← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 2339/2023, 5/6/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 2339/2023, 5/6/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 2339/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενος ---------------------------------- Ημερ.: 05/06/2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Σωφρονίου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ I. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή, κατά παράβαση των άρθρων 6

(1), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 13/01/2022 στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Ευάγγελου Γιαννόπουλου, τέως από τη Λεμεσό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να προκαλέσει βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή περιουσιακό στοιχείο. II. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 7 τεκμήρια με τη συγκατάθεση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, την έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1), σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακος 1:250 (Τεκμήριο 2), αποτύπωση του επίδικου δρόμου Λεμεσού-Πλατρών μεταξύ του 11ου και 12ου ΧΛΜ επί κλίμακος 1:250 (Τεκμήριο 3), ιατροδικαστική έκθεση του Δρος. O.O. (Τεκμήριο 4), βιβλιάριο φωτογραφιών που λήφθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος και στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού (Τεκμήριο 5), βιβλιάριο φωτογραφιών που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο του ενεχόμενου οχήματος στην Η.Μ.Υ. Λεμεσού (Τεκμήριο 6) και βιβλιάριο φωτογραφιών της νεκροτομής του θύματος (Τεκμήριο 7). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην έκθεση γεγονότων, δεν αμφισβητούνται από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την Έκθεση Γεγονότων η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, την 13/01/2022 και περί ώρα 14:00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «το αυτοκίνητο») τύπου σαλούν, μάρκας HONDA, μοντέλο CIVIC στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών, με κατεύθυνση την Λεμεσό (από βόρεια προς νότια), με συνοδηγό τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο (εφεξής «το θύμα»). Οδηγός και συνοδηγός φορούσαν ζώνη ασφαλείας, ήταν εθνοφρουροί και υπηρετούσαν σε στρατιωτική μονάδα του Τροόδους. Αμφότεροι την ημέρα εκείνη είχαν άδεια διανυκτέρευσης και επέστρεφαν στις οικίες τους στη Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το 11800 ΧΛΜ, λίγα μέτρα πριν την συμβολή προς τον πρώην σκυβαλλότοπο στην περιοχή ΒΑΤΙ, όπου υπήρχε ελαφριά αριστερή στροφή, σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και ενώ στην περιοχή επικρατούσε βροχερός καιρός, το αυτοκίνητο, προφανώς λόγω αυξημένης ταχύτητας, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, διέσχισε τις δύο εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδες (ήτοι, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα) και αφού προσέκρουσε βίαια σε προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα στην δυτική πλευρά του δρόμου (στηθαίο ασφαλείας), ανατράπηκε και κατέληξε αναποδογυρισμένο σε χαντάκι βάθους 1.5 μέτρων, στην δυτική πλευρά του δρόμου. Από την μοιραία θανατηφόρα σύγκρουση, ο οδηγός / Κατηγορούμενος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και ο συνοδηγός / θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα. Το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο Κατηγορούμενος βγήκε μόνος του από το αυτοκίνητο και όταν έφθασε ασθενοφόρο, παραλήφθηκε και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Νοσοκομείου για περαιτέρω περίθαλψη. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικούς ελέγχους αλκοτέστ και νάρκοτεστ με μηδενική και αρνητική ένδειξη αντίστοιχα. Για τον απεγκλωβισμό του συνοδηγού / θύματος χρειάστηκε η επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, οπόταν και παραλήφθηκε από δεύτερο ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γ.