησαν τη διαδικασία που θα ακολουθείτο, τα οποία υπέγραψε και παραχώρησε τη συγκατάθεσή της για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από τη θυγατέρα της, δηλαδή την ανήλικη παραπονούμενη. Τούτη η συγκατάθεση είναι τα τεκμήρια 2 και
  4. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα τεκμήρια 3 και 5 αποτελούν πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του περιεχομένου των τεκμηρίων 2 και 4 αντίστοιχα, τα οποία λήφθηκαν από την κατηγορούμενη 2 στην αραβική γλώσσα. Περαιτέρω, την 24/08/2022, μεταξύ των ωρών 12:09-12:52 στο Σπίτι του Παιδιού, η Μ.Κ.5 έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη. Κατά τον ίδιο χρόνο η Μ.Κ.1 βρισκόταν σε διπλανό δωμάτιο και εκτελούσε χρέη χειριστή μηχανημάτων. Με την ολοκλήρωση της οπτικογραφημένης κατάθεσης δημιουργήθηκαν τρεις ψηφιακοί δίσκοι τους οποίους η Μ.Κ.1 σφράγισε και οι παριστάμενοι, ως αυτοί αναφέρονται στο έγγραφο Α των παραδεκτών γεγονότων, έθεσαν την υπογραφή τους. Η Μ.Κ.1 παρέδωσε τους τρεις δίσκους στη Μ.Κ.5, η οποία αποσφράγισε τον ψηφιακό δίσκο με αρ. 3 προς τον σκοπό απομαγνητοφώνησης της μαρτυρίας της ανήλικης, όπως και έπραξε. Την 30/08/2022 η Μ.Κ.5 παρέδωσε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο στη Μ.Κ.1, η οποία αυθημερόν παρέδωσε αντίγραφο τούτου στην κοινωνική λειτουργό Κ.Χ. Η απόδειξη παραλαβής αντιγράφου της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, είναι το τεκμήριο
  5. Ο λόγος για τον οποίο το αντίγραφο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης δόθηκε στην αναφερόμενη κοινωνική λειτουργό και όχι στη μητέρα, οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης η μητέρα θεωρήθηκε από την αστυνομία ως εμπλεκόμενη στην υπόθεση. Αφότου η Μ.Κ.1 παρέλαβε από τη Μ.Κ.5 το απομαγνητοφωνημένο κείμενο και τους τρεις ψηφιακούς δίσκους, σφράγισε εκ νέου τον ψηφιακό δίσκο με αρ. 3 και τον τοποθέτησε μαζί με τους ψηφιακούς δίσκους με αρ. 1 και
  6. Οι τρεις ψηφιακοί δίσκοι είναι το τεκμήριο 7 και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 8, ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από την αξιόπιστη και αναμφισβήτητη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5 και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Έχουμε υποδείξει ήδη ότι η ουσία της υπόθεσης εντοπίζεται κυρίως στα λεγόμενα της ανήλικης παραπονούμενης και κατ' επέκταση της Θ.Τ. (Μ.Κ.4), θείας της ανήλικης. Σε ό,τι αφορά την ανήλικη και με δεδομένο το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που έδωσε την οπτικογραφημένη μαρτυρία της (24/08/2022) ήταν μόλις 12 ετών και 2 μηνών, ενώ και στη συνέχεια όταν πλέον εξετάστηκε και αντεξετάστηκε ευρισκόμενη στο Σπίτι του Παιδιού ήταν 15 ετών, είχαμε πάντα κατά νου το εκ της λογικής αναμενόμενο και ούτως ή άλλως νομολογιακώς αναγνωρισμένο, ότι ένα παιδί δεν μιλά τη γλώσσα των μεγάλων αλλά τη γλώσσα τη δική του, η οποία βασίζεται και ανατρέχει σε εμπειρίες παιδικές (βλ. Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 279/2018, ημερ. 28/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B271). Περαιτέρω, κατά νου είχαμε και τα όσα προσφάτως αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Α. Ν. Κ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 136/22, ημερ. 01/08/2025 και συγκεκριμένα ότι τα παιδιά βιώνουν τον κόσμο διαφορετικά από τους ενήλικες και ιδιαίτερα, ότι λεπτομέρειες σημαντικές για τους ενήλικες, όπως ο χρόνος και ο τόπος, ενδέχεται να απουσιάζουν από τη μνήμη τους και ένεκα τούτου «είναι λανθασμένο να αξιολογείται η μαρτυρία παιδιών με το ίδιο κριτήριο όπως η μαρτυρία ενηλίκων». Αυτό βεβαίως, όπως εμφαντικά τονίστηκε από το Εφετείο, δεν σημαίνει ότι η μαρτυρία ενός παιδιού δεν διέπεται από τον ίδιο βαθμό απόδειξης ως αυτή των ενηλίκων σε ποινική διαδικασία (these changes in the way the courts look at the evidence of children do not mean that the evidence of children should not be subject to the same standard of proof as evidence of adult witnesses in criminal cases). Περιπλέον, σημειώνουμε εδώ πως η πρώτη εκ των δύο κατηγοριών, εν προκειμένω αυτή που στρέφεται κατά του πρώτου κατηγορούμενου, είναι κατανοητό ότι άπτεται γενετήσιας πράξης, εν προκειμένω αγγίγματος στα γεννητικά όργανα. Η σημασία αυτής της επισήμανσης έγκειται στον μέχρι πρότινος κανόνα πρακτικής των Δικαστηρίων να αναζητούν ενισχυτική μαρτυρία στα σεξουαλικά αδικήματα, εφόσον εδραιωμένη ήταν η άποψη ότι «εγγενή ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες» πιθανόν να οφείλονται στην επινόηση ψευδών καταγγελιών (βλ. Καΐλης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, 257 και Trussler ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 38, 49). Εντούτοις η ανωτέρω προσέγγιση έχει σήμερα σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί δια νομοθετικής ρύθμισης, όπως εναργώς εξηγήθηκε στην υπόθεση Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 231/18, ημερ. 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B
  1. Αναφέρθηκε εκεί ότι: «Με δεδομένη τη ρητή νομοθετική πρόνοια ότι δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία, το ζήτημα που τίθεται αφορά στην ερμηνεία της πρόνοιας αυτής και τις συνέπειες της. Ως προς τούτο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από άλλες χώρες του κοινού δικαίου όπου επίσης καταργήθηκε δια νόμου ο κανόνας πρακτικής. Τα δικαστήρια έχουν αποσυνδέσει τους, εν δυνάμει, κινδύνους μιας μαρτυρίας χωρίς ενίσχυση από την έννοια μιας ολόκληρης κατηγορίας μαρτύρων συλλήβδην, όπως είναι οι παραπονούμενοι για σεξουαλικά αδικήματα, θέτοντας πλέον ως κριτήριο τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το συγκεκριμένο μάρτυρα και τα προβλήματα της συγκεκριμένης μαρτυρίας (Makanjuola, (ανωτέρω)). Όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε στην έκθεση της Australian Law Reform Commission, Family Violence - A National Legal Response (ALRC Report, 114, 11.11.2010, 28.13: «Corroboration warnings about the potential unreliability of categories of witnesses are now recognized as discriminatory and based on prejudice rather than empirical evidence. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι προειδοποιήσεις σε σχέση με την έλλειψη ενισχυτικής μαρτυρίας αναφορικά με την εν δυνάμει αναξιοπιστία μιας κατηγορίας μαρτύρων αναγνωρίζεται πλέον ως δυσμενής διάκριση βασισμένη σε προκατάληψη παρά ως εμπειρική τεκμηρίωση.» Συνεπώς η υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Ένας ακριβώς από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση του κανόνα ήταν ότι θεωρήθηκε προσβλητική για τις γυναίκες, νοουμένου ότι οι γυναίκες είναι κατά κανόνα παραπονούμενα πρόσωπα σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η αντίληψη ότι η μαρτυρία τέτοιων προσώπων είναι εγγενώς επισφαλής (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2020 ed., 4-469). Επίσης αποφασίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αποτελεί εκδήλωση δυσμενούς διάκρισης με βάση το φύλο (Balelala v. State [2004] FJCA 49). Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury». Αφ΄ ης στιγμής το δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος». Δεν παραγνωρίζουμε ότι στην Ε.Α. ανωτέρω οι κατηγορίες εδράζονταν στον Ν.87(Ι)/2007, δηλαδή αυτόν που καταργήθηκε από τον Ν.91(Ι)/2014 στον οποίο εδράζεται η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  2. Εντούτοις, στην ίδια υπόθεση, Ε.Α. ανωτέρω, ρητά αναγνωρίστηκε ότι ανάλογη ρύθμιση επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 21 του Ν.91(Ι)/2014 (βλ. υποσημείωση υπ' αρ. 1 στην απόφαση) και ως εκ τούτου αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα όσα εκεί αναφέρθηκαν ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Έπεται συνεπώς ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επιβάλλεται αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει, πλέον για λόγους που άπτονται της ουσίας της μαρτυρίας, ότι χρειάζεται να αναζητήσει (βλ. Σ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.97/22, ημερ. 16/11/2022). Είναι με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που προσεγγίσαμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και κυρίως τη μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης. Σημειώνουμε εν προκειμένω ότι η μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης μας άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Όπως θα διαφανεί από τη διεργασία που ακολουθεί, πλείστα όσα ανέφερε δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης. Εντούτοις, ένεκα της σημασίας των όσων ισχυρίστηκε, δεν αντιμετωπίσαμε τη μαρτυρία της ως αναμφισβήτητη. Εγκύψαμε σε αυτή με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια και την αντιπαραβάλαμε με κάθε πτυχή του μαρτυρικού