← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 542/24, 10/9/2025

Δημοκρατία ν. Γ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 542/24, 10/9/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 542/24 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Γ.Σ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Στ. Παπουή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τέσσερεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα του εμπρησμού και της κακόβουλης ζημιάς. Συγκεκριμένα, βρέθηκε ένοχος επί τω ότι, στις 13.3.24, στο πρατήριο καυσίμων Petrolina επί της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 89Α στη Λευκωσία: (α) Εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά στα μηχανοκίνητα οχήματα Mercedes με αρ. πλαισίου [ ] και Mini Cooper με αρ. πλαισίου [ ], κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Κεφ. 154 (1η κατηγορία). (β) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο μηχανοκίνητο όχημα Mercedes με αρ. πλαισίου [ ], συνολικού ύψους €28.600, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ. 154 (2η κατηγορία). (γ) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο μηχανοκίνητο όχημα Mini Cooper με αρ. πλαισίου [ ], συνολικού ύψους €18.650, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 (3η κατηγορία). (δ) Εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο πρατήριο βενζίνης, συνολικού ύψους €4.400, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 (4η κατηγορία). Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, η οποία δηλώθηκε κατόπιν μερικής ακρόασης, σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος επί τω ότι, στις 12.3.24, στο πρατήριο καυσίμων ΕΝΙ επί της Λεωφόρου Λάρνακος 125, Παλλουριώτισσα, Λευκωσία: (ε) Προκάλεσε τρόμο στον Κώστα Σαββίδη απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα πόψε εν να έσιεις ένα γιο λλιότερο», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (5η κατηγορία). (στ) Προκάλεσε τρόμο στον Ανδρέα Σαββίδη απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «Αν αγαπάς τον αδερφό σου, πε του να μεν με καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αν μείνω μια μέρα μεστο τζελί εν να φκω τζαι εν να κάμετε μνημόσυνα», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 (6η κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται με λεπτομέρεια στην καταδικαστική απόφαση και δεν κρίνουμε σκόπιμο να τα επαναλάβουμε στην ολότητα τους. Συνοπτικά, αναφέρουμε τα εξής: Στις 12.3.24 ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου Petrolina, Σάββας Σαββίδης (στο εξής «ο Σ.Σ.»), ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να διευθετήσει το υπόλοιπο που όφειλε στο πρατήριο (το οποίο ανερχόταν σε €38,50), λέγοντας του παράλληλα πως σε αντίθετη περίπτωση θα αναγκαζόταν να χρεώσει την εταιρεία στην οποία ο Κατηγορούμενος εργαζόταν με τα ποσά που ο τελευταίος όφειλε. Λίγη ώρα αργότερα, ο Κατηγορούμενος μετέβη και πάλι στο πρατήριο Petrolina ζητώντας να μιλήσει με τον Σ.Σ., ο οποίος εκείνη την ώρα απουσίαζε. Εμφανώς εκνευρισμένος ήρθε σε έντονη λεκτική αντιπαράθεση με υπάλληλο του πρατηρίου, εκστομίζοντας διάφορες φράσεις, μεταξύ άλλων, τη φράση «Εννά σου γυρίσω ανάποδα την πεζίνα στο τέλος» και «εννά τα κρούσω ούλλα δαμέσα», καθώς και φράσεις που αφορούσαν το πρόσωπο του Σ.Σ. και του υπαλλήλου του, προσωπικά. Ακολούθως μετέβη στο πρατήριο ENI το οποίο ανήκει στον πατέρα του Σ.Σ., τον Κώστα Σαββίδη (στο εξής «ο Κ.Σ.»), τον οποίο απείλησε με τη φράση «Τον γιο σου εν να τον κρούσω τζαι που τα πόψε εν να έσιεις ένα γιο λλιότερο». Αφότου ο Σ.Σ. ενημερώθηκε για τα ανωτέρω, επικοινώνησε με την ιδιοκτήτρια της εταιρείας στην οποία ο Κατηγορούμενος εργαζόταν, την ενημέρωσε για τα διαμειφθέντα και ο Κατηγορούμενος απολύθηκε. Μετά την απόλυσή του, ο Κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου στο πρατήριο ΕΝΙ και απολογήθηκε στον αδερφό του Σ.Σ., Ανδρέα Σαββίδη (στο εξής «ο Α.Σ.») για τη συμπεριφορά που επέδειξε προηγουμένως. Συνέχισε όμως να εκτοξεύει απειλές για το πρόσωπο του Σ.Σ., και συγκεκριμένα απείλησε τον Α.Σ. με τη φράση «Εάν αγαπάς τον αδερφό σου πε του να μεν με καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αν μείνω μια μέρα μέστο τζελλί εννά φκω τζαι εννά κάμνετε μνημόσυνα». Ανέφερε παράλληλα πως εξαιτίας του Σ.Σ. έχασε τη δουλειά του και θα πεινάσουν τα παιδιά του και ότι δεν θα το άφηνε έτσι. Και ο Σ.Σ. μίλησε ξανά με τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν θυμωμένος και συνέχισε να τον απειλεί. Περί ώρα 05:08 της 13.3.24, ο Κατηγορούμενος φορώντας μαύρα ρούχα, μαύρα παπούτσια, μαύρο κράνος στο κεφάλι και μαύρη τσάντα πλάτης πήδησε τον τοίχο που διαχωρίζει το πρατήριο Petrolina από τη γειτνιάζουσα πολυκατοικία και κρατώντας δύο διαφανή παγούρια με έγχρωμο υγρό εισήλθε εντός του πρατηρίου κατευθυνόμενος προς τις αντλίες. Περιέλουσε την άσφαλτο με υγρό από το παγούρι δημιουργώντας μία εμπρηστική λωρίδα και στη συνέχεια περιέλουσε με το υγρό το πρώτο αυτοκίνητο (το Mercedes) και άφησε το ένα παγούρι στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Δημιούργησε δεύτερη εμπρηστική λωρίδα μεταξύ των δύο οχημάτων και μετά περιέλουσε το δεύτερο αυτοκίνητο (το Mini Cooper), άφησε το δεύτερο παγούρι στον ανεμοθώρακα του δεύτερου οχήματος, επέστρεψε στην εμπρηστική λωρίδα μπροστά από το πρώτο αυτοκίνητο και έθεσε φωτιά σε αυτή. Ακολούθως τράπηκε σε φυγή. Από τη φωτιά τα δύο οχήματα καταστράφηκαν. Συγκεκριμένα, το Mercedes αξίας €28.600 καταστράφηκε ολοσχερώς (παρέμεινε μόνο ο μεταλλικός του σκελετός) και στο Mini Cooper αξίας €18.650 καταστράφηκαν ο χώρος της μηχανής και το εσωτερικό του. Από τη θερμότητα που προκλήθηκε, ζημιά έπαθαν και διάφορες πλαστικές ταμπέλες και πανό του πρατηρίου, συνολικού ύψους €4.400. Η δράση του Κατηγορούμενου και η θέση της φωτιάς έγινε άμεσα αντιληπτή από Αστυνομικό της ΥΚΑΝ που βρισκόταν στο πρατήριο Petrolina για υπηρεσιακούς σκοπούς μη σχετιζόμενους με την παρούσα. Έχοντας αποτύχει να τον σταματήσει ή να τον συλλάβει, κάλεσε άμεσα το 199. Σε περίπτωση μη έγκαιρου εντοπισμού και κατάσβεσης της προκληθείσας πυρκαγιάς, η φωτιά θα μπορούσε να επεκταθεί στις αντλίες καυσίμων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος βίαιης έκρηξης στις αντλίες και στα ντεπόζιτα με τα καύσιμα και να κινδυνεύσουν οι γύρω κατοικίες. O Κατηγορούμενος συνελήφθη την 13.3.24 και ώρα 11:15, στο ΤΑΕ Λευκωσίας, κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιδόθηκαν τα δικαιώματά του. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Είμαι αθώος». Τα διαπραχθέντα αδικήματα είναι χωρίς αμφιβολία σοβαρά, κάτι το οποίο φαίνεται κατ' αρχάς από τις ανώτατες ποινές που προνόησε ο νομοθέτης. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας (εμπρησμός οχήματος) προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Για το αδίκημα της 2ης, 3ης και 4ης κατηγορίας (κακόβουλη ζημιά) προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 ετών ή πρόστιμο ύψους €2.562 (Λ.Κ.1.500) ή και οι δύο αυτές ποινές και για το αδίκημα της 5ης και 6ης κατηγορίας (απειλή) προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η ανώτατη προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής.[1] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129, αναφέρθηκε πως η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από αυτόν σε κάθε έγκλημα, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προνοείται, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε εγκλήματος τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής αλλά και να συνεκτιμήσει μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Η σοβαρότητα του αδικήματος του εμπρησμού, τονίστηκε από πολύ παλιά. Στη Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «The crime of arson has always been viewed with abhorrence because of its destructive effects and, more significant still, because of inability to foresee its destructive consequences. It is next to impossible to predict with precision the consequences of fire once it breaks out. The culprit necessarily takes a calculated risk with the safety of neighbours living nearby and the fate of their property. As indeed did the appellant in this case take a calculated risk, in setting fire to its contents and the building, with the safety of the occupants of the apartment on top of the pharmacy, a couple with two children, and other property in the vicinity. No one can be certain that fire once it breaks out will be confined and its destructive effect limited to those contemplated by the person starting it. The punishment provided by law, referred to above, reflects today, as in days passed, strong social condemnation of conduct amounting to arson, as well as the high culpability of a person committing the offence.» Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση: «Το αδίκημα του εμπρησμού πάντα εθεωρείτο απεχθές λόγω των καταστροφικών του συνεπειών και ιδιαίτερα, λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης αυτών. Εκ των πραγμάτων είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν με ακρίβεια οι συνέπειες που θα υπάρξουν όταν ξεσπάσει μια φωτιά. Ο δράστης σε τέτοια περίπτωση αναλαμβάνει ένα υπολογίσιμο ρίσκο όσον αφορά την ασφάλεια των γειτόνων και της περιουσίας αυτών. Όπως πράγματι έκανε ο εφεσείων σε αυτή την υπόθεση, ανέλαβε έναν υπολογισμένο κίνδυνο, βάζοντας φωτιά στα περιεχόμενα και το κτίριο, όσον αφορά την ασφάλεια των κατοίκων του διαμερίσματος πάνω από το φαρμακείο, ένα ζεύγος με δύο παιδιά, και άλλων περιουσιών στην περιοχή. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι η φωτιά, όταν ξεσπάσει, θα ελεγχθεί και η καταστροφική της επίδραση θα περιοριστεί σε αυτό που σκέφτηκε το άτομο που την ξεκινά. Η προβλεπόμενη ποινή όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αντανακλά σήμερα, όπως και στο παρελθόν, την ισχυρή κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς που συνιστά το αδίκημα του εμπρησμού, καθώς και τον υψηλό βαθμό υπαιτιότητας του προσώπου που διαπράττει το αδίκημα» Δεν παραβλέπουμε πως παλαιότερα η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα του εμπρησμού ήταν η διά βίου φυλάκιση η οποία μειώθηκε με τον Ν.85(Ι)/2002 στο επίπεδο που βρίσκεται σήμερα. Όπως πρόσφατα λέχθηκε στην Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 185/22, ημερ. 10.6.25: «Δεν μας βρίσκει σύμφωνους, όμως, η εισήγηση από πλευράς Εφεσείοντος ότι η εν λόγω μείωση "αποτελεί μια απόφαση της Κυπριακής πολιτείας, μέσω της Βουλής, ότι η απαξία του συγκεκριμένου αδικήματος είναι μειωμένη". Εξάλλου η προβλεπόμενη ποινή παραμένει ψηλή. Η δε Νομολογία και μετά την μείωση της ποινής έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα όπως και την έξαρση του αδικήματος του εμπρησμού (βλ. και Gaprindashvili ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424, Alassad ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2022, ημερ. 7.4.2023), ECLI:CY:AD:2023:B137.» Όσον αφορά αυτή την τελευταία παρατήρηση του Ποινικού Εφετείου, τονίζουμε και εμείς το γεγονός πως διαχρονικά είναι που παρατηρείται έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού, γεγονός που οδηγεί στην αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στην Ιορδάνους, ανωτέρω, έγινε σχετικώς αναφορά στη Μελανίτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125. Στη Μελανίτης, ανωτέρω, λέχθηκε ότι: «Η διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού βρίσκεται σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Σχεδόν καθημερινά διαπράττονται τέτοια αδικήματα εμπρησμού ως μέσο επίτευξης παρανόμων στόχων. Η έξαρση αυτή στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιβάλλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια περιορισμού της εγκληματικής δράσης των παρανόμων και για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών». Ενώ στην Αναστασίου, ανωτέρω, αποφασίστηκε ότι: «Το κοινό πρέπει να προστατευθεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματα τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αίσθημα ανασφάλειας και φόβο για την επικράτηση της παρανομίας. Δεν μπορεί τέτοιου είδους εγκλήματα να οργιάζουν και να μένουν ατιμώρητα.» Και στην υπόθεση Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424, αφού επαναβεβαιώθηκε η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων, υπογραμμίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών προς ανακοπή εγκληματικών ενεργειών αυτής της φύσεως και σημειώθηκε πως είναι κοινωνικά επιβεβλημένη η προσπάθεια των Δικαστηρίων για αποτροπή μέσω της ποινής που επιβάλλουν, πάντοτε βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Ως προς το ύψος της αρμόζουσας ποινής λαμβάνουμε καθοδήγηση από τη νομολογία. Στη Fournides ν. Republic
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, για τα αδικήματα του εμπρησμού κτιρίου, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα και του περιεχομένου του, δυνάμει του άρθρου 319 του ίδιου Νόμου, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών που είχαν επιβληθεί, μειώθηκαν κατ' έφεση στα 4 χρόνια, επειδή η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντος ήταν πολύ χειρότερη απ' ό,τι είχε τεθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγγέλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 678, ο λευκού ποινικού μητρώου κατηγορούμενος ηλικίας 56 ετών παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος του εμπρησμού καταστήματος που χρησιμοποιούσε ως φωτογραφείο, το οποίο μίσθωνε από τρίτο πρόσωπο. Από το αδίκημα προκλήθηκαν ζημιές στο κτίριο, ύψους £3.500 και κίνητρο του κατηγορούμενου ήταν η είσπραξη χρηματικού ποσού από ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχε ασφαλίσει την επιχείρησή του στο εν λόγω κατάστημα. Αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία ήλπιζε να επιλύσει μερικώς με την εν λόγω εγκληματική ενέργεια. Η ποινή φυλάκισης 20 μηνών με αναστολή που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή άμεσης φυλάκισης 3 ετών. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μία κατηγορία εμπρησμού (στις 4.6.2001 εσκεμμένα και παράνομα έβαλε φωτιά σε εργοστάσιο επίπλωσης προκαλώντας ζημιά ύψους £1.390.950), μία κατηγορία απόπειρας εμπρησμού και μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία. Αρνήθηκε αρχικά τις κατηγορίες, στη συνέχεια όμως τις παραδέχθηκε μετά που το Δικαστήριο έκρινε πως οι ενοχοποιητικές καταθέσεις του στην Αστυνομία ήταν θεληματικές. Του επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 3 ετών στην κατηγορία του εμπρησμού η οποία κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κατά την επιμέτρηση λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν χρόνιος χρήστης ναρκωτικών, ότι κατέβαλλε προσπάθειες απεξάρτησης με τη βοήθεια ειδικών σε κατάλληλο κέντρο απεξάρτησης και ότι έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα. Σημειώνουμε πως και οι τρεις πιο πάνω υποθέσεις εκδικάστηκαν όταν η προβλεπόμενη από το άρθρο 315(α) του Ποινικού Κώδικα ποινή ήταν η διά βίου φυλάκιση. Οι υποθέσεις που ακολουθούν, αποφασίστηκαν μετά τη μείωση της μέγιστης προβλεπόμενης ποινής στο σημείο που είναι σήμερα (14 έτη). Στην Ιορδάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 185/22, ημερ. 10.6.25, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 8 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για το αδίκημα του εμπρησμού. Ο εφεσείων (μαζί με άλλο πρόσωπο) είχε ενεργήσει με προσχεδιασμό με στόχο την ολοκληρωτική καταστροφή της κατοικίας. Από την πυρκαγιά, ολόκληρο το περιεχόμενο, επίπλωση και εξοπλισμός του ισόγειου χώρου της κατοικίας, υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές ενώ η κεντρική οροφή κατέρρευσε. Από τον καπνό και τη θερμότητα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές σε ολόκληρο το περιεχόμενο και την τοιχοποιία του πρώτου ορόφου της κατοικίας. Εκτεταμένες ζημιές προκλήθηκαν και σε όχημα που βρισκόταν σταθμευμένο σε χώρο της οικίας. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 23 ετών και βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια, της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας και της κλεπταποδοχής. Ήταν χρήστης ναρκωτικών και κατέβαλλε προσπάθειες για απεξάρτηση, οι δε προσωπικές του περιστάσεις ήταν θλιβερές. Η Έφεση του εναντίον της επιβληθείσας ποινής απορρίφθηκε, αφού αποφασίστηκε πως «η επιβληθείσα ποινή μπορεί να χαρακτηριστεί αυστηρή, αλλά δεν είναι έκδηλα υπερβολική». Σημειώνουμε επίσης πως στην πιο πάνω υπόθεση είχε επιβληθεί πρωτοδίκως για το ίδιο αδίκημα ποινή φυλάκισης 6 ετών στον συγκατηγορούμενο του εφεσείοντος ο οποίος είχε παραδεχθεί ενοχή (αυτή η ποινή δεν αποτέλεσε αντικείμενο έφεσης). Στην Alassad ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/22, ημερ. 7.4.23, ECLI:CY:AD:2023:B137, ο εφεσείων μαζί με τον πρώην συγκατηγορούμενο του αντιμετώπισαν το αδίκημα του εμπρησμού κτηρίου. Παραδέχθηκε ενοχή και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής ήταν πρωτοφανή και χαρακτηρίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ένα «καλά οργανωμένο σχέδιο εναντίον της δικαιοσύνης». Ο συγκατηγορούμενος του εφεσείοντος αντιμετώπιζε ποινική υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος. Επικοινώνησε με τον εφεσείοντα και άλλα δύο πρόσωπα δίδοντας τους οδηγίες να καταστρέψουν τα τεκμήρια της πιο πάνω υπόθεσης, θέτοντας φωτιά στο δωμάτιο φύλαξης τεκμηρίων. Εκτελώντας τις οδηγίες του υποδίκου, ο εφεσείων με τα άλλα πρόσωπα έθεσαν φωτιά στο δωμάτιο φύλαξης τεκμηρίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η ζημιά που προκλήθηκε από τη φωτιά στο κτήριο και τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Ε.Δ. Λεμεσού εκτιμήθηκε στο ποσό των €39.
