Δημοκρατία ν. Α.Τ., Αρ. Υπόθεσης: 376/24, 31/7/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Λ. Α. Παντελή, Π.Ε.Δ Μ. Θεοκλήτου, Α.Ε.Δ Κ. Μ. Πασιαρδής, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 376/24 Μεταξύ: Δημοκρατία v. Α.Τ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31η Ιουλίου 2025 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Φωτιάδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χρίστου με κ. Ν. Ζένιου και κ. Μ. Καζάκο Κατηγορούμενος παρών (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου και υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της απόφασης. Το πρωτότυπο της απόφασης που περιλαμβάνει τα ονόματα ή άλλα στοιχεία θα παραμείνει στον φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη). ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο ενώπιον του Δικαστηρίου αρχικά έφερε έξι κατηγορίες. Εντούτοις, την 25/02/2025 και προτού κληθεί στο εδώλιο ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής διέκοψε την 6η κατηγορία και ως τούτου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε. Κατ' επέκταση, ούτε και την παρούσα απασχολεί. Περιπλέον, κατά τον ίδιο χρόνο η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα τροποποίησης των εναπομεινασών κατηγοριών, στο οποίο η υπεράσπιση δεν είχε ένσταση και το Δικαστήριο ενέκρινε. Απλή και μόνο ανάγνωση του κατηγορητηρίου, ως έχει μετά την τελευταία τροποποίηση, αποκαλύπτει ότι οι εκεί αναφερόμενες κατηγορίες έχουν κοινό νομικό υπόβαθρο. Εν προκειμένω κάθε μία εξ αυτών εδράζεται στο αδίκημα της: «Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(4)(α), 14 και 34 του Περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014». Εκεί όπου παρατηρείται διαφοροποίηση είναι στις λεπτομέρειες κάθε κατηγορίας. Ένεκα της σημασίας που αυτές προσλαμβάνουν για την πάρα πέρα πορεία της υπόθεσης, δέον κρίνεται οι λεπτομέρειες εκάστης κατηγορίας, ως έχουν διαμορφωθεί μετά την τροποποίηση ημερομηνίας 25/02/2025, να παρατεθούν αυτούσιες. Αναφέρονται εκεί τα ακόλουθα: ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 4.7.2014 και της 31.12.2016 συμπεριλαμβανομένων στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τη θυγατέρα του, Κ.Π., ημερ. γέννησης 5/1/2008, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω της, δηλαδή ενώ βρισκόντουσαν στο ίδιο αυτοκίνητο, την έβαλε να καθίσει πάνω στα πόδια του ενώ οδηγούσε και έβαλε το χέρι του πάνω στο εσώρουχό της και την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2020 στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τη θυγατέρα του, Κ.Π, ημερ. γέννησης 5/1/2008, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω της, δηλαδή ενώ βρισκόντουσαν σε οικία που διέμεναν στην περιοχή Σταυρού της έβγαλε το παντελόνι που φορούσε και το εσώρουχό της και την έγλειψε στα γεννητικά της όργανα. ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2020 στον Λυθροδόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τη θυγατέρα του, Κ.Π, ημερ. γέννησης 5/1/2008, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω της, δηλαδή της είπε να βγάλει τα ρούχα της και αφού το έκανε και έμεινε γυμνή από τη μέση και κάτω, της ζήτησε να κάτσει πάνω στο πρόσωπό του και την έγλειψε στα γεννητικά της όργανα. ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2020 στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τη θυγατέρα του, Κ.Π, ημερ. γέννησης 5/1/2008, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω της, δηλαδή ενώ βρισκόντουσαν στο σπίτι της θείας της στην περιοχή Σταυρού, ξάπλωσε δίπλα της στο κρεβάτι που κοιμόταν, έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχό της και άγγιξε στα γεννητικά της όργανα. ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Ο Κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2019 και 2020 στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, σε διαφορετική περίπτωση από αυτήν που περιγράφεται στην Κατηγορία 2, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τη θυγατέρα του, Κ.Π, ημερ. γέννησης 5/1/2008, καταχρώμενος της θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε επάνω της, δηλαδή ενώ βρισκόντουσαν σε οικία που διέμεναν στην περιοχή Σταυρού, της είπε να βγάλει το από κάτω μέρος του μπικίνι και αφού της είπε να ξαπλώσει στο κρεβάτι την έγλειψε στα γεννητικά της όργανα. Προς απόδειξη της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο επτά μάρτυρες. Πρόκειται για δύο αστυφύλακες Αστ. 1714 (Μ.Κ.1) και Α/Αστ. 3662, (Μ.Κ.2), την παραπονούμενη, Κ.Π. (Μ.Κ.5) και τη μητέρα της, Μ.Π (Μ.Κ.6), καθώς και δύο ψυχολόγους Ψ.Π (Μ.Κ.4) και Χ.Π. (Μ.Κ.7) και μια παιδοψυχίατρο Θ.Π (Μ.Κ.3). Αφότου ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και ακολούθως κάλεσε τρεις μάρτυρες. Ως πρώτη μάρτυρας κλήθηκε η αδελφή του Α.Α (Μ.Υ.1) και ακολούθησε η αδελφότεκνή του από άλλη αδελφή και όχι τη Μ.Υ.1, Α.Β (Μ.Υ.2) και τελευταίος ο ψυχίατρος Δ.Α. (Μ.Υ.3). Περιπλέον, διενεργήθηκαν δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων, οι οποίες έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων ακολουθούν, πιο κάτω και όπου κρίνεται αναγκαίο, παρατίθενται οι δηλώσεις αυτές. Βασικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή είναι η Μ.Κ.5 (παραπονούμενη), η οποία στις λεπτομέρειες των αδικημάτων εμφαίνεται ως το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμόν υπέστη τα όσα εκεί αναγράφονται. Την 25/02/2025, εν τω μέσω της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1, δηλαδή του χειριστή της συσκευής που λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη παραπονουμένη, ο συνήγορος υπεράσπισης προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «κ. Χρίστου: Αν μπορώ να βοηθήσω, δεν υπάρχει η οποιαδήποτε ένσταση ως προς τον τρόπο που λήφθηκε η κατάθεση. Η λήψη άδειας από τη γονέα και κηδεμόνα της ανήλικης και ως προς τον τρόπο που λήφθηκε η κατάθεση, ως επίσης και στην οποιαδήποτε αλυσίδα διακίνησης των οιωνδήποτε τεκμηρίων. Το θέτω από τώρα ως παραδεκτό γεγονός για να βοηθήσω». Ακολούθως κατατέθηκαν ως τεκμήρια η Δήλωση Ανακριτή προς Συνοδό Πριν την Οπτικογράφηση, τόσο στην ελληνική όσο και στη ρουμάνικη γλώσσα (τεκμήρια 2Α και 2Β αντίστοιχα) και τα τεκμήρια 3Α και 3Β, δηλαδή Γραπτή Συγκατάθεση Συνοδού/Κηδεμόνα Θύματος/Μάρτυρα στην ελληνική και ρουμάνικη γλώσσα. Κατά τον εν λόγω χρόνο συνοδός της ανήλικης παραπονούμενης (Μ.Κ.5) ήταν η μητέρα της, δηλαδή η Μ.Κ.
- Εντέλει, τα μέρη προέβησαν και σε πρόσθετο παραδεκτό γεγονός ως εξής: κ. Χρίστου: Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 24/02/2024 κατατίθεται εκ συμφώνου ως η ανακριτική που του λήφθηκε. Η κατάθεση αυτή λήφθηκε στην παρουσία του δικηγόρου του, Ανδρέα Χρίστου και αφού ο κατηγορούμενος έτυχε ενημέρωσης για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα δικαιώματά του στην παρουσία της διερμηνέως, κυρίας Δ.Ε, Μ.Κ.8 επί του κατηγορητηρίου. Η διαδικασία λήψης της οπτικοακουστικής κατάθεσης της παραπονούμενης έγινε στην παρουσία της Ι.Ε, κοινωνικής λειτουργού, Μ.Κ.3 επί του κατηγορητηρίου, στο δίπλα δωμάτιο, η οποία συνυπέγραψε τους τρεις ψηφιακούς δίσκους που ετοιμάστηκαν μαζί με τον αστυφύλακα 1714 και την αρχιαστυφύλακα
- Όλες οι μεταφράσεις που έγιναν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση είναι πιστές μεταφράσεις, έγιναν από άτομα που κατείχαν πολύ καλά τις σχετικές με τις μεταφράσεις γλώσσες και έγιναν σωστά και νομότυπα και χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτές από τον εκάστοτε μεταφραστή. Πριν την λήψη της κατάθεσης του κατηγορουμένου στις 24/02/2024, ο κατηγορούμενος προέβη σε έγγραφη δήλωση προ της λήψεως της κατάθεσης, η οποία κατατίθεται εκ συμφώνου». Εκ των ανωτέρω αναφερομένων η κατάθεση του κατηγορούμενου στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκε ως τεκμήριο 7 και η έγγραφη δήλωση που έδωσε προ της λήψεως της κατάθεσης, κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια, η πλευρά της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε αίτημα δυνάμει του άρθρου 9 του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου, Ν.95(Ι)/2001, ώστε η οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε η Μ.Κ.5, να θεωρηθεί ως μέρος της κυρίως εξέτασης τούτης και η ίδια να κριθεί ως μάρτυρας που χρήζει βοήθειας. Σε τούτο το αίτημα ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι: «κ. Χρίστου: Υπό το πρίσμα της ανηλικότητας της παραπονούμενης και έχοντας κατά νου τα όσα η νομοθεσία επιτάσσει, αλλά και η νομολογία κυρώνει, δεν υπάρχει ένσταση από πλευράς υπεράσπισης». Βάσει των ανωτέρω δηλώσεων, εν προκειμένω το παραδεκτό γεγονός ότι τηρήθηκαν οι κανόνες λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης (άρθρο 10 του Ν.95(Ι)/2001) και περιπλέον, ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση, η οποία είχε απομαγνητοφωνηθεί (η οπτικογραφημένη κατάθεση είναι το τεκμήριο 4 και προβλήθηκε στο Δικαστήριο, ενώ το απομαγνητοφωνημένο κείμενο είναι το τεκμήριο 5), αφορούσε τη μαρτυρία της παραπονούμενης στη διαδικασία, η οποία επροκείτο να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξεταστεί, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής να θεωρηθεί η οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, εγκρίθηκε. Ωσαύτως, με δεδομένη τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση και με το άλλο σκέλος του αιτήματος, η παραπονουμένη-Μ.Κ.5 κρίθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοήθειας. Όλα τα ανωτέρω, απόρροια των δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι συνήγοροι και οι οποίες εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα, διαγράφουν την πορεία που ακολουθήθηκε και ως διαπιστώσεις πλέον του Δικαστηρίου καθορίζουν επ' αυτού την εξέλιξη της διαδικασίας. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αστ. 1714 (Μ.Κ.1) εμπεριέχεται στα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα. Ό, τι προστίθεται είναι η αναφορά του πως την 05/04/2023 και αφότου προέβη στις ενέργειες που προκύπτουν από τα τεκμήρια 2Α, 2Β, 3Α και 3Β, μεταξύ των ωρών 15:35 και 16:53, χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης της κατάθεσης που λήφθηκε από την παραπονούμενη την ίδια ημέρα και χρόνο, από την α/αστ. 3661 στο Σπίτι του Παιδιού. Εξήγησε τις ενέργειές του αναφορικά με τη λήψη και τελικώς απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης και ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο το μηχάνημα καταγραφής των ψηφιακών δίσκων ήταν μία ώρα μπροστά λόγω της αλλαγής της ώρας και πως η ακριβής ώρα που διήρκησε η κατάθεση ήταν μεταξύ των ωρών 15:35 και 16:53, ως αναφέρεται στο ίδιο το κείμενο απομαγνητοφώνησης, το οποίο παρουσίασε (τεκμήριο 5). Ακολούθως ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που συνέλαβε τον κατηγορούμενο και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το ένταλμα σύλληψης, δηλαδή το τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετέβη στην Ελλάδα και ακολούθως στη Ρουμανία από όπου παρέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στη συνέχεια μέσω Ελλάδος επέστρεψε στην Κύπρο. Εξ όσων γνωρίζει, ο κατηγορούμενος δεν είχε ένσταση στη μεταφορά του στην Κύπρο και περαιτέρω, δεν του δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη μεταφορά. Δεύτερος μάρτυρας ήταν η α/αστ. 3661 (Μ.Κ.2). Ανέφερε ότι στις 23/03/2023 ανέλαβε τη διερεύνηση αναφοράς που λήφθηκε σχετικά με σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης και την 05/04/2023, μεταξύ των ωρών 15:35 και 16:53 έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεσή της στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων στο Σπίτι του Παιδιού. Επανέλαβε και η ίδια τις ενέργειες του αστ. 1714 στην έκταση που την αφορούν. Την 24/04/2024, μεταξύ των ωρών 10:35 και 13:52, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του, Ανδρέα Χρίστου και του αστ.
- Στον κατηγορούμενο προηγήθηκε η παράδοση των εγγράφων για τα δικαιώματά του και η πληροφόρηση για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και όλα αυτά παρουσία και με βοήθεια διερμηνέως. Ο λόγος που μεσολάβησαν τρεις μήνες από την καταγγελία μέχρι την έκδοση εντάλματος συλλήψεως, οφείλεται στη συλλογή του μαρτυρικού υλικού και ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου και πρόσθεσε πως ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί πριν την έκδοση του ημεδαπού εντάλματος συλλήψεως, αλλά και μετά και του ζητήθηκε επανειλημμένα να προσέλθει στην Κύπρο για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της υπόθεσης και να ανακριθεί. Για τις εν λόγω ενέργειες προσκόμισε στο Δικαστήριο σχετικό ημερολόγιο ενεργείας που κατάρτισε (τεκμήριο 10), όπου αναφέρεται πως σε δύο περιπτώσεις, 10/07/2023 και 28/07/2023, είχε η ίδια τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, στην οποία του ζήτησε να προσέλθει στον κλάδο διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων για λήψη κατάθεσης. Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι κατά τον εν λόγω χρόνο βρισκόταν στη Μολδαβία για εργασίες ανακαίνισης της πατρικής του οικίας και ότι δεν είχε χρήματα για να αγοράσει το εισιτήριο, αλλά μόλις μαζέψει κάποια θα μεταβεί στην Κύπρο. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.2 το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδόθηκε την 05/12/2023 και με τον κατηγορούμενο επικοινώνησε τόσο πριν έκδοση του εντάλματος συλλήψεως, όσο και μετά, καθώς μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Ο λόγος που έλαβε καταθέσεις από ψυχολόγους και ψυχιάτρους οφείλεται στο ότι γνώριζε από τη μητέρα πως η παραπονούμενη είχε κάποιες προηγούμενες θεραπείες λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε και ότι παρακολουθείτο από συγκεκριμένα άτομα. Μίλησε επανειλημμένα με μία ψυχίατρο (ερωτήθηκε και κατονόμασε τούτη), η οποία συνταγογραφεί φάρμακα στην παραπονούμενη, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να συνεργαστεί με την αστυνομία για λήψη κατάθεσης και παρότι της είχε σταλεί και επιστολή, δεν ανταποκρίθηκε και ήταν αρνητική να συνεργαστεί. Στην αντεξέταση ερωτήθηκε για το κατά πόσο μίλησε με τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς και τι ακριβώς ειπώθηκε. Επίσης, ερωτήθηκε για τις νοσηλείες της παραπονούμενης στο Τ.Ε.Ν.Ε. και κατά πόσο προβληματίστηκε για τα ζητήματα της ψυχικής της υγείας, προτού λάβει την οπτικογραφημένη κατάθεση. Η παραπονούμενη είναι η Μ.Κ.5 στη διαδικασία. Παρεμβάλλουμε εν προκειμένω το εξής σχετικό· αφότου κρίθηκε ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας και η οπτικογραφημένη κατάθεση που έδωσε θεωρήθηκε μέρος της κυρίως εξέτασής της, προς τούτο σχετικές είναι οι δηλώσεις των συνηγόρων που έχουν ήδη παρατεθεί, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα αναφορικά με τον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα, ζήτησε να διενεργηθεί μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης καθ' ον χρόνο η ίδια θα βρίσκεται στο Σπίτι του Παιδιού. Παρά την ένσταση της υπεράσπισης, την 07/03/2025 εκδώσαμε ενδιάμεση απόφαση και για τους λόγους που εκεί παραθέσαμε, κρίναμε το αίτημα δικαιολογημένο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της Μ.Κ.5 λήφθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η οπτικογραφημένη κατάθεση της Μ.Κ.5 είναι το τεκμήριο 4, ενώ το απομαγνητοφωνημένο κείμενο τούτης είναι το τεκμήριο
- Διευκρινιστικές ερωτήσεις, αφορώσες ως επί το πλείστον τα ισχυριζόμενα περιστατικά και δη τον τόπο και χρόνο που έλαβαν χώρα, τέθηκαν και από την κατηγορούσα αρχή. Η απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της παραπονούμενης εκτείνεται σε 20 σελίδες. Σε τούτο το στάδιο δεν είναι πρόθεση να παρατεθεί το σύνολο των όσων εκεί αναγράφονται, εφόσον πιο κάτω και δη στο πλαίσιο αξιολόγησης, διερευνώνται εν εκτάσει και αντιπαραβάλλονται με κάθε άλλη πτυχή του μαρτυρικού υλικού. Για την ώρα περιοριζόμαστε στα ισχυριζόμενα περιστατικά, όπως διευκρινίστηκαν καθ' ον χρόνο κατέθετε ενόρκως. Ήταν η θέση της παραπονούμενης πως κατά τον χρόνο που πήγαινε δημοτικό και δη στην πρώτη με τρίτη τάξη, διέμενε με την οικογένειά της στον Λυθροδόντα. Ενόσω πήγαινε πρώτη ή δευτέρα δημοτικού ένα καλοκαίρι, θυμάται πως ήταν καλοκαίρι εφόσον δεν φορούσαν ζεστά ρούχα και ο πατέρας της ήταν χωρίς μπλούζα, ενόσω βρίσκονταν στο αυτοκίνητο και καθόταν στη θέση του συνοδηγού, ζήτησε από τον πατέρα της να οδηγήσει το τιμόνι. Κάθισε πάνω του και οδηγούσε και τότε ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του «τζιαμέ κάτω τζιαι πάλε άγγιξεν με, αλλά νομίζω εν το έβαλε κάτω που το βρακί μου τούντην φορά». Ήταν βράδυ και επέστρεφαν, νομίζει, από το σουπερμάρκετ και θυμάται να τον ρωτά «εν θα μας δει κάποιος» και της απάντησε ότι είναι βράδυ και δεν μπορεί να τους δει κανείς και θυμάται επίσης, ότι κατά τον ίδιο χρόνο περνούσε άλλο όχημα από δίπλα τους και ο πατέρας της τη ρώτησε «είδες κάποιο μέσα ας πούμε, άτομο» και σε αρνητική απάντησή της, της είπε «τότε ούτε τζείνοι σε είδαν». Το επόμενο περιστατικό, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.5, έγινε στο σπίτι της θείας της, δηλαδή της Μ.Υ.
