← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νικόλαος Χριστόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 91/23, 17/3/2025

Δημοκρατία ν. Νικόλαος Χριστόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 91/23, 17/3/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, πρ. Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 91/23 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Νικόλαος Χριστόπουλος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17η Μαρτίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κληρίδης με κ. Π. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Αφότου η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της στη δίκη εντός δίκης, διαδικασία η οποία διεξήχθη σε σχέση με τη θεληματικότητα της ομολογίας του κατηγορουμένου, ο τελευταίος προέβη σε αλλαγή απάντησης στις κατηγορίες 1 και 5. Η δε Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε τις λοιπές κατηγορίες. Οι κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, έχουν ως ακολούθως: 1η Κατηγορία Υποβοήθηση της παράνομης διέλευσης στο έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19Α

(1), 19Γ
(1)(α), 19ΣΤ, άρθρο 5 Κεφ.105, ως αυτός τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος, την 27.09.2022 στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησε έξι
(6)υπηκόους τρίτης χώρας προκειμένου να διέλθουν το έδαφος της Δημοκρατίας, δηλαδή παρέλαβε τα πιο πάνω πρόσωπα από τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και με όχημα τους μετέφερε στις ελεύθερες περιοχές, μέσω του σημείου διέλευσης του Αγίου Δομετίου, αποκομίζοντας το ποσό των 1000 ευρώ. 5η Κατηγορία Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4, 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  1. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος την 27.09.2022 στη Λευκωσία, απέκτησε το χρηματικό ποσό των 1000 ευρώ, γνωρίζοντας ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή έσοδο από την διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 μέχρι
  2. Τα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ως αυτά τέθηκαν από τον συνήγορο κατηγορούσας αρχής, έχουν ως ακολούθως:
  3. Ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που παραδέχθηκε, ήταν ‑ και εξακολουθεί να είναι ‑ μέλος της Αστυνομίας Κύπρου που υπηρετούσε στο Τμήμα Διοίκησης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου Αστυνομίας.
  4. Την 27/09/22 και περί ώρα 06:45π.μ. ο Κατηγορούμενος προσήλθε στην εργασία του, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του. Περί η ώρα 10:25 π.μ. της ίδιας μέρας ο προαναφερθείς ζήτησε όπως του παραχωρηθεί μισή μέρα άδειας ανάπαυσης και κατόπιν έγκρισης του αιτήματος του, αποχώρησε από την εργασία του με το διθέσιο ιδιωτικό όχημα του με αρ. εγγραφής [ ].
  5. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος άλλαξε όχημα και αφού παρέλαβε το επιβατικό πενταθέσιο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας του πεθερού του, μετέβη στο σημείο διέλευσης προς τις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές που λειτουργεί στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου στη Λευκωσία.
  6. Περί ώρα 11:20π.μ. και οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ], ο Κατηγορούμενος μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου σε συγκεκριμένο σημείο στην κατεχόμενη Λευκωσία παρέλαβε έξι αλλοδαπά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ένα παιδί. Οι εν λόγω αλλοδαποί είχαν προηγουμένως μεταφερθεί στο προαναφερθέν σημείο από κάποιον Τουρκοκύπριο. Ο Κατηγορούμενος, αφού συνεννοήθηκε μαζί του και λαμβάνοντας από αυτόν το ποσό των €1.000, ως αντάλλαγμα, ανέλαβε να μεταφέρει τους έξι αλλοδαπούς στις ελεύθερες περιοχές με το όχημα που οδηγούσε.
  7. Στη συνέχεια και περί η ώρα 11:50π.μ, ο Κατηγορούμενος επέστρεψε με το όχημά του, εντός του οποίου επέβαιναν τα έξι αλλοδαπά πρόσωπα, στο σημείο διέλευσης του οδοφράγματος του Αγίου Δομετίου με σκοπό να εισέλθει από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές.
  8. Η Αστ.321 και η λειτουργός του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Κ.Ι., οι οποίες εκτελούσαν καθήκοντα ελέγχου στο ως άνω σημείο διέλευσης, κάλεσαν τον Κατηγορούμενο να σταματήσει το όχημα για έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος απευθυνόμενος στις προαναφερθείσες ανέφερε τη φράση «εν εντάξει, εν εντάξει» και περνώντας το σημείο διέλευσης προχώρησε με το όχημά του ελάχιστα μέτρα εντός των ελεύθερων περιοχών. Η Αστ.321, φωνάζοντας δυνατά, κάλεσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει για έλεγχο. Αφού ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα, η Αστ.321 το προσέγγισε και ζήτησε τα διαβατήρια των αλλοδαπών επιβατών, τα οποία ο κατηγορούμενος της παρέδωσε.
