← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ιωάννης Καμούγιαρος, Αρ. Υπόθεσης: 26260/24, 7/10/2025

Δημοκρατία ν. Ιωάννης Καμούγιαρος, Αρ. Υπόθεσης: 26260/24, 7/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 26260/24 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Ιωάννης Καμούγιαρος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου, 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Χρ. Κυθραιώτου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Αλεξίου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, σε αριθμό κατηγοριών που αφορούν παραβιάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/77 και του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμισης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/07. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος επί τω ότι, στις 21.12.24, στη Λευκωσία: (α) Είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', δηλαδή MDMA συνολικού βάρους 43,66 γρ. (1η κατηγορία). (β) Είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α', δηλαδή κοκαΐνη συνολικού βάρους 202,76 γρ. (2η κατηγορία). (γ) Κατείχε τα ελεγχόμενα φάρμακα που αναφέρονται στην 1η και 2η κατηγορία, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (3η και 4η κατηγορία). (δ) Κατείχε το ποσό των €8.395, ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου (5η κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως εξής: Στις 21.12.24, κατόπιν πληροφορίας σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος θα μετέβαινε στην περιοχή Λατσιών το μεσημέρι της ημέρας εκείνης προκειμένου να παραλάβει μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης, διενεργήθηκε επιχείρηση από την Υπηρεσία Καταπολέμισης Ναρκωτικών. Περί ώρα 12:00 της ίδιας ημέρας, ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε να οδηγεί το όχημα που αναφερόταν στην πληροφορία, κατευθυνόμενος προς την περιοχή Αγλαντζιάς, οπότε και ανακόπηκε. Ενημερώθηκε για τους λόγους παρουσίας της Αστυνομίας και απάντησε «Κάμε τη δουλειά σου». Κατά τη σωματική έρευνα που διενεργήθηκε στον Κατηγορούμενο εντοπίστηκε στις τσέπες του μπουφάν που φορούσε το χρηματικό ποσό των €8.395 σε χαρτονομίσματα. Ελλείψει ικανοποιητικών εξηγήσεων για την προέλευση του ποσού, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Κατά την έρευνα στο όχημα του Κατηγορούμενου, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν οι ακόλουθες ναρκωτικές ουσίες και αντικείμενα: (α) Στο ντουλαπάκι του ταμπλό που βρίσκεται μπροστά από τη θέση του συνοδηγού εντοπίστηκαν δύο κίτρινες πλαστικές συσκευασίες σε σχήμα αυγού (kinder). Η μία περιείχε τέσσερεις νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν κοκαΐνη σε συμπαγή τεμάχια, συνολικού βάρους 1,84 γρ. Η δεύτερη περιείχε ένα νάιλον σακουλάκι το οποίο περιείχε τέσσερα δισκία και τεμάχια δισκίων διαφόρων χρωμάτων (κίτρινα, ροζ, γκρι), που περιείχαν τη ναρκωτική ουσία MDMA συνολικού βάρους 3,34 γρ. (β) Εντός του χώρου αποσκευών του οχήματος ανευρέθη μία νάιλον τσάντα η οποία περιείχε άλλη νάιλον τσάντα, εντός της οποίας ανευρέθηκαν τα ακόλουθα: (
  2. i)ένα σακουλάκι τύπου zip lock το οποίο περιείχε κοκαΐνη σε συμπαγή τεμάχια, συνολικού βάρους 115,2 γρ., (
  3. ii)ένα σακουλάκι τύπου zip lock το οποίο περιείχε κοκαΐνη σε μορφή σκόνης, συνολικού βάρους 85,72 γρ., (iii) ένα σακουλάκι τύπου zip lock το οποίο περιείχε 103 δισκία και ένα τεμάχιο δισκίου ιδίων χρωμάτων με αυτά που ανευρέθηκαν στο ντουλαπάκι του ταμπλό του οχήματος, τα οποία περιείχαν τη ναρκωτική ουσία MDMA συνολικού βάρους 40,32 γρ. και (
  4. iv)ένα σακουλάκι τύπου zip lock εντός του οποίου υπήρχαν δύο ζυγαριές ακριβείας και τέσσερεις κυλινδρικές μπαταρίες. Κατά την ανεύρεση των ανωτέρω και την υπόδειξη τους στον Κατηγορούμενο, αυτός δήλωσε άγνοια ως προς το περί τίνος επρόκειτο. Την ίδια μέρα, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, απάντησε «Ό,τι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Οι πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες, ήτοι MDMA συνολικού βάρους 43,66 γρ. και κοκαΐνη συνολικού βάρους 202,76 γρ. κατέχοντο από τον Κατηγορούμενο, με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω, το πιο πάνω χρηματικό ποσό αποτελούσε έσοδο από τη δραστηριότητα του Κατηγορούμενου με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά που κατείχε και προόριζε για προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου κατόπιν συγκατάθεσης του, κατά την οποία εντοπίστηκε εντός ντουλαπιού στην κουζίνα ένα κουτί το οποίο περιείχε αριθμό νάιλον σακουλιών τύπου zip lock, όμοιου τύπου και μάρκας με εκείνα που είχαν εντοπιστεί στο όχημα του. Περαιτέρω ανευρέθη ένα τετράδιο το οποίο περιείχε χειρόγραφες σημειώσεις του Κατηγορούμενου στις οποίες αναγράφονταν διάφοροι αριθμοί όπως «2824, 2885, 3125, 2887» καθώς και οι λέξεις «Ροζ», «Μπλε» και «Γκρίζα». Επιπλέον, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, το Γενικό Χημείο του Κράτους προχώρησε σε εξετάσεις προς διαπίστωση του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών, καθώς και σε ποσοτικό προσδιορισμό της ανευρεθείσας κοκαΐνης και διαπιστώθηκε πως η καθαρότητα της ήταν 91%. Επιστημονικές εξετάσεις επί των ανευρεθέντων τεκμηρίων έγιναν και από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, κατά τις οποίες εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του Κατηγορούμενου σε διάφορα τεκμήρια που περιείχαν τις ναρκωτικές ουσίες, καθώς και επί των ζυγαριών. Ο Κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς από την Αστυνομία και σε όλες τις ουσιώδεις ερωτήσεις που του τέθηκαν απάντησε ότι ό,τι είχε να πει, θα το πει στο Δικαστήριο. Τα διαπραχθέντα αδικήματα, είναι χωρίς αμφιβολία πάρα πολύ σοβαρά, κάτι το οποίο προκύπτει κατ' αρχάς από τις ποινές που προνόησε ο νομοθέτης. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (3η και 4η κατηγορία), προβλέπεται, κατά ανώτατο όριο, η ποινή της διά βίου φυλάκισης ή του προστίμου ή αμφότερες οι ποινές. Για τo αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' (1η και 2η κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Τέλος, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εκεί όπου ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες (5η κατηγορία) προβλέπεται, κατά ανώτατο και πάλι όριο, ποινή φυλάκισης 14 ετών ή πρόστιμο ύψους €500.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[1] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 129, αναφέρθηκε πως η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από αυτόν σε κάθε έγκλημα, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προνοείται, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε εγκλήματος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής αλλά και να συνεκτιμήσει μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Οι προβλεπόμενες ποινές αντανακλούν την αγωνία της κοινωνίας για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, τα οποία αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται, ιδιαίτερα το οικογενειακό του περιβάλλον.[2] Ιδιαίτερα για τα αδικήματα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, η επιλογή του ποινικού Νομοθέτη να προνοήσει για αυτά την ύψιστη ποινή φυλάκισης (ως ανώτατο πάντοτε όριο), αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια δε είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών,[3] αφού τέτοιες ενέργειες δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό.[4] Επιπλέον, η ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζεται στη διάπραξη τέτοιας φύσης αδικημάτων, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση ένεκα του πολύ μεγάλου αριθμού υποθέσεων αυτής της φύσης που άγονται ενώπιον των Δικαστηρίων,[5] σε συνάρτηση με τις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών κυρίως από νεαρά πρόσωπα, καθιστούν αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπισή τους. Η επιτακτική ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα προκύπτει άλλωστε και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/19, ημερ. 29.9.20, επαναλήφθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110: «Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει την δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών. Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).» Το τελευταίο σχόλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω περικοπή τυγχάνει, εν προκειμένω, πλήρους εφαρμογής, αφού παρά την επιβολή αυστηρών ποινών, τα σχετιζόμενα με τα ναρκωτικά αδικήματα δεν δείχνουν στοιχεία κάμψης, γεγονός που επιβάλλει την αντιμετώπιση τους με ακόμα αυστηρότερες ποινές, αποτρεπτικού χαρακτήρα. Όπως επισημάνθηκε στην Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μία μικρή χώρα όπως η Κύπρος, καθιστά την επιβολή αποτρεπτικών ποινών επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων, αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατεύσουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα που είναι πιο ευάλωτα, από τον κίνδυνο αυτό. Θα ήταν αδιανόητο, όπως περαιτέρω επισημάνθηκε στην Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359, να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών. Η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών επαναλήφθηκε πλέον πρόσφατα από το Εφετείο στην Καμπίσιο κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23 κ.