ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΛΙΩΤΗΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2730 / 2023, 9/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2730 / 2023 ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΝΤΑΛΙΩΤΗΣ Παραπονούμενους και ΜΑΡΙΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 09 Δεκεμβρίου, 2025 Για τον Παραπονούμενο: κος Π. Μιχαήλ με κο Φ. Χριστοδούλου Για τον Κατηγορούμενο: κος Η. Στεφάνου και κα Φ. Μαλά Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
(1999)1 ΑΑΔ 785 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης και την παράλειψη της μίας πλευράς να θέσει γεγονότα στους μάρτυρες της άλλης πλευράς: «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.» 116. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[11] 117. Ωστόσο, ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας να θεωρήσει ότι η αντίδικη πλευρά έχει σιωπηρώς αποδεχθεί την εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι ούτε άκαμπτος ούτε απόλυτος. Εν πρώτοις, θα πρέπει να υπάρχει παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ή παράλειψη τα να τεθεί στο μάρτυρα μια ουσιώδης θέση της άλλης πλευράς. Κατά δεύτερον, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία καθίσταται ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει θέση η οποία δεν τέθηκε ή να αποδεχθεί θέση επί της οποίας μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Παρατίθενται σχετικά παραδείγματα στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (δεύτερη έκδοση, σελ. 721).[12] 118. Όπως αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα διαδραματίζει ρόλο και η απουσία σαφούς εξήγησης για την παράλειψη αντεξέτασης και πιο σημαντικά η παράλειψη δεν εξυπακούει άνευ ετέρου αποδοχή της μαρτυρίας δίχως αξιολόγηση. Η μη αντεξέταση, δεν θα εξισωθεί με αποδοχή, όταν δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη, όταν έχει υποβληθεί στο μάρτυρα προηγουμένως η θέση της άλλης πλευράς, όταν η αμφισβήτηση του κρίσιμου σημείου μπορεί να συναχθεί από τη γενικότερη κατεύθυνση της αντεξέτασης του μάρτυρας σε παρεμφερείς πτυχές ή όταν η εκδοχή που παρουσιάζεται είναι απίστευτη ή απομακρυσμένη. i. Οι σχέσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου και των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 και των ΜΚ μεταξύ τους και η «αυτοπροειδοποίηση» του Δικαστηρίου 119. Ο Παραπονούμενος ξεκαθάρισε πως η σχέση του με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν καλή. Μάλιστα διατηρούσε ημερολόγιο με περιστατικά με τον Κατηγορούμενο καθότι θεωρούσε πως ήταν θύμα παρενόχλησης. Στη σελ. 20 πρακτικών ημερομηνίας 24.03.2025 αναφέρει: «Από την αρχή της συνεργασίας κύριε Πρόεδρε, που συνέπιπτε με την έναρξη της εργασίας του κατηγορούμενου στη ΔΕΦΑ, ο κύριος Μενέλαου έδειξε τις προθέσεις του ότι ήταν πολύ επιθετικός εναντίον μου, με μία προσπάθεια απομείωσης καθηκόντων, επιθετικότητας και εκφοβισμού και είναι γι΄αυτό που κατά την άποψη μου αποτελεί αλυσίδα, μία μεγάλη αλυσίδα συμβάντων που κατέληξε στην επίθεση, γι΄αυτό υπήρχε και το παράρτημα, το οποίο ετοιμάστηκε για να σας ενημερώσω ότι δεν ξεκίνησα και έγραφα κάτι κατόπιν εορτής, το εγχειρίδιο προσωπικού για εμάς αποτελεί μέρος της σύμβασης εργασίας μας, υποδεικνύει σχετικά ότι σε περίπτωση που υπάρχει παρενόχληση, θα πρέπει εκείνο το άτομα που νιώθει ότι το περνά να διατηρεί ημερολόγιο για τα συμβάντα που γίνονται.» 120. Ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε το ότι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Αυτό το οποίο προέκυψε ήταν ότι έγιναν εκατέρωθεν καταγγελίες και το θέμα έφτασε ακόμα και στην Βουλή των Αντιπροσώπων κατόπιν εγγραφής του (σε τρεις ή τέσσερεις περιπτώσεις) από Βουλευτή ο οποίος έχει σχέσεις με τον Παραπονούμενο. Στη Βουλή κλήθηκε και ο Πρόεδρος του ΔΣ της ΔΕΦΑ για να δώσει εξηγήσεις και κατέληξε να προωθήσει το «πακέτο 205 σελίδων» σε σχέση με αυτό το ζήτημα. 121. Οι δε τρεις μάρτυρες κατηγορίας περιλαμβανομένου του Παραπονούμενου ήταν στην ίδια ομάδα, εργαζόντουσαν μαζί, διατηρούσαν και φιλικές σχέσεις εκτός εργασίας και δρούσαν ως ομάδα σε ορισμένες περιπτώσεις. 122. Η Υπεράσπιση στην αγόρευση της χαρακτήρισε τους ΜΚ ως μάρτυρες που εξυπηρετούσαν το δικό τους συμφέρον και κάλεσε το Δικαστήριο να αναζητήσει ανεξάρτητη μαρτυρία πριν να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η Υπεράσπιση επίσης προώθησε τη θέση ότι ο Παραπονούμενος επιδίωκε να βρει ευκαιρία για να πλήξει τον Κατηγορούμενο και το συμβάν αυτό ήταν στην ουσία η ευκαιρία του. 123. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice στο σημείο F5.5 αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ένορκοι θα πρέπει να προειδοποιούνται πριν να βασιστούν σε συγκεκριμένη μαρτυρία χωρίς ενίσχυση: « In appropriate circumstances the jury should be warned to exercise caution before acting on the evidence of certain types of witness, if unsupported. Whether a warning is given is a matter of judicial discretion dependent on the particular circumstances of the case, and failure to give a warning therefore will not necessarily furnish grounds for a successful appeal, even if all members of the appellate court would have given a warning (see, e.g., BJ [2020] NICA 5). Equally, if a warning is given, the strength of warning and the extent to which the judge should elaborate upon it, also turn on the particular circumstances of the case. The categories of witness that fall to be considered, for the purposes of considering whether to give a care warning, are: (
- a)accomplices giving evidence for the prosecution and complainants in sexual cases (which fall to be considered together); (
- b)other witnesses whose evidence may be unreliable; (
- c)witnesses whose evidence may be tainted by an improper motive; (
- d)children; and (