  1. Κατά την επιβολή ποινής βαρύνουσα σημασία αποδόθηκε στην παραδοχή του εφεσείοντος και στη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές στις οποίες ανέφερε τα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές του περιστάσεις καθώς και το γεγονός ότι βαρύνετο με δύο προηγούμενες καταδίκες, η μια για τα αδικήματα της κατοχής αθλητικού πιστολιού και της μεταφοράς μαχαιριού εκτός της κατοικίας του, και η άλλη για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και της κακόβουλης ζημιάς. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, επισήμανε πως η ποινή υπό τις περιστάσεις μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιεικής. Στην Πατσαλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 76/22, ημερ. 19.1.23, ECLI:CY:AD:2023:B13, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και κατηγορίες για εμπρησμό μηχανοκίνητου οχήματος. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών στις κατηγορίες του εμπρησμού, 18 μηνών στις κατηγορίες για απειλές, 18 μηνών στις κατηγορίες παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και 12 μήνες σε κατηγορία για ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές. Σε αριθμό κατηγοριών δεν επιβλήθηκαν ποινές ενόψει των ποινών που επιβλήθηκαν σε άλλες κατηγορίες. Η ποινή για τον εμπρησμό επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 2/19, ημερ. 25.2.21, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα του εμπρησμού πλυντηρίου αυτοκινήτων. Στην επιβολή ποινής λήφθηκαν υπόψιν και άλλες εκκρεμείς υποθέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε, οι οποίες αφορούσαν διαρρήξεις, κλοπές, κλεπταποδοχή, επίθεση εναντίον οργάνου της τάξης, μεταφορά κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια και κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας 47 ετών, χρήστης ναρκωτικών (η χρόνια χρήση τον οδήγησε σε ψύχωση και παρακολουθείτο από ψυχίατρο), και προέρχετο από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Προέβη στον εμπρησμό μαζί με άλλο άτομο, κατόπιν υποκίνησης τρίτου και έναντι αμοιβής €
  2. Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές €88.
  3. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο εφεσείων ενήργησε με προσχεδιασμό και αδιαφορώντας πλήρως για τις ζημιές που θα προκαλούνταν, αλλά και για τους εγγενείς κινδύνους από την παράνομη πράξη του. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες, δυο εκ των οποίων ήταν πολύ παλαιές και δεν αποδόθηκε σε αυτές ουσιαστική βαρύτητα. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 175/16, ημερ. 23.11.18, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών στις κατηγορίες της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και του εμπρησμού, ως επίσης και φυλάκιση 6 μηνών για μεταφορά μάχαιρας λήγουσας σε αιχμηρό άκρο. Ο εφεσείων παρότρυνε δύο πρόσωπα, τα οποία, έναντι ανταλλάγματος, έθεσαν φωτιά σε πρακτορείο στοιχημάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά ύψους €80.
  4. Βαρύνετο με δυο προηγούμενες καταδίκες για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία στις οποίες είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης εννέα μηνών και έξι μηνών με αναστολή, αδικήματα τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως «παρόμοιας φύσης» από το Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής. Στην Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424. ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης στην κατηγορία του εμπρησμού οχήματος. Έπασχε από διάφορα προβλήματα υγείας. Πρωτοδίκως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Η ποινή κρίθηκε αυστηρή, όχι όμως έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στη Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 628, ο εφεσείων, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία συνωμοσίας με σκοπό τον εμπρησμό αυτοκινήτου (1η κατηγορία), σε κατηγορία εμπρησμού αυτοκινήτου (2η κατηγορία) και σε κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, ύψους £1.000 στο αυτοκίνητο (3η κατηγορία). Το Δικαστήριο, στις πιο πάνω κατηγορίες, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, 3 ετών, 4 ετών, και ενός έτους, αντίστοιχα. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον εφεσείοντα, ενώ ήταν ελεύθερος με Προεδρική χάρη η οποία αφορούσε το υπόλοιπο ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε σχέση με άλλο αδίκημα. Με τη διάπραξη των νέων αδικημάτων, ενεργοποιήθηκε αυτόματα η ανασταλείσα με την Προεδρική χάρη ποινή, με αποτέλεσμα, πέραν της φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, να κληθεί να εκτίσει και το υπόλοιπο της ποινής για το οποίο του είχε δοθεί η χάρη, η οποία κάλυπτε περίοδο 2 ετών, 7 μηνών και 15 ημερών. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου τα εν λόγω γεγονότα. Το Εφετείο, στο οποίο ηγέρθη για πρώτη φορά το θέμα, κατ' εφαρμογή της αρχής της συνολικότητας της ποινής, μείωσε τις επιβληθείσες ποινές σε φυλάκιση 2 ετών, στην 1η κατηγορία, 3 ετών, στη 2η κατηγορία και 6 μηνών, στην 3η κατηγορία. Στη Μελανίτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή, σε κατηγορία εμπρησμού. Του επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Αντικείμενο του εμπρησμού ήταν σταθμευμένο αυτοκίνητο. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε από τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου προτού επεκταθεί. Η ζημιά στο αυτοκίνητο ανήλθε στο ποσό των £350. Ο εφεσείων ήταν πρόσωπο νεαρής ηλικίας και διέπραξε το αδίκημα τελώντας υπό το καθεστώς εθελούσιας μέθης. Βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες για διαρρήξεις γραφείων και καταστημάτων, κλοπής και κακόβουλης ζημιάς. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Όσον τώρα αφορά στο αδίκημα της απειλής, σημειώνουμε πως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, επιδοκιμάστηκε η θέση ότι «το ξεκαθάρισμα ή η απειλή για ξεκαθάρισμα οποιωνδήποτε διαφορών, ή η απειλή σαν μέσο για προώθηση οποιωνδήποτε οικονομικών ή άλλων απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνουν ανεκτά υπό όποιες συνθήκες και αν γίνονται». Στην Σπετσιώτης ν. Αστυνομίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 367, η οποία αφορούσε στα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της απειλής έγινε αναφορά στην ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοια αδικήματα, τα οποία σχετίζονται και με το δικαίωμα του ανθρώπου σε σωματική ακεραιότητα. Ως προς το ύψος της αρμόζουσας ποινής για το αδίκημα της απειλής, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από τη νομολογία που σχετίζεται με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, το οποίο επισύρει την ίδια ανώτατη προβλεπόμενη ποινή με το αδίκημα της απειλής. Στην Αστυνομία ν. Μαυρομμάτη, Ποιν. Έφ. 92/19, ημερ. 22.5.20, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους (καθώς και η απόφαση για αναστολή της) σε λευκού ποινικού μητρώου πρόσωπο ηλικίας 66 ετών, κατόπιν παραδοχής. Στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 6 μηνών σε πρόσωπο που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, κατόπιν ακρόασης. Στην Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 588, επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης ποινή άμεσης φυλάκισης 9 μηνών, σε πρόσωπο που βαρύνετο με 16 προηγούμενες καταδίκες. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, ποινή φυλάκισης 3 μηνών με αναστολή αυξήθηκε σε άμεση φυλάκιση ενός έτους σε 28χρονο πρόσωπο που βαρύνετο με τρεις προηγούμενες καταδίκες, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος, στη Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 4 μηνών σε πρόσωπο που βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, κατόπιν παραδοχής. Και το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς έχει τη δική του σοβαρότητα και η νομολογία θέλει το εν λόγω αδίκημα να τιμωρείται με αυστηρές ποινές, μη αποκλειομένων, στις κατάλληλες περιπτώσεις, στερητικές της ελευθερίας ποινές (βλ. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170 και Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156 στις οποίες επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης σε σχέση με ζημιές μικρής αξίας οι οποίες μάλιστα είχαν αποζημιωθεί από τους εκεί κατηγορούμενους). Τονίζουμε πως η παραπομπή στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου γίνεται έτσι ώστε να καταδειχθεί η αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν τα αδικήματα της φύσεως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Η νομολογία είναι μεν ενδεικτική της σοβαρότητας των αδικημάτων και του μέτρου τιμωρίας,[2] η κάθε υπόθεση όμως κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και δεδομένα και έτσι θα κριθεί και η παρούσα.[3] Η παρούσα υπόθεση αναμφίβολα συγκαταλέγεται στις αρκετά σοβαρές του είδους της. Με έναυσμα την παράκληση αποπληρωμής ενός μικρού έως και ευτελούς θα λέγαμε χρέους, ο Κατηγορούμενος βγήκε εκτός εαυτού, ξεκινώντας να εκτοξεύει φοβέρες που αφορούσαν το πρόσωπο του Σ.Σ., λέγοντας πως «θα γυρίσει την πεζίνα ανάποδα», ότι «θα τα κρούσει ούλλα» και ότι «θα κρούσει» τον Σ.Σ. Μία σειρά γεγονότων που ακολούθησαν, οδήγησαν στην απόλυση του Κατηγορούμενου από την εργασία του. Αρκετές ώρες μετά την απόλυση του και ενώ είχε την ευκαιρία να αναθεωρήσει τις προθέσεις του, επέλεξε να προχωρήσει στις κοινωνικά κατακριτέες και ποινικά κολάσιμες πράξεις του, προκειμένου να εκδικηθεί τον Σ.Σ. Ενεργώντας με εμφανή προσχεδιασμό, μετέβη στο πρατήριο Petrolina το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της Λευκωσίας και σε κατοικημένη περιοχή, εφοδιασμένος με δύο πλαστικά δοχεία που περιείχαν εύφλεκτη ύλη και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα πυρπόλησε δύο οχήματα που βρίσκονταν στο πρατήριο (τα οποία όπως διαφάνηκε κατά τη διερεύνηση ανήκαν σε πελάτιδα του Σ.Σ.) τα οποία καταστράφηκαν. Ενήργησε, κατά την κρίση μας, με πλήρη αδιαφορία ως προς τις ζημιές που θα προκαλούνταν καθώς και τους εγγενείς σοβαρότατους κινδύνους που η ενέργεια του (να κάψει οχήματα τα οποία απείχαν απόσταση 3 - 4 μέτρων από τις αντλίες καυσίμων του πρατηρίου) ενείχε. Ευτυχής σύμπτωση ήταν η παρουσία Αστυνομικού της ΥΚΑΝ στο πρατήριο, με αποτέλεσμα τον άμεσο εντοπισμό της φωτιάς και την κατάσβεση της, η οποία, ακόμη και στα λίγα λεπτά στα οποία μενόταν, έκαψε πλαστικές πινακίδες του πρατηρίου οι οποίες ήταν δίπλα από τις αντλίες καυσίμων. Σε περίπτωση μη έγκαιρου εντοπισμού και κατάσβεσης της προκληθείσας πυρκαγιάς, η φωτιά θα μπορούσε να επεκταθεί στις αντλίες καυσίμων, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος βίαιης έκρηξης στις αντλίες και στα ντεπόζιτα με τα καύσιμα και να κινδυνεύσουν οι γύρω κατοικίες. Ο προσχεδιασμός και η παντελής αδιαφορία που ο Κατηγορούμενος επέδειξε ως προς τις συνέπειες της πράξης του συνιστούν βαρύνουσας σημασίας παράγοντες για την επιβολή της ποινής. Σημειώνουμε περαιτέρω πως έχει λεχθεί, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες (τονίζουμε εδώ πως οτιδήποτε φαίνεται στο ποινικό μητρώο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, πέραν των δύο καταδικών που αναφέρονται πιο κάτω, αγνοείται). Συγκεκριμένα: (α) Στις 23.5.22 καταδικάστηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην Υπόθ. αρ. 9054/21 για τα αδικήματα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, της απειλής (τέσσερεις κατηγορίες) και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας (τέσσερεις κατηγορίες). Του επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 28 μηνών στις κατηγορίες της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας. Στην υπόθεση αυτή λήφθηκαν υπόψη άλλες οκτώ υποθέσεις και συγκεκριμένα οι (
  1. i)732/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης, της ανησυχίας, της κακόβουλης ζημιάς και της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, (
  2. ii)7456/21 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', (iii) 9313/21 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, της απειλής και της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού, (
  3. iv)9365/21 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κλοπής, (
  4. v)190/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, (
