Δημοκρατία ν. Γ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 542/24, 30/6/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, πρ. Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 542/24 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Γ. Σ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Στ. Παπουή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας δίωξης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι συνολικά κατηγορίες που αφορούν ισχυριζόμενες παραβιάσεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 13.3.24, στο πρατήριο καυσίμων Petrolina επί της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 89Α στη Λευκωσία: (α) Εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στα μηχανοκίνητα οχήματα Mercedes με αρ. πλαισίου [ ] και Mini Cooper με αρ. πλαισίου [ ], κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154 (1η κατηγορία). (β) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο μηχανοκίνητο όχημα Mercedes με αρ. πλαισίου [ ] συνολικού ύψους €32.000, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 (2η κατηγορία). (γ) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο μηχανοκίνητο όχημα Mini Cooper με αρ. πλαισίου [ ], συνολικού ύψους €22.000, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 (3η κατηγορία). (δ) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο πρατήριο βενζίνης, συνολικού ύψους €4.400, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Επιπλέον κατηγορείται ότι, στις 12.3.24, στο πρατήριο καυσίμων ΕΝΙ επί της Λεωφόρου Λάρνακος 125, Παλλουριώτισσα, Λευκωσία: (ε) Προκάλεσε τρόμο στον Κώστα Σαββίδη απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα πόψε εν να έσιεις ένα γιο λλιότερο», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). (στ) Προκάλεσε τρόμο στον Ανδρέα Σαββίδη απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «Αν αγαπάς τον αδερφό σου, πε του να μεν με καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αν μείνω μια μέρα μεστο τζελί εν να φκω τζαι εν να κάμετε μνημόσυνα», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (6η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες, μεσούσης όμως της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 8.5.25, ζήτησε και έλαβε άδεια για αλλαγή απάντησης στις κατηγορίες 5 και 6, τις οποίες παραδέχθηκε. Παραδεκτά γεγονότα
- Την 13.3.24 και ώρα 11:15, στο ΤΑΕ Λευκωσίας, η Α/Αστ. 4916 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, του εξήγησε και του επέδωσε τα δικαιώματά του και του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Είμαι αθώος». Εν συνεχεία τον ανέκρινε προφορικά αφού του εξήγησε τα δικαιώματά του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Σχετικά με τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, ετοιμάστηκε Ημερολόγιο Ενεργείας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την 14.3.24 περί ώρα 13:22, στο ΤΑΕ Λευκωσίας ο Αστ. 1092 (MK1) έλαβε από τον Κατηγορούμενο γραπτή συγκατάθεση για έρευνα της οικίας του επί της οδού [ ]. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 14:10 - 14:30 με τη βοήθεια του Αστ. 1904 και στην παρουσία του δικηγόρου του Κατηγορούμενου ερεύνησε την οικία του και δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Η σχετική συγκατάθεση έρευνας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την 13.3.24 και ώρα 08:45 ο Αστ. 924 μετέβηκε με τον Λοχ. 740 στο πρατήριο καυσίμων Petrolina στη Λεωφ. Μακαρίου 89Α στη Λευκωσία, αφού κλήθηκε από τον Αστ. 1092 Στ. Στεφάνου (ΜΚ1) για εξέταση σκηνής σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση εμπρησμού οχημάτων και ετοίμασε σχετική έκθεση με συνημμένες φωτογραφίες. Η σχετική έκθεση μετά των συνημμένων φωτογραφιών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 για την αλήθεια του περιεχομένου της.
- Το σύνολο των τεκμηρίων που προέκυψαν από τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης παραλήφθηκαν με την ορθή και νόμιμη διαδικασία και διακινήθηκαν νομότυπα.
- Το όχημα που αναφέρεται στη 2η κατηγορία έχει αξία €28.600 και το όχημα που αναφέρεται στην 3η κατηγορία έχει αξία €18.
- Ο αριθμός πλαισίων των δύο οχημάτων που κάηκαν είναι αυτός που φαίνεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 3, αντίστοιχα. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Στο Δικαστήριο κατέθεσαν εννέα συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσαν οι Αστ. 1092, Στ. Στεφάνου (ΜΚ1), Μ. Εγγλέζου (ΜΚ2), Κ. Σαββίδης (ΜΚ3), Α. Σαββίδης (ΜΚ4), Ν. Σωτηρίου (ΜΚ5), Σ. Σαββίδης (ΜΚ6), Ι. Τάττης (ΜΚ7) και Αν. Λοχ. 1167, Μ. Παπά (ΜΚ8). Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Κάλεσε ένα μάρτυρα Υπεράσπισης, την Σπ. Αχιλλέως (ΜΥ1). Κατατέθηκαν επίσης 38 τεκμήρια σε έγγραφη, ενσώματη και ηλεκτρονική μορφή. Ο ΜΚ1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 4, στην οποία περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση και στην οποία επισυνάπτεται κατάλογος τεκμηρίων όπου φαίνονται και οι διακινήσεις τους. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 ανανεωμένο κατάλογο τεκμηρίων. Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου και ως Τεκμήριο 7 τη Βεβαίωση Πληροφόρησης και Παραλαβής των Δικαιωμάτων του. Ως Τεκμήριο 8 κατέθεσε Ημερολόγιο Ενεργείας ημερ. 15.3.24 που ετοίμασε, στο οποίο αναφέρει το περιεχόμενο επικοινωνίας του με πελάτη του πρατηρίου που ήταν παρών όταν εκτυλίχθηκε περιστατικό μεταξύ του Κατηγορούμενου και υπαλλήλων του πρατηρίου Petrolina, ο οποίος (πελάτης) δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε Ημερολόγιο Ενεργείας ίδιας ημερομηνίας το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας, στο οποίο αναφέρει το περιεχόμενο της συνομιλίας του με υπάλληλο του πρατηρίου ο οποίος αναναφέρθηκε σε λογομαχία του με τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος του ζητούσε να επικοινωνήσει με τον ΜΚ6 για να ζητήσει τον λόγο που ο τελευταίος επικοινώνησε με την εργοδότρια του για προσωπικό χρέος. Ο εν λόγω υπάλληλος δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, ενώ δύο άλλοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τον ΜΚ6, αφότου ενημερώθηκαν πως θα επισκέπτετο το πρατήριο η Αστυνομία, τού ανέφεραν πως δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην εργασία τους λόγω φόβου. Ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε άλλο Ημερολόγιο Ενεργείας που ετοίμασε, ίδιας ημερομηνίας, αναφορικά με επικοινωνία του με τον ΜΚ6 ο οποίος τον ενημέρωσε πως άλλος πελάτης του πρατηρίου που ήταν παρών κατά το περιστατικό μεταξύ του Κατηγορούμενου και των υπαλλήλων του πρατηρίου, επίσης δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 11, Ημερολόγιο Ενεργείας που ετοίμασε στις 16.3.24, το οποίο αφορά εξετάσεις που έκανε σε διάφορα πρατήρια καυσίμων προς τον σκοπό ανεύρεσης μαρτυρίας για την υπόθεση. Ως Τεκμήριο 12 κατέθεσε άλλο Ημερολόγιο Ενεργείας, ημερ. 17.3.24, το οποίο αφορούσε τη μετάβαση του στην οδό στην οποία διαμένει ο Κατηγορούμενος προς εντοπισμό κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, με αρνητικό αποτέλεσμα. Ως Τεκμήριο 13 κατέθεσε σακουλάκι το οποίο περιέχει τεμάχια από άσφαλτο που λήφθηκαν από συγκεκριμένο σημείο επί της εμπρηστικής λωρίδας που έγινε μπροστά από τα οχήματα που κάηκαν (υπέδειξε το σημείο στις φωτογραφίες που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 3). Ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε κομμάτι από καμένο πλαστικό που βρέθηκε σε συγκεκριμένο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε (και υπέδειξε στις φωτογραφίες). Ως Τεκμήρια 15, 16, 17 και 22 κατέθεσε πλάνα που εξήχθησαν, με τη βοήθεια τεχνικού (του Κ. Κερλέγκου), από Κλειστά Κυκλώματα Παρακολούθησης (στο εξής «ΚΚΠ») από τα πρατήρια Petrolina (στη Λεωφ. Μακαρίου) και ENI (στη Λεωφ. Λάρνακος) (στο εξής «το πρατήριο Petrolina» και «το πρατήριο ΕΝΙ», αντίστοιχα). Εξήγησε πως το ΚΚΠ στο πρατήριο Petrolina έχει απόκλιση ώρας και συγκεκριμένα δείχνει 00:56:55 μπροστά από την πραγματική, ενώ το ΚΚΠ στο πρατήριο ΕΝΙ δεν έχει απόκλιση ώρας. Το Τεκμήριο 15 αφορά εξαγωγή οπτικοαουστικού υλικού από το πρατήριο Petrolina κατά τον χρόνο που επισυνέβη το επίδικο περιστατικό (περί τις 05:08 της 13.3.24). Ετοίμασε σε σχέση με αυτό, Ημερολόγιο Ενεργείας το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, στο οποίο συνόψισε τις εικόνες που απεικονίζονται στο υλικό και επισύναψε σχετικές φωτογραφίες. Το Τεκμήριο 15 προβλήθηκε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τις εικόνες. To Τεκμήριο 16 αφορά εξαγωγή οπτικού υλικού από το πρατήριο ENI το οποίο λήφθηκε σε δύο χρονικές περιόδους - η πρώτη αφορά την περίοδο 14:15 - 14:17 της 12.3.24 και η δεύτερη την περίοδο 15:59 - 16:01 της 12.3.
- Ετοίμασε σε σχέση με αυτό το ΚΚΠ τα Ημερολόγια Ενεργείας τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 19 και 20, στα οποία συνόψισε τις εικόνες που απεικονίζονται στο υλικό και επισύναψε σχετικές φωτογραφίες. Το Τεκμήριο 16 προβλήθηκε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας εξήγησε τις εικόνες. Το Τεκμήριο 17 αφορά εξαγωγή οπτικοαουστικού υλικού από το πρατήριο Petrolina το οποίο λήφθηκε περί τις 13:30 της 12.3.24 όταν ο Κατηγορούμενος είχε μία συζήτηση με τον ΜΚ
- Ετοίμασε σε σχέση με αυτό το ΚΚΠ το Ημερολόγιο Ενεργείας το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 21, στο οποίο συνόψισε τις εικόνες που απεικονίζονται στο υλικό και επισύναψε σχετική φωτογραφία. Το Τεκμήριο 17 προβλήθηκε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας εξήγησε τις εικόνες. Το Τεκμήριο 22 αφορά εξαγωγή οπτικοαουστικού υλικού από το πρατήριο Petrolina το οποίο λήφθηκε περί τις 13:55 - 14:08 της 12.3.24 όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο και εκτιλύχθηκε περιστατικό μεταξύ του και υπαλλήλου του πρατηρίου, κατά το οποίο, μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος είπε στον υπάλληλο «εννά σου γυρίσω ανάποδα την πεζίνα στο τέλος». Ετοίμασε σε σχέση με αυτό το ΚΚΠ το Ημερολόγιο Ενεργείας το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 23, στο οποίο συνόψισε τις εικόνες που απεικονίζονται στο υλικό και επισύναψε σχετικές φωτογραφίες. Το Τεκμήριο 22 προβλήθηκε στο Δικαστήριο και ο μάρτυρας εξήγησε τις εικόνες. Ανέφερε περαιτέρω ότι καίτοι η διερεύνηση της παρούσας ξεκίνησε στις 13.3.24, η έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου διενεργήθηκε στις 14.3.24 επειδή, ενώ είχε ζητηθεί η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για έρευνα στις 13.3.24, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν νομικής συμβουλής, ζήτησε όπως η έρευνα διενεργηθεί στις 14.3.24 για να παρίσταται σε αυτήν ο τότε δικηγόρος του. Κατέθεσε σχετική δήλωση του Κατηγορούμενου ως Τεκμήριο 24, η οποία υπεγράφη στην παρουσία άλλου Αστυνομικού, κατά τη μεταφορά του Κατηγορούμενου στα κρατητήρια. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Κατά την αντεξέταση του κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 την κατάθεση που έδωσε η Αν. Λοχ. 1167, Μ. Παπά (ΜΚ8) (ως έγγραφο από το οποίο φρέσκαρε τη μνήμη του ο μάρτυρας), ως Τεκμήριο 26 κατέθεσε το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε για τον Κατηγορούμενο μαζί με τον όρκο στη βάση του οποίου εκδόθηκε, ως Τεκμήρια 27 και 28 κατέθεσε τις δύο καταθέσεις της Π.Χ. (προκειμένου να υποβληθούν ερωτήσεις στον μάρτυρα) και ως Τεκμήριο 29 την κατάθεση του ΜΚ6 ημερ. 13.3.24 (για τον ίδιο σκοπό). Ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 09:40 (της 13.3.24 εννοούσε) και ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 11:15 αφότου παραδόθηκε στο ΤΑΕ. Ανέφερε επίσης ότι η Αστυνομία δεν αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος έρευνας για την οικία του Κατηγορούμενου, εξηγώντας τους λόγους για την επιλογή αυτή. Το διάστημα 13.3.24 - 14.3.24, ο Κατηγορούμενος ευρισκόταν υπό κράτηση. Περαιτέρω ανέφερε πως η μοτοσυκλέτα που φαίνεται στο Τεκμήριο 22 δεν ανήκει στον Κατηγορούμενο, αλλά στον εργοδότη του και είχε επιστραφεί στον εργοδότη του όταν ο Κατηγορούμενος απολύθηκε. Προέβη σε έρευνα μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της Αστυνομίας και δεν βρέθηκε μοτοσυκλέτα του τύπου που έψαχναν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του Κατηγορούμενου. Ερωτήθηκε επίσης αν του φάνηκε ύποπτο κάποιο όχημα που φαίνεται στο Τεκμήριο 15 μετά τη θέση της φωτιάς, με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Ανέφερε επίσης πως δεν έλαβε κατάθεση από τον (στο εξής ο «Μ.Ψ.»), ούτε και γνωρίζει αν το εν λόγω πρόσωπο έχει ποινικό μητρώο. Ανέφερε περαιτέρω ότι από τις καταθέσεις της Π.Χ. προκύπτει πως τα οχήματα εισήχθησαν στις 23.7.23 και 29.7.23 και ότι τα μετέφερε στο πρατήριο Petrolina στις 10.3.
- Δέχθηκε ότι δεν έγιναν μετρήσεις του Κατηγορούμενου και του προσώπου που φαίνεται στα ΚΚΠ για να δουν αν ταιριάζουν οι ώμοι, το ύψος ή η περιφέρεια. Δέχθηκε τέλος ότι εντός του χώρου του πρατηρίου υπήρχε βαν που ανήκε στον πρατηριούχο, αλλά δεν θυμόταν αν υπήρχαν και βυτιοφόρα οχήματα μεταφοράς καυσίμων. Η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 30). Είναι Διευθύντρια της εταιρείας Πάνος Εγγλέζος Λτδ στην οποία εργαζόταν ο Κατηγορούμενος μέχρι τις 12.3.24, οπότε και απολύθηκε. Στις 12.3.24, νωρίς το απόγευμα, της τηλεφώνησε ο ΜΚ6 με τον οποίο διατηρούν συνεργασία και της ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος οφείλει το ποσό των €40 στο πρατήριο. Στις 12.3.24, όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο για να ανεφοδιάσει όχημα της εταιρείας της, του ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό που χρωστούσε και τότε θύμωσε, δημιούργησε αναστάτωση και αποχώρησε χωρίς να καταβάλει το ποσό. Η ίδια απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του υπαλλήλου της, ενημέρωσε τη διεύθυνση της εταιρείας και αποφασίστηκε η απόλυση του Κατηγορούμενου, η οποία πραγματοποιήθηκε αυθημερόν. Ανέφερε τέλος πως ο Κατηγορούμενος είχε άψογη συμπεριφορά στην εργασία του. Η ΜΚ2 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων το απόγευμα της 12.3.
- Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο
- Διατηρεί το πρατήριο καυσίμων ΕΝΙ στην Παλλουριώτισσα και είναι ο πατέρας των ΜΚ4 και ΜΚ6 (δεν έχει άλλους υιούς). Ανέφερε ότι στις 12.3.24, περί ώρα 14:15 μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ ο Κατηγορούμενος τον οποίο γνωρίζει από τον πατέρα του ο οποίος είναι πελάτης τόσο στο πρατήριο ΕΝΙ όσο και στο πρατήριο Petrolina. Ο Κατηγορούμενος στάθμευσε τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε έξω από το κατάστημα του πρατηρίου και άρχισε να φωνάζει και να απειλεί και συνάμα έβγαλε το κράνος του. Όταν ο ίδιος κατάλαβε πως ήταν ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ3 πλησίασε την πόρτα, του ζήτησε να μην φωνάζει και τον ρώτησε τι συνέβη. Τότε ο Κατηγορούμενος του απάντησε «Τον γιο σου εννά τον κρούσω τζαι που τα πόψε εννά έσιεις ένα γιο λλιότερο», προσθέτοντας προφορικά ότι του είπε και τη φράση «θα του κάμω και μεγάλη ζημιά». Ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού και επέλεξε να μη δώσει συνέχεια. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει για μερικά δευτερόλεπτα και ακολούθως αποχώρησε. Παρόντες στο περιστατικό ήταν πελάτες και υπάλληλοι του πρατηρίου, καθώς και ο ΜΚ
- Ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος αναφερόταν στον ΜΚ6, έτσι τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για το περιστατικό και τις απειλές. Ο ΜΚ6 του είπε πως είχε προηγηθεί περιστατικό κατά το οποίο λογομάχησε με τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 συμβούλευσε τον ΜΚ6 να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, αλλά λόγω της γνωριμίας του με τον πατέρα του Κατηγορούμενου τον λυπήθηκε επειδή έχει οικογένεια και οικονομικά προβλήματα και είπε στον ΜΚ6 να μην προχωρήσει σε καταγγελία. Πρόσθεσε προφορικά πως για να κλείσει το θέμα, ο ίδιος τηλεφώνησε στον πατέρα του Κατηγορούμενου και του ανέφερε το περιστατικό, ο οποίος τον καθησύχασε και του είπε ότι θα φροντίσει να κλείσει το θέμα. Του έστειλε και ένα μήνυμα στην πορεία με το οποίο τον ευχαρίστησε και ο ΜΚ3 του απάντησε «πάντα δίπλα σου». Ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει συχνά τέτοιου είδους συμπεριφορές, βάζει βενζίνη χωρίς να πληρώνει, και ο ίδιος τηλεφωνεί στον πατέρα του (του Κατηγορούμενου) για να πληρώσει και όταν το μαθαίνει ο Κατηγορούμενος μεταβαίνει στο πρατήριο και κάνει φασαρία. Αν και η συμπεριφορά του ήταν πάντα επιθετική, δεν απείλησε στο παρελθόν ότι θα βάλει φωτιά. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο αρκετά χρόνια «μπορεί πάνω και από 10 χρόνια». Κάποτε πήγαινε στο πρατήριο ακόμα και δύο - τρεις φορές την εβδομάδα, κάποτε εξαφανιζόταν και μετά επανερχόταν. Όταν μετέβαινε στο πρατήριο ο Κατηγορούμενος, οι δύο τους μιλούσαν. Χαρακτήρισε τον πατέρα του Κατηγορούμενου «κύριο», και πελάτη του πρατηρίου χωρίς προβλήματα. Ανέφερε επίσης πως η αντλία 2 στο πρατήριο Petrolina έχει χωρητικότητα 40 - 50 τόνους καύσιμα. Υιοθέτησε δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 15.3.24 (Τεκμήριο 32), στην οποία ανέφερε πως είδε τις κάμερες του πρατηρίου Petrolina στις οποίες αποτυπώθηκε ο εμπρησμός και είναι σίγουρος 100% ότι ο δράστης είναι ο Κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε από το στυλ που περπατά και κινείται. Προβλήθηκε στην παρουσία του το Τεκμήριο 16 και περιέγραψε τις εικόνες, περιγράφοντας ταυτόχρονα το τι συνέβη στο εν λόγω περιστατικό. Αναγνώρισε στα πλάνα τον εαυτό του, τον ΜΚ4 και τον Κατηγορούμενο. Προβλήθηκε επίσης το Τεκμήριο 15, και ο μάρτυρας υπέδειξε το σημείο κατά το οποίο αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο από το ύψος, το περπάτημα και το στυλ του. Είδε το βίντεο περίπου 10 φορές (σε κάποιο σημείο εστίασε την εικόνα - έκανε «zoom»), προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι ο Κατηγορούμενος. Αφιέρωσε αρκετή ώρα στο να βλέπει τα πλάνα για να μην κατηγορήσουν κάποιον άδικα. Υιοθέτησε περαιτέρω τρίτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 27.3.24 (Τεκμήριο 33). Ανέφερε πως στις 26.3.24, ώρα 09:30 δέχθηκε κλήση στο κινητό του τηλέφωνο από τον αριθμό 96173968 (που δεν ξέρει σε ποιον ανήκει) και μία αντρική φωνή του είπε «να με ακούσεις τι εν να σου πω γιατί εν να έχεις μεγάλο πρόβλημα» και ο ίδιος απάντησε «E Γ.Σ. είσαι πελλός;» και έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως ξανακτύπησε το τηλέφωνο του από τον ίδιο αριθμό αλλά δεν απάντησε και μετά έβαλε φραγή στον συγκεκριμένο αριθμό. Από τη φωνή κατάλαβε ότι το πρόσωπο που του μίλησε ήταν ο Κατηγορούμενος. Ανέφερε πως η φωνή του Κατηγορούμενου στο τηλέφωνο ήταν πολύ καθαρή και επειδή πάντοτε όταν ο Κατηγορούμενος νευριάσει μιλά με πολύ έντονο ρυθμό, δεν έχει καμία αμφιβολία πως επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης σε σχέση με τη γνωριμία του με τον Κατηγορούμενο, την εξέλιξη των γεγονότων της 12.3.24 και τις συνομιλίες του με τον ΜΚ
- Ερωτήθηκε επιπλέον αν στο πρατήριο Petrolina υπήρχαν οχήματα που ανήκαν στον ΜΚ6 και ανέφερε πως υπήρχε ένα Golf που φαίνεται στα πλάνα το οποίο αγόρασαν για €5.000 και ένα βυτιοφόρο αξίας περίπου €4.000 - €5.
- Αμφισβητήθηκε η ορθότητα της αναγνώρισης του δράστη του επίδικου περιστατικού. Ο ΜΚ4 διατηρεί το πρατήριο καυσίμων ΕΝΙ στην Παλλουριώτισσα. Υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο
- Στις 12.3.24, ώρα 14:17 μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ ο Κατηγορούμενος με μοτοσυκλέτα και άρχισε να απειλεί τον πατέρα του (τον ΜΚ3) ότι θα κρούσει τον αδερφό του (του ΜΚ4) και ότι ο ΜΚ3 θα μείνει με ένα γιο. Είπε επίσης ότι θα σπάσει τα δόντια του ΜΚ6 και ότι είναι «λίγες που έφαε» ο υπάλληλος και ότι θα «φάει και αυτός» (εννοώντας τον ΜΚ6). Οι απειλές ήταν πολλές και ο μάρτυρας δεν μπορούσε να τις θυμηθεί όλες, αλλά είναι βέβαιος ότι «είπε για φωτιά». Ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού, τους αναστάτωσε όλους και έφυγε. Στις 16:01 μετέβη εκ νέου στο πρατήριο ο Κατηγορούμενος (αυτή τη φορά με το αυτοκίνητο του) και ζήτησε από τον ΜΚ4 συγνώμη για τη συμπεριφορά του και του είπε ότι με τον ίδιο δεν έχει πρόβλημα, αλλά συνέχισε να απειλεί για τον αδερφό του επειδή, όπως του είπε, λόγω του ΜΚ6 έχασε τη δουλειά του και θα πεινάσουν τα παιδιά του. Θυμάται πως του είπε «Εάν αγαπάς τον αδερφό σου πε του να μεν με καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αν μείνω μια μέρα μέστο τζελί εννά φκω τζαι εννά κάμνετε μνημόσυνα». Ο ίδιος του είπε ότι δεν θα μεταφέρει τίποτα στον ΜΚ6 και τον προέτρεψε να μιλήσουν μεταξύ τους για να τα βρουν. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το πρατήριο. Ο ίδιος δεν μίλησε με τον ΜΚ6 εκείνη την ημέρα. Την επομένη ενημερώθηκε ότι κάηκαν δύο οχήματα που ήταν σταθμευμένα στο πρατήριο του ΜΚ
- Ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο εδώ και 10 χρόνια περίπου, ως πελάτη του πρατηρίου, το οποίο επισκέπτεται μία - δύο φορές τον μήνα περίπου. Όταν εκτοξεύθηκε η απειλή, ο ίδιος ένιωσε ανησυχία για τον πατέρα του και τον αδερφό του. Όταν μετέβη για δεύτερη φορά στο πρατήριο, ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ πιο ήρεμος. Οι σοβαρές απειλές όμως που συνέχισε να λέει για τον αδερφό του, προκάλεσαν στον ΜΚ4 ανησυχία και αναστάτωση. Προβλήθηκε στην παρουσία του το Τεκμήριο 16 και ο μάρτυρας συσχέτισε τα πλάνα με τη μαρτυρία του, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον εαυτό του στις εικόνες. Ανέφερε τέλος ότι δεν είδε τα πλάνα του ΚΚΠ του πρατηρίου Petrolina. Ο ΜΚ4 αντεξετάστηκε από τον κ. Βραχίμη, σε σχέση με τα περιστατικά που εκτυλίχθηκαν στο πρατήριο ΕΝΙ. Η ΜΚ5 είναι υπάλληλος στο πρατήριο ΕΝΙ στην Παλλουριώτισσα. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 35). Στις 12.3.24, περί ώρα 14:17 μετέβη στο πρατήριο ένας άντρας με μοτοσυκλέτα ο οποίος είναι πελάτης του πρατηρίου. Κατέβηκε από τη μοτοσυκλέτα του με απειλητικές διαθέσεις και ειπε στον ΜΚ3 «Εγώ το γιο σου πόψε εννά τον κρούσω τζαι αν είχιες θκιό γιους εννά μείνεις μόνο με ένα». Ο ΜΚ3 του ζήτησε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του, αλλά ο άντρας συνέχισε να φωνάζει και φεύγοντας είπε «εννά δεις τι εννά κάμω, εννά δείτε». Την ίδια ημέρα, περί ώρα 16:01 μετέβη στο πρατήριο ο ίδιος άντρας, με Pajero αυτή τη φορά, αλλά ήταν πιο ήρεμος. Ο άντρας μπήκε στο κατάστημα και απολογήθηκε στον ΜΚ4 και του είπε «εσύ είσαι καλό παιδί, μαζί σου εν έχω κάτι» και «να πεις του αρφού σου ότι εγώ εν θα το αφήκω έτσι, έχασα τη δουλειά μου εξαιτίας του και εννά πεινάσουν τα κοπελλούθκια μου». Ο ΜΚ4 του είπε να τα βρει με τον αδερφό του και ο άντρας αποχώρησε. Η μάρτυρας ανέφερε πως είδε τον εν λόγω άντρα στο πρατήριο δύο - τρεις φορές. Η ΜΚ5 αντεξετάστηκε από τον κ. Βραχίμη. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα η θέση ότι αυτό που είπε ο άντρας είναι «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα 'πόψε αν έσιεις θκυο γιους, εν να μείνεις με έναν» και η ΜΚ5 απάντησε πως η φράση είναι πολύ παρόμοια με αυτή που ανέφερε, και πως θυμόταν ότι είπε «αν έχει δύο γιους θα μείνει με ένα» και ότι «εν να τον κρούσει». Ο ΜΚ6 είναι ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου καυσίμων Petrolina. Υιοθέτησε δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Στην πρώτη κατάθεση την οποία έδωσε στις 13.3.14, ώρα 06:45 (Τεκμήριο 29) ανέφερε ότι τα δύο επίδικα οχήματα βρίσκονται εδώ και μία εβδομάδα στον χώρο του πρατηρίου, τα οποία του πήρε ο φίλος του, Μ.Ψ. για περιποίηση. Το γεγονός ότι τα δύο αυτοκίνητα κάηκαν, το πληροφορήθηκε από πρόσωπο που μένει πλησίον του πρατηρίου. Όταν μετέβη στο μέρος, εκεί βρισκόταν ήδη η Αστυνομία και η Πυροσβεστική. Ερωτηθείς από την Αστυνομία αν υποψιάζεται κάποιο πρόσωπο, αναφέρθηκε στο περιστατικό της 12.3.
- Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εργάζεται στην εταιρεία του Πάνου Εγγλέζου και μεταβαίνει συχνά στο πρατήριο. Όταν μετέβη στο πρατήριο στις 12.3.24 γύρω στις 14:00, υπάλληλος του πρατηρίου υπενθύμισε στον Κατηγορούμενο ότι οφείλει €40 για καύσιμα που έβαλε σε προσωπικό του όχημα. Τότε ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να φωνάζει ότι θα τους σκοτώσει όλους και έφυγε. Περί ώρα 14:20 του τηλεφώνησε ο πατέρας του, ΜΚ3, και τον ενημέρωσε ότι ο Κατηγορούμενος πήγε στο πρατήριο ΕΝΙ και φώναζε ότι θα τους σκοτώσει όλους. Αφού ενημερώθηκε για τα πιο πάνω ξεκίνησε για να πάει στην Αστυνομία να καταγγείλει το θέμα. Ενόσω ήταν στην Αστυνομία, του τηλεφώνησε ο πατέρας του και τον ενημέρωσε ότι μίλησε με τον πατέρα του Κατηγορούμενου ο οποίος τον παρακάλεσε να δώσουν στον Κατηγορούμενο μια ευκαιρία. Τότε ο ΜΚ6 αποχώρησε από την Αστυνομία χωρίς να προβεί σε καταγγελία. Περί τις 17:00 ενημέρωσε τηλεφωνικώς τη ΜΚ2 για το τι έγινε και αυτή του είπε ότι θα απολύσει τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι επιθεώρησε το ΚΚΠ του πρατηρίου του και από τον σωματότυπο και τον τρόπο βαδίσματος του δράστη υποψιάζεται ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο. Δήλωσε επίσης ότι δεν έχει διαφορές με κανένα άλλο πρόσωπο. Στη δεύτερη του κατάθεση την οποία έδωσε στις 17.3.24 (Τεκμήριο 36), ανέφερε πως γνωρίζει τον Κατηγορούμενο αρκετά χρόνια, πρώτα ως πελάτη του πατέρα του και αφότου άνοιξε το δικό του πρατήριο, ως πελάτη σε αυτό. Εδώ και έξι περίπου μήνες, οπότε και εργοδοτήθηκε ο Κατηγορούμενος στην εταιρεία Πάνος Εγγλέζος, τον βλέπει πλέον καθημερινά επειδή ανεφοδίαζε με καύσιμα τόσο το δικό του όχημα όσο και οχήματα της πιο πάνω εταιρείας. Κάθε φορά που μετέβαινε στο πρατήριο κατέβαινε από το όχημά του, είτε για να υπογράψει την κάρτα της εταιρείας η οποία βρισκόταν εντός του καταστήματος, είτε για να πληρώσει αν επρόκειτο για δικό του όχημα. Ο ΜΚ6 αναφέρθηκε επίσης στο πώς προέκυψε το χρέος του Κατηγορούμενου προς εκείνον ύψους €38,50 τους τελευταίους δύο μήνες. Στις 12.3.24, γύρω στις 13:20 μετέβη στο πρατήριο ο Κατηγορούμενος όταν ο ΜΚ6 βρισκόταν ήδη εντός του οχήματός του για να αποχωρήσει για το μεσημεριανό του διάλειμμα, και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να διευθετήσει το υπόλοιπο του, αλλιώς, όπως του είπε, θα αναγκαζόταν να χρεώσει την εταιρεία στην οποία εργαζόταν. Ο ΜΚ6 επέστρεψε στην οικία του, κοιμήθηκε και ξύπνησε περί τις 14:30 οπότε και βρήκε αρκετές αναπάντητες κλήσεις στο κινητό του, οι πλείστες από τον Κατηγορούμενο, από τον υπάλληλο του (του ΜΚ6) και τον πατέρα του (τον ΜΚ3). Μίλησε πρώτα με τον πατέρα του ο οποίος τον ενημέρωσε για τις απειλές που εκτόξευσε ο Κατηγορούμενος ότι θα τους κάψει και θα τους σκοτώσει επειδή του είπαν ότι χρωστά χρήματα. Ο ΜΚ6 θύμωσε και τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο ο οποίος τον απείλησε ότι θα τον κλείσει, ότι θα του κάνει μεγάλο κακό και ότι θα τον σκοτώσει. Επίσης του είπε ότι ο υπάλληλος του έμεινε χωρίς δόντια για να μάθει να «μην του παίζει το μάστρο και να του ζητά λεφτά». Ήταν εκτός εαυτού. Ο ΜΚ6 του είπε ότι θα ανέφερε το περιστατικό στη ΜΚ2 για να της ζητήσει να μην ξαναπάει ο Κατηγορούμενος στο πρατήριο και ότι θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία και του έκλεισε το τηλέφωνο. Στη συνέχεια μίλησε με τον υπάλληλο του ο οποίος του είπε για τον διαπληκτισμό του με τον Κατηγορούμενο. Του τηλεφώνησε επίσης ο πατέρας του Κατηγορούμενου ο οποίος του απολογήθηκε για το περιστατικό και του είπε ότι θα διευθετούσε ο ίδιος ό,τι χρειαζόταν ο ΜΚ
- Ο ΜΚ6 του είπε ότι θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία λόγω των απειλών και ο πατέρας του Κατηγορούμενου τον παρακάλεσε να κάνει δεύτερες σκέψεις. Ο ΜΚ6 έκανε πράγματι δεύτερες σκέψεις και τηλεφώνησε στη ΜΚ2 με σκοπό να της ζητήσει να μεσολαβήσει για να βρεθεί μια λύση. Της είπε να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να μεταβεί στα δύο πρατήρια και να απολογηθεί για τη συμπεριφορά του. Κατά σύμπτωση εκείνη την ώρα του τηλεφωνούσε και ο Κατηγορούμενος και τον έβαλε στη γραμμή μαζί με τη ΜΚ2 για να μιλήσουν και οι τρεις και να βρουν λύση. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι αρνητικός, να απειλεί και να βρίζει, γεγονός που εκνεύρισε τη ΜΚ2 η οποία του είπε, μεταξύ άλλων, «Να περάσεις από το γραφείο να πάρεις την απόλυσή σου, δεν ταιριάζουν αυτές οι συμπεριφορές στην εταιρεία μου» και «Θα ειδοποιήσω τον πατέρα μου άμεσα». Ο Κατηγορούμενος ακολούθως έκλεισε το τηλέφωνο. Όταν τέλειωσε το τηλεφώνημα, ο ΜΚ6 μετέβη στην Αστυνομία. Εκεί έδωσε κατάθεση και ζήτησε να προειδοποιηθεί ο Κατηγορούμενος, χωρίς να ζητήσει την ποινική του δίωξη. Λίγο πριν την υπογράψει, του τηλεφώνησε ο πατέρας του και του ανέφερε τη συνομιλία που είχε με τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Μετά το τηλεφώνημα, ο ΜΚ6 δεν υπέγραψε την κατάθεση του, ζήτησε από τον Αστυνομικό να ξεχάσει το όλο θέμα και αποχώρησε. Ακολούθως μετέβη στο πρατήριο και συνομίλησε με τους υπαλλήλους του οι οποίοι ήταν αναστατωμένοι και φοβισμένοι. Μετά το κλείσιμο του πρατηρίου πήγε σπίτι του και μίλησε με τον πατέρα του ο οποίος τον ενημέρωσε πως ο πατέρας του Κατηγορούμενου τον ευχαρίστησε. Στις 05:20 τον ξύπνησε γείτονας και τον ενημέρωσε για το τι συνέβη στο πρατήριο, οπότε και μετέβη και ο ίδιος εκεί. Από τη φωτιά καταστράφηκαν δύο οχήματα που ανήκουν σε πελάτισσα του, την Π.Χ. Επιθεώρησε το ΚΚΠ του πρατηρίου και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο από τον τρόπο που περπατούσε, τον σωματότυπο του και τις κινήσεις του σώματος του. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο τον οποίο έβλεπε σχεδόν καθημερινά τους τελευταίους έξι μήνες. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο πρατήριο από τη φωτιά είναι συνολικού ύψους €4.400 (δύο μεγάλα πανό, δύο μεγάλες φωτιζόμενες ταμπέλες, δύο φωτιζόμενες ταμπέλες εισόδου/εξόδου) και υπάρχει πλήρης ασφαλιστική κάλυψη. Όσον αφορά τα οχήματα, δεν γνώριζε αν ήταν ασφαλισμένα. Προφορικά διευκρίνισε πως τα οχήματα του τα πήρε ο Μ.Ψ. μαζί με τη γυναίκα του, Π.Χ. Ο Μ.Ψ. ασχολείται με πωλήσεις αυτοκινήτων και του παίρνει συχνά οχήματα στο πρατήριο για περιποίηση και ανεφοδιασμό και του λέει να τα αφήσει στο πρατήριο και αν πωληθούν καλώς, αλλιώς τα παίρνει πίσω. Πρόκειται για καλό πελάτη που έχει αρκετά αυτοκίνητα. Ο ΜΚ6 παρουσιάζει τα οχήματα ως δικά του και αν πουληθούν έχει και ο ίδιος κάποιο όφελος. Συνεργάζεται και με άλλα πρόσωπα για τον ίδιο σκοπό. Ο ΜΚ6 αναφέρθηκε επίσης στη γνωριμία του με τον Κατηγορούμενο, εξηγώντας ότι τον γνωρίζει από το πρατήριο ΕΝΙ περίπου 10 χρόνια. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος «χάθηκε» και επανήλθε πριν από ενάμισι χρόνο περίπου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην πρώτη συνάντηση τους στο δικό του πρατήριο. Στο δικό του πρατήριο μετέβαινε κατά διαστήματα με το προσωπικό του αυτοκίνητο και όταν εργοδοτήθηκε από την Πάνος Εγγλέζος Λτδ μετέβαινε στο πρατήριο επί καθημερινής σχεδόν βάσης. Δέχθηκε ότι μπορεί να έσφαλε ως προς την ώρα που μίλησε με τη ΜΚ2 στην πρώτη του κατάθεση. Προβλήθηκε στην παρουσία του ΜΚ6 το Τεκμήριο 17 και ο μάρτυρας εξήγησε τις εικόνες που φαίνονται στα πλάνα με αναφορά στη συνομιλία του με τον Κατηγορούμενο. Προβλήθηκε περαιτέρω το Τεκμήριο 22 (αναγνώρισε σε αυτό τον Κατηγορούμενο και τους υπαλλήλους του) και ανέφερε ότι όταν ξύπνησε από τον μεσημεριανό του ύπνο βρήκε αναπάντητες κλήσεις από πολλά πρόσωπα (περιλαμβανομένου του Κατηγορούμενου) και μετά ενημερώθηκε για το τι έγινε. Επιπλέον προβλήθηκε το Τεκμήριο
- Ο ΜΚ6 ανέφερε ότι είδε τα πλάνα πάρα πολλές φορές - μπορεί και 100 («ζούμαρε» αρκετές φορές τα πλάνα και έκανε και επιβράδυνση των πλάνων), επειδή ήθελε να είναι βέβαιος για το τι βλέπει «τις κινήσεις, τον τρόπο που κινείται, ο τρόπος που συμπεριφέρεται, οι κινήσεις των χεριών, των ποδιών, ο τρόπος που κινείται σε έναν χώρο γενικά», προσθέτοντας ότι «ζούσε» καθημερινά τον Κατηγορούμενο στο πρατήριο. Ο σωματότυπος και το ύψος είναι του Κατηγορούμενου (τα οποία διακρίνονται καλά εκεί που πηδά το περιτοίχισμα). Ο κάθε άνθρωπος, όπως είπε, περπατά και κινείται με τον δικό του τρόπο. Είναι 100% σίγουρος ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο, τον αναγνώρισε από την πρώτη στιγμή, αλλά μετά βεβαιώθηκε. Τα πλάνα τα παρακολούθησε και με τους υπαλλήλους του καθώς και με τον πατέρα του ο οποίος, όπως είπε ο ΜΚ6, ευθύς εξαρχής αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε επίσης ότι στην πρώτη του κατάθεση όταν είδε τα πλάνα μόνο δύο - τρεις φορές χρησιμοποίησε το ρήμα «υποψιάζομαι» αλλά πριν τη συμπληρωματική του κατάθεση είδε πλέον πολλές φορές το βίντεο, εξ ου και χρησιμοποίησε το ρήμα «αναγνωρίζω». Όσον αφορά τις ζημιές στο πρατήριο, αυτές αποκαταστάθηκαν από την εταιρεία Petrolina (έτσι δεν έχει αποδείξεις ο ίδιος για το ύψος της ζημιάς), αλλά τα αυτοκίνητα είναι θέμα του ιδιοκτήτη τους. Ο ΜΚ6 αντεξετάστηκε από τον κ. Βραχίμη αναφορικά με το χρονικό διάστημα που τα δύο οχήματα που κάηκαν βρίσκονταν στο πρατήριο του. Στα πλαίσια τούτα ανέφερε πως ο Μ.Ψ. του τα έπαιρνε κατά διαστήματα για περιποίηση (ξεκίνησε να του τα παίρνει δύο περίπου μήνες πριν το επίδικο περιστατικό) και εξ όσων ο ΜΚ6 γνωρίζει, τα οχήματα τα είχε προηγουμένως κάπου στο Δάλι για πώληση και μετά τα έφερε Λευκωσία. Τα οχήματα είχαν πάνω ταμπέλα που έδειχνε πως ήταν προς πώληση. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς τις επαφές του με τον Κατηγορούμενο διαχρονικά και ανέφερε πως η επίδικη δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος είχε έξαρση θυμού και ότι αρκετές φορές έβγαινε εκτός εαυτού, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που απείλησε. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς την εξέλιξη των γεγονότων την επίδικη ημέρα και, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε σε δεύτερο τηλεφώνημα του με τη ΜΚ2 κατά το οποίο της είπε να μην απολύσει τον Κατηγορούμενο, αλλά εκείνη του είπε ότι μίλησε ήδη στον πατέρα της και ο πατέρας της δεν δέχεται να μην τον απολύσουν. Η πρώτη συνομιλία του με τη ΜΚ2 έγινε πάνω κάτω στις 15:00 - 15:
- Στην Αστυνομία πήγε περίπου στις 17:00 - 17:
- Γνώριζε, όπως είπε, ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ για να απολογηθεί, γεγονός που του το είπε πρώτος ο Κατηγορούμενος ο οποίος του είπε ότι την ώρα που θα απολογείτο, έμαθε ότι απολύθηκε και συνέχισε να απειλεί τον ΜΚ
- Τούτο έγινε πριν μεταβεί ο ΜΚ6 στην Αστυνομία. Δέχτηκε περεταίρω ότι είπε στον Κατηγορούμενο ή στον πατέρα του ότι μίλησε με τον βουλευτή Ε. Δίπλαρο για το περιστατικό ο οποίος τον συμβούλεψε να το καταγγείλει στην Αστυνομία. Δεν θυμόταν ακριβείς ώρες των τηλεφωνημάτων. Αντεξετάστηκε επίσης ως προς τα όσα έγιναν το πρωινό της 13.3.
- Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν μετέβη στο πρατήριο μετά το τηλεφώνημα των 05:20 η κατάσβεση της φωτιάς βρισκόταν στα τελικά στάδια. Ανέφερε επίσης πως ο πατέρας του μετέβη στο πρατήριο αφότου τελείωσε ο ίδιος την κατάθεση του. Αντεξετάστηκε, περαιτέρω, ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης στην οποία προέβη. Μεταξύ άλλων, ο ΜΚ6 διαφώνησε ότι ο δράστης είναι πιο κοντός από τον Κατηγορούμενο, λέγοντας πως γνωρίζει περίπου το ύψος του Κατηγορούμενου και το σύγκρινε με το ύψος του αυτοκινήτου, δέχτηκε όμως πως δεν έχει ειδικές γνώσεις «επί των συγκρίσεων». Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας πως εντός του πρατηρίου είχε και δικά του οχήματα, ένα γκρίζο βαν και ένα βυτιοφόρο μικρής αξίας. Ο ΜΚ7 κατέχει τον βαθμό του Υποπυραγού, στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Εργάζεται ως πυροσβέστης 36 χρόνια. Υιοθέτησε Έκθεση ημερ. 14.3.24 την οποία ετοίμασε (Τεκμήριο 37). Στην Έκθεση του ανέφερε πως από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 13.3.24, περί τις 05:10 στο πρατήριο Petrolina το όχημα μάρκας Mercedes καταστράφηκε εντελώς ενώ στο όχημα μάρκας Mini Cooper καταστράφηκαν ο χώρος της μηχανής και το εσωτερικό του. Από τη θερμότητα, ζημιά έπαθαν και διάφορες πλαστικές πινακίδες του πρατηρίου. Ο μάρτυρας εντόπισε την εστία της πυρκαγιάς σε εμπρηστική λωρίδα στο δάπεδο του πρατηρίου από άσφαλτο, μπροστά από το όχημα μάρκας Mercedes. H άσφαλτος εντός της εμπρηστικής λωρίδας ανέδυε έντονη οσμή πετρελαιοειδών. Ανάμεσα στα δύο οχήματα εντόπισε μισοκαμένο πλαστικό το οποίο ανέδυε έντονη οσμή πετρελαιοειδών. Ο ΜΚ7 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά τέθηκε κακόβουλα. Ανέφερε επίσης πως από το σημείο της φωτιάς μέχρι τις αντλίες καυσίμων υπήρχε απόσταση τρία - τέσσερα μέτρα περίπου. Υπήρχε, όπως είπε, κίνδυνος να επεκταθεί η φωτιά στις αντλίες αν υπήρχε περαιτέρω χρόνος (αφού οι πινακίδες που έπαθαν ζημιά ήταν δίπλα από τις αντλίες), στην οποία περίπτωση θα υπήρχε κίνδυνος βίαιης έκρηξης στις αντλίες και στα ντεπόζιτα με τα καύσιμα, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν οι γύρω οικίες και πολυκατοικίες. Ο ΜΚ7 αντεξετάστηκε από τον κ. Βραχίμη, αναφορικά με το πώς θα μπορούσε να επεκταθεί η φωτιά. Η ΜΚ8 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας και υιοθέτησε την κατάθεση της Τεκμήριο
- Η μάρτυρας ανέφερε πως μεταξύ των ωρών 18:00 της 12.3.24 και 06:00 της 13.3.24 βρισκόταν σε καθήκον και είχε σταθμεύσει το υπηρεσιακό της όχημα στο πρατήριο Petrolina. Περί ώρα 05:06 αντιλήφθηκε ένα άντρα με ανάστημα κοντά στο 1,80 να φέρει ρούχα σκούρου χρώματος και να έχει στο κεφάλι του το σκουφί από το φούτερ του, με την πλάτη του γυρισμένη προς το σημείο που βρισκόταν η ίδια, να κάνει κάτι κοντά στο πρώτο εκ των δύο οχημάτων που ήταν σταθμευμένα στο πρατήριο παράλληλα προς τις αντλίες. Αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και μόλις εξήλθε του οχήματος της για να τον καταδιώξει τον είδε να ανάβει φωτιά στα οχήματα και να τρέχει προς τον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος του από την πλευρά του κύριου δρόμου και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα είδε μία μοτόρα τύπου σκούτερ να φεύγει από το μέρος με μεγάλη ταχύτητα με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας του πρώην ξενοδοχείου Hilton. Συνέχισε να τρέχει προς το μέρος της μοτόρας, χωρίς να μπορέσει να τη σταματήσει. Ακολούθως κάλεσε το
- Η ΜΚ8 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Ερωτήθηκε αν θυμόταν εάν την προηγούμενη φορά που ανέλαβε καθήκον στο ίδιο σημείο τα δύο οχήματα βρίσκονταν στο πρατήριο, αλλά η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Η ΜΥ1 είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 15.3.24 (Τεκμήριο 38). Ανέφερε ότι είναι παντρεμένη με τον Κατηγορούμενο εδώ και τέσσερεις μήνες και έχουν μία κόρη. Στις 15:41 της 12.3.24, της τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και της ζήτησε να πάει να τον παραλάβει από τη δουλειά του επειδή τον έδιωξαν. Τον ρώτησε τι έγινε και εκείνος της είπε ότι τσακώθηκε με υπάλληλο του ΜΚ6 χωρίς να της λέει ξεκάθαρα τον λόγο. Απ' ό,τι κατάλαβε η ίδια το θέμα αφορούσε κάποιο χρέος που είχε προς το πρατήριο. Ο Κατηγορούμενος της είπε επίσης ότι πήγε να απολογηθεί στον ΜΚ6, αλλά δεν τα βρήκαν, και ο ΜΚ6 τηλεφώνησε στη μαστόρισσα του και παραπονέθηκε με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να χάσει τη δουλειά του. Ενόσω βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΜΚ3 και του απολογήθηκε. Ο ΜΚ3 δέχτηκε την απολογία του και του υποσχέθηκε ότι θα μεσολαβούσε για να πάρει πίσω τη δουλειά του. Επέστρεψαν στην οικία τους περί τις 20:00 - 20:30 και γύρω στις 22:30 - 23:00 έδωσε στον Κατηγορούμενο το χάπι του για να κοιμηθεί και κοιμήθηκαν. Η ίδια δεν αντιλήφθηκε να έφυγε ο Κατηγορούμενος από το κρεββάτι ενόσω κοιμόντουσαν. Ο ύπνος της είναι ελαφρύς και θα το καταλάβαινε αν ο Κατηγορούμενος έφευγε. Ξύπνησαν γύρω στις 07:00 - 07:30 όταν τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο κάποιος φίλος του και του είπε «σε ψάχνει η Αστυνομία, έλα ποδά να σε πάρω να παραδοθείς». Ακολούθως μετέβησαν στην Αστυνομία και η ΜΥ1 άφησε τον Κατηγορούμενο εκεί. Η ΜΥ1 ανέφερε προφορικά ότι ο Κατηγορούμενος «έκανε φυλακή», με την τελευταία φυλάκιση του να επέρχεται στις 9.5.21 για 13 ή 18 μήνες. Ανέφερε επίσης ότι τα φάρμακα που ο Κατηγορούμενος λαμβάνει είναι τα seroquel και clonotril τα οποία του συνταγογραφεί ο ψυχίατρος του και τα λαμβάνει προκειμένου να μπορέσει να κοιμηθεί. Ανέφερε τέλος ότι η πόρτα του υπνοδωματίου τους είναι πάντα κλειστή και ότι ο Κατηγορούμενος δεν σηκώνεται το βράδυ για να πάει στην τουαλέτα. Η ίδια, όπως είπε, έχει ανήσυχο και ελαφρύ ύπνο και ακούει την παραμικρή κίνηση. Η ΜΥ1 αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την εξέλιξη των γεγονότων στις 12.3.24 μέχρι και την παράδοση του Κατηγορούμενου στις 13.3.
- Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις τους έχουν μελετηθεί προσεκτικά και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους από το Δικαστήριο, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω και στον βαθμό που χρειάζεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας και Ευρήματα Κατά την ακρόαση είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων έχοντας κατά νου και καθοδηγούμενοι από τις παγίως νομολογηθείσες αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλ., μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/09, ημερ. 30.5.14, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 23/15, ημερ. 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Τονίζουμε πως τούτο αποτελεί απόρροια του συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας του (Άρθρο 12.4 του Συντάγματος και Άρθρο 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και συναρτάται και με το δικαίωμα του για μη αυτοενοχοποίηση (βλ. Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51). Ουδέν ενοχοποιητικό για τον Κατηγορούμενο συμπέρασμα εξάγεται ένεκα της πιο πάνω επιλογής του, η απόφαση σε σχέση με την ενοχή του οποίου θα ληφθεί στη βάση του μαρτυρικού υλικού που κρίνεται αποδεκτό (βλ. Mohammad κ.α. ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 590). Σημειώνεται παράλληλα πως το δικαίωμα της σιωπής τήρησε ο Κατηγορούμενος και στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 6), ως ήτο και πάλι απόλυτο δικαίωμά του. Τα όσα δε ανέφερε ανακρινόμενος προφορικά μετά τη σύλληψή του (βλ. Τεκμήριο 1), σχολιάζονται πιο κάτω (ως προς τις αρχές αξιολόγησης της κατάθεσης Κατηγορούμενου ιδιαίτερα όπου έχει επιλέξει να μη δώσει ένορκη μαρτυρία, βλ. Ποιν. Εφ. 67/23, Πισσαρίδης ν. Αστυνομίας, ημερ. 29.5.25). Η διερεύνηση Ο ΜΚ1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν πάρα πολύ καλή. Αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του με σαφήνεια και πληρότητα στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικώς και σε κάθε περίπτωση ουδόλως κλονίστηκε. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου προσπάθησε να αντλήσει πληροφορίες αναφορικά με ορισμένες πτυχές της διερεύνησης, τις οποίες ο μάρτυρας παρείχε με προθυμία. Έτσι, κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατ' αρχάς γιατί επέλεξε να καταγράψει στο Τεκμήριο 23 την απειλή που κατέγραψε. Ο μάρτυρας με ευθύτητα απάντησε πως έπραξε τούτο επειδή διερευνούσε υπόθεση εμπρησμού, οπότε κατέγραψε τη σχετική με το πρατήριο καυσίμων φράση, αποδέχθηκε δε άμεσα πως ο Κατηγορούμενος είχε εκστομίσει και φράσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του ΜΚ6 καθώς και του υπαλλήλου του. Του υποβλήθηκαν επίσης ερωτήσεις που σχετίζονται με το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν αιτήθηκε εντάλματος έρευνας της οικίας του Κατηγορούμενου, με τον μάρτυρα να εξηγεί γιατί κατά τη γνώμη του δεν είχαν μαρτυρία που να τους επιτρέπει να αιτηθούν τέτοιο ένταλμα (δεν είχαν, όπως είπε, στοιχεία για διασύνδεση των αντικειμένων που έψαχναν με την οικία του Κατηγορούμενου, οπότε τυχόν αίτημα θα απορρίπτετο από το Δικαστήριο). Το κατά πόσον ορθά ή εσφαλμένα δεν αιτήθηκε η Αστυνομία ένταλμα έρευνας, δεν είναι βεβαίως επίδικο στην παρούσα. Το ουσιαστικό είναι πως θεωρούμε ειλικρινή την απάντηση του μάρτυρα πως ο λόγος που δεν αιτήθηκαν τέτοιο ένταλμα είναι αυτός που ανέφερε και όχι οτιδήποτε άλλο. Άλλωστε αυθημερόν η Αστυνομία αναζήτησε τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για έρευνα (βλ. Τεκμήριο 24), η οποία δόθηκε υπό τις περιστάσεις που ο ΜΚ1 ανέφερε και η έρευνα διενεργήθηκε την επόμενη ημέρα (βλ. παραδεκτό γεγονός αρ. 2). Ερωτήθηκε περαιτέρω ο ΜΚ1 ως προς το θέμα της διαφυγής του δράστη και ανέφερε πως η πληροφόρηση και το συμπέρασμα του από τη μαρτυρία που περισυνέλεξε (αναφέρθηκε ειδικότερα στην κατάθεση της ΜΚ8 και σε πλάνα τα οποία όμως δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο) είναι ότι ο δράστης διέφυγε με μοτοσυκλέτα. Τα πλάνα στα οποία ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και δεν κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αποτελέσουν βάση προς έλεγχο της ορθότητας του συμπεράσματος του μάρτυρα. Εν τούτοις, πράγματι, η ΜΚ8 ανέφερε πως μερικά δευτερόλεπτα αφότου ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος του δράστη, είδε μία «μοτόρα τύπου σκούτερ» να φεύγει από το μέρος με μεγάλη ταχύτητα με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας του πρώην ξενοδοχείου Hilton. Σημειώνουμε επίσης πως στο Τεκμήριο 15 (αρχείο 37_05_Μ), σύντομα μετά την αποχώρηση του δράστη από το πρατήριο, ακούγεται ήχος μοτοσυκλέτας. Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγουμε σε εύρημα πως ο δράστης αναχώρησε από τη σκηνή με μοτοσυκλέτα τύπου σκούτερ. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις στον μάρτυρα ως προς το κατά πόσον διερεύνησαν αν ο Κατηγορούμενος είχε εγγεγραμμένη επ' ονόματι του μοτοσυκλέτα του τύπου που έψαχναν και ο μάρτυρας, με την ίδια προθυμία, απάντησε πως το έπραξαν, αλλά δεν υπήρχε τέτοια εγγραφή. Ένα άλλο θέμα επί του οποίου ο ΜΚ1 ερωτήθηκε είναι το κατά πόσον οι έρευνες επεκτάθηκαν σε θέματα που σχετίζονται με τον ιδιοκτήτη των οχημάτων. Ο μάρτυρας, με αναφορά στο περιεχόμενο των καταθέσεων της Π.Χ. απάντησε με προθυμία και σε αυτές τις ερωτήσεις, επιβεβαιώνοντας πως σύμφωνα με τις καταθέσεις, τα οχήματα εισήχθησαν στις 23.7.23 και 29.7.23 και μεταφέρθηκαν στο πρατήριο Petrolina στις 10.3.24, ημέρα Κυριακή. Δέχθηκε ότι δεν έλαβε κατάθεση από τον Μ.Ψ. (στον οποίο αναφέρθηκε ο ΜΚ6 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 29) και ότι δεν διερεύνησε το κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο έχει ποινικό μητρώο, αφού διερεύνησε, είπε, την κατεύθυνση που ήταν η πιο λογική στη βάση της μαρτυρίας που είχε. Αυτό είναι το κατάλληλο σημείο να εξετάσουμε τη θέση του κ. Βραχίμη, ότι η μη λήψη κατάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο (τον Μ.Ψ.) αφήνει κενό στη διερεύνηση, κατ' επίκληση της υπόθεσης Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143 και ότι η Αστυνομία δεν διερεύνησε επαρκώς την εκδοχή του Κατηγορούμενου - ότι δηλαδή αυτός βρισκόταν σπίτι του κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν συμφωνούμε με την εν λόγω εισήγηση για τους λόγους που θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε. Καταρχάς η υπόθεση Πέγκερος, δεν προσφέρεται κατά την κρίση μας για συγκρίσεις. Στην υπόθεση εκείνη, ως η κα Παπουή ορθώς αναφέρει στην αγόρευσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να καλέσει μάρτυρα που θα βοηθούσε στην αξιολόγηση της εκδοχής του εφεσείοντα, αποστερώντας από το Δικαστήριο με τον τρόπο αυτό ουσιώδη μαρτυρία. Η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής είχε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, δημιουργήσει ουσιώδες κενό στην όλη υπόθεση που προωθούσε. Στην παρούσα περίπτωση, θέση του Κατηγορούμενου κατά την προφορική του ανάκριση ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός βρισκόταν στο σπίτι του με την οικογένεια του και η Αστυνομία πράγματι προχώρησε στη λήψη κατάθεσης από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου (τη ΜΥ1). Διερεύνησε, με άλλα λόγια, η Αστυνομία το προβαλλόμενο από τον Κατηγορούμενο άλλοθι απευθυνόμενη στο πρόσωπο που σύμφωνα με εκείνον βρισκόταν μαζί του κατά τον ουσιώδη χρόνο και η μη λήψη επιπλέον καταθέσεων και από «τους γείτονες ή άλλο κόσμο» δεν αποτελεί παράλειψη, πόσο μάλλον ουσιώδη, από πλευράς της Αστυνομίας, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία που είχε στα χέρια της, ο Κατηγορούμενος ήταν μέσα στο υπνοδωμάτιο του και κοιμόταν χωρίς να έχει προβληθεί θέση πως ενόσω κοιμόταν αυτός ήταν ορατός από οποιονδήποτε, πέραν της συζύγου του. Σε κάθε περίπτωση, δεν τέθηκε στον ΜΚ1 ότι δεν έλαβε καταθέσεις από γείτονες και είναι αυτό αρκετό ώστε η σχετική θέση να απορριφθεί. Όσον τώρα αφορά στον ιδιοκτήτη των οχημάτων, και παρόλο που σύμφωνα με τον ΜΚ6 τα οχήματα τα στάθμευσε στο πρατήριο ο φίλος του Μ.Ψ., όπως προέκυψε από τις έρευνες της Αστυνομίας, τα οχήματα ανήκαν στη σύζυγο του Μ.Ψ., την Π.Χ. Η Αστυνομία απευθύνθηκε στην ιδιοκτήτρια των οχημάτων, από την οποία έλαβε δύο καταθέσεις - τα Τεκμήρια 27 και 28. Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν, υπενθυμίζουμε, για περιορισμένο σκοπό αλλά σχολιάζονται στο σημείο τούτο για να διαφανεί η μαρτυρία που αναζήτησε και είχε στα χέρια της η Αστυνομία, εφόσον προβάλλεται ισχυρισμός περί ελλιπούς διερεύνησης. Η Π.Χ., λοιπόν, ανέφερε στην Αστυνομία ότι είναι επιχειρηματίας και ότι, μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων της εισάγει και πωλεί οχήματα (όχι όμως μαζικά). Είναι επίσης ιδιοκτήτρια εταιρείας που ασχολείται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στην οποία ήταν εγγεγραμμένα τα δύο επίμαχα οχήματα. Ανέφερε περαιτέρω, ότι χρησιμοποιούσε η ίδια τα δύο οχήματα από την ημέρα εισαγωγής τους (που σύμφωνα με τη δεύτερη κατάθεση της η εισαγωγή έγινε τέλος Ιουλίου του 2023), κάνοντας τους test drives. Είπε η εν λόγω γυναίκα στην Αστυνομία «Δεν έχω διαφορές με κανένα, δεν απειλήθηκα ποτέ, άμεσα ή έμμεσα και δεν υποψιάζομαι οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με την κακόβουλη ζημιά που έγινε στα οχήματα μου.». Δεν είναι συνεπώς ορθή η θέση του κ. Βραχίμη, ότι η Αστυνομία δεν έστρεψε τις έρευνες της και προς τον ιδιοκτήτη των οχημάτων, ούτως ώστε να μπορεί βάσιμα να παραπονείται ο Κατηγορούμενος για «γνωσιολογική προκατάληψη» της Αστυνομίας η οποία (προκατάληψη), κατά την εισήγηση, κατηύθυνε τις έρευνες της μόνο προς εκείνον. Σημειώνουμε εδώ πως υποβλήθηκε στον ΜΚ1 η θέση ότι ο Μ.Ψ. έχει ποινικό μητρώο και ανθρώπους οι οποίοι δεν τον συμπαθούν. Ο μάρτυρας δεν αποδέχτηκε την υποβολή (δήλωσε πως δεν γνωρίζει αν ο Μ.Ψ. έχει ποινικό μητρώο), απτά δε στοιχεία προς υποστήριξη της δεν προσφέρθηκαν, με την υποβολή να παραμένει εν τέλει μετέωρη (βλ. Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640, 647[1]). Σύμφωνα με την υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 376, «στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος, ανωτέρω). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri a.ο. v. Italy [2004] Crim. L.R. 846) και, το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP [2001] 2 Cr. App.R.23).» Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία που η Αστυνομία περισυνέλεξε δεν οδηγούσε σε οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση η οποία να παρέμεινε χωρίς διερεύνηση και δεχόμαστε πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο ΜΚ1 και η Αστυνομία γενικότερα δεν προέβησαν σε έρευνες προς άλλες κατευθύνσεις και όχι η οποιασδήποτε φύσης - συνειδητή ή υποσυνείδητη - προκατάληψη της Αστυνομίας. Η δε θέση που ο Κατηγορούμενος προέβαλε στην προφορική του ανάκριση διερευνήθηκε, όπως προαναφέρθηκε. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη θέση περί ελλιπούς διερεύνησης, πόσω μάλλον ελλιπούς διερεύνησης που να έθεσε τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Εν τέλει, κρίνουμε τον ΜΚ1 αξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος ενήργησε κατά τρόπο αμερόληπτο και ανεξάρτητο και προς τον σκοπό συλλογής μαρτυρίας για διερεύνηση της υπόθεσης. Επαναλαμβάνεται πως η μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του σε αυτά τα πλαίσια (η περισυλλογή των Τεκμηρίων που κατέθεσε, περιλαμβανομένων των πλάνων από τα ΚΚΠ από τα πρατήρια Petrolina και ΕΝΙ τα οποία προέβαλε στο Δικαστήριο και επεξήγησε με λεπτομέρεια, οι συνομιλίες του με διάφορα πρόσωπα τις οποίες κατέγραψε σε Ημερολόγια Ενεργείας που κατέθεσε και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο) δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και γίνεται αποδεκτή. Το επίδικο περιστατικό Μαρτυρία ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώραν κατά το επίδικο περιστατικό προσφέρουν το Τεκμήριο 15 το οποίο κατατέθηκε από τον ΜΚ1, καθώς και οι μαρτυρίες των ΜΚ8 και ΜΚ
- Το Τεκμήριο 15 αποτελείται από πλάνα που λήφθηκαν από το ΚΚΠ του πρατηρίου Petrolina (το οποίο περιλαμβάνει αριθμό καμερών) κατά τον χρόνο που επισυνέβη το επίμαχο περιστατικό, τα οποία προβλήθηκαν στο Δικαστήριο και επεξηγήθηκαν από τον ΜΚ
- Τα εν λόγω πλάνα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, συνιστούν πραγματική μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο δύναται να παρακολουθήσει και να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποτελούν δε ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και ακρίβειας άλλης μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (λ.χ. προφορικής), διαφωτίζουσα με τον τρόπο αυτό τις συνθήκες που περιβάλλουν τα επίδικα γεγονότα (βλ. σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 333-334). Το τι απεικονίζουν τα εν λόγω πλάνα συνοψίζεται στο Τεκμήριο 18 που ετοίμασε ο ΜΚ1 και επεξηγήθηκε με λεπτομέρεια από τον εν λόγω μάρτυρα στα πλαίσια της προφορικής του μαρτυρίας. Η ΜΚ8 είναι Αστυνομικός που βρισκόταν στο πρατήριο Petrolina κατά τον ουσιώδη χρόνο στα πλαίσια ενάσκησης υπηρεσιακού καθήκοντος μη σχετιζόμενου με την παρούσα υπόθεση. Και αυτή η μάρτυρας άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, η δε μαρτυρία της στην ουσία δεν έτυχε καμίας αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Η δική της αντίληψη περί των γεγονότων ξεκινά βεβαίως από το σημείο που ο δράστης βρισκόταν ήδη πλησίον του πρώτου οχήματος. Είδε η εν λόγω μάρτυρας τον δράστη να ανάβει τη φωτιά και ακολούθως να τρέπεται σε φυγή κατευθυνόμενος προς τον χώρο στάθμευσης της γειτνιάζουσας με το πρατήριο πολυκατοικίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας, ότι η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε πως ο δράστης είχε «στο κεφάλι του το σκουφί από το φούτερ του» και όχι κράνος, όπως ανέφερε ο ΜΚ
- Όπως επισημαίνεται από τη νομολογία, «η πραγματική μαρτυρία συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας» (βλ. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.24, Ντιμιτρένκο ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 124/21, ημερ. 18.4.24). Η πιο πάνω αρχή, δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις δυστυχημάτων, αλλά σε κάθε περίπτωση ύπαρξης πραγματικής μαρτυρίας (βλ. το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 333 - 334, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, στο Τεκμήριο 15 φαίνεται καθαρά πως ο δράστης φοράει μαύρο κράνος στο κεφάλι. Αυτή ήταν η θέση και του ΜΚ1 η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Με αυτό το δεδομένο, η αναφορά της ΜΚ8 σε σκουφί του φούτερ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, προφανώς δε οφείλεται σε εσφαλμένη αντίληψη της ιδίας, ως προς το τι είχε πάνω στο κεφάλι του ο δράστης, ενδεχομένως ένεκα της ταχύτητας με την οποία εκτιλύχθηκαν τα γεγονότα. Το γεγονός αυτό δεν πλήττει βεβαίως τη γενικότερη αξιοπιστία της μαρτυρίας της η οποία κατά τα λοιπά συνάδει, όπως προαναφέρθηκε, με τα όσα προκύπτουν από τα πλάνα του ΚΚΠ, Τεκμήριο 15. Ο ΜΚ7 κατέχει τον βαθμό του Υποπυραγού στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί για 36 έτη. Ο εν λόγω μάρτυρας στην Έκθεσή του Τεκμήριο 37 αναφέρεται, αφενός, στις παρατηρήσεις του και, αφετέρου, στο συμπέρασμα του ως προς τα αίτια της πυρκαγιάς. Αναφέρθηκε επιπλέον στα πλαίσια της προφορικής του μαρτυρίας στον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα προέκυπτε από την τεθείσα φωτιά σε περίπτωση μη έγκαιρου εντοπισμού και κατάσβεσης της. Η θέση την οποία ο μάρτυρας κατέχει, όπως και η εμπειρία του, δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου μέσω της αντεξέτασής του. Έχοντας τούτα υπόψη, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57), κατάληξη μας είναι πως ο ΜΚ7 είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δικαιωματικά εξέφρασε γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750) και η μαρτυρία του, στον βαθμό που αφορούσε θέματα που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης του, θα προσεγγιστεί στη βάση των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων (Philippou v. Odysseos
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Όσον αφορά στις παρατηρήσεις του μάρτυρα (σελ. 2 του Τεκμηρίου 37) οι οποίες αποτέλεσαν και το πραγματικό υπόβαθρο για το συμπέρασμα του δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου από την Υπεράσπιση και γίνονται αποδεκτές. Ομοίως, ουδόλως αμφισβητήθηκε το συμπέρασμα του μάρτυρα ότι η πυρκαγιά που κατέκαψε τα δύο οχήματα που αναφέρονται στην Έκθεση του, τέθηκε κακόβουλα. Λαμβάνοντας υπόψιν, αφενός, τους λόγους για τους οποίους ο μάρτυρας κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα και, αφετέρου, τα πλάνα του ΚΚΠ στα οποία φαίνεται η δημιουργία εμπρηστικής λωρίδας από τον δράστη, ο οποίος περιέλουσε στη συνέχεια τα οχήματα με εύφλεκτη ύλη και άναψε φωτιά, χωρίς καμία δυσκολία αποδεχόμαστε ως ορθό το συμπέρασμα του μάρτυρα, το οποίο αναγάγουμε σε δικό μας εύρημα. Το μοναδικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ7 επί του οποίου αυτός αντεξετάστηκε, ήταν η θέση του περί του τί θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση που υπήρχε περαιτέρω χρόνος πριν την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Ο μάρτυρας όμως, ουδόλως κλονίστηκε. Εξήγησε με απλά λόγια και με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο υπήρχε δυνατότητα επέκτασης της πυρκαγιάς στις αντλίες (παρόλη την απόσταση που υπήρχε μεταξύ των οχημάτων και των αντλιών), ότι, δηλαδή, λόγω της μεγάλης θερμότητας που η φωτιά παρήγαγε, αυτή θα ζέσταινε τα υλικά σε τέτοιο βαθμό που θα ξεκινούσαν να βγάζουν αναθυμιάσεις και θα φλέγονταν. Δεχόμαστε την εν λόγω θέση του μάρτυρα, απόρροια της εμπειρογνωμοσύνης του και η οποία δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και αναγάγουμε και αυτήν, σε δικό μας εύρημα. Ως προς τις ζημιές στο πρατήριο, ο ΜΚ6 ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 36 πως αυτές ήταν συνολικού ύψους €4.400 (δύο μεγάλα πανό, δύο μεγάλες φωτιζόμενες ταμπέλες, δύο φωτιζόμενες ταμπέλες εισόδου/εξόδου). Δεν είχε στην κατοχή του αποδείξεις για το ποσό που καταβλήθηκε προς αποκατάσταση των ζημιών στο πρατήριο αφού, όπως είπε, την αποκατάσταση ανέλαβε η εταιρεία Petrolina. Το ως άνω μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ6, δεν έτυχε καμίας αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του και γι΄ αυτό τον λόγο, γίνεται αποδεκτό. Από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, προκύπτουν τα εξής, τα οποία καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου: Η φωτιά στο πρατήριο Petrolina τέθηκε κακόβουλα. Συγκεκριμένα, περί ώρα 05:08 της 13.3.24, πρόσωπο που φοράει μαύρα ρούχα, μαύρα παπούτσια, μαύρο κράνος στο κεφάλι και μαύρη τσάντα πλάτης πηδάει τον τοίχο που διαχωρίζει το πρατήριο Petrolina από τη γειτνιάζουσα πολυκατοικία και κρατώντας δύο διαφανή παγούρια με έγχρωμο υγρό εισέρχεται εντός του πρατηρίου κατευθυνόμενος προς τις αντλίες. Ακολούθως περιλούζει την άσφαλτο με υγρό από το παγούρι δημιουργώντας μία εμπρηστική λωρίδα και στη συνέχεια περιλούζει με το υγρό το πρώτο αυτοκίνητο και αφήνει το ένα παγούρι στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Δημιουργεί δεύτερη εμπρηστική λωρίδα μεταξύ των δύο οχημάτων και μετά περιλούζει το δεύτερο αυτοκίνητο, αφήνει το δεύτερο παγούρι στον ανεμοθώρακα του δεύτερου οχήματος, επιστρέφει στην εμπρηστική λωρίδα μπροστά από το πρώτο αυτοκίνητο και θέτει φωτιά σε αυτή. Ακολούθως τρέπεται σε φυγή με τον ίδιο τρόπο, πηδώντας, δηλαδή, από το διαχωριστικό τοιχαράκι και προχωρεί προς την πολυκατοικία. Στο πρατήριο βρισκόταν η ΜΚ8 η οποία μόλις αντιλήφθηκε τα όσα συνέβαιναν εξήλθε του οχήματος της για να καταδιώξει τον δράστη, χωρίς όμως να τον προλάβει. Ακολούθως κάλεσε το
- Από τη φωτιά τα δύο οχήματα καταστράφηκαν. Συγκεκριμένα, το Mercedes καταστράφηκε ολοσχερώς (παρέμεινε μόνο ο μεταλλικός του σκελετός) και στο Mini Cooper καταστράφηκαν ο χώρος της μηχανής και το εσωτερικό του. Από τη θερμότητα που προκλήθηκε, ζημιά έπαθαν και διάφορες πλαστικές ταμπέλες και πανό του πρατηρίου, συνολικού ύψους €4.
- Σε περίπτωση μη έγκαιρου εντοπισμού και κατάσβεσης της προκληθείσας πυρκαγιάς, η φωτιά θα μπορούσε να επεκταθεί στις αντλίες καυσίμων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος βίαιης έκρηξης στις αντλίες και στα ντεπόζιτα με τα καύσιμα και να κινδυνεύσουν οι γύρω κατοικίες. Επιμέρους θέματα περί των προηγηθέντων την 12.3.24 Μαρτυρία για διάφορα θέματα που προηγήθηκαν της επίδικης ημέρας έδωσε κυρίως ο ΜΚ
- Ως προς τη γενική εντύπωση που ο εν λόγω μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο, σημειώνουμε πως αυτή ήταν πάρα πολύ καλή. Οι περιγραφές του περί των γεγονότων ήταν αρκετά λεπτομερείς και παραστατικές και τα όσα ανέφερε ως προς την πρώτη επίσκεψη του Κατηγορούμενου στο πρατήριο του συνάδουν με τα πλάνα του ΚΚΠ, Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του, παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, χωρίς να περιπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο μάρτυρας έδωσε περισσότερα στοιχεία κατά την προφορική του μαρτυρία απ' ότι στις καταθέσεις του. Επισημαίνοντας πως τα εν λόγω στοιχεία ουδόλως αλλοιώνουν την ουσία της μαρτυρίας του, ούτε και αντιφάσκουν κατά τρόπο ουσιώδη προς τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του, σημειώνουμε πως θεωρούμε απολύτως λογικό πρόσωπο στο οποίο υποβάλλονται λεπτομερείς ερωτήσεις στο Δικαστήριο να δίδει περισσότερες λεπτομέρειες από αυτές που ανέφερε στην Αστυνομία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας «Εγώ πρώτη φορά έρχομαι Δικαστήριο. Εγώ είπα τούτη τη σελίδα μου δαμαί που είναι έξι σελίδες,[2] είπα ό,τι επίστευκα πάνω σε γενικές γραμμές για να δώκω μετά το ρεζουμέ της υπόθεσης τώρα. Αν χρειάζονται κάποια άλλα στοιχεία παραπάνω για να αποδοθεί δικαιοσύνη, θα τα δώσω.». Δεν παραβλέπουμε επίσης πως στην πρώτη του κατάθεση αναφέρθηκε σε διαφορετικές ώρες (στις οποίες επισυνέβησαν τα διάφορα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε) απ' ότι στη δεύτερη κατάθεση του. Τούτο επίσης δεν πλήττει, κατά την κρίση μας, την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας, έχοντας την ευκαιρία να επιθεωρήσει τα πλάνα από το ΚΚΠ που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην παρούσα, ήταν πλέον σε θέση να τοποθετήσει με χρονική ακρίβεια τα γεγονότα που φαίνονται σε αυτά, και έχοντας τούτο πλέον ως δεδομένο, μπόρεσε να αναφερθεί με περισσότερη ακρίβεια (χρονική πάντα) και στα υπόλοιπα γεγονότα. Ο ΜΚ6 αναφέρθηκε στην κατάθεσή του Τεκμήριο 36 με λεπτομέρεια στο πώς προέκυψε το χρέος ύψους €38,50 του Κατηγορούμενου προς εκείνον και το πρατήριο Petrolina. Τα όσα ανέφερε σχετικώς δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου μέσω της αντεξέτασης του μάρτυρα, ο δε Κατηγορούμενος δέχθηκε στα πλαίσια της προφορικής του ανάκρισης (Τεκμήριο 1) ότι είχε προσωπικό χρέος προς το πρατήριο (αν και ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ποσό των €28). Με δεδομένη τη μη αμφισβήτηση του ΜΚ6 επί του σημείου τούτου, τις λεπτομέρειες που έδωσε ως προς το πώς προέκυψε το χρέος, καθώς και τη γενικότερη καλή εικόνα που ο μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο καταλήγουμε σε εύρημα πως μέχρι και τις 12.3.24 ο Κατηγορούμενος όφειλε προς το πρατήριο Petrolina, ιδιοκτησίας του ΜΚ6, το ποσό των €38,
- Ο ΜΚ6 ανέφερε επιπλέον, χωρίς να αμφισβητηθεί επί τούτου, πως με κανένα άλλο πρόσωπο δεν έχει διαφορές. Και αυτή η θέση του μάρτυρα, η οποία ουδόλως κλονίστηκε, γίνεται αποδεκτή και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Άλλο θέμα το οποίο απασχόλησε, είναι το πότε μεταφέρθηκαν στο πρατήριο Petrolina τα οχήματα που κάηκαν, δηλαδή το Mercedes και το Mini Cooper. Μαρτυρία περί τούτου έδωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ
- Από τον ΜΚ1 ζητήθηκε να αναφέρει πότε, σύμφωνα με τις καταθέσεις της Π.Χ., εισήχθησαν τα δύο επίδικα οχήματα στην Κύπρο και πότε μεταφέρθηκαν στο πρατήριο Petrolina. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως από το Τεκμήριο 28 προκύπτει ότι το Mini Cooper εισήχθη στις 29.7.23 και το Mercedes στις 23.7.23 και ότι τα οχήματα μεταφέρθηκαν στο πρατήριο στις 10.3.24, ημέρα Κυριακή. Σύμφωνα με τα όσα ο ΜΚ6 ανέφερε στην αρχική του κατάθεση (Τεκμήριο 29), τα οχήματα μεταφέρθηκαν στο πρατήριο Petrolina «εδώ και μία εβδομάδα» για περιποίηση. Αντεξετάστηκε επί της πιο πάνω θέσης του και κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ευθαρσώς πως δεν ήταν βέβαιος ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο τα συγκεκριμένα οχήματα μεταφέρθηκαν στο πρατήριο του, λέγοντας πως αυτό μπορεί να έγινε τρεις, τέσσερεις ή πέντε ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δέχθηκε πως η χρονική τοποθέτηση της παραλαβής των οχημάτων στην κατάθεση του Τεκμήριο 29 δεν ήταν ακριβής, δεν πλήττει, κρίνουμε την αξιοπιστία του. Εξήγησε σχετικώς πως δεν θεώρησε σημαντικό να αναφέρει πόσες ακριβώς ημέρες ήταν εκεί τα οχήματα και πως η εν λόγω κατάθεση του, Τεκμήριο 29, δόθηκε αμέσως μετά τη μετάβαση του στο πρατήριο το πρωινό της 13.3.24, όταν αντιλήφθηκε ότι το περιστατικό στο πρατήριο του ήταν πάρα πολύ σοβαρό και εγκυμονούσε κίνδυνο μεγάλης έκρηξης, προσθέτοντας «Όταν φεύγω από εκεί πέρα και πάω να κάμω κατάθεση μετά από 40 λεπτά, πόσο σίγουρος μπορεί να είσαι; Και γι' αυτό μετά κάναμε τη συμπληρωματική και είπαμε κάποια πράγματα». Κρίνουμε ειλικρινή την απάντηση του μάρτυρα και δεχόμαστε ότι σε αυτή την εύλογη αναστάτωση είναι που οφείλεται αυτή η ούτως ή άλλως επουσιώδης διαφοροποίηση στη μαρτυρία του ως προς τον χρόνο μεταφοράς των επίδικων οχημάτων στο πρατήριο. Επαναλαμβάνουμε δε, πως οι καταθέσεις της Π.Χ. εισήχθησαν για περιορισμένο σκοπό στα πλαίσια της μαρτυρίας του ΜΚ1 και εν πάση περιπτώσει το όλο ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσον τα οχήματα μεταφέρθηκαν στο πρατήριο τρεις ή τέσσερεις ή πέντε ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό, είναι επουσιώδες. Σημειώνουμε επίσης ότι κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ6 ανέφερε, χωρίς να τύχει αμφισβήτησης και εν πάση περιπτώσει χωρίς να κλονιστεί, πως τα δύο εν λόγω οχήματα έφεραν ταμπέλες που δείκνυαν ότι είναι προς πώληση, ότι ξεκίνησαν να του τα παίρνουν στο πρατήριο δύο περίπου μήνες πριν το επίδικο περιστατικό για περιποίηση (πλύσιμο και ανεφοδιασμό), και ότι, εξ' όσων θυμόταν, τα οχήματα βρίσκονταν αρχικά κάπου στο Δάλι για πώληση και μετά μεταφέρθηκαν Λευκωσία. Η τελευταία αυτή αναφορά του ΜΚ6, συνάδει με το γεγονός ότι τα οχήματα είχαν εισαχθεί στη Δημοκρατία προ μηνών, σύμφωνα με τη μαρτυρία που περισυνέλεξε ο ΜΚ
- Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγουμε σε εύρημα ότι τα επίδικα οχήματα εισήχθησαν στη Δημοκρατία εντός του 2023, ο ιδιοκτήτης τους τα είχε παρκαρισμένα στο Δάλι για πώληση και δύο περίπου μήνες πριν το επίδικο περιστατικό τα μετέφερε στη Λευκωσία. Τότε ξεκίνησαν (το ζεύγος Π.Χ. και Μ.Ψ.) να παίρνουν τα οχήματα στο πρατήριο Petrolina για περιποίηση και ανεφοδιασμό, κατά διαστήματα, και λένε στον ΜΚ6 να τα αφήσει στο πρατήριο και αν πωληθούν καλώς, αλλιώς τα παίρνουν πίσω. Τα οχήματα μεταφέρθηκαν για τελευταία φορά στο πρατήριο λίγες ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό και έφεραν ταμπέλες που δείκνυαν ότι είναι προς πώληση. Σύμφωνα περαιτέρω με τη μαρτυρία του ΜΚ6, διάφοροι του παίρνουν αυτοκίνητα στο πρατήριο για να βοηθήσει στην πώλησή τους. Όπως εξήγησε, αυτός παρουσιάζει τα προς πώληση οχήματα ως δικά του και αν κάποιος ενδιαφερθεί να τα αγοράσει δεν τον παραπέμπει στον ιδιοκτήτη, αλλά προβαίνει στην πώληση ο ίδιος και ακολούθως λαμβάνει κάποιο οικονομικό όφελος από τον ιδιοκτήτη. Οι επί των ανωτέρω θέσεις του ΜΚ6 ούτε κλονίστηκαν, ούτε και αντικρούστηκαν και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν τη γενικότερα καλή εντύπωση που άφησε ο μάρτυρας, γίνονται αποδεκτές και καθίστανται μέρος των ευρημάτων μας. Άλλο θέμα που εγέρθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων και ιδιαίτερα του ΜΚ3 και του ΜΚ6 είναι το κατά πόσον στο πρατήριο υπήρχαν και οχήματα που ανήκαν σε αυτό. Και οι δύο μάρτυρες δέχθηκαν πως πράγματι στο πρατήριο υπήρχαν δύο τέτοια οχήματα, και συγκεκριμένα ένα γκρίζο βαν που φαίνεται στα πλάνα του ΚΚΠ του πρατηρίου το βράδυ του επίδικου περιστατικού (Τεκμήριο 15) να είναι σταθμευμένο «δίπλα στα γκάζια», όπως είπε ο ΜΚ3, καθώς και ένα βυτιοφόρο το οποίο, όπως εξήγησε ο ΜΚ6 είναι μικρό (στο μέγεθος ενός διπλοκάμπινου οχήματος) και ήταν σταθμευμένο δίπλα από το πλυντήριο. Ως προς την αξία των δύο εν λόγω οχημάτων, ο ΜΚ3 ανέφερε πως το βαν το είχαν αγοράσει για €5.000 περίπου και ότι το βυτιοφόρο ήταν αξίας περίπου €4.000 - €5.
- Οι σχετικές θέσεις των ΜΚ3 και ΜΚ6 δεν έτυχαν αμφισβήτησης, γίνονται αποδεκτές και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου ότι στο πρατήριο Petrolina ήταν σταθμευμένα και δύο οχήματα που ανήκαν σε αυτό: ένα γκρίζο βαν το οποίο είχε αγοραστεί για €5.000 περίπου και το επίδικο βράδυ ήταν σταθμευμένο δίπλα από τις φιάλες γκαζιού καθώς και ένα μικρό βυτιοφόρο αξίας €4.000 - €5.000, το οποίο ήταν σταθμευμένο δίπλα από το πλυντήριο. Τα γεγονότα που έλαβαν χώραν την 12.3.24 Μαρτυρία για τα όσα έλαβαν χώραν στις 12.3.24 έδωσαν οι ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ
- Σχετικά είναι επίσης τα πλάνα που λήφθηκαν από τα ΚΚΠ των πρατηρίων Petrolina και ΕΝΙ, Τεκμήρια 16, 17 και 22 τα οποία κατέθεσε και ανέλυσε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο, σε σχέση με τα οποία ετοίμασε ο εν λόγω μάρτυρας και τα Ημερολόγια Ενεργείας Τεκμήρια 19, 20, 21 και
- Ξεκινώντας από τη γενική εντύπωση που οι ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 άφησαν στο Δικαστήριο (για τον ΜΚ6 αναφερθήκαμε πιο πάνω), σημειώνουμε τα εξής: Όσον αφορά τη ΜΚ2, παρόλο που μέρος της μαρτυρίας της συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ6 και για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω γίνεται αποδεκτό, πρέπει να πούμε πως θεωρούμε ότι η μάρτυρας αυτή, για τους δικούς της λόγους, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την απόλυση του Κατηγορούμενου και να μην εμπλέξει τον εαυτό της σε αυτή. Ο ΜΚ3 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από τους ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6, παρά την αντεξέταση του δε, δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αλλά παρέμεινε καθόλα συνεπής και σταθερός στην εκδοχή του ως προς την εξέλιξη των γεγονότων στις 12 και 13.3.
- Εντοπίζονται, σημειώνουμε, ορισμένες μικροαντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του και της μαρτυρίας του ΜΚ6 οι οποίες όμως, δεν είναι ουσιώδεις και μάλλον ενδυναμώνουν παρά να αποδυναμώνουν τη μαρτυρία οποιουδήποτε εκ των δύο μαρτύρων, δείχνοντας έλλειψη προσυνεννόησης ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Ο ΜΚ4 άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Με τρόπο μετρημένο και με απόλυτη ειλικρίνεια, κρίνουμε, μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα περιέπεσαν στην προσωπική του γνώση και αντίληψη που σχετίζονται με τα επίδικα γεγονότα, χωρίς να έχει υποπέσει, ούτε αυτός, σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του εξάλλου, συνάδει ουσιαστικά με τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ
- Πάρα πολύ καλή εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και η ΜΚ5, υπάλληλος του πρατηρίου ΕΝΙ, η οποία ήταν παρούσα στα δύο περιστατικά που έλαβαν χώρα εκεί. Και αυτή, κρίνουμε, προσπάθησε να μεταφέρει με ακρίβεια τα όσα θυμόταν, χωρίς πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν έτυχε εξάλλου ουσιαστικής αμφισβήτησης κατά τη σύντομη αντεξέταση της. Σημειώνουμε εκ προοιμίου, ότι στα όσα ακολουθούν γίνεται αναφορά και σε περιστατικά τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Καταγράφονται όμως περιγραφικά, ούτως ώστε να διαφανεί η συνέχεια των εξελίξεων της επίδικης ημέρας (βλ. Πατσαλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 76/22, ημερ. 19.1.23), ECLI:CY:AD:2023:B
- Το πρώτο περιστατικό για το οποίο δόθηκε μαρτυρία, είναι το περιστατικό που έλαβε χώραν στο πρατήριο Petrolina γύρω στις 13:30 της 12.3.
- Μαρτυρία σε σχέση με αυτό, έδωσε ο ΜΚ6, ο οποίος συσχέτισε τα όσα ανέφερε - στην κατάθεση του και προφορικά - με το οπτικοακουστικό υλικό που περιέχεται στο Τεκμήριο
- Το εν λόγω οπτικοακουστικό υλικό υποστηρίζει τη μαρτυρία του ΜΚ6 η οποία (μαρτυρία) ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του και εν πάση περιπτώσει, ουδόλως κλονίστηκε. Γίνεται συνεπώς αποδεκτή. Σημειώνεται δε ότι ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος προφορικά, αν και δεν ξεκαθάρισε σε ποια από τις δύο παρουσίες του στο πρατήριο Petrolina αναφερόταν, δέχεται ότι υπάλληλος του ΜΚ6 του ζήτησε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του. Καταλήγουμε συνεπώς σε εύρημα πως περί τις 13:20 της 12.3.24, ενώ ο ΜΚ6 μπήκε στο όχημα του για να αποχωρήσει από το πρατήριο για το μεσημεριανό του διάλειμμα, είδε ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο με τη μοτοσυκλέτα της εταιρείας Πάνος Εγγλέζος και συζητούσε με υπάλληλο του πρατηρίου για το ποσό που όφειλε. Ο ΜΚ6 φώναξε στον Κατηγορούμενο ο οποίος πλησίασε το παράθυρο του οχήματος του ΜΚ
- Συζήτησαν για το θέμα που προέκυψε μία εβδομάδα προηγουμένως με τα καύσιμα που έβαλε ο Κατηγορούμενος και ο ΜΚ6 τον παρακάλεσε να διευθετήσει το υπόλοιπο του επειδή σε αντίθετη περίπτωση θα αναγκαζόταν να χρεώσει την εταιρεία στην οποία ο Κατηγορούμενος εργαζόταν με τα ποσά που ο τελευταίος όφειλε. Η συζήτηση ήταν σε ήρεμους τόνους και στο τέλος της ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το πρατήριο. Ακολούθως ο ΜΚ6 μετέβη στην οικία του για να ξεκουραστεί. Μαρτυρία ως προς τη δεύτερη μετάβαση του Κατηγορούμενου στο πρατήριο Petrolina, έδωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ6, σχετικώς δε με αυτή κατατέθηκαν τα Ημερολόγια Ενεργείας Τεκμήρια 9 και 23 καθώς και το οπτικοακουστικό υλικό από το ΚΚΠ του πρατηρίου, Τεκμήριο 22, το οποίο προβλήθηκε στην παρουσία τόσο του ενός μάρτυρα όσο και του άλλου, οι οποίοι εξήγησαν τις εικόνες στα πλάνα, με τον ΜΚ6 να αναγνωρίζει επιπλέον τα πρόσωπα που φαίνονται σε αυτά. Η μαρτυρία αμφοτέρων των ΜΚ1 και ΜΚ6 είναι εξ ακοής. Εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, από τον Ν. 32(Ι)/04 (με το ποινικό Δικαστήριο να έχει την ευχέρεια να μην την αποδεκτεί αν αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης), με τη βαρύτητα, όμως, που μπορεί να της αποδοθεί να αξιολογείται, συμφώνως του άρθρου 27 του Κεφ. 9 με βάση το σύνολο των περιστάσεων, με το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψιν διάφορους παράγοντες, μεταξύ άλλων, αυτούς που μη εξαντλητικώς απαριθμούνται στο άρθρο 27
(2), καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά και το κατά πόσον ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (άρθρο 27
(3)).[3] Ο υπάλληλος του πρατηρίου, Bishownat Ghosh ο οποίος συνομίλησε με τον ΜΚ1, δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 9). Από αυτόν (τον υπάλληλο), προφανώς, είναι που προέρχεται και η πληροφόρηση που ο ΜΚ6 μετέφερε στο Δικαστήριο, ο οποίος ανέφερε πως οι τρεις υπαλλήλοι του που φαίνονται στα πλάνα δεν εργάζονται πλέον στο πρατήριο του. Παρά τη μη παρουσίαση του εν λόγω προσώπου στο Δικαστήριο, κρίνουμε πως με ασφάλεια μπορούμε να βασιστούμε στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, καθότι στο Δικαστήριο κατατέθηκε πραγματική μαρτυρία - το Τεκμήριο 22 - το οποίο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, και το οποίο επιβεβαιώνει την εν λόγω μαρτυρία. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε, ενόσω βρισκόταν στο πρατήριο, να επικοινωνήσει με τον ΜΚ6, επιβεβαιώνεται από τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του τελευταίου περί του ότι όταν ξύπνησε, βρήκε στο τηλέφωνο του αρκετές αναπάντητες κλήσεις, μεταξύ άλλων, και από τον Κατηγορούμενο. Σημειώνουμε περαιτέρω την παραδοχή του Κατηγορούμενου στην προφορική του ανάκριση πως ήρθε σε έντονη λεκτική αντιπαράθεση με υπάλληλο του πρατηρίου και ότι του ζητούσε επίμονα να ειδοποιήσει τον ΜΚ
- Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγουμε στα εξής ευρήματα. Στις 13:55 ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο Petrolina με τη μοτοσυκλέτα της εταιρείας Πάνος Εγγλέζος. Αποβιβάστηκε από αυτή και εισήλθε εντός του καταστήματος του πρατηρίου, ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου του ΜΚ6 και προσπάθησε να του τηλεφωνήσει, χωρίς όμως ο ΜΚ6 να του απαντήσει το τηλέφωνο. Εμφανώς εκνευρισμένος μπήκε εκ νέου στο κατάστημα και απαιτούσε από τον υπάλληλο όπως τηλεφωνήσει εκείνος στον ΜΚ6, με τον οποίο (υπάλληλο) ήρθε σε έντονη λεκτική αντιπαράθεση και εκστόμισε διάφορες φράσεις, μεταξύ άλλων, τη φράση «Εννά σου γυρίσω ανάποδα την πεζίνα στο τέλος» και «εννά τα κρούσω ούλλα δαμέσα», καθώς και φράσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του ΜΚ6 και του υπαλλήλου του, προσωπικά. Ακολούθησε αψιμαχία του Κατηγορούμενου με τον υπάλληλο, οπότε και επενέβη πρόσωπο που ήταν εκεί. Στο σημείο μετέβη και ο πατέρας του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το πρατήριο Petrolina περί τις 14:
- Ακολουθεί το περιστατικό που έλαβε χώρα στο πρατήριο ΕΝΙ, περίπου στις 14:17 της 12.3.
- Μαρτυρία σε σχέση με αυτό έδωσαν οι ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ
- Δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη ουσιαστικής αντίφασης μεταξύ των λεχθέντων από τα τρία εν λόγω πρόσωπα ως προς τα διαμειφθέντα εκείνη την ώρα, τα όσα δε περιέγραψαν στις καταθέσεις τους συνάδουν με τα πλάνα που περιέχονται στο Τεκμήριο
- Οι τρεις μάρτυρες συμφωνούν (και η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 16), ότι ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ στις 14:17 με τη μοτοσυκλέτα του. Οι ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 βρίσκονταν εντός του καταστήματος του πρατηρίου. Ξεκίνησε τότε ο Κατηγορούμενος να φωνάζει και να απειλεί. Ο ΜΚ3 προχώρησε προς την είσοδο του καταστήματος και ο Κατηγορούμενος, ως η παραδοχή του στην 5η κατηγορία, τον απείλησε με τη φράση «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα πόψε εν να έσιεις ένα γιο λλιότερο». Δεν παραβλέπουμε πως η (παραδεκτώς) εκστομισθείσα φράση δεν μεταφέρθηκε με ακριβώς τις ίδιες λέξεις και από τους τρεις μάρτυρες. Τούτο δεν πλήττει την αξιοπιστία οποιουδήποτε εκ των τριών μαρτύρων, η μαρτυρία των οποίων συνάδει ως προς την ουσία της απειλής, ότι, δηλαδή, θα «έκρουζε» τον γιο του ΜΚ
- Και οι τρεις δε μάρτυρες αντιλήφθηκαν πως ο Κατηγορούμενος αναφερόταν στον ΜΚ6, αφού ο έτερος υιός του ΜΚ3, δηλαδή ο ΜΚ4, βρισκόταν στο πρατήριο. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι στον ΜΚ6 που αναφερόταν επιβεβαιώνεται από τη στιχομυθία του με τον ΜΚ4 κατά την επόμενη μετάβαση του στο πρατήριο ΕΝΙ, στην οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Δεν παραβλέπουμε επίσης πως οι μάρτυρες αναφέρθηκαν και σε άλλες φράσεις που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε κατά το εν λόγω περιστατικό. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος μετά την πιο πάνω αναφερθείσα φράση είπε επίσης «θα του κάμω και μεγάλη ζημιά» (φράση που πρόσθεσε κατά την προφορική του μαρτυρία), ο ΜΚ4 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είπε ότι θα σπάσει τα δόντια του αδερφού του (δηλαδή του ΜΚ6) και ότι είναι λίγες αυτές που «έφαε» ο υπάλληλος και θα φάει και αυτός (εννοώντας τον ΜΚ6) (κάτι το οποίο είχε αναφέρει ο μάρτυρας στην κατάθεση του Τεκμήριο 34). Η δε ΜΚ5 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος φεύγοντας είπε «εννα δεις τι εννα κάμω, εννα δέιτε». Λαμβάνοντας υπόψη τη συνολικά θετική εικόνα που οι μάρτυρες άφησαν στο Δικαστήριο ως προς τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το περιστατικό διήρκησε μερικά δευτερόλεπτα και ο Κατηγορούμενος φαίνεται στα πλάνα να εκστομίζει διάφορα πράγματα (βλ. Τεκμήριο 16), και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δείχνει πως όταν πολλά πρόσωπα είναι μάρτυρες στο ίδιο περιστατικό, αυτά μπορεί να μην μεταφέρουν το περιστατικό με ακριβώς τις ίδιες λέξεις ή να μην εντυπωθεί στο μυαλό όλων η ίδια φράση (όταν εκστομίζονται πολλές) (βλ. συναφώς και την απόφαση Σκορδέλλη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13 κ.α., ημερ. 6.6.16[4]), καθώς και το γεγονός ότι η ουσία της μαρτυρίας και των τριών είναι πως ο Κατηγορούμενος απειλούσε πως θα βλάψει τον ΜΚ6 (περιλαμβανομένης της απειλής ότι θα τον κάψει), αποδεχόμαστε τα λεγόμενα των μαρτύρων. Αποδεχόμαστε περαιτέρω τη μη αμφισβητηθείσα και εν πάση περιπτώσει πειστική θέση και των τριών μαρτύρων ότι η εντύπωση όλων ήταν ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εκτός εαυτού κατά το εν λόγω επεισόδιο και ότι ο ΜΚ3 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Και ο ίδιος άλλωστε ο Κατηγορούμενος στην προφορική του ανάκριση δέχτηκε πως όταν μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ ήταν αναστατωμένος και μίλησε στον ΜΚ3 με έντονο ύφος (βλ. Τεκμήριο 1). Σημειώνουμε εδώ πως ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος προφορικά ανέφερε ότι κατά την εν λόγω μετάβαση του στο πρατήριο ΕΝΙ είπε στον ΜΚ3 ότι αυτός δεν ενόχλησε ποτέ τη δουλειά τους, ενώ ο ΜΚ6 έστειλε τιμολόγιο για €28 που του οφείλει ο Κατηγορούμενος στον εργοδότη του, Πάνο Εγγλέζο, για να το πληρώσει εκείνος, με αποτέλεσμα να προσβαλτεί (ο Κατηγορούμενος). Τέτοιες θέσεις δεν υποβλήθηκαν ποτέ στους ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 που ήταν παρόντες κατά το περιστατικό. Μόνο ο ΜΚ3 ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν ο Κατηγορούμενος του είπε «Δημιούργησα εγώ ποτέ πρόβλημα στη δουλειά σου; Εσύ γιατί το έκαμες», θέση την οποία με πειστικότητα απέρριψε ο ΜΚ
- Σημειώνουμε εξάλλου, ότι ούτε η ΜΚ2 ανέφερε πως έλαβε τιμολόγιο από τον ΜΚ6, ούτε ο ΜΚ6 ανέφερε κάτι τέτοιο (ούτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στους εν λόγω μάρτυρες), ούτε και είναι το οφειλόμενο ποσό €28 (αλλά €38,50) σύμφωνα με τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του ΜΚ
- Εξάλλου, στην πορεία της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι απείλησε τον ΜΚ3 με τη φράση της 5ης κατηγορίας κατά το εν λόγω περιστατικό. Συνεπώς τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην προφορική του ανάκριση ως προς τα διαμειφθέντα την πρώτη φορά που μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ, δεν μπορεί να θεωρηθούν πως αποδίδουν με ακρίβεια το τι συνέβη. Υπό το φως των ανωτέρω και τη μη κλονισθείσα καθ' οιονδήποτε τρόπο μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 ως προς το τι έγινε όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ την πρώτη φορά, καταλήγουμε στα εξής ευρήματα: Στις 14:17 ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο ΕΝΙ με τη μοτοσυκλέτα του. Ξεκίνησε να φωνάζει και ταυτόχρονα αφαίρεσε το κράνος του. Οι ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 βρισκόντουσαν εντός του καταστήματος του πρατηρίου και ο ΜΚ3 προχώρησε προς την είσοδο του. Ο Κατηγορούμενος απείλησε τον ΜΚ3 με τη φράση «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα πόψε εν να έσιεις ένα γιο λλιότερο». Εκστόμισε παράλληλα και άλλες φράσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του ΜΚ6, όπως ότι θα του σπάσει τα δόντια του. Ο ΜΚ3 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Ο Κατηγορούμενος προτού αποχωρήσει είπε ότι «θα του κάμει και μεγάλη ζημιά», αναφερόμενος και πάλι στον ΜΚ6 και ότι «θα δουν τι θα κάνει». Ακολούθως αποχώρησε από το πρατήριο ΕΝΙ, αφότου φόρεσε το κράνος του. Ο ΜΚ6 ξύπνησε, όπως είπε, περί τις 14:30 οπότε και βρήκε στο τηλέφωνο του αριθμό αναπάντητων κλήσεων. Ήταν η θέση του στην προφορική του μαρτυρία πως πήρε πρώτα πίσω τον πατέρα του (τον ΜΚ3), μετά τον υπάλληλο του και μετά τον Κατηγορούμενο. Δεν παραβλέπουμε εδώ πως στην κατάθεση του Τεκμήριο 36 ανέφερε πως μίλησε πρώτα στον πατέρα του, μετά στον Κατηγορούμενο και μετά στον υπάλληλο του. Αυτή η διαφοροποίηση είναι κατά την κρίση μας εντελώς επουσιώδης και δεν πλήττει την αξιοπιστία του ΜΚ
- Μιλώντας, όπως είπε, με τον ΜΚ3 ενημερώθηκε για την προαναφερθείσα μετάβαση του Κατηγορούμενου στο πρατήριο ENI και την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε και μιλώντας με τον υπάλληλο του ενημερώθηκε για το δεύτερο περιστατικό στο πρατήριο Petrolina. Ακολούθως μίλησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι «θα τον κλείσει», ότι θα του κάνει μεγάλο κακό και ότι θα τον σκοτώσει. Του είπε επίσης ότι ο υπάλληλος του έμεινε χωρίς δόντια για να μάθει να μην του «παίζει» τον μάστρο και να του ζητά λεφτά. Η αντίδραση του ΜΚ6 ήταν να του πει ότι θα ενημερώσει τη ΜΚ2 για να μην ξαναπάει ο Κατηγορούμενος στο πρατήριο του και ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Οι εν λόγω θέσεις του ΜΚ6 προβλήθηκαν με σταθερότητα, παραστατικότητα και συνέπεια. Αντεξετάστηκε επί των ανωτέρω, χωρίς όμως να περιπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση που να κλονίζει την αξιοπιστία της εκδοχής του. Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί και το εξής: Ερωτήθηκε ο ΜΚ6 κατά την αντεξέταση του αν ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει εξάρσεις θυμού. Ο ΜΚ6 με αμεσότητα δέχτηκε ότι αρκετές φορές έβγαινε ο Κατηγορούμενος εκτός εαυτού και ήταν άτομο που έχρηζε «ειδικού χειρισμού», επισημαίνοντας παράλληλα πως παρόλα τα πιο πάνω, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος «ξεκίνησε να απειλά». Δεν έχουμε κανένα λόγο να μην αποδεχθούμε και αυτή τη θέση του ΜΚ6, η οποία δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία, ούτε κλονίστηκε εν πάση περιπτώσει. Το δε γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος για πρώτη φορά εκστόμισε απειλές, είναι αυτό που διαφοροποίησε την επίδικη περίπτωση από τις όποιες προηγούμενες στις οποίες ο Κατηγορούμενος επέδειξε εκρηκτική συμπεριφορά και ήταν αυτό που οδήγησε τον ΜΚ6 στο να «απειλήσει» και ο ίδιος τον Κατηγορούμενο ότι θα τον «καταγγείλει» στην εργοδότρια του και ότι θα ενημερώσει την Αστυνομία. Ο ΜΚ6 ανέφερε επιπλέον ότι στη συνέχεια, και πριν μιλήσει με τη ΜΚ2, τον πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του Κατηγορούμενου, του απολογήθηκε για το περιστατικό και του είπε πως θα διευθετούσε ο ίδιος ό,τι χρειαζόταν. Ο ΜΚ6 τον ενημέρωσε πως θα κατήγγελλε το περιστατικό στην Αστυνομία επειδή ο Κατηγορούμενος απείλησε ζωές και ο πατέρας του Κατηγορούμενου τον παρακάλεσε να κάνει δεύτερες σκέψεις. Ούτε τα όσα ανέφερε για αυτό το τηλεφώνημα αμφισβητήθηκαν ουσιαστικώς κατά την αντεξέταση του, ούτε και αντικρούστηκαν και γίνονται αποδεκτά. Ως εκ των ανωτέρω οι θέσεις του ΜΚ6 γίνονται αποδεκτές και προβαίνουμε στα εξής ευρήματα: Περί τις 14:30 ο ΜΚ6 βρήκε αριθμό αναπάντητων κλήσεων στο κινητό του, μεταξύ άλλων, από τον Κατηγορούμενο. Τηλεφώνησε στον πατέρα του και ενημερώθηκε για το περιστατικό που έλαβε χώραν στο πρατήριο ΕΝΙ περί τις 14:17, και τηλεφώνησε επίσης στον υπάλληλο του από τον οποίο ενημερώθηκε για το περιστατικό που έλαβε χώραν στο δικό του πρατήριο περί τις 13:
- Επικοινώνησε επίσης με τον Κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι «θα τον κλείσει», ότι θα του κάνει μεγάλο κακό και ότι θα τον σκοτώσει. Του είπε επίσης ότι ο υπάλληλος του έμεινε χωρίς δόντια για να μάθει να μην του «παίζει» τον μάστρο και να του ζητά λεφτά. Η αντίδραση του ΜΚ6 ήταν να του πει ότι θα ενημερώσει τη ΜΚ2 και ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος, καίτοι παρουσιάζει αρκετές φορές εξάρσεις θυμού, δεν είχε απειλήσει στο παρελθόν. Στη συνέχεια πήρε τηλέφωνο τον ΜΚ6 ο πατέρας του Κατηγορούμενου, του απολογήθηκε για το περιστατικό και του είπε πως θα διευθετούσε ο ίδιος ό,τι χρειαζόταν. Ο ΜΚ6 τον ενημέρωσε πως θα κατήγγελλε το περιστατικό στην Αστυνομία επειδή ο Κατηγορούμενος απείλησε ζωές και ο πατέρας του Κατηγορούμενου τον παρακάλεσε να κάνει δεύτερες σκέψεις. Ακολούθησε το τηλεφώνημα του ΜΚ6 προς τη ΜΚ2, για το οποίο έδωσαν μαρτυρία οι δύο εν λόγω μάρτυρες. Όπως προκύπτει, αμφότεροι αποδέχονται πως το τηλεφώνημα έλαβε χώραν. Διαφέρει όμως σε κάποιο βαθμό η μαρτυρία των δύο μαρτύρων όσον αφορά το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος. Η ΜΚ2 ανέφερε πως ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον ΜΚ6 ότι ο Κατηγορούμενος οφείλει χρήματα στο πρατήριο Petrolina και ότι την ημέρα εκείνη δημιούργησε αναστάτωση στο πρατήριο. Απολογήθηκε, όπως είπε, στον ΜΚ6 για τη συμπεριφορά του υπαλλήλου της (δηλαδή του Κατηγορούμενου) και ακολούθως ενημέρωσε τη διεύθυνση της εταιρείας της και αποφασίστηκε όπως ο Κατηγορούμενος απολυθεί, κάτι που έγινε την ίδια ημέρα. Προφορικά πρόσθεσε πως πριν ενημερώσει την εταιρεία τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε τι έγινε, ο Κατηγορούμενος της είπε «διαπληκτίστηκα με τον Σάββα γιατί είχα προσωπικό χρέος και δεν είχε δικαίωμα να σε ενημερώσει» και εκείνη του ζήτησε να πάει να απολογηθεί επειδή είχε απολογηθεί και η ίδια. Ακολούθως ενημέρωσε την εταιρεία και το πρόσωπο που προσέλαβε τον Κατηγορούμενο και την άλλη μέρα το πρωί ενημερώθηκε πως ο Κατηγορούμενος απολύθηκε. Η ίδια δεν γνώριζε, όπως είπε, αν ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι απολύθηκε στις 12.3.
- Ο ΜΚ6 ανέφερε πως μετά το τηλεφώνημα του πατέρα του Κατηγορούμενου έκανε δεύτερες σκέψεις και τηλεφώνησε στη ΜΚ2 για να μεσολαβήσει και να βρεθεί μια λύση. Της ζήτησε να πει στον Κατηγορούμενο να πάει να απολογηθεί στα δύο πρατήρια και να κλείσει η υπόθεση. Προφορικά πρόσθεσε ότι της ζήτησε επίσης να μην ξαναπάει ο Κατηγορούμενος στο πρατήριο του. Κατά σύμπτωση, είπε, εκείνη τη στιγμή του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και τον έβαλε στη γραμμή μαζί με τη ΜΚ2 για να μιλήσουν και οι τρεις. Ο Κατηγορούμενος, όμως, συνέχισε να είναι αρνητικός, να απειλεί και να βρίζει, κάτι που εκνεύρισε τη ΜΚ2 η οποία κατέληξε στο να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να πάει στο γραφείο για να πάρει την απόλυση του, λέγοντας του παράλληλα πως θα ειδοποιούσε άμεσα τον πατέρα της. Ο Κατηγορούμενος έκλεισε τότε το τηλέφωνο. Ο ΜΚ6 ανέφερε επιπλέον ότι μίλησε και δεύτερη φορά τηλεφωνικώς με τη ΜΚ2 αργότερα την ίδια ημέρα και της ζήτησε να μην απολύσει τον Κατηγορούμενο, αλλά εκείνη του είπε «Τέλειωσε πιον, είπα το του παπά μου και ο παπάς μου δεν δέχεται», προσθέτοντας πως θυμάται αυτή την κουβέντα και δήλωσε 1000% σίγουρος ότι αυτή η συζήτηση με τη ΜΚ2 έγινε. Όπως επισημάναμε πιο πάνω, η εντύπωση που αποκομίσαμε είναι πως η ΜΚ2 προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από την απόλυση του Κατηγορούμενου, για τους δικούς της λόγους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τόνισε στην προφορική της μαρτυρία πως η ίδια δεν γνώριζε λεπτομέρειες για την ανησυχία που δημιουργήθηκε και ότι ο λόγος που ενημέρωσε την εταιρεία ήταν επειδή ο ΜΚ6 της είπε ότι θα ενημέρωνε ο ίδιος την εταιρεία, άρα, «τζαι εγώ να μην το έλεα, ήταν να ενημερωθεί η διεύθυνση». Και ενώ προσπάθησε να δώσει την εικόνα πως η ίδια δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με το θέμα, δηλώνοντας μάλιστα άγνοια ως προς το κατά πόσον ενημέρωσε κάποιος τον Κατηγορούμενο ότι απολύθηκε στις 12.3.24 (λέγοντας πως η ίδια ενημερώθηκε για την απόλυση την άλλη μέρα το πρωί όταν πήγε δουλειά), σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης της διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση της και ανέφερε πως ενημερώθηκε για την απόλυση το ίδιο βράδυ από τον γιο της. Από την άλλη, κρίνουμε πως ο ΜΚ6 μέσω της δικής του, σταθερής, αταλάντευτης και πειστικής μαρτυρίας, έδωσε πληρέστερη εικόνα ως προς τις λεπτομέρειες της επικοινωνίας του με τη ΜΚ2 στις 12.3.24 (και την παρεμβαλλόμενη σε αυτή συνομιλία με τον Κατηγορούμενο) και απέδωσε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα μεταξύ των εν λόγω προσώπων λεχθέντα. Παρουσιάστηκε άλλωστε βέβαιος για ένα δεύτερο τηλεφώνημα με τη ΜΚ2 εντός της ίδιας ημέρας, στο οποίο η ΜΚ2 δεν αναφέρθηκε. Το τηλεφώνημα αυτό δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα στην παρούσα θέματα και ο ΜΚ6 δεν είχε, κρίνουμε, κανένα λόγο να επινοήσει μία τέτοια συζήτηση. Άλλωστε, το ότι τέτοιο τηλεφώνημα υπήρξε, συνάδει με τα όσα ακολούθησαν του (πρώτου) τηλεφωνήματος στο οποίο αμφότεροι οι μάρτυρες αναφέρθηκαν και, συγκεκριμένα, με το ότι μεσολάβησε η απόλυση του Κατηγορούμενου, η οποία έλαβε χώραν λίγο πριν τις 16:00 οπότε ο Κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στο πρατήριο ΕΝΙ. Το ότι εκείνη περίπου την ώρα είναι που απολύθηκε, συνάδει και με τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανακρινόμενος προφορικά, καθώς και με τα όσα ανέφερε η σύζυγός του (ΜΥ1) στην κατάθεση της Τεκμήριο
- Υπό το φως των ανωτέρω καταλήγουμε σε εύρημα ότι μετά το τηλεφώνημα του με τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ6 τηλεφώνησε στη ΜΚ2, της ανέφερε τι προηγήθηκε, της ζήτησε να μην ξαναπάει ο Κατηγορούμενος στο πρατήριο του και της ζήτησε επίσης να του πει να πάει να απολογηθεί στα δύο πρατήρια. Ενώ μιλούσε με τη ΜΚ2, του τηλεφώνησε και ο Κατηγορούμενος και έβαλε και αυτόν στη γραμμή. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι αρνητικός, να απειλεί και να βρίζει, γεγονός που εκνεύρισε τη ΜΚ2 η οποία κατέληξε στο να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να πάει στο γραφείο για να πάρει την απόλυση του, λέγοντας του παράλληλα πως θα ειδοποιούσε τον πατέρα της. Ο Κατηγορούμενος έκλεισε τότε το τηλέφωνο. Η ΜΚ2 ενημέρωσε μετά το τηλεφώνημα την εταιρεία της και ο Κατηγορούμενος, όταν επέστρεψε στην εταιρεία, έλαβε την απόλυσή του λίγο πριν τις 16:
- Μετά τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη μαρτυρία, μετέβη για δεύτερη φορά εντός της ίδιας ημέρας στο πρατήριο ΕΝΙ. Μαρτυρία σχετικώς έδωσαν οι ΜΚ4 και ΜΚ
- Και εδώ σημειώνουμε πως η μαρτυρία των δύο μαρτύρων ήταν σταθερή και συνεπής, τα όσα δε τα δύο εν λόγω πρόσωπα περιέγραψαν συνάδουν μεταξύ τους, με τον ΜΚ4 να έχει συσχετίσει τις αναφορές του στην κατάθεσή του και στην προφορική του μαρτυρία προς τα πλάνα του ΚΚΠ του πρατηρίου ΕΝΙ, Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν πως τη δεύτερη φορά ο Κατηγορούμενος μετέβη στο πρατήριο με το προσωπικό του όχημα (το κόκκινο Pajero), ότι αυτή τη φορά ήταν πιο ήρεμος από την πρώτη, ότι απολογήθηκε στον ΜΚ4 για τη συμπεριφορά του, ότι του είπε πως με εκείνον δεν «έχει κάτι» αλλά ότι εξαιτίας του αδερφού του (δηλαδή του ΜΚ6) έχασε τη δουλειά του και θα πεινάσουν τα παιδιά του, ότι ζήτησε από τον ΜΚ4 να μιλήσει στον αδερφό του και ότι ο ΜΚ4 τον προέτρεψε να τα βρει ο ίδιος με τον ΜΚ6 αφού ο ίδιος (ο ΜΚ4) δεν θα ανακατευόταν. Ως προς την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε κατά το εν λόγω περιστατικό, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ4, αφού η φράση στην οποία αυτός αναφέρθηκε είναι η φράση που παρατίθεται στην 6η κατηγορία, την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Το γεγονός ότι η ΜΚ5 δεν αναφέρθηκε στην ίδια φράση, δεν πλήττει βεβαίως την αξιοπιστία της αφού, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σύμφωνα και με τη νομολογία, η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας ένα επεισόδιο. Είναι φυσιολογικό, όπως προαναφέρθηκε, να καταγράφεται στη μνήμη του καθενός διαφορετική φράση από τις πολλές που εκστομίστηκαν στα δύο σχεδόν λεπτά που ο Κατηγορούμενος μιλούσε, όπως φαίνεται στα σχετικά πλάνα. Όπως επίσης φυσιολογικό είναι, να εντυπώθηκε στη μνήμη του άμεσα επηρεαζόμενου, δηλαδή του ΜΚ4, η φράση που αποτελούσε ευθεία και σοβαρή απειλή για τον αδερφό του (αναφορά σε μνημόσυνα), ενώ στη μνήμη της ΜΚ5, μία απλή υπάλληλο του πρατηρίου την οποία δεν επηρέαζαν προσωπικά τα όσα λέγονταν στην παρουσία της, να εντυπώθηκαν και άλλα. Τονίζουμε εξάλλου, πως η θέση της ΜΚ5 ότι ο Κατηγορούμενος είπε, μεταξύ άλλων, «εγώ εν θα το αφήκω έτσι» ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της (η αντεξέταση της αφορούσε μόνο την προηγηθείσα απειλή προς τον ΜΚ3). Σημειώνουμε περαιτέρω πως ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε στα πλαίσια της προφορικής του ανάκρισης (Τεκμήριο 1) τη μετάβαση του για δεύτερη φορά στο πρατήριο ΕΝΙ κατά την οποία απολογήθηκε, αν και δεν αναφέρθηκε με πληρότητα ούτε σε αυτό το περιστατικό. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγουμε σε εύρημα ότι στις 15:59 ο Κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στο πρατήριο ΕΝΙ με το προσωπικό του όχημα (το κόκκινο Pajero), όντας ήρεμος αυτή τη φορά, και απολογήθηκε στον ΜΚ4 για τη συμπεριφορά που επέδειξε προηγουμένως. Ξεκαθάρισε στον ΜΚ4 ότι μαζί του δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα, αλλά συνέχισε να απειλεί τον ΜΚ
- Μεταξύ άλλων του είπε «Εάν αγαπάς τον αδερφό σου πε του να μεν με καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αν μείνω μια μέρα μέστο τζελλί εννά φκω τζαι εννά κάμνετε μνημόσυνα». Του είπε επίσης «να πεις του αρφού σου ότι εγώ εν θα το αφήκω έτσι, έχασα τη δουλειά μου εξαιτίας του και εννά πεινάσουν τα κοπελλούθκια μου». Ο ΜΚ4 του είπε ότι δεν πρόκειται να μεταφέρει τίποτα στον ΜΚ6 και προέτρεψε τον Κατηγορούμενο να μιλήσει με τον ΜΚ6 για να τα βρουν. Ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από το πρατήριο στις 16:
- Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ6 αυτός ξαναμίλησε με τον Κατηγορούμενο αφότου ο τελευταίος έφυγε από το πρατήριο ΕΝΙ ο οποίος «έφκαλλε νεύρα παραπάνω» και συνέχισε να τον απειλεί λέγοντας του, μεταξύ άλλων, πως τον απέλυσαν και «τωρά να δεις ήνταμπου θα γίνει». Μίλησε επίσης ξανά με τη ΜΚ2 και της ζήτησε να μην απολύσει τον Κατηγορούμενο, αλλά εκείνη του είπε «Τέλειωσε πιον, είπα το του παπά μου και ο παπάς μου δεν δέχεται». Μίλησε περαιτέρω ξανά με τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Δέχτηκε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι σε κάποιο στάδιο, προτού μεταβεί στην Αστυνομία, ανέφερε το περιστατικό στον βουλευτή Ε. Δίπλαρο ο οποίος τον συμβούλεψε να καταγγείλει στην Αστυνομία το όλο θέμα και δέχτηκε περαιτέρω ότι το γεγονός αυτό το ανέφερε είτε στον Κατηγορούμενο είτε στον πατέρα του Κατηγορούμενου σε κάποιο από τα τηλεφωνήματα. Ακολούθως μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο για τις απειλές. Όταν βρισκόταν εκεί, του τηλεφώνησε ο πατέρας του (ο ΜΚ3) ο οποίος του είπε πως μίλησε με τον πατέρα του Κατηγορούμενου ο οποίος τον παρακάλεσε να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στον γιο του, τον οποίο θα αναλάμβανε ο ίδιος. Και πάλιν η μαρτυρία του ΜΚ6 ως προς τα ανωτέρω ήταν σταθερή, κατά την αντεξέτασή του δε ήταν εμφανής η προσπάθεια του να επαναφέρει στη μνήμη του όλα όσα συνέβησαν εκείνο το απόγευμα, με όσο πιο πληρέστερο τρόπο μπορούσε, αποδεχόμενος βεβαίως ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς τις ώρες που τα διάφορα τηλεφωνήματα έλαβαν χώραν, πράγμα που θεωρούμε λογικό. Η μαρτυρία του ΜΚ6 ως προς το τηλεφώνημα που έλαβε από τον πατέρα του ενόσω έδιδε κατάθεση επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος με τη σειρά του ανέφερε πως αφότου μίλησε με τον πατέρα του Κατηγορούμενου (ο οποίος τον παρακάλεσε να μην καταγγείλουν τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία), τηλεφώνησε στον ΜΚ6 και του είπε να μην προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Δεν παραβλέπουμε πως ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο ΜΚ6 δεν πρόλαβε να πάει στην Αστυνομία όταν του τηλεφώνησε, πλην όμως κρίνουμε αυτή την αντίφαση μεταξύ των όσων οι δύο μάρτυρες ανέφεραν επουσιώδη. Η ουσία είναι ότι μετά από παρέμβαση του ΜΚ3, ο ΜΚ6 δεν προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ακολούθως ο ΜΚ3 ενημέρωσε τον πατέρα του Κατηγορούμενου, ο οποίος τον ευχαρίστησε. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγουμε στα εξής ευρήματα: Ο ΜΚ6 το απόγευμα της 12.3.24 μίλησε ξανά τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο ο οποίος είχε ήδη απολυθεί, ήταν θυμωμένος και συνέχισε να τον απειλεί. Επίσης μίλησε ξανά με τη ΜΚ2 από την οποία ζήτησε να μην απολύσει τον Κατηγορούμενο, αλλά αυτή τον πληροφόρησε πως ενημερώθηκε ο πατέρας της και δεν δέχεται να μην απολυθεί, καθώς και με τον πατέρα του Κατηγορούμενου. Ακολούθως μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, αλλά του τηλεφώνησε ο πατέρας του ο οποίος του είπε ότι μίλησε προηγουμένως με τον πατέρα του Κατηγορούμενου ο οποίος τον παρακάλεσε να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο και ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος τον γιο του. Έτσι ο ΜΚ6 έφυγε από την Αστυνομία χωρίς να προβεί σε καταγγελία. Ο ΜΚ3 ενημέρωσε τον πατέρα του Κατηγορούμενου για τη μη καταγγελία. Τα γεγονότα της 26.3.24 Μαρτυρία σε σχέση με αυτά, και ειδικότερα για ένα τηλεφώνημα που έλαβε ο ΜΚ3 κατά την εν λόγω ημερομηνία, έδωσε ο τελευταίος. Ο μάρτυρας εξήγησε πως άκουγε τη φωνή του συνομιλιτή του πολύ καθαρά και πως ο ίδιος γνωρίζει τον ρυθμό και το ύφος με το οποίο ο Κατηγορούμενος μιλά όταν νευριάσει. Δεν έχει, όπως είπε, καμία αμφιβολία πως ο συνομιλιτής του ήταν ο Κατηγορούμενος. Η αντεξέτασή του ΜΚ3 επ' αυτού του σημείου επικεντρώθηκε στο ότι ο ΜΚ3 δεν άκουσε αυτά που ο συνομιλιτής του ήθελε να του πει (αφού του έκλεισε το τηλέφωνο) και ότι δεν γνώριζε αν λ.χ. ήθελε να του πει ότι δεν έκαψε αυτός τα αυτοκίνητα, χωρίς πάντως να αμφισβητηθεί καθόλου η θέση του μάρτυρα περί του ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, παρόλον που κατά την εν λόγω ημερομηνία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση. Έχουμε υπόψη μας ότι σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις αναγνώρισης μέσω φωνής ενυπάρχουν πολλοί από τους κινδύνους που ισχύουν και για την οπτική αναγνώριση και, συνεπώς, ισχύουν και σε αυτό το είδος αναγνώρισης οι κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν στη γνωστή αγγλική υπόθεση R. v. Turnbull and others
(1976)3 All E.R. 549. Μάλιστα στη σχετική νομολογία τονίστηκε ότι η μαρτυρία αναγνώρισης φωνής (voice identification/recognition) θα πρέπει να αντικρίζεται με ακόμη περισσότερη προσοχή από ότι η μαρτυρία οπτικής αναγνώρισης (visual identification) (βλ. Davies v. R
(2004)EWCA Crim 2521 και R ν. Flynn and St John
(2008)2 Cr.App.Rep. 20). Για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης όμως, οι σχετικές αρχές δεν χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. Με δεδομένη τη μη ουσιαστική αμφισβήτηση του περιστατικού από πλευράς Υπεράσπισης περιλαμβανομένης της μη αμφισβήτησης της ταυτότητας του συνομιλητή του ΜΚ3 (και το γεγονός ότι δεν ετέθη, συνεπώς, θέμα εσφαλμένης αναγνώρισης - βλ. Dimitov v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/22, ημερ. 26.1.24, σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice, έκδοση 2025, παρ. F.19.3), και έχοντας περαιτέρω κατά νου το γεγονός πως η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ακουγόταν καθαρά, καθώς και το γεγονός ότι ο ΜΚ3 γνωρίζει πολλά χρόνια τον Κατηγορούμενο και γνωρίζει τη φωνή του και τον τρόπο που αυτός εκφράζεται, και είναι, άρα εξοικειωμένος με τα στοιχεία αυτά, δεχόμαστε πως τα όσα ο ΜΚ3 ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 33 πράγματι έλαβαν χώραν και πως το πρόσωπο στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν ο Κατηγορούμενος. Καταλήγουμε συνεπώς σε εύρημα πως στις 26.3.24, περί ώρα 09:30, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ΜΚ3 από τον αριθμό κλήσης 96173968 (αριθμός άγνωστος για τον ΜΚ3) και του είπε «να με ακούσεις τι εν να σου πω γιατί εν να έχεις μεγάλο πρόβλημα». Ο ΜΚ3 του απάντησε «Έ Γ.Σ. είσαι πελλός;» και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Κατηγορούμενος του ξαναχτύπησε το τηλέφωνο αλλά ο ΜΚ3 δεν απάντησε και στη συνέχεια έβαλε φραγή στον πιο πάνω αριθμό. Η μαρτυρία Υπεράσπισης Ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της προφορικής του ανάκρισης μετά τη σύλληψή του, ανέφερε πως περί ώρα 17:30 - 18:00 πήγε στην οικία του μαζί με την οικογένειά του και έμεινε εκεί μέχρι τις 06:30 οπότε και ξύπνησε (βλ. Τεκμήριο 1). Μαρτυρία σε σχέση με τις κινήσεις του Κατηγορούμενου μετά την απόλυση του από την εργασία του, έδωσε η ΜΥ1. Η εντύπωση που η ΜΥ1 άφησε στο Δικαστήριο, δεν ήταν θετική. Δεν μπορεί κατ' αρχάς να μην σχολιαστεί η διαφορά μεταξύ των όσων η ΜΥ1 ανέφερε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 38) και των όσων ο Κατηγορούμενος ανέφερε ανακρινόμενος προφορικά (Τεκμήριο 1). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εκδοχή της μάρτυρος, πήγαν στη μητέρα του Κατηγορούμενου για φαγητό (σε αυτό συμφωνούν, σημειώνουμε) και επέστρεψαν στο σπίτι τους περί τις 20:00 - 20:30 όταν άρχισε να σκοτεινιάζει. Στις 22:30 - 23:00 κοιμήθηκαν μέχρι τις 07:00 - 07:30 που ξύπνησαν από το τηλεφώνημα που έλαβαν από κάποιο φίλο του Κατηγορούμενου. Από την άλλη, σύμφωνα με τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ανακρινόμενος, αυτός επέστρεψε στην οικία του με την οικογένεια του γύρω στις 17:30 - 18:00 και έμεινε εκεί μέχρι τις 06:30 όταν ξύπνησε. Σημειώνουμε επίσης πως προέβαλε η ΜΥ1 τη θέση ότι ήταν παρούσα σε τηλεφώνημα που έκανε ο Κατηγορούμενος προς τον ΜΚ3 (το οποίο έβαλε ο Κατηγορούμενος σε ανοιχτή ακρόαση) στα πλαίσια του οποίου ο ΜΚ3 αποδέχτηκε την απολογία του Κατηγορούμενου και του υποσχέθηκε ότι θα μεσολαβούσε για να πάρει πίσω τη δουλειά του. Ο ΜΚ3 δεν αναφέρθηκε σε τηλεφώνημα με τέτοιο περιεχόμενο, ούτε του υποβλήθηκε θέση πως τέτοιο τηλεφώνημα έλαβε χώραν. Τα ουσιαστικά προβλήματα της μαρτυρίας της, όμως, δεν είναι τα πιο πάνω, αλλά τα όσα, εξωπραγματικά ή τουλάχιστον καθόλου πειστικά, προέβαλε, στην προσπάθεια της να πείσει πως ο Κατηγορούμενος κοιμόταν όλο το βράδυ στο κρεβάτι του. Ήταν ουσιαστικά η θέση της πως παρά το ότι η ίδια όταν είναι κουρασμένη ροχαλίζει στον ύπνο της (και δέχθηκε πως η μέρα εκείνη - η 12.3.24 - ήταν δύσκολη και πως ήταν κουρασμένη), εντούτοις ο ύπνος της είναι τόσο ελαφρύς που ξυπνά με τον παραμικρό ήχο (πλην του ροχαλητού της) ή κίνηση, ακόμα και αν ο Κατηγορούμενος «γυρίσει πλευρό» στο κρεβάτι. Είπε αρχικά πως εκείνη τη νύχτα η ίδια δεν θυμόταν να ξύπνησε καθόλου, που σημαίνει πως, σύμφωνα με την εκδοχή της πάντα, ο Κατηγορούμενος κοιμόταν μεταξύ 23:00 - 07:00, χωρίς να μετακινηθεί καθόλου μέσα στο κρεβάτι (αφού αν «γύριζε πλευρό» η ΜΥ1 θα ξυπνούσε). Η θέση αυτή δεν συνάδει, κρίνουμε, με τη λογική και την ανθρώπινη εμπειρία και είναι εμφανές, πιστεύουμε, πως προβλήθηκε μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας της ΜΥ1 να πείσει το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος κοιμόταν μαζί της το επίμαχο βράδυ. Σε άλλο στάδιο, βέβαια, μεταβάλλοντας τη θέση της, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος «εγύρισε πλευρό» τελικά εκείνο το βράδυ και ότι αυτή ξύπνησε επειδή «κατσιαρίζει το κρεβάτι». Το αποκορύφωμα της προσπάθειας της αυτής, να πείσει δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος δεν έφυγε το βράδυ, ήταν το εξής: Είπε ότι είναι απόλυτα σίγουρη πως ο Κατηγορούμενος δεν έφυγε από το κρεβάτι το επίμαχο βράδυ επειδή, δήθεν, κλείδωναν την πόρτα όταν έμπαιναν στο δωμάτιο και η ίδια έβγαζε το κλειδί και το έβαζε είτε μέσα στο συρτάρι της είτε ακόμη και κάτω από το μαξιλάρι της (ανάλογα με το «πού θα της αναδώξει τζείνη την ώρα» όπως είπε), συνεπώς για να ανοίξει ο Κατηγορούμενος την πόρτα θα έπρεπε να την ξυπνήσει για να του δώσει το κλειδί. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά, πέραν του ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να αντέξει τη βάσανο της λογικής. Ακόμη και αν η επιλογή του ζεύγους ήταν να κλειδώνει την πόρτα, ούτως ώστε να μην μπορεί να εισέλθει κάποιο μωρό στο υπνοδωμάτιο τους (αυτός ήταν ο λόγος του κλειδώματος κατά τη ΜΥ1), η ΜΥ1 δεν θα είχε κανένα μα κανένα λόγο να αφαιρεί το κλειδί από την πόρτα και να το κρύβει. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως αυτή η καθόλου πειστική θέση η οποία προβλήθηκε από τη ΜΥ1 για πρώτη φορά στο Δικαστήριο (δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στην κατάθεση της επειδή δεν σκέφτηκε να το πει, όπως είπε), δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι ο μοναδικός λόγος που προβλήθηκε, ήταν για να δώσει άλλοθι στον Κατηγορούμενο. Σημειώνουμε δε εδώ, πως η κατάθεση της ΜΥ1 δόθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της πάντα, αφότου περιήλθε εις γνώση εκείνης και του Κατηγορούμενου πως υπήρχε κάποιο βίντεο το οποίο συνέδεε τον Κατηγορούμενο με το επίδικο περιστατικό (σύμφωνα με τα όσα τους είπε ο φίλος του Κατηγορούμενου), αφότου είδε το βίντεο ο Κατηγορούμενος και αφότου είχαν κάποιο χρόνο μόνοι τους πριν την παράδοση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Υπήρχε συνεπώς χρόνος και ευκαιρία για συζήτηση μεταξύ του Κατηγορούμενου και της ΜΥ1 ως προς το τι η τελευταία θα έλεγε στην Αστυνομία. Χωρίς δισταγμό, θεωρούμε τη ΜΥ1 μη αξιόπιστη μάρτυρα και κρίνουμε πως δεν μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία της για να καταλήξουμε σε ευρήματα. Η ταυτότητα του δράστη (i) Η μαρτυρία αναγνώρισης Η μαρτυρία για αναγνώριση προσώπου πρέπει πάντοτε να εξετάζεται εξονυχιστικά και με ιδιαίτερη προσοχή δεδομένης της ανθρώπινης εμπειρίας η οποία δεικνύει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, υπάρχουν περιθώρια για λανθασμένη εκτίμηση ενός μάρτυρα σε σχέση με την ταυτότητα του κατηγορούμενου ακόμα και εκεί όπου ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος διότι καλή τη πίστει πιθανόν να λανθάνεται σε σχέση με την ταυτότητα του κατηγορουμένου. Συνεπώς όταν εγείρεται σε μία υπόθεση θέμα αναγνώρισης, αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή και περίσκεψη, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ. 601, οι σχετικές αρχές τέθηκαν ως εξής: «Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull,[5] εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση.. . . Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται: "All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur .................. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification ... The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so."» Ανάλυση των εφαρμοζόμενων αρχών έγινε και από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, με άλλη σύνθεση (Χ. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ., Ν. Μαθηκολώνη Α.Ε.Δ., Μ. Λοΐζου Ε.Δ.) στην Ποιν. Υπόθ. 20611/2021, ημερ. 24.2.23, από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί με το οποίο συμφωνούμε: «Επανερχόμενοι στο ουσιώδες ζήτημα της μαρτυρίας αναγνώρισης σημειώνουμε πως σύμφωνα με την υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.160 η αγγλική υπόθεση R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R.549 είναι η αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά τις αρχές που διέπουν την αναγνώριση υπόπτων και τις διαδικασίες οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται. Πρόκειται για υπόθεση η οποία όντως υιοθετήθηκε σε πολλές ημεδαπές αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουτζιουρής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.309, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.174, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.259). Διευκρινίζουμε πως όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ.601: «. θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση». Εξηγήθηκε στην υπόθεση Καττής ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.438 ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου να προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο εσφαλμένης αναγνώρισης. Είναι ακριβώς στο πλαίσιο αυτό που το αγγλικό ποινικό εφετείο, στην υπόθεση Turnbull έθεσε κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες σχετίζονται με την ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως του προσώπου το οποίο ενέχεται στην υπόθεση. Οι αρχές αυτές όπως συνοψίζονται στο σύγγραμμα Archbold, εκδ. 2000, παρ.14-17 επιβάλλουν όπου η υπόθεση στηρίζεται εξ ολοκλήρου ή κατ' ουσίαν στην ορθότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης, το δικαστήριο: α) Να προειδοποιήσει τον εαυτό του για την ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής πριν την καταδίκη με βάση τέτοια μαρτυρία. β) Να καθοδηγηθεί για τον λόγο που είναι αναγκαία μια τέτοια ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής. γ) Να έχει υπόψιν ότι ένας μάρτυρας που σφάλλει δυνατόν να είναι πειστικός μάρτυρας και ότι υπάρχουν αρκετοί μάρτυρες που δυνατόν να σφάλλουν. δ) Να καθοδηγηθεί ότι πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η αναγνώριση. ε) Να εντοπίσει οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία στη μαρτυρία αναγνώρισης. στ) Όπου χρειάζεται να λαμβάνει υπόψιν ότι δυνατόν να προκύψει λανθασμένη αναγνώριση ακόμα και στενών συγγενών και φίλων. ζ) Να εντοπίσει τη μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση. η) Να εντοπίσει τη μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση, αλλά η οποία στην πραγματικότητα δεν έχει αυτή την ποιότητα. Ειδικά για την υποχρέωση αυτοκαθοδήγησης λέχθηκαν τα ακόλουθα ως αποδόθηκαν στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», (ανωτέρω): «Ο Δικαστής υποχρεούται να αυτοκαθοδηγείται ότι οφείλει να εξετάζει προσεκτικά τις περιστάσεις της αναγνώρισης από τον καθένα μάρτυρα ξεχωριστά. Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε τα μάτια ο μάρτυς στον κατηγορούμενο; Από ποια απόσταση; Υπό ποιο είδος φωτισμού; Εμποδιζόταν καθόλου η ορατότητα από την τροχαία κίνηση ή το πλήθος; Είχε δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως; Πόσες φορές; Αν μονάχα μερικές φορές τον είχε δει, είχε οποιοδήποτε ειδικό λόγο να τον θυμάται; Πόσος χρόνος μεσολάβησε από την ώρα πού τον είδε αρχικώς μέχρι την αναγνώριση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό; Υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση με την περιγραφή που έδωσε για τον κατηγορούμενο και για την εμφάνιση του όταν πρωτομίλησε με την Αστυνομία;» . . . Σύμφωνα με την υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) όταν η ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας είναι φτωχή, όπως π.χ. στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραπονούμενος είχε μια γρήγορη παροδική ματιά ή υπό δύσκολες συνθήκες, το δικαστήριο πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο εκτός εάν υπάρχει άλλη μαρτυρία, η οποία τείνει να ενδυναμώσει την ορθότητα της αναγνώρισης και αυτό υπό την έννοια της υποστηρικτικής και όχι ενισχυτικής μαρτυρίας υπό νομική έννοια. Στην ίδια υπόθεση το αγγλικό Εφετείο παρέθεσε και το παράδειγμα της κλοπής τσάντας στον δρόμο όπου ο μάρτυρας στη βάση μιας παροδικής ματιάς προβαίνει αργότερα σε επιτυχή μεν αναγνώριση την οποία και χαρακτηρίζει ως φτωχής ποιότητας [βλ. και Long
(1973)57 Cr. App. Rep.871].» Χρήσιμο είναι να επισημάνουμε πως η μαρτυρία που είναι υπό κρίση στην παρούσα, αφορά αναγνώριση γνωστού προσώπου (recognition) και όχι ταυτοποίηση αγνώστου προσώπου (identification) από αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής του εγκλήματος. Η αναγνώριση προσώπου μέσω ταινίας ή φωτογραφιών στις οποίες αποτυπώνονται οι σκηνές διάπραξης ενός εγκλήματος από πρόσωπο το οποίο τυγχάνει να το γνωρίζει από προηγουμένως αποτελεί αποδεκτή μέθοδο αναγνώρισης. Όπως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, αφού προειδοποιηθεί κατάλληλα να στηριχθεί στη μαρτυρία προσώπου που γνωρίζει τον κατηγορούμενο καλά και μπορεί να τον αναγνωρίσει μέσα από ταινία ή φωτογραφία. Σχετικά παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση 2025, παρ. F19.20, όπου γίνεται αναφορά στην Attorney-General's Reference (No. 2 of 2002) [2003] 1 Cr App R 321. Η εν λόγω απόφαση, υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Μαμαλικόπουλος κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 25/14 κ.α., ημερ. 20.9.18, ECLI:CY:AD:2018:D411, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: « Οι υποθέσεις Regina v. Paul Nagim Dean
(2004)EWCA Crim. 319 και R v. Clare
(1995)2 Cr App.R.333 αφορούν μαρτυρία από κλειστά κυκλώματα. Το ίδιο και η Henry v. HM Advocate
(2012)HCJAC 128 η οποία αφορούσε απόπειρα φόνου. Λέχθηκε στην τελευταία αυτή υπόθεση ότι η μαρτυρία αστυνομικών που δεν είχαν τα προσόντα εμπειρογνώμονα ήταν επαρκής μαρτυρία για καταδίκη, εφόσον, έχοντας υπόψη και την αντεξέταση, δεν κλονίστηκε η ξεκάθαρη πεποίθηση τους ως προς την αναγνώριση του κατηγορουμένου μέσω των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Στην υπόθεση Attorney General's Reference (No.2 of 2002)
(2003)1 Cr.app. R. 21S συνοψίστηκαν οι αρχές σε συνάρτηση με την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας από κλειστά κυκλώματα της σκηνής διάπραξης του αδικήματος. Με βάση την πιο πάνω απόφαση προκύπτουν 4 περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί τέτοια μαρτυρία και να στηριχθεί σε αυτή: (α) Όταν το υλικό είναι επαρκώς καθαρό, οπότε η αναγνώριση μπορεί να γίνει και από το Δικαστήριο, συγκρίνοντας το πρόσωπο της εικόνας με τον κατηγορούμενο. (β) Όταν ο μάρτυρας γνωρίζει επαρκώς τον κατηγορούμενο ώστε να μπορεί να τον αναγνωρίσει στο οπτικό υλικό. (γ) Όταν ένας μάρτυρας που δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο αφιέρωσε ουσιώδη χρόνο στο να παρακολουθεί και να αναλύει τις εικόνες με αποτέλεσμα να αποκτήσει ειδική γνώση και να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο. (δ) Όταν ένας εμπειρογνώμονας δίδει μαρτυρία σε σχέση με την ταύτιση του κατηγορουμένου βασιζόμενος σε συγκριτική ανάλυση φωτογραφιών που λήφθηκαν από τα βίντεο και προσφάτων φωτογραφιών του κατηγορουμένου.» (υπογράμμιση δική μας) Τούτο είναι δυνατό, σημειώνουμε, ακόμα και εκεί όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί το ίδιο σε αναγνώριση, λόγω λ.χ., της μη ικανοποιητικής ποιότητας της ταινίας, νοουμένου ότι θα προηγηθεί προειδοποίηση Turnbull. Στο σύγγραμμα Blackstone's, ανωτέρω, στην παρ. F19.21, αναφέρονται τα εξής: «In some cases, the quality of CCTV images is so poor that juries might not be able to make an identification merely by viewing the images themselves, whereas someone who knows D well, or who has expertise in facial mapping or gait analysis, might be able to assist them. . . . The danger in such a case is that the jury will simply take on trust a convincing assurance from the witnesses when they are unable to make the judgement themselves; hence, the importance of directions to the jury as to the caution with which they must approach their task (Lariba [2015] EWCA Crim 478, at [40]). Thus, a Turnbull warning will ordinarily be required (Selwyn [2012] EWCA Crim 2968; and see the Crown Court Compendium, ch. 15-3).» (υπογράμμιση δική μας) Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελ. 402, στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην Turnbull στη βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας. Ως δε αναφέρεται για τέτοιες περιπτώσεις στην Turnbull: «recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made» (βλ. και το πιο πάνω σύγγραμμα, σελ. 403, παρ. (iv)). Στο σύγγραμμα Archbold 2007, στην παρ. 14-15 αναφέρεται ότι υπάρχει ανάγκη να δίδεται γενική προειδοποίηση ακόμη και στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου όταν το κύριο θέμα αφορά την αξιοπιστία - ειλικρίνεια του μάρτυρα. Η πρώτη ερώτηση σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο ο μάρτυρας είναι ειλικρινής και εάν η απάντηση είναι καταφατική ακολουθεί η ίδια ερώτηση που πρέπει να γίνεται για κάθε ειλικρινή μάρτυρα που ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο δηλ. κατά πόσο είναι ορθός ή μπορεί να λανθάνεται (βλ. Beckford ν. R. 97 Cr.App.R. 409, PC). Στην παρ. 14-19 του ίδιου συγγράμματος επαναλαμβάνεται ουσιαστικά η πιο πάνω αναφορά στην Turnbull ότι δηλαδή το γεγονός ότι μια αναγνώριση γνωστού προσώπου (recognition) μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από αυτήν ενός αγνώστου (identification), δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να υπενθυμίσει ότι λάθη κάποτε γίνονται ακόμη και στην αναγνώριση στενών συγγενών και φίλων. Προστίθεται ότι ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να προειδοποιεί για την πιθανότητα ειλικρινούς λάθους και για τους κινδύνους και τους λόγους γιατί τέτοιοι κίνδυνοι υπάρχουν στην μαρτυρία αναγνώρισης. Σε μια αναγνώριση γνωστού προσώπου ο κίνδυνος δεν είναι ο μάρτυρας να υποδείξει το λάθος πρόσωπο κατά την αναγνωριστική παράταξη αλλά ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος εσφαλμένα πιστεύει ότι αναγνώρισε τον δράστη (βλ. και R. ν. Thomas [1994] Crim.L.R. 128, CA). Σε σχέση με την αναγνωριστική μαρτυρία έχουμε αυτοπροειδοποιηθεί για την ειδική ανάγκη προσοχής προτού στηριχθούμε σε αυτή. Ο λόγος για αυτή την ιδιαίτερη ανάγκη έγκειται ακριβώς στο ότι το ζήτημα ανακύπτει σε υποθέσεις όπου το ζητούμενο είναι κατά πόσον ήταν παρών ο κατηγορούμενος ο οποίος το αρνείται (βλ. Τεκμήριο 1) σε συνδυασμό με την αντίθετη θέση ενός ή πολλών μαρτύρων (εδώ δύο) οι οποίοι προβάλλουν ότι ήταν ο δράστης. Αυτό σε περαιτέρω συνδυασμό με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης καθιστά ιδιαιτέρως σημαντική τη μαρτυρία κάποιου (που ισχυρίζεται την παρουσία του κατηγορούμενου), ο οποίος όμως μάρτυς ακόμα και αν είναι πειστικός και καλής πίστης είναι δυνατόν να σφάλλει ως προς την ταυτότητα του προσώπου που υποστηρίζει ότι είδε. Έχοντας προειδοποιηθεί ως ανωτέ