- Παρότι στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της ανέφερε πως ήταν 11 με 12 ετών, ενόρκως υποστήριξε ότι έκανε λάθος και πρέπει να ήταν πιο μικρή. Τότε η ίδια έμενε σε άλλο σπίτι απέναντι από εκείνο της θείας της. Στο σπίτι αυτό έμενε ενόσω πήγαινε στην τέταρτη μέχρι και έκτη τάξη δημοτικού. Ήταν γιορτές όταν έγινε το περιστατικό αυτό επειδή η γιαγιά της από την Ελλάδα ερχόταν στην Κύπρο τα Χριστούγεννα. Είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι της θείας της μαζί με τη μάμα της και τη γιαγιά της ή μαζί με τη θεία της. Ο πατέρας της ήταν έξω στον καναπέ, νομίζει, ή απλά άργησε να έρθει, επειδή πολλές φορές βγαίνει έξω με τους φίλους του και κοιμήθηκε στον καναπέ όταν ήρθε. Όπως ανέφερε «όταν εξύπνησα το σιέρι του ήταν κάτω που το βρακί μου τζιαι άτζιηζε με τζιαμέ τζιαι εγώ εξύπνησεν με ή τούτο ή απλά επειδή απλά άκουα τα πουλιά τζιαι έτσι. Τζιαι είσιε τζιαι αυτοκίνητα». Έκανε ότι ξύπνησε, τεντώθηκε και τότε εκείνος γρήγορα έφυγε το χέρι του και όταν η ίδια γύρισε από την άλλη, έφυγε. Κατά τον ίδιο χρόνο στο σπίτι ήταν και τα δύο παιδιά της θείας της και όταν σηκώθηκε είδε πως ακόμα κοιμόντουσαν ενώ ο πατέρας της ήταν στην κουζίνα. Τούτο το περιστατικό έγινε τα Χριστούγεννα και μπορεί οι άλλοι να πήγαν για ψώνια, να πάρουν κάτι γιορτινό ή κάτι για να στολίσουν. Δεν ήταν σπίτι. Δεν θυμάται ποιο ήταν χρονικά το επόμενο περιστατικό, αλλά όλα ήταν γύρω στην ίδια περίοδο επειδή ήταν καλοκαίρι. Εκείνο που ανέφερε ως τρίτο περιστατικό, το τοποθέτησε στο σπίτι τους στη Σταυρού κατά τον χρόνο που μαζί τους διέμενε και η θεία της η Μ.Υ.1 με τα δύο παιδιά της, δηλαδή τα ξαδέλφια της Ι.Σ. και Λ.Σ. Πήγαινε πέμπτη με έκτη τάξη δημοτικού, τότε στην περιοχή Σταυρού. Ήταν ηλιόλουστος ο καιρός και δεν φορούσαν ρούχα. Ήταν και οι δύο τους, παραπονούμενη και κατηγορούμενος, στο δωμάτιο των γονιών της, ή έβλεπε τηλεόραση ή έπαιζε στο κινητό της και ο πατέρας της ήταν δίπλα στη θέση του και εκείνος στο κινητό του. Δεν θυμάται πώς άρχισε, νομίζει της είπε κάτι σαν φλερτάρισμα, είναι σχεδόν σίγουρη ότι της αφαίρεσε το παντελόνι και το εσώρουχο που φορούσε και «έκαμνε μου τούντο πράμα», εξηγώντας ενόρκως ότι «την έγλειψε στο γεννητικό όργανο». Της έλεγε ψιθυριστά ποια στάση να πάρει, την έβλεπε και της έλεγε ακόμα λίγο και επίσης την ρωτούσε αν της αρέσει. Κατά τον ίδιο χρόνο στο σπίτι βρισκόταν ο ξάδελφός της Ι.Σ (γιος της Μ.Υ.1) «αλλά τζιείνος εν εις το λάπτοπ συνέχεια, εν ασχολείτουν ας πούμε, μόνο ήταν κολλημένος στο λάπτοπ». Το περιστατικό αυτό κράτησε 10 με 15 λεπτά. Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι την πρώτη φορά που την «έγλειψε» της είπε να μην το πει σε κανέναν και ότι είναι το μυστικό τους. Το επόμενο περιστατικό, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, το πιο πιθανόν είναι να ήταν μόνοι τους στο σπίτι. Πρέπει να ήταν πριν να πάει έκτη δημοτικού και ήταν πριν την πισίνα. Θυμάται να της λέει «έλα να κάνουμε κάτι πριν πάμε, έλα λλίο, έλα λλίο, μετά πάμε ας πούμε». Επειδή ήθελε να πηγαίνει πισίνες, πήγαινε κάθε λίγο και του έλεγε «πάμε, πάμε». Ήταν με το μαγιό, της ζήτησε να βγάλει το κάτω μέρος και να ξαπλώσει και άρχισε να τη γλείφει . Και αυτό κράτησε για 10 με 15 λεπτά και σταμάτησε όταν, όπως ανέφερε, «εγώ καθόμουν στη φάτσα του τζιαι που μόνη μου βγήκα που πάνω του». Ήθελε να τελειώσει για να πάει πισίνα. Μετά πήγαν πισίνα. Το τελευταίο συμβάν συνέβη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, καθ' ον χρόνο διέμενε στη Σταυρού και μαζί τους έμενε και η θεία της η Μ.Υ.1 με τα ξαδέλφια της. Λογικά ήταν 11 χρονών. Ήταν περίπου τον ίδιο καιρό που έγιναν και τα άλλα περιστατικά. Δεν θυμάται εάν είχαν χωρίσει ή απλώς τσακώθηκαν οι γονείς της, πήγε να μείνει στο σπίτι του πατέρα της στον Λυθροδόντα, που ήταν εκεί στο παλιό σπίτι που έμεναν και τότε έμενε εκεί. Το βράδυ της είπε να βγάλει τα ρούχα της και να καθίσει πάνω του και πάλι ήταν το ίδιο, της έλεγε να πάρει διάφορες στάσεις και σε κάποιο στάδιο που έφυγε από πάνω του της είπε «σειρά σου» και ήταν έτοιμος να βγάλει εκείνο που φορούσε. Του είπε όχι και πήγε τουαλέτα να σκουπιστεί και το βράδυ κοιμήθηκαν, αλλά η ίδια δεν μπορούσε γιατί «τα σεντόνια εν τα έβαλε καν καλά, το κρεβάτι ήταν.ένιωθα, ένιωθα περίεργα». Πέραν των επίδικων περιστατικών, στην οπτικογραφημένη κατάθεση η παραπονούμενη μίλησε και για άλλα ζητήματα. Ανέφερε πού διέμενε από τότε που ήρθε στην Κύπρο, αρχικά στον Λυθροδόντα (πρώτα σε τροχόσπιτο, στη συνέχεια σε κάτω σπίτι, μετά σε διώροφο και ξανά σε κάτω σπίτι), στη συνέχεια στη Σταυρού και τελικώς στα Λατσιά. Περιέγραψε τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο προτού ο εν λόγω φύγει από την Κύπρο και υποστήριξε ότι ποτέ δεν της έδειξε αγάπη και δεν της είπε σ' αγαπώ, πλην όταν ήταν μεθυσμένος, απατούσε τη μητέρα της και τη θυμάται να της λέει ότι την έδερνε (τη Μ.Κ.6), χρειάζονταν πράγματα και εκείνος αγόραζε ποτό, ότι της έκλεψε χρήματα και ότι πούλησε το αυτοκίνητο που αγόρασε με δικά της χρήματα. Δεν την άφησε να φύγει για Ιταλία, όπου ήταν η οικογένεια της μητέρας της και θα πήγαιναν μόνιμα και εντέλει, λίγες μέρες μετά, έφυγε ο ίδιος και πήγε Ιταλία. Τη μέρα που έφυγε της έστειλε στο Viber καρδούλες «τζιαι αγαπώ σε τζιαι έτσι», γενικά δεν είχαν επικοινωνία, παρότι στα γενέθλια της έστειλε «χρόνια πολλά» όταν είδε πως κατέβασε το Viber ξανά. Όπως της είπε η μητέρα της, στα τέσσερα χρόνια, μόνο τέσσερεις φορές έστειλε €
- Ανέφερε ακόμα ότι παρακολουθείται από ψυχολόγο εδώ και δύο έτη. Επίσης, αναφερόμενη σε ένα εκ των επίδικων περιστατικών, όπως ανέφερε, «το βράδυ που έμεινα σπίτι του», συνέχισε λέγοντας ότι την επόμενη μέρα της ζήτησε να βγάλει το βρακί της και την έβγαλε φωτογραφία. Πρόσθεσε εντούτοις, «εν είμαι σίουρη εάν έγινε, αλλά κάτι θυμούμαι». Αργότερα, στην κατάθεσή της σχολίασε σχετικά «ήταν εφιάλτης, ήταν αληθινή ζωή, εν ηξέρω». Εντέλει αναφέρθηκε και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποκάλυψε τα ισχυριζόμενα περιστατικά. Πριν δύο βδομάδες μίλησε και άρχισε με έναν τσακωμό με τη μητέρα της. Όταν η τελευταία της είπε ότι θα τη στείλει στον πατέρα της τους τρεις μήνες του καλοκαιριού, για να δει πώς είναι να είσαι γονιός και την απείλησε με αυτό, άρχισε να κλαίει και της είπε «εν θέλω να πάω στον βιαστή». Η μητέρα της την ρώτησε τι εννοεί και άρχισε να τη ρωτά πράγματα και να κλαίει και μετά την πήρε αγκαλιά. Η μητέρα της τηλεφώνησε στον πατέρα της και δεν απάντησε, μετά στη γιαγιά της η οποία επίσης δεν απάντησε, ξανά στον πατέρα και πάλιν ανεπιτυχώς και εντέλει ξανά στη γιαγιά, η οποία τότε απάντησε. Η μητέρα της είπε στη γιαγιά «ξέρεις ότι ο γιος σου εν βιαστής» και άρχισαν να μιλούν. Η γιαγιά είπε ότι δεν πιστεύει και σε ερώτηση πού είναι ο κατηγορούμενος, η γιαγιά τους είπε ότι είναι στο μπαλκόνι και πήγε στο τηλέφωνο. Τότε η μητέρα της του είπε «ξέρεις τι μου είπε η Κ.Π»; Και άρχισε συζήτηση. Μετά άρχισε να μιλά η ίδια και να κλαίει και να βρίζει και να του λέει, «ξέρεις τι μου έκανες τζιείνο το βράδυ». Εκείνος της είπε «τι λαλείς Κ μου» και η ίδια του απάντησε «μεν με λαλείς Κ μου». Στην αντεξέταση υποδείχθηκαν στην Μ.Κ.5 αριθμός αναρτήσεων σε μέσα μαζικής επικοινωνίας, ήτοι φωτογραφίες και δηλώσεις που ανάρτησε, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αποδέχτηκε όπως της τέθηκαν από την υπεράσπιση (βλ. τεκμήρια 15‑21 και 26‑41). Επίσης, της υποδείχθηκαν και οι φωτογραφίες, τεκμήριο 22 και τα βίντεο του τεκμηρίου 23, τα οποία και πάλι αποδέχτηκε. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε για κάθε ένα εκ των ισχυριζόμενων περιστατικών και της υποβλήθηκε ότι ποτέ δεν έγιναν τα όσα ισχυρίζεται, υποβολή την οποία απέρριψε. Βασική θέση της υπεράσπισης είναι πως το μίσος και η πικρία της επειδή την εγκατέλειψε ο πατέρας της και έκανε άλλη οικογένεια, η αίσθηση ότι δεν την αγαπά, το μίσος που η μητέρα της της καλλιέργησε για τον κατηγορούμενο, η ανάγκη της για προσοχή, τα ψυχιατρικά της προβλήματα, το ότι συγχύζει τον εφιάλτη με την πραγματικότητα και ότι το μυαλό της πολλά μπορεί να δημιουργήσει, την οδήγησαν να πει αυτά τα ψέματα. Επίσης, είπε αυτά τα ψέματα για να εκδικηθεί τον πατέρα της, αλλά και για να αποφύγει το ταξίδι, ώστε να μείνει στην Κύπρο μαζί με το αγόρι της, τον Λ.Ε. Η παραπονούμενη απέρριψε το σύνολο των ανωτέρω και υποστήριξε πως τα όσα λέει είναι αλήθεια. Η Μ.Κ.6 είναι η μητέρα της παραπονούμενης και όπως ανέφερε, διαμένει με τη θυγατέρα της, η οποία γεννήθηκε την 05/01/
- Την 22/03/2023 και περί η ώρα 21:00 είχε συζήτηση με την παραπονούμενη (στην κατάθεση τεκμήριο 42, η θυγατέρα αναφέρεται ονομαστικά) και της είπε ότι το καλοκαίρι θα τη στείλει να μείνει με τον πατέρα της. Μόλις ανακοίνωσε στην παραπονούμενη ότι θα τη στείλει το καλοκαίρι να μείνει με τον πατέρα της, εκείνη άρχισε να φωνάζει «δεν πάω να μείνω σε εκείνον τον βιαστή». Ακούγοντας τούτο σοκαρίστηκε και τη ρώτησε τι εννοεί και τι της έκανε. Η παραπονούμενη της είπε ότι όταν πήγε να μείνει στο σπίτι που έμενε ο παπάς της στον Λυθροδόντα, όταν ήταν 11 με 12 ετών, την έγλειψε και μετά της είπε «τώρα είναι η σειρά σου». Δεν της ανέφερε σε ποιο σημείο του σώματος την έγλειψε και μετά από αυτό ήταν και οι δύο πολύ αναστατωμένες και έκλαιγαν μαζί. Πήρε τηλέφωνο τον πρώην σύζυγό της αλλά δεν της απάντησε. Αμέσως μετά πήρε τη μητέρα του με την οποία ζει και όταν τη ρώτησε για τον κατηγορούμενο, της απάντησε ότι δεν ήταν εκεί. Της είπε όσα η παραπονούμενη της ανέφερε, για να εισπράξει όμως την απάντηση ότι δεν την πιστεύει. Στη συνέχεια η μητέρα του κατηγορούμενου της είπε πως ο τελευταίος ήταν εκεί στο μπαλκόνι και η Μ.Κ.6 της ζήτησε να τον βάλει σε ανοικτή ακρόαση για να ακούσει όσα θα του πει η παραπονούμενη. Εκείνος είπε «ναι, αγάπη μου» και η παραπονούμενη του ζήτησε να μην την ξαναπεί αγάπη του και ότι κατέστρεψε τη ζωή της μητέρας της και τη δική της. Του είπε αν θυμάται που ήρθε και την έπιασε στον Λυθροδόντα και την πήρε και την έγλειψε και ότι εκείνη του είπε ότι αυτό ήταν κακό. Ο κατηγορούμενος τους είπε «μα τι θέλετε τώρα επελλάνετε και οι δύο θέλετε λεφτά»; Η Μ.Κ.6 του απάντησε ότι ποτέ δεν του ζήτησαν λεφτά ούτε τις βοήθησε ποτέ με λεφτά και πως αυτό δεν θα το αφήσει έτσι και θα το πληρώσει. Την επομένη 23/03/2023 και περί η ώρα 16:30, πήγε στην αστυνομία Στροβόλου και έκανε αναφορά για σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης. Μερικές μέρες αργότερα και ενώ ήταν στο σπίτι με την παραπονούμενη, η τελευταία της είπε ότι θυμήθηκε πως όταν ήταν 11 με 12 χρονών και πήγε να μείνει στο σπίτι της θείας της, της Μ.Υ.1, αδελφής του κατηγορούμενου, στη Λεωφόρο Σταυρού, όταν ξύπνησε ένιωσε το χέρι του πατέρα της «που κάτω» χωρίς να της εξηγήσει σε ποιο ακριβώς σημείο, ούτε και πότε ακριβώς έγινε αυτό. Πρόσθεσε ότι στην ηλικία των 11 με 12 χρονών η παραπονούμενη ξεκίνησε να μην θέλει τον πατέρα της και της έλεγε να τον χωρίσει. Το έτος 2021 η παραπονούμενη ξεκίνησε να μένει κλεισμένη στον εαυτό της, να μη θέλει να βγει έξω και κλεινόταν στο δωμάτιο με κλειστά τα παράθυρα. Άρχισε να της λέει ότι θέλει να κάνει κακό στον εαυτό της και ότι άκουγε φωνές που της έλεγαν να πάρει το μαχαίρι και να κάνει κακό στον εαυτό της. Η παραπονούμενη ζήτησε εκείνο το διάστημα να δει ψυχολόγο. Παρακολουθείτο μέσω του ΓΕΣΥ από την παιδοψυχολόγο Χ.Π (Μ.Κ.7) και την παιδοψυχίατρο Θ.Π, οι οποίες συνεχίζουν να την παρακολουθούν (ο ενεστώτας αφορά την 09/05/2023, ημερομηνία που δόθηκε η γραπτή κατάθεση). Τον Ιανουάριο του 2022 κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή της παραπονούμενης στο Τ.Ε.Ν.Ε. στο Μακάρειο Νοσοκομείο, όπου και παρέμεινε για παρακολούθηση για περίπου μία εβδομάδα. Ο λόγος που έγινε εισαγωγή ήταν επειδή ανέφερε ότι ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό της. Τον Μάρτιο του 2022 κρίθηκε και πάλι αναγκαία η εισαγωγή της στο Τ.Ε.Ν.Ε. καθότι και πάλι άρχισε να αναφέρει ότι ακούει φωνές. Τη δεύτερη φορά η παραπονούμενη παρέμεινε στο Τ.Ε.Ν.Ε. για δέκα μέρες. Ενόρκως εξήγησε με περισσότερη λεπτομέρεια πού διέμεναν από τότε που ήρθαν Κύπρο και ποια τάξη του σχολείου πήγαινε η παραπονούμενη ανά περίπτωση. Πρόσθεσε ακόμα ότι όταν ο πρώην της έφυγε πήγε στον Λυθροδόντα, επειδή δεν ήθελε να πληρώνει τόσα λεφτά για το ενοίκιο. Στον Λυθροδόντα είχε έναν φίλο και ξαναέμειναν μαζί σε εκείνο το σπίτι. Υποστήριξε ότι όταν ο παπάς της παραπονούμενης έμενε στον Λυθροδόντα, οι ίδιοι έμεναν στη Σταυρού. Η παραπονούμενη πήγε μία φορά Λυθροδόντα. Με τον σύζυγό της χώρισε οριστικά πριν την καραντίνα το 2019, το
- Με τον πρώην της είχαν καλές μέρες και είχαν μέρες που δεν ήταν καλά. Της κόρης της της άρεσε που ο πρώην της ήταν μεθυσμένος επειδή της έδινε παραπάνω σημασία. Όταν έφυγε από την Κύπρο δεν μιλούσαν οι δύο τους, της κόρης της όμως της έστελνε πού και πού μηνύματα και καρδούλες. Η ίδια και η παραπονούμενη έχουν μέρες που τσακώνονται και δεν συμφωνούν σε κάποια πράγματα. Ερωτηθείσα γιατί είπε στην παραπονούμενη πως θα την έστελνε στον πρώην άνδρα της αφού δεν είχαν επικοινωνία, απάντησε «Επειδή...δεν θυμάμαι από τι αρκέψαμε ή κάτι ήθελε η Κ.Π να της αγοράζω, να της δώκω και ναι, νευρίασα, τσακωθήκαμε και στα νεύρα μου της είπα..». Ερωτήθηκε για το δεύτερο περιστατικό που της ανέφερε η παραπονούμενη και συγκεκριμένα κατά πόσον έμενε συχνά στο σπίτι της θείας της Μ.Υ.1 και απάντησε καταφατικά προσθέτοντας, επειδή ήταν αγαπημένες, ήταν σαν φίλες, μαζί πήγαιναν και γυμναστήριο και στο πάρκο. Η παραπονούμενη έκανε παρέα και με τον γιο της Μ.Υ.1, τον Ι.Σ. Προτού η Μ.Υ.1 μείνει μαζί τους, έμενε απέναντι και πολλές φορές σχόλαναν μαζί με τον Ι.Σ (νοείται η παραπονούμενη) και είτε πήγαιναν στης Μ.Υ.1 είτε στο δικό τους σπίτι. Η παραπονούμενη ήθελε πολλές φορές να της πει τι έγινε, αλλά όταν «άνοιγε κουβέντες» η ίδια της άλλαζε θέμα. Δεν σκέφτηκε ποτέ ότι ένας παπάς μπορεί να κάμει έτσι πράμα στην κόρη του. Στην αντεξέταση ερωτήθηκε τόσο αναφορικά με τον χώρο διαμονής της οικογένειας τις διάφορες περιόδους, όσο και για το ποιοι διέμεναν μαζί τους, αλλά και για την εργασία τόσο της ίδιας όσο και του κατηγορούμενου. Της υποβλήθηκε ότι τα έτη 2019 με 2020 το σπίτι που έμεναν στον Λυθροδόντα ενοικιαζόταν από άλλο πρόσωπο και ουδείς από την οικογένειά τους μπορούσε να μπει στο εν λόγω σπίτι και απάντησε «Αφού ήταν φίλος με τζιείνο το παιδί που πήγε» και πρόσθεσε πως η ίδια δεν πήγε εκεί, ήρθε ο πρώην της με το δικό του αυτοκίνητο και πήρε την παραπονούμενη να μείνει μαζί του ένα βράδυ. Συμφώνησε ότι το 2017 και για περίοδο 6 με 7 μήνες μαζί τους διέμεναν η Θ.Α., αδελφή του κατηγορούμενου και η θυγατέρα της Μ.Υ.