Ν. Λεμεσού. Αν και του παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες και διενεργήθηκαν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι, ο συνοδηγός ήταν νεκρός και εκδόθηκε σχετική βεβαίωση θανάτου. Διενεργήθηκε νεκροψία και νεκροτομή επί της σορού του θύματος στις 14/01/2022 και διαπιστώθηκε ότι, ο θάνατος του θύματος επήλθε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων σώματος και ζωτικών οργάνων και ρήξεων αγγείων του λαιμού, λόγω του θανατηφόρου δυστυχήματος (Τεκμήριο 4). Από επιτόπιες εξετάσεις την ημέρα του δυστυχήματος δεν εντοπίστηκαν από το αυτοκίνητο ίχνη τροχοπέδησης, πλαγιολίσθησης, τριβής ή άλλα στο οδόστρωμα ή στο ασφάλτινο παγκέτο στη δυτική πλευρά του δρόμου πριν την σύγκρουση στο προστατευτικό κιγκλίδωμα (κατά την άφιξη του εξεταστή στην σκηνή η βροχόπτωση είχε σταματήσει, αλλά η άσφαλτος ήταν ακόμη βρεγμένη). Έγιναν εκ νέου εξετάσεις την επόμενη ημέρα το πρωί για να ελεγχθεί το οδόστρωμα, το οποίο είχε στεγνώσει και να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρχαν ίχνη από το αυτοκίνητο, χωρίς αποτέλεσμα. Το αυτοκίνητο ελέγχθηκε από μηχανοτεχνίτη οχημάτων και μηχανημάτων της Η.Μ.Υ. Λεμεσού και διαπιστώθηκε ότι, όλες οι ζημιές και βλάβες που εντοπίστηκαν είχαν προκληθεί κατά το δυστύχημα. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο στις 21/01/2022 και αφού αυτό του επεξηγήθηκε στην παρουσία του ευπαίδευτου συνηγόρου του, συμφώνησε και το υπέγραψε. Στις 25/01/2022 και περί ώρα 15:05, οι καιρικές συνθήκες ήταν ίδιες με την ημέρα του δυστυχήματος (δηλαδή ο καιρός ήταν βροχερός καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας) και έγινε αναπαράσταση του δυστυχήματος με αυτοκίνητο ίδιας μάρκας, μοντέλου και τύπου (εφεξής «αναπαραστατικό αυτοκίνητο 1») με το ενεχόμενο αυτοκίνητο. Έγιναν 3 διελεύσεις με ταχύτητες 80ΧΑΩ, 65ΧΑΩ και 55ΧΑΩ του αναπαραστατικού αυτοκινήτου 1 με κατεύθυνση τη Λεμεσό, από το χωριό Άλασσα μέχρι την συμβολή με τον πρώην σκυβαλλότοπο ΒΑΤΙ, περνώντας από το σημείο που έγινε το δυστύχημα, υπό συνεχή βροχή. Ο εξεταστής της υπόθεσης, που οδηγούσε το αναπαραστατικό αυτοκίνητο 1, διαπίστωσε ότι, παρόλο που έβρεχε συνεχώς και ο δρόμος ήταν βρεγμένος, δεν υπήρξε απώλεια ελέγχου του εν λόγω αυτοκινήτου ή ένδειξη πρόθεσης πλαγιολίσθησης ή υδρολίσθησης, λόγω του βρεγμένου οδοστρώματος και της βροχής. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σταθερό, χωρίς παρουσία προβλήματος. Έγιναν άλλες 5 διελεύσεις την ίδια ημέρα στην παρουσία και δεύτερου αστυνομικού και οι διαπιστώσεις παρέμειναν οι ίδιες. Την 09/02/2022 έγινε εκ νέου αναπαράσταση του δυστυχήματος με άλλο αυτοκίνητο ιδίου τύπου (εφεξής «αναπαραστατικό αυτοκίνητο 2») με το ενεχόμενο αυτοκίνητο. Οι καιρικές συνθήκες ήταν ίδιες με αυτές που υπήρχαν την ημέρα του δυστυχήματος (βροχερός καιρός). Διενεργήθηκαν δύο διελεύσεις, όπως η πορεία του ενεχόμενου αυτοκινήτου, με ταχύτητες 80ΧΑΩ και 65ΧΑΩ αντίστοιχα και παρά το ότι έβρεχε και ο δρόμος ήταν βρεγμένος, το αναπαραστατικό αυτοκίνητο 2 δεν παρουσίασε πρόβλημα απώλειας ελέγχου ή ένδειξη πρόθεσης πλαγιολίσθησης ή υδρολίσθησης, λόγω του βρεγμένου οδοστρώματος και της βροχής. Στις 26/03/2022 λήφθηκαν μετρήσεις και καταγράφηκε με λεπτομέρεια ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα, συμπεριλαμβανομένης και της στροφής του δρόμου πριν το σημείο σύγκρουσης, με ειδική συσκευή (TOP CON GR 5) και ακολούθως τα ευρήματα αποτυπώθηκαν επί κλίμακος 1:250 (Τεκμήριο 3). Το Τμήμα Δημοσίων Έργων, κατόπιν αιτήματος του εξεταστή της υπόθεσης, ετοίμασε έκθεση και επεξήγησε λεπτομερώς τις προδιαγραφές των μεταλλικών κιγκλιδωμάτων (στηθαίων ασφαλείας) που ήταν εγκατεστημένα στη σκηνή του δυστυχήματος, στα οποία έγινε η πρόσκρουση. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση το συγκεκριμένο κιγκλίδωμα (στηθαίο ασφαλείας) πληροί τις προδιαγραφές συγκεκριμένου προτύπου, το οποίο βάσει δοκιμών συγκρατεί και απωθεί αυτοκίνητα που κινούνται με ταχύτητα 90ΧΑΩ και έχουν βάρος 900kg και αυτοκίνητα που κινούνται με ταχύτητα 110ΧΑΩ και έχουν βάρος μέχρι και 1.500kg. Το ενεχόμενο αυτοκίνητο, σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγραφής του, έχει βάρος 985kg. Περαιτέρω, με βάση έρευνες προσομοίωσης, διαπιστώθηκε ότι, ο συγκεκριμένος τύπος στηθαίου ασφαλείας πιθανόν να αστοχεί σε ταχύτητες πέραν των 140ΧΑΩ με γωνίες πρόσκρουσης 20° και 25°. Με βάση το σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2) ο δρόμος Λεμεσού-Πλατρών στο σημείο της σύγκρουσης έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Μία λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται νότια (προς Λεμεσό) και δύο λωρίδες κυκλοφορίας εξ αντιθέτου για οχήματα που κινούνται βόρεια (προς Πλάτρες). Οι δύο κατευθύνσεις κυκλοφορίας διαχωρίζονται με δύο άσπρες συνεχείς γραμμές. Προφορικά, αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ότι, το όριο ταχύτητας του επίδικου δρόμου είναι 65ΧΑΩ και με βάση το βάρος του αυτοκινήτου, η ταχύτητα του ήταν κατ' ελάχιστον 110ΧΑΩ. Σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων, το θύμα ήταν ηλικίας 19 ετών, εθνοφρουρός, με ελληνική υπηκοότητα (εκ πατρογονίας) και διέμενε με τους γονείς του και τον αδελφό του μόνιμα στην επαρχία Λεμεσού. Υπηρετούσε στο ίδιο στρατόπεδο με τον Κατηγορούμενο. III. ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. IV. ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε κοινωνική έκθεση για το πρόσωπο του Κατηγορούμενου από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ημερ. παραλαβής η 11/04/2025), η οποία και έχει υιοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με αυτήν, ο Κατηγορούμενος (ηλικίας σήμερα 22 ετών) είναι το μεσαίο από τα τρία παιδιά, χαμηλής εισοδηματικής τάξης, οικογένειας. Περιγράφει τα παιδικά του χρόνια ως δύσκολα. Οι γονείς του χώρισαν το 2023, λόγω συγκρουσιακών σχέσεων και ο πατέρας του, μηχανοδηγός στο επάγγελμα, δεν παρέχει οποιαδήποτε οικονομική στήριξη σε αυτόν και τα αδέλφια του, παρά τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και δεν έχει τακτική επικοινωνία μαζί του. Μετά το διαζύγιο των γονέων του, οι σχέσεις που διατηρεί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του είναι αρμονικές και υποστηρικτικές. Διαμένει με την μητέρα του, τα αδέλφια του, το παιδί της αδελφής του και τον αρραβωνιαστικό της σε ενυπόθηκη κατοικία ιδιοκτησίας των γονέων του. Η μητέρα του εργάζεται στο Τμήμα Τροφίμων Υπεραγοράς και ο ίδιος στο παρασκευαστήριο Υπεραγοράς με καθαρό μηνιαίο μισθό €1.050=. Παράλληλα, λαμβάνει μερικό εισόδημα επί ποσοστού πωλήσεων προϊόντων της εταιρείας Herbalife από την 29/09/2022, ως σύμβουλος προϊόντων διατροφής. Ο ίδιος παρέχει οικονομική στήριξη, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στον μικρότερο αδελφό του ηλικίας 19 ετών, ο οποίος υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά. Συνεπεία του θανατηφόρου δυστυχήματος έλαβε αναρρωτική άδεια έξι μηνών και παρά τις ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε επέστρεψε τον Ιούλιο του 2023 στην Εθνική Φρουρά για να ολοκληρώσει την θητεία του. Κατά την διάρκεια της θητείας του έλαβε υποστήριξη από ψυχολόγο της Ε.Φ., ένεκα της απώλειας του συνοδηγού φαντάρου φίλου του, και αξιολογήθηκε η ψυχική του κατάσταση από ψυχίατρο. Ολοκλήρωσε κανονικά την στρατιωτική του θητεία και απολύθηκε τον Φεβρουάριο του 2024. V. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτή αγόρευση στα πλαίσια μετριασμού της ποινής, την οποία καλείται να επιβάλει το Δικαστήριο, η οποία αγόρευση κατατέθηκε ως Έγγραφο Α και συνοδεύεται από δύο βεβαιώσεις εργοδότησης, αντίγραφο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν τους τραυματισμούς του Κατηγορούμενου συνεπεία του δυστυχήματος. Στην γραπτή του αγόρευση εστίασε σε ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, ήτοι τις προσωπικές-οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό και οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου και το γεγονός ότι, ήταν ένα ατυχές, μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο στοίχισε και του στοιχίζει μέχρι και σήμερα, τόσο ψυχολογικά, όσο και σωματικά. Ο Κατηγορούμενος ήταν 19 ετών, εθνοφρουρός και υπηρετούσε στην Μονάδα Διοίκησης Αεροπορίας Τροόδους. Στο εν λόγω στρατόπεδο γνώρισε τον άτυχο συνοδηγό και συνάδελφο του. Εμφανίζεται μεταμελημένος και μετανιωμένος για το λάθος του, το οποίο θα τον στοιχειώνει για όλη του την ζωή και εδώ και αρκετό καιρό προσπαθεί να διορθώσει το παρελθόν του και να κτίσει ένα υγιές μέλλον. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος, ανέφερε ότι, ο καιρός, κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ήταν βροχερός και το οδόστρωμα αρκετά βρεγμένο. Ένεκα των κακών καιρικών συνθηκών και της στιγμιαίας αβλεψίας/αμέλειας του Κατηγορούμενου, επεσυνέβη το μοιραίο δυστύχημα, συνεπεία του οποίου ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και ο συνοδηγός / συνάδελφος του έχασε την ζωή του. Ο Κατηγορούμενος, επισημαίνει ότι, δεν είχε πρόθεση ή σκοπό να προκαλέσει το δυστύχημα και, κυρίως, να στερήσει την ζωή του άτυχου συναδέλφου του και απολογείται βαθύτατα προς την οικογένεια του θύματος και ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, σημείωσε ότι, υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής δίωξης του Κατηγορούμενου, γεγονός που πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του κατά την επιμέτρηση της ποινής, ενώ από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα ή παραβατική συμπεριφορά. Υπήρξε συνεργασία του Κατηγορούμενου με τις διωκτικές αρχές και παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου και τις προσπάθειες που κάνει για να παρέχει ένα καλύτερο μέλλον στον ίδιο και στην οικογένεια του, αφού τυχόν άμεση έκτιση ποινής φυλάκισης θα επηρεάσει περισσότερο την ψυχολογική του κατάσταση, θα απωλέσει την εργασία του με την οποία στηρίζει την οικογένεια του και ως νεαρός Κατηγορούμενος χρήζει μιάς δεύτερης ευκαιρίας. Σε σχέση με την άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου, υποστήριξε ότι, αυτή είναι αναγκαία για την μετακίνηση του στην κύρια εργασία του, αλλά και στην δευτερεύουσα εργασία του (Herbalife) για την οποία πραγματοποιεί επισκέψεις σε πελάτες και συνεργάτες της εταιρείας. Τυχόν αποστέρηση άδειας οδήγησης υποστήριξε ότι, θα επιφέρει τερματισμό της απασχόλησης του και απώλεια εισοδημάτων που είναι απολύτως απαραίτητα για τον βιοπορισμό του ιδίου και της οικογένειας του. VI. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης 210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 6
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Ταχύτης 6.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα δυναμένην να θέση εν κινδύνω ανθρωπίνην ζωήν ή να προκαλέση ζημίαν ή βλάβην εις οιονδήποτε πρόσωπον ή περιουσιακόν στοιχείον, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις πέντε χιλιάδες ευρω (€5.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972[1] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.
(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή, σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει του άρθρου 210, του Π.Κ., μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής και βάσει του άρθρου 20Α.
(2).4(δ) του Ν. 86/1972, επιβολή, σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει του άρθρου 6 του Ν. 86/1972, μεταξύ 4 και 8 βαθμών ποινής. Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων, με πιο πρόσφατες αυτήν της Παύλος Πισσαρίδης ν. Αστυνομίας, Συνεκδ. Ποιν. Έφ. 67/2023 και 28/2023, ημερ. 29/05/2025 και της Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/2024, ημερ. 08/08/2024[2] στην οποία επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/2019, ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B236. Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220.[3] Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[4] ερμηνεύεται ως ακολούθως: «Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» Σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο και αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου (a cause) του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης (substantial or major cause), κάτι περισσότερο από de minimis και να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού (fault). Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποιν. Έφ. 241/12, ημερ. 14.12.2014. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, µπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού [Πέτρου ν. Αστυνομίας,[5] Σάββα (ανωτέρω), Γ.Ε. ν. Α. Σαζού,[6] Gosney (ανωτέρω)]. Στην Παύλος Πισσαρίδης (ανωτέρω), το Εφετείο κατέγραψε σε σχέση με τον όρο «απερίσκεπτη πράξη» τα ακόλουθα: «Ως προς τον όρο «απερίσκεπτη» είναι αυτονόητο ότι, σημαίνει για το στάδιο αυτό την ενέργεια, δράση ή συμπεριφορά η οποία γίνεται χωρίς περίσκεψη, ασυλλόγιστα, επιπόλαια, αστόχαστα, η οποία δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Ως παράδειγμα δύναται να αναφερθεί η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 Α.Α.Δ. 473, στην οποίαν ο 17ετής κατηγορούμενος, χωρίς άδεια οδήγησης, εντελώς άπειρος και χωρίς βασικές γνώσεις για την οδήγηση ανέλαβε να οδηγήσει εντός κατοικημένης περιοχής, μεταφέροντας επιβάτες, σε στενό δρόμο με αλλεπάλληλες στροφές και μάλιστα κατά τη νύκτα. Κρίθηκε πως αυτά αποτελούν απερίσκεπτη συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «κινούμενος κίνδυνος». Η υπόθεση Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409 αφορούσε περίπτωση στην οποία μαθητευόμενος οδηγός, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και εισήλθε απότομα στην αντίθετη λωρίδα, χωρίς δυνατότητα αποφυγής της θανατηφόρας σύγκρουσης. Κρίθηκε πως με την υπερβολική ταχύτητα η οδήγηση, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη και εντός του Άρθρου 210 Π.Κ., ταξινομείτο πλέον και ως απερίσκεπτη.» Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων: «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα γεγονότα τής υπό κρίση υπόθεσης, εάν η πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων δυστυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 C.L.R.344. Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας, με πιο πρόσφατη απόφαση, σε σχέση με την επιμέτρηση ποινής σε θανατηφόρες τροχαίες συγκρούσεις, την Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025.[7] Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας σε συνάρτηση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις.[8] «Στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, όπου παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.» Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι, όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη (Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Ακόμα, στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 στην οποία έγινε αναφορά και στην υπόθεση R. v. Boswell, ανωτέρω, επαναλήφθηκε ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, σχετίζονται μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.» Υπογράμμιση δική μου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Η διάκριση αφενός μιάς στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί η φύση της ποινής σε υποθέσεις αυτής της μορφής. Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[9] Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[10] Η ποινή στέρησης σε κατηγορούμενο της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης, συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορουμένου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16]. Στη βάση λοιπόν των νομολογιακών αρχών, το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο σύμφωνα με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι κατά πόσον η οδήγηση του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων ή ότι δεν είναι τέτοια και ανάγεται μόνο σε στιγμιαία αβλεψία, όπως ήταν και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του. VII. ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος τη στιγμή της σύγκρουσης εκινείτο με ταχύτητα, κατ' ελάχιστον, 110ΧΑΩ στον επίδικο δρόμο, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 65ΧΑΩ, είχε φως της ημέρας (μεσημέρι Ιανουαρίου), κατά τον επίδικο χρόνο έβρεχε και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο, λόγω της βροχόπτωσης. Εκινείτο με νότια κατεύθυνση στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών (με κατεύθυνση την Λεμεσό) και μετά το χωριό Άλασσα σε σημείο που ο δρόμος έχει ελαφριά στροφή αριστερά (όπως η πορεία του αυτοκινήτου) ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, κατέγραψε διαγώνια πορεία προς τα δεξιά και συγκρούστηκε στο δυτικό προστατευτικό κιγκλίδωμα ασφαλείας (στηθαίο ασφαλείας), με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να καταλήξει αναποδογυρισμένο σε χαντάκι βάθους 1.5 μέτρων (όπου υπάρχουν ακακίες σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 και τις φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 5). Η απόφαση του Κατηγορούμενου να οδηγήσει με ταχύτητα σχεδόν διπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, καθ' ον χρόνο έβρεχε και σε σημείο που ο δρόμος είχε αριστερόστροφη καμπή, δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο, που ανάγουν την οδήγηση του σε οδήγηση η οποία εμπεριείχε, δυστυχώς, το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια τόσο του ιδίου και του συνοδηγού/θύματος του, όσο και τρίτων ανυποψίαστων χρηστών του οδικού δικτύου. Ο Κατηγορούμενος οδήγησε κατ' αυτό τον τρόπο, χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης του κινδύνου. Το εγχείρημα του Κατηγορούμενου, ενόψει και της διαμόρφωσης του δρόμου, δημιουργούσε, βλέποντας αντικειμενικά την κατάσταση, πιθανό κίνδυνο, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι, δεν ανέλαβε ενσυνείδητα συγκεκριμένο κίνδυνο.[11] Η οδήγηση με αυξημένη ταχύτητα, κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του δρόμου, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάτι στιγμιαίο, το οποίο άπτεται μια απρόσεκτης κίνησης ή ενέργειας ή παράλειψης της στιγμής. Η απόφαση του Κατηγορούμενου έγκειτο σε μια συνειδητή επιλογή εγωιστικής συμπεριφοράς, η οποία εγκυμονούσε κινδύνους για τον ίδιο και τον συνοδηγό. Συνεπεία της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά και ο συνοδηγός του τραυματίστηκε θανάσιμα. Με βάση τα όσα έχω προαναφέρει, καταλήγω ότι, η οδήγηση του Κατηγορούμενου, υπό τις περιστάσεις, ήταν επικίνδυνη και απερίσκεπτη. Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορούμενου, με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος, όσο και το ύψος αυτής. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus[12], και Republic ν. Georghiou[13]). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι, ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[14]). Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης, αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429]. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη, επίσης, τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου [Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203]. Το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα επεσυνέβη την 13/01/2022 και η υπόθεση καταχωρήθηκε την 22/02/
  1. Ορίστηκε για Απάντηση στις 29/03/2023 και επαναορίστηκε για Απάντηση, λόγω μη επίδοσης, στις 29/05/
  2. Ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε την 29/05/2023 και υπέβαλε αίτημα νομικής αρωγής. Η υπόθεση επαναορίστηκε για Απάντηση την 29/09/
  3. Ένεκα έκτακτης απουσίας του Δικαστηρίου για υπηρεσιακούς λόγους, η υπόθεση επαναοριστήκε για τον ίδιο σκοπό στις 27/11/
  4. Την ημέρα εκείνη ο Κατηγορούμενος καταχώρησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ορίστηκε για Ακρόαση την 17/04/
  5. Στις 17/04/2024 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίστηκε την 25/09/
  6. Υπήρξε αίτημα αναβολής της ακρόασης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου και επαναορίστηκε για Ακρόαση την 23/01/