  5. vi)502/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές και της κλοπής, (vii) 406/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' και (viii) 7964/22 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κλοπής και της παράνομης εισόδου σε περιουσία. (β) Στις 28.6.24 καταδικάστηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού στην Υπόθ. αρ. 11809/21 για το αδίκημα της κλοπής για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος εντός μίας τετραετούς περίπου περιόδου (ήτοι από 31.10.17 έως 21.1.22) διέπραξε σωρεία αδικημάτων, ποικίλους φύσεως και σοβαρότητας. Αν και η ύπαρξη των προηγούμενων καταδικών σίγουρα δεν συνιστά λόγο για επιβολή τέτοιας ποινής που να δίδεται η εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί εκ δευτέρου για τα προηγούμενα αδικήματα που διέπραξε, η ύπαρξη τους δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τον βαθμό επιείκειας που θα μπορούσε άλλως πως να επιδειχθεί προς τον Κατηγορούμενο, περιορίζοντας τον.[4] Σημειώνουμε εντούτοις και αποδίδουμε τη δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε όλα τα πιο πάνω αδικήματα σε περίοδο που ήτο ουσιοεξαρτώμενος και τα αδικήματα ήταν συνδεδεμένα με την ανάγκη του να εξεύρει χρήματα για τη δόση του, έξη την οποία ο Κατηγορούμενος έχει ξεπεράσει πριν τη φυλάκιση του στα πλαίσια της Ποιν. Υπόθ. 9054/21 και πριν τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα έξι αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, σε περίοδο που ίσχυε η Προεδρική χάρη που του απονεμήθηκε στις 20.3.23 (η ημερομηνία προκύπτει από την απόφαση στις Συνεκδ. Ποιν. Εφ. 103/24 και 108/24) υπό τον όρο ότι δεν θα διέπραττε άλλο αδίκημα εντός της επόμενης τριετίας, γεγονός που δείχνει πως η προηγούμενη καταδίκη του στην Ποιν. Υπόθ. 9054/21 δεν μπόρεσε να τον συνετίσει και τούτο, παρά το ευεργέτημα που του δόθηκε με την εν λόγω Προεδρική χάρη. Επί του τελευταίου σημειώνουμε πως όπως έχει λεχθεί από την κα Παπουή, σε περίπτωση επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης θα ενεργοποιηθεί αυτόματα ποινή φυλάκισης 84 ημερών, η οποία είχε ανασταλεί δυνάμει της Προεδρικής χάρης. Περαιτέρω έχει λεχθεί, χωρίς και πάλι να αμφισβητηθεί, ότι στις 18.7.25, μετά δηλαδή την καταδίκη του στην παρούσα υπόθεση αλλά πριν την επιβολή ποινής, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε, κατόπιν παραδοχής, στην Ποιν. Υπόθ. 7404/23 του Ε.Δ. Λεμεσού, σε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 5 μηνών φυλάκισης για τα αδικήματα της εσκεμμένης χρήσης περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας και της απόκτησης περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, τα οποία διαπράχθηκαν στις 9.6.19. Τονίζουμε πως δεν υπήρξε εισήγηση ότι η καταδίκη αυτή λογίζεται ως προηγούμενη καταδίκη στα πλαίσια της παρούσας, και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη ως προηγούμενη καταδίκη. Σημειώνουμε επιπλέον πως είναι αυτονόητο ότι αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου προσώπου να αρνηθεί τις κατηγορίες που του αποδίδονται και η άρνηση τούτη δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα για σκοπούς επιβολής ποινής ούτε και μπορεί ο Κατηγορούμενος να τιμωρηθεί για αυτό. Ωστόσο, η άρνηση εκ μέρους ενός κατηγορούμενου των κατηγοριών που του αποδίδονται, στερεί τον τελευταίο της περαιτέρω εκείνης επιείκειας που επιδεικνύεται προς ένα πρόσωπο που άμεσα και ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας, παραδέχεται τα εγκλήματα του.[5] Ανεξαρτήτως όλων των ανωτέρω, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί,[6] αφού στόχος του είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στον δράστη,[7] χωρίς βεβαίως η διαδικασία της εξατομίκευσης να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου[8] ή του στοιχείου της αποτροπής τόσο για τον ίδιο τον δράστη όσο και για κάθε επίδοξο παραβάτη γενικότερα.[9] Λαμβάνουμε συναφώς υπόψιν το γεγονός ότι έστω και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 5 και 6. Βεβαίως, ένεκα του ότι η παραδοχή έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την ολοκλήρωση ουσιαστικά της μαρτυρίας που σχετιζόταν με τις εν λόγω κατηγορίες, δεν αποδίδεται σε αυτήν η ίδια βαρύτητα που θα της αποδιδόταν εάν η παραδοχή γινόταν από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας.[10] Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναλύθηκαν περαιτέρω προφορικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο ηλικίας 44 ετών το οποίο προέρχεται από πενταμελή οικογένεια. Ο πατέρας του, πριν τη συνταξιοδότηση του, διατηρούσε ταξιδιωτικό γραφείο και πλέον διατηρεί γραφείο εξευρέσεως εργασίας. Η μητέρα του, πριν τη συνταξιοδότηση της, ήτο η Διευθύντρια της Μονάδας Νεογνών του Μακάριου Νοσοκομείου Λευκωσίας. Οι σχέσεις του με τον πατέρα του υπήρξαν για αρκετά χρόνια διασαλευμένες, γεγονός που επηρέασε τη στάση και συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Έγιναν κάποιες προσπάθειες από την οικογένεια για συνεργασία με επαγγελματίες ψυχικής υγείας, χωρίς όμως να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Διέκοψε τη φοίτηση του στη Β' Τάξη Γυμνασίου και άρχισε να απασχολείται στον οικοδομικό τομέα. Στην ηλικία των 18 ετών κατετάγη στην Εθνική Φρουρά και υπηρέτησε τη θητεία του ως Καταδρομέας. Ακολούθως φοίτησε στο εσπερινό λύκειο του ιδιωτικού σχολείου Κ.Τ.Ε.Ε. με κατεύθυνση τον τουριστικό κλάδο. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών εργαζόταν στο ταξιδιωτικό γραφείο του πατέρα του, από το οποίο αποχώρησε λόγω των προβλημάτων στη σχέση του με τον πατέρα του. Από τότε δεν κατάφερε να εξεύρει σταθερή εργασία. Η τελευταία του εργασία ήταν σε εταιρεία που ασχολείται με εξαρτήματα αυτοκινήτων από την οποία λάμβανε μηνιαίο μισθό ύψους €870, εργασία στην οποία σκοπεύει να επιστέψει μετά την αποφυλάκισή του. Παράλληλα, πριν την κράτηση του, απασχολείτο εθελοντικά στο πρόγραμμα «Αγκαλιάζω με αγάπη». Το 2006 διαγνώστηκε με καρκίνο στους λεμφαδένες και υποβάλλετο σε θεραπείες για δύο περίπου χρόνια. Το 2007, ενόσω υποβάλλετο σε χημειοθεραπεία ξεκίνησε να προβαίνει σε χρήση ηρωίνης, όταν ενημερώθηκε πως πρόσωπο που νοσηλευόταν την ίδια περίοδο με εκείνον, απεβίωσε. Δύο χρόνια αργότερα, και έχοντας απαλλαγεί από τον καρκίνο, μετέβη στο Ισραήλ και εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Το 2010 υποτροπίασε και ξεκίνησε να προβαίνει σε χρήση κοκαΐνης για πέντε περίπου χρόνια. Το 2014 μετέβη στη Ρωσία όπου συμμετείχε σε νέο πρόγραμμα απεξάρτησης και κατάφερε να μείνει «καθαρός» από τα ναρκωτικά για ένα περίπου χρόνο. Το 2015 η μητέρα του διαγνώστηκε με Parkinson γεγονός που τον οδήγησε σε νέα υποτροπή (αφού αισθάνθηκε πως η ασθένεια χτυπά το ένα μέλος της οικογένειας μετά το άλλο) και για τα επόμενα πέντε χρόνια υπήρξε συστηματικός χρήστης κοκαΐνης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα σοβαρά προβλήματα διατροφικών διαταραχών, ένεκα των οποίων έφθασε να ζυγίζει μόνο 39 κιλά. Το 2016 συνήψε σχέση με αγγλοκύπρια η οποία έληξε λόγω επανειλημμένων διαπληκτισμών που είχαν, λόγω της ουσιοεξάρτησης του. Το 2018 - 2019 συνήψε σύντομη σχέση με τη νυν σύζυγο του (η οποία έχει δύο παιδιά από προηγούμενη σχέση), η οποία το καλοκαίρι του 2020 του αποκάλυψε πως έφερε στον κόσμο την κόρη τους και το ζεύγος επανασυνδέθηκε. Αρραβωνιάστηκαν μετά από μερικούς μήνες. Η σύζυγος του και η κόρη του (σήμερα 5,5 ετών) τον βοήθησαν να σταματήσει σταδιακά τη χρήση ναρκωτικών και από το 2021 είναι «καθαρός» από απαγορευμένες ουσίες και επανέφερε τη φυσική του κατάσταση σε πιο υγιή επίπεδα. Αποτάθηκε παράλληλα σε ιδιώτη ψυχίατρο και λάμβανε φαρμακευτική θεραπεία. Τον Νοέμβριο του 2023 το ζεύγος τέλεσε τον γάμο του. Πριν τεθεί υπό κράτηση ως υπόδικος, η οικογένεια διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Μετά την κράτηση του, η σύζυγος του (ηλικίας 40 ετών), η οποία δεν εργάζεται, μετακόμισε στην πατρική της οικία. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της στο παρόν στάδιο διαμένουν με τον πατέρα τους στη Ρουμανία. Τόσο κατά την έκτιση της προηγούμενης ποινής που του επιβλήθηκε, όσο και κατά την κράτηση του ως υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας, δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε παράπτωμα στις Κεντρικές Φυλακές. Κατά τη διάρκεια της παρούσας κράτησης, ο Κατηγορούμενος τερμάτισε τη συνεργασία του με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Λαμβάνουμε υπόψιν όλα τα πιο πάνω, περιλαμβανομένων των δυσκολιών (σωματικών και ψυχολογικών) που αντιμετώπισε ο Κατηγορούμενος όταν προσεβλήθη από την επάρατη νόσο και το γεγονός πως μετά από επίπονες προσπάθειες και έχοντας αποταθεί σε δομές απεξάρτησης, κατάφερε να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης από σκληρά ναρκωτικά. Όπως επίσης λαμβάνουμε υπόψιν και τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδεχόμενης φυλάκισης τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στη σύζυγο του και την ανήλικη κόρη τους η οποία θα στερηθεί την πατρική φροντίδα.[11] Πλην όμως οι επιπτώσεις αυτές, καίτοι προσμετρούνται ως μετριαστικοί της ποινής παράγοντες, δεν κρίνονται αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, λαμβάνοντας υπόψιν τις περιστάσεις της παρούσας.[12] Αποτελεί βασικό καθήκον του Δικαστηρίου να προβαίνει στην αποτίμηση των μετριαστικών παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στον δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος.[13] Η αποστέρηση της ελευθερίας του ατόμου αποτελεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τη σοβαρότητα και τον συνδυασμό των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε καθώς και τις προβλεπόμενες για αυτά ποινές, τη σοβαρότητα των περιστάσεων της παρούσας όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τις προηγούμενες καταδίκες που προαναφέρθηκαν καθώς το γεγονός ότι διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας ενόσω ήταν σε ισχύ οι όροι της Προεδρικής χάρης που του είχε δοθεί, και χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά στοιχεία που προσμετρούν υπέρ του Κατηγορούμενου ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατάληξη μας είναι πως η μοναδική αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης. Βεβαίως οι μετριαστικοί παράγοντες αν και κρίθηκαν μη ικανοί για να οδηγήσουν στην επιβολή άλλου είδους ποινής, λαμβάνονται εντούτοις υπόψη στον καθορισμό του εύρους της φυλάκισης. Συνακόλουθα, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) Στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ετών. (β) Καμία ποινή στη 2η, την 3η και την 4η κατηγορία, καθότι αυτές έχουν κοινό πυρήνα γεγονότων με την 1η κατηγορία στην οποία επιβλήθηκε ποινή. (γ) Σε μίαν εκάστη των κατηγοριών 5 και 6, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους. Στον καθορισμό του εύρους της φυλάκισης, λάβαμε υπόψιν και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος θα κληθεί να εκτίσει διαδοχικά προς την παρούσα, ποινή φυλάκισης 84 ημερών η οποία ανεστάλη ως ανωτέρω αναφέρεται, και τις συναφείς ισχύουσες σε τέτοιες περιπτώσεις αρχές της συνολικότητας της ποινής και της αναλογικότητας μεταξύ αδικήματος και ποινής, με σκοπό και στόχο το σύνολο των ποινών να μην απολήξει ως δυσανάλογο σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία τώρα τιμωρείται ο Κατηγορούμενος,[14] και κρίνουμε πως το σύνολο των ποινών (δηλαδή αυτών που επιβάλλονται σήμερα και της ανασταλείσας ποινής η οποία ενεργοποιείται αυτόματα), δεν απολήγει σε υπερβολική υπό τις περιστάσεις ποινή. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξετασθεί είναι το κατά πόσον τίθεται θέμα ενεργοποίησης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από το Ε.Δ. Λεμεσού στην Ποιν. Υπόθ. 11809/21. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδίκημα που διαπράχθηκε την 1.3.20, για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή στις 28.6.24. Λαμβάνοντας υπόψιν το λεκτικό του άρθρου 4
(1)[15] του περί της Υφ΄ όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, φρονούμε πως δεν τίθεται θέμα ενεργοποίησης της εν λόγω ποινής στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, εφόσον η διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας προηγείται της επιβολής της ποινής στην Ποιν. Υπόθ. 11809/21 και, συνεπώς, τα αδικήματα της παρούσας δεν διαπράχθηκαν εντός της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος αναστολής. Το μόνο που απομένει προς εξέταση είναι το εξής: Όπως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 και 3 μηνών που του επιβλήθηκαν από το Ε.Δ. Λεμεσού στην Ποιν. Υπόθ. αρ. 7404/23 στις 18.7.25 για τα αδικήματα της εσκεμμένης χρήσης περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας και της απόκτησης περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, αντίστοιχα, και υπήρξε εν προκειμένω εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα θα πρέπει να συντρέχουν με την ποινή που ο Κατηγορούμενος τώρα εκτίει. Βάσει της νομοθεσίας μεταγενέστερη ποινή αρχίζει να εκτίεται μετά την έκτιση προγενέστερης, εκτός αν καθορίσει διαφορετικά το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει πως «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.». Η επιλογή της διαδοχικότητας των επιβληθεισών ποινών, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.[16] Ως αναφέρεται σχετικώς στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, 2007, στη σελ. 93: «In Koufou a.o. v. P.[17] it was held that for the court to do otherwise there must be special or exceptional circumstances. As the case of Christophorou v. P.[18] implies, a multitude of factors must be weighted to determine whether such circumstances exist. They include the time at which the respective crimes were committed, their nature, and the proportionality that the overall punishment bears to the gravity of the crimes.» Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 (στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα), στις σελίδες 447 - 448, αναλύθηκε η αρχή της συνολικότητας της ποινής, η οποία επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές.[19] Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής είναι ο τιμωρούμενος, προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155 και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του.[20] Το Δικαστήριο οφείλει να αντικρύσει την υπόθεση από απόσταση και να εξετάσει το κατά πόσον η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης.[21] Το ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον στην παρούσα υπάρχουν περιστάσεις στη βάση των οποίων θα πρέπει να δοθεί διαφορετική διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του Κεφ. 155, λαμβάνοντας υπόψιν τις πιο πάνω αρχές. Τα αδικήματα για τα οποία ο Κατηγορούμενος ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης αναμφίβολα δεν αποτελούν μέρος μιας ενιαίας ενέργειας με τα αδικήματα της παρούσας. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικής φύσης και χαρακτήρα αδικήματα, παντελώς ασύνδετα χρονικά προς τα αδικήματα της παρούσας, που απέληξαν σε διαφορετικής φύσης βλάβη, διαφορετικών προσώπων. Έχοντας δε κατά νου το εύρος της ποινής που ο Κατηγορούμενος τώρα εκτίει, κρίνουμε ότι η προσθήκη των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα (και λαμβάνοντας υπόψη και την αυτόματη ενεργοποίηση των 84 επιπλέον ημερών), στην ποινή που ήδη εκτίει ο Κατηγορούμενος δεν απολήγει σε ποινή αθροιστικά υπερβολική ή συντριπτική ή δυσανάλογη προς τη συνολική πλέον αξιόποινη συμπεριφορά του. Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διαφορετικής διαταγής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155. Ως εκ τούτου οι ποινές που επιβλήθηκαν στην παρούσα, να εκτιθούν διαδοχικά προς την ποινή φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί στον Κατηγορούμενο από το Ε.Δ. Λεμεσού στην Ποιν. Υπόθ. 7404/23, την οποία ο Κατηγορούμενος τώρα εκτίει. Να μειωθούν, όμως, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση στα πλαίσια της παρούσας, συμφώνως του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ήτοι από 20.3.24. Τα τεκμήρια 13 έως 17 και 22 να καταστραφούν εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης έφεσης ή, εάν ήθελε ασκηθεί έφεση, μετά την αποπεράτωση της. Ενόψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης, τα έξοδα ύψους €225 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.)........................................ Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ., μεταξύ άλλων, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166, Καφάρη ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/24, ημερ. 25.2.25. [2] Μαυρολούκα ν. Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 30. [3] Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.19, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160. [4] Βλ. Κυπριανίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(1995)2 Α.Α.Δ. 290, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557, J.E.L. Holdings Ltd κ.α. ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565, Farooq κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 165/18 κ.α., ημερ. 7.9.20, ECLI:CY:AD:2020:B297. [5] Kolev ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, 206, Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28. [6] Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245. [7] Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272. [8] Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/16, ημερ. 4.4.19, ECLI:CY:AD:2019:B130, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498, Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21. [9] Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. [10] Βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. 'Εφ. 173/20, ημερ. 20.5.21 και Μιχαήλ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/13, ημερ. 16.5.
  2. [11] Μ.Θ. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174. [12] Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513. [13] Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 513. [14] Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 62, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 243, Σωτηριάδου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 356, Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18, ημερ. 10.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B178, Ζαχαρία ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 179/19, ημερ. 20.5.20, ECLI:CY:AD:2020:D158 και Κυριάκου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/19 και 13/19, ημερ. 7.9.20 και Χειμώνα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 87/22, ημερ. 6.3.23. [15] «4.-
(1)Οσάκις, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, πρόσωπο διέπραξε αδίκημα τιμωρούμενον διά φυλακίσεως και είτε κατεδικάσθη υπό Δικαστηρίου όπερ δυνάμει του εδαφίου
(4)κέκτηται αρμοδιότητα να λάβη μέτρα εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν είτε μεταγενεστέρως εμφανίζεται ή προσάγεται ενώπιον τοιούτου Δικαστηρίου, τότε, εκτός εάν εν τω μεταξύ η ποινή έχει εκτελεσθή, το Δικαστήριον εξετάζει την υπόθεσιν του και λαμβάνει εν των ακολούθων μέτρων- (α) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής δι' ην περίοδον αύτη επεβλήθη· (β) διατάσσει την εκτέλεσιν της ποινής διά περίοδον μικροτέραν εκείνης ήτις επεβλήθη· (γ) διατάσσει την τροποποίησιν του αρχικού διατάγματος διά της αντικαταστάσεως της εν αυτώ οριζομένης περιόδου διά περιόδου μη υπερβαινούσης τα δύο έτη από της ημέρας της τοιαύτης τροποποιήσεως· (δ) ουδέν μέτρον λαμβάνει εν σχέσει προς την ανασταλείσαν ποινήν, και το Δικαστήριον εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εκτός εάν είναι της γνώμης ότι τούτο θα ήτο άδικον λαμβανομένων υπ' όψιν απασών των περιστάσεων αίτινες εμεσολάβησαν από της αναστολής της ποινής και των περιστάσεων υφ' ας ετελέσθη το νέον αδίκημα, και εν τοιαύτη περιπτώσει το Δικαστήριον εν τη αποφάσει αυτού αναφέρει τους λόγους της τοιαύτης ενεργείας του.» (έμφαση δική μας) [16] Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 762. [17]
(1993)2 C.L.R. 396. [18]
(2004)2 C.L.R. 443. [19] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331. [20] Για την αρχή της συνολικότητας της ποινής βλ., μεταξύ άλλων, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 318/15, ημερ. 7.9.17, ECLI:CY:AD:2017:B285, Θεοδούλου ν. Αστυνομίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 497, Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 762, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 161/22, ημερ. 11.5.22, ECLI:CY:AD:2022:D412. [21] Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.