α, ημερ. 13.6.24. Είναι επίσης σαφές από τη νομολογία, ότι το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, καθώς και η πρόθεση του αδικοπραγούντος για προσπορισμό οικονομικού οφέλους συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής της ποινής.[6] Kάθε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του, το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει.[7] Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψιν τόσο την ποσότητα, όσο και το είδος των ναρκωτικών που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου και συναφώς, ότι εμπίπτουν αμφότερα στην Τάξη Α' στην οποία περιλαμβάνονται τα «σκληρά» ναρκωτικά. Επισημαίνουμε πως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297, η κοκαΐνη είχε χαρακτηριστεί ως «το πιο σκληρό ναρκωτικό», ενώ στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 187, η οποία αφορούσε την κατοχή με σκοπό την προμήθεια χαπιών ecstacy (MDMA) λέχθηκε ότι «τα χάπια ecstasy είναι, εξ αιτίας της ευκολίας στη λήψη τους, μια ύπουλη μορφή απαγορευμένου φαρμάκου και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επικίνδυνη για τους νέους», παρατήρηση που ισχύει κατ' αναλογία και για τα δισκία που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν τον ρόλο του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν ένας περιστασιακός προμηθευτής - διανομέας και όχι ο ιθύνων νους στην όλη επιχείρηση εμπορίας των ναρκωτικών σύμφωνα με τα όσα έθεσε ο συνήγορος του και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή. Ούτε και είναι πρόσωπο που κινεί τα νήματα μίας ευρύτερης εγκληματικής επιχείρησης διακίνησης ναρκωτικών, ούτε και αποτελεί πρόσωπο με σταθερή εγκληματική δράση. Παρά ταύτα, όπως πρόσφατα αναφέρθηκε για το ζήτημα αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/21, ημερ. 16.11.22, ECLI:CY:AD:2022:B453, ακόμη και αν αναγνωρίζεται ότι τα Δικαστήρια πρέπει να επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές ή γενικά σε πρόσωπα που παρέχουν στους πρώτους συνδρομή, και ότι ο τρόπος δράσης των τελευταίων δεν τους μετατρέπει σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις, «δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία, ως ενδιάμεσοι συνεργάτες αυτοί παρέχουν προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία». Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε περαιτέρω: «Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του». Σε παρόμοιες γραμμές η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στη Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ. 19.1.24: «Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, να ενδιατρίψουμε στο ότι η απαξία της πράξης έγκειται ακριβώς στη συμμετοχή σε αυτή την αλυσίδα διακίνησης και διάδοσης των ναρκωτικών, η οποία συμμετοχή είναι άκρως απαραίτητη στους μεγαλεμπόρους αφού χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή η διάθεση του παράνομου προϊόντος τους, ήτοι της μάστιγας των ναρκωτικών». Αυτά ακριβώς ισχύουν και για τον Κατηγορούμενο στην παρούσα, ο οποίος, μάλιστα, αποκόμισε σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας που παραδέχτηκε, μη ευκαταφρόνητο κέρδος από την κακουργηματική του δράση, έχοντας στην κατοχή του, κατά τον εντοπισμό και σύλληψή του, το ποσό των €8.395, το οποίο αποτελούσε έσοδο από τη δραστηριότητα του με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Περαιτέρω, καίτοι διαφοροποιούμενος σαφώς από έναν ιθύνοντα νου επιχείρησης διακίνησης ναρκωτικών ή έναν καλά οργανωμένο έμπορο ναρκωτικών, εντούτοις δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου Υπεράσπισης πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε ενεργό ρόλο στην υπόθεση ή ότι ενήργησε χωρίς κανένα σχέδιο ή μελέτη. Τα γεγονότα όπως έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, δείχνουν πως ο Κατηγορούμενος μετέφερε τα ναρκωτικά με το αυτοκίνητο του και ότι το γενετικό του υλικό εντοπίστηκε σε διάφορα τεκμήρια που περιείχαν τις ναρκωτικές ουσίες καθώς και επί των ζυγαριών. Επιπλέον, στο σπίτι του εντοπίστηκαν σακούλια τύπου zip lock όμοιου τύπου και μάρκας με εκείνα που είχαν εντοπιστεί στο όχημα του και περιείχαν ναρκωτικές ουσίες. Σαφώς, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος είχε ενεργό ρόλο στο σημείο διακίνησης των ναρκωτικών στο οποίο συμμετείχε, με τη δράση του να εμπεριέχει το στοιχείο κάποιου προσχεδιασμού. Σκοπός δε της κατοχής των ναρκωτικών ήταν η προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα και είναι βέβαιο πως αν δεν εντοπιζόταν από την Αστυνομία η παράνομη δράση του, τα ναρκωτικά θα διοχετεύονταν σε τρίτους, σκορπώντας τον λευκό θάνατο σε συνανθρώπους μας, προκαλώντας βλάβη σε πλειάδα χρηστών, καθώς και στην κοινωνία γενικότερα. Σε αυτό συνίσταται και η απαξία της όλης συμπεριφοράς του και ανάμειξης του στη διακίνηση των ναρκωτικών. Σε σχέση με το ύψος της αρμόζουσας ποινής, όπως λέχθηκε στη Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Ως ενδεικτικές λοιπόν της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και του μέτρου τιμωρίας, παραπέμπουμε στις ακόλουθες αποφάσεις: Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου
(2005)2 Α.Α.Δ. 426, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση και αύξησε την ποινή που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, από 3 σε 5 έτη σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια 15, 20, 2, 1 και την προμήθεια 2, 1 και 5 χαπιών ecstasy, τονίζοντας ότι ο εφεσίβλητος διέπραξε πράξεις εμπορίας ναρκωτικών Τάξεως Α΄ με τη μορφή χαπιών ecstasy τον αριθμό των οποίων (χαπιών) χαρακτήρισε ως αρκετά μεγάλο. Τόνισε συναφώς την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών κυρίως σε υποθέσεις εμπορίας σκληρών ναρκωτικών σε μια προσπάθεια μείωσης της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Στην Jokarbozorgi ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 726, ο εφεσείων είχε στην κατοχή του, με σκοπό την προμήθεια, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξης Α', ήτοι ηρωίνη βάρους 12,266 γρ. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών η οποία, παρότι κρίθηκε αυστηρή από το Εφετείο, εντούτοις επικυρώθηκε. Ο εφεσείων καταγόταν από το Ιράν και ήρθε στην Κύπρο ως επισκέπτης με σκοπό να παραμείνει στη χώρα. Πίσω του άφησε στη φροντίδα των γονιών του τα τρία απορφανισθέντα από τη μητέρα τους ανήλικα παιδιά του. Στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 187, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', ήτοι 126 χαπιών ecstasy (MDMA), συνολικού βάρους 28,4093 γρ., καθώς επίσης και τις μικρότερες ποινές, συντρέχουσες με την ποινή των 4 ετών ανωτέρω, που του είχαν επιβληθεί σε άλλες κατηγορίες, μεταξύ αυτών και για προμήθεια και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', ήτοι 349,4816 γρ. ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ο εφεσείων, ο οποίος είχε παραδεχτεί τις κατηγορίες, ήταν ηλικίας 36 ετών και διέπραξε τα αδικήματα ένεκα της ανάγκης που είχε ως χρήστης. Ακολουθούσε κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής, πρόγραμμα απεξάρτησης. Οι προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ήταν δύσκολες και βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη για χρήση κάνναβης. Στην Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/20, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, επιβλήθηκαν στον 45χρονο εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 2 ετών αντίστοιχα, στις κατηγορίες της κατοχής 53 γρ. κοκαϊνης και της κατοχής 100 γρ. κάνναβης, αμφοτέρων με σκοπό την προμήθεια, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Ο εφεσείων, στον οποίο αποδόθηκε ο ρόλος του διακινητή (και όχι του ιδιοκτήτη των ναρκωτικών), διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει τη δόση του και προσμέτρησε προς όφελος του το γεγονός ότι εκκρεμούσης της δίωξης του, εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη αφορώσα σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων και κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια, ενώ λήφθηκαν υπόψη και άλλες τρεις υποθέσεις εκ των οποίων οι δύο αφορούσαν αδικήματα ναρκωτικών. Μάλιστα λέχθηκε πως οι επιβληθείσες ποινές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν καν αυστηρές. Στην Καμπίσιο ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23, ημερ. 13.6.24, οι εφεσείοντες προσέβαλαν ως έκδηλα υπερβολικές τις ακόλουθες ποινές που τους επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας: (α) στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια μεθαμφεταμίνης συνολικού βάρους 94,18 γρ. (4 έτη στους εφεσείοντες 1, 3 και 3 ½ έτη στον εφεσείοντα 2), (β) στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια κάνναβης συνολικού βάρους 49,06 γρ. (3 ½ έτη στους εφεσείοντες 1, 3 και 3 έτη στον εφεσείοντα 2), και (γ) στην κατηγορία της κατοχής 44 δισκίων αμφεταμίνης (3 έτη στους εφεσείοντες 1, 3 και 2 έτη στον εφεσείοντα 2). Η Έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε, η δε διαφοροποίηση μεταξύ των ποινών που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες δικαιολογείτο αφού οι εφεσείοντες 1 και 3 βαρύνοντο με προηγούμενες καταδίκες ενώ ο εφεσείων 2 ήταν λευκού ποινικού μητρώου και επιπλέον είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες που αφορούσαν την κατοχή των ναρκωτικών. Στην Aboujaoude ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 517, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 5 ετών, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, ηρωίνης, βάρους 109.8 γρ., στον κατηγορούμενο, 53 χρονών, άεργο και πληγέντα από τον πόλεμο τότε στον Λίβανο, με οικονομικές δυσκολίες (οι οποίες τον οδήγησαν στο να αποδεχθεί να μεταφέρει τα ναρκωτικά) και λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος παραδέχθηκε άμεσα τη διάπραξη του αδικήματος, όχι μόνο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, αλλά μάλλον επιεικής, λαμβάνοντας υπόψη τον καλά σχεδιασμένο τρόπο μεταφοράς του σκληρού ναρκωτικού που μετέφερε. Στη Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 388, ο εφεσείων ηλικίας 26 ετών αφίχθηκε στην Κύπρο μεταφέροντας στο στομάχι του 62 σκευάσματα τα οποία περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 130.2612 γραμμαρίων. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της εισαγωγής, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επεσήμανε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών δεν ήταν μικρή, ότι η παραδοχή υπό τις περιστάσεις που δόθηκε, δεν μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα για μείωση της ποινής (αφού με δεδομένο ότι τα σκευάσματα με τα ναρκωτικά βρέθηκαν στο στομάχι του, ο εφεσείων στην πραγματικότητα δεν είχε άλλη επιλογή) και ότι το μοναδικό ουσιαστικά ελαφρυντικό του ήταν το νεαρό της ηλικίας του, απέρριψε την έφεση. Ως ανέφερε, η επιβληθείσα ποινή αν και αυστηρή δεν ήταν υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή του. Στην Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, ο λευκού ποινικού μητρώου κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 141,71 γρ. ηρωίνης. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 4½ ετών φυλάκισης. Η ηρωίνη βρέθηκε στην κατοχή του μετά από σωματική έρευνα και ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος παραδέχθηκε ότι έφερε τα ναρκωτικά από τον Λίβανο, κατονομάζοντας επιπλέον το πρόσωπο προς στο οποίο θα παρέδιδε τα ναρκωτικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η αν και η επιβληθείσα ποινή ήταν αυστηρή, εντούτοις δεν ήταν υπερβολική. Στην ΚΕΜΑ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 284/18, ημερ. 19.7.19, ECLI:CY:AD:2019:B332, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε τέσσερεις κατηγορίες συνομωσίας (κατηγορίες 1, 3, 5 και 7), τρεις κατηγορίες παράνομης κατοχής (κατηγορίες 2, 6 και 10), μία κατηγορία κατοχής με σκοπό τη προμήθεια (κατηγορία 4), μία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (κατηγορία 8), μία κατηγορία παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α (κατηγορία 12) και μία κατηγορία για κάπνισμα φυτού κάνναβης (κατηγορία 15). Οι κατηγορίες 2, 3 και 4 αφορούσαν ποσότητα 98,82γρ. κοκαΐνης, οι κατηγορίες 6 και 8 ποσότητα 100γρ. κοκαΐνης και η κατηγορία 10 ποσότητα 19,02γρ. κοκαΐνης. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4½ ετών στις κατηγορίες 4 και 8, τις οποίες προσέβαλε ως έκδηλα υπερβολικές και υπέρμετρα αυστηρές. Η έφεση του απορρίφθηκε. Στη Ρεσλάν Μουσταφά ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 5 και 8 ετών αντίστοιχα, για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ηρωίνης, βάρους 199.1013 γρ. και της παράνομης κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, στον λευκού ποινικού μητρώου κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν καλός οικογενειάρχης με παιδιά και οικονομικές υποχρεώσεις, και ο οποίος καταδικάστηκε σε αυτές μετά από ακροαματική διαδικασία, δεν ήταν αυστηρές. Στην Eminiyet κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 8 ετών, στις κατηγορίες της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος και της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, ηρωίνης, βάρους 227.82 γρ., στους κατηγορούμενους (οι οποίοι βοήθησαν ο ένας στη συσκευασία και ο άλλος στη μεταφορά της ηρωίνης από τις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας), οι οποίοι καταδικάστηκαν σε αυτές μετά από ακροαματική διαδικασία, δεν ήταν έκδηλα υπερβολικές. Στη Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711, για τα αδικήματα της εισαγωγής 237,20 γρ. ηρωίνης και της κατοχής της ίδιας ποσότητα με σκοπό την προμήθειά της, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, ο οποίος παραδέχθηκε άμεσα μετά τη σύλληψη του και συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης καθώς και άλλων υποθέσεων που ενδιέφεραν την Αστυνομία, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 ετών για το κάθε αδίκημα. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Στην El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε κατηγορίες κατοχής ναρκωτικών και κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Επρόκειτο για ηρωίνη βάρους 247,183 γρ. Η κατηγορούμενη είχε αναλάβει την πώληση των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα για το ποσό των Λ.Κ.10.
  1. Η ίδια θα αμειβόταν με το ποσό των Λ.Κ.2.