  7. Την ημέρα εκείνη αναβλήθηκε για να εξεταστεί το ενδεχόμενο αλλαγής απάντησης και το αίτημα εγκρίθηκε, ενόψει του ότι, και το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με συνεχιζόμενη ακρόαση. Επαναορίστηκε για Ακρόαση χωρίς μάρτυρες την 07/03/2025, υπήρξε αίτημα αναβολής λόγω ασθένειας του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου και στις 19/03/2025 ο Κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή απάντησης και στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ορίστηκε στις 15/04/2025 για Γεγονότα και Ποινή και αναβλήθηκε, λόγω του ότι, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου είχε προσωπικό κώλυμα. Επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό στις 15/05/2025, οπόταν την ημέρα εκείνη εκτέθηκαν τα γεγονότα και αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου. Ουσιαστικά, ο χρόνος που μεσολάβησε, από την ημέρα που εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος και καταχώρησε μη παραδοχή μέχρι την ολοκλήρωση της υπόθεσης με την εν τέλει παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, δεν κρίνω ότι, βαρύνει εξ ολοκλήρου τον ίδιο. Ενόψει της παραδοχής του Κατηγορούμενου, για την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου είχε προϊδεάσει το Δικαστήριο από την 23/01/2025, δεν διακρίνω ότι, υπήρξε ουσιώδης καθυστέρηση, η οποία θα πρέπει να προσμετρήσει επιβαρυντικά εναντίον του Κατηγορούμενου. Από την αντίπερα όχθη και σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημέρα καταχώρησης της υπόθεσης, ήτοι 13 μήνες, σε συνάρτηση με τον χρόνο που απαιτείτο για την ολοκλήρωση διερεύνησης της υπόθεσης, δεν δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι, υπήρξε κωλυσιεργία ή καθυστέρηση στην ετοιμασία και προώθηση του ανακριτικού φακέλου για άσκηση ποινικής δίωξης. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση, θα λάβω υπόψη μου το αντικειμενικό γεγονός το οποίο παραμένει και αυτό είναι ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο τριών σχεδόν χρόνων από την διερεύνηση και καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και έτσι θα δοθεί, κάτω από τις περιστάσεις, η δέουσα βαρύτητα. Στη ΓΕ ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι, η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του, χωρίς βεβαίως να διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, στην απόφαση Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 179/2022, ημερ. 8.5.2023 η ποινή δυο ετών φυλάκισης επικυρώθηκε παρά την πάροδο 6,5 ετών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής. Κατά την επιβολή ποινής, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του Κατηγορούμενου, που δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά του, σε συνάρτηση με τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[.] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[15] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[16]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[17]). Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής του δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ο Κατηγορούμενος διάγει μία, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει τις διωκτικές αρχές με οποιονδήποτε τρόπο από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα και φαίνεται να είναι πρόσωπο, που κατά τα άλλα, σέβεται τους νόμους της τροχαίας και τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η ηλικία του σήμερα, που συνεχίζει να είναι νεαρό πρόσωπο (22 ετών), τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και το γεγονός ότι, ο ίδιος απασχολείται με δύο δουλειές, ώστε να βοηθά και στηρίζει την οικογένεια του, καταδεικνύει ότι, είναι πρόσωπο συγκροτημένο και υπεύθυνο, το οποίο προσπαθεί να δημιουργήσει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για τον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε, μέσω του δικηγόρου του, μεταμελημένος, αποδέχομαι δε ότι, η απώλεια της ζωής του συνοδηγού / συναδέλφου του, συνεπεία της δικής του οδηγικής συμπεριφοράς, θα τον βαραίνει εφ' όρου ζωής. Τα ελαφρυντικά όμως του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Θα