- Συμφώνησε ότι το έτος 2018, πριν τα Χριστούγεννα, η άλλη αδελφή του κατηγορούμενου, Μ.Υ.1, μαζί με τα παιδιά της, Ι.Σ και Λ.Σ, πήγαν και αυτοί να μείνουν μαζί τους. Διαφώνησε όμως ότι αυτό έγινε πριν χωρίσει με τον κατηγορούμενο. Συμφώνησε ότι το 2021 η παραπονούμενη εμφάνισε σοβαρό ψυχιατρικό πρόβλημα, δηλαδή ακουστικές ψευδαισθήσεις και αυτοκτονικό ιδεασμό, εντούτοις αρνήθηκε τις υποβολές που της έγιναν σε σχέση με τις ημερομηνίες και περιόδους νοσηλείας, λέγοντας ότι νοσηλεύτηκε 7 Ιανουαρίου για μια βδομάδα και ξαναπήγε δεύτερη φορά και πάλι για μια βδομάδα. Απέρριψε τη θέση πως το ψυχιατρικό πρόβλημα της κόρης της συνεχίζει μέχρι και σήμερα, λέγοντας ότι έχει καιρό που έκοψε τα χάπια και υποστήριξε ότι αυτό έγινε κατόπιν οδηγιών της ψυχιάτρου Ζ.Σ. που την παρακολουθεί. Αποδέχθηκε εντούτοις ότι τον Απρίλιο του 2023 η ανήλικη έκοψε από μόνη της τη φαρμακευτική αγωγή, πρόσθεσε όμως πως αυτό ήταν μόνο για μία εβδομάδα. Της υποβλήθηκε ότι είναι σε γνώση της πως η παραπονούμενη έτυχε να συγχύσει τους εφιάλτες με την πραγματικότητα και απάντησε «δεν ξέρω». Της υποβλήθηκε ότι η σχέση της με τη Μ.Κ.5 «ήταν πολύ καλή» και απάντησε «όχι και καλή καλή», για να προσθέσει πως είναι μάνα και όταν χρειαζόταν την έβαζε τιμωρία. Δέχθηκε όμως ότι είναι κοντά η μία στην άλλη και υποστήριξε ότι είναι η θέση της σαν μάνα να είναι δίπλα στο παιδί της, αποδεχόμενη περαιτέρω ότι λόγω του χωρισμού υπήρξε μία αλληλοϋποστήριξη μεταξύ τους. Πρόσθεσε εντούτοις, ότι μετά τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο η ανήλικη δεν ήθελε κανέναν, ούτε την πεθερά της ούτε τον παπά της, ούτε την αδελφή του, αλλά ούτε και τη δική της μητέρα (δηλαδή της Μ.Κ.6). Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις την παρακαλούσε να απαντήσει του πατέρα της επειδή την κατηγορούν και η ανήλικη της έλεγε «δεν με κόφτει, εγώ έτσι θέλω». Πρόσθεσε ακόμη πως την παραπονούμενη δεν μπορείς να τη βάλεις να κάνει κάτι με το ζόρι. Της υποβλήθηκε ότι μετά τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο η ίδια είχε τόσο στενή σχέση με την ανήλικη που όταν η ίδια έβλεπε τον κατηγορούμενο ως εχθρό της τον έβλεπε και η ανήλικη, υποστήριξε ότι η ίδια προσπάθησε να θέλει η κόρη της να μιλά με τον πατέρα της και ότι από την αρχή ήθελε να μείνουν φίλοι (εννοώντας τον κατηγορούμενο). Αρνήθηκε τη θέση ότι αποκαλούσε τον κατηγορούμενο «μαλάκα», όπως και ότι και η παραπονούμενη τον έλεγε «μαλάκα» όταν την άκουγε να τον αποκαλεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Της τέθηκε ότι ψευδώς είπε στην παραπονούμενη πως ο κατηγορούμενος την έδερνε και ότι ήταν αλκοολικός με ένα ποτό συνεχώς στο χέρι. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν η θέση της ότι· «πόσες φορές μας έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή» οδηγώντας με την μπύρα στα πόδια και ήταν μεθυσμένος. Αντεξετάστηκε και για το κατά πόσον εργαζόταν και ήταν η θέση της πως από την πρώτη μέρα που ήρθε δούλευε και έδωσε λεπτομέρειες. Της τέθηκαν υποβολές ότι ψευδώς κακολογούσε τον κατηγορούμενο στην κόρη της, τις οποίες απέρριψε, προσθέτοντας τη δική της θέση. Της υποβλήθηκε ότι ψευδώς ανέφερε στην παραπονούμενη πως όταν ήταν στην ηλικία των 11 με 12 ετών την πίεζε να διώξει τον κατηγορούμενο και ήταν η θέση της πως η ανήλικη έβλεπε τι γίνεται στο σπίτι. Δεν ήθελε ποτέ να χωρίσει, ανέφερε και πρόσθεσε παντρεύτηκαν από αγάπη και την παραπονούμενη την έφεραν στον κόσμο επειδή ήθελαν και οι δύο ένα παιδί. Δέχθηκε ότι έκανε τρεις εκτρώσεις μετά την παραπονούμενη, εντούτοις ήταν η θέση της πως αυτό το έκανε επειδή δεν μπορούσε λέγοντας, «ανάπηρη ήμουνα». Της υποβλήθηκε ότι ψευδώς είπε στην ανήλικη πως στα τέσσερα χρόνια που χώρισαν μόνο τέσσερεις φορές ο κατηγορούμενος έστειλε χρήματα και απάντησε ότι αυτά είναι που έστειλε. Ερωτήθηκε αν η παραπονούμενη ήθελε εντέλει τούτα τα χρήματα και απάντησε καταφατικά. Αρνήθηκε ότι ανέφερε στην παραπονούμενη πως ο κατηγορούμενος είχε κάνει παιδιά με άλλη κοπέλα και ότι ένεκα τούτου πλέον δεν την νοιάζεται και δεν την αγαπά. Υποστήριξε μάλιστα ότι ήταν πολύ χαρούμενη που ο κατηγορούμενος βρήκε κοπέλα, ώστε να ηρεμίσει και να τους αφήσει ήσυχους. Δέχθηκε ότι είπε πως θέλει να δει τον κατηγορούμενο στη φυλακή, προσθέτοντας ότι αυτό το είπε όταν έμαθε τι έκανε της παραπονούμενης, εντούτοις αρνήθηκε την περαιτέρω θέση, δηλαδή ότι είπε πως θέλει να τον δει στο χώμα. Εντέλει, στην υποβολή πως τα όσα φέρεται να της είπε η κόρη της ποτέ δεν έγιναν, απάντησε ότι «Τούτα τα ξέρει μόνο η Κ.Π και ο πρώην μου. Την αλήθεια μόνο τούτοι δύο ξέρουν». Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε και αριθμό ψυχολόγων και ψυχίατρο. Η Μ.Κ.3 είναι παιδοψυχίατρος και εξέτασε την παραπονούμενη. Η μαρτυρία της, συγκείμενη στη γραπτή κατάθεση που έδωσε (τεκμήριο 12) και στα όσα προφορικώς ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ως ακολούθως. Την 07/01/2022 η παραπονούμενη νοσηλεύτηκε στο Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων (Τ.Ε.Ν.Ε.) κατόπιν παραπομπής των εξωτερικών ιατρείων. Ο λόγος της νοσηλείας ήταν ψυχωσική συμπτωματολογία και ευχές θανάτου για την ίδια. Νοσηλεύτηκε μέχρι την 14/01/2022 και έλαβε εξιτήριο με βελτιωμένη εικόνα, ενώ έλαβε και φαρμακευτική αγωγή και συνδέθηκε με τη Νέα Δομή. Στις 09/03/2022 (στην κατάθεση αναφέρεται 09/03/2023, εντούτοις έγινε διόρθωση στο στάδιο που η Μ.Κ.3 κατέθετε ενόρκως) έγινε επαναεισαγωγή της ανήλικης στο Τ.Ε.Ν.Ε., αυτή τη φορά λόγω του ότι παρουσίαζε ακουστικές ψευδαισθήσεις και έκπτωση λειτουργικότητας. Παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι τις 27/03/2022 ότε και έλαβε εξιτήριο με βελτιωμένη εικόνα και εκ νέου σύνδεση με τα εξωτερικά ιατρεία (Νέα Δομή). Η διάγνωση στο εξιτήριο της ανήλικης ήταν μεικτή αγχώδης καταθλιπτική συνδρομή. Από την πρώτη εξέταση της παραπονούμενης διαπιστώθηκαν ακουστικές ψευδαισθήσεις, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει (η παραπονούμενη) περισσότερες πληροφορίες και ευχές θανάτου, δηλαδή ευχόταν να θέσει τέρμα στη ζωή της ή με κάποιον εξωγενή τρόπο να πεθάνει. Της χορηγήθηκαν χαμηλές δόσεις αντιψυχωσικών, δηλαδή αγχόλυση. Η Νέα Δομή είναι τα εξωτερικά ιατρεία του παιδοψυχιατρικού. Για τη δεύτερη νοσηλεία ανέφερε πως η έκπτωση λειτουργικότητας είναι όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους ρυθμούς της καθημερινότητας, δεν μπορεί να πάει σχολείο, δεν μπορεί να συμμετέχει σε δραστηριότητες που συμμετείχε στο παρελθόν. Κάθε στρεσογόνος παράγοντας θα μπορούσε να είναι εκλυτικός αυτής της συμπτωματολογίας, εντούτοις την περίοδο της νοσηλείας της παραπονούμενης δεν ανιχνεύθηκε στρεσογόνος παράγοντας. Μία σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται ένα σοβαρό τραύμα, σοβαρός στρεσογόνος παράγοντας και ένα παιδί θα μπορούσε να παρουσιάσει αυτή τη συμπτωματολογία, έστω και αν πέρασαν κάποια χρόνια από το περιστατικό, εφόσον κάθε γεγονός εγγράφεται στο ψυχικό όργανο και πολλές φορές τα παιδιά, μπαίνοντας στην εφηβεία, εκφράζουν τέτοια συμπτωματολογία. Είναι πολύ σύνηθες να έχουν παιδιά στο τμήμα με ακουστικές ψευδαισθήσεις, έντονο άγχος και καταθλιπτικά στοιχεία και να μην μπορούν να βρουν τον στρεσογόνο παράγοντα και εκ των υστέρων να μαθαίνουν ότι έγινε αναφορά ή καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση. Διαφέρει η σημασία ακουστικών ψευδαισθήσεων σε μία ψυχωσική αποδιοργάνωση ή ψυχωσική συνδρομή. Η έφηβη παρουσίαζε μόνο ακουστικές ψευδαισθήσεις χωρίς να αλλοιώνει την πραγματικότητα, γι' αυτό και η διάγνωση ήταν μεικτή αγχώδης καταθλιπτική συνδρομή. Με βάση την εξέτασή της δεν θεωρεί ότι είπε πράγματα που ήταν εκτός πραγματικότητας. Η παραπονούμενη δεν μπορούσε να κάνει κακό σε τρίτον αλλά στον εαυτό της και αυτό ένεκα των ευχών θανάτου. Τελευταία φορά που πήγε στο Τ.Ε.Ν.Ε. ήταν στις 08/04/2022, ενώ όταν πήρε εξιτήριο στις 27/03/2022, της συστήθηκε να συνεχίσει την αγχόλυση. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν την λάμβανε, εξαρτάται από τον γιατρό που την παρακολουθεί. Στη διάγνωση μεικτή αγχώδης καταθλιπτική συνδρομή ανιχνεύονται κάποια καταθλιπτικά και κάποια αγχώδη στοιχεία, όμως η κλινική εικόνα δεν συνάδει με μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο ή με κάποια αγχώδη διαταραχή. Επιπλέον της κατάθεσης η μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο και το βιογραφικό της σημείωμα (τεκμήριο 11), αναφέροντας ότι εργάζεται στο Τ.Ε.Ν.Ε. από το 2007 ως παιδοψυχίατρος, ενώ απέκτησε την ειδικότητά της στο Ισραήλ όπου παρέμεινε και για εργασία. Στο Τ.Ε.Ν.Ε. καθημερινά αξιολογεί νοσηλευόμενους εφήβους ηλικίας 12 μέχρι 17 ετών, με μέσο όρο περιστατικών 100 με 120 παιδιά ετησίως. Στην αντεξέταση της υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη νοσηλεύτηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. και τον Ιανουάριο του 2021 για τέσσερεις εβδομάδες, δεν ήταν όμως σε θέση να το επιβεβαιώσει, λέγοντας ότι η ίδια δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Της υποβλήθηκε ότι στο Τ.Ε.Ν.Ε. νοσηλεύονται έφηβοι με σοβαρά ψυχιατρικά, ψυχοκοινωνικά προβλήματα και απάντησε ότι το «σοβαρά» θέτει ένα ερωτηματικό, για να προσθέσει στη συνέχεια ότι ένα παιδί μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία γιατί το υποστηρικτικό περιβάλλον δεν είναι κατάλληλο σε εκείνη τη φάση ή δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί. Συμφώνησε ότι ο λόγος νοσηλείας της παραπονούμενης, τουλάχιστον αυτές που γνωρίζει, ήταν ψυχωσικά συμπτώματα, δηλαδή ακουστικές ψευδαισθήσεις και αυτοκτονικός ιδεασμός. Ερωτήθηκε για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις που παρουσίαζε η παραπονούμενη και συγκεκριμένα κατά πόσον μπορεί να είναι σε τρίτο πρόσωπο, για να απαντήσει καταφατικά, προσθέτοντας περαιτέρω, ότι είναι διαφορετικές οι ακουστικές ψευδαισθήσεις ενός παιδιού λόγω έντονου άγχους και στρες και διαφορετικές όταν ο έφηβος είναι στα πλαίσια μιας ψυχωσικής συνδρομής. Στην τελευταία περίπτωση είναι εντέλλουσες προς τον ίδιο, αλλά είναι στα πλαίσια ψυχωσικής συνδρομής και έχουμε άλλη συμπτωματολογία. Ερωτηθείσα αν η αναφορά στην κατάθεσή της σε ψυχωσικά σύνδρομα εννοεί κάτι άλλο και ότι στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για ένα παιδί ψυχωσικό, διαφώνησε και πρόσθεσε ότι εξέτασε την έφηβη, η οποία έμεινε για αρκετό καιρό κοντά τους. Δέχθηκε τον χαρακτηρισμό του ψυχιατρικού προβλήματος της παραπονούμενης ως σοβαρού, προσθέτοντας ότι «Από τη στιγμή που ένα παιδί εκφράζει ευχές θανάτου, βέβαια μας ανησυχεί». Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις της έφηβης ήταν ψίθυροι και συνήθως τα παιδιά που έχουν αυτή την κλινική εικόνα δεν απευθύνονται στους ίδιους, απλά μέσα στο άγχος ακούν ψιθύρους, χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν λέξεις ή κάτι συγκεκριμένο και αυτό τους έλεγε και το παιδί. Δεν είναι σε θέση να πει κατά πόσον το παιδί πέρασε κάποιο ζήτημα σεξουαλικής κακοποίησης. Ούτε και γνωρίζει τη ψυχιατρική κατάσταση της παραπονούμενης κατά το έτος
- Αμφισβητήθηκε η διάγνωσή της και απάντησε ότι γνωρίζει τη δουλειά της και είναι σίγουρη για το παιδί που είδε, εξέτασε και αξιολόγησε και έδωσε αγωγή και έφυγε από το T.E.N.E. με βελτιωμένη εικόνα. Ακολούθως πρόσθεσε ότι το συναίσθημα της παραπονούμενης ήταν καταθλιπτικό και αυτό μας απομακρύνει από ψυχωσική συνδρομή. Ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι σύμπτωμα που μειώθηκε όταν το παιδί πήρε φαρμακευτική αγωγή. Της υποβλήθηκε ότι το γεγονός πως η παραπονούμενη παρουσίαζε ψυχωσικά συμπτώματα όπως ακουστικές ψευδαισθήσεις, δεν υποδηλώνει μεικτή αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή, αλλά διαφορετική σοβαρότερη ψυχιατρική κατάσταση. Απάντησε ότι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι ένα μεμονωμένο σύμπτωμα και το βλέπουν συχνά σε έφηβους που έχουν περάσει κάποιο στρεσογόνο παράγοντα. Όταν περνούν μια περίοδο έντονου άγχους δεν σημαίνει ότι θα βάλουμε διάγνωση ψυχωσικού επεισοδίου, αφού δεν πληρούνται τα άλλα κριτήρια. Η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι είναι κλινική ψυχολόγος και εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού για επτά έτη, όπου διεκπεραιώνει ψυχολογική αξιολόγηση θυμάτων πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης ηλικίας μέχρι 18 ετών. Παρουσίασε το βιογραφικό της, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Το κυριότερο εργαλείο που χρησιμοποιούν κατά τη ψυχολογική αξιολόγηση είναι η κλινική συνέντευξη, η οποία μπορεί να είναι με ελεύθερη αφήγηση ή δομημένη, δηλαδή με καθορισμένες ερωτήσεις, ή ημιδομημένη, δηλαδή συνδυασμός και των δύο. Ημιδομημένη ήταν και η συνέντευξη που έλαβε από την παραπονούμενη. Η έκθεση που ετοίμασε παρουσιάστηκε ως τεκμήριο