  2. Της επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 7 ετών αντίστοιχα. Το Εφετείο επικύρωσε τις πιο πάνω ποινές παρόλο που είχε γίνει εισήγηση ότι η κατάσταση της υγείας της κατηγορουμένης είχε επιδεινωθεί μετά την καταδίκη της. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 1131, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 5 ετών, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, κοκαΐνης, βάρους 248,54 γρ., στον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν 29 χρόνων, με λευκό ποινικό μητρώο, που προέρχετο από διαλυμένη οικογένεια και ήτο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και με οικονομικά προβλήματα, ο οποίος καταδικάστηκε σε αυτήν μετά από δική του παραδοχή, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Στη Mbakoup ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 119, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 7 ετών, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο, κοκαΐνης, βάρους 351,4998 γρ., στον 34 ετών κατηγορούμενο, με λευκό ποινικό μητρώο, πατέρα τριών ανήλικων παιδιών, με πρόβλημα υγείας λόγω ατυχήματος, ο οποίος καταδικάστηκε σε αυτήν μετά από δική του παραδοχή, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Τέλος, στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, ο κατηγορούμενος, μετά από μερική ακρόαση της υπόθεσης, παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν την παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 391,25 γρ. ηρωίνης και την παράνομη κατοχή 0,4142 γρ. ηρωίνης και το Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 5 ετών στην πρώτη κατηγορία. Κατ' έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, οι ποινές κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αντικαταστάθηκε η προαναφερόμενη μέγιστη ποινή, με ποινή φυλάκισης 8 ετών. Σοβαρό είναι και το αδίκημα της τελευταίας κατηγορίας όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/17, ημερ. 17.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B150, στην οποία αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου, είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και η διαχείριση των εσόδων, επεκτείνεται σε εύρος πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος.[8] Πρόκειται, επομένως, για αυτοτελές αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί και την επιβολή ποινής και σε αυτό το αδίκημα. Σε παρόμοιες γραμμές και τα αποφασισθέντα στη Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/18, ημερ. 27.6.19, όπου επισημάνθηκε ότι αυτό το αδίκημα: «. όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα [.], και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της». Ανεξαρτήτως όμως της αναντίλεκτης σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί.[9] Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου διαδραματίζουν μικρό ρόλο αφού υπερισχύει η ανάγκη για διαφύλαξη της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών με αποτέλεσμα την επιβολή τιμωρητικών, αποτρεπτικών ποινών.[10] Εντούτοις και παρόλο που το στοιχείο της εξατομίκευσης προσλαμβάνει δευτερεύοντα ρόλο, δεν χάνει εντελώς τη σημασία του,[11] χωρίς όμως να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[12] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[13] Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, λάβαμε υπόψη μας κάθε τι που αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. Λαμβάνουμε συναφώς υπόψιν την παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία, όσον αφορά τις τέσσερεις πρώτες κατηγορίες ήταν άμεση, ενώ, και όσον την 5η κατηγορία, έγινε σε πολύ αρχικό στάδιο και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν μπορούμε βεβαίως να παραγνωρίσουμε εδώ, πως η ανεύρεση των ναρκωτικών στην κατοχή του Κατηγορούμενου και ο εντοπισμός του γενετικού του υλικού σε τεκμήρια που περιείχαν τις ναρκωτικές ουσίες καθώς και επί των ζυγαριών, περιόρισαν τις επιλογές του.[14] Εντούτοις, η παραδοχή, όπως επισημάνθηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 424, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, αφενός, ως απτό στοιχείο μεταμέλειας και αφετέρου, επειδή περισώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και θα πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση στην ποινή.[15] Όπως λέχθηκε στη Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραχώρηση έκπτωσης στην ποινή όταν οι αδικοπραγούντες παραδέχονται ενοχή, συνιστά «πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Λάβαμε συναφώς υπόψιν και την απολογία του Κατηγορούμενου όπως αυτή μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ο οποίος μετέφερε στο Δικαστήριο και το άγχος καθώς και το αίσθημα ντροπής που ο πελάτης του βιώνει. Προσμετρούμε επίσης υπέρ του Κατηγορούμενου, και ως μετριαστικό της ποινής του παράγοντα, το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο, σε συνδυασμό και με την ηλικία του (53 ετών) και τον προγενέστερο έντιμο βίο του, του επιτρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο κάθε δυνατή επιείκεια.[16] Επιπλέον λαμβάνονται υπόψιν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ο ρόλος του Κατηγορούμενου, όπως το θέμα αναλύθηκε ανωτέρω, και συνεκτιμούμε επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον εντοπισμό του από την Αστυνομία, δεν αντιστάθηκε, ούτε και δυσκόλεψε το ανακριτικό έργο, δίδοντας συγκατάθεση για έρευνα στην οικία του. Περαιτέρω, έχουμε κατά νου το σύνολο των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου: Ο Κατηγορούμενος είναι, όπως προαναφέρθηκε, ηλικίας 53 ετών. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 8 ετών. Κατά τη διάρκεια του γάμου των γονέων του, η κατάσταση στο σπίτι ήταν δύσκολη, με καθημερινές προστριβές και καβγάδες, με τον πατέρα του να είναι συχνά βίαιος και απών τα βράδια λόγω της εργασίας του. Μετά το διαζύγιο, ο Κατηγορούμενος διέμενε με τη μητέρα του η οποία, παρά τις πολύ χαμηλές απολαβές της, επωμίστηκε τα έξοδα διαβίωσης και εκπαίδευσης του. Ο πατέρας του απέκτησε δεύτερο παιδί από τον δεύτερο γάμο του και η μητέρα του έχει ακόμα ένα παιδί από προηγούμενο γάμο της το οποίο παρουσιάζει προβλήματα υγείας. Η γενικότερη κατάσταση της οικογένειας του καθώς και τα οικονομικά προβλήματα και το αίσθημα εγκατάλειψης είχαν αντίκτυπο στην ψυχική υγεία του Κατηγορούμενου, ο οποίος μέχρι σήμερα παρουσιάζει συμπτώματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, είναι εσωστρεφής και πάσχει από κατάθλιψη. Οι γονείς του έχουν πλέον αποβιώσει (ο πατέρας του πριν από 17 χρόνια και η μητέρα του το 2020) και ο ίδιος διατηρεί τυπικές σχέσεις με τα αδέρφια του. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να εργάζεται στο καμπαρέ που διατηρούσε ο πατέρας του στην ηλικία των 15 ετών, ενόσω ήταν ακόμη μαθητής. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο κατετάγη στην Εθνική Φρουρά, η θητεία του όμως διακόπηκε υποχρεωτικά τον δεύτερο μήνα, λόγω του ότι πάσχει από βρογχικό άσθμα εκ γενετής. Μετά την απαλλαγή του, επέστρεψε στο καμπαρέ του πατέρα του, στο οποίο εργαζόταν μέχρι την ηλικία των 33 ετών. Εργάστηκε επίσης για δύο χρόνια σε πρακτορείο στοιχημάτων και για μικρό χρονικό διάστημα στον Δήμο Αγλαντζιάς. Τα τελευταία 4 χρόνια λαμβάνει μηνιαίο επίδομα ύψους €
  1. Πριν τη σύλληψή του, ο Κατηγορούμενος διέμενε σε προσφυγική οικία ενός υπνοδωματίου. Το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο είναι ένα αυτοκίνητο αξίας €3.
  2. Παρά τα προβλήματά του, ο Κατηγορούμεος συμμετέχει εθελοντικά σε πρόγραμμα διανομής φαγητού και ειδών πρώτης ανάγκης σε άπορες οικογένειες, συνεισφέροντας με τον τρόπο αυτό στην τοπική κοινωνία. Από σχέση με γυναίκα ουκρανικής καταγωγής, απέκτησε μία κόρη, ηλικίας 18 ετών σήμερα. Η μητέρα εγκατέλειψε το παιδί μετά τη γέννησή του, τη φροντίδα του οποίου ανέλαβε ο Κατηγορούμενος με την υποστήριξη της μητέρας του μέχρι τον θάνατό της. Κατά την εφηβεία της, η κόρη του Κατηγορούμενου παρουσίασε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και παρακολουθείτο από παιδοψυχίατρους, μετά δε τον θάνατο της γιαγιάς της η ψυχολογική της κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά, κατέστη αυτοκτονική και νοσηλεύτηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. του Μακάρειου Νοσοκομείου. Στο παρόν στάδιο, η κόρη του ζει και εργάζεται στη Λεμεσό. Διαμένει σε οικία φιλικού προσώπου του Κατηγορούμενου. Παρακολουθείται από ψυχίατρο σε τακτική βάση και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η σύλληψη του πατέρα της και το ενδεχόμενο πολυετούς φυλάκισής του, προκάλεσε στην κόρη του έντονο άγχος και ψυχολογική αναστάτωση η οποία επηρέασε τη φοίτηση της, οι επιδόσεις της στη σχολή μειώθηκαν σημαντικά και εν τέλει εγκατέλειψε τις σπουδές της. Αν και οι δύσκολες περιστάσεις που πρόσωπο βίωσε δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καταφυγή στο έγκλημα ούτε και να δικαιολογήσουν τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων που αφορούν εμπορία ναρκωτικών,[17] λαμβάνουμε εντούτοις υπόψιν όλα τα πιο πάνω, περιλαμβανομένων των δυσχερών παιδικών χρόνων του Κατηγορούμενου ο οποίος, πέραν του χωρισμού των γονέων του και των οικονομικών προβλημάτων της μητέρας του, αναγκάστηκε από νεαρή ηλικία να εργάζεται σε περιβάλλον το οποίο ήταν αναμφίβολα ακατάλληλο για την ηλικία του. Όπως επίσης λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν και τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και στην κόρη του, η ψυχική υγεία της οποίας είναι βεβαρημένη και επιδεινώθηκε περαιτέρω ένεκα της σύλληψης του πατέρα της, δίχως να αποκλείεται η περαιτέρω επιδείνωση της στο μέλλον.[18] Πλην όμως οι επιπτώσεις αυτές, καίτοι προσμετρούνται ως μετριαστικοί της ποινής παράγοντες και λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του εύρους της, δεν κρίνονται αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, υπό τις περιστάσεις της παρούσας.[19] Μετά τον θάνατο της μητέρας του και υπό το φορτίο των δύσκολων καταστάσεων που βίωνε, ο Κατηγορούμενος, ξεκίνησε, για ένα χρονικό διάστημα, να προβαίνει σε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου και παρατηρώντας τη βελτίωση της υγείας της κόρης του, κατόρθωσε να απεξαρτηθεί πλήρως από τα ναρκωτικά και έκτοτε παραμένει «καθαρός». Οι προσπάθειες που ο Κατηγορούμενος κατέβαλε για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά και η επιτυχής κατάληξή τους, λαμβάνονται υπόψη προς όφελος του.