υλικού, διεργασία η οποία φανέρωσε ότι η μαρτυρία της συνταιριάζει με και υποστηρίζεται από το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Ιδιαίτερα όμως στεκόμαστε στο γεγονός ότι από τη μαρτυρία της ανήλικης, κυρίως την οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε (βλ. τεκμήρια 7 και 8), καταφαίνεται το άδολο και αφελές του τρόπου προσέγγισης και εξιστόρησης των γεγονότων, όπως ακριβώς η λογική θέλει να αρμόζει σε ένα παιδί της τρυφερής ηλικίας των 12 ετών. Ενδεικτικό είναι ότι αγνοεί την επίσημη ορολογία του σημείου που υποστηρίζει ότι την άγγιξε ο κατηγορούμενος 1 και δίδει περιγραφές απλές χρησιμοποιώντας λέξεις αθώες, μεταξύ άλλων, «έβαλε το σιέρι του που κάτω μου» και ενώ ερωτάται από την αστυφύλακα «πού ακριβώς», απαντά «Γενικά τζιαμέ». Εντέλει σε πρόσθετη ερώτηση «Αλλά θέλω να μου εξηγήσεις, πώς το λέμε το που κάτω», έκδηλη είναι η ντροπή στο πρόσωπό της. Διστάζει να απαντήσει και ο χρόνος κυλά αργά και εμφανώς βασανιστικά για την ίδια, μέχρι που βρίσκει το κουράγιο να ξεστομίσει τη λέξη που τη δυσκόλεψε· «Στο πουττί». Και είναι αυτή η συνεχής προσπάθεια για αποφυγή της λέξης που τη δυσκόλεψε στοιχείο που αναδεικνύει ειλικρίνεια, εφόσον ανταποκρίνεται στην εγγενή ντροπή που ένα παιδί αισθάνεται συνεπεία της αθωότητάς του. Συν τω χρόνω αυτή η δυσκολία της ανήλικης να απαντήσει, αποκλείει τυχόν προσυνεννόηση ή προπαρασκευή της καταγγελίας, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η λογική λέει πως αμέσως και χωρίς δισταγμό θα κατονόμαζε το σημείο. Και προσθέτουμε ακόμη πως αυτή τη λέξη (πουττί) εξαρχής την ανέφερε στη θεία της, σύμφωνα με την κατάθεση της τελευταίας (τεκμήριο 12), στοιχείο που καταδεικνύει συνέπεια στον ισχυρισμό της. Πέραν των ανωτέρω, η ειλικρίνεια των ισχυρισμών της ανήλικης παραπονούμενης διατυμπανίζεται και από τις θέσεις της για επιμέρους ζητήματα της καταγγελίας, τα οποία όμως στο μυαλό ενός παιδιού αυτά είναι που έχουν σημασία και όχι η μεμπτή πράξη αφ' εαυτή. Συγκεκριμένα έκδηλη και εμφανής ήταν η απογοήτευση στην έκφρασή της όταν εξηγούσε τη συμπεριφορά της μητέρας της και ιδιαίτερα όταν κατάλαβε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «ότι η μάμα μου εν ήταν με το μέρος μου τζιαι ήταν με το μέρος του». Ακόμη, οι κατηγορίες που η μητέρα της της καταλόγισε, όπως ανέφερε· «πηγαίνει σε σπίθκια τζιαι λαλεί ότι, ας πούμε λαλώ ψέματα τζιαι έτσι», την έφεραν να εκδηλώνει την απορία της· «Αφού τζιήνη ξέρει πόσο αγαπούσα τον Β.Β. τζιαι πόση καλή σχέση είχαμε». Απεριφράστως δε επανέλαβε αυτή την καλή σχέση που είχε με τον Β.Β. και στη συνέχεια, στην κυρίως εξέτασή της, και αιτιολόγησε μάλιστα τη θέση της λέγοντας ότι «περνούσα σχεδόν ολόκληρη τη μέρα μαζί του, οπόταν δεν είχαμε κάτι κακό μεταξύ μας». Τα ανωτέρω συνυφασμένα με την απλοϊκότητα, φυσικότητα και αθωότητα ενός παιδιού που εξιστορεί μία ιστορία, αναδεικνύουν την ειλικρίνεια των λεγομένων της ανήλικης παραπονούμενης και πρωτίστως, την απουσία προσχεδιασμού και κινήτρου. Ο Β.Β. ήταν αγαπημένο πρόσωπο της ανήλικης και «αποκλείεται», δηλαδή δεν είχε λόγο, να κατασκευάσει κάτι τέτοιο για αυτόν. Έτι περισσότερο αναδεικνύεται η ειλικρίνεια τούτης αν αναλογιστεί κανείς ότι ο λόγος για τον οποίο εκφράστηκε τοιουτοτρόπως, δεν ήταν για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, αλλά κυρίως για να αντικρούσει την κατηγορία της μητέρας της ότι λέει ψέματα και να εξηγήσει τρόπον τινά την εμφανή απογοήτευσή της. Αυτό είναι που φαίνεται να την ενοχλεί κατά την εξιστόρηση των γεγονότων και σε αυτό είναι που απαντά με την αντίληψη ενός παιδιού που αφελώς αντιμετωπίζει τα πράγματα και εκδήλως αγνοεί τη χυδαιότητα της πράξης που εξιστορεί. Εν ολίγοις ενοχλείται περισσότερο από τα ψεύδη που της καταλογίστηκαν και όχι από την πράξη αφ' εαυτή. Και είναι όλα αυτά τα στοιχεία της μαρτυρίας της που λέμε ότι συνάδουν με την αθωότητα ενός παιδιού και αναδεικνύουν την ειλικρίνεια των ισχυρισμών της ανήλικης. Και βεβαίως δεν είναι μόνο αυτοτελώς κρινόμενη η μαρτυρία της ανήλικης εκείνη που αποκαλύπτει την ειλικρίνεια των ισχυρισμών της. Η ειλικρίνεια των θέσεών της έτι περισσότερο αποκαλύπτεται από το λοιπό μαρτυρικό υλικό, το οποίο είτε υποστηρίζει είτε ενισχύει τη μαρτυρία της. Για να καταστεί όμως αυτό αντιληπτό, λίγα λόγια επιβάλλεται να ειπωθούν για τους λοιπούς μάρτυρες, εν προκειμένω τη Θ.Τ., τη ψυχολόγο και τον κατηγορούμενο
  3. Για την ψυχολόγο (Μ.Κ.3) δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Η εν λόγω δεν ήταν μάρτυρας γεγονότων που άπτονται ευθέως των κατηγοριών και η εμπλοκή της οφείλεται στις ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις που διεξήγαγε αφότου καταγγέλθηκε η υπόθεση. Η δε συμμετοχή της στην όλη υπόθεση προέκυψε ένεκα της θέσης που τότε κατείχε, ενώ σήμερα δεν εργάζεται εκεί. Η δε μαρτυρία της δεν ήταν απλώς σταθερή και απαλλαγμένη αντιφάσεων, αλλά και πλούσια λεπτομερειών, καθώς και επιστημονικών παραπομπών, εν προκειμένω στο τεκμήριο 10, που αιτιολογούν τις δικανικές παρατηρήσεις της. Εις επίμετρον, δεν μπορεί να μην υποδειχθεί ότι επιδερμική ήταν η αντεξέταση που έτυχε, γεγονός που άφησε τη μαρτυρία της αλώβητη. Αν και η μαρτυρία της δεν πλήγηκε και περαιτέρω επιβεβαιώνεται από το σύγγραμμα στο οποίο παρέπεμψε, τεκμήριο 10, εντούτοις ένα σημείο της μαρτυρίας της αδυνατούμε να το αποδεχθούμε. Αυτό έχει να κάνει με τη θέση της αναφορικά με το προφίλ παιδόφιλου, πράγμα για το οποίο ερωτήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Επί του προκειμένου τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και ως εκ τούτου τα επαναλαμβάνουμε. Όπως εκεί λέχθηκε: «Εν προκειμένω το ζήτημα απλώς ερίφθη στη διαδικασία και αφέθηκε ασύνδετο από τα επίδικα θέματα. Τέθηκε μόνο στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής ως μετριαστικός παράγοντας. Το επίδικο θέμα όμως στα πλαίσια της ακρόασης ήταν κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει τη διενέργεια, με την απαιτούμενη ένοχη διάνοια, των φυσικών ενεργειών του εφεσείοντα που πληρούσαν την κατά νόμο περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης των αδικημάτων. Ποία σημασία είχε για την υπόθεση η κατάταξη σε «προφίλ» που τόσο ταλαιπώρησε και επιμήκυνε αχρείαστα τη διαδικασία; Όλη η μαρτυρία περί «προφίλ» ήταν άσχετη με την απόδειξη των κατηγοριών που ήταν το αντικείμενο της δίκης. Όπως τέθηκε στην κλασσική υπόθεση R v. Kilbourne [1973] A.C. 729, 756: «Evidence is relevant if it is logically probative or disprobative of some matter which requires proof.» Καίτοι δεν υποβλήθηκε ένσταση από μέρους των δύο κατηγορουμένων και συνακόλουθα η μάρτυρας απάντησε την ερώτηση που της τέθηκε για το προφίλ ενός παιδόφιλου, έστω σε τούτο το στάδιο ρητά δηλώνουμε ότι αυτή η πτυχή της μαρτυρίας, άσχετη και ασύνδετη με τις κατηγορίες, δεν λήφθηκε υπόψιν και ουδεμία βαρύτητα της αποδόθηκε. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία της Μ.Κ.3 υιοθετείται. Θετική ήταν η εντύπωση που μας άφησε και η θεία Θ.Τ. (Μ.Κ.4). Παρουσιάστηκε σταθερή και χωρίς αντιφάσεις και απάντησε με λεπτομέρεια τις λιγοστές ερωτήσεις που της τέθηκαν. Καταρχάς υποδεικνύουμε πως η αντεξέτασή της από τον κατηγορούμενο 1 περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσον του όφειλε χρήματα, τι της είπε η ανήλικη παραπονούμενη και τι είναι που η ίδια είπε στην αστυνομία κατά την υποβολή του παραπόνου. Από μέρους της κατηγορούμενης 2 ερωτήθηκε μόνο για το χρονικό σημείο που πληροφόρησε τη μητέρα της ανήλικης (κατηγορούμενη 2) για το περιστατικό. Τα λοιπά ζητήματα που ανέφερε, τα οποία απασχολούν στη συνέχεια, δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Υποδεικνύουμε συναφώς ότι η βασική θέση που τέθηκε στη Μ.Κ.4, δηλαδή ότι χρωστούσε στον κατηγορούμενο 1 χρήματα, αν και τέθηκε αορίστως (δεν συναρτήθηκε με ποσό και έτι περισσότερο δεν πλαισιώθηκε με λεπτομέρειες, χρόνο και τόπο που δόθηκαν τα χρήματα και ενδεχομένως σκοπό που θα εξυπηρετούσαν), η μάρτυρας απάντησε με σταθερότητα και αυτοβούλως επεκτάθηκε σε λεπτομέρειες. Εν προκειμένω δεν αρνήθηκε απλώς την υποβολή, πρόσθεσε πως ούτε του χρωστούσε αλλά ούτε και της χρωστούσε και εξήγησε, και επ' αυτού δεν αμφισβητήθηκε, πως κατ' εκείνο τον χρόνο είχε φύγει από την Αγία Σκέπη μετά από εννέα μήνες και, όπως ανέφερε, ήταν «καθαρή». Και συνέχισε λέγοντας ότι ακριβώς επειδή απουσίαζε δεν είχε σχέση μαζί του, παρότι δέχθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξή του. Εν ολίγοις, υποστήριξε ότι λόγω της παραμονής της στην Αγία Σκέπη δεν είχε συνάψει τέτοιες σχέσεις με τον κατηγορούμενο
  4. Αυτή η θέση της Μ.Κ.4, απόρροια όχι απλώς της φυσικότητας και σταθερότητας με την οποία την εξέφρασε, αλλά και της αναμφισβήτητης αιτιολόγησης που έδωσε για την άρνησή της, ουδόλως πλήγηκε. Ως εκ των ανωτέρω αποτελεί διαπίστωσή μας ότι η Μ.Κ.4 ούτε είχε δανειστεί αλλά ούτε και είχε δανείσει τον κατηγορούμενο 1 χρήματα. Ούτε και είχε σχέση οικειότητας με τον κατηγορούμενο