- Αναφέρεται εκεί ότι είχε τρεις συναντήσεις με την παραπονούμενη και δύο με τη μητέρα της, με την τελευταία για τη λήψη του ατομικού, οικογενειακού και αναπτυξιακού ιστορικού της ανήλικης και για ενημέρωση. Η έκθεση διακρίνεται σε ενότητες, εν προκειμένω λόγος παραπομπής, ενημερωμένη συγκατάθεση, πορεία συνεργασίας, ιστορικό παιδιού, κλινικά ευρήματα, συμπεράσματα και εισηγήσεις. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται έχουν να κάνουν με τη ζωή του ατόμου, δηλαδή το πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνει, τις συνθήκες, τις σχέσεις με τους ανθρώπους, τις αλληλεπιδράσεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές και επίσης διενεργείται κλινική παρατήρηση, δηλαδή η εικόνα και η στάση του ατόμου, η συμπεριφορά του, η εμφάνιση και οποιεσδήποτε αντιδράσεις του κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης. Σκοπός της συγκεκριμένης αξιολόγησης ήταν η τρέχουσα ψυχική κατάσταση του παιδιού σε σχέση με τις αναφορές που καταγγέλθηκαν. Ιστορικό λαμβάνεται και από τους γονείς, εν προκειμένω τον αναίτιο γονέα. Στην έκθεση τεκμήριο 14 παρατίθεται η οικογενειακή κατάσταση της παραπονούμενης και ότι οι γονείς χώρισαν πριν πέντε χρόνια περίπου και αναφέρθηκαν συγκρούσεις μεταξύ τους εξαιτίας εξωσυζυγικών σχέσεων του πατέρα και κατάχρηση αλκοόλης. Η μητέρα φάνηκε να παρουσίαζε μειωμένη ανταπόκριση στη φροντίδα και στις συναισθηματικές ανάγκες της ανήλικης, παρότι φάνηκε να προσπαθούσε να ανταποκριθεί παρά τις αδυναμίες της. Αναφέρονται επίσης και οι παρατηρήσεις της μητέρας για την ανήλικη την περίοδο του χωρισμού των γονέων της και οι πληροφορίες που λήφθηκαν από τις ΥΨΥΠΕ αναφορικά με την περίοδο που η ανήλικη νοσηλεύτηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε., δηλαδή τον Ιανουάριο του 2021 για τέσσερεις εβδομάδες περίπου «λόγω ενεργού ψυχωσικού επεισοδίου με ακουστικές ψευδαισθήσεις και αυτοκτονικό ιδεασμό». Στα κλινικά ευρήματα της έκθεσης αναφέρεται ότι στις συναντήσεις η ανήλικη ήταν με επιμελημένη εμφάνιση, κατάλληλα ενδεδυμένη για την ηλικία της, την περίσταση και την εποχή. Διατηρούσε καλή βλεμματική επαφή και παρουσιαζόταν συνεργάσιμη προς τη διαδικασία, αν και ήταν λιγομίλητη και με επιβραδυμένη ομιλία. Ήταν προσανατολισμένη σε τόπο, χρόνο και εαυτό, είχε ικανοποιητική συγκέντρωση προσοχής και αντίληψης. Οι νοητικές της ικανότητες φάνηκε να ενέπιπταν στο φυσιολογικό επίπεδο για την ηλικία της. Εντούτοις, παρουσίαζε δυσφορικό προς καταθλιπτικό συναίσθημα και μειωμένη διάθεση κατά την αξιολόγηση. Στην έκθεση παρατίθενται και οι αναφορές της ανήλικης σχετικά με τη λειτουργία της οικογένειας και τις σχέσεις μεταξύ των μελών, περιέγραψε έντονες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων και καθημερινή κατάχρηση αλκοόλ του πατέρα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί στον γονικό του ρόλο. Μετά τον χωρισμό διατηρούσε περιστασιακή επικοινωνία με τον πατέρα, η οποία όμως διακόπηκε αφού σύμφωνα με την ίδια ήταν απόμακρος. Με τη μητέρα διαπιστώθηκε μειωμένη συναισθηματική εγγύτητα και συχνές συγκρούσεις με ξεσπάσματα θυμού, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στενή συναισθηματική σχέση. Ακόμη, η ανήλικη αναφέρθηκε και στις συναισθηματικές δυσκολίες που παρουσίασε, τον αυτοκτονικό ιδεασμό ως αποτέλεσμα των ακουστικών ψευδαισθήσεων που την προέτρεπαν να κάνει κακό στον εαυτό της και τις ευχές θανάτου. Κατά την αξιολόγηση παρουσίαζε ευερεθιστότητα με εκρήξεις θυμού και ευσυγκινησία, το οποίο συνέδεε με τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής χωρίς την καθοδήγηση του γιατρού της, εξαιτίας του ότι τη δυσκόλευε στο πρωινό ξύπνημα. Διατηρούσε καλές φιλικές σχέσεις και ανέφερε πως η ψυχική της υγεία ήταν σε πολύ καλύτερα επίπεδα σε σχέση με πριν τη νοσηλεία της. Με δυσκολία αναφέρθηκε στα περιστατικά που καταγγέλθηκαν, περιγράφοντας πως θυμόταν τον πατέρα της να της λέει πως θα της αρέσει. Περιέγραψε να ένιωθε άγχος, λύπη και ανασφάλεια και έκτοτε βιώνει ακούσιες σκέψεις και μνήμες των περιστατικών, οι οποίες της προκαλούσαν αναστάτωση και υπερεπαγρύπνιση. Από τις αναφορές της ανήλικης διαπιστώθηκε πως την περίοδο που ανέφερε να συνέβησαν τα περιστατικά με τον πατέρα της, ανέπτυξε συμπτώματα που παραπέμπουν σε διαταραχή μετατραυματικού στρες και κατά τη φοίτησή της στη Β' γυμνασίου η ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση φάνηκε να επιδεινώθηκε λόγω των ψυχοπιεστικών συνθηκών που βίωνε τη συγκεκριμένη περίοδο, γεγονός που οδήγησε στο ψυχωσικό επεισόδιο. Στα συμπεράσματα της έκθεσης αναφέρεται πως η παραπονούμενη μεγάλωσε σε ένα ασταθές οικογενειακό περιβάλλον με ακατάλληλες συνθήκες για την κοινωνικο-συναισθηματική της ανάπτυξη. Οι δυσμενείς συνθήκες στην οικογένεια, η απουσία υγιών γονικών προτύπων, ο αλκοολισμός του πατέρα και η μειωμένη φροντίδα από τους γονείς, δημιούργησαν συνθήκες ευαλωτότητας για επιβλαβείς επιπτώσεις στη ψυχική της υγεία. Την περίοδο που αναφέρει τη σεξουαλική κακοποίησή της, ανέπτυξε συμπτώματα που παρέπεμπαν σε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Η τρέχουσα ψυχική κατάσταση της ανήλικης παρουσιαζόταν βελτιωμένη λόγω των εξειδικευμένων παρεμβάσεων, ωστόσο φάνηκε να υπήρχαν ακόμη δυσκολίες που επηρέαζαν τη λειτουργικότητά της και αφορούσαν καταθλιπτική διάθεση, απώλεια ενεργητικότητας και ευερεθιστότητα. Έγιναν και σχετικές εισηγήσεις, μεταξύ άλλων η συνέχιση ατομικής θεραπείας και συνεργασία με παιδοψυχίατρο. Ενόρκως η μάρτυρας εξήγησε την ευερεθιστότητα λέγοντας ότι είναι αίσθημα εκνευρισμού που το βλέπουμε συνήθως σε περιπτώσεις που το άτομο βρίσκεται κάτω από αγχώδεις καταστάσεις. Η αναφορά σε δυσφορικό προς καταθλιπτικό συναίσθημα εννοεί πως παρουσίαζε καταθλιπτική διάθεση και δεν έδειχνε ευδιάθετη. Είναι με αρκετή δυσκολία που το παιδί αναφέρθηκε στα περιστατικά και παρότι της ανέφερε ότι έγιναν τέσσερεις με πέντε φορές και πως την πρώτη φορά έλεγε στον πατέρα της ότι αυτό είναι λάθος και εκείνος της απαντούσε «θα σου αρέσει αυτό που θα γίνει και είναι κάτι που γινόταν και όταν ήσουν μικρό παιδί», δεν έδωσε άλλες πληροφορίες και ήταν πάρα πολύ δυσκολεμένη σε σχέση με το περιστατικό. Οι πλείστες των περιπτώσεων δυσκολεύονται να μιλήσουν για ένα τόσο προσωπικό γεγονός το οποίο προκαλεί συναισθήματα ντροπής και συνενοχής, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις παιδιών που κατά την εξιστόρηση βιώνουν αρνητικά συναισθήματα. Εξήγησε τι είναι το μετατραυματικό στρες, για να προσθέσει ότι την περίοδο που αξιολογούσε το παιδί δεν παρουσιάζονταν τα συγκεκριμένα συμπτώματα. Ρωτήθηκε για τον χρόνο αποκάλυψης μιας σεξουαλικής κακοποίησης και ανέφερε ότι τόσο βιβλιογραφικά όσο και εμπειρικά φαίνεται ότι η αποκάλυψη μπορεί να γίνει εντός 3 με 18 ετών. Όταν υπάρχει κατάλληλο υποστηρικτικό πλαίσιο, είναι πιο εύκολο να ανοιχτεί και να μιλήσει το παιδί. Η εικόνα που απεκόμισε η ίδια ήταν ότι δεν υπήρχαν καλές, στενές σχέσεις με τη μητέρα. Μάλιστα, σε μια συνάντηση το παιδί της είχε αναφέρει ότι μετά από καβγά που είχε με τη μητέρα της η τελευταία της είπε «εσύ φταις για όλα αυτά που γίνονται, μίλησες και εδημιούργησες μας προβλήματα». Τέλος, ρωτήθηκε κατά πόσον ένα παιδί που υπέστη σεξουαλική κακοποίηση θα μπορούσε να διατηρεί επικοινωνία με τον κακοποιητή του και ανέφερε, το έχουμε δει, ιδιαίτερα όταν ο κακοποιητής είναι του στενού και οικείου περιβάλλοντος. Δεν παύει ο γονιός να είναι γονιός και συνεχίζει να υπάρχει αυτή η αγάπη και η ανάγκη για φροντίδα. Υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών που ζήτησαν να επιστρέψουν πίσω στα σπίτια τους ή να επισκεφθούν τον γονέα μετά την εκδίκαση και φυλάκισή του. Στην αντεξέταση αμφισβητήθηκε ότι έχει την ικανότητα εξέτασης παιδιών που πάσχουν από ψυχιατρικές παθήσεις και απάντησε ότι πολλές φορές έτυχε να έχουν παιδιά που νοσηλεύτηκαν στο T.E.N.E. και έχει την εμπειρία και γνώσεις. Δέχθηκε ότι δεν μίλησε με την παιδοψυχίατρο που παρακολουθούσε την ανήλικη, μίλησε όμως με τη ψυχολόγο. Της υποβλήθηκε ότι μέσω της συνέντευξης δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ακρίβεια αυτών που της λένε και ούτε διαπιστώνει τυχόν υπερβολές ή παραποιήσεις και απάντησε ότι τα αποτελέσματα δεν βγαίνουν μόνο από το τι μπορεί να τους πουν. Ως ειδικοί χρειάζεται να μπορούν να αξιολογούν τα δεδομένα. Δέχθηκε ότι βασίζεται στις αφηγήσεις του εξεταζόμενου. Παρότι γνώριζε για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις και τον αυτοκτονικό ιδεασμό της παραπονούμενης, δεν την απασχόλησαν γιατί δεν ήταν ενεργά κατά τη διαδικασία αξιολόγησης. Όταν αξιολογούσε το παιδί, δεν είχε ενεργά συμπτώματα μετατραυματικού στρες. Το βασικό κριτήριο είναι να βιώσει το άτομο ότι απειλείται η σωματική ακεραιότητά του και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι περιγραφές συνδέονταν με τα γεγονότα που κατήγγειλε, οπόταν ήταν ξεκάθαρο ότι τα συμπτώματα αφορούσαν τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Αρνήθηκε ότι δεν έλαβε υπόψη τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής από την ανήλικη και παρέπεμψε στις εισηγήσεις της για συνέχιση της συνεργασίας με την παιδοψυχίατρο. Της υποβλήθηκε ότι το παιδί ουδέποτε της ανέφερε πως η μητέρα της της είπε ότι φταίει για αυτά που γίνονται, με την ίδια να παραπέμπει στις σημειώσεις της που τηρούσε κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, τις οποίες συμβουλεύτηκε προτού παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, για να προσθέσει ότι «Δεν έχω κάποιο λόγο να πω οτιδήποτε δικό μου ή να βάλω κάτι δικό μου». Της τέθηκε ότι έχει λόγο και αυτός είναι η εγγύτητα της σχέσης που αποκτά στο Σπίτι του Παιδιού μαζί με τα παιδιά που εξετάζει και απάντησε ότι οι αξιολογήσεις είναι περιορισμένες, τέσσερεις στο μέγιστο, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακριβώς για να μην χτιστεί θεραπευτική σχέση και να διατηρηθεί η ουδετερότητα του αξιολογητή. Δεν καταγράφει λεπτομέρειες των περιστατικών στην έκθεσή της, όμως από τις σημειώσεις της έχει θυμηθεί ότι της ανέφερε 4 με 5 φορές. Πρόκειται για λεπτομέρεια που δεν αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης. Δεν ήταν στην αρμοδιότητά της να διερευνήσει τις συγκεκριμένες αναφορές. Αν αυτό το παιδί είχε ενεργά συμπτώματα ψευδαισθήσεων θα το έλεγε (το παιδί) και θα ήταν εμφανές. Ως επαγγελματίας είναι σε θέση να διακρίνει ενεργές ψευδαισθήσεις, κάτι το οποίο δεν έχει δει στην εν λόγω περίπτωση. Ανέφερε επίσης ποια είναι η εικόνα του ατόμου που έχει ψευδαισθήσεις και αρνήθηκε ότι διαφοροποιούνται από τη μια ημέρα στην άλλη, λέγοντας ότι ένα ψυχωτικό επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει από έναν μέχρι δύο μήνες περίπου, εκτός αν είναι κάτι χρόνιο. Διαφώνησε ότι υπάρχουν εργαλεία εξακρίβωσης κάθε διάγνωσης και πρόσθεσε, «υπάρχουν διαγνωστικά κριτήρια». Η αναφορά στην έκθεσή της σε αλκοολικότητα του πατέρα προκύπτει από τις αφηγήσεις του παιδιού. Ακόμη της υποβλήθηκε ότι οι σχέσεις του παιδιού και της μητέρας ήταν πολύ καλές, ιδίως μετά τον χωρισμό των γονέων και απάντησε ότι το παιδί ανέφερε να υπήρχαν συγκρούσεις και το μοναδικό άτομο που ένιωθε κοντά της ήταν μια φίλη. Συχνά θύμωνε και τσακώνονταν με τη μητέρα της. Δεν ισχυρίζεται πως οι ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες της ανήλικης συνδέονται με τη σεξουαλική κακοποίηση και απλώς ανέφερε την κλινική εικόνα του παιδιού σε σχέση με τη συγκεκριμένη καταγγελία. Και η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι είναι ψυχολόγος. Εργάζεται από το 2006 στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και από το 2020 έχει τοποθετηθεί στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, όπου παρακολουθεί παιδιά μέχρι 17 ετών. Το βιογραφικό της είναι το τεκμήριο
- Μέχρι σήμερα έχει εξετάσει γύρω στα 500 παιδιά, μεταξύ αυτών και την παραπονούμενη. Έδωσε κατάθεση στην αστυνομία (τεκμήριο 44) όπου ανέφερε ότι την 18 Οκτωβρίου 2021 η μητέρα της ανήλικης υπέβαλε τηλεφωνικώς αίτημα για παραπομπή τούτης προς τον σκοπό αξιολόγησης. Στις 7 Ιανουαρίου 2022 (στο τεκμήριο 44 αναφέρεται 8 Ιανουαρίου 2022, εντούτοις διορθώθηκε καθ' ον χρόνο η μάρτυρας κατέθετε ενόρκως) και μέχρι την 14 Ιανουαρίου 2022, η ανήλικη νοσηλεύτηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. Η ίδια ξεκίνησε να παρακολουθεί την ανήλικη από τις 31 Ιανουαρίου 2022 και από τότε μέχρι και σήμερα (ενόρκως ανέφερε ότι η τελευταία φορά που εξέτασε την ανήλικη ήταν τον Οκτώβριο του 2024), πότε αραιά και πότε σε σταθερή συστηματική βάση, συνεχίζει να την παρακολουθεί. Στην πορεία της συνεργασίας τους κρίθηκε απαραίτητο να νοσηλευτεί εκ νέου η ανήλικη, πράγμα που έγινε κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος. Η εικόνα της ανήλικης στην αρχή της συνεργασίας ήταν παραμελημένη εικόνα εαυτού, κόπωση, έντονοι πόνοι στα πόδια και χέρια και αναφορά ότι άκουγε φωνές. Μετά την τελευταία νοσηλεία και τη σταθερότητα στη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, παρουσίασε βελτίωση στην όλη εικόνα της. Το τελευταίο διάστημα η ανήλικη παρουσιάζει βελτιωμένη εικόνα σε ό,τι αφορά την σκέψη και την λειτουργικότητα της. Την 29 Μαρτίου 2023 ενημερώθηκε από το Σπίτι του Παιδιού ότι έγινε καταγγελία από τη μητέρα της ανήλικης για σεξουαλική κακοποίηση τούτης από τον πατέρα. Επίσης, την 30 Μαρτίου 2023 ενημερώθηκε ότι θα ξεκινήσει ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης. Εντέλει, την 4 Απριλίου 2023 στην προγραμματισμένη συνάντηση που είχε με την ανήλικη, της ανέφερε πως σε συζήτηση που είχε με τη μητέρα της και της είπε ότι ήθελε να τη στείλει για διακοπές με τον πατέρα της, της είπε ότι δεν θέλει να πάει και όταν η μητέρα την ρώτησε γιατί, κατόπιν πίεσης η ανήλικη της ανέφερε τα σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη. Ένεκα των πιο πάνω η Μ.Κ.7 εξήγησε στην ανήλικη τον λόγο που έπρεπε να διακόψουν τις συναντήσεις τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι να ολοκληρωθεί η ψυχολογική αξιολόγηση από το Σπίτι του Παιδιού. Ερωτήθηκε για τη σχέση της ανήλικης με τους γονείς της και ανέφερε ότι για τον πατέρα της δεν μιλούσε και αρχικά εξέφραζε κάποιο θυμό, αλλά δεν επιθυμούσε περισσότερη επεξεργασία. Σε ό,τι αφορά τη σχέση με τη μητέρα διαφάνηκε ότι ήταν μία σχέση με τις συγκρούσεις της εφηβείας. Μάλιστα, κατά καιρούς γινόταν συμβουλευτική και στην μητέρα. Της ζητήθηκε να εξηγήσει τη μνήμη παιδιού που έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και υποστήριξε ότι επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες όπως η ηλικία, το είδος της κακοποίησης, τις φορές κακοποίησης, τη συχνότητα και το πως το παιδί κωδικοποιεί συναισθηματικά την οποιαδήποτε κακοποίηση. Έχει παρατηρηθεί ότι η μνήμη κακοποιημένων παιδιών συμβολίζεται σαν μία διακεκομμένη ταινία, δεν είναι σαν μια ταινία αφήγησης ενός γεγονότος με αρχή, μέση και τέλος, αλλά σαν μία ταινία που μπορεί να έχει γδαρθεί ή σε σημεία να μην καταγράφει λεπτομέρειες. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την πηγή του θυμού της παραπονούμενης για τον πατέρα της. Δεν κλήθηκε να αξιολογήσει την ανήλικη για μετατραυματικό στρες, εντούτοις επειδή η συμπτωματολογία ήταν πάρα πολύ έντονη χορήγησε, για προσωπική της χρήση, κυρίως για να επιβεβαιώσει αυτά που περιγράφονταν από την ανήλικη και τις ανησυχίες που έρχονταν από το σχολείο, εργαλεία για την παιδική κατάθλιψη και το άγχος. Γνωρίζει ότι η ανήλικη παρακολουθείται από παιδοψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, δεν είναι όμως σε θέση να επιβεβαιώσει αν πράγματι λάμβανε τούτη την φαρμακευτική αγωγή. Ερωτήθηκε για την συχνότητα των συναντήσεων (πότε αραιά και πότε συχνότερα) και εξήγησε πως επειδή ήταν η περίοδος του κορονοϊού και άλλοτε ήταν σε καραντίνα η ανήλικη και άλλοτε η ίδια, αυτός είναι ο λόγος που περιέγραψε τις συναντήσεις κατ' αυτόν τον τρόπο. Επίσης όταν βελτιώθηκε αρκετά η εικόνα της ανήλικης, οι συναντήσεις έγιναν πολύ αραιές. Αρνήθηκε ότι η ανήλικη νοσηλεύτηκε πέραν των δύο περιπτώσεων και ανέφερε πως η ίδια γνωρίζει μόνο δύο. Ανέφερε ότι η ανήλικη παρουσίασε καταθλιπτική με αγχώδη συμπτωματολογία και ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ο δε αυτοκτονικός ιδεασμός επίσης ήταν στα πλαίσια της κατάθλιψης και προς τούτο παρέπεμψε στο DSM-5, τη συμπτωματολογία της κατάθλιψης, όπου ορίζεται πως ένεκα άγχους, «μπορεί καμιά φορά να παρατηρηθεί και ακουστικές ψευδαισθήσεις». Εντέλει, ερωτήθηκε κατά πόσο μπορεί σε τρεις συναντήσεις των 50 λεπτών να βρει την αιτία και απάντησε ότι η ειδικότητά της δεν ψάχνει τις αιτίες, αλλά αξιολογεί την ψυχική κατάσταση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και ακολούθως κάλεσε μάρτυρες, όπως άλλωστε προβλέπεται στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο. Επαναλαμβάνεται ότι από τον κατηγορούμενο λήφθηκε ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 7) και περιπλέον, πριν την ανακριτική κατάθεση παρέδωσε και δήλωση (τεκμήριο 8) που ετοίμασε με τη βοήθεια του συνηγόρου του. Τα όσα αναφέρονται στα τεκμήρια 7 και 8 σχολιάζονται στη συνέχεια. Για την ώρα υποδεικνύεται αυτό που ανέφερε ενόρκως, δηλαδή ότι στην Κύπρο ήρθε μαζί με τη σύζυγό του αρχές του 2015 και παρέμεινε μέχρι το 2020 ώσπου χώρισαν. Η απόφαση για τον χωρισμό αν και ήταν κοινή, η σύζυγος του ήταν εκείνη που συνεχώς δημιουργούσε προβλήματα, του έλεγε άσχημα λόγια και τον απειλούσε ότι θα του κάνει κακό. Με τη σύζυγό του πάντα είχε προβλήματα, όχι όμως με την κόρη τους. Ποτέ δεν έζησε μόνος του στην Κύπρο, πάντα ήταν με την οικογένειά του. Όταν ήρθαν στην Κύπρο έμειναν για περίπου έξι με εφτά ή οχτώ μήνες στη Λευκωσία, στη συνέχεια μετακόμισαν στον Λυθροδόντα για περίπου δύο χρόνια και μετά επέστρεψαν στη Λευκωσία στον Στρόβολο, συγκεκριμένα στην οδό Σταύρου. Εκεί έμενε μέχρις ότου έφυγε από την Κύπρο. Ουδέποτε επέστρεψε στον Λυθροδόντα για να μείνει, εφόσον εκεί είχε μετακομίσει άλλη οικογένεια. Εντούτοις στο Λυθροδόντα πήγε δύο με τρεις φορές και συγκεκριμένα για να πάρει την κόρη του στο σπίτι κάποιας φίλης της, ονόματι Γ.Β, της οποίας η μητέρα, ονόματι Δ.Β, έχει το σχολείο [ ]. Όταν ήρθε στην Κύπρο δούλεψε στην εταιρεία Άνεμος, στην Κοκκινοτριμιθιά, ακολούθως στον Λυθροδόντα, στο σουπερμάρκετ του κυρίου Ν.Ε., στη συνέχεια στον Βάσο Ηλιάδη και τον τελευταίο χρόνο στα πρότυπα αρτοποιεία Αμμοχώστου. Η σύζυγος του ποτέ δεν δούλεψε μέχρι το 2018 που έπιασε δουλειά στο Άλφαμεγα, την οποία της εξασφάλισε η αδερφή του Θ.Α. Οικονομικά τους βοηθούσε και η μητέρα του και περαιτέρω, ο ίδιος εργαζόταν και τις γιορτές και τα σαββατοκύριακα και έμενε σπίτι μόνο το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Ανέκαθεν οδηγούσε στην Κύπρο και το πρώτο του αυτοκίνητο το πήρε το
- Ανέφερε τα αυτοκίνητα που αγόρασε, συγκεκριμένα ένα Nissan Sunny χρώματος γκρίζο, το δεύτερο ήταν Mazda 323, το τρίτο ήταν Rover κόκκινο και το τελευταίο Proton Satria πορτοκάλι. Η σύζυγός του ποτέ δεν του έδωσε χρήματα για να αγοράσει αυτοκίνητο, ούτε και της έκλεψε τα δαχτυλίδια ώστε να τα πουλήσει και τέλος, δεν οδηγούσε μεθυσμένος, εφόσον άλλωστε οδηγούσε καθημερινά και είχε ευθύνη. Από το καλοκαίρι του 2019 μέχρι και την 6 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους, ότε και έφυγε από την Κύπρο, έμενε στο ίδιο σπίτι μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του, απλώς έμενε μόνος του στο σαλόνι. Από την πρώτη στιγμή που παντρεύτηκαν η σύζυγός του τον εξύβριζε και τον αποκαλούσε παλαβό, gay και κάποτε μαλάκα. Αυτό το «μαλάκα» την τελευταία φορά το άκουσε και από την κόρη του όταν έφυγε, δηλαδή πριν να φύγει. Δεν ήταν η αστυνομία που τον πήρε τηλέφωνο για αυτήν την υπόθεση αλλά η αδελφή του Μ.Υ.1 και του έδωσε έναν αριθμό τηλεφώνου, για να τους καλέσει ο ίδιος. Αυτό ήταν που έπραξε και όταν μίλησε με την αστυνομία του ανέφεραν την υπόθεση και τους είπε ότι θα έρθει στην Κύπρο όταν θα έχει χρήματα και ότι επιθυμούσε να έρθει. Όταν η αστυνομία τον συνέλαβε στη Ρουμανία δεν έφερε ένσταση. Πριν φύγει από την Κύπρο η σχέση του με την παραπονούμενη ήταν εκείνη της κανονικής οικογένειας, δηλαδή χαμογελούσαν, μιλούσαν, έπαιζαν και τη βοηθούσε σε καθετί που χρειαζόταν. Ακόμα και μετά που έφυγε μιλούσαν μέσω της εφαρμογής messenger, μέχρι τον Αύγουστο του 2022 που τον είχε μπλοκάρει επειδή της έστειλε μία φωτογραφία με το μωρό που έκανε με την νέα οικογένεια που έχει. Η Μ.Κ.6 πάντα του μιλούσε άσχημα και του ζητούσε χρήματα. Μόνο γι' αυτό μιλούσαν, τίποτα άλλο. Εξήγησε πως έστελνε χρήματα και ότι το έπραττε οικειοθελώς, εφόσον δεν είχαν χωρίσει και δεν είχε εκδοθεί διάταγμα διατροφής. Από τη στιγμή που τον μπλόκαρε και δεν είχε επικοινωνία μαζί με τη σύζυγό του, δεν μπορούσε να στέλνει χρήματα. Μετά που τον είχαν μπλοκάρει η αδελφή του Μ.Υ.1 του είχε στείλει ένα βίντεο, όταν η κόρη του την επισκέφτηκε και αφού την είχε παρακαλέσει να κάνει αυτό το βίντεο ώστε να δει και εκείνος την κόρη του. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 23, δηλαδή σχετικό USB με videos και αναγνώρισε το περιεχόμενό του, δηλαδή στιγμές που έζησε μαζί με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του. Το βίντεο (φάκελος 5 τεκμηρίου 23) του το έστειλε η αδερφή του και ήταν περίπου το
- Όταν η σύζυγός του τηλεφώνησε στην μητέρα του ήταν και ο ίδιος εκεί, εφόσον βρισκόταν στην Ελλάδα και άκουσε τη σύζυγό του να λέει διάφορα επειδή γνωρίζει ότι ζηλεύει και είναι γεμάτη μίσος και πάντα ήθελε το κακό του και επειδή αρχικά του ζήτησε χρήματα, ο ίδιος τη ρώτησε γιατί τον μπλόκαρε και της είπε, θέλω να στείλω λεφτά και να έχουμε επικοινωνία, ώστε να τον ξεμπλοκάρει και επίσης, να αφήσει όλες αυτές τις βλακείες που κάνει. Δεν απατούσε την Μ.Κ.6, δεν την χτυπούσε, αντιθέτως εκείνη ήταν που τον χτυπούσε, ενώ τέλος, η Μ.Κ.6 έκανε έκτρωση τρεις φορές, τη μια μάλιστα χωρίς να τον ενημερώσει. Τον είχαν διώξει από το σπίτι αλλά δεν έφυγε επειδή δεν είχε πού να πάει και ως εκ τούτου έμενε στο σαλόνι. Η είπε τόσο στον ίδιο όσο και στη μητέρα του και στην αδερφή του ότι τον θέλει είτε στο χώμα νεκρό είτε στη φυλακή. Δεν έκανε τα όσα του καταλογίζουν και ούτε σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση δεν θυμάται ούτε μία μέρα να έμεινε μόνος του μαζί με την παραπονούμενη. Κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι συνελήφθηκε στα σύνορα Μολδαβίας με Ρουμανία, όταν ξεκίνησε από τη Μολδαβία για να μεταβεί στην Ελλάδα. Δεν γνώριζε κατ' εκείνο τον χρόνο ότι είχε εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως εναντίον του. Αν το γνώριζε θα ερχόταν απευθείας εδώ. Του υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 8 (η δήλωση που ο ίδιος παρέδωσε στην αστυνομία), ανέφερε ότι «κλήθηκε» από την αστυνομία, για να ερωτηθεί κατά πόσο κλήθηκε για κατάθεση. Ήταν η θέση του πως ουδείς τον πήρε τηλέφωνο και πως ο ίδιος είναι που τηλεφώνησε στην αστυνομία. Του υποβλήθηκε ότι δεν είναι έτσι που έγιναν τα πράγματα και ότι η Μ.Κ.2 είναι εκείνη που του τηλεφώνησε, μάλιστα δυο φορές και τον ενημέρωσε, αρχικά για την καταγγελία της κόρης του και την έκδοση εθνικού εντάλματος συλλήψεως και στη συνέχεια ευρωπαϊκού. Ο ίδιος επέμεινε ότι δεν μίλησε με καμιά κυρία αλλά με κύριο, ο οποίος τον ειδοποίησε για την υπόθεση και σοκαρίστηκε και του είπε ότι μόλις θα έχει χρήματα θα έρθει στην Κύπρο. Ερωτήθηκε για τη σχέση του με τη σύζυγό του Μ.Κ.6 και ήταν η θέση του πως τσακώνονταν για τα χρήματα, επειδή μόνο εκείνος εργαζόταν. Η Μ.Κ.6 ήθελε πολλά πράγματα, ήθελε να πηγαίνει στη μητέρα της στην Ιταλία. Ερωτήθηκε και για τη σχέση της Μ.Κ.6 με την παραπονούμενη και είπε ότι εκείνες ήταν πάντα μαζί, επειδή δεν δούλευε ήταν πάντα μαζί. Ως μητέρα την χαρακτήρισε και κακιά και καλή. Ο ίδιος πάντα ήθελε την Μ.Κ.6 να εργάζεται, αυτή όμως του έλεγε ότι δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Δέχθηκε ότι κάποτε ίσως και να εργαζόταν, σπάνια όμως, δηλαδή μία φορά την εβδομάδα όπου έβρισκε δουλειά. Συμφώνησε ότι στο Άλφαμεγα η Μ.Κ.6 εργαζόταν από τις επτά το πρωί μέχρι τις τρεις, ενώ ο ίδιος σχόλανε η ώρα 11 το πρωί, εντούτοις στη συνέχεια πήγαινε σε άλλη εργασία. Ερωτήθηκε ποτέ ήρθαν στην Κύπρο, με τον ίδιο να δηλώνει το 2014 με
- Του υποβλήθηκε ότι ήρθαν το 2013 και απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ήρθαν το
- Επανέλαβε που διέμεναν και ανέφερε ότι χώρισαν το 2019, ότι ο ίδιος δεν έφυγε από την οικία μέχρι και την 6 Μαρτίου 2020 όταν έφυγε για την Ιταλία. Η σχέση του με την παραπονούμενη ήταν όπως μία κανονική οικογένεια. Μιλούσαν, χαμογελούσαν και της άρεσε το τραγούδι. Ερωτήθηκε κατά πόσον έκαναν πράγματα μαζί και η απάντηση ήταν αρνητική. Ερωτήθηκε γιατί, αφού ήταν μία φυσιολογική οικογένεια και διερωτήθηκε «Δηλαδή τι πράγματα»; Στην ερώτηση αν πήγαιναν μαζί πισίνα, απάντησε ότι πήγαινε όλη η οικογένεια, ποτέ δεν πήγε μόνος μαζί της και πρόσθεσε ότι δεν ήταν ποτέ μόνοι τους για να κάνουν κάτι. Η μητέρα του τους επισκεπτόταν στην Κύπρο τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο. Όταν έρχονταν διέμενε πότε στη Θ.Α πότε στη Μ.Υ.1 και πότε κοντά του. Περισσότερο όμως έμενε κοντά του. Η παραπονούμενη έμενε όπου ήταν και η μητέρα του, έστω και αν δεν έμενε σπίτι τους. Ερωτήθηκε σε σχέση με τη θέση του ότι η παραπονούμενη και η μητέρα της τον μπλόκαραν όταν έμαθαν ότι έκανε παιδί αφού τους έστειλε μία φωτογραφία, για να απαντήσει πως δεν γνωρίζει γιατί τον έχουν μπλοκάρει, σίγουρα όμως έμαθαν ότι έχει άλλο παιδί. Ερωτήθηκε και για την επικοινωνία της Μ.Κ.6 με τη σύντροφό του και ήταν η θέση του πως η Μ.Κ.6 είναι εκείνη που πρώτη επικοινώνησε μαζί της. Στο τηλεφώνημα που δέχτηκε από την Μ.Κ.6 καθ' ον χρόνο βρισκόταν στην Ελλάδα, δηλαδή το 2023, του ζήτησε χρήματα, όπως πάντα με άσχημο τρόπο και ο ίδιος τη ρώτησε γιατί τον έχει μπλοκάρει και της ζήτησε να τον ξεμπλοκάρει ώστε να μπορέσει να στέλνει χρήματα. Δεν είναι στον ίδιο που τηλεφώνησε αλλά στη μητέρα του. Εκείνη τη στιγμή την άκουσε που μιλούσε με τη μητέρα του και πήγε και ο ίδιος. Όταν τον άκουσε, εκείνη του ζήτησε λεφτά και ο ίδιος της είπε να αφήσει τις βλακείες και τις τρέλες, να τον ξεμπλοκάρει για να μπορούν να μιλήσουν και να στέλνει λεφτά στην κόρη του. Ερωτήθηκε ειδικά κατά πόσον εκείνη την ημέρα η Μ.Κ.6, πέραν από την καταγγελία, του ζήτησε και χρήματα και απάντησε ότι, «αφού για λεφτά μιλούσε και για όλα εκείνα που τα είπε στη μητέρα μου μιλούσαν μεταξύ τους αλλά όχι μαζί μου». Αρνήθηκε ότι μίλησε με την παραπονούμενη. Ο λόγος που σταμάτησε να στέλνει χρήματα, ήταν ακριβώς επειδή τον είχαν μπλοκάρει και δεν ήθελε να στέλνει χρήματα μέσω άλλου ατόμου, επειδή κάτι τέτοιο είναι σαν να στέλνεις λεφτά στον αέρα και δεν ξέρεις αν θα φτάσουν. Έχει εμπιστοσύνη στην αδερφή του, εφόσον αυτήν ήταν που αφορούσε η ερώτηση, εντούτοις ήθελε να στέλνει τα χρήματα προσωπικά. Εντέλει, του τέθηκε σειρά υποβολών σε σχέση με κάθε έναν των ισχυριζόμενων περιστατικών, τις οποίες και απέρριψε. Τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ακολούθησε η αδελφή του, Α.Α (Μ.Υ.1). Η εν λόγω έδωσε δύο καταθέσεις, τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (τεκμήρια 46 και 47). Όπως ανέφερε, το έτος 2018, πριν τα Χριστούγεννα, πήρε τα παιδιά της, μία κόρη και έναν γιο και πήγε να μείνει στο σπίτι όπου έμενε ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του. Γύρω στο έτος 2019 ο αδελφός της και η σύζυγός του χώρισαν και ο πρώτος έφυγε από το σπίτι, ενώ λίγους μήνες αργότερα έφυγε και η σύζυγός του μαζί με την κόρη της, δηλαδή την παραπονούμενη και πήγαν να μείνουν στα Λατσιά μόνες τους. Κατά τη διάρκεια που διέμεναν όλοι μαζί και πριν χωρίσουν ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του, δεν αντιλήφθηκε να συμβαίνει οτιδήποτε μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, ούτε και η παραπονούμενη της ανέφερε οτιδήποτε που την ενόχλησε σε σχέση με τον πατέρα της. Αυτό που η ίδια γνωρίζει είναι πως η παραπονούμενη πάντα είχε πολύ καλή σχέση με τον πατέρα της και του είχε αδυναμία, σε αντίθεση με τη μητέρα της της οποίας η σχέση με τον κατηγορούμενο ήταν τεταμένη και καθημερινά είχαν έντονες συζητήσεις και προστριβές. Λίγους μήνες πριν (νοείται πριν δώσει την πρώτη κατάθεση) πληροφορήθηκε από τη μητέρα της ότι η παραπονούμενη κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ότι την κακοποίησε σεξουαλικά και τον κατηγόρησε ως βιαστή μετά που η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.6) της είπε ότι θα την έστελνε να περάσει το καλοκαίρι του 2023 στο σπίτι της γιαγιάς της στην Ελλάδα. Εκείνη την περίοδο ο αδελφός της (κατηγορούμενος) θα έφευγε από την Ελλάδα και θα επέστρεφε στη Μολδαβία. Η Μ.Υ.1 παραξενεύτηκε με την πρόθεση της μητέρας της παραπονούμενης να τη στείλει στη γιαγιά της στην Ελλάδα, γιατί εδώ και πολύ καιρό δεν είχε καμία επαφή με τη γιαγιά της, αλλά ούτε και μαζί τους, όπως και με τον πατέρα της. Προσωπική άποψή της είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε κάποιο κακό στην παραπονούμενη, την οποία υπεραγαπούσε και ότι ο λόγος που η παραπονούμενη προέβη στην καταγγελία εναντίον του, είναι επειδή δεν ήθελε να πάει να μείνει στην Ελλάδα, γιατί εκείνο το διάστημα είχε σχέση με κάποιο αγόρι. Επίσης, η παραπονούμενη ήταν κακομαθημένη και συνήθιζε να λέει ψέματα ακόμα και για ασήμαντες αφορμές και συχνά αντιδρούσε σε αυτά που της ζητούσαν να κάνει και αντέστρεφε την πραγματικότητα με τα λεγόμενά της. Όταν η ίδια (Μ.Υ.1) πήγε να μείνει μαζί τους, η μητέρα της παραπονούμενης δεν εργαζόταν και επίσης ο γιος της Μ.Υ.1, (Ι.Σ.), ήταν πάντα στο σπίτι και περνούσε όλη τη μέρα στο δωμάτιό του. Η δεύτερη κατάθεση της Μ.Υ.1 (τεκμήριο 47) αφορά, κυρίως, την ημερομηνία 06/01/
- Την εν λόγω ημερομηνία η ώρα 22:16 και 22:17 της τηλεφώνησε η μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.6), αλλά δεν το είχε δει και αργότερα, η ώρα 22:18, της τηλεφώνησε η παραπονούμενη και πάλι δεν το είχε δει. Αργότερα την ίδια μέρα, η ώρα 22:23, η παραπονούμενη της έστειλε μήνυμα καλώντας την να της απαντήσει και τότε η ίδια την πήρε τηλέφωνο. Την άκουσε να κλαίει πάρα πολύ, τη ρώτησε τι έγινε, αν είναι καλά και αν έπαθε κάτι η μάμα της και τότε η παραπονούμενη της είπε ότι δεν έπαθε κάτι άλλα ότι θέλει να την επισκεφθεί, ότι της λείπουν, ότι θέλει να τους δει, ότι θέλει να είναι όπως παλιά και ότι έχει 2-3 μέρες που τους σκέφτεται και δεν είναι καλά και θέλει να κοιμηθούν αγκαλίτσα. Δεν ήξερε τι να της απαντήσει, της είπε να ηρεμίσει και επειδή ήταν έξω με φίλες της ζήτησε να έρθει την επόμενη μέρα. Η παραπονούμενη επέμενε να την επισκεφθεί το ίδιο βράδυ και αφού η μάρτυρας (Μ.Υ.1) ενημέρωσε τα παιδιά της, τα οποία δεν είχαν πρόβλημα, έστειλε μήνυμα στην παραπονούμενη και της είπε ότι θα την περιμένουν τα παιδιά της και λίγο αργότερα θα μετέβαινε και η ίδια στο σπίτι. Η παραπονούμενη πήγε στο σπίτι τους γύρω στις 23:00 και αργότερα, γύρω στις 23:30 με 24:00 μετέβη στο σπίτι και η Μ.Υ.
- Η παραπονούμενη ήταν ευδιάθετη και χαρούμενη και τους έδειξε και τα τατουάζ της. Μόλις είδε τη Μ.Υ.1 την αγκάλιασε και το βράδυ κοιμήθηκαν μαζί. Την επομένη το πρωί μίλησε και με τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.6), καθότι κάλεσε τηλεφωνικώς την παραπονούμενη η οποία όμως κοιμόταν και έτσι απάντησε το τηλέφωνό της η Μ.Υ.
- Πέρασαν τη μέρα μαζί και γύρω στις 20:30 το βράδυ πήγε η μητέρα της να την παραλάβει. Κατά τον ίδιο χρόνο μίλησε τηλεφωνικώς με τη μητέρα της παραπονούμενης (Μ.Κ.6), η οποία της ανέφερε πως τώρα η παραπονούμενη είναι πολύ καλύτερα μετά από όλα όσα πέρασαν με τους ψυχολόγους και· «τώρα να δούμε τι θα γίνει και με αυτήν την υπόθεση». Η ιδία απέφυγε να συνεχίσει τη συζήτηση. Στη συνέχεια είχε ξανά επικοινωνία με την παραπονούμενη μέσω μηνυμάτων, με σκοπό να της δώσει το παλιό κινητό της τηλέφωνο, αφού το καθαρίσει από τις φωτογραφίες, κάτι όμως που τελικώς δεν έγινε. Η τελευταία φορά που είχαν επικοινωνία ήταν την 06/02/2024 όταν η παραπονούμενη της έστειλε μήνυμα και τη ρώτησε τι κάνει, αλλά η Μ.Υ.1 δεν απάντησε. Την 06/02/2024 συνέλαβαν τον αδελφό της. Ενόρκως πρόσθεσε ότι ο δικηγόρος είναι εκείνος που της ζήτησε να δώσει τη δεύτερη κατάθεση αφού του ανέφερε το περιστατικό. Επανέλαβε πότε ήρθε στην Κύπρο ο αδελφός της με την οικογένειά του, πού διέμεναν, ποιοι διέμεναν μαζί τους και πού εργάζονταν είτε ο αδελφός της είτε η σύζυγός του και από πότε, καθώς ότι οι δύο οικογένειες, δηλαδή η δική της και του κατηγορούμενου είχαν πάρα πολύ στενή σχέση και η ίδια είχε ιδιαίτερη σχέση με την παραπονούμενη. Ήταν πιο πολύ από ότι η κόρη της. Αναφέρθηκε στις σχέσεις του ζεύγους, δηλαδή του κατηγορούμενου και της συζύγου του. Δεν είχε σπίτι ή φίλο στον Λυθροδόντα, άλλωστε το σπίτι που έμεναν ενοικιάστηκε αμέσως μετά, δεν είχε πού να πάει. Της υποδείχθηκε το τεκμήριο 23 και μίλησε για το περιεχόμενο τούτου. Πρόσθεσε ότι η παραπονούμενη δεν ήταν δυστυχισμένη όταν έκλεινε η κάμερα και περαιτέρω, σε ερώτηση κατά πόσον φοβόταν τον πατέρα της, απάντησε μακάρι να τον φοβόταν, εφόσον έτσι θα του είχε σεβασμό. Σε ό, τι αφορά τον φάκελο με αριθμό 5 από το τεκμήριο 23, υποστήριξε ότι εκείνη τη μέρα η Μ.Κ.6 πήρε την παραπονούμενη στο σπίτι της και επειδή είχε μιλήσει νωρίτερα με τον αδελφό της, δηλαδή τον κατηγορούμενο, είπε στην παραπονούμενη να κάμουν αυτά τα βίντεο για να του τα στείλουν και ήταν σε γνώση της παραπονούμενης ότι αυτός ήταν ο σκοπός που έκαναν τα βίντεο. Περαιτέρω, η ίδια ήταν που ανακοίνωσε στην παραπονούμενη πως θα έχει αδελφάκι και τότε ξεκίνησε να κλαίει και να λέει «εγώ αυτό μωρό το μισώ, εγώ δεν έχω κανένα αδελφός και δεν θέλω κανένα αδελφός. Εγώ ήθελα τότε να κάνω με τη μάμα». Η Μ.Υ.1 της απάντησε «ναι όμως πριν να φύγει όταν κοιμόταν ο παπάς σου στο σαλόνι, τότε ούτε καν δεν ξέρατε εάν ζει ή εάν πέθανε εκεί μέσα, γιατί τον έλεγες...γιατί άκουγες τη μάμα και πήγαινες και του έλεγες μαλακά», με την παραπονούμενη να της απαντά ότι τότε ήταν πολύ μικρή και δεν ήξερε τι έλεγε. Ο κατηγορούμενος καμία φορά δεν πήγε στην πισίνα μόνος του με την παραπονούμενη. Πάντα ήταν μαζί τους. Όταν ενημερώθηκε από την αστυνομία για την καταγγελία, τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι στη Μολδαβία και η κυρία Ζ.Ε της έδωσε τον αριθμό της, δεν θυμάται σταθερό ή κινητό και το έδωσε στον αδελφό της για να επικοινωνήσει μαζί τους. Το βράδυ που την επισκέφθηκε η παραπονούμενη, γνώριζε για την καταγγελία που είχε υποβληθεί, της επέτρεψε όμως να τους επισκεφθεί γιατί της είχε λείψει. Η παραπονούμενη της ανέφερε «Μ.Υ.1 μου, συγνώμη ήθελα να σε δω, ήθελα να είμαστε όπως παλιά». Πρόσθεσε επίσης ότι η κόρη της μίλησε με την παραπονούμενη και όπως της ανέφερε η παραπονούμενη φαινόταν μια χαρά, τους είπε ότι καπνίζει, ότι έχει σχέση και ότι έκανε τατουάζ, ένα στο στήθος και ένα στο «κωλομέρι», τα οποία μάλιστα τους έδειξε στην παρουσία του αγοριού της. Και η Μ.Υ.1 ήταν με έκπληξη που άκουσε την παραπονούμενη αργότερα να της λέει ότι χώρισε τον Λ.Ε. γιατί είναι μαλάκας και ότι τώρα γουστάρει κάποιον άλλο μεγαλύτερο. Μιλούσε λες και ήταν μία κοπέλα που γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει μία σχέση. Ο λόγος που δεν απάντησε στο μήνυμα της παραπονούμενης την 06/02/2024 ήταν γιατί η Interpol είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο και ήταν μεγάλο το σοκ, μέχρι που η μητέρα τους είχε φτάσει στο νοσοκομείο. Πλέον θεώρησε ότι ήταν σωστό να μην έχουν επικοινωνία μέχρι να ξεκαθαρίσουν. Αν πίστευε ότι ο κατηγορούμενος κακοποίησε την παραπονούμενη σεξουαλικά, πρώτη θα τον κατάγγελλε. Στην αντεξέταση αμφισβητήθηκε ότι όταν μετακόμισε στην οικία που έμενε η Μ.Κ.5 στη Σταυρού, ο αδελφός της διέμενε ακόμα εκεί και της υποβλήθηκε ότι είχε ήδη φύγει, θέση την οποία απέρριψε. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι κατά τις επισκέψεις της μητέρας της έτυχε να κοιμηθούν στο ίδιο κρεβάτι με τη Μ.Κ.
- Εντέλει ερωτήθηκε για τα διαμειφθέντα κατά την επίσκεψη της Μ.Κ.5 στην οικία της και της υποβλήθηκε ότι δεν έχει τατουάζ στο στήθος, πράγμα για το οποίο η Μ.Υ.1 επέμεινε. Επόμενη μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η Β.Α (Μ.Υ.2). Η εν λόγω είναι ξαδέλφη της παραπονούμενης και θυγατέρα της άλλης αδελφής του κατηγορούμενου (όχι της Μ.Υ.1), δηλαδή της Θ.Α. Η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και υιοθέτησε στο Δικαστήριο είναι το τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη M.Y.2, η παραπονούμενη ζούσε στην Ελλάδα μέχρι την ηλικία των 5 ετών, όταν και ήρθε στην Κύπρο. Όσο διάστημα ζούσε στην Ελλάδα η Μ.Υ.2 την επισκεπτόταν για 1 με 2 μήνες μέχρι που έγινε 12 ετών. Αργότερα, όταν πλέον η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο με την οικογένειά της, για κάποιο διάστημα τους φιλοξένησε η Μ.Κ.6 και στη συνέχεια πήγαν να μείνουν στο Λυθροδόντα. Αρκετές φορές πήγαινε στο τροχόσπιτο να μένει μαζί τους. Ο θείος της, δηλαδή ο κατηγορούμενος, ασχολείτο με διάφορες εργασίες, ενώ η Μ.Κ.6 ξεκίνησε να εργάζεται σε μια υπεραγορά όταν πήγαν να μείνουν σε μια οικία στον Λυθροδόντα. Όταν στη συνέχεια μετακόμισαν στην οδό Σταυρού, στο σπίτι εκείνο πήγε και η ίδια με τη μητέρα της και έμειναν εκεί μαζί τους για περίπου 7 μήνες, το
- Όσες φορές πήγε η ίδια να μείνει μαζί τους δεν πρόσεξε την παραπονούμενη να μένει μόνη της στο σπίτι με τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια και περί το τέλος του 2019, ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του χώρισαν. Λίγο πριν χωρίσουν μαζί τους διέμενε και η θεία της η Μ.Υ.1 μαζί με τα παιδιά της. Η ίδια όποτε έμενε μαζί τους περνούσε πολύ καλά με την παραπονούμενη και είχαν πολύ καλή σχέση. Σε καμία περίπτωση η παραπονούμενη δεν της ανέφερε ότι έγινε οτιδήποτε που να την ενοχλήσει σε σχέση με τον πατέρα της και η σχέση τους ήταν φυσιολογική, αλλά δεν περνούσαν πολύ χρόνο μαζί γιατί εργαζόταν αρκετές ώρες. Ούτε και πρόσεξε κάτι στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι στην παραπονούμενη. Εκείνο όμως που πρόσεξε και δεν της άρεσε, ήταν η συμπεριφορά της Μ.Κ.6 απέναντι στον κατηγορούμενο, η οποία χωρίς λόγο του φώναζε και τον κατηγορούσε και έδειχνε να τον μισεί. Μάλιστα όλα αυτά γίνονταν μπροστά στην παραπονούμενη. Όταν ο κατηγορούμενος έφυγε να πάει στην Ιταλία και χώρισαν, η Μ.Κ.6 μίλησε με τη γιαγιά της στην Ελλάδα και της είπε ότι θέλει να τον δει στο χώμα ή στη φυλακή. Η Μ.Κ.6 συνεχώς κατηγορούσε τον κατηγορούμενο στην παραπονούμενη όταν η ίδια πήγαινε να μείνει στο σπίτι τους στον Λυθροδόντα. Παρά τα όσα του έλεγε με άσχημο ύφος, εκείνος πάντα ήταν ήρεμος και ποτέ δεν της φώναζε. Από τότε που ο κατηγορούμενος έφυγε και πήγε Ιταλία, η παραπονούμενη άλλαξε τη συμπεριφορά της απέναντι του, άρχισε να τον βρίζει, να μιλά με κακία και μίσος και δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Μάλιστα τον Γενάρη του 2022, όταν έμαθε ότι έκανε άλλο παιδί με μια κοπέλα στη Μολδαβία, τον χαρακτήρισε μαλάκα και αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να κάνει άλλο παιδί τη στιγμή που δεν την αγαπά. Μετά τον χωρισμό η Μ.Κ.6 και η παραπονούμενη διέκοψαν κάθε σχέση με την οικογένεια, δηλαδή τη μητέρα της, τη Θ.Α και τη γιαγιά της. Μάλιστα, όταν πληροφορήθηκαν για το τηλεφώνημα της Μ.Κ.6 στη γιαγιά της παραπονούμενης και πως θα την έστελνε στην Ελλάδα, παραξενεύτηκαν όλοι γιατί με τη γιαγιά δεν είχε καμία σχέση εδώ και πολύ καιρό. Δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος έκανε οποιοδήποτε κακό στην παραπονούμενη και ο λόγος, πιστεύει, που η παραπονούμενη έκανε την καταγγελία εναντίον του, είναι επειδή επηρεάστηκε πάρα πολύ από τη μητέρα της και επειδή δεν ήθελε να πάει να μείνει στην Ελλάδα, γιατί εκείνο το διάστημα είχε σχέση με κάποιο αγόρι. Ενόρκως υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σαν πατέρας για την ίδια και είχαν καλές σχέσεις. Το ίδιο και με την παραπονούμενη που την είχε σαν μικρή αδερφή. Με την Μ.Κ.6 οι σχέσεις της ήταν τυπικές, μιλούσαν εφόσον έμεναν μαζί. Η Μ.Κ.6 συνεχώς προσπαθούσε να μειώσει τον κατηγορούμενο και τον χαρακτήριζε μαλάκα, άχρηστο και ότι δεν ενδιαφέρεται, κάτι το οποίο δεν ίσχυε, εφόσον όλη μέρα δούλευε για εκείνες. Αυτό έγινε μπροστά της πολλές φορές και μάλιστα μπροστά και στην παραπονουμένη. Από την άλλη ο κατηγορούμενος ήταν πάντα χαμηλών τόνων, προσπαθούσε να μη ρίχνει λάδι στη φωτιά, να την ηρεμήσει και δεν απαντούσε, απλώς έσκυβε το κεφάλι. Η σχέση του κατηγορουμένου με το ποτό ήταν φυσιολογική. Ανέφερε διάφορα ζητήματα που πληροφορήθηκε από τη Μ.Υ.1, όπως είναι και το γεγονός ότι αφότου χώρισαν οι δύο τους, η Μ.Κ.6 μίλησε με τη μητέρα του κατηγορουμένου στην Ελλάδα και της είπε πως θέλει να τον δει στο χώμα η στη φυλακή. Ήταν η θέση της πως σε κανένα σπίτι δεν αντιλήφθηκε την παραπονούμενη να μένει μονή της με τον κατηγορούμενο. Ούτε και άκουσε ποτέ την παραπονούμενη να πιέζει τη μητέρα της να χωρίσει τον κατηγορούμενο. Από την άλλη, η σχέση της Μ.Κ.6 με την κόρη της ήταν πολύ κοντινή. Ό,τι της έλεγε η μητέρα της θα το έκανε. Θυμάται πως σε μία περίπτωση η Μ.Κ.6 έκανε μία χειρονομία στον κατηγορούμενο χωρίς λόγο και ακριβώς το ίδιο πράγμα έκανε και η κόρη στη συνέχεια. Μετά την καταγγελία η παραπονούμενη επικοινώνησε μαζί της και της ζήτησε να της κάνει τα νύχια της. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι καθ' ον χρόνο διέμενε μαζί με την οικογένεια του κατηγορουμένου στον Λυθροδόντα πήγαινε γυμνάσιο, δηλαδή ήταν 12 ετών η ίδια και η παραπονούμενη
- Όταν έμεναν μαζί οι δύο οικογένειες, δηλαδή το 2017, περνούσε όλο τον χρόνο με την παραπονούμενη. Δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν στιγμές που έμενε μόνη της με τον πατέρα της, όπως και ότι μετά που έφυγαν από το σπίτι δεν γνωρίζει τι γινόταν εκεί. Πρόσθεσε εντούτοις ότι λίγο καιρό μετά μετακόμισε η θεία της με τα ξαδέρφια της. Επίσης, ανέφερε πως η παραπονούμενη δεν της εμπιστεύτηκε κάτι προσωπικό της, πλην μία φορά που της ανέφερε κάτι για το σχολείο. Ερωτήθηκε και σε σχέση με τη δήλωση που υποστήριξε ότι άκουσε την Μ.Κ.6 να κάνει, δηλαδή ότι θέλει να δει τον κατηγορούμενο στο χώμα ή στην φυλακή και της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν το ανέφερε στην κατάθεσή της. Υποστήριξε πως ήταν αγχωμένη και γι' αυτό το λόγο δεν το ανέφερε και πως στην πορεία το θυμήθηκε. Πριν την καταγγελία η Μ.Υ.1 την ενημέρωσε για το τηλεφώνημα της Μ.Κ.6 προς τη γιαγιά Χ.Α. Δέχθηκε ότι από τότε που έφυγε από το σπίτι που έμεναν όλοι μαζί έκοψε επαφές πάρα πολύ και ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι γινόταν, παρά μόνο ό,τι την πληροφορούσε η θεία της η Μ.Υ.
- Για καλύτερη αντίληψη της μαρτυρίας του τρίτου μάρτυρα υπεράσπισης (Μ.Υ.3), επιβάλλεται να σημειωθεί ότι εκκρεμούσης της διαδικασίας και συγκεκριμένα την 23/04/2025 μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Υ.2, η υπεράσπιση έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κλήση «duces tecum», με την οποία ζήτησε την προσκόμιση στο Δικαστήριο του ιατρικού φακέλου της ανήλικης στο Τ.Ε.Ν.Ε., ώστε να μελετηθεί από τον πραγματογνώμονα της υπεράσπισης, Μ.Υ.3, προς τον σκοπό ετοιμασίας σχετικής έκθεσης. Η κατηγορούσα αρχή έφερε ένσταση στο αίτημα και συνεπεία τούτου το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις των συνηγόρων και αυθημερόν αποφασίστηκε η διεξαγωγή διαδικασίας, εν προκειμένω να παρουσιαστεί το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τον φάκελο και οι θέσεις των μερών να τεθούν μετά τη μαρτυρία του. Αφότου η διαδικασία προχώρησε κατά τον ως άνω τρόπο, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο σχετικός ιατρικός φάκελος από το Τ.Ε.Ν.Ε. και σημειώθηκε ως δέσμη εγγράφων Α (στη συνέχεια ο ιατρικός φάκελος της ανήλικης). Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας και προτού το Δικαστήριο ακούσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων, έκρινε σκόπιμο να έχει και τη θέση της ανήλικης παραπονούμενης προσωπικά και δια της μητρός της. Ως εκ τούτου, δόθηκαν οδηγίες στη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να μεριμνήσει για την εξασφάλιση της θέσης της ανήλικης κατά πώς ανωτέρω αναφέρθηκε. Τη 02/05/2025 η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και δήλωσε ότι «Έχω επικοινωνήσει με την ίδια την παραπονούμενη και τη μητέρα της, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου σας και μου ανέφεραν ότι παρά το ότι δεν γνωρίζουν τι περιέχει ο συγκεκριμένος φάκελος, λόγω του ότι δεν ήταν ποτέ στην κατοχή τους, εντούτοις δίνουν τη συγκατάθεσή τους». Ακολούθως, η συνήγορος πρόσθεσε ότι ενόψει της συγκατάθεσης, δεν επιθυμούσε περαιτέρω προώθηση των λόγων ένστασης. Με γνώμονα όλα τα ανωτέρω αποφανθήκαμε πως «Υπό αυτές τις περιστάσεις, και οφείλουμε να σημειώσουμε όχι χωρίς δισταγμό, καταλήγουμε ότι υπερισχύει το δικαίωμα του κατηγορουμένου και συνεπώς δια τον σκοπό που αναφέρθηκε, δηλαδή όχι για παράδοση των εγγράφων σε οποιονδήποτε, άλλα για να επιθεωρηθούν από τον εμπειρογνώμονα της υπεράσπισης, το αίτημα εγκρίνεται. Ήδη η δέσμη εγγράφων βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έλαβε την ένδειξη Α». Ακολούθως δόθηκαν οδηγίες ως προς τον τρόπο επιθεώρησης του ιατρικού φακέλου της ανήλικης, διαδικασία η οποία διενεργήθηκε την 07/05/
- Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ως τρίτος μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε στο Δικαστήριο ο Δ.Α. (Μ.Υ.3), ψυχίατρος. Το βιογραφικό του μάρτυρα είναι το τεκμήριο 49 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ολοκλήρωσε την ειδικότητα της ψυχιατρικής το 2012 και έκτοτε παρέχει συναφείς υπηρεσίες, αρχικά στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το 2015 και ακολούθως στην Κύπρο. Παράλληλα, διετέλεσε λέκτορας σε πανεπιστημιακή σχολή στο Λονδίνο μεταξύ 2013 με 2016 και από το 2015 μέχρι σήμερα είναι επίτιμος επίκουρος καθηγητής στο St George' s of London/Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, ενώ από το 2021 μέχρι σήμερα είναι κλινικός επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Επιπλέον, είναι διευθυντής του Cyprus rTMS Centre, δηλαδή κέντρου που παρέχει ψυχιατρικές αξιολογήσεις και θεραπείες σε Λευκωσία, Λάρνακα και Πάφο. Η έκθεση που ετοίμασε ο Μ.Υ.3 και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το τεκμήριο
- Ως εξηγήθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του, στην παράγραφο που τιτλοφορείται «Υλικό Ανάλυσης» καταγράφονται τα όσα μελέτησε προς τον σκοπό ετοιμασίας τούτης της έκθεσης και είναι ο ιατρικός φάκελος της ανήλικης, η έκθεση και τα πρακτικά της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 (ψυχολόγος) και η κατάθεση και τα πρακτικά της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 (παιδοψυχίατρος). Είναι η θέση του Μ.Υ.3, ως περιγράφεται στην έκθεση και ως την προώθησε και στη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ο ιατρικός φάκελος της ανήλικης παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και περαιτέρω, ότι εντοπίζονται εκεί σημαντικά διοικητικά και κλινικά στοιχεία που δεν τεκμηριώνονται. Υποδεικνύει εν προκειμένω ότι αναφέρεται λανθασμένη ημερομηνία εισαγωγής (07/01/2021 ενώ η ορθή είναι η 07/01/2022) και πως δεν καταγράφεται το περιεχόμενο των ψευδαισθήσεων ούτε γίνεται τεκμηριωμένη αξιολόγηση της παρούσας ψυχικής κατάστασης ή της επικινδυνότητας. Συνταγογραφείται συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, χωρίς ωστόσο να στοιχειοθετείται πλήρης διαγνωστική τεκμηρίωση. Παραθέτει λεπτομέρειες και για άλλες ημερομηνίες νοσηλείας της ανήλικης και καταλήγει πως η διάγνωση μεικτή αγχώδης και καταθλιπτική διαταραχή, η οποία καταγράφεται με λανθασμένη παραπομπή στο DSM αντί στο ICD-10 F41.2, δεν συνάδει με τα εμφανή ψυχωσικά στοιχεία και τη φαρμακευτική αγωγή. Σε άλλη ημερομηνία (10/03/2022) δεν τεκμηριώνεται η παρούσα ψυχική κατάσταση, ενώ στη συνέχεια (11/03/2022) και πάλι δεν αναλύεται η παρούσα ψυχική κατάσταση ή το περιεχόμενο των συμπτωμάτων και υποδεικνύει πως η φράση που εκεί εντοπίζεται «φοβάται ότι κάτι κακό θα της συμβεί» παραμένει χωρίς αξιολόγηση, παρότι «μπορεί να έχει παραληρηματικό χαρακτήρα και συνδέεται με έντονο άγχος». Παραληρηματικές ενδέχεται να είναι και οι σκέψεις της ανήλικης που καταγράφονται την 17/03/2022, οι οποίες όμως δεν διερευνώνται επαρκώς. Χωρίς επαρκή αξιολόγηση της επικινδυνότητας κρίνει και τα αναφερόμενα στην ημερομηνία 18/03/2022, ενώ τέλος το εξιτήριο ημερομηνίας 27/03/2022 το θέλει να είναι χωρίς τεκμηριωμένη ψυχιατρική αξιολόγηση. Εκθέτει περαιτέρω τις θέσεις του για τα σοβαρά κενά σε σχέση με βασικά πεδία και προβαίνει σε κριτική αποτίμηση. Πλημμελείς κρίνει και τις διαπιστώσεις της Μ.Κ.4, ενώ στα συμπεράσματα της έκθεσής του καταλήγει ότι η διάγνωση που δόθηκε στην ανήλικη ενδέχεται να μην αντανακλά πλήρως το εύρος της ψυχοπαθολογίας ατόμων που εμφανίζουν ψευδαισθήσεις ή άλλες ψυχωσικές εκδηλώσεις, εξηγεί γιατί απαιτείτο επαναξιολόγηση των ψυχωτικών χαρακτηριστικών και σχολιάζει τη φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές προχώρησαν και σε αγορεύσεις, εν προκειμένω τα έγγραφα Β και Γ ενώπιον του Δικαστηρίου (κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης αντίστοιχα). Μελετήσαμε βεβαίως τα όσα εκεί αναφέρονται και τα είχαμε κατά νου κατά τη συγγραφή της απόφασης. Στη συνέχεια αναφορά θα ακολουθήσει εκεί και όπου κρίνουμε ότι χρειάζεται, κατά πώς εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2Α.Α.Δ. 490, 495. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επισταμένα το σύνολο των μαρτύρων καθ' ον χρόνο κατέθεταν ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης, η οποία σε δεύτερο χρόνο αντεξετάστηκε κατά πώς ανωτέρω εξηγήθηκε. Συνακόλουθα, είχαμε το ευεργέτημα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας, να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις και την ευρύτερη συμπεριφορά ενός εκάστου, τόσο γενικά, όσο και ειδικά, εν προκειμένω σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και απαντήσεις. Και είναι αναγνωρισμένο νομολογιακά πως η εγγενής και ιδιάζουσα αυτή διεργασία συνιστά μέρος της ανθρώπινης υπόστασης και παρέχει την ευχέρεια σχηματισμού γνώμης για την αλήθεια των θέσεων του προσώπου που εξιστορεί τούτες (βλ. Σ. Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α.Α.Δ. 468, 491). Βεβαίως δεν περιοριστήκαμε απλώς στην εξωτερική εικόνα της μαρτυρίας, αλλά προχωρήσαμε και θέσαμε τούτη στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δια αντιπαραβολής και συσχετισμού κάθε πτυχής αυτής με κάθε άλλη μαρτυρία, στην αντικειμενική της πάντα υπόσταση (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Άλλωστε όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία· το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, με τα εκεί αναφερόμενα να υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως να συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση και το άλλο να ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια (βλ. Νίκου Ανδρέου Γιάννη Κασιή ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 384/11, ημερομηνίας 07/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A62). Εργαλεία τα οποία η νομολογία αναγνωρίζει ότι εξυπηρετούν τούτον τον στόχο, είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, ήτοι πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16 η έκδοση, σελίδα 333). Επίσης, δεδομένη είναι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, 395 και Ευσταθίου ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. 269/12, ημερ. 23/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A341). Στα ανωτέρω προσθέτουμε και τον βασικό κανόνα αξιολόγησης που έχει να κάνει με την αντιμετώπιση που κάθε μάρτυρας τυγχάνει από την πλευρά που τον αντεξετάζει. Εν προκειμένω εδραιωμένο είναι ότι η παράλειψη υποβολής συγκεκριμένης θέσης σε μάρτυρα, ως επίσης η υποβολή αντιφατικής θέσης σε σχέση με μαρτυρία που ακολούθως προσκομίζεται, δεν αφήνει αναλλοίωτη τη διεργασία αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Δώρος Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 149/15, ημερ. 25/04/2017, ECLI:CY:AD:2017:D145∙ «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. Όπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599 και Σιακαλλής ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, θεωρούμε αβάσιμη την έφεση και την απορρίπτουμε». Καθοδήγηση ως προς το ποιες είναι οι υποχρεώσεις των μερών καθ΄ ον χρόνο έκαστος αντεξετάζει τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και οι επιπτώσεις από μη τήρηση των σχετικών νομολογιακών κανόνων, αντλεί κανείς από τον μεστό λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co Ltd v Acuac Inc.
(2002)1 Γ ΑΑΔ 1527, 1541, όπου λέχθηκε ότι: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Ως εκ των ανωτέρω, θέματα που δεν τίθενται στην αντεξέταση και που εμφανίζονται για πρώτη φορά με τους μάρτυρες υπεράσπισης, είναι έκθετα σε απόρριψη, γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να εξηγήσουν και να σχολιάσουν τα θέματα αυτά. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στον Cross on Evidence 4η εκδ. σελ. 227 αναφορικά με τον σκοπό της αντεξέτασης: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief» Τέλος, στην υπόθεση Μ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 14/13, ημερ.20/03/2014, υπεδείχθη και το εξής σχετικό: «Κατανοούμε το θεμιτό της προσπάθειας του συνηγόρου να πλήξει την αξιοπιστία του μάρτυρα δια της ανάδειξης αυτού του τελευταίου στοιχείου, αλλά θα αναμέναμε όχι μόνο ανάλογη αλλά και πολύ πιο έντονη προσπάθεια να αναδειχθούν αναλήθειες σε σχέση με τα περιστατικά που συνθέτουν τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αντ' αυτού είχαμε απλώς μερικές υποβολές που παρέμειναν ανυποστήριχτες και απλαισίωτες καθώς επίσης και μερικές "χαλαρές" ερωτήσεις που εν πάση περιπτώσει απαντήθηκαν με απόλυτη επάρκεια από τον μάρτυρα. Στην πρόσφατη υπόθεση Λ.Κ. v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/10, ημερ. 28.12.2011, η οποία επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου λέχθηκαν σχετικά στη σελ.5 τα εξής: «Όπως είπαμε και προηγουμένως, ασφαλώς και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο εφεσείων κατά την πρωτόδικη διαδικασία παρέλειψε να αντεξετάσει την παραπονούμενη ως προς τα συμβάντα στα οποία βασίζεται η καταγγελία της. Ο ισχυρισμός ότι η αντεξέταση δεν έγινε γιατί τέτοια γεγονότα δεν έλαβαν ποτέ χώρα, δεν αντέχει ούτε στην πιο απλοϊκή λογική. Ασφαλώς και, ιδιαίτερα μάλιστα, θα λέγαμε, στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου στην καταγγελία, αν επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» Προτού όμως υπεισέλθουμε σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, φρονούμε πως επιβάλλεται να σημειώσουμε και τα εξής σχετικά: Η ανωτέρω σύνοψη της προσκομισθείσας μαρτυρίας φανερώνει πως τόσο οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7 όσο και ο Μ.Υ.3, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, δηλαδή ως πρόσωπα που κατέχουν εξειδικευμένη γνώση συγκεκριμένου αντικειμένου. Με αυτό ως δεδομένο επαναλαμβάνουμε τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation (αρ. 1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438, δηλαδή ότι η έκφραση γνώμης ενός πραγματογνώμονα, αναγνωρισμένη εξαίρεση στο δίκαιο της απόδειξης που θέλει την έκφραση γνώμης να είναι ανεπίτρεπτη, δικαιολογείται μόνο επί τη αποδείξει τέτοιας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκείμενη περίπτωση ουδείς εκ των ανωτέρω μαρτύρων έτυχε αμφισβήτησης αναφορικά με την πραγματογνωμοσύνη που κατέχει και δη τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα. Περιπλέον, οι επαγγελματικοί τίτλοι που καθένας εξ αυτών προσκόμισε στο Δικαστήριο, ομιλούν αφ' εαυτών. Και είναι πράγματι πλούσια και αξιοζήλευτη η εμπειρία τούτων, αποκαλυφθείσα από το βιογραφικό που έκαστος προσκόμισε στο Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι ουδεμία πλευρά αμφισβήτησε την πραγματογνωμοσύνη των μαρτύρων που κλήθηκαν από το άλλο μέρος, δεχόμαστε πως οι εν λόγω μάρτυρες είναι πραγματογνώμονες ως ακολούθως· οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7 είναι κλινικοί ψυχολόγοι, η Μ.Κ.3 είναι παιδοψυχίατρος και ο Μ.Υ.3 ψυχίατρος. Συνεπώς σε σχέση με τη μαρτυρία τούτων δικαιολογείται η εξαίρεση του κανόνα που επιτρέπει σε τέτοιο μάρτυρα να εκφέρει τη γνώμη του (Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750). Ένεκα της ανωτέρω διαπίστωσης υποδεικνύεται περαιτέρω πως οι κανόνες που διέπουν την αξιολογική κρίση ενός πραγματογνώμονα δεν διαφέρουν (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. 199/14, ημερ. 25/05/2018, ECLI:CY:AD:2018:A250). Απλώς ατονεί η σημασία της συμπεριφοράς τέτοιου μάρτυρα στο εδώλιο, εφόσον υπό κρίση είναι η εγκυρότητα της γνώμης του και όχι η εν γένει συμπεριφορά του, όπως στην περίπτωση μάρτυρα πραγματικών γεγονότων (Star Fiberglass Ltd v. Elnedo Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875, 880). Δεν παραλείπουμε εντούτοις να υποδείξουμε πως η δυνατότητα έκφρασης γνώμης συνεπάγεται και υποχρέωση, εν προκειμένω να εφοδιαστεί το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία πραγματικά και επιστημονικά δεδομένα, που θα καταστήσουν ευχερή τον έλεγχο της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα και δη την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Είναι υποχρέωση τέτοιου μάρτυρα να παραθέσει τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε, αλλά και να τεκμηριώσει την ορθότητα των επιστημονικών αρχών που εφάρμοσε. Άλλωστε, στην υπόθεση Koufou v. The Republic
(1981)2 C.L.R 165, 186 υπεδείχθη ότι αυτά τα στοιχεία είναι που θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να μορφώσει ανεξάρτητη άποψη. Και στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο, δηλαδή η μόρφωση ανεξάρτητης άποψης από το Δικαστήριο και όχι αυτή αφ' εαυτή η άποψη του πραγματογνώμονα. Όπως εύγλωττα υπεδείχθη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, 1448: «Παρόλο που η έκφραση γνώμης από εμπειρογνώμονα υπό ορισμένες συνθήκες είναι αποδεκτή σαν μαρτυρία εντούτοις:"...it by no means follows that the court must follow it .. What really matters in most cases is the reasons given for the opinion. As a practical matter a well-constructed expert's report containing opinion evidence sets out the opinion and the reasons for it. If the reasons stand up the opinion does, if not, not. A rule of evidence which excludes this opinion evidence serves no practical purpose». Είναι με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που προσεγγίσαμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Σε ό, τι αφορά τον Μ.Κ.1 δεν έχουμε κανένα δισταγμό να δεχτούμε τη μαρτυρία του ως πλήρως αξιόπιστη. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος τούτης εμπεριέχεται στα παραδεκτά γεγονότα, ενώ αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του πως η διαφορά που εντοπίζεται στον χρόνο λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης από τη Μ.Κ.5 μεταξύ του απομαγνητοφωνημένου κειμένου και του βίντεο, οφείλεται στην αλλαγή της ώρας και τη μη διόρθωση της συσκευής οπτικογράφησης. Αυτή η θέση υποστηρίζεται, εμμέσως, και από τις αναφορές της Μ.Κ.2 κατά τον χρόνο που λάμβανε την οπτικογραφημένη κατάθεση από τη Μ.Κ.5, εφόσον με την έναρξη της κατάθεσης ρητά ανέφερε την ορθή ώρα έναρξης και εντέλει την ώρα λήξης τούτης. Και είναι αυτή η αναφορά της που διαφέρει από την ώρα που εμφαίνεται στο βίντεο της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Το δε άλλο ζήτημα που ο μάρτυρας ερωτήθηκε από την υπεράσπιση, εν προκειμένω κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε ένσταση στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η απάντησή του ήταν σαφής, δηλαδή ότι δεν είχε. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεχόμαστε ότι ο ίδιος είναι που παρέλαβε τον κατηγορούμενο από τη Ρουμανία δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ο κατηγορούμενος δεν έφερε ένσταση στη διαδικασία. Αφού επέστρεψαν στην Κύπρο μέσω Ελλάδος, εκτέλεσε το ημεδαπό ένταλμα συλλήψεως (τεκμήριο 6) και ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν έγινε έτσι πράμα». Τέλος, δεχόμαστε ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση της Μ.Κ.5 λήφθηκε η ώρα 15:35 με 16:53 την 05/04/2023, ως αναφέρεται στο σώμα του κειμένου του τεκμηρίου 5 (απομαγνητοφωνημένο κείμενο) και όχι ως η ώρα που εμφαίνεται στο βίντεο (τεκμήριο 4). Η μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης κείτεται στον πυρήνα της υπόθεσης, αναφορά στην οποία προβαίνουμε απλώς για να υποδείξουμε πως ένεκα της φύσης των ισχυρισμών της μαρτυρίας της, προσεγγίσαμε τούτη με τη μέγιστη προσοχή. Αυτό στη βάση των όσων η κοινή λογική και η ανθρώπινη εμπειρία αποκαλύπτουν, δηλαδή ότι αδικήματα που άπτονται γενετήσιων ορμών συνθέτουν πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις και διεργασίες και επιβάλλουν μέγιστη προσοχή, εφόσον σε αυτά τα ζητήματα δεδομένη είναι η ανθρώπινη αδυναμία και ροπή στο ψεύδος «για λόγους που χάνονται στο ανθρώπινο ασυνείδητο», όπως με γλαφυρότητα αναφέρθηκε στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α.Α.Δ. 468,
- Περιπλέον, σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 προσθέτουμε και τούτο, επίσης χιλιοειπωμένο και αναγνωρισμένο νομολογιακά, δηλαδή ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήλικου μάρτυρα το Δικαστήριο οφείλει να έχει κατά νου αυτό που η λογική επιτάσσει και η καθημερινή τριβή με το αντικείμενο επιμαρτυρεί, εν προκειμένω ότι ένα παιδί δεν μιλά τη γλώσσα των μεγάλων αλλά τη γλώσσα τη δική του, η οποία ανατρέχει σε εμπειρίες παιδικής ηλικίας (βλ. Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 279/2018, ημερ. 28/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B271). Τα όσα ακολουθούν ξεδιπλώνουν λεπτομερώς τη συλλογιστική και γενικά τη νοητική διεργασία που ακολουθήσαμε κατά την αξιολόγηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού. Σημειώνουμε ότι η μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης ήταν καθηλωτική και άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Δεν ήταν απλώς πειστική και αληθοφανής, αλλά κυρίως πηγαία, χαρακτηρισμός που απορρέει από τον γνήσιο αυθορμητισμό που η μάρτυρας εκδήλως εμφάνισε στις απαντήσεις της σε κρίσιμες ερωτήσεις, αλλά κυρίως από την πληθώρα των λεπτομερειών που ανεπιτήδευτα και αφειδώλευτα και εν πολλοίς αυτοβούλως, τόσο στην οπτικογραφημένη κατάθεση όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία της, παρέθεσε για κάθε, σχεδόν, ζήτημα που ανεφύη, και είναι αυτό στοιχείο που επέτρεψε τη διερεύνηση των ισχυρισμών της με κάθε άλλη πτυχή του μαρτυρικού υλικού και εντέλει επιβεβαίωσε το αληθές των θέσεών της. Θετική όμως είναι η εντύπωση που αποκομίσαμε και από τη μαρτυρία της μητέρας (Μ.Κ.6) της ανήλικης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι τυγχάνει πλήρους αποδοχής, ως εξηγείται στη συνέχεια. Είναι γεγονός ότι παρατηρούνται αντιφάσεις σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, εντούτοις όχι επί ουσιωδών ζητημάτων, αλλά επί παρεμφερών και δευτερευόντων, ως πιο κάτω εξηγείται, αναδεικνύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το απροσχεδίαστο της μαρτυρίας των δύο (μάνας και κόρης). Εκείνο που έχει σημασία και προβάλλει από τη μαρτυρία της, είναι πως καίτοι η ίδια είναι η μητέρα της ανήλικης παραπονούμενης και τα καταγγελλόμενα, ειδεχθή εκ του αντικειμένου τους, στρέφονται προς τον πρώην σύζυγό της, η μαρτυρία της αποκαλύπτει ότι παρέμεινε ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη από τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Κορωνίδα της απόστασης που τήρησε από τις κατηγορίες, είναι η απαλλαγμένη συναισθημάτων απάντηση που έδωσε στην τελευταία υποβολή της υπεράσπισης «Εγώ σου λέω ότι ποτέ δεν έγιναν αυτά που φέρεται να σου είπε η κόρη σου και ποτέ ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε με τέτοιους τρόπους εναντίον της», όπου δεν έσπευσε να υποστηρίξει, δικαιολογήσει ή έστω προστατεύσει την ανήλικη θυγατέρα της και απλώς απάντησε «Τούτα τα ξέρει μόνο η Κ.Π και ο πρώην μου. Την αλήθεια μόνο τούτοι δύο ξέρουν», αναδεικνύοντας έτσι την απροθυμία της να μιλήσει για κάτι που δεν έχει προσωπική γνώση, παρότι οι καταγγελίες προέρχονται από τη θυγατέρα της. Και αυτή η απάντηση, η οποία διαχέει το σύνολο του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας της Μ.Κ.6, πόρρω απέχει από την εικόνα που η υπεράσπιση επιχείρησε να περάσει για αυτή, ότι δηλαδή οι δικές της θέσεις, η αήθης συμπεριφορά που επιδείκνυε στον κατηγορούμενο και κυρίως η επιθυμία της να τον βάλει στο χώμα ή στη φυλακή, είναι που οδήγησαν τη Μ.Κ.5 στην εν λόγω καταγγελία. Σε τούτο το στάδιο περιοριζόμαστε μέχρι εδώ, εφόσον στη συνέχεια η μαρτυρία της μητέρας διερευνάται εκτενώς σε συσχετισμό με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Στον αντίποδα, η μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αν και φέρει ψήγματα αλήθειας, στο μεγαλύτερο μέρος της διαπιστώνεται αντιφατική, αλλοπρόσαλλη και τελικώς ψευδής. Η δε ακροαματική διαδικασία αποκάλυψε την αδυναμία των δύο αυτών μαρτύρων να υπερβούν τον εξ αίματος δεσμό που έχουν με τον κατηγορούμενο, παρουσιαζόμενες καθόλα μεροληπτούσες υπέρ του, προωθώντας τη θέση ότι είναι αθώος απλώς και μόνο επειδή τον γνωρίζουν και αυτό παρά την επαναλαμβανόμενη θέση τους ότι αν πίστευαν ότι διέπραξε τα αδικήματα πρώτες θα τον κατάγγελλαν. Τόσο η Μ.Υ.1 όσο και η Μ.Υ.2 ελέγχονται όχι για τη ρητορική πτυχή της μαρτυρίας τους, αλλά για το ότι οι θέσεις τους αποκαλύπτονται επίπλαστες και επιτηδευμένες και ότι δόθηκαν όχι για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αποκαλύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα, αλλά για να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο δια της πρόταξης ψευδών και αναληθών θέσεων. Πιο κάτω σχολιάζεται το σύνολο των εγγενών αδυναμιών της μαρτυρίας εκάστης, η παλινωδία των ισχυρισμών και των δύο και εντέλει η απόκλιση των θέσεών τους από την κοινή λογική. Πλην περιορισμένων εξαιρέσεων που ρητά μνημονεύονται, η μαρτυρία και των δύο απορρίπτεται συλλήβδην. Όπως πλειστάκις έχει νομολογηθεί, δύσκολο είναι το άψυχο πρακτικό της διαδικασίας να αποδώσει την ατμόσφαιρα που οι μετέχοντες στη ζώσα διαδικασία είχαν την ευχέρεια να αποκομίσουν. Και λέμε τούτο σε μία προσπάθεια μεταφοράς κατά τον πλέον ολοκληρωμένο τρόπο, της αλγεινής εικόνας που άφησε η νωθρή και άχρωμη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενόρκως ήταν υποτονικός και κυρίως συγκινησιακά αφόρτιστος. Και δεν μειώνουμε το εμπόδιο της γλώσσας, με δεδομένο ότι η μαρτυρία δόθηκε μέσω διερμηνέως και αναγνωρίζουμε πως ενίοτε η μετάφραση επιδρά κατευναστικά στην απόδοση του συναισθήματος, εντούτοις η ευρύτερη εμφάνιση του κατηγορούμενου, εν προκειμένω οι εκφράσεις του προσώπου καθώς και οι κινήσεις του σώματος, υποδήλωναν παντελή έλλειψη συναισθήματος, δίδοντας συχνά την εντύπωση πως ήτο θεατής στη διαδικασία και όχι ότι απαντούσε στα όσα ειδεχθή του καταλόγισε λίγες μέρες προηγουμένως η θυγατέρα του. Και αυτό δεν είναι μια απλή ή άσχετη επισήμανση, αλλά η διαπίστωσή μας, η οποία διασυνδέεται με ουσιώδεις απαντήσεις, τις οποίες ο κατηγορούμενος έδωσε χωρίς καμία αντίδραση, άψυχα και ασυγκίνητα. Και είναι αυτή τη ζωντανή ατμόσφαιρα που μεταφέρουμε, εφόσον το πρακτικό της διαδικασίας στερείται ολοκληρωμένης αποτύπωσης, εν προκειμένω εικόνας, ήχου, αντίδρασης και συναισθήματος. Δεν στηριζόμαστε όμως σε αυτή και μόνο την εμφάνιση εντός Δικαστηρίου, εφόσον πιο κάτω η μαρτυρία του εξετάζεται εξονυχιστικά και επί του περιεχομένου της. Προσεγγίζουμε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού με μία κάποια χρονολογική σειρά, όπου βεβαίως αυτό είναι εφικτό. Το πρώτο ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι το πότε η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο και πού διέμενε, υποδεικνύοντας εντούτοις πως αυτό δεν είναι μείζον αλλά επουσιώδες ζήτημα, εφόσον για κάθε επίδικο συμβάν ο κρίσιμος χρόνος δεν έχει ως αφετηρία τον χρόνο άφιξης της παραπονούμενης στην Κύπρο, αλλά την ηλικία που τότε είχε ή την τάξη του σχολείου που τότε φοιτούσε. Και παρεμβάλλουμε πως αναμφισβήτητο παρέμεινε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η παραπονούμενη γεννήθηκε την 05/01/2008 και συνεπώς αυτό καθίσταται διαπίστωση του Δικαστηρίου. Η Μ.Υ.1 ουδέν σχετικό ανέφερε στις δύο καταθέσεις που έδωσε (τεκμήρια 46 και 47) για τον χρόνο άφιξης της παραπονούμενης, ενώ σε σχέση με τον τόπο διαμονής ανέφερε πως από το 2018 η παραπονούμενη με την οικογένειά της έμενε στην οδό Σταυρού και μάλιστα μαζί τους έμενε και η ίδια με τα παιδιά της, Ι.Σ και Λ.Σ. Ενόρκως ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης και απάντησε πως ο κατηγορούμενος με την οικογένειά του ήρθαν στην Κύπρο το 2014 με 2015, προσθέτοντας εντούτοις ότι με τις ημερομηνίες δεν τα πηγαίνει καλά. Δεν ερωτήθηκε κάτι άλλο και ούτε αντεξετάστηκε γι' αυτό το ζήτημα. Από την άλλη, η Μ.Υ.2 στη δική της κατάθεση (τεκμήριο 48) υποστήριξε πως όταν η παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο από την Ελλάδα ήταν περίπου πέντε ετών και πρόσθεσε ότι ενόσω διέμενε στην Ελλάδα την επισκεπτόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι και στη συνέχεια, όταν ήρθε στην Κύπρο, πάλι την επισκεπτόταν, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, αυτή τη φορά στον Λυθροδόντα, όπου τελικώς διέμεινε, μετά που τους φιλοξένησε για λίγο καιρό η θεία της η Μ.Υ.