  9. Από έλεγχο που έγινε στα διαβατήρια των αλλοδαπών διαπιστώθηκε αφενός, ότι αυτοί ήταν Ιρακινής καταγωγής και αφετέρου, ότι αυθημερόν είχαν παρανόμως εισέλθει στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, μέσω του παράνομου αεροδρομίου της κατεχόμενης Τύμβου. Ως εκ τούτου, δεν τους επιτράπηκε η διέλευση στις ελεύθερες περιοχές και επέστρεψαν, πεζοί, πίσω στις κατεχόμενες.
  10. Στις 24/10/2022 και μεταξύ των ωρών 16:50‑ 20:30 στα γραφεία της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας, στη Λευκωσία, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των διαπραχθέντων αδικημάτων, δίδοντας σχετικές λεπτομέρειες.
  11. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν των ανωτέρω και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου έκανε αναφορά σε γεγονότα, εμπλουτίζοντας τούτα ακόμη περισσότερο. Τα όσα δε ανέφερε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Εν προκειμένω εξήγησε πως ο κατηγορούμενος παρέλαβε τους έξι αλλοδαπούς από τα κατεχόμενα και τους μετέφερε μέχρι το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου, προσθέτοντας ότι ουσιαστικά τους μετέφερε μερικά μέτρα και όταν το όχημά του προχώρησε «μισό μέτρο μέσα στο έδαφος των ελεύθερων περιοχών της Δημοκρατίας» ανεκόπη καθ' υπόδειξη της επί καθήκοντι αστυνομικού, η οποία τον κάλεσε να σταματήσει. Τότε ήταν που η τελευταία ζήτησε τα διαβατήρια των επιβαινόντων του οχήματος και ο κατηγορούμενος της τα παρέδωσε. Είναι κατ' εκείνο τον χρόνο που η αστυφύλακας (ΜΚ3 επί του κατηγορητηρίου) παρουσία και της τελωνειακού (ΜΚ7 επί του κατηγορητηρίου) προέβη σε έλεγχο, ο οποίος απεκάλυψε πως οι αλλοδαποί εισήλθαν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου. Ένεκα τούτου δεν επετράπη στους αλλοδαπούς η είσοδος στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας και τους υπεδείχθη να επιστρέψουν πίσω στα κατεχόμενα χωρίς να συλληφθούν. Ο δε κατηγορούμενος κατέβασε τις βαλίτσες τους από το αυτοκίνητό του, τους τις παρέδωσε, τις έλαβαν και μετέβησαν προς άγνωστη κατεύθυνση στα κατεχόμενα. Σύμφωνα με τον ανακριτή της υπόθεσης (ΜΚ30 επί του κατηγορητηρίου) οι πιο πάνω αλλοδαποί αργότερα ανακρίθηκαν στο Πουρνάρα και από πληροφορίες προέκυψε ότι εισήλθαν παράνομα από το λιμάνι της Κερύνειας και όχι από το αεροδρόμιο της Τύμπου. Ισχυρίστηκαν δε πως αυτοί είναι που ελέγχθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο στο οδόφραγμα. Εντούτοις οι μάρτυρες ΜΚ3 και ΜΚ7 επί του κατηγορητηρίου δήλωσαν πως δεν θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους αλλοδαπούς και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε καταγραφή, τήρηση ή και διαφύλαξη των στοιχείων των διαβατηρίων τους. Εντούτοις κατά την άφιξη των αλλοδαπών στο οδόφραγμα είχαν και οι δύο διαπιστώσει πως στα διαβατήρια τούτων υπήρχαν σφραγίδες του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου. Όλα τα ανωτέρω, δήλωσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, «είναι σχετικά με τον βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων», για να προσθέσει στη συνέχεια και τον ρόλο τούτου στην όλη πλοκή των γεγονότων. Εντέλει, όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη μετά πάροδο ενός μηνός, παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και η ενοχή του, σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι οριακή και οφειλόμενη, ουσιαστικά, στη δική του ομολογία. Όσον δε αφορά το ποσό των €1000, ποσό το οποίο έλαβε ως αμοιβή, την ίδια ημέρα μετέβη πίσω στα κατεχόμενα και το επέστρεψε στον οδηγό ταξί, δηλαδή το πρόσωπο από το οποίο παρέλαβε τους αλλοδαπούς. Ωσαύτως, σε χρόνο μετά την κατάθεσή του ο κατηγορούμενος μετέβη στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου και έδωσε πληροφορίες για το άτομο το οποίο τον εξώθησε να κάνει αυτή τη μεμονωμένη πράξη (οι πληροφορίες που έδωσε αναφέρθηκαν και στο Δικαστήριο και έχουν να κάνουν με πρόσωπο ρωσικής καταγωγής, Κύπριο υπήκοο, που σχετίζεται με ιδιοκτήτη καζίνο των κατεχομένων ο οποίος είναι ο ιθύνων νους στη διακίνηση). Εν κατακλείδι, ο συνήγορος αναφέρθηκε και στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες σχολιάζονται πιο κάτω. Αποτελεί βασική αρχή δικαίου ότι αντικειμενικός δείκτης αποτίμησης της σοβαρότητας ενός αδικήματος, είναι η ανώτατη στον νόμο προβλεπόμενη ποινή. Αυτή εν προκειμένω παραμένει σε κάθε περίπτωση η αφετηρία, ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ates, Ποιν. Έφ. 234/2024, ημερ. 25/02/
  12. Στην προκείμενη περίπτωση το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, εδραζόμενο στο άρθρο 19Α
(1)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, επισύρει ανώτατη ποινή φυλάκισης 15 έτη και/ή ποινή προστίμου που δεν υπερβαίνει €100.