- e)patients at a secure hospital.» 124. Καίτοι δεν θεωρώ τους ΜΚ ως ύποπτους (suspect witnesses) per se δεδομένου του ότι δεν εμπίπτουν σε μία εκ των κατηγοριών υπόπτων μαρτύρων (δεν είναι ιδιοτελείς καθότι δεν βρίσκονται στο μεταίχμιο του να θεωρηθούν συνεργοί, ούτε θεωρώ πως είναι μάρτυρες με αλλότρια κίνητρα),[13] το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό καθότι υπήρχε το ιστορικό το οποίο προαναφέρθηκε μεταξύ των δύο διάδικων και η σχέση μεταξύ των τριών μαρτύρων κατηγορίας. 125. Σημειώνω ότι δεν αποφαίνομαι επί οποιωνδήποτε άλλων περιστατικών εκτός από το επίδικο αλλά το ότι η σχέση μεταξύ των δύο δεν ήταν καθόλου καλή και υπήρχε συναδελφική και φιλική σχέση μεταξύ των τριών ΜΚ συνεκτιμήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το επίδικο συμβάν προσεγγίστηκε κάτω από αυτό το πρίσμα. 126. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση μαρτυρίας των έξι μαρτύρων οι οποίοι παρείχαν μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. ii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενου ΜΚ1 127. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. 128. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπερβολή και διέκρινα επίσης μια τάση διαστρέβλωσης ορισμένων γεγονότων για να εξυπηρετήσει τη δική του θέση και εκδοχή. 129. Παρέμειναν επίσης ορισμένα σημαντικά κενά στην εξέλιξη των γεγονότων στην εκδοχή του τα οποία θεωρώ ότι επηρεάζουν την αξιοπιστία αυτής επειδή αφορούν τα δευτερόλεπτα πριν από το επίδικο συμβάν της επίθεσης. Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. 130. Κατά την μαρτυρία του θεωρώ ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων και παρέμειναν ορισμένα κενά π.χ. σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε και αναγκάστηκε να κλείσει την πορτα, τα οποία επηρεάζουν το κατά πόσο η εκδοχή του μπορεί να θεωρηθεί πιστευτή ή όχι. Κατά την αντεξέταση του παρατήρησα ότι μετέβαλλε τη θέση του αναλόγως της ερώτησης. 131. Αντιλαμβάνομαι αφενός ότι ο Παραπονούμενος θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη δική του εκδοχή ωστόσο η εκδοχή του είναι τόσο μονόπλευρη και παρουσιάζει επιλεκτικά τα γεγονότα σε σημείο που το Δικαστήριο νιώθει πως θα ήταν ακροσφαλές να βασιστεί σε αυτήν, π.χ. ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του με μένος και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πειράξει τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού φωνάζοντας ότι είναι Γενικός Διευθυντής και κάνει ότι θέλει. Δημιουργείται η εντύπωση πως ο Παραπονούμενος σκόπιμα παρέλειψε να δώσει μια πλήρη εικόνα των γεγονότων αφήνοντας έξω ορισμένα κομμάτια της συνολικής εικόνας. Η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων ή μερών των γεγονότων τα οποία συνάδουν με την εκδοχή του προκύπτει, μεταξύ άλλων ενδείξεων, όταν η μαρτυρία του συγκριθεί με το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. 132. Αναπόφευκτα η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων επηρεάζει την αξιοπιστία του. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω αυτά τα κενά ακολούθως. 133. Οφείλω να αναφέρω ότι κατά την κυρίως εξέταση του φαινόταν ετοιμόλογος και άμεσος στις απαντήσεις του. Ωστόσο, προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας του φανερώνει διάφορες αντιφάσεις και ενίοτε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την αξιοπιστία της εκδοχής του. Αντιφάσεις μεταξύ Εγγράφου Α και προφορικής μαρτυρίας 134. Καταρχάς εντόπισα αντιφάσεις μεταξύ της γραπτής του δήλωσης (Εγγράφου Α) η οποία είναι πανομοιότυπη με την κατάθεση την οποία έδωσε την ημέρα του περιστατικού στην Αστυνομία και της κυρίως εξέτασης του. 135. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα: 135.1 Στην σελ. 14 πρακτικών αναφέρει ότι εισήλθε στο γραφείο του ο Κατηγορούμενος με μένος και ξεκάθαρη επιθετικότητα και πείραξε τις ρυθμίσεις του κλιματισμού, ο Παραπονούμενος του ζήτησε να σταματήσει και τότε έκλεισε πάρα πολύ δυνατά την πόρτα. Στο Έγγραφο Α αναφέρει ότι μπήκε στο γραφείο του «έκλεισε με χτύπημα την πόρτα και κατευθείαν πείραξε τις ρυθμίσεις του κλιματιστικού» δηλαδή έκλεισε την πόρτα πριν να πειράξει τις ρυθμίσεις. Στην κυρίως εξέταση του ο Παραπονούμενος πρόσθεσε ότι έκλεισε την πόρτα πάρα πολύ δυνατά σε αντίθεση με το Έγγραφο Α που αναφέρει απλώς ότι έκλεισε την πόρτα «με χτύπημα». 135.2 Στη σελ. 16 πρακτικών ( 24.03.2025, κυρίως εξέταση ΜΚ1) αναφέρει ότι αφού διαμαρτυρήθηκαν ο ίδιος και ο ΜΚ2 για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος κτύπησε ξανά ακόμα πιο έντονα το χέρι του στο τραπέζι και φώναξε «Είμαι Γενικός Διευθυντής και ό,τι θέλω κάμνω» ενώ στη γραπτή του δήλωση δεν αναφέρει πως εκστόμισε τέτοια πρόταση (σελ. 2, τρίτη παράγραφος). Αναφέρει μόνο ότι χτύπησε το χέρι του για να εκφοβίσει. 135.3 Γενικά δημιουργήθηκε η εντύπωση κατά την προφορική μαρτυρία του Παραπονούμενου πως πρόσθετε ορισμένα σημεία και αναφορές για να κάνει τον Κατηγορούμενο να φαίνεται πιο επιθετικός και εκτός ελέγχου. Θεωρώ ότι εάν όντως έτσι είχαν τα γεγονότα αυτές οι λεπτομέρειες θα αναφέρονταν στην κατάθεση του που συνέταξε την ημέρα του συμβάντος. 135.4 Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν απειλή, ο Παραπονούμενος αφενός αναφέρει ότι την εκστόμισε ο Κατηγορούμενος εν κινήσει προς την πόρτα, μετά άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έκλεισε, αφετέρου, αμέσως μετά, αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τους απείλησε, έκλεισε την πόρτα ο Παραπονούμενος, ο Κατηγορούμενος τους απείλησε ξανά και άνοιξε την πόρτα (σελ. 16 και 17, πρακτικών, 24.03.205). Στο δε Έγγραφο Α, σελ.2 αναφέρεται σε ένα περιστατικό απειλής (παρ. 4), άνοιγμα της πόρτας, κλείσιμο της πόρτας και επίθεση. 135.5 Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει πως μια φορά δέχθηκε την απειλή ότι είναι τελειωμένοι, ενώ κατά την κυρίως εξέταση όταν ερωτήθηκε από τον κύριο Μιχαήλ (σελ. 20 πρακτικών, 24.03.2025) ανέφερε: «Είπε στην αρχή κύριε Πρόεδρε "είστε τελειωμένοι", άνοιξε την πόρτα και επέστρεψε πίσω και το έκανε πιο συγκεκριμένο, ενώ εγώ κατευθυνόμουν να κλείσω την πόρτα και είπε "εσύ και εσύ" 2η φορά δηλαδή, "είστε τελειωμένοι" δείχνοντας τον κύριο Παπέττα και εμένα.» 135.6 Σημειώνω ότι ο τρόπος που περιγράφει το περιστατικό της απειλής στις σελ. 16 - 17 των πρακτικών 24.03.2025 και μετά στην σελ. 20 είναι διαφορετικός. 135.7 Δηλαδή υπάρχει διάσταση σε σχέση με το πόσες φορές ο Κατηγορούμενος προέβη σε απειλή εναντίον των ΜΚ1 και ΜΚ2. Θεωρώ ότι πρόκειται περί σημαντικής αντίφασης. Εάν ίσχυε ότι προέβη δύο φορές σε απειλή, ήτοι «είσαστε τελειωμένοι» και μετά «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι», δηλαδή συγκεκριμενοποιώντας την απειλή, θα το ανέφερε ο Παραπονούμενος στο Έγγραφο Α και στο Τεκμήριο 19 ήτοι τις καταθέσεις του που συνέταξε την ημέρα του συμβάντος όταν τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό του. Κενό στην εκδοχή του Παραπονούμενου 136. Όπως προανέφερα, υπάρχει κάποιο κενό στην ροή των γεγονότων στην εκδοχή του Παραπονούμενου. Στο Έγγραφο Α, παρ. 5 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος έφευγε και είπε το «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι». Ενώ «φώναζε» άνοιξε και την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έκλεισε για να μην ακούγονται φωνές. Κανένας από τους τρεις μάρτυρες κατηγορίας δεν ανέφερε τι ακριβώς έλεγε όταν φώναζε. Επίσης, το ότι φώναζε δεν συνάδει με το ότι εκείνη την ώρα έφευγε από το γραφείο. Και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας αναφέρουν ότι φώναζε σε σημείο που ο Παραπονούμενος «αναγκάστηκε» να κλείσει την πόρτα. Παρά το γεγονός ότι ο Παραπονούμενος αναφέρει λεπτομέρειες τις οποίες ένα πρόσωπο δεν είναι λογικό να θυμάται, δεν αναφέρει τίποτε απολύτως για το τι ακριβώς έλεγε ο Παραπονούμενος όταν φώναζε κατά την έξοδο του από το γραφείο του μερικά δευτερόλεπτα πριν από την κατ' ισχυρισμόν επίθεση. 