[20] Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί, χωρίς να αμφισβητηθεί, ο Κατηγορούμενος υποφέρει από διάφορα προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα από σακχαρώδη διαβήτη, φλεγμονώδη πολυαρθροίτιδα, βρογχικό άσθμα, κακοήθη νεόπλασμα του δέρματος (μη καθορισμένο), χρόνια αυχεναλγία, κατάθλιψη και αλλεργίες, λαμβάνει δε, προς αντιμετώπιση των προβλημάτων του, φαρμακευτική αγωγή. Τα εν λόγω προβλήματα (σωματικής και ψυχικής) υγείας, ως επί τω πλείστο χρόνια,[21] λαμβάνονται υπόψιν κατά την αποτίμηση της αρμόζουσας ποινής, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν υπάρχει μαρτυρία ιατρού η οποία να υποστηρίζει πως η τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου αυτή καθ' αυτή θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του[22] ή ένδειξη ότι δεν μπορεί να γίνουν ανάλογες διευθετήσεις ώστε να δοθεί στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα που κρίνεται απαραίτητη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή.[23] Συνεκτιμούμε επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κρατείται ως υπόδικος από τις 27.12.24 και ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του επιδεικνύει άψογη και πειθαρχημένη συμπεριφορά, έχει δε αναλάβει καθήκοντα καθαριστή στις Κεντρικές Φυλακές, τα οποία εκτελεί με συνέπεια και υπευθυνότητα.[24] Έχουμε κατά νου όλα τα ανωτέρω καθώς και το ότι η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας, λόγω των καταλυτικών συνεπειών που αυτό ενέχει τόσο για τον ίδιο τον παραβάτη όσο και για την οικογένεια του. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, οι μετριαστικοί παράγοντες που συντρέχουν στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται. Σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, με τους μετριαστικούς παράγοντες που προσμετρούν υπέρ του και οι οποίοι αναλύθηκαν πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μας τους σκοπούς του Νόμου. Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες αν και κρίθηκαν μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της ποινής φυλάκισης, το οποίο υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν μεγαλύτερο. Συνακόλουθα, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) Καμία ποινή στις κατηγορίες 1 και 2 τα γεγονότα των οποίων περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 3 και 4 στις οποίες επιβάλλεται ποινή. (β) Στην κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 2 ετών. (γ) Στην κατηγορία 4, ποινή φυλάκισης 5 ετών. (δ) Στην κατηγορία 5, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους, να μειωθούν όμως κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, συμφώνως του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι από 27.12.24. Ως προς τη διάθεση των τεκμηρίων, δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες: (α) Όλες οι ποσότητες ναρκωτικών και οι συσκευασίες τους, οι ζυγαριές και το τετράδιο, καθώς και τα τεκμήρια που αφορούν σε παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα, να κατασχεθούν από την Αστυνομία και να καταστραφούν. (β) Το κουτί που περιέχει αριθμό νάιλον σακουλιών, το κινητό τηλέφωνο και το όχημα, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους. (γ) Το χρηματικό ποσό των €8.395 να δημευθεί και να κατατεθεί στο Πάγιο Ταμείο του Κράτους. (Υπ.)........................................ Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/24, ημερ. 25.2.25. [2] Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. [3] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/21, ημερ.19.1.
  2. [4] Βλ. Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16 σχετ. με 145/16, ημερ. 21.2.
  3. [5] Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [6] Mallouk v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. [7] Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B
  2. [8] Βλ. και Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22. [9] Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245. [10] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11 και Καμπίσιο κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/23 κ.α, ημερ. 13.6.24. [11] Βλ. μεταξύ άλλων Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221, Hamzad v. Republic
(1988)2 Α.Α.Δ. 201, Ioannou and another ν. Police
(1986)2 C.L.R. 149, Γεωργίου κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 27/16 κ.α., ημερ. 19.7.16. [12] Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21. [13] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [14] Βλ. Inloo v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 441, Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 388. [15] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/15, ημερ. 11.7.16, Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 127/19 και 130/19, ημερ. 10.3.21. [16] Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40. [17] Βλ., κατ' αναλογία, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15, Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.18. [18] Μ.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, Χρίστου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 448. [19] Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [20] Βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148. [21] Βλ. Γεωργίου άλλως «Κακής» ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.162, El Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282. [22] Βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.144. [23] Βλ. Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77. [24] Βλ. Κιλικαρίδης ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 277. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.