  1. Από την άλλη το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, σε αυτή την περίπτωση εδραζόμενο στο άρθρο 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007, επισύρει ανώτατη ποινή φυλάκισης 14 ετών και/ή χρηματική ποινή μέχρι €500.
  2. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως στην έκθεση αδικήματος αναγράφεται το άρθρο 4 χωρίς περαιτέρω αναφορά και διάκριση σε σχέση με τη νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντος, εντούτοις εκ των λεπτομερειών της 5ης κατηγορίας εναργώς αποκαλύπτεται πως η προσαπτώμενη κατηγορία εδράζεται στο στοιχείο (α), εφόσον ρητά αναφέρεται εκεί πως η απόκτηση του αναφερόμενου χρηματικού ποσού από τον κατηγορούμενο διενεργήθηκε «γνωρίζοντας» ότι αυτό αποτελούσε έσοδο. Είναι γι' αυτό τον λόγο που εκλαμβάνουμε την προμνησθείσα ανώτατη ποινή ως αφετηρία αυτής της κατηγορίας. Πέραν, βεβαίως, της ανώτατης στον νόμο προβλεπόμενης ποινής, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν και τα γεγονότα διάπραξης του αδικήματος, που άλλοτε επαυξάνουν και άλλοτε υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα τούτου. Μάλιστα, στην υπό κρίση περίπτωση και στις δύο κατηγορίες τα σχετικά άρθρα ρητά διαλαμβάνουν ποιες περιστάσεις δύνανται να θεωρηθούν επιβαρυντικές σε σχέση με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων (βλ. άρθρο 19Α
(3), Κεφ. 105 και άρθρο 4
(4), Ν.188(Ι)/2007). Εν προκειμένω, υπόψη λαμβάνεται κάθε τι το οποίο αναφέρθηκε τόσο από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής όσο και της υπεράσπισης. Αδυνατούμε εντούτοις να συμφωνήσουμε με τα όσα υποστηρίχθηκαν από την υπεράσπιση, τα οποία θέλουν τον ρόλο και τη συμμετοχή του κατηγορούμενου να είναι περιορισμένα. Αντ' αυτού κρίνουμε πως εφαρμογής τυγχάνουν τα αναφερόμενα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Kabeer Khan, Ποιν. Έφ. 123/2023, ημερ. 15/09/2023 όπου υποδείχθηκε πως: Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν προέκυπτε από τα γεγονότα όπως είχαν εκτεθεί ενώπιον του ότι ο Εφεσείων είχε δράσει στο πλαίσιο «εγκληματικής οργάνωσης» εννοώντας βέβαια εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδ.