  5. Αναφορικά με το άλλο ζήτημα που τέθηκε στη Μ.Κ.4, εν προκειμένω τι ακριβώς της είπε η ανήλικη τηλεφωνικώς, υποδεικνύουμε ότι στην κατάθεση της Θ.Τ. (τεκμήριο 12) αναφέρεται πως η ανήλικη της είπε ότι άγγιξε «το πουττί της», καθώς ότι, «ο Β.Β. έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι και το εσώρουχό της και την άγγιξε». Η ανήλικη στην απομαγνητοφωνημένη κατάθεση (τεκμήριο 8) δεν αναφέρθηκε ρητά στο περιεχόμενο του τηλεφωνήματος με τη Θ.Τ. Ό,τι ανέφερε εκεί είναι πως· «Μετά το πρωί άκουσα την μάμμα μου να μιλά στο τηλέφωνο με την Θ.Τ. Τζιαι είπα ότι τωρά εν ευκαιρία να το πω της Θ.Τ. γιατί εν έχω κάρτα στο κινητό μου. Τζιαι είπα της τι έγινε τζιαι είπε μου να μεν το πω σε κανένα ώσπου να έρτει». Και βεβαίως η εκεί αναφορά της «τι έγινε», παραπέμπει σε αυτό που αμέσως πιο πάνω εξήγησε, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 1 «έβαλε το σιέρι του που κάτω μου», όπως ανέφερε και η Θ.Τ. στη δική της κατάθεση (τεκμήριο 12). Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι ενόρκως και οι δύο μάρτυρες, ανήλικη και Θ.Τ., προσέθεσαν κάποια στοιχεία σε αυτά που ανέφεραν στην αρχική τους δήλωση, τεκμήριο 8 και 12 αντίστοιχα. Η μεν ανήλικη της ζητήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 να αναφέρει τι είναι αυτό που είπε στη Θ.Τ. και απάντησε: «Μόλις ξύπνησα, είδα τη μάμα μου που μιλούσε με τη θεία μου στο τηλέφωνο, οπότε είπα "α, ευκαιρία να μιλήσω με τη θεία μου και να της πω τι έγινε", διότι εκείνη τη στιγμή δεν είχα κάρτα στο τηλέφωνο. Έπιασα το τηλέφωνο, πήγα λίγο, κάπου λίγο πιο μακριά ώστε να μην με ακούσει η μάμα μου και είπα της θείας μου ότι ο Β.Β. πήγε να με βιάσει και να μου κάνει σεξουαλική παρενόχληση και η θεία μου με ρώτησε εάν ήταν ο Β.Β ή ο M ο φίλος του Β.Β και της είπα ο Β.Β. και μου είπε να μην κάνω τίποτε ώσπου να έρθει και να μεν πω τίποτε». Επίσης ερωτήθηκε κατά πόσον απομονώθηκαν για να τα πουν και απάντησε: «Δεν απομονωθήκαμε, απλά μόλις ήρθε μπήκε μέσα, άρχισε και φώναζε του Β.Β. και του έλεγε να μαζέψει τα πράγματα του ώστε να φύγει από το σπίτι, γιατί δεν ήθελε να τον βλέπω εκεί». Από την άλλη η Θ.Τ. ενόρκως υποστήριξε ότι η ανήλικη της είπε: «Μου λέει «θεία, σε παρακαλώ έλα γιατί ο Β.Β ούλλη νύχτα με ενόχλαν κάτω και έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο μου και ενοχλούσε με» και λέω της «Κ.Π. μου, ηρέμησε, μην κλαις. Έρχομαι αμέσως από εκεί»». Επίσης στην κυρίως εξέταση, ερωτηθείσα αν ακολούθως του τηλεφωνήματος με την ανήλικη πήγε σπίτι, απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε· «Ρώτησα τι έγινε και μου είπε». Τα ανωτέρω δεν υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση, είτε του κατηγορούμενου 1 είτε της κατηγορούμενης
  6. Εντοπίστηκαν όμως από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου στρέψαμε την προσοχή μας σε αυτά που φαινομενικά παρουσιάζονται ως αντίφαση. Λέμε φαινομενικά και όχι ουσιαστικά, εφόσον συνολική θεώρηση της μαρτυρίας φανερώνει πως τα ανωτέρω αποσπάσματα από τη ζώσα μαρτυρία των δύο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα σημάδια που άφησε η πάροδος του χρόνου που κύλησε από την ημέρα του συμβάντος. Και εξηγούμε· η δωδεκάχρονη κατά τον επίδικο χρόνο ανήλικη, η οποία δεν γνώριζε, ως ανωτέρω υποδείξαμε, τη φράση αιδοίο, έχει πλέον απομακρυνθεί από όλη την οικογένεια (μητέρα/κατηγορούμενη 2, θεία (Μ.Κ.4) και γιαγιά) και μετά από κάποιο διάστημα στη στέγη, βρίσκεται σήμερα σε ανάδοχη οικογένεια. Όπως δικαίως αναγνώρισε και ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 και ευστόχως το έθεσε στην ανήλικη («Κ.Π. μου, τώρα που πέρασαν κάποια χρόνια και πλέον έχεις μια άλλη πορεία, φαίνεσαι πολύ καλύτερα, περνάς καλά και μπράβο και είσαι και σε ανάδοχη..»), η παρουσία της στο Σπίτι του Παιδιού για σκοπούς αντεξέτασης μέσω του κλειστού κυκλώματος, απεκάλυψε εμφανώς την πρόοδο της ανήλικης παραπονούμενης τόσο εκφραστικά όσο και εμφανισιακά. Και είναι αυτό το πέρασμα του χρόνου που αναφέραμε, εφόσον η δεκαπεντάχρονη πλέον ανήλικη, ούσα ωριμότερη από το παιδί που ήταν πριν τρία έτη, χρησιμοποίησε εκφράσεις όπως «πήγε να με βιάσει» και «σεξουαλική παρενόχληση». Εντούτοις, το σύνολο της μαρτυρίας της αποκαλύπτει πως αυτό λέχθηκε όχι για να διαφοροποιηθεί από τη θέση της σε σχέση με αυτό που ισχυρίστηκε ότι συνέβη, δηλαδή ότι ο Β.Β. έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι και το εσώρουχό της, άλλωστε σε αυτό είναι που επέμεινε μέχρι τέλους, αλλά ως τρόπος ωριμότερης έκφρασης. Επί της ουσίας παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι το συμβάν ήταν αυτό που εξαρχής ανέφερε και οι προμνησθείσες φράσεις διαπιστώνουμε πως δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ρύμη του λόγου. Ούτε όμως και η χρήση παρατατικού χρόνου από τη Θ.Τ. (Μ.Κ.4) («ούλλη νύκτα με ενόχλαν κάτω»), κρίνεται ως διαφοροποίηση. Αυτό γιατί και η Θ.Τ. παρέμεινε σταθερή ότι ένα ήταν το περιστατικό για το οποίο της μίλησε η ανήλικη, όπως με σαφήνεια εξήγησε κατά τη μαρτυρία της. Όσο δε για το κατά πόσον απομονώθηκαν ή όχι με τη Θ.Τ. (Μ.Κ.4) μόλις η τελευταία μετέβη στην οικία, κρίνουμε πως δεν είναι ουσιώδους σημασίας. Η λογική του πράγματος βάσει της ροής των γεγονότων, ιδιαίτερα υπό τις εδώ περιστάσεις όπου ένα παιδί 12 ετών υποβάλλει τέτοιο παράπονο και όπως η Θ.Τ. υποστήριξε, ήταν φοβισμένη και έκλαιγε (θέση για την οποία δεν αμφισβητήθηκε), υποστηρίζει ότι δεν αναμένεται από το παιδί κινηματογραφική αποτύπωση όλων όσων σε δεύτερο χρόνο του επίδικου συμβάντος έλαβαν χώρα. Και είναι επ' αυτού ακριβώς που τυγχάνει εφαρμογής ο λόγος της Α.Ν.Κ., ανωτέρω, που θέλει ένα παιδί να χάνει λεπτομέρειες που είναι σημαντικές για έναν ενήλικα. Περιπλέον, σφάλμα είναι η μαρτυρία να κρίνεται μικροσκοπικά. Ζητούμενο δεν είναι το κατά πόσον απομονώθηκαν, ως τέθηκε με την ερώτηση, αλλά η αλήθεια του παραπόνου που προηγήθηκε και βεβαίως οι αιτιάσεις της ανήλικης για το επίδικο περιστατικό. Αν μη τι άλλο η ανωτέρω διαφορά στη μαρτυρία των δύο, ανήλικης και Θ.Τ. επί ζητήματος παρεμφερούς και επουσιώδους σημασίας, όπως είναι η τυχόν απομόνωση, όχι μόνο δεν πλήττει την αξιοπιστία τούτων, καταδεικνύει εμπράκτως την απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους (βλ. Μ.Δ. ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 87/19, ημερ. 10/03/2021). Έχοντας αναφέρει όλα τα ανωτέρω προσφέρεται σε τούτο το στάδιο να υποδείξουμε και το εξής· ούτε η ανήλικη αλλά ούτε και η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) αμφισβητήθηκαν σε σχέση είτε με την τηλεφωνική επικοινωνία είτε με το περιεχόμενο αυτής, που είχαν το πρωινό της 20ης Αυγούστου
  7. Ούτε όμως η Θ.Τ. αμφισβητήθηκε ότι γύρω στις 04:30 μέχρι και 05:30-06:00 το πρωί της ίδιας ημέρας, η ανήλικη της έστελνε μήνυμα «call me back». Μάλιστα αυτό το μήνυμα, ως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ήταν ο λόγος για τον οποίο μόλις ξύπνησε, δηλαδή η ώρα 06:00, τηλεφώνησε στην αδελφή της, κατηγορούμενη 2 και ζήτησε να μιλήσει με την ανήλικη παραπονούμενη, εφόσον το τηλέφωνο της τελευταίας ήταν κλειστό. Εντέλει ούτε και η ανήλικη αμφισβητήθηκε ή έστω ερωτήθηκε για τη θέση της ότι επιχείρησε να ξυπνήσει τη μητέρα της, εντούτοις ανεπιτυχώς εφόσον δεν ξυπνούσε. Βάσει όλων των ανωτέρω δεχόμαστε ότι το πρωί της 20ης Αυγούστου 2022, μετά τις 03:00 το πρωί, η ανήλικη παραπονούμενη επιχείρησε να ξυπνήσει τη μητέρα της, εντούτοις η τελευταία δεν ξύπνησε. Ακολούθως κάλεσε viber και έστειλε μήνυμα στη Θ.Τ. (Μ.Κ.4) με περιεχόμενο «call me back». Η ώρα 06:00 το πρωί της ίδιας ημέρας όταν η Θ.Τ. ξύπνησε, τηλεφώνησε στην ανήλικη, εντούτοις το τηλέφωνό της ήταν κλειστό. Κάλεσε τότε τη μητέρα της (κατηγορούμενη 2) και ζήτησε να μιλήσει με την ανήλικη παραπονούμενη. Μίλησε με την ανήλικη και η τελευταία της ανέφερε ότι καθ' ον χρόνο κοιμόταν ο Β.Β. την άγγιξε στο αιδοίο (το πουττί της) και συγκεκριμένα «έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχό της και την άγγιξε». Επίσης της ανέφερε ότι προσπάθησε να ξυπνήσει τη μητέρα της αλλά αυτή δεν ξυπνούσε. Καθ' ον χρόνο η ανήλικη μιλούσε στο τηλέφωνο με τη Θ.Τ., έκλαιγε και ήταν φοβισμένη. Η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) είπε στην ανήλικη να μην πει τίποτα μέχρι που θα πήγαινε η ίδια στο σπίτι. Πέραν των ανωτέρω προσθέτουμε ότι κατά την ακρόαση η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 διερεύνησε και το κατά πόσον η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) υπέβαλε στην αστυνομία παράπονο διαφορετικού περιεχομένου από εκείνο που τελικώς καταγγέλθηκε. Επ' αυτού μάλιστα είναι που ερωτήθηκε η Μ.Κ.