- Περίπου έναν χρόνο μετά έφυγαν και πήγαν να μείνουν στην οδό Σταυρού. Μάλιστα σε εκείνο το σπίτι έμεινε μαζί τους και η ίδια μαζί με τη μητέρα της, για περίοδο επτά μηνών το έτος
- Ενόρκως η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι «πρέπει να είχαν έρθει το 2015», τοποθέτηση η οποία διαφέρει από τα όσα η ίδια δήλωσε στην κατάθεσή της (τεκμήριο 48) και δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για την απόκλιση από τα εκεί αναφερόμενα. Ο δε κατηγορούμενος, αν και στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε (τεκμήριο 7), σε τρεις περιπτώσεις (ερωτήσεις 14,15 και 20) ανέφερε ότι όλη η οικογένεια ήρθε στην Κύπρο το 2014, στην κυρίως εξέτασή του υποστήριξε ότι ήταν αρχές του 2015 που ήρθαν, για να διαφοροποιηθεί στην αντεξέταση, λέγοντας ότι είναι το 2014-2015 που ήρθαν και στη συνέχεια, ότι ήρθαν το
- Όσο δε για τον χώρο διαμονής της οικογένειας, υποστήριξε αυτό που ανέφερε και στο τεκμήριο 7, δηλαδή ότι αρχικά έμειναν για 6, 7, 8 μήνες στη Λευκωσία, μετά στον Λυθροδόντα για δύο, περίπου, έτη και στη συνέχεια στη Σταυρού 44, στον Στρόβολο. Από την άλλη, η μητέρα (Μ.Κ.6) της παραπονούμενης υποστήριξε ότι ήρθαν στην Κύπρο το 2013 και αρχικά έμειναν μαζί με τη M.Y.1, ενώ στη συνέχεια μετακόμισαν στην Αγία Μαρίνα και ακολούθως στον Λυθροδόντα. Επίσης, απάντησε καταφατικά στις υποβολές της υπεράσπισης ότι τα έτη 2014-2016 διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.5 σε τροχόσπιτο στον Λυθροδόντα και ότι τα έτη 2017-2019, περίπου, μετακόμισαν και διέμεναν σε διαμέρισμα στη Σταυρού
- Όπως υποστήριξε, έμειναν στον Λυθροδόντα όταν η Μ.Κ.5 πήγε πρώτη, δευτέρα και τρίτη τάξη δημοτικού, ενώ όταν μετακόμισαν στη Σταυρού, πήγε τετάρτη τάξη. Δέχθηκε επίσης ότι το 2017 η Μ.Υ.2 και η μητέρα της, ονόματι Θ.Α, διέμεναν μαζί τους στη Σταυρού για περίπου 6-7 μήνες. Ευθυγραμμισμένη με την ανωτέρω μαρτυρία της Μ.Κ.6 ήταν και η μαρτυρία της παραπονούμενης, τόσο στην οπτικογραφημένη κατάθεση (τεκμήριο 4), όσο και ενόρκως. Σημειώνεται ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση παρεμφερώς αναφέρθηκε σε περιστατικό που έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο, όπως ρητά δήλωσε, «επήαιννα νηπιαγωγείο», ενώ επί της ουσίας υποστήριξε ότι είναι στην Κύπρο και μάλιστα στον Λυθροδόντα που έκανε τις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού και εκεί είναι που τότε διέμενε, εξηγώντας στη συνέχεια ότι τις επόμενες τρεις τάξεις του δημοτικού, εν προκειμένω τετάρτη, πέμπτη και έκτη τάξη, τις ολοκλήρωσε σε άλλο δημοτικό σχολείο, δηλαδή στην περιοχή Σταυρού, όπου πλέον είχε μετακομίσει με την οικογένειά της. Προστίθεται ακόμη και η άλλη θέση της παραπονούμενης πως καθ' ον χρόνο έδινε κατάθεση (05/04/2023) ήταν 15 ετών και πήγαινε στην τρίτη τάξη γυμνασίου. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της παραπονούμενης αναφορικά με τον τόπο που διέμενε και το πού ολοκλήρωσε τις διάφορες τάξεις του δημοτικού σχολείου, όχι μόνο δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, αλλά χρησιμοποιήθηκαν, ως έχει ήδη υποδειχθεί και ως δεδομένο πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο θεμελιώθηκαν θέσεις οι οποίες τέθηκαν τόσο στην ίδια (Μ.Κ.5), όσο και στη μητέρα της (Μ.Κ.6). Εντέλει αναμφισβήτητος παρέμεινε και ο ισχυρισμός της Μ.Κ.6, δηλαδή ότι στην πρώτη τάξη του δημοτικού η παραπονούμενη ήταν 6.5 ετών. Ένεκα της ανωτέρω προσέγγισης του μαρτυρικού υλικού από την υπεράσπιση (δηλαδή τις υποβολές που τέθηκαν στη Μ.Κ.6) και με δεδομένη την ημερομηνία γέννησης της Μ.Κ.5 (05/01/2008), καθώς ότι πήγε και νηπιαγωγείο στην Κύπρο και ακολούθως πήγε στο δημοτικό σε ηλικία 6.5 ετών και τέλος, τις τάξεις που φοίτησε μέχρι την ημέρα που έδιδε κατάθεση (05/04/2023), συγκεκριμένα έξι χρόνια δημοτικό και τρία, σχεδόν, γυμνάσιο, διαπιστώνουμε ότι η Μ.Κ.5 ήρθε στην Κύπρο προτού αρχίσει τη φοίτησή της σε δημοτικό σχολείο, δηλαδή πριν τη σχολική χρονιά που άρχισε το 2014 (καθ' ον χρόνο ήταν 6.5 ετών) και αρχικά πήγε νηπιαγωγείο. Τις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού τις πέρασε στον Λυθροδόντα, όπου και τότε διέμενε με την οικογένειά της και ακολούθως, όταν θα πήγαινε τετάρτη τάξη, μετακόμισε στη Σταυρού. Στη Σταυρού 44 ήταν που διέμενε καθ' ον χρόνο φοιτούσε στην τετάρτη, πέμπτη και έκτη τάξη του δημοτικού. Το 2017 και ενόσω διέμενε στη Σταυρού, για 6 με 7 μήνες μαζί τους διέμενε και η αδελφή του πατέρα της Θ.Α μαζί με τη θυγατέρα της, δηλαδή τη Μ.Υ.
- Άλλο ένα ζήτημα που αναδείχθηκε είναι το χρονικό σημείο που η άλλη αδελφή του κατηγορούμενου, δηλαδή η Μ.Υ.1, μετακόμισε στη Σταυρού 44, δηλαδή την οικία που διέμενε η παραπονούμενη κατά πώς ανωτέρω αναφέρθηκε. Επί του προκειμένου η μαρτυρία της μητέρας (Μ.Κ.6) της παραπονούμενης θέλει τη Μ.Υ.1 και τα παιδιά της να μετακομίζουν στη Σταυρού 44 αφότου χώρισε με τον κατηγορούμενο. Μέχρι τότε η Μ.Υ.1 έμενε σε άλλο διαμέρισμα, επίσης στη Σταυρού και πολύ κοντά στο δικό τους. Όπως ενόρκως υποστήριξε η Μ.Κ.6 «..έφυγε ο πρώην μου και μετά ήρθε η Μ.Υ.
- Δεν ήρθε η Μ.Υ.1 όταν ήταν ο πρώην μου στο σπίτι. Έφυγε και μετά ήρθε». Μάλιστα πρόσθεσε πως ο λόγος γι' αυτό ήταν η πρόταση της Μ.Υ.1 να μοιράζονται το ενοίκιο. Και οι ανωτέρω απαντήσεις δόθηκαν σε υποβολή της υπεράσπισης πως η Μ.Υ.1 με τα παιδιά της μετακόμισαν στη Σταυρού 44 το 2018, πριν τα Χριστούγεννα και έμειναν μαζί τους μέχρι και που χώρισε τον κατηγορούμενο. Αντίθετη εν προκειμένω ήταν η θέση της Μ.Υ.1, η οποία τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση υποστήριξε πως ήταν το 2018, Οκτώβρη ή Νοέμβρη, που μετακόμισε στη Σταυρού 44 και πως ο χωρισμός της Μ.Κ.6 με τον κατηγορούμενο ήταν πολύ πιο μετά, το
- Σημειώνουμε ακόμη και αυτό που ο κατηγορούμενος υποστήριξε στην ανακριτική κατάθεση (βλ. τεκμήριο 7, ερ. 21), δηλαδή ότι γύρω στο 2019-2020 φιλοξένησαν την αδελφή του Μ.Υ.1 και τα παιδιά της, αν και δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως ενόρκως διαφοροποίησε τη θέση του, λέγοντας ότι είναι το τέλος του 2018 με αρχές του 2019 που έγινε αυτό. Με τη θέση της Μ.Υ.1 συμφωνεί, εμμέσως και η παραπονούμενη (Μ.Κ.5). Λέμε εμμέσως καθότι ούτε στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που της τέθηκαν στην κυρίως εξέταση αλλά ούτε και στην αντεξέταση, ερωτήθηκε γι' αυτό ακριβώς το ζήτημα. Εντούτοις στην οπτικογραφημένη μαρτυρία της τοποθέτησε ένα εκ των επίδικων περιστατικών, συγκεκριμένα το πρώτο που εκεί ανέφερε (σελ. 4, γρ. 26 στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο - τεκμήριο 5), στην οικία της στη Σταυρού 44, καθ' ον χρόνο ήταν 11 με 12 ετών και στις λεπτομέρειες που έδωσε, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο γιος της Μ.Υ.1, ονόματι Ι.Σ, ήταν στο δωμάτιό του «κολλημένος στο λάπτοπ». Μάλιστα σε διευκρινιστική ερώτηση κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης (σελ. 6, γρ. 42-46, στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο-τεκμήριο 5) η οποία αφορούσε τα πρόσωπα με τα οποία έμενε στη Σταυρού και άπτετο του κρίσιμου χρόνου των περιστατικών, όταν η ίδια ήταν 11 και 12 ετών, απάντησε «Με τη θεία μου τζιαι τα ξαδέρφια μου». Επιπλέον, σε δεύτερο σημείο στην κατάθεσή της (σελ. 15, γρ. 39-48 στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο-τεκμήριο 5), αναφέρθηκε σε χρόνο που οι δύο οικογένειες συγκατοικούσαν και μάλιστα αυτή η αναφορά συσχετίστηκε με διαφορετικό συμβάν από το προαναφερθέν (το πρώτο ήταν με τον Ι.Σ να βρίσκεται στο «λάπτοπ», ενώ το δεύτερο, το οποίο επίσης γίνεται αναφορά στον Ι.Σ, ο εν λόγω ήταν είτε σπίτι «στον κόσμο του», είτε στον πατέρα του, επειδή «εν χωρισμένοι οι γονείς του»). Και είναι αυτές ακριβώς οι θέσεις της Μ.Κ.5 εκείνες οι οποίες συμπίπτουν με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1, εφόσον από τα λεγόμενά της προκύπτει ότι κατά τον εκεί αναφερόμενο χρόνο, όταν ήταν 11-12 ετών, διέμενε στη Σταυρού 44 με την οικογένειά της (εξού και τα περιστατικά με τον κατηγορούμενο), καθώς και με τη θεία της τη (Μ.Υ.1) και τα παιδιά της (εξού και οι αναφορές της παραπονούμενης στον Ι.Σ). Συνεπώς, η ταυτόχρονη παρουσία του κατηγορούμενου και της Μ.Υ.1 στην οικία, ως η ανωτέρω περιγραφή της Μ.Κ.5, απορρίπτει τη θέση της Μ.Κ.6 πως η Μ.Υ.1 μετακόμισε στην οικία τους αφότου έφυγε ο πρώην της από το σπίτι. Επί του προκειμένου δεχόμαστε ως ορθή τη θέση της Μ.Κ.5 και της Μ.Υ.1 και όχι αυτή της μητέρας (Μ.Κ.6), η οποία κρίνουμε ότι έσφαλλε, όχι όμως επί σκοπού ή για εξυπηρέτηση αλλότριου ζητήματος, άλλωστε ούτε και της ετέθη κάτι τέτοιο σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Πρόκειται, κρίνουμε, για καλόπιστο σφάλμα, το οποίο μάλιστα αποκαλύπτει εμπράκτως ότι μάνα και κόρη (Μ.Κ.6 και Μ.Κ.5, αντίστοιχα), ουδεμία προσυνεννόηση είχαν για τη μαρτυρία που έδωσαν, τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Αποτελεί συνεπώς διαπίστωσή μας ότι η Μ.Υ.1 μαζί με τα παιδιά της, Ι.Σ. και Λ.Σ, μετακόμισαν στην οικία της παραπονούμενης, δηλαδή στη Σταυρού 44, προτού χωρίσουν η Μ.Κ.6 και ο κατηγορούμενος. Πρόσθετη διαπίστωσή μας είναι πως ο χωρισμός του ζεύγους επήλθε το 2019 και ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από την Κύπρο τον Μάρτιο του 2020, όπως υποβλήθηκε στην παραπονούμενη από την υπεράσπιση και συγκεκριμένα πριν την καραντίνα, όπως χαρακτηριστικά απάντησε η τελευταία. Το κατά πόσον ο κατηγορούμενος έφυγε και από την οικία μετά τον χωρισμό του ζεύγους, αυτό εξετάζεται πιο κάτω. Αρμόζει εδώ να διερευνηθεί άλλο ένα ζήτημα το οποίο αναδείχθηκε από την υπεράσπιση και συγκεκριμένα η συμπεριφορά που η παραπονούμενη (Μ.Κ.5) και η μητέρα της (Μ.Κ.6) είχαν απέναντι στον κατηγορούμενο και η ευρύτερη σχέση των μελών της οικογένειας της παραπονούμενης, προτού ο κατηγορούμενος φύγει για το εξωτερικό. Επ' αυτού η Μ.Υ.1 υποστήριξε πως όταν πλέον συγκατοίκησε με τον κατηγορούμενο και την οικογένειά του, τότε ήταν που αντιλήφθηκε τον πραγματικό χαρακτήρα της Μ.Κ.6, εφόσον προηγουμένως, όταν ο κατηγορούμενος και η οικογένειά του ζούσαν στην Ελλάδα, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Όταν συγκατοικούσαν είδε και άκουσε τη Μ.Κ.6 και μάλιστα κατ' επανάληψη, καθώς και μπροστά στην κόρη του ζεύγους, δηλαδή τη Μ.Κ.5, αλλά κάποτε μπροστά και στα δικά της παιδιά, να αποκαλεί τον κατηγορούμενο με διάφορα επίθετα, όπως «μαλάκα», «πούστη», «αλκοολικός», «ξιμαρισμένος». Μετά τον χωρισμό τους ήταν πλέον πιο συχνό το φαινόμενο να την ακούει να απευθύνεται στην παραπονούμενη, λέγοντάς της «Κ.Π, πού είναι ο μαλάκας» ή «πήγαινε πες του παπά σου μαλάκα». Όσο δε για την παραπονούμενη ήταν η θέση της πως δεν είχε σεβασμό, και στους δύο γονείς όχι μόνο στον κατηγορούμενο, ήταν ένα παιδί που ό, τι ήθελε έκανε, ενώ σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο η Μ.Κ.5 φοβόταν τον πατέρα της, απάντησε «Συγγνώμη. Μακάρι, όχι να τον φοβόταν, μπορεί να ήταν λάθος η έκφραση πώς το λέω. Να του είχε... ο αδελφός μου γενικά λάθος του που δεν ήταν αυστηρός. Μπορεί εάν ήταν να είναι αυστηρός μαζί της, μπορεί να μην ήταν να φτάσω εγώ και αυτός απέναντι μου, εδώ που είμαστε. Την κακομάθαιναν και οι δύο.». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της υποστήριξε ότι η Μ.Κ.6 ήταν εκείνη που έδερνε τον κατηγορούμενο και όχι το αντίστροφο. Όσο δε για τον κατηγορούμενο υποστήριξε ότι δεν αντιδρούσε παρά μόνο της έλεγε «Μ.Κ.6, σταμάτα σε παρακαλώ, γιατί με βρίζεις, τι σου έκανα, άφησε με να κοιμηθώ». Έτυχε να τον ρωτήσει «γιατί δεν την χωρίζεις» και η απάντηση που της έδωσε ήταν «δεν γίνεται, έχουμε ένα παιδί, εγώ θέλω και άλλα παιδιά να κάνω μαζί της». Πρόσθεσε ακόμη ότι η Μ.Κ.6 είχε μείνει έγκυος και έκανε έκτρωση δύο φορές. Εντέλει, μπ