(3)του Άρθρου 19Α. Όμως, από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρίζεται πως ασφαλώς υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προκύπτει, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση των αλλοδαπών κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου. Ανάλογη είναι η διαπίστωσή μας και στην υπό κρίση περίπτωση, για μια όμως περίπτωση. Και εξηγούμε. αν και δεδομένο είναι πως τα επίδικα γεγονότα δεν ομιλούν για εγκληματική οργάνωση, εν τη εννοία που τα σχετικά άρθρα των επίδικων κατηγοριών διαλαμβάνουν, εντούτοις αποκαλύπτουν συνεννόηση του κατηγορούμενου με τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον οδηγό ταξί στα κατεχόμενα, συνακόλουθο σχεδιασμό, δηλαδή άδεια που έλαβε από την εργασία του, αλλαγή οχήματος από διθέσιο σε πενταθέσιο, μετάβαση και συνάντηση στα κατεχόμενα και τελικώς αμοιβή που έλαβε ύψους €1000 προς τον σκοπό μεταφοράς των έξι αλλοδαπών στις ελεύθερες περιοχές. Όλα τα ανωτέρω αποκαλύπτουν προσχεδιασμό στη διάπραξη του αδικήματος και αναγνωρισμένο είναι πως τέτοιος προσχεδιασμός, εις αντιδιαστολή στιγμιαίας και αυθόρμητης δράσης, συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα που καλεί για αυστηρότερη ποινή (βλ. Sentencing in Cyprus, 2η έκ., σελ. 59 - The treat to legal order from the conduct of one who acts with cool deliberation is far greater compared to that one who acts impulsively on the spur of the moment; a factor to be reflected in the sentence to be imposed.) Δεν διαλανθάνουν την προσοχή μας τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υποστήριξε, εν προκειμένω πως εδώ η διάπραξη συνίσταται σε υποβοήθηση διέλευσης και συγκεκριμένα μεταφορά των αλλοδαπών στις ελεύθερες περιοχές κατά πως ανωτέρω αναφέρθηκε και όχι υποβοήθηση εισόδου ή παραμονής στη νήσο και είναι τούτο πρόσθετο στοιχείο που συναποτιμήθηκε στον ρόλο και τη συμμετοχή του κατηγορούμενου. Δεν μειώνεται εντούτοις η σοβαρότητα του αδικήματος, με γνώμονα πάντα αυτό που και ο κύριος Κληρίδης παραδέχθηκε, δηλαδή ότι απώτερος στόχος των αλλοδαπών προσώπων που καταφθάνουν στη νήσο τοιουτοτρόπως, δεν είναι η παραμονή τούτων στις κατεχόμενες περιοχές, αλλά η διέλευση τους στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος κρίνουμε πως στην προκείμενη περίπτωση ο ρόλος του κατηγορούμενου δεν ήτο παρά ένας αναγκαίος κρίκος στην αλυσίδα, ώστε να επιτευχθεί η διέλευση των αλλοδαπών στις ελεύθερες περιοχές. Και είναι και επ' αυτού, κατ' αναλογία πάντα, καθοδηγητικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Terzelaki, Ποιν. Έφ. 6/2023, ημερ. 04/06/2024, όπου υποδείχθηκε: Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
  1. a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
  2. a)the offence had been repeated, · (
  3. b)it was committed for financial gain, · (
  4. c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
  5. d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
  6. e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
  7. f)D had played a prominent role or · (
  8. g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». Εδώ οι επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούμε πως είναι ο προσχεδιασμός που ήδη μνημονεύθηκε, έστω όχι ιδιαίτερης επινόησης και βεβαίως η υποβοήθηση έξι αλλοδαπών, δηλαδή προσώπων που ουδεμία σχέση είχαν με τον κατηγορούμενο. Αυτό εν προκειμένω είναι το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων που λαμβάνεται υπόψη. Πρόσθετος καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής, είναι βεβαίως η νομολογιακά διαπιστωμένη, και επίμονη προσθέτουμε, έξαρση, όπως με γλαφυρότητα εξηγήθηκε στην απόφαση Khan, ανωτέρω. Αντί περαιτέρω ανάλυσης δεν έχουμε παρά να επαναλάβουμε τα όσα εκεί αναφέρθηκαν και δεικνύουν την εξελικτική πορεία των νομοθεσιών και δη την αύξηση των ποινών προς τον σκοπό αντιμετώπισης και αναχαίτισης της αυξητικής τάσης στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Αναφέρθηκε εκεί ότι: Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Άκρως ενδεικτικό της επικρατούσας από τότε δυσχερούς και επικίνδυνης κατάστασης είναι το ότι ο Νομοθέτης παρενέβη με τον τροποποιητικό Ν.8(Ι)/07 στις 14.2.2007 και εισήγαγε το επίμαχο Άρθρο 19Α, δια το οποίου ποινικοποίησε την εκ προθέσεως και με σκοπό το κέρδος βοήθεια σε ξένο υπήκοο να εισέλθει, διέλθει ή διαμείνει παράνομα στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος (ουσιαστικά εντός της Ε.Ε.). Είναι με αυτό το καθεστώς που είχαν κριθεί οι τρεις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο και συγκεκριμένα οι υποθέσεις Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 80, Rasit κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, Ghouneym v. Αστυνομίας
(2006)2(Α) Α.Α.Δ. 576. (Και πιο κάτω) Είναι προφανές ότι παρά τις όποιες προσπάθειες η κατάσταση δεν έχει ποσώς βελτιωθεί. Εξ ου και ο Νομοθέτης στις 9.4.2021 με τον τροποποιητικό Ν.46
(1)/21 αύξησε την προβλεπόμενη ποινή για το Άρθρο 19Α
(2)σε 15ετή φυλάκιση ή €150.000 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Πρόκειται κατ΄ ουσίαν για διπλασιασμό της προνοούμενης φυλάκισης και επταπλασιασμό της χρηματικής ποινής, επιλογές οι οποίες καταδεικνύουν σαφώς την πρόθεση του Νομοθέτη για ουσιωδώς αυστηρότερη αντιμετώπιση προς αποτροπή του φαινομένου το οποίο και παρουσιάζει συνεχώς αυξητικές τάσεις. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:D89). Πέραν των ανωτέρω, ουδόλως παραγνωρίσαμε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Υποδεικνύουμε συναφώς ότι στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις, ώστε η ποινή να αρμόζει όχι μόνο στο αδίκημα αλλά και στο πρόσωπο του παραβάτη (βλ. Θεολόγου v Αστυνομίας, Π.Ε. 87/2014, ημερ. 30.10.14). Άλλωστε κατά το αξίωμα∙ ουδεμία ποινή είναι κατάλληλη πλην της αρμόζουσας (nil satis nisi optimum). Δεν διαλανθάνει όμως την προσοχή μας αυτό που πολλάκις έχει ειπωθεί, δηλαδή ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση των αναγκών που εξυπηρετεί η επιβολή ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου, Π.Ε.137/15, ημερ. 28.6.2016). Στην προκείμενη περίπτωση υπόψη μας λάβαμε το σύνολο των όσων ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου. Ειδικότερα, και χωρίς να ιεραρχούμε κάθε τι το οποίο αναφέρθηκε, σημειώνουμε το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, ότι πρόκειται για οικογενειάρχη πατέρα δύο τέκνων, ενήλικα σήμερα, εντούτοις η θυγατέρα του εξακολουθεί, ως φοιτήτρια, να είναι οικονομικά εξαρτώμενη του κατηγορούμενου, καθώς επίσης ότι ο ίδιος είναι ο οικονομικός φορέας της οικογένειας. Ιδιαίτερα σήμερα ένεκα σοβαρότατου προβλήματος υγείας της συζύγου που την έχει θέσει εκτός εργασίας και περιπλέον την οδήγησε σε άθλια ψυχολογική κατάσταση. Μάλιστα ένεκα τούτου ο κατηγορούμενος είναι εκείνος που τη στηρίζει, τόσο ψυχολογικά όσο και πρακτικά (βλ. Έγγραφο Γ σε σχέση με το πρόβλημα υγείας της συζύγου του κατηγορούμενου). Παράλληλα, αποτιμήσαμε και το γεγονός πως ο κατηγορούμενος έχει αναλάβει ρόλο φροντιστή της ηλικιωμένης μητέρας του, η οποία διαμένει πλησίον της οικίας του. Δεν παραγνωρίζουμε ακόμη και το δικό του πρόβλημα υγείας, εν προκειμένω το χρόνιο άσθμα που αντιμετωπίζει. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδώσαμε στην καταθλιπτική συμπτωματολογία του κατηγορούμενου που συνοδεύεται από ιδέες αναξιότητας, αυτομομφής, αδυναμίας συγκέντρωσης και αϋπνίας, ως προκύπτουν από σχετική γνωμάτευση ψυχιάτρου (βλ. Έγγραφο Β). Επ' αυτού σημειώνουμε ότι η ψυχική υγεία του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που προσμετράται (βλ. Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Π.Ε.137/17 ημερ. 26.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B197 και Τράντα v Αστυνομίας, Π.Ε. 8/16 ημερ.14.11.16), εντούτοις σταθμίζεται κατά τον τρόπο που υπεδείχθη στην υπόθεση Cristinel ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)2ΑΑΔ 742, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω∙ «Ειδικότερα για τα ψυχολογικά προβλήματα του εφεσείοντα το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «Ως προς τα ψυχολογικά προβλήματα του Κατηγορουμένου, τα οποία λαμβάνουμε υπόψη, λέμε τα ακόλουθα. Τα ιδιαίτερα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Όμως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (Attonrey-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93). Συμφωνούμε πλήρως με την προσέγγιση του Κακουργιοδικείου. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, 544 λέχθηκε ότι: «...Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.» Σε συσχετισμό με την ανωτέρω ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου, η οποία φανερώνει, φρονούμε και την έμπρακτη μεταμέλειά του, σε αυτή την έκφανση διά στόματος του ψυχιάτρου, υπόψη μας λάβαμε και την παραδοχή του κατηγορούμενου, που ως έχει ήδη ειπωθεί, τούτη διενεργήθηκε σε πρώιμο στάδιο των ανακρίσεων, δηλαδή μετά που συνελήφθη και καθ' ον χρόνο έδιδε κατάθεση στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου. Και αυτή η παραδοχή επαναλήφθηκε προ ολίγων ημερών και ενώπιον του Δικαστηρίου. Εδραιωμένη είναι βεβαίως η πάγια αρχή της νομολογίας πως η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή και αυτό συνιστά πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, προσθέτουμε και το αδιαμφισβήτητο στοιχείο που αναφέρθηκε, δηλαδή πως αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος και συγκεκριμένα μετά την ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενου στο οδόφραγμα, ο τελευταίος μετέβη εκ νέου στα κατεχόμενα, αυτή όμως τη φορά διά να επιστρέψει τον καρπό της άνομης πράξης του, ήτοι τα €1000 που του είχαν δοθεί ως αμοιβή. Κατά τον ίδιο τρόπο αποτιμούμε και την ακόλουθη συνεργασία του με την αστυνομία και δη την παροχή πληροφοριών προς εξάρθρωση του κυκλώματος διακίνησης. Είναι και αυτά στοιχεία που εμπράκτως αποδεικνύουν τη μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων και καλούν για επιεικέστερη μεταχείριση, όπως ακριβώς τονίζεται στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, αυτή τη φορά στη σελίδα 65, όπου αναφέρεται «Repentance after arrest, manifested in a positive manner, provides strong ground for mitigation.» Εντέλει, κατά τον δέοντα τρόπο σταθμίσαμε και τη θέση του κυρίου Κληρίδη περί άνισης μεταχείρισης του κατηγορούμενου σε σχέση με τους έξι αλλοδαπούς που τελικώς εντοπίστηκαν στο Πουρνάρα και εντούτοις από την πρώτη στιγμή, δηλαδή στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου, αλλά και στη συνέχεια στο Πουρνάρα ως αναφέρθηκε, δεν διώχθηκαν. Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως ότι σε σχέση με αυτούς το αδίκημα δεν θα ήτο το ίδιο με αυτό που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αλλά μικρότερης σοβαρότητας. Παρόλα ταύτα, η μη δίωξη των εν λόγω προσώπων είναι στοιχείο που συνεκτιμήσαμε στην επιμέτρηση της ποινής που ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Άλλωστε, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Yousor ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2024, ημερ. 25/02/2025: Όπως τονίστηκε στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141 η θεώρηση της άνισης μεταχείρισης των παραβατών από τις διωκτικές αρχές ως μετριαστικού παράγοντα δεν επιφέρει την εξίσωση αλλά μετριάζει τα αισθήματα αδικίας και συντηρεί το αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ του κοινού. Η δε Δικαιοσύνη «.μεριμνά, με τα μέσα που έχει στη διάθεση της, για τη διασφάλιση ισοπολιτείας, θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος και αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος του ανθρώπου». Παρά τα ανωτέρω, σκόπιμο κρίνουμε να υποδείξουμε πως περιοριζόμαστε μόνο στα έξι αυτά αλλοδαπά πρόσωπα και όχι στο σύνολο των προσώπων που ο ευπαίδευτος συνήγορος διάνθησε την εισήγησή του, ενσωματώνοντας δηλαδή στο επιχείρημά του το σύνολο των Τουρκοκυπρίων, καθώς και των Ελληνοκυπρίων, ή ακόμη αλλοδαπών, οι οποίοι ταξιδεύουν από το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου. Η έκρυθμη κατάσταση που δυστυχώς εξακολουθεί να υφίσταται συνεπεία της τουρκικής εισβολής και βεβαίως η αδυναμία της Πολιτείας να ελέγξει την είσοδο και διακίνηση στις κατεχόμενες περιοχές, δεν δικαιολογεί, κρίνουμε, αναγωγή της στρέβλωσης σε μετριαστικό παράγοντα. Περαιτέρω, άλλο ένα σοβαρό μετριαστικό στοιχείο που αποτιμήσαμε προς όφελος του κατηγορούμενου, είναι αυτό που υπεδείχθη από τον συνήγορό του, δηλαδή πως η καταδίκη του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα τελεί υπό διαθεσιμότητα εδώ και 2 ½ έτη, θα οδηγήσει νομοτελειακά στην απόλυσή του από την εργασία (βλ. Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 64/2023, ημερ. 22/06/2023). Και είναι τούτη η δεινή κατάσταση στην οποία θα περιέλθει, σε κάθε έκφανση της ζωής, εν προκειμένω τόσο οικονομική όσο και κοινωνική, στοιχείο που δεν αφήνει το Δικαστήριο αδιάφορο, εφόσον συνιστά είδος τιμωρίας και μάλιστα επάλληλης στην ποινή που ήθελε επιβληθεί. Αν και δεν μας αναφέρθηκε, προσμετρήσαμε ακόμη και την καθυστέρηση που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο (βλ. Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/2023, ημερ. 20/10/2023). Σημειώνουμε βεβαίως πως σε τούτο το πλαίσιο δεν παραγνωρίσαμε και τη συμβολή του ίδιου του κατηγορούμενου και με αυτό εννοούμε όχι βεβαίως τη μη παραδοχή του, εφόσον είναι αναφαίρετο δικαίωμα (βλ. Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2.Α.Α.Δ. 59), αλλά τα αιτήματα αναβολών που υπεβλήθησαν από την πλευρά της υπεράσπισης, κατά πως φαίνεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, και συνέβαλαν στο παρατεταμένο της εκκρεμοδικίας και βεβαίως στην αγωνία του κατηγορούμενου για το τι μέλλει γενέσθαι. Έχει πολλάκις ειπωθεί πως η ποινή που επιβλήθηκε σε προηγούμενες περιπτώσεις, δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο εν τη εννοία που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου και πρακτική μόνο έχει σημασία ως ενδεικτική του μέτρου της τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής (βλ. Αδάμου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 494). Η αξία αναφοράς και στάθμισης όλων των ανωτέρω σε ποινές που επιβλήθηκαν σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, εξυπηρετεί τη διασφάλιση της ομοιομορφίας στη μεταχείριση των αδικοπραγούντων, χωρίς εντούτοις να καθορίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο στατική διατίμηση. Εδώ δεν έχουμε παρά να παραπέμψουμε εκ νέου στην υπόθεση Khan ανωτέρω και τις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε πως εκεί ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 19Α
(2), για το οποίο αν και η ποινή φυλάκισης δεν διαφέρει, η ποινή προστίμου είναι υψηλότερη από αυτή του αδικήματος που εδώ απασχολεί. Σημειώνουμε περαιτέρω, ως στοιχείο διαφοροποιητικό, πως σε εκείνη την περίπτωση ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε δύο περιστατικά, υποβοήθησης, ενώ εδώ είναι ένα μόνο, εντούτοις τα δύο περιστατικά αφορούσαν πέντε συνολικά αλλοδαπούς, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ήταν έξι αλλοδαπά πρόσωπα. Περιπλέον, η αμοιβή που εκεί έλαβε ο κατηγορούμενος συμποσούταν σε €900, ενώ στην προκείμενη περίπτωση ανέρχετο σε €1000, τα οποία εντέλει επέστρεψε. Δεν παραγνωρίζουμε επίσης τις διαφορετικές προσωπικές περιστάσεις και παρατηρούμε πως πλην του νεαρού της ηλικίας του εφεσείοντος στην υπόθεση Khan, ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου υπερτερεί σε μετριαστικούς παράγοντες. Η ποινή που πρωτοδίκως επιβλήθηκε στην υπόθεση Khan ανωτέρω, ήταν 18 μήνες φυλάκιση και αυξήθηκε από το Εφετείο σε τρία έτη. Σταθμιζόμενα όλα τα ανωτέρω κατά τον δέοντα τρόπο δεν αναιρούν την επίμονη έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτού του είδους. Οι δε επιπτώσεις που προκαλούνται στη μικρή κοινωνία της χώρας μας από την αυξητική κάθοδο χιλιάδων παράνομων αλλοδαπών, είναι δραστικές και προκαλούν αλλοίωση στον κοινωνικό ιστό και περιπλέον, έχουν οικονομικό αντίκτυπο τόσο στην κοινωνία των πολιτών όσο και στην ίδια την πολιτεία. Εντέλει η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου πόνου αριθμού αλλοδαπών που επιχειρούν να ξεφύγουν από τις άθλιες συνθήκες της χώρας στην οποία διαβιούν, δεν είναι αποδεκτή και δεν νοείται να τυγχάνει εκμετάλλευσης κατά τον αυτόν τρόπο με απώτερο σκοπό το κέρδος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαστε της γνώμης πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης ως ακολούθως: 1η Κατηγορία: 2 έτη 5η Κατηγορία: 18 μήνες Οι ποινές να συντρέχουν. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου μας κάλεσε όπως σε τυχόν περίπτωση επιβολής ποινής φυλακίσεως, εξετάσουμε την αναστολή εκτελέσεως τούτης δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου, Ν.95/1972. Κατά την εν λόγω διεργασία αποτιμήσαμε εκ νέου το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέραμε και δη τους μετριαστικούς παράγοντες που πιστώθηκαν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και για χάριν οικονομίας δεν επαναλαμβάνουμε. Πρόσθετο στοιχείο που σημειώνουμε είναι και τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως ένεκα του γεγονότος ότι ο αδελφός του κατηγορούμενου είναι επίσης αστυνομικός και δη υψηλόβαθμο στέλεχος της αντιτρομοκρατικής, οδήγησε μεγάλο αριθμό κακοποιών στη φυλακή και συνεπεία τούτου «εκεί στις φυλακές, θα τον επισημάνουν και θα υπάρχει θέμα», όπως το έθεσε ο συνήγορος. Με κάθε σεβασμό αλλά αυτό το επιχείρημα αδυνατούμε να το δεχθούμε, καθώς και να το υιοθετήσουμε για τον σκοπό που τέθηκε. Εξ αντικειμένου στις φυλακές συσσωρεύεται αριθμός επικίνδυνων προσώπων, ενίοτε εχθρικά μεταξύ αλλήλων. Υποχρέωση της αρχής των φυλακών είναι η ευταξία και βεβαίως η διαφύλαξη της σωματικής ακεραιότητας όλων των καταδίκων, με σεβασμό πάντα στα ανθρώπινα δικαιώματα. Και δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία πως αυτό το έργο η διεύθυνση των φυλακών θα το φέρει εις πέρας. Έχοντας επανεξετάσει το σύνολο των όσων αναφέρθηκαν καθοδήγηση αντλούμε από τα λεχθέντα στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 9/2024, ημερ. 19/07/2024, όπου υποδείχθηκε ότι: Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην εν λόγω προσέγγιση η οποία συνάδει με τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Ως προς το ζήτημα αναστολής της ποινής, παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν. 95/72), (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 186(Ι)/2003), η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου - (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». (Έμφαση δοθείσα) (βλ. και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 121/17, ημερ. 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, Ποιν. Έφ. 65/2017, ημερ. 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Έφ. 230/19, ημερ. 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω)). Κατ΄εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε βαρύνουσα σημασία στην αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε η Εφεσείουσα, περιλαμβανομένων των ποινικών υποθέσεων οι οποίες λήφθηκαν υπόψη. Είναι πρόδηλο ότι η ανάγκη για αυστηρή ποινολογική αντιμετώπιση του συνόλου της εγκληματικής συμπεριφοράς της Εφεσείουσας δεν δικαιολογούσε αναστολή της ποινής φυλάκισης, παρά τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις. Συμφωνούμε με την επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εν προκειμένω η αναστολή της ποινής «θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία και τους επίδοξους παραβάτες». Υιοθετούμε κάθε τι που ανωτέρω αναφέρθηκε και θέτουμε ακριβώς το ερώτημα: Κατά πόσο η τυχόν αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα προς την κοινωνία και τυχόν επίδοξους παραβάτες. Αποτιμώντας το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέραμε, και επαναλαμβάνουμε παρά τον πλεονασμό, εν προκειμένω το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που ανωτέρω αναφέρονται, πως η απάντησή μας στο ερώτημα παραμένει καταφατική. Υπό τις περιστάσεις η εδώ σοβαρότητα των αδικημάτων σε συσχετισμό με την επίμονη έξαρση στη διάπραξη τούτων, δεν υποχωρεί μπροστά στις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες συνθήκες του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται άλλη αντιμετώπιση πλην της άμεσης ποινής φυλακίσεως. Όπως υποδείχθηκε στην Ates πιο πάνω, με παραπομπή στην Μπενάκης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2016, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B109 «Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Αυτή είναι η άποψή μας και για την υπό κρίση περίπτωση. Ως εκ τούτου, καταλήγουμε πως η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε, δεν αρμόζει στην εν λόγω περίπτωση. (Υπ.)........................................ Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ (Υπ.)........................................ Κ. Μ. Πασιαρδής, πρ. Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.