← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Δ., Υπόθεση αρ. 10000 / 2024, 10/12/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Δ., Υπόθεση αρ. 10000 / 2024, 10/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 10000 / 2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ v. Α. Δ. __________ Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή Ι. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ομολογίας ενοχής σε τρεις κατηγορίες. Οι κατηγορίες σχετίζονται με το ότι την 5.1.2024, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β', δηλαδή 1,9462 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, και με σκοπό να την προμηθεύσει στον Γ.Κ., ενώ την 31.12.2023 κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', όπως είναι η κάνναβη, με σκοπό την προμήθεια, ο νόμος προβλέπει δια βίου φυλάκιση ή χρηματική ποινή[1]. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή[2]. Για το κάπνισμα κάνναβης, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και χρηματική ποινή[3]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[4]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[5]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[6], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[7], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[8]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται. Σχετικά με τα γεγονότα, ο ειδικός Αστ.5620 βρισκόταν καθήκον στον Σταθμό, όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στον αστυνομικό Σταθμό και παρέδωσε διάφορα φαγώσιμα, για να δοθούν στον Γ. Κ., που ήταν υπόδικος στα αστυνομικά κρατητήρια για υπόθεση ναρκωτικών. Κατόπιν έρευνας στα τρόφιμα, σε συσκευασία «bake rolls», που ήταν κλειστή με γόμα, εντοπίστηκαν δύο νάιλον συσκευασίες κλεισμένες με κάψιμο. Εγέρθηκαν υποψίες ότι μπορεί να περιέχουν ναρκωτικές ουσίες. Υποδείχθηκαν, επιστήθηκε η προσοχή, ο Κατηγορούμενος απάντησε «έκαμα λάθος». Ειδοποιήθηκε η ΥΚΑΝ, αφού εξετάστηκαν οι συνθήκες εύρεσης των τεκμηρίων, διαπιστώθηκε ότι η ουσία ήταν κάνναβη. Απάντησε «έκαμα βλακεία, ξέρω το». Στην παρουσία του, έγινε ζύγιση, ήταν συνολικά 1,9462 γραμμάρια. Ανέφερε, επίσης, ότι με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να γνωρίζει ο Γ.Κ. πήρε τα τρόφιμα και ζήτησε να του δοθούν. Τα ίδια ανέφερε και σε γραπτή ανακριτική κατάθεση. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι». Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του άρθρου 30, η πράξη αφορά κατοχή μικρής ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, ήτοι συνολικά 1,9462 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, χωρίς ενδείξεις γενικευμένης ή οργανωμένης διακίνησης, χωρίς οικονομικό όφελος και χωρίς στοιχεία που να θα μπορούσαν να υποδηλώσουν ένταξη σε κύκλωμα εμπορίας ή συστηματική ενασχόληση με τη διάδοση ναρκωτικών ουσιών. Η ποσότητα αυτή, ως αντικειμενικό δεδομένο, τοποθετεί την υπόθεση στο κατώτερο φάσμα σοβαρότητας των υποθέσεων προμήθειας, γεγονός που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη. Ωστόσο, κατά ρητή πρόνοια του άρθρου 30

(4)(α)(vii), το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε σε αστυνομικό Σταθμό με προορισμό το κρατητήριο της Αστυνομίας συνιστά περιστατικό που καθιστά το αδίκημα πιο σοβαρό. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς πλήττει τη θεσμική λειτουργία του χώρου κράτησης και υποδηλώνει απερίσκεπτη υποτίμηση των διαδικασιών ελέγχου που οφείλουν να διασφαλίζουν την τάξη και τη νομιμότητα. Η ενέργεια αυτή διαφοροποιεί την υπόθεση από απλή κατοχή ή απόπειρα προμήθειας σε ουδέτερο χώρο. Η αυξημένη απαξία που απορρέει από τον χώρο τέλεσης, παρότι τυγχάνει ειδικής νομοθετικής ανάδειξης, δεν λειτουργεί αυτοτελώς ούτε υπερισχύει των υπολοίπων δεδομένων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το στοιχείο αυτό επιβαρύνει ποιοτικά την πράξη, χωρίς όμως να τη μετατρέπει, υπό τα παρόντα πραγματικά περιστατικά, σε περίπτωση εξαιρετικής ή κορυφαίας ποινικής απαξίας, ιδίως όταν συνεκτιμώνται το είδος και η πολύ μικρή ποσότητα της ουσίας και η απουσία εμπορικής δομής ή οικονομικού κινήτρου. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ότι η ουσία δεν βρέθηκε απλώς εντός των τροφίμων, αλλά είχε επιμελώς αποκρυφθεί σε κλειστή συσκευασία «bake rolls», με νάιλον συσκευασία κλεισμένη με κάψιμο, γεγονός που καταδεικνύει προετοιμασία και συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης του ελέγχου εισόδου και αποφυγής εντοπισμού, και όχι απλή, αυθόρμητη και απερίσκεπτη μεταφορά. Το στοιχείο αυτό επιβαρύνει ποιοτικά την πράξη, χωρίς, ωστόσο, να μεταβάλλει τον συνολικό της χαρακτήρα σε περίπτωση ευρείας ή επαγγελματικής διακίνησης, αλλά παραμένει στοιχείο αυξημένης απαξίας στο πλαίσιο μιας μεμονωμένης πράξης επιχειρούμενης προμήθειας. Δεν υφίσταται βεβαρημένο ποινικό μητρώο, δεδομένο που λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση και με τον χρόνο που παρήλθε από τον Ιανουάριο του 2024. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με δεδομένη την έξαρση των αδικημάτων παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και την ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Αυτές περιλαμβάνουν το νεαρό της ηλικίας (35 ετών), την οικογενειακή κατάσταση (διαμονή με ασθενείς γονείς) αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες που αναφέρονται σε μη επίτευξη εξασφάλισης του σχολικού απολυτηρίου, σε εργασιακή ικανότητα, αλλά ανεργία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, και συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα. Στη μη ύπαρξη επαρκούς δικτύου κοινωνικής υποστήριξης. Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο. Από τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη νομολογία που συνοψίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ214/2021, 19.1.2024, αλλά και στην πολύ πρόσφατη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Sutton, ΠΕ 199/2024, 8.12.2025, προκύπτει ότι η επιβολή ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα στις υποθέσεις ναρκωτικών δεν αποτελεί δογματική αυστηρότητα, αλλά επιταγή που απορρέει από τη διαπιστωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Η κατοχή, προμήθεια και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών έχει αναγνωριστεί ως σύγχρονη μάστιγα με ολέθριες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως δε για νέους ανθρώπους, ακόμη και ανηλίκους, των οποίων η υγεία, η ζωή και η κοινωνική ένταξη πλήττονται ανεπανόρθωτα. Η εμμονή και έξαρση του φαινομένου, παρά την ήδη αυστηρή ποινική μεταχείριση των σχετικών αδικημάτων, ενισχύει τη σημασία της γενικής και ειδικής αποτροπής ως πρωτεύοντος σκοπού της ποινής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας, ακόμη και όταν πρόκειται για ποσότητες που δεν υποδηλώνουν ευρείας κλίμακας διακίνηση, καθότι η διάδοση των ναρκωτικών δεν υλοποιείται μόνο από μεγαλεμπόρους αλλά και από πρόσωπα που λειτουργούν στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαξία της πράξης δεν εξαντλείται στον όγκο της ποσότητας, αλλά εδράζεται στη συμβολή της στη διαιώνιση φαινομένου με βαριά κοινωνικά και ανθρώπινα κόστη, γεγονός που καθιστά την αποτροπή κεντρικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι, κατά ρητή πρόνοια του άρθρου 30
(4)(α)(vii), η διάπραξη αδικήματος σε κρατητήριο της Αστυνομίας συνιστά περιστατικό που καθιστά το αδίκημα πιο σοβαρό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινή φυλάκισης είναι, κατ' είδος, αναπόφευκτη, συνεπώς και η αρμόζουσα ποινή για τη 2η Κατηγορία. Η ανάγκη προστασίας της θεσμικής λειτουργίας του χώρου κράτησης και της αξιοπιστίας των διαδικασιών ελέγχου που λαμβάνουν χώρα εντός αυτού δεν θα μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί επαρκώς μέσω χρηματικής ποινής. Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η επιβολή χρηματικής ποινής δεν θα αντανακλούσε επαρκώς τη θεσμική απαξία που συνδέεται με τον χώρο τέλεσης και την ιδιαίτερη ευθύνη διαφύλαξης της νομιμότητας εντός αστυνομικού Σταθμού. Θα υπονόμευε τη θεσμική βαρύτητα που αποδίδεται, στο πλαίσιο της ποινικής νομοθεσίας, στην προστασία του χώρου κράτησης και της εύρυθμης λειτουργίας των αστυνομικών Σταθμών. Η εισαγωγή ναρκωτικής ουσίας σε αστυνομικό Σταθμό, με προορισμό άτομο που τελεί υπόδικο για υπόθεση σχετική με ναρκωτικά, κατά τεκμήριο δικαιολογεί την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία, αναλόγως των περιστάσεων και των προσωπικών δεδομένων του Κατηγορουμένου, δύναται να διαφοροποιείται ως προς την έκτασή της. Έχω υπόψη μου τη νομολογία, για σκοπούς στάθμισης της ποινής που θα επιβληθεί, με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Δεν υπάρχει όμοια περίπτωση, αλλά η ποινή των 4 μηνών για τη 2η Κατηγορία, λόγω του ότι πρόκειται για μεμονωμένη και μη επαναλαμβανόμενη απόπειρα χορήγησης πολύ μικρής ποσότητας (κάτω των 2 γραμμαρίων) σε συγκεκριμένο μόνο άτομο, χωρίς στοιχεία οργάνωσης ή περαιτέρω διάχυσης, τοποθετείται αισθητά χαμηλότερα από το εύρος ποινών που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε υποθέσεις δραστών, γενικής διακίνησης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα άτομα, χωρίς ποινικό μητρώο και χωρίς ενδείξεις εμπορικής δομής, οι οποίοι έχουν επίσης προχωρήσει σε παραδοχή. Η άνοδος της ποινής σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνες τις περιπτώσεις, υπό τα ιδιαίτερα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, θα εξωτερίκευε δυσαναλογία. Ειδικότερα, το πλαίσιο ποινών 7 έως 18 μηνών, όπως αναδύεται ενδεικτικά από τις Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 583, Ναζίπ v. Αστυνομίας
(2014)2(Β) ΑΑΔ 808, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 19.1.2024 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Sutton, ΠΕ 199/2024, 8.12.2025, αφορά κατά κύριο λόγο περιπτώσεις μικροδιακίνησης, στις οποίες ο κατηγορούμενος, μολονότι δεν εντάσσεται σε οργανωμένη εγκληματική δομή, διαδραματίζει σταθερό ρόλο στην αλυσίδα διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, με μεγαλύτερες ποσότητες και συχνά επαναλαμβανόμενη διακίνηση ή και διαφορετικής τάξης ουσιών. Στην παρούσα υπόθεση, η πράξη διαφοροποιείται ουσιωδώς, καθότι αφορά μεμονωμένη απόπειρα προμήθειας πολύ μικρής ποσότητας κάνναβης, προς ένα και μόνο συγκεκριμένο άτομο, χωρίς στοιχεία γενικευμένης εμπλοκής στη διακίνηση ή στην εμπορία ή προσωπικού οικονομικού ή άλλου οφέλους (ένα συγκεκριμένο άτομο, μία πράξη, 1,9462 γραμμάρια, ουσία τάξεως Β'). Υπό τούτο το πρίσμα, η αντικειμενική βαρύτητα της πράξης, ως προς την ένταση και την έκταση της συμβολής στη διάδοση των ναρκωτικών, είναι σαφώς μειωμένη σε σύγκριση με τον τυπικό μικροδιακινητή της προαναφερθείσας νομολογίας. Αντιθέτως, η τέλεση της πράξης σε αστυνομικό Σταθμό και σε συνάρτηση με κρατούμενο για υπόθεση ναρκωτικών, στοιχείο το οποίο, κατά το άρθρο 30
(4)(α)(vii), καθιστά το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό, αυξάνει τη θεσμική απαξία της πράξης. Η συνολική στάθμιση των δύο αυτών παραγόντων, δηλαδή της μειωμένης συμβολής στη γενικότερη διακίνηση και της αυξημένης θεσμικής απαξίας λόγω του χώρου τέλεσης, δικαιολογεί την τοποθέτηση της επιβλητέας ποινής σε κατώτερο άκρο της κλίμακας της ποινής φυλάκισης και αισθητά κάτω από το ανωτέρω πλαίσιο των 7-15 μηνών, όπως αυτό αφορά τυπικές περιπτώσεις μικροδιακίνησης. Περαιτέρω, η παρούσα υπόθεση δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί με περιπτώσεις απλής χρήσης ή περιστασιακής διάθεσης μικρής ποσότητας εντός κοινωνικού ή φιλικού πλαισίου («κεράσματος»), όπου η πράξη στερείται στοιχείων προετοιμασίας, απόκρυψης ή θεσμικής προσβολής. Εδώ, η προμήθεια δεν έλαβε χώρα αυθόρμητα ή εκ των περιστάσεων, αλλά αποτέλεσε στοχευμένη εισαγωγή ναρκωτικής ουσίας σε χώρο κράτησης, κατόπιν μεθοδευμένης απόκρυψής της, γεγονός που της προσδίδει αυξημένη απαξία σε σύγκριση με τέτοιες περιπτώσεις. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς, τόσο ως προς τον χώρο τέλεσης όσο και ως προς τον τρόπο δράσης. Τα γεγονότα της 1ης Κατηγορίας καλύπτονται από τα γεγονότα της 2ης Κατηγορίας. Λαμβάνεται υπόψη και η 3η Κατηγορία, ώστε να επιβληθεί μία ποινή στη σοβαρότερη εκ των κατηγοριών, δηλαδή στη 2η Κατηγορία. Επιβάλλονται: 2η Κατηγορία (κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', 1,9462 γραμμάρια, μέσα σε αστυνομικό Σταθμό): Ποινή φυλάκισης 4 μηνών. 1η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β): Λόγω της επιβολής ποινής στην 2η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή. 3η Κατηγορία (παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β): Λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή. Έγινε εισήγηση για αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης. Έχοντας καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης είναι η αρμόζουσα κατ' είδος ποινή, το Δικαστήριο εξετάζει ακολούθως, σε διακριτό στάδιο, κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της εξουσίας του για αναστολή της εκτέλεσής της. Η εξουσία αυτή ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186