137. Στη δε σελίδα 16 των πρακτικών 24.03.2025 κατά την προφορική του μαρτυρία αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος ήταν σε κίνηση, τους ανέφερε ότι είναι τελειωμένοι και άνοιξε την πόρτα. Ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να περπατά προς την πόρτα για να την κλείσει ώστε «να μην ακούγονται οι φωνασκίες και η αναστάτωση σε άλλους χώρους εντός του γραφείου». Ούτε στην κυρίως εξέταση του δεν εξηγεί ποιος φώναζε, τι φώναζε και γιατί ήταν ανάγκη να κλείσει η πόρτα αφού ο Παραπονούμενος περπατούσε προς την πόρτα για να φύγει και την άνοιξε. 138. Το κενό αυτό προκαλεί εντύπωση διότι ο Παραπονούμενος εξηγούσε τα πάντα με ιδιαίτερη λεπτομέρεια ενώ σε αυτό το σημείο αναδύεται μια γενικότητα και αοριστία η οποία δημιουργεί ερωτηματικά. Υπό άλλες περιστάσεις ενδεχομένως να μην ήταν ουσιώδες το κενό αυτό. Ωστόσο, εν προκειμένω, φαίνεται πως κάτι έγινε σε εκείνο το χρονικό σημείο σε σχέση με το οποίο αφήνεται ένα κενό στην εκδοχή του Παραπονούμενου. Η θέση ότι μπήκε μαινόμενος και πείραζε ρυθμίσεις κλιματιστικού 139. Η εκδοχή του Παραπονούμενου παρουσιάζει αντιφάσεις και σε ορισμένα σημεία δεν συνάδει με τη λογική αλλά ούτε και με την εικόνα και την εντύπωση την οποία ο Κατηγορούμενος δημιούργησε στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο το οποίο στην ουσία εισήλθε «μαινόμενος» στο γραφείο του μετά από λογομαχία κατά την διάρκεια της οποίας φωνασκούσε και ήταν έντονος και το πρώτο πράγμα το οποίο έκανε όταν μπήκε ήταν να «πειράξει τις ρυθμίσεις του κλιματισμού». 140. Θεωρώ ότι η εκδοχή των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής διαστρεβλώνει ορισμένα γεγονότα με σκοπό να δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένα πρόσωπο ασταθές με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή που αποδίδουν στον Κατηγορούμενο δεν συνάδει με τα υπόλοιπα γεγονότα. Όταν ο ισχυρισμός αυτός όλων των ΜΚ συγκριθεί μαζί με την θέση του Κατηγορούμενου ως προς το συμβάν φαντάζει απίθανος, ενώ η θέση του Κατηγορούμενου περισσότερο πιθανή. Ο ισχυρισμός αυτός των ΜΚ χαρακτηρίζεται και από αντιφάσεις καθότι κάποιοι αναφέρουν ότι μπήκε μετά από λίγα λεπτά αφού ο Παραπονούμενος έκανε παρατήρηση στον Κατηγορούμενο, άλλοι αναφέρουν ότι μπήκε αμέσως αλλά αφού πέρασε αρκετός χρόνος για να καθίσει ο Παραπονούμενος στο γραφείο του. Η εκδοχή του Παραπονούμενου συγκρούεται με ανεξάρτητη μαρτυρία της ΜΥ3 141. Σημειώνω ότι η μόνη ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία βρισκόταν στο διπλανό γραφείο και άκουσε μέρος του συμβάντος και επίσης πέρασε από το γραφείο του Παραπονούμενου και για μερικά δευτερόλεπτα είδε τι ελάμβανε χώρα ήταν η ΜΥ3 αντικρούει διάφορα σημεία στη μαρτυρία του Παραπονούμενου. 142. Καταρχάς, στην κατάθεση της αναφέρει ότι αναγνώρισε τη φωνή του Παραπονούμενου όταν φώναζε από το διάδρομο. Ακολούθως, συνέχισε να ακούει φωνές και είδε τόσο τους ΜΚ2 όσο και τον ΜΚ3 να φωνάζουν. Ο Κατηγορούμενος καθόταν όταν τους είδε και ο ΜΚ2 μιλούσε με ένταση στον Κατηγορούμενο. Η ΜΥ3 ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας υπό την έννοια ότι δεν έλαβε μέρος στο συμβάν και δεν καταδείχθηκε οποιοσδήποτε λόγος ή κίνητρο για να μην αναφέρει την αλήθεια. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία της όταν συγκριθεί με την μαρτυρία του Παραπονούμενου είναι ότι ο τελευταίος δεν ήταν το ήρεμο αυτό πρόσωπο που παρουσίαζε ο ίδιος και οι υπόλοιπο ΜΚ, το θύμα της κατάστασης που δέχθηκε την απρόκλητη επίθεση από τον Κατηγορούμενο. 143. Η ΜΥ3 ανέφερε πως άκουσε φωνές από το διάδρομο και η φωνή ήταν του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος επέμεινε ότι έκανε παρατήρηση στον Κατηγορούμενο χωρίς να φωνάζει (σελ. 17, πρακτικά 02.04.2025): E. Και αυτό αντιλαμβάνομαι το είπες με ήρεμο τρόπο στον κύριο Μενέλαου. A. Το είπα με ένταση, όσο χρειαζόταν, χωρίς να φωνάζω, για να μπορέσουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μπορεί να είναι ανεκτικό πλέον αυτό το στυλ συμπεριφοράς και αντιμετώπισης. 144. Ακολούθως επανέλαβε αρκετές φορές ότι δεν φώναζε κάτι το οποίο είναι αντίθετο με την εκδοχή της ΜΥ3 η οποία ήταν μέσα στο γραφείο της και άκουσε την φωνή του Παραπονούμενου. Σημειώνω ότι και η Μ.Θ. στην κατάθεση της Τεκμήριο 22 ανέφερε ότι άκουσε ενόσω ήταν στο γραφείο της φωνές και τον Παραπονούμενο να λέει «Δεν κλείνουμε το τηλέφωνο όταν έχουμε διαφωνία». Κατά συνέπεια, η εκδοχή του Παραπονούμενου ότι αυτός ουδέποτε φώναξε δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία. 145. Προσθέτω ότι και η ΜP στην κατάθεση της στην οποία αναφέρει πως είδε μέρος του συμβάντος και δη εκείνο το σημείο που ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος στέκονταν στην πόρτα του γραφείου του πρώτου δεν αναφέρει τίποτε για επίθεση και απειλές. Ούτε αναφέρει οτιδήποτε για φωνές του Κατηγορούμενου που ανάγκασαν τον Παραπονούμενο να κλείσει την πόρτα. Αντιφάσεις μεταξύ μαρτυρίας Παραπονούμενου και γραπτής μαρτυρίας 146. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου σε ορισμένα σημεία είναι αντίθετη με τη γραπτή μαρτυρία και τη μαρτυρία του ΜΚ3 επίσης. Ειδικά ως προς τον λόγο της συζήτησης στο τηλέφωνο μεταξύ των δύο, αφενός ο Παραπονούμενος αναφέρει πως ήταν για το σκοπό διευθέτησης συνάντησης με εξωτερικούς συμβούλους. Κατά την αντεξέταση του επί αυτού του σημείου ο Παραπονούμενος απέφευγε να απαντήσει εάν όντως είχε διευθετηθεί συνάντηση μεταβάλλοντας τη θέση του στη γραπτή του δήλωση όπου ανέφερε πως είχε προγραμματιστεί η συνάντηση (σελ. 26 - 28 πρακτικών 24.03.2025). 147. Ο ΜΚ3 κατά η μαρτυρία του ανέφερε πως αντιλήφθηκε πως ο Κατηγορούμενος κατά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Παραπονούμενο, αμφισβητούσε την εργατικότητα του και την ικανότητα του πράγμα σαφώς διαφορετικό από το ότι του ζητήθηκε να συμμετέχει σε συνεδρία. 148. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του Παραπονούμενου ότι εάν συμμετείχε σε συνάντηση σχετικά με την ετοιμασία εγγράφων του διαγωνισμού θα παραβίαζε την απόφαση του ΔΣ δεν μπορεί να ευσταθεί και έρχεται σε ευθεία αντίφαση με το Τεκμήριο 11 στο οποίο περιλαμβάνεται η σχετική απόφαση του ΔΣ. Το ΔΣ αποφάσισε μεν τον αποκλεισμό των ΜΚ1 - ΜΚ3 από τη διαδικασία αλλά έθεσε εξαίρεση ότι σε περίπτωση κατά την οποία ζητείτο η συνδρομή τους θα έπρεπε να δοθεί. 149. Στο Τεκμήριο 11 υπάρχει και ηλ. μήνυμα του Παραπονούμενου το οποίο προτρέπει τον ΜΚ2 να «παράσχει βοήθεια όπου ζητηθεί». Πως γίνεται από τη μία να συμβουλεύει τον ΜΚ2 να παράσχει βοήθεια σε σχέση με αυτό το θέμα και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι δεν του επιτρεπόταν να παράσχει βοήθεια; 150. Ο Παραπονούμενος επέμεινε ως προς το ότι θα έπρεπε να ενοχληθεί ολόκληρο το ΔΣ της ΔΕΦΑ για να μπορεί να συμμετέχει σε μια συνάντηση που του ζητήθηκε από τον Γενικό Διευθυντή (σελ. 14, 02.04.2025, Αντεξέταση ΜΚ1) πράγμα το οποίο εκτός από το ότι δεν συνάδει με την κοινή λογική, δεν φαίνεται να συνάδει ούτε με την ίδια την απόφαση του ΔΣ ως καταγράφεται στο Τεκμήριο 11. 151. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι ενδεχομένως να μην ήταν αυτό το θέμα συζήτησης στο τηλέφωνο ως αποτέλεσμα της οποίας ο Κατηγορούμενος κατ' ισχυρισμό εξαγριώθηκε. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου επί αυτού του σημείου που αναφέρει ότι στην ουσία του ζήτησε ενημέρωση για τέσσερα ζητήματα που εκκρεμούσαν επειδή υπήρχαν προθεσμίες συνάδει με το Τεκμήριο 11 καθώς και με τα όσα ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης αμφισβητείτο η αποδοτικότητα στην εργασία του Παραπονούμενου. 152. Κατά συνέπεια δεν δέχομαι τη μαρτυρία του Παραπονούμενου ως προς το περιεχόμενο της συζήτησης μεταξύ των δύο στο τηλέφωνο. Θεωρώ ότι ο Παραπονούμενος επιχείρησε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα για να συνάδουν με την δική του εκδοχή και αφήγημα. Αντίφαση σε σχέση με την γνώση του Παραπονούμενου ως προς τη διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων εναντίον του 153. Σε σχέση με τη διερεύνηση πειθαρχικών παραπτωμάτων εναντίον του Παραπονούμενου, αυτός αρχικά ανέφερε ότι υπάρχει κάποια «ψιθυρολογία» και τίποτε περισσότερο (σελ. 3 πρακτικά 02.04.2025). Ανέφερε ότι υπήρχαν ορισμένα δημοσιεύματα που αναφέρονταν σε διαδικασίες και είχε καταλάβει πως αφορούσαν τον ίδιο και τα απέδωσε στην μανία καταδίωξης του Κατηγορούμενου εναντίον του. 154. Στην πορεία της αντεξέτασης του διαφάνηκε ότι όχι μόνο είχε γνώση διαδικασιών εναντίον του αλλά γνώριζε και τι διαμείφθηκε στην Επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων όταν συζητήθηκε το θέμα και γνώριζε για το κείμενο έκτασης 205 σελίδων σε σχέση με το θέμα το οποίο περιέγραψε ως «ένα κατηγορώ εναντίον μας, με διάφορες αιτήσεις από ότι αντιλαμβάνομαι που σχετίζονται με τούτα που αναφέρει ο κύριος Στεφάνου.». 155. Από την αντεξέταση του σε σχέση με αυτό το ζήτημα δόθηκε η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Παραπονούμενος ήθελε να αποφύγει τη συζήτηση αυτού του θέματος ενδεχομένως επειδή δεν συνάδει με το όλο αφήγημα του που παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που επιτίθεται με εκδικητική μανία εναντίον του. 156. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι έχει υπόψιν του ορισμένους ψίθυρους στην πορεία αναγκάστηκε να απαντήσει και να δείξει ότι έχει γνώση αν και στην πορεία προσπάθησε ξανά να διαστρεβλώσει τα γεγονότα για να συνάδουν με την θεώρηση του ότι πρόκειται περί ψιθυρολογίας (σελ. 5 - 6 πρακτικά 02.04.2025). Στη συνέχεια, στην ουσία παραδέχθηκε ότι συγκεκριμένος βουλευτής με τον οποίο έχει σχέση ενέγραψε σε αριθμό περιπτώσεων ζήτημα στη Βουλή για εργασιακό εκφοβισμό εντός της ΔΕΦΑ από τον Κατηγορούμενο. Δεν αρνήθηκε ότι το ζήτημα ενεγράφη τέσσερεις φορές και ακολούθως παραδέχθηκε πως ο βουλευτής έλαβε πληροφόρηση και από τον ίδιο για να εγγράψει το θέμα. Αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του 157. Ο Παραπονούμενος υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του μεταβάλλοντας τις θέσεις του ως είχαν προβληθεί κατά την κυρίως εξέταση του. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα αυτών των αντιφάσεων: 157.1 Ως γενικό σχόλιο αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι κάποια πράγματα γίνονταν παράλληλα σε αντίθεση με προηγούμενη απάντηση του ότι στην κατάθεση του τα γεγονότα τίθενται σε χρονολογική σειρά. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει ποια πράγματα έγιναν παράλληλα δεν μπορούσε να δώσει σαφείς απαντήσεις. 157.2 Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένα πόσες φορές χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ανέφερε 2-3 φορές. Όταν ερωτήθηκε για την κατάθεση του ότι αναφέρει 2 φορές ο ΜΚ1 στην ουσία απέφυγε να απαντήσει και κατέφυγε σε υπερβολές μιλώντας για μια συνεχή προσπάθεια τρομοκρατίας κτυπημάτων και επιβολής (σελ. 31, πρακτικά 02.04.2025, Α/Ε ΜΚ1). 157.3 Στην αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε αν ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε ένα μονόλογο χωρίς να του πουν οτιδήποτε οι υπόλοιποι, ο Παραπονούμενος απέφυγε να απαντήσει και επανέλαβε τα όσα ανέφερε στη δήλωση του (σελ.28, γραμμές 19 - 27, πρακτικά 02.04.2025, Α/Ε ΜΚ1). Η θέση του αυτή δεν συνάδει ούτε με την μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία ανέφερε στην ουσία ότι όλοι φώναζαν, ούτε και με το Τεκμήριο 22 - κατάθεση της Μ.Θ. Αυτό συνέβη αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, δηλαδή να παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα χωρίς λόγο και χωρίς να εξηγεί τι είχε προηγηθεί. 157.4 Δεν μπορεί να ισχύει ότι ο Παραπονούμενος και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν φώναζαν. Η μαρτυρία αυτή είναι αντίθετη με τη θέση της ΜΥ3. Περαιτέρω, δεν συνάδει ούτε με την κοινή λογική και γενικότερα με την εικόνα που έδωσε ο Κατηγορούμενος το ότι στην ουσία έκανε μονόλογο, κουνούσε χέρια, χτυπούσε τα χέρια στο τραπέζι και φώναζε «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάνω». 157.5 Στο Έγγραφο Α δεν αναφέρει πως όταν χτύπησε δεύτερη φορά το χέρι πάνω στο τραπέζι ανέφερε το «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάνω» σε αντίθεση με την αντεξέταση του (σελ. 29, γραμμές 23 - 25). 157.6 Το κατά πόσον στεκόταν ή καθόταν ο Κατηγορούμενος: Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ήταν όταν ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος στεκόταν και αν έκατσε ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, «πεπερασμένα» και αμέσως μετά στάθηκε για να επιβληθεί (σελ. 31) σε αντίθεση με την ΜΥ3 που τον είδε να κάθεται και σε αντίφαση με τη κυρίως εξέταση του σελ. 16 γραμμές 4 - 19 (24.03.2025) στην οποία ανέφερε δις ότι ο Κατηγορούμενος «σηκώστηκε». Εάν σηκώθηκε το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι ότι προηγουμένως καθόταν: «Μάρτυρας: Όταν του είπαμε τόσο οι λειτουργοί που αντέδρασαν και ο κύριος Παπέττας του είπε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται, είχα και εγώ αναφέρει ότι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοια συμπεριφορά απέναντι στους λειτουργούς, τότε ο κύριος Μενέλαου ακόμα πιο έντονα, χτύπησε ξανά το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Ξαναγύρισε σε εμάς τζιαι φώναξε ότι: « είμαι Γενικός Διευθυντής και ό,τι θέλω θα κάμνω ». Κουνώντας τα χέρια και το δάκτυλο του πάλι επιδεικτικά με τον δείκτη προς εμάς, είχε σηκωστεί και προχώρησε μπροστά από το τραπέζι των συνεδριάσεων, προς την πόρτα αναφέροντας το « είστε τελειωμένοι ». Τα λέω σύντομα και αργά κύριε Πρόεδρε. Δικαστήριο: Δηλαδή σας το είπε όταν ήταν περίπου στη μέση της φωτογραφίας; Εκεί που ενώνονται τα δύο γυαλιά; Μάρτυρας: Κάπου εκεί ναι. Ήταν σε κίνηση. Σηκώστηκε, ήταν σε κίνηση και γύρισε και αποκρίθηκε "είστε τελειωμένοι", ανοίγει την πόρτα, εγώ αφού ευρισκόμουν όρθιος εδώ (ο μάρτυρας δείχνει τη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας κάτω). Όχι στον τοίχο, πιο κοντά στο τραπέζι.» 157.7 Επομένως, ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως το δεύτερο χτύπημα χεριού του Κατηγορούμενου στο τραπέζι το έκανε καθήμενος, κατά την αντεξέταση ανέφερε πως στεκόταν και χτύπησε το χέρι του (σελ. 31, πρ. 02.04.2025). Αν έκατσε ήταν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Το ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν συνάδει με τη θέση του Παραπονούμενου ότι καθόλη τη διάρκεια του συμβάντος είχε σκοπό να τους εκφοβίσει και να επιβληθεί ως επίσης και με τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός ελέγχου. Παρά ταύτα, ο Παραπονούμενος υπέπεσε σε αντίφαση όταν ανέφερε δύο φορές πως ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε καθώς και από την μαρτυρία της ΜΥ3 που τοποθέτησε τον Κατηγορούμενο να κάθεται. 157.8 Η δε θέση ότι στεκόταν ή αν έκατσε ήταν για μικρό χρονικό διάστημα έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή δήλωση του ΜΚ2 (Έγγραφο Β) όπου στην πρώτη σελίδα, πέμπτη παράγραφο αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος «κάθισε στο γραφείο συνεδριάσεως». Επομένως, η θέση αυτή του Παραπονούμενου δεν συνάδει με την μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας σε σχέση με ένα ζήτημα που ο ίδιος ο Παραπονούμενος το θεωρεί σημαντικό καθότι το χρησιμοποιεί για να δείξει την απειλητική διάθεση του Κατηγορούμενου. 157.9 Μια σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του είναι η ακόλουθη: Στη δήλωση του Έγγραφο Α αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε και άνοιξε την πόρτα (5η παρ., 2ης σελίδας) και ο Παραπονούμενος την έκλεισε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πήγε προς την πόρτα, τους είπε είναι τελειωμένοι, άνοιξε την πόρτα και ο Παραπονούμενος την έσπρωξε για να κλείσει χωρίς να γίνεται αναφορά σε φωνές (σελ. 32, πρακτικά 02.04.2025). Ο Παραπονούμενος προέβαλε τη δικαιολογία ότι όλα γίνονταν παράλληλα αλλά αυτό δεν εξηγεί ότι στην προφορική μαρτυρία του αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απειλών ενώ στο Έγγραφο Α μόνο σε ένα. Μάλιστα κατά την μαρτυρία του τόνισε ότι αρχικά τους είπε ότι είναι τελειωμένοι και μετά επέστρεψε για κάνει πιο συγκεκριμένη την απειλή και ότι «ήταν συγκεκριμένη βολή» (σελ. 17, πρακτικά 24.03.2025) παρομοιάζοντας την απειλή με βολή όπλου. 157.10 Σε κατοπινό στάδιο (σελ. 33, πρ. 02.04.2025) προσπαθώντας να εξηγήσει τη διάσταση μεταξύ του Εγγράφου Α και των όσων ανέφερε κατά τη δίκη ισχυρίστηκε πως η Αστυνομία του είπε να περιγράψει τα γεγονότα κατά τρόπο συνοπτικό κάτι το οποίο διέψευσε στην ουσία η ΜΥ1. Σε κάθε περίπτωση την κατάθεση του ως ανέφερε ο ίδιος την ετοίμασε μόνος του και την υπέβαλε στην Αστυνομία μαζί με το δικηγόρο του. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί η δικαιολογία αυτή. 157.11 Στην ουσία ο Παραπονούμενος στην δια ζώσης μαρτυρία του παρουσίασε μια διαστρεβλωμένη και υπερβολική εικόνα των γεγονότων προσπαθώντας να πείσει για τις θέσεις του. 157.12 Όταν του υποδείχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου αυτή η αντίφαση (σελ. 24, γραμμές 1 - 17, πρακτικά 02.04.2025) ο Παραπονούμενος στην ουσία ανέφερε πως η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν απειλητική και προέβαλε ότι η ουσία είναι το κατά πόσο υπήρχε απειλή χωρίς να έχει σημασία ακριβώς τι λέχθηκε ή εάν λέχθηκε δύο φορές το είστε τελειωμένοι. Εν ολίγοις, όταν ο Παραπονούμενος αντιλήφθηκε αυτήν την αντίφαση στην εκδοχή του ανέφερε ότι κατά τον ίδιο δεν έχει σημασία αποφεύγοντας να πάρει θέση ως προς το ποια είναι η αληθινή εκδοχή - τι ακριβώς έλαβε χώρα. Η συμπεριφορά του Παραπονούμενου στο εδώλιο και η μεταβολή της θέσης του αναλόγως της ερώτησης που υποβαλλόταν, έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ο Παραπονούμενος δεν ήταν πλήρως ειλικρινής. 157.13 Αντίφαση σε σχέση με φωνές του Κατηγορούμενου στην πόρτα και ως προς το λόγο για τον οποίο ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα: Το ζήτημα των φωνών του Κατηγορούμενου στην πόρτα του γραφείου του Παραπονούμενου το επανέφερε ο Παραπονούμενος στην σελ. 45 των πρακτικών 02.04.2025, γραμμές 25 - 29). Ο δε τρόπος που εξιστορεί τα γεγονότα κατά τον ίδιο δημιουργεί απορία καθότι με τον τρόπο που τα αναφέρει δεν αφήνει χρόνο για φωνές του Κατηγορούμενου που να δικαιολογούν το κλείσιμο της πόρτας από τον Παραπονούμενο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «A. Η αντίληψη μου κύριε Πρόεδρε ήταν όπως την περιέγραψα και θα επαναλάβω. Είχε ξεκινήσει να κινείται προς την πόρτα, είπε το είστε τελειωμένοι, απείλησε σε πρώτο χρόνο, άνοιξε την πόρτα και κινούμουν εγώ, γιατί ήμουν όρθιος, μιλούμε για 2, 3 βήματα απόσταση να την σπρώξω να κλείσει, γιατί δεν ήθελα να συνεχίσουν να ακούγονται οι φωνές και όντως γύρισε και συνέχισε, έκανε συγκεκριμένη την απειλή. Σε εκείνο το σημείο έγινε συγκεκριμένη απειλή, εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι και η πόρτα είχε ήδη κλείσει. Είχα ήδη πάει και έκλεισε. Είχα ήδη πάει και έκλεισα την πόρτα. Ήταν παράλληλη εκτέλεση, ήταν αυτό που σας είπα την πρώτη φορά, με ρωτήσατε τι εννοείς με την παράλληλη εκτέλεση, ξεκίνησε να απειλεί είστε τελειωμένοι και κινούμουν παράλληλα να κλείσω την πόρτα, στο κλείσιμο της πόρτας έγινε και συγκεκριμένη απειλή, μετά το κτύπημα και μετά η αποχώρηση του κύριου Μενέλαου.» 