  8. Ως εκ τούτου επιβεβλημένο κρίνουμε πως είναι να σχολιάσουμε τα ακόλουθα· εν προκειμένω άτρωτη παρέμεινε η θέση της Μ.Κ.5 για το περιεχόμενο της καταγγελίας που υποβλήθηκε. Τα όσα σχετικά ανέφερε, εντοπιζόμενα στην ίδια την κατάθεσή της (τεκμήριο 13) που δόθηκε σε πρώιμο στάδιο της διερεύνησης (31/08/2022), είναι αυτά ακριβώς που επανέλαβε και στο Δικαστήριο και δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η μαρτυρία της ελέγχεται από τη μαρτυρία της Θ.Τ. και δη τη φαινόμενη αντίφαση που προκύπτει με τη θέση της Μ.Κ.5 ότι άλλο ήταν το περιεχόμενο της καταγγελίας που λήφθηκε απ' εκείνο που τελικώς προωθήθηκε. Υποδεικνύουμε εν προκειμένω ότι η Θ.Τ. ερωτήθηκε για το περιεχόμενο της καταγγελίας και απάντησε ότι τα ίδια ανέφερε και τότε, δηλαδή πως το άγγιγμα ήταν στα γεννητικά όργανα. Είμαστε της γνώμης πως ούτε σε αυτή την περίπτωση διαπιστώνεται αντίφαση και εξηγούμε· η Θ.Τ. παρέμεινε σταθερή ότι τα ίδια ανέφερε τόσο στην καταγγελία όσο και στην κατάθεσή της. Από την άλλη η Μ.Κ.5 υποστήριξε ότι μετά την αναφορά η συνάδελφός της α/αστ. 3661 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Θ.Τ. ώστε να της επεξηγήσει τη διαδικασία που θα ακολουθείτο και η Θ.Τ. της είπε ότι το άγγιγμα ήταν στα γεννητικά όργανα. Περιπλέον, η Θ.Τ. στη γραπτή κατάθεση που έδωσε, τεκμήριο 12, υποστήριξε ότι η ανήλικη της ανέφερε πως το άγγιγμα ήταν στα γεννητικά όργανα. Στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι αυτό είναι που ανέφερε και στην αστυνομία. Στα ανωτέρω προστίθεται πως ούτε η Μ.Κ.5 αλλά ούτε και η Θ.Τ. αμφισβητήθηκαν για τα όσα ανέφεραν. Ούτε και η υπεράσπιση ζήτησε να πληροφορηθεί την ταυτότητα του προσώπου που έλαβε και κατέγραψε την καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, όχι βεβαίως για να διαφανεί ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, αλλά για να διερευνηθεί μέσω αυτού η καταγγελία που υπεβλήθη. Συνεπώς, δεν ζητήθηκε και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το εν λόγω πρόσωπο, ώστε να δώσει σχετικές εξηγήσεις για την αναφορά και το περιεχόμενό της και ως εκ τούτου άγνωστο παρέμεινε γιατί και σε ποιον οφείλεται το γεγονός ότι στην αναφορά ημερομηνίας 20/08/2022 καταγράφηκε πως το άγγιγμα ήταν στο στήθος αντί του τελικώς ισχυριζόμενου, δηλαδή στα γεννητικά όργανα. Όπως και αν έχουν τα πράγματα, με δεδομένη τη θετική εικόνα που άφησαν τόσο η Θ.Τ. όσο και η Μ.Κ.5, περιπλέον ότι αμυδρή και επιφανειακή ήταν η αντεξέταση γι' αυτό το ζήτημα, αλλά πολύ περισσότερο το γεγονός ότι αντικειμενικώς ορώμενες οι θέσεις των δύο αυτών μαρτύρων (Θ.Τ. και Μ.Κ.5), αποκαλύπτουν ότι δεν αντικρούει ούτε καταρρίπτει η μια την άλλη, καταλήγουμε ότι οι θέσεις και των δύο, Θ.Τ. και Μ.Κ.5, είναι ορθές και αληθείς. Δεχόμαστε συναφώς ότι στην αναφορά ημερομηνίας 20/08/2022 σημειώθηκε ότι το άγγιγμα ήταν στο στήθος και αυτό παρότι η Θ.Τ. εξαρχής κατήγγειλε άγγιγμα στα γεννητικά όργανα μέσα από τα ρούχα και αυτό ήταν που επανέλαβε και στην α/αστ. 3661 όταν επικοινώνησε μαζί της μετά την υποβολή παραπόνου. Εντέλει, αυτό ήταν που επανέλαβε και αργότερα στην κατάθεσή της τεκμήριο
  9. Αναφορικά τώρα με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 σημειώνουμε ότι μας έκανε κάκιστη εντύπωση. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στα πρακτικά της διαδικασίας για να διαπιστώσει την εμφανή και συνεχή παλινδρόμηση θέσεων, καθώς και τις εκκωφαντικές αντιφάσεις μεταξύ ζώσας μαρτυρίας και ανακριτικής κατάθεσης (τεκμήριο 17Β) και αυτό παρότι κατά την αντεξέταση του υπεδείχθη η ανακριτική κατάθεση που έδωσε (του υπεδείχθη το κείμενο στην αραβική γλώσσα, τεκμήριο 17Α) και υιοθέτησε το περιεχόμενό της ως ορθό. Εντέλει, η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1, εξεταζόμενη εν συνόλω και υπό το φως των αρχών που ανωτέρω παραθέσαμε, κρίνουμε πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συνονθύλευμα αυτοαναιρούμενων ισχυρισμών που δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Και εξηγούμε· στην ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 17Β) ο κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε ποια είναι η σχέση του με την κατηγορούμενη 2 και απάντησε «έχουμε δεσμό» (βλ. απάντηση υπ' αρ. 7). Εντούτοις αντεξεταζόμενος ανέφερε «Ζούσα μαζί της στο σπίτι» και όταν του υποβλήθηκε ότι είχαν δεσμό, απάντησε «όχι, εάν μιλούμε για σεξουαλική σχέση, όχι. Απλώς ζούσαμε». Μάλιστα αυτό αντιπαραβάλλεται με τη θέση της ανήλικης η οποία υποστήριξε ότι «όταν η μάμμα μου εν έρκετε η Θ.Τ., μερικές φορές εν έρκετε, όταν εν έρκετε βάλλει τον Β.Β. να τζιοιμηθεί μέσα μαζί της τζιαι εγώ τζιοιμούμαι με τον Χ.» (τεκμήριο 8, σελ. 7, γρ. 323-325) και πιο κάτω ότι ο Β.Β. μένει μαζί τους 4, 5 μήνες (τεκμήριο 8, σελ. 8, γρ. 355). Περαιτέρω, στην ίδια κατάθεση, τεκμήριο 17Β, επιχειρώντας να αντικρούσει την κατηγορία υποστήριξε· «... Είναι δυνατό να παρενοχλήσω την μικρή ενώ ήταν δίπλα μου η μητέρα της και εκεί ήταν και ο Χ.» (απάντηση υπ' αρ. 11). Δηλαδή αφότου δέχθηκε ότι είχε δεσμό με την κατηγορούμενη 2, αναφερόμενος πλέον στον επίδικο χρόνο τοποθέτησε τον εαυτό του δίπλα της (κατηγορούμενης 2) κατά τη διάρκεια της νύκτας, ενώ τον μικρό Χ. τον έθεσε αόριστα στον χώρο («εκεί ήταν») και όχι με εγγύτητα προς τον ίδιο, όπως ανέφερε για την κατηγορούμενη
  10. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας βεβαίως ότι στο Δικαστήριο υποστήριξε ότι στο δωμάτιο κοιμόντουσαν και άλλα άτομα. Όπως ανέφερε, στο δωμάτιο κοιμόταν η κατηγορούμενη 2, ο ίδιος, η ανήλικη παραπονούμενη, ο μικρός Χ. και πρόσθεσε κάποια Σ., ενώ αναφορά έκανε και στον M., αποδεχόμενος όμως ότι ο τελευταίος «κοιμόταν κοντά στην πόρτα του δωματίου». Γιατί όμως δεν ανέφερε τη Σ. στην απάντηση 11 του τεκμηρίου 17Β, όπου χωρίς να ερωτηθεί ειδικά, κατονόμασε τα άτομα που βρίσκονταν εντός του δωματίου το επίδικο βράδυ, δεν γίνεται κατανοητό. Η λογική βεβαίως επιτάσσει ότι σε εκείνο το πλαίσιο θα κατονομαζόταν και η Σ. νοουμένου βεβαίως ότι πράγματι κοιμόταν στο δωμάτιο, εφόσον ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος 1 απάντησε τοιουτοτρόπως (απάντηση 11 τεκμηρίου 17Β) ήταν για να καταρρίψει την κατηγορία λόγω της παρουσίας και άλλων προσώπων στο δωμάτιο. Συνεπώς, η μη συμπερίληψη της Σ. εξαρχής, την οποία μάλιστα ουδείς άλλος εκ των μαρτύρων ανέφερε και χωρίς ο κατηγορούμενος 1 να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση για αυτή τη μη συμπερίληψη, υποδηλοί ότι τέτοιο πρόσωπο δεν κοιμόταν στο δωμάτιο το επίδικο βράδυ. Πέραν όμως των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος 1 διαφοροποιήθηκε ακόμη και για τη σχέση που είχε με την ανήλικη παραπονούμενη. Στην ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 17Β ρωτήθηκε σχετικά και απάντησε «Είχαμε πάρα πολύ καλές σχέσεις. Την είχα σαν τη μικρή αδελφή μου» (απάντηση 8). Εντούτοις στην κυρίως εξέταση, όταν ερωτήθηκε ειδικά για τη σχέση του με την ανήλικη, υποστήριξε ότι «Δεν είχα κάποια σχέση. Πήγαινα, κοιμόμουν και μετά έφευγα από σπίτι, δεν είχα καμιά σχέση». Έκδηλη είναι βεβαίως η διάσταση των δύο θέσεων και εύλογα διερωτάται κανείς, γιατί στην κατάθεσή του (τεκμήριο 17Β) τοποθετήθηκε κατά τρόπο θετικό για τη σχέση του με την ανήλικη και γιατί στο Δικαστήριο αρνήθηκε τούτη τη σχέση που ο ίδιος χαρακτήρισε κατά τον τρόπο που εξηγήσαμε. Περαιτέρω, επαναλαμβάνουμε εδώ τη νομολογιακή αρχή που ενωρίτερα θέσαμε με παραπομπή στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου, ανωτέρω και υποδεικνύουμε ότι η ανήλικη παραπονούμενη δεν αμφισβητήθηκε είτε για τα πρόσωπα που κοιμήθηκαν στο δωμάτιο το επίδικο βράδυ, είτε για τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο 1, είτε ακόμη για τη σχέση του τελευταίου με τη μητέρα της (κατηγορούμενη 2). Και βεβαίως περιττό να τονίσουμε ότι δεν νοείται αποδοχή και υιοθέτηση των θέσεων του κατηγορούμενου 1 που αιφνιδίως εμφανίστηκαν στη δια ζώσης μαρτυρία του και ουδέποτε τέθηκαν στην ανήλικη και αυτό παρότι η τελευταία με σαφήνεια τοποθετήθηκε διαφορετικά και επιπλέον, οι θέσεις αυτές του κατηγορούμενου 1 ενδελεχώς αξιολογούμενες διαπιστώνονται αντιφατικές προηγούμενων δηλώσεων του ιδίου. Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι το επίδικο βράδυ εντός του δωματίου κοιμόταν η ανήλικη μαζί με τον Χ. σε ένα κρεβάτι. Συγκεκριμένα η ανήλικη κοιμόταν στην εξωτερική πλευρά και ο ξάδερφός της (Χ.) στην πλευρά του τοίχου. Περαιτέρω, στον καναπέ που γινόταν και χρησιμοποιείτο ως κρεβάτι, κοιμόταν η κατηγορούμενη 2 μαζί με τον κατηγορούμενο
  11. Ουδείς άλλος βρισκόταν εντός του δωματίου. Ο φίλος του κατηγορούμενου 1 ονόματι M., κοιμόταν έξω στην αυλή, όπως δηλώθηκε στα παραδεκτά γεγονότα, έγγραφο Α. Πριν το επίδικο περιστατικό η σχέση του κατηγορούμενου 1 με την ανήλικη παραπονούμενη ήταν αυτή που η τελευταία εξήγησε και συνάδει και με τα αναφερόμενα στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1 (τεκμήριο 17Β, απάντηση 8) και όχι αυτή που ο κατηγορούμενος 1 επιχείρησε να παρουσιάσει ενόρκως στο Δικαστήριο χωρίς ποτέ να τεθεί στην ανήλικη. Εν προκειμένω είχαν καλή και φιλική σχέση. Ο κατηγορούμενος 1 διέμενε στην οικία της κατηγορούμενης 2 περί τους 4 με 5 μήνες και οι δύο τους είχαν δεσμό. Πέραν των ανωτέρω, πρόσθετες αντιφάσεις και παλινδρομήσεις στη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 εμφανίζονται και στα όσα υποστήριξε ότι συνιστούν την αιτία της καταγγελίας. Ενόρκως υποστήριξε ότι είχε δανείσει χρήματα στη Θ.Τ. η οποία δεν του τα επέστρεψε. Η πιο κάτω στιχομυθία κατά την κυρίως εξέταση, αποκαλύπτει τη θέση του στο σύνολό της. Όπως ανέφερε: «A. Προηγουμένως η Θ.Τ. δανείστηκε χρήματα από εμένα και δεν μου τα έφερε πίσω και βρήκα τον εαυτό μου στη φυλακή. Και μετά μου είπε "εάν θέλεις να σου λύσω το πρόβλημα στο οποίο βρίσκεσαι, να μου δώσεις, έπρεπε να μου δώσεις €4.000". Και η μητέρα, αυτή μου είπε, μου τα είπε αυτά. E. Δηλαδή σου είπαν ότι για να αποσυρθεί το παράπονο να τους δώσεις χρήματα; A. Μου είπε ότι η μικρή θέλει €2000 και ο Δικαστής θέλει €2000». Εντούτοις στην ανακριτική κατάθεση άλλη είναι η θέση που εξέφρασε. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς κατά πόσον επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε, ανέφερε τα ακόλουθα (απάντηση 16, τεκμήριο 17Β): «Θέλω να σου αναφέρω πως όλα αυτά έγιναν για τα 300 ευρώ που μου χρωστά η Θ.Τ. και δεύτερο η Θ.Τ. συνέχεια ζητούσε να πάρει την κηδεμονία της Κ.Π. ούτως ώστε να λάβει και την οικονομική βοήθεια που παίρνει η Γ.Α.. Από τον καιρό που είμαι με την Γ.Α. μόνο τις τρεις τελευταίες βδομάδες ήρθε να μείνει μαζί μας η Θ.Τ. και δείτε τι έγινε. Επίσης να σας πω ότι απειλούσε την Γ.Α. ότι θα φέρει το Γραφείο Ευημερίας και την Υπηρεσία Αλλοδαπών. Εγώ σε καμία περίπτωση δεν άγγιξα την μικρή. Ποτέ δεν έκανα κάτι κακό στην Κ.Π.». Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για την αντίφαση που αναφύεται από τα ανωτέρω και αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται πως τούτος ο ισχυρισμός, δηλαδή ότι η Θ.Τ. απαίτησε από τον κατηγορούμενο 1 το ποσό των €4.000, ουδέποτε τέθηκε σε αυτήν ως άμεσα ενδιαφερόμενη. Καίτοι η παράλειψη και μόνο υποβολής τούτης της θέσης στη Θ.Τ. την οδηγεί σε απόρριψη, υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι στην αντεξέταση ο κατηγορούμενος 1 ερωτήθηκε γιατί δεν τα ανέφερε αυτά (σε σχέση με τις €4.000) στην αστυνομία και ήταν η θέση του ότι «τα είπα, τα είπα. Φέρε καμιά απόδειξη στο WhatsApp ή κάτι τέτοιο», δεν μπορούσα, αφού μου τα είπε προφορικά στο πρόσωπό μου». Εν ολίγοις υποστήριξε ότι αν και τα ανέφερε, η αστυνομία του ζήτησε αποδείξεις. Η εν λόγω απάντηση του κατηγορούμενου 1, δηλαδή ότι η ανυπαρξία αποδείξεων ήταν ο λόγος που δεν συμπεριλήφθηκε στην ανακριτική κατάθεσή του (τεκμήριο 17Β) η θέση του για την απαίτηση της Θ.Τ. για καταβολή €4.000, δεν είναι απλώς ευτελής και ανίκανη λογικής εξήγησης, είναι και αυτοαναιρούμενη από αυτό τούτο το περιεχόμενο της κατάθεσης. Αυτό γιατί ούτε για τα €300 που εκεί ανέφερε ότι του χρωστούσε η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) προσκόμισε οιαδήποτε απόδειξη, και παρόλα ταύτα η αστυνομία καθηκόντως κατέγραψε καθετί το οποίο δήλωσε ο κατηγορούμενος 1, ως φαίνεται στην απάντηση 16 του τεκμηρίου 17Β, την οποία ανωτέρω παραθέσαμε. Αν λοιπόν είχε αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την καινοφανή τούτη θέση του περί απαίτησης και εκβιασμού της Θ.Τ. (Μ.Κ.4) και της μητέρας της για καταβολή €4.000, δεν έχουμε αμφιβολία ότι και αυτό θα καταγραφόταν στην ανακριτική κατάθεση, όπως και οι λοιπές τοποθετήσεις του κατηγορούμενου
  12. Σε κάθε περίπτωση, ούτε και αυτή η θέση τέθηκε από την υπεράσπιση, αυτή τη φορά στη Μ.Κ.5 που έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, τεκμήριο 17Β, ώστε να έχουμε τη δική της θέση σχετικά, και είναι αυτό πρόσθετος λόγος απόρριψής της θέσης που προωθήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο. Πλέον όμως σημαντικό σε σχέση με τη θέση του κατηγορούμενου 1 περί καταβολής €4.000 είναι και αυτό που ο ίδιος ανέφερε, δηλαδή ότι η Θ.Τ. του είπε, μεταξύ άλλων, πως οι €2.000 είναι για τη μικρή. Εύλογα αναφύεται το ερώτημα· γιατί για τη μικρή. Αν ορθώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση του κατηγορούμενου 1, η καταγγελία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια σκευωρία την οποία η Θ.Τ. και ενδεχομένως και η μητέρα της, επινόησαν. Εξ ου και ο εκβιασμός του κατηγορούμενου
  13. Ποιος λοιπόν λόγος υπήρχε να παρεισφρήσει στη συζήτηση, εν προκειμένω στον εκβιασμό, το όνομα της ανήλικης, εάν όχι επειδή είχε σχέση με την καταγγελία; Προς τούτο υποδεικνύουμε ότι στην αντεξέταση τέθηκε στον κατηγορούμενο 1 ότι η κατηγορούμενη 2 του πρότεινε να ζητήσει συγγνώμη και απάντησε: «Μου ζήτησε η Γ.Α. να ζητήσω συγγνώμη; Δεν ξέρω τίποτε γι' αυτό. Γιατί να μου πει να ζητήσω συγγνώμη; Για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο; Δεν έκανα κάτι». Και είναι κατ' ανάλογο τρόπο που αντιμετωπίζουμε και εδώ την ανωτέρω πτυχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1, δηλαδή σε σχέση με τον εκβιασμό. Ποιος ήταν ο λόγος που δικαιολογούσε αναφορά του ονόματος της ανήλικης, αν όχι επειδή είχε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Στα ανωτέρω εύλογα ερωτήματα δεν απαντά η μαρτυρία του κατηγορούμενου
  14. Καταλήγουμε ότι οι ανωτέρω θέσεις του κατηγορούμενου 1 δεν συμφιλιώνονται με τη λογική, όπως ούτε με τους λοιπούς ισχυρισμούς του και η μαρτυρία του είναι ανίκανη εκλογίκευσης καθώς και πειστικότητας. Και επαναλαμβάνουμε πως ούτε αυτή η θέση, περί εκβιασμού, τέθηκε στη Θ.Τ. και είναι αυτός πρόσθετος λόγος που δεν της επιτρέπει να καρποφορήσει. Προτού όμως προχωρήσουμε περαιτέρω δεν παραλείπουμε να σχολιάσουμε και το εξής· στην ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 17Β, απάντηση 16) ο κατηγορούμενος 1 υποστήριξε ότι η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) ζητούσε να λάβει την κηδεμονία της ανήλικης, ώστε να απολαμβάνει της οικονομικής βοήθειας που λάμβανε η κατηγορούμενη
  15. Σημειώνουμε εν προκειμένω πως ούτε αυτή η θέση τέθηκε στη Θ.Τ., αλλά ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί συμπέρασμα ότι παρέχεται κάποιο επίδομα σε σχέση με την ανήλικη παραπονούμενη. Αντιθέτως και μάλιστα δια στόματος της ανήλικης, ειπώθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι μετά το επίδικο περιστατικό και αφότου η ανήλικη είχε φύγει από την οικία της μητέρας της και πήγε να μείνει με τη γιαγιά της, κατόπιν κάποιας παρεξήγησης με τη Θ.Τ. (ανέφερε ότι η ίδια και ο Χ. έριχναν πέτρες σε παρακείμενο υποστατικό και η θεία της (Μ.Κ.4) τη θεώρησε υπαίτια), η τελευταία της ζήτησε να μαζέψει τα πράγματά της και ακολούθως την οδήγησε και την άφησε στο σπίτι της κατηγορούμενης
  16. Αυτός μάλιστα ήταν και ο λόγος που στη συνέχεια οδηγήθηκε στη στέγη και τελικώς σε ανάδοχη οικογένεια. Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν ότι όχι μόνο η Θ.Τ. δεν επιχείρησε να λάβει την κηδεμονία της ανήλικης, η ίδια ήταν που με τις ενέργειές της οδήγησε την ανήλικη πίσω στην κατηγορούμενη
  17. Βάσει των ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) και η μητέρα της, δεν εκβίασαν τον κατηγορούμενο 1 να καταβάλει το ποσό των €4.000 ώστε να διευθετηθεί η υπόθεση και ούτε του ανέφεραν ότι οι €2.000 είναι για τη μικρή και οι άλλες για τον δικαστή. Περιπλέον, διαπίστωσή μας είναι πως δεν επιθυμούσε η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) να λάβει την κηδεμονία της ανήλικης, ώστε να απολαμβάνει την όποια οικονομική βοήθεια και σε κάθε περίπτωση τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί ότι παρέχεται τέτοια επιχορήγηση για την ανήλικη. Εντέλει, διαπίστωσή μας είναι πως σε χρόνο μετά το επίδικο συμβάν, όταν η ανήλικη διέμενε στη γιαγιά της, η Θ.Τ. έδιωξε την ανήλικη και την οδήγησε πίσω στην οικία της μητέρας της. Πέραν των ανωτέρω η αναλήθεια στη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 διαπιστώνεται και σε σχέση με τα διαδραματισθέντα το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022, όταν πλέον η Θ.Τ. μετέβη στην οικία της κατηγορούμενης 2, δηλαδή μετά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με την ανήλικη. Επί του προκειμένου η θέση της κατηγορούσας αρχής, εκφρασθείσα δια της μαρτυρίας της ανήλικης, καθώς και της Θ.Τ. (Μ.Κ.4), είναι πως όταν η Θ.Τ. εισήλθε στην οικία ανέφερε τα όσα της είπε η ανήλικη και έδιωξε τον Β. (κατηγορούμενο 1) λέγοντάς του ότι θα τιμωρηθεί γι' αυτό που έκανε στην ανήλικη και ότι τότε ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «εγώ δεν έκανα τίποτα και εγώ απλά μπορεί να ήμουν μεθυσμένος ή μπορεί να μην είχα καταλάβει τι έγινε». Περί τούτου η ανήλικη υποστήριξε (τεκμήριο 8, σελ. 4, γραμμή 174‑177) ότι ήταν όλη μέρα μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και όπως ανέφερε «εν ήπιε τίποτε». Περιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Θ.Τ., ο M., δηλαδή ο φίλος του κατηγορούμενου 1, της ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι ήθελε να φύγουν από τις 05:00 και συνεπεία τούτου ρώτησε τον κατηγορούμενο 1, «γιατί τότε θέλετε να φύγετε, αφού δεν έκανες τίποτε» και εκείνος απάντησε «απλά θέλαμε να φύγουμε, να πάμε να μείνουμε αλλού». Και η ανήλικη τοποθετήθηκε σε σχέση με αυτό το ζήτημα στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης (τεκμήριο 8, σελ. 4, γραμμή 171‑ 173), λέγοντας ότι· «Ήρτε η Θ.Τ. τζιαι βασικά πριν να ρτει, ο Β.Β. επροσπαθούσε να πει στον φίλο του να φύουν που το σπίτι». Σε ό,τι αφορά την κατάληξη των όσων έλαβαν χώρα το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022, το έχουμε ως δεδομένο και όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας συμφωνούν, ότι εντέλει ο κατηγορούμενος 1 μάζεψε τα πράγματά του και η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) τον μετέφερε στο σπίτι φιλικού του προσώπου στην Περιστερώνα. Από την άλλη στην ανακριτική κατάθεση τεκμήριο 17Β ο κατηγορούμενος 1 ρωτήθηκε αναφορικά με το τι διημείφθη το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022 στην παρουσία της Θ.Τ. Ένεκα της σημασίας τόσο της ερώτησης όσο και της απάντησης, παρατίθενται αυτολεξεί (ερώτηση και απάντηση 12, τεκμήριο 17Β). «Ερώτηση: Έχω μαρτυρία ότι την 20/08/2022 όταν η Θ.Τ. σου είπε να φύγεις από το σπίτι της Γ.Α. γιατί κακοποίησε σεξουαλικά την ανήλικη Κ.Π. εσύ αρχικά είπες ότι δεν έκανες κάτι τέτοιο ενώ μετά της είπες ότι μπορεί να ήσουν μεθυσμένος και να μην θυμάσαι τι έγινε. Τι έχεις να πεις; Απάντηση: Όχι αυτά είναι ψέματα, εγώ ποτέ δεν ήπια αλκοόλ στη ζωή μου. Η Θ.Τ. είναι πάντα μεθυσμένη και υπό την επήρεια ναρκωτικών». Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε επίσης: «Κύριε κατηγορούμενε, στις 20 Αυγούστου όταν ήρθε η Θ.Τ. στο σπίτι να σε διώξει, σου υποβάλλω ότι της είπες ότι μπορεί να ήσουν μεθυσμένος και να μην θυμάσαι τι έγινε». Η απάντησή του ήταν: «Όχι. Εγώ δεν πίνω». Αν και οι δύο ανωτέρω απαντήσεις του κατηγορούμενου 1, τόσο στο τεκμήριο 17Β όσο και στην αντεξέταση, φαίνεται να άπτονται της κατανάλωσης αλκοόλ και όχι των διημειφθέντων, και αυτό παρότι τα όσα του αποδίδονται ως δικά του λόγια συνηγορούν σε έμμεση παραδοχή και θα ανέμενε κανείς να απαντήσει ευθέως για τα προσαφθέντα, εντούτοις εκλαμβάνουμε την αρχική άρνησή του («όχι») και στις δύο περιπτώσεις να αφορούσε το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης στιχομυθίας. Ακόμη και έτσι όμως, εκείνο που αναδεικνύει την αναλήθεια τούτης της άρνησης προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ανέφερε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του. Συγκεκριμένα, ερωτήθηκε από τον συνήγορό του: «Θα φθάσουμε στο σημείο που έφυγες μετά το περιστατικό. Μετά το περιστατικό, την ημέρα που έγινε το περιστατικό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, μπορείτε να μας εξηγήσετε τι συνέβη»; Επ' αυτού η απάντησή του ήταν: «Δεν ξέρω. Ξύπνησα το πρωί, είδα τη Θ.Τ. να έρχεται φωνάζοντας και μου έλεγε "φύγε", να φύγω από το σπίτι. Μετά η ίδια η Θ.Τ. με μετέφερε, μετά που μάζεψα τα πράγματα μου και με πήρε σε ένα άλλο σπίτι και με άφησε εκεί. Μετά που μια ώρα ήρθε η ίδια με την Αστυνομία και με πήρε η Αστυνομία». Η ανωτέρω τοποθέτηση του κατηγορούμενου 1 υποστηρίζει, εμμέσως εντούτοις ουσιωδώς, τα όσα η ανήλικη και η Θ.Τ. υποστήριξαν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα στην οικία μετά την άφιξη της Θ.Τ. Και εξηγούμε· εν προκειμένω δέχεται ο κατηγορούμενος 1 ότι η Θ.Τ. εισήλθε στην οικία φωνάζοντας και του ζητούσε να φύγει από την οικία. Ποιος όμως λόγος υπήρχε να του πει κάτι τέτοιο, αν όχι το επίδικο περιστατικό ως το είχε πληροφορηθεί από την ανήλικη; Άλλη διαζευκτική εκδοχή από αυτή της κατηγορούσας αρχής δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, αν όχι τα ανωτέρω, ποια ήταν η δική του αντίδραση, ο οποίος παρουσιάζεται να μην γνώριζε οτιδήποτε (ούτε αυτό εξηγήθηκε στο Δικαστήριο) και εντέλει, γιατί συγκατάνευσε στο να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει από την οικία που μέχρι τότε διέμενε, εάν όχι επειδή όντως ανέφερε τα όσα του αποδίδονται και περαιτέρω, αυτή ήταν η πρόθεσή του από νωρίς το πρωί, όπως η ανήλικη και η Θ.Τ. υποστήριξαν; Στα ανωτέρω ερωτήματα δεν απαντά η αλλοπρόσαλλη εκδοχή του κατηγορούμενου 1, ο οποίος, επαναλαμβάνουμε, στις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο στην ανακριτική κατάθεση όσο και στην αντεξέταση (βλ. ανωτέρω), φαίνεται να ενοχλείται για την κατανάλωση αλκοόλ και όχι για το γεγονός ότι τα όσα του αποδόθηκαν ως λόγια που είπε ο ίδιος συνηγορούν, έστω εμμέσως, σε παραδοχή διενέργειας της μεμπτής πράξης και απλώς προσθέτουν ότι δεν αντιλαμβανόταν τι έκανε. Και όλα αυτά παρότι δέχεται πως η Θ.Τ. του φώναζε να φύγει και τελικώς τον έδιωξε, μεταφέροντάς τον μάλιστα η ίδια στην Περιστερώνα εκεί όπου εκείνος της ζήτησε να τον πάρει. Πέραν των ανωτέρω πλέον σημαντικό είναι και το εξής. Ούτε η ανήλικη αλλά ούτε και η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) έτυχαν της παραμικρής αμφισβήτησης σε σχέση με τα όσα ανέφεραν ότι διημείφθησαν το πρωινό μετά την άφιξη της Θ.Τ. στην οικία. Εν προκειμένω τίποτα δεν ερωτήθηκαν, ούτε και τους υποβλήθηκε, είτε ειδικά είτε γενικά, ότι ψεύδονται ή έστω ότι τα όσα απέδωσαν στον κατηγορούμενο 1 ως λόγια που ξεστόμισε κατά τον χρόνο που απασχολεί, δεν ειπώθηκαν και συνεπώς δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Τίποτα απολύτως δεν τέθηκε στις δύο αυτές μάρτυρες και τούτο παρότι και οι δύο επανέλαβαν στην αντεξέταση με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο, όλα όσα ανωτέρω υπεδείχθησαν. Παρεμβάλλουμε εδώ και το εξής σχετικό σε αυτό το πλαίσιο στην έκταση που αφορά την κατηγορουμένη 2 και τα ισχυριζόμενα από αυτήν στις δύο καταθέσεις, τεκμήρια 14Β και 18Β. Σημειώνουμε εν προκειμένω ότι στην κατάθεση τεκμήριο 14Β η κατηγορούμενη 2 άφησε να νοηθεί πως τίποτα δεν της αναφέρθηκε σε σχέση με το επίδικο περιστατικό το πρωινό της 20ης Αυγούστου
  18. Συγκεκριμένα ανέφερε· «Δεν ξέρω γιατί η Κ.Π. είπε ότι ο Β.Β. την πείραξε αλλά εμένα δεν μου είπε τίποτε, ούτε είδα να γίνεται κάτι». Από την άλλη, στο τεκμήριο 18Β σχετική είναι η ερώτηση και απάντηση 14, όπου ρητά ερωτήθηκε και απάντησε: «Ερώτηση: έχω μαρτυρία ότι τόσο η κόρη σου, όσο και η αδελφή σου Θ.Τ. σε ενημέρωσαν ότι ο Β.Β. κακοποίησε σεξουαλικά την κόρη σου Κ.Π, δηλαδή ότι στις 20/08/2022 την άγγιξε στα γεννητικά όργανα. Τι έχεις να πεις; Απάντηση: Όχι, δεν ξέρω, δεν μου είπε κανένας τίποτε». Οι ανωτέρω θέσεις της κατηγορούμενης 2 στο πλαίσιο των δύο καταθέσεών της, δεν συμφιλιώνονται με τα όσα η ανήλικη παραπονούμενη και η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) περιέγραψαν λεπτομερώς, με σταθερότητα και κυρίως χωρίς να αμφισβητηθούν. Στην έκταση πλέον που αφορά την πληροφόρηση της κατηγορουμένης 2, υποδεικνύουμε πως η ανήλικη παραπονούμενη εξαρχής υποστήριξε (βλ. τεκμήριο 8, σελ. 5, γρ. 210-223 και σελ. 9 γρ. 446-457) ότι η μητέρα της (κατηγορούμενη 2) πληροφορήθηκε το συμβάν. Δεν διέλαθε την προσοχή μας η φράση της στο τεκμήριο 8 (σελ. 4, γρ. 173) «τζιαι η μάμμα μου ακόμα εν εκατάλαβε τίποτε», εντούτοις δεν εξετάζεται απομονωμένα αλλά σε συσχετισμό με όλα τα ανωτέρω. Ιδιαίτερα στη σελίδα 9, γρ. 446-457 του τεκμηρίου 8, ρητά αναφέρεται πως η μητέρα της ανήλικης το πληροφορήθηκε όταν πήγε η Θ.Τ. στο σπίτι και είπε του Β.Β. να φύγει. Αυτή ήταν η σταθερή θέση της ανήλικης κατά την ακροαματική διαδικασία. Όταν δε στην αντεξέταση από τον συνήγορο της κατηγορουμένης 2 ερωτήθηκε τι είναι αυτό που η Θ.Τ. ανέφερε στη μητέρα της, απάντησε· «Η θεία μου καθώς έδιωχνε τον Β.Β, η μάμα μου τη ρωτούσε τι έγινε, η θεία μου της εξήγησε ότι ο Β.Β. πήγε να μου κάνει σεξουαλική παρενόχληση και η μάμα μου μόλις το άκουσε, το μόνο πράγμα που είπε ήταν να μου ζητήσει συγγνώμη ο Β.Β. και να μείνει και άλλο στο σπίτι». Πέραν του ότι η ανωτέρω θέση δεν έτυχε αμφισβήτησης, υποδεικνύεται ότι συμπλέει και με τα αναφερόμενα από τη Θ.Τ. (Μ.Κ.4). Είναι με περισσή λεπτομέρεια που στη ζώσα μαρτυρία της ανέφερε τη στιχομυθία που είχε με τον κατηγορούμενο 1 στην παρουσία της αδελφής της (κατηγορούμενη 2). Μάλιστα, υπέδειξε ότι κατά τον ίδιο χρόνο άκουγε και ο υιός της, το μωρό ως ανέφερε, και όπως χαρακτηριστικά πρόσθεσε· «ήθελε να τον μουντάρει ας πούμε» και είναι αυτό απτή ένδειξη των όσων κατά τον ίδιο χρόνο ανέφερε στην παρουσία όλων των παρευρισκόμενων (ανήλικη, Χ., κατηγορούμενος 1 και κατηγορούμενη 2). Ακολούθως πρόσθεσε ότι αφότου του ανέφερε πως αυτό που έκανε στην ανήλικη δεν είναι σωστό και θα το καταγγείλει, η μητέρα παρενέβη και όπως ήταν η θέση της μάρτυρος, η κατηγορούμενη 2 ανέφερε· «..να ζητήσει συγγνώμη από την κόρη και να μείνει γιατί δεν έχουν πού να παν». Τα ίδια επανέλαβε η Θ.Τ. και κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο της κατηγορουμένης
  19. Ερωτηθείσα πότε ανέφερε στη μητέρα της παραπονούμενης με ακρίβεια τι συνέβηκε, απάντησε· «Την ίδια μέρα που μετέβηκα στο σπίτι. Το πρωί που μετέβηκα στο σπίτι, την ίδια μέρα». Ως εκ των ανωτέρω αναμφισβήτητων και αξιόπιστων ισχυρισμών τόσο της ανήλικης όσο και της Θ.Τ. δεν έχουμε αμφιβολία πως οι σχετικές αιτιάσεις της κατηγορούμενης 2 στα τεκμήρια 14Β και 18Β, δεν απηχούν την αλήθεια. Βάσει όλων όσων πιο πάνω αναφέραμε αποτελεί διαπίστωσή μας ότι το πρωινό της 20ης Αυγούστου 2022, μετά την τηλεφωνική συνομιλία που είχαν η Θ.Τ. και η ανήλικη, η Θ.Τ. (Μ.Κ.4) μετέβη στην οικία και εκεί άρχισε να φωνάζει στον κατηγορούμενο
  20. Κατά τον ίδιο χρόνο παρούσα ήταν και η κατηγορούμενη 2 και η Θ.Τ. ανέφερε τι έγινε και ακολούθως ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να φύγει από την οικία και επίσης του είπε ότι θα τιμωρηθεί για αυτό που έκανε στην ανήλικη. Παρών ήταν και ο υιός της Θ.Τ. ο μικρός Χ., ο οποίος στο άκουσμα των όσων η μητέρα του (Θ.Τ.) ανέφερε, αντέδρασε σε βάρος του κατηγορούμενου
  21. Κατόπιν των όσων η Θ.Τ. τους είπε, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε· «εγώ δεν έκανα τίποτα και εγώ απλά μπορεί να ήμουν μεθυσμένος ή μπορεί να μην είχα καταλάβει τι έγινε». Λόγω πληροφόρησης που η Θ.Τ. έλαβε από τον M. όταν πήγε στην οικία, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 1 ήθελε να φύγουν από τις 05:00, ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 «γιατί τότε θέλετε να φύγετε, αφού δεν έκανες τίποτε» και εκείνος απάντησε «απλά θέλαμε να φύγουμε, να πάμε να μείνουμε αλλού». Κατόπιν τούτης της στιχομυθίας η κατηγορουμένη 2 παρενέβη και ανέφερε· «..να ζητήσει συγγνώμη από την κόρη και να μείνει γιατί δεν έχουν πού να παν». Η Θ.Τ. απέρριψε την εισήγηση της αδελφής της (κατηγορούμενη 2) και η τελευταία θύμωσε και είπε ότι πρέπει η ανήλικη να ζητήσει συγνώμη από τον κατηγορούμενο
  22. Η Θ.Τ. αρνήθηκε εκ νέου και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 μάζεψε τα πράγματά του και η Θ.Τ. τον μετέφερε στην Περιστερώνα στο σπίτι ενός προσώπου που της υπέδειξε ο κατηγορούμενος
  23. Εισερχόμαστε τώρα σε διερεύνηση αυτού τούτου του ισχυριζόμενου περιστατικού που τοποθετείται χρονικά η ώρα 03:00 το πρωί της 20ης Αυγούστου
  24. Επί του προκειμένου ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 υποστήριξε ότι η μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης δεν ικανοποιεί με την απαιτούμενη ακρίβεια, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι έλαβαν χώρα τα όσα ισχυρίζεται η ανήλικη παραπονούμενη. Σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης, η ασάφεια και αμφιβολία στη μαρτυρία της ανήλικης οφείλεται στο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κοιμόταν μπρούμυτα, στο δωμάτιο βρίσκονταν και άλλοι, δεν αντέδρασε καθόλου, δεν προκλήθηκε θόρυβος και ουδείς αντιλήφθηκε οτιδήποτε. Εντέλει, λέγει η πλευρά του κατηγορούμενου 1, η θέση της ανήλικης εδράζεται στην αίσθησή της ενόσω κοιμόταν και δεν παρέχει ξεκάθαρη περιγραφή του συμβάντος, το οποίο δυνατόν να ήταν τυχαία κίνηση ή παρερμηνεία. Αρχίζουμε λέγοντας ότι ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης πως η ανήλικη ανέφερε ότι κοιμόταν μπρούμυτα. Ρητά ερωτήθηκε για τον τρόπο που κοιμόταν και αυτή ήταν η ξεκάθαρη απάντηση που έδωσε και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Συνεπώς τούτο εκλαμβάνεται ως δεδομένο. Ερωτήθηκε ακόμη και για τη θέση της ότι ένιωσε το ένα χέρι στην πλάτη και το άλλο ανάμεσα στα πόδια και της ζητήθηκε να πει ποιο χέρι βρισκόταν πού. Επ' αυτού έκδηλη ήταν η σύγχυση της ανήλικης μεταξύ δεξιά και αριστερά, εν προκειμένω έδειξε διαφορετικό χέρι από εκείνο που κατονόμασε και απεριφράστως ανέφερε «Συγχύζω τα δεξιά που τα αριστερά». Κατόπιν σχετικής εξήγησης από το Δικαστήριο προχώρησε λέγοντας ότι «το αριστερό ήταν στην πλάτη και το δεξί ανάμεσα στα πόδια μου». Ακολούθησε η διερεύνηση του ίδιου του περιστατικού και ένεκα της σημασίας των όσων αναφέρθηκαν, η σχετική στιχομυθία παρατίθεται αυτολεξεί. «E. Εντάξει, στο μυαλό μου είχα το τζιν το κοντό που φορούν τα κορίτσια. Πολλά καλά το περιέγραψες Κ.Π. μου. Και τώρα Κ.Π., όπως το αναφέρετε, ότι έγινε η τοποθέτηση με τον τρόπο που περιέγραψες πριν, εν θέλω να μας την ξαναπείς, εγύρισες, είπες του απευθείας "φύε" του Β.Β, αυτός έφυε τζιαι ύστερα λέεις ότι κατάλαβες ότι κάπου σε άγγιξε. Η ερώτηση είναι εάν θέλεις να μας περιγράψεις λλίο αυτό το περιστατικό τζιαι που το αντιλήφθηκες ας πούμε τι ήταν; A. Επειδή εγώ κοιμόμουν εκείνη την ώρα, μόλις άνοιξα τα μάτια μου και γύρισα και του είπα να φύγει, όταν έφυγε ξαναπήγα να κοιμηθώ και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το εσώρουχο μου ήταν μετακινημένο, οπόταν κατάλαβα τι πήγε να κάνει και από εκείνη την ώρα δεν ξανακοιμήθηκα. E. Κ.Π. μου, δηλαδή ένιωσες το χέρι μέσα από το παντελόνι μέχρι το εσώρουχο παράδειγμα, στην αρχή δεν το αντιλήφθηκες, αλλά όταν το είδες, το ένιωσες μετακινημένο, πέρασε που το μυαλό σου αυτό που έχουμε και υπόψη μας και ενώπιον μας; Δικαστήριο: Ένα λεπτό παρακαλώ. Είναι πάρα πολλές οι ερωτήσεις. Είναι εάν ένιωσε το χέρι μέσα από το παντελόνι ή εάν είναι μετά που κατάλαβε το τι έγινε. Περιπλέκονται λίγο τα πράγματα. Δεν θα γνωρίζουμε τι έχει απαντήσει. Διαχωρίστε τις. Δεν είπαμε να μην τις υποβάλετε, υποβάλτε τις, αλλά ξεχωριστά παρακαλώ. Ο κ. Κορομίας συνεχίζει: E. Εντάξει κύριε Πρόεδρε. Κ.Π., η ερώτηση είναι, έβαλε το χέρι του ο Β.Β. μέσα από το παντελόνι και εισχώρησε και μέσα από το εσώρουχο, νιώσατε άγγιγμα αλλά δεν το αντιληφθήκατε εξ' αρχής; Έδιωξες τον από κοντά σου και μετά; A. Ναι». Επί των όσων εδώ απασχολούν σημειώνουμε ευθέως ότι δεν συμμεριζόμαστε τη θέση πως η μαρτυρία της ανήλικης φανερώνει ασάφεια και αοριστία. Καταρχάς, η θέση της υπεράσπισης πως η μαρτυρία της «στηρίζεται στην αίσθηση ενώ κοιμόταν», δεν απηχεί τα όσα η ανήλικη υποστήριξε. Είναι γεγονός ότι η ανήλικη ανέφερε ότι κοιμόταν, άλλωστε και η ώρα του συμβάντος ως ετέθη (03:00 πρωινή), είναι τέτοια που αυτό ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο. Εντούτοις η εξιστόρηση των θέσεων της ανήλικης δεν περιορίζεται σε αυτό. Αντιθέτως, τη θέλει να ξυπνά λόγω ακριβώς του ότι κάποιος την άγγιξε. Όπως αναφέρεται στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο της κατάθεσης που έδωσε· «Εκοιμόμουν η ώρα 3 τα μεσάνυκτα τζιαι ένοιωσα κάποιον πίσω μου να μου, να μου τζιήζει. Τζιαι εγύρισα τζιαι είδα τον φίλο της μάμμας μου τον Β.Β.. Εγύρισα τζιαι είπε μου να σιωπήσω τζιαι είπα του φύε τζιαι έφυε. Τζιαι μετά εκατάλαβα ότι έβαλε το σιέρι του πουκάτω μου» (τεκμήριο 8,σελ. 4, γρ. 155-158). Αποκαλύπτεται συναφώς ότι η ανήλικη δεν συνέχισε να κοιμάται και ότι αυτό ακριβώς το άγγιγμα ήταν που την ξύπνησε και δεν πρόκειται για «αίσθηση» ενόσω κοιμόταν. Δεν διέλαθε την προσοχή μας ότι στο ίδιο σημείο της απομαγνητοφωνημένης κατάθεσης πρόσθεσε ότι· «Τζιαι μετά εκατάλαβα ότι έβαλε το σιέρι του πουκάτω μου» (τεκμήριο 8,σελ. 4, γρ. 158-159). Και είναι αυτό σε συνδυασμό με τις απαντήσεις στην αντεξέταση (αυτές που ανωτέρω παρατέθηκαν) που επικαλείται η υπεράσπιση ως ασάφεια και αοριστία. Εντούτοις, τα ανωτέρω παραγνωρίζουν τα όσα άλλα αναφέρθηκαν από την ανήλικη στην ίδια κατάθεση και ιδιαίτερα στη σελίδα 8, γρ. 384-400 (τεκμήριο 8). Αναφέρεται εκεί ότι· «Α. Οκ. Ξέρεις κάτι άλλο για τον Β.Β.; Όι; Οκ. Λοιπόν τζιαι είπες μου ότι τζιήντην ημέρα που έγινε τούτο, που εσύ ετζιοιμάσουν, εξύπνησες γιατί ένοιωσες ότι κάποιος σε έτζιηζε; Τζιαι είπες μου ότι εκατάλαβες μετά ότι, ότι άγγιξε σε που κάτω. Δηλαδή; Πέ μου έτσι παραπάνω πράματα για τούτο. Ήνταλως εκατάλαβες; Πού σε άγγιξε ακριβώς; Μ. Ετζιοιμόμουν, ναι τζιαι μετά, εκρατούσε δαμέ την πλάτη για να μεν ξυπνήσω. Εκρατούσε μου την πλάτη έτσι τζιαι εγύρισα τζιαι είπα του φύε ας πούμε τζιαι είπε μου σιώπα. Τζιαι εγύρισα τζιαι είπα του φύε. Τζιαι έφυε. Τζιαι μετά εκατάλαβα ότι κάποιος είσιε το σιέρι του που κάτω μου. So, εκατάλαβα ότι ήταν ο Β.Β.. Τζιαι, τζιαι τζιήντην ώρα που το έκαμνε εκατάλαβα το επειδή εκρατούσε με τζιαι το σιέρι του ήταν που κάτω μου. τζιαι εκατάλαβα το. Τζιαι έφυε πάλε. Τζιαι έφυε ναι τζιαι εγύρισα τζιαι επήα να κοιμηθώ. Τζιαι θωρώ, ακούω το κρεβάτι να, να ακούγεται ας πούμε, τζιαι εκατάλαβα ότι σηκώνεται. Εγύρισα να δω τι κάμνει τζιαι ήταν ας πούμε σε φάση τζιαι εγυρνούσε να έρτει σε μένα. Αλλά επειδή είδε ότι εθωρούσα τον, εγύρισε που την άλλη για να κάμει ότι πάει να κάμει το τσιάρο του». (ο τονισμός δικός μας) Τα ανωτέρω δεν αφήνουν αμφιβολία. Ρητώς και απεριφράστως εξήγησε η ανήλικη ότι είναι τη στιγμή της πράξης αυτής αφ' εαυτής που ένιωσε το άγγιγμα και ότι η αίσθηση ήταν σύγχρονη και συνυφασμένη του αγγίγματος, δηλαδή την ίδια ώρα που αισθάνθηκε το άγγιγμα, το χέρι του ήταν «που κάτω μου», ως ανέφερε και συνεπώς η μαρτυρία της δεν αποκαλύπτει αόριστη αίσθηση, αλλά ομιλεί για πραγματικό γεγονός που βίωσε. Ούτε και αναμένεται βεβαίως ακριβής προσδιορισμός του χεριού, δεξί ή αριστερό, υπό τις περιστάσεις του συμβάντος, δηλαδή ξυπνώντας αναπάντεχα εν τω μέσω της νυκτός συνεπεία του αγγίγματος. Κάτι τέτοιο δεν είναι λογικά αναμενόμενο. Προτεραιότητα δεν είχε η εξακρίβωση του χεριού, που ούτως ή άλλως η ανήλικη συγχύζει ως ανωτέρω εξηγήθηκε, αλλά η φυσιολογική απαίτηση να φύγει, όπως ήταν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.