(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[9]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ' αυτούς[10]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[11]. Ο Κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο. Δεν ενεπλάκη σε γενικευμένη διακίνηση. Ενήργησε υπό απερισκεψία, έχοντας αντιληφθεί το λάθος του. Αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και προσπαθεί να μείνει μακριά από τον κόσμο της παρανομίας, ενώ ο κίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο είναι ελέγξιμος, εάν ο Κατηγορούμενος παραμείνει εντός της κοινότητας, συγκριτικά με το να εκτίσει σε αυτό το στάδιο βραχεία ποινή φυλάκισης σε σωφρονιστικό ίδρυμα. Τα δεδομένα της υπόθεσης διαφοροποιούνται από εκείνα στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 161/2024, 16.10.2025 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Υπήρχαν κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια και για προμήθεια. Διαφοροποίηση υπάρχει και από τα δεδομένα της Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικόλα, ΠΕ 214/2021, 19.1.2024, όπου τα 96,41γρ. ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β ήταν ποσότητα επιμελώς διαμοιρασμένη σε 27 επιμέρους συσκευασίες, οι οποίες (εκτός μιας) είχαν ήδη ετοιμαστεί και ευρίσκοντο σε πλαστική τσάντα, ενώ δίπλα υπήρχε ηλεκτρονική ζυγαριά και 75 χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και όπου, παρά την πάροδο των ετών, ενώ δεν υπήρχε και ουσιαστική μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Εκεί το Εφετείο διαφοροποιήθηκε από τις Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 ΑΑΔ 327 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου (Αρ.2)
(2016)2 ΑΑΔ
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, το μήνυμα της αποτροπής εξαντλείται, υπό τα ιδιαίτερα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στην επιβολή της ποινής φυλάκισης. Η ποινή που επιβάλλεται δεν αποσκοπεί στην περιθωριοποίηση του Κατηγορουμένου, αλλά στη σαφή υπενθύμιση των ορίων της νομιμότητας, σε συνδυασμό με τη διατήρησή του εντός της κοινότητας υπό την απειλή της ενεργοποίησης της ποινής. Εγγύτερα προς την προσέγγιση των Γενικός Εισαγγελέας v. Κανάρη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσάνθου (ανωτέρω), το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή της ποινής φυλάκισης, έστω και με αναστολή, διασφαλίζει την αποτρεπτική λειτουργία της ποινής τόσο προς τον Κατηγορούμενο όσο και προς το κοινωνικό σύνολο. Η αναστολή της εκτέλεσης δεν αίρει τη σοβαρότητα της καταδίκης, αλλά λειτουργεί ως κίνητρο συμμόρφωσης και σταθερής κοινωνικής επανένταξης. Η εμπειρία της δικαστικής υπόθεσης και η διαρκής απειλή ενεργοποίησης της ποινής, σε περίπτωση νέας διάπραξης αδικήματος, συνιστούν μέσα αποτροπής που έχουν ήδη δείξει ισχυρά σημάδια επαναφοράς σε υγιή κοινωνική λειτουργία. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, η αναστολή δεν συνιστά αποδυνάμωση της επιβληθείσας ποινής, αλλά μέσο πραγματοποίησης του σκοπού της ποινής. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Εξηγείται ότι: η ποινή φυλάκισης είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της. Αναστάλθηκε μόνον η εκτέλεση αυτής της ποινής, για 3 χρόνια από σήμερα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Αυτή η περίοδος των 3 ετών είναι δεσμευτική. Σε περίπτωση που εντός αυτών των 3 ετών διαπραχθεί οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, σε περίπτωση καταδίκης, το Δικαστήριο δυνατόν, πέραν της ποινής που μπορεί να επιβληθεί γι' αυτό, να ενεργοποιήσει και την ποινή που επιβλήθηκε σε αυτήν την υπόθεση ή μέρος της. Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Η ουσία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] άρθρο 6 § 3, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας, περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/
  2. [2] άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας ν.29/
  3. [3] άρθρο 10(α), 24
(1), 30 § 1, Τρίτος Πίνακας ν.29/77. [4] Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 129. [5] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264. [6] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024. [7] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575. [8] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police
(1983)2 CLR 319. [9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22. [10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22. [11] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας
(2016)2 ΑΑΔ 260. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.