157.14 Οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας εν γένει ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε όταν ήταν δίπλα από την πόρτα είναι αόριστοι και ασαφείς. Τι έλεγε ο Κατηγορούμενος; Αφού καθοδόν προς την πόρτα τους είπε πως είναι τελειωμένοι, τι άλλο φώναζε; Μεταξύ της απόστασης που διάνυσε ο Κατηγορούμενος και του χρόνου που χρειαζόταν για κατευθυνθεί προς την πόρτα και να την ανοίξει δεν υπάρχει χρόνος για να φωνάζει. 157.15 Αυτό το οποίο προκύπτει κατά την άποψη μου είναι ότι ο Παραπονούμενος έπρεπε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο έκλεισε την πόρτα ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν καθοδόν προς τα έξω. Γι' αυτόν τον λόγο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος φώναζε. Σημειώνω ότι δεν αναφέρει ότι φώναξε την απειλή, αλλά ότι ακούγονταν φωνές για να εξηγήσει τη δική του συμπεριφορά ότι έκλεισε την πόρτα. Ταυτόχρονα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κανένας δεν φώναζε εκτός από τον Κατηγορούμενο. Ο τρόπος όμως που θέτει τα γεγονότα δημιουργεί κάποιο κενό ή κάποια απορία και γενικότερα δεν μπορεί να έγιναν και τα δύο ταυτόχρονα. Αυτό σημαίνει ότι είτε φώναζαν οι ΜΚ2 ή/και ΜΚ3 είτε φώναζε ο Παραπονούμενος. Αν δεν φώναζαν αυτοί (που αρνήθηκαν ότι φώναξαν σε οποιαδήποτε φάση του συμβάντος) σημαίνει ότι δεν φώναζε κανένας, αλλά ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα για κάποιο άλλο λόγο. 157.16 Αντίφαση ως προς το κλείσιμο της πόρτας από τον Παραπονούμενο πριν από την κατ' ισχυρισμό επίθεση: Η εκδοχή του είναι επίσης αντιφατική και παράλογη διότι αφενός αναφέρει πως η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προκάλεσε στους παρευρισκόμενους τρόμο, φόβο, αγωνία, είχε απειλητική και εξοντωτική διάθεση και ήδη τους είχε απειλήσει, ήταν έτοιμος να βγει έξω από το γραφείο του αλλά ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα. 157.17 Η ανθρώπινη και λογική αντίδραση ήταν να αφήσει ο Παραπονούμενος τον επιθετικό, «εκτός ελέγχου» Κατηγορούμενο να βγει έξω από το γραφείο του και όχι να τον κρατήσει μέσα με κλειστή την πόρτα. Εάν όντως φοβόταν ο Παραπονούμενος, η πράξη του Κατηγορούμενου να εξέλθει του γραφείου του θα αντιμετωπιζόταν ως μια θετική εξέλιξη. Η ανθρώπινη εμπειρία δείχνει ότι όταν ένα επικίνδυνο πρόσωπο για τους άλλους που είναι παρόντες θέλει να φύγει, τον αφήνεις να φύγει. Δεν τον κρατάς μέσα στο δωμάτιο. 157.18 Το μόνο πιθανό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο Παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια ως προς το γιατί έκλεισε την πόρτα και ως προς το ότι ένιωσε φόβο, αγωνία και τρομοκρατήθηκε από τις απειλές του Κατηγορούμενου. 157.19 Πότε ακριβώς έγινε η απειλή; Υπάρχει και αντίφαση μεταξύ της κυρίως του δήλωσης και της αντεξέτασης του σε σχέση με το πότε ακριβώς απείλησε ο Κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση του αρχικά ανέφερε πως ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την πόρτα ανέφερε «είστε τελειωμένοι» άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε ο Παραπονούμενος και μόλις την έκλεισε είπε «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι». Στην κυρίως εξέταση του αναφέρει μόνο ένα περιστατικό απειλής όταν κατευθυνόταν προς την πόρτα. Στη σελ. 38 της αντεξέτασης του (πρακτικά ημερ. 02.04.2025) προβάλλει μια τρίτη εκδοχή, κάπως διαφορετική: Μάρτυρας: Ξεκίνησε από το σημείο εδώ που δείχνω, άνοιξε την πόρτα, γύρισε πίσω, είστε τελειωμένοι εσύ και εσύ τελειωμένοι, η πόρτα είχε κλείσει και μετά ξεκίνησε από το σημείο που στεκόταν εδώ και ήρθε, για να με χτυπήσει. Το έχω σημειώσει με κόκκινο. Η φάση όταν με χτύπησε, ήταν προς το μέρος μου. 157.20 Δηλαδή και οι δύο απειλές έλαβαν χώρα αφού άνοιξε την πόρτα και αφού την έκλεισε ο Κατηγορούμενος προχώρησε με την επίθεση. Αυτό είναι διαφορετικό από το ότι είπε το είστε τελειωμένοι ότι κατευθυνόταν προς την πόρτα. 157.21 Ο ΜΚ2 σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ο ΜΚ1 στη δήλωση του τοποθετεί την απειλή πριν να κατευθυνθεί προς την πόρτα ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ3 παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να κατευθύνεται προς την πόρτα και να απειλεί. Και ο ΜΚ3 αναφέρεται σε ένα περιστατικό απειλής «είσαστε τελειωμένοι, εσύ και εσύ είσαστε τελειωμένοι». Εν ολίγοις, παρουσιάστηκαν διαφορετικές εκδοχές που δεν συνάδουν η μία με την άλλη. 157.22 Στην σελ. 40 κατά την αντεξέταση του (πρακτικά 02.04.2025) ο Παραπονούμενος αφενός συμφωνεί ότι ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το μέρος του και τον κτύπησε. Παρά ταύτα, στο Έγγραφο Α πουθενά δεν αναφέρεται σε κίνηση του Κατηγορούμενου προς το μέρος του. 158. Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του Παραπονούμενου όσον αφορά ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του δεν μπορούν να αγνοηθούν. Κατ᾽ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν δεν μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ στη μαρτυρία του Παραπονούμενου για την εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και επίδικα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων δεν ήταν αξιόπιστη και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή. iii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2 159. Για τους λόγους τους οποίους θα προσπαθήσω να εξηγήσω ακολούθως θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΚ2 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων και ευρημάτων επί αμφισβητούμενων γεγονότων. 160. Καταρχάς, ο ΜΚ2 δεν έκρυψε την αντιπάθεια του προς τον Κατηγορούμενο αλλά ούτε και τη συμπάθεια του προς τον Παραπονούμενο ο οποίος ήταν και ο προϊστάμενος του. Ήταν ιδιαίτερα υπερβολικός και έντονος στις τοποθετήσεις του και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει ότι θεωρεί και τον εαυτό του ως θύμα του Κατηγορούμενου. Μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι θεωρεί εαυτόν ως οιονεί παραπονούμενο, Από τη μαρτυρία του αναδύθηκε πολύ έντονα η προσπάθεια του να βοηθήσει τον Παραπονούμενο και να πλήξει τον Κατηγορούμενο τον οποίο θεωρούσε ως πρόσωπο αυταρχικό αλλά και μη ικανό που προσπαθούσε να επιβάλει τις ατεκμηρίωτες του θέσεις στο επιστημονικό προσωπικό. Την ίδια στιγμή από τη μαρτυρία του είναι προφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον Παραπονούμενο ως ήρεμο, συγκρατημένο, ευγενικό, να ενισχύσει και να καλύψει τα διάφορα κενά στην μαρτυρία του Παραπονούμενου καθώς και να προκαταβάλει την πιθανή υπεράσπιση του Κατηγορούμενου. 161. Χρησιμοποιούσε λέξεις και φράσεις τόσο έντονες που στην ουσία παρουσίαζε τον Κατηγορούμενο ως μια καρικατούρα ή ως ένα κινούμενο σχέδιο που ήταν εκτός ελέγχου, συνεχώς φώναζε, κουνούσε τα χέρια του και το δείκτη του δεξιού του χεριού και φώναζε πως είναι ΓΔ και μπορεί να κάνει ότι θέλει προσπαθώντας να επιβάλει την εξουσία του. 162. Κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του διαφάνηκε ότι μετέβαλε την εκδοχή του στην κατάθεση του (Έγγραφο Β) για να ευθυγραμμιστεί με αυτήν του Παραπονούμενου. Στο πλαίσιο της προσπάθειας του αυτής μετέβαλε τις θέσεις του υποπίπτοντας σε αντιφάσεις. Θα παραθέσω κάποιες αντιφάσεις του σε αυτό το στάδιο της μαρτυρίας του σε κατοπινό στάδιο. 163. Η εκδοχή του κλονίστηκε ακόμη περισσότερο κατά την αντεξέταση του αφού υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία της εκδοχής του. Θα αναφερθώ σε μεταγενέστερο στάδιο σε αυτή την ενότητα στις, κατά την άποψη μου σημαντικότερες αντιφάσεις ως αναδύθηκαν κατά την αντεξέταση του. 164. Χρησιμοποιούσε έντονη γλώσσα, πολλά επίθετα και υπερβολές χωρίς όμως να μπορεί να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ανέφερε ότι ήταν αποδέκτης «ταπεινωτικής μεταχείρισης, ωμών απειλών με σκοπό την εξόντωση [τ]ου, καθώς και μάρτυρας χρήσης βίας.». Δεν στοιχειοθέτησε τις αναφορές του. Ενώ ανέφερε ότι ήταν θύμα ταπεινωτικής μεταχείρισης αναφέρθηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος κατ' ισχυρισμό του ανέφερε πως είναι προσκολλημένος στον Παραπονούμενο και ότι δεν έχει κρίση. Χωρίς να θέλω με οποιοδήποτε τρόπο να αμφισβητήσω το πως ένιωθε ο ΜΚ2 η αναφορά ότι δεν έχει κρίση, είναι μεν προσβλητική αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναχθεί σε ταπεινωτική μεταχείριση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε απειλή για την εξόντωση του ωστόσο μετέβαλε την θέση του όταν ανέφερε πως έχει αμφιβολίες για το τι ακριβώς εννοούσε ο Κατηγορούμενος όταν τους απείλησε. 165. Ήταν ξεκάθαρη η πρόθεση του να προκαταβάλει την εκδοχή της υπεράσπισης και να καλύψει τον Παραπονούμενο με χρήση φράσεων και λέξεων για να περιγράψει τον Παραπονούμενο ως ήρεμο, λογικό, συγκρατημένο και ότι έκλεισε μεν την πόρτα αλλά χωρίς να φράξει την πρόσβαση στον Κατηγορούμενο. Διαφάνηκε ότι ήταν μια ξεκάθαρη προσπάθεια να αντικρούσει προκαταβολικά την πιθανή υπεράσπιση του Κατηγορούμενου και από την όλη συμπεριφορά του ΜΚ2 και την εντύπωση που έδωσε, δεν είναι τυχαία. Δεν αναμένει το Δικαστήριο από το μάρτυρα να είναι αντικειμενικός ωστόσο ήταν πολύ έντονη η προσπάθεια του να πλήξει τον Κατηγορούμενο και να βοηθήσει τον Παραπονούμενο. 166. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η μαρτυρία του ως προς τι έκανε ο ίδιος αντικρούεται από την μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία περνούσε έξω από το γραφείο την ώρα του συμβάντος. Για παράδειγμα, ο ίδιος λέγει ότι ήταν καθήμενος όταν εξέφρασε το παράπονο του και ο Κατηγορούμενος του φώναζε. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν φώναζε ούτε ο ίδιος ούτε και ο Παραπονούμενος. Η ΜΥ3 αναφέρει ότι ήταν ο ΜΚ2 ο οποίος ήταν σε ένταση και μιλούσε στον Κατηγορούμενο με ένταση ενώ προηγουμένως τους είδε να φωνάζουν όλοι μαζί. Επομένως, το όλο αφήγημα του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού ενώ οι υπόλοιποι ήταν ήρεμοι, συγκρατημένοι και φοβισμένοι από τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ευσταθεί,. 167. Η δε εκδοχή του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος κάθισε στο τραπέζι συνεδριάσεων (στην πρώτη σελίδα, πέμπτη παράγραφο του Εγγράφου Β) είναι αντίθετη με την θέση του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος στεκόταν, ή αν έκατσε ήταν για μικρό χρονικό διάστημα. Επομένως, η θέση αυτή του ΜΚ2 δεν συνάδει με τη θέση του Παραπονούμενου. Σημειώνω ότι ο ΜΚ2 επιχείρησε να ανασκευάσει την αρχική του θέση σε μεταγενέστερο στάδιο μεταβάλλοντας την εκδοχή του. 168. Επίσης, το ότι έκατσε ο Κατηγορούμενος και χτύπησε το χέρι του σημαίνει ότι δεν ήταν στο σημείο που τον τοποθετεί ο Παραπονούμενος δηλαδή ότι στεκόταν μπροστά από το γυαλί απέναντι από το γραφείο του. Αυτό, ο ΜΚ2 το επαναλαμβάνει και κατά την αντεξέταση του (σελ. 15, 13.06.2025) δημιουργώντας ρήγματα στην εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. 169. Επιπρόσθετα, και ο ΜΚ2 αφήνει ένα κενό στην εκδοχή του - στον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Στο Έγγραφο Β αναφέρει στην έκτη παράγραφο της πρώτης σελίδας ότι ο Κατηγορούμενος μετά από την διαμαρτυρία του, φώναζε κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Δεν αναφέρει τίποτε περισσότερο παρά το γεγονός ότι στη δήλωση του αναφέρει λεπτομέρειες όπως το κλειστό γραφείο του Παραπονούμενου, την ανοιχτή πόρτα του Κατηγορούμενου, τις ακριβείς λέξεις που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος όταν τους πρόσβαλε. Μάλιστα αναφέρει ότι ο Παραπονούμενος έκλεισε την πόρτα χωρίς να φράζει την πρόσβαση σε αυτήν, άλλη μια λεπτομέρεια που εάν αντιπαραβληθεί με την ασάφεια και γενικότητα του ισχυρισμού ότι ο Κατηγορούμενος πριν να τον απειλήσει «φώναζε» προκαλεί εντύπωση και εγείρει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής του Παραπονούμενου και του ΜΚ2. Στην ουσία εγείρονται έντονες υποψίες για επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων κατά τρόπο αποσπασματικό και μονόπλευρο. Αντιφάσεις μεταξύ κατάθεσης (Έγγραφο Β) και περιγραφής των γεγονότων κατά την κυρίως εξέταση: 170. Για παράδειγμα, στη σελ. 8 γραμμή 18, πρακτικά 21.05.2025 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε. Παραλείπει αυτή τη λεπτομέρεια στη δήλωση του. Τον παρουσιάζει να κάθεται στη δήλωση του χωρίς να αναφέρει ότι σηκώθηκε σε εκείνη τη φάση. 171. Στη σελ. 8 γραμμές 28 - 29 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε το χέρι του στην έδρα αφού διαμαρτυρήθηκε ο ΜΚ2 για τις προσβολές εναντίον του και ανέφερε «είμαι ΓΔ ότι θέλω κάμνω». Στη δήλωση του σε εκείνο το σημείο αναφέρει απλώς ότι φώναζε έντονα χωρίς να αναφέρει τι ακριβώς έλεγε μέχρι και την εκτόξευση της απειλής. Υπάρχει αντίφαση δηλαδή στην προφορική του μαρτυρία σε σχέση με τη δήλωση του που ο ίδιος ανέφερε ότι συνέταξε λίγες μέρες μετά το συμβάν. Στην ουσία προστέθηκε ένα κτύπημα χεριού στο τραπέζι και άλλο ένα «είμαι ΓΔ ότι θέλω κάμνω». Αυτή τη φορά όμως είναι μετά από τη διαμαρτυρία του ΜΚ2 προς τον Κατηγορούμενο και υπό αυτή την έννοια αφορά περισσότερο τον ΜΚ2. Αναμενόταν ότι θα συμπεριλάμβανε αυτή την αναφορά στην κατάθεση του. 172. Το ότι ήταν όρθιος ο Κατηγορούμενος είναι ευθυγραμμισμένο με την θέση του Παραπονούμενου την οποία προέβαλε όχι στην δήλωση του αλλά κατά την προφορική του μαρτυρία. Σε αυτό το σημείο εγείρονται υποψίες για προσχεδιασμό και προσυνεννόηση των μαρτύρων κατηγορίας. Και το ότι μετά από τις διαμαρτυρίες τους ξαναχτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και είπε το γνωστό «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» το ανέφερε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία αλλά όχι στη δήλωση του. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν είναι τυχαίο αλλά αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε αρκετές φορές κατά τη μαρτυρία του ΜΚ2 για να αποτελεί μόνο σύμπτωση. Κατ' ελάχιστο μπορεί να δημιουργηθεί υπόνοια για προσυνεννόηση. 173. Σημειώνω ότι η εκστόμιση του «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» δεν συνάδει ή δεν ταιριάζει με τα γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη προσβάλει τους παρευρισκόμενους και τους είπε ότι είναι προσκολλημένοι και ότι ο ΜΚ2 ειδικά δεν έχει κρίση. Τον παρουσιάζουν ως να χτυπά το χέρι του ξανά στο τραπέζι και να λέγει «είμαι ΓΔ και ότι θέλω κάμνω» αλλά δεν έχει καμία σχέση με το τι προηγήθηκε με βάση τα λεγόμενα των μαρτύρων κατηγορίας. Θεωρώ ότι ο ΜΚ2 προσπαθεί να παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο ασταθή, με εμμονές που φωνάζει χωρίς λόγο ότι είναι ΓΔ και μπορεί να κάνει ότι θέλει αλλά αυτό δεν συνάδει με την εικόνα που έδειξε ο Κατηγορούμενος και ούτε με το πως άλλοι μάρτυρες ή και πρόσωπα που έδωσαν κατάθεση περιγράφουν τον Κατηγορούμενο. 174. Υπάρχει επίσης αντίφαση μεταξύ της σειράς των γεγονότων ως περιγράφονται στην δήλωση του και κατά την προφορική του μαρτυρία και σε σχέση με τη φάση που ο Κατηγορούμενος κατ' ισχυρισμό τους είπε «είσαστε τελειωμένοι». Στο Έγγραφο Β αναφέρει ότι πρώτα απείλησε, φώναζε και μετά άνοιξε την πόρτα. Στη σελ. 9, πρακτικά 21.05.2025 αναφέρει πως το «είσαστε τελειωμένοι» το είπε μετά που άνοιξε την πόρτα και μάλιστα αναφέρει ότι επέστρεψε πίσω και στάθηκε μπροστά από το τραπέζι συνεδριάσεων. Η θέση αυτή είναι αντίθετη με τη γραπτή δήλωση του Παραπονούμενου αλλά και πάλι είναι ευθυγραμμισμένη με την εκδοχή που παρουσίασε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία. Ακόμα και το ότι επέστρεψε πίσω και στάθηκε μπροστά από το τραπέζι το πρόσθεσε ο Παραπονούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία και ομοίως το πρόσθεσε και ο ΜΚ2 κατά την προφορική του μαρτυρία σε διάσταση με την κατάθεση του. 175. Ο ΜΚ2 επίσης μετέβαλε τη θέση του ως προς το περιεχόμενο της απειλής ως ακριβώς είχε πράξει και ο Παραπονούμενος. Δηλαδή, ενώ στη δήλωση του Έγγραφο Β (παράγραφος 7, πρώτης σελίδας) αναφέρει πως η απειλή ήταν «είσαστε τελειωμένοι» όταν του ζητήθηκε από τον κύριο Μιχαήλ να περιγράψει τα γεγονότα κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απειλής. Τη δεύτερη φορά έκανε πιο συγκεκριμένη την απειλή και απευθυνόταν προς τον ΜΚ2. Είπε δηλαδή «εσύ και εσύ είσαστε τελειώμενοι». Όταν είπε το πρώτο εσύ έδειχνε με το δάκτυλο του τον ΜΚ2. 176. Θεωρώ πως αυτή είναι μια πολύ σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΚ2. Εάν είχε απειλήσει τον ΜΚ2 δείχνοντας τον με το δάκτυλο του αναμένετο να το αναφέρει στην κατάθεση του την οποία συνέταξε λίγες μέρες μετά το συμβάν και όχι να το αναφέρει στο Δικαστήριο περίπου 3 χρόνια μετά για να ευθυγραμμίσει και την εκδοχή του με την εκδοχή του Παραπονούμενου ως είχε μεταβληθεί κατά την ακρόαση. Δεν αποτελεί λεπτομέρεια η εν λόγω αναφορά για να παραλειφθεί από τη κατάθεση του ΜΚ2 ως προσπάθησε να πείσει. Μιλά για μια ευθεία απειλή προς το πρόσωπο του την οποία κανένα λογικό πρόσωπο δεν θα παρέλειπε να την συμπεριλάβει στην κατάθεση του στην Αστυνομία με την οποία μάλιστα ζητά τη δίωξη του Κατηγορούμενου. 177. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) μετά την απειλή παρουσιάζει τον Κατηγορούμενο να φωνάζει και τον Παραπονούμενο να διαμαρτύρεται και να κλείνει την πόρτα. Την απειλή την τοποθετεί χρονικά σε προηγούμενο στάδιο. Στην σελ. 10 των πρακτικών φαίνεται να μεταβάλλει τη θέση του λέγοντας ότι η πόρτα έκλεισε ταυτόχρονα με την απειλή. Μάλιστα προσθέτει ότι την έσπρωξε από το σημείο που είναι ο ρυθμιστής του κλιματισμού (μια λεπτομέρεια που πρόσθεσε για να συνάδει με την εκδοχή του Παραπονούμενου). Είναι σημαντική η αντίφαση διότι χρονικά δεν μπορεί να έγιναν και τα δύο, δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να φωνάζει αλλά και να απειλεί με το «εσύ και εσύ είστε τελειωμένοι» και ο Παραπονούμενος να περπατά διαμαρτυρόμενος προς την πόρτα και να την κλείνει. Υποτίθεται ότι ο Παραπονούμενος διαμαρτυρόταν λόγω της απειλής. 178. Γενικά στην προσπάθεια του να ευθυγραμμίσει την εκδοχή του με αυτήν του Παραπονούμενου ο ΜΚ2 υπέπεσε σε αντιφάσεις προκαλώντας σύγχυση ως προς το τι έγινε και καθιστώντας την μαρτυρία του έκθετη σε απόρριψη. 179. Αναφέρει επίσης ότι ήταν τρομοκρατημένος μετά το συμβάν. Με τρόπο υπερβολικό περιγράφει το πως ένιωθε και αναφέρεται σε τρόμο, αναστάτωση, αγωνία, φόβο και μάλιστα αναφέρει πως είναι τυχερός που δεν κρατούσε κάτι ο Κατηγορούμενος στα χέρια του και γλίτωσε (σελ. 10 πρακτικά 21.05.2025). Παρά ταύτα αναφέρει ότι έμεινε στην εργασία του και την επόμενη μέρα μετέβη ξανά στο χώρο εργασίας του. Στο εργοτάξιο της ΔΕΦΑ πήγε να εργαστεί αφού πήγαν ο Παραπονούμενος και ο ΜΚ3. Θεωρώ ότι δεν ευσταθούν τα όσα αναφέρει ως προς το πως ένιωθε. Εάν ένιωθε τόσο τρόμο και αναστάτωση δεν θα πήγαινε και την επόμενη μέρα στην εργασία του δίπλα από το πρόσωπο το οποίο ήταν κατά τον ισχυρισμό του εκτός ελέγχου και αν κρατούσε κάτι στα χέρια του δεν θα γλίτωνε, ως ο ίδιος ανέφερε. 180. Περαιτέρω υπέπεσε σε αντίφαση όταν παραδέχθηκε πως αφού αποχώρησε από τη ΔΕΦΑ ο Παραπονούμενος, ο ΜΚ2 εργαζόταν στο γραφείο του που είναι απέναντι από το γραφείο του Κατηγορούμενου (σελ. 20 - 21, πρακτικά 21.05.2025) ο οποίος κατ' ισχυρισμόν τον τρομοκράτησε, τον οποίο φοβόταν και του προκάλεσε προβλήματα στην υγεία του. Εάν όντως ο Κατηγορούμενος του προκαλούσε όλα αυτά τα αισθήματα φόβου και τρομοκρατίας θα ήταν λογικό να ήθελε να τον αποφύγει και όχι να επιδιώξει να εργάζεται στο γραφείο απέναντι από αυτόν. Αντιφάσεις οι οποίες διαφάνηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ2: 181. Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε, αυτή τη φορά κατά την αντεξέ