επηρεάσουν σαφώς το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας από την μια την σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν, κρίνω ότι, η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα, κάτω από τις περιστάσεις, ποινή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και τα επακόλουθα τους δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση, οι ειδικοί λόγοι που προβάλλονται δεν είναι τέτοιας έκτασης και υφής που να δικαιολογούν την μη αποστέρηση της ικανότητας του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Ενόψει του περιορισμού που υπάρχει στο άρθρο 19 του Ν. 86/1972 (όπως τροποποιήθηκε το 2020), η αποστέρηση θα περιοριστεί στο μέγιστο χρονικό διάστημα που παρέχεται από την εν λόγω νομοθετική διάταξη. Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλονται στoν Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών, πλέον 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Επιπρόσθετα, o Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα.
(2)Στην 2η κατηγορία καμία ποινή, ενόψει του ότι, τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας. VΙII. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(1)του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  1. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B
  2. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583]. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή και έκταση της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της [Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1]. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373], χωρίς ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης να αλλοιώνεται, μόνο και μόνο, λόγω του ότι αυτή αναστάληκε. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και ΓΕ v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303)]
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Οι νομολογιακές αρχές σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.
(1)και 3.
(2)του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση αρ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, στο εξής απόσπασμα: «Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Υπογράμμιση δική μου. Στην παρούσα υπόθεση, είναι γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού και οδηγικού μητρώου και ηλικίας σήμερα 22 ετών (19 ετών κατά το χρόνο διάπραξης του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος). Πέραν τούτου όμως, έχοντας εκ νέου συνεκτιμήσει τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, απόρροια της επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, η οποία συνδέεται με υπερβολική ταχύτητα, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, το νεαρό της ηλικίας του, η μεταμέλεια του και ο διαρρεύσας χρόνος λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν είναι τέτοιας έκτασης και υφής που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[18] (Υπ.) ......... Ε. Μιντή Οικονόμου Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, έχει περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. [2] Ίδε επίσης Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2024, ημερ. 08/11/2024. [3] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους». [4]
(1971)2 Q.Β. 674. [5]
(1994)2 Α.Α.Δ. 233. [6]
(2001)2 ΑΑΔ 18. [7] Attorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713. [8] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2015)2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. [9] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191. Βλέπε επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 695, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024. [10] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355. [11] Α.Δ. Λεμεσού ν. Αγαθοκλής Φιλίππου, Ποινική Υπόθεση αρ. 4761/2016, ημερ. 29.01.2018; ΧΧΧ ΜΑΚΡΗΣ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 49/2021, ημερ. 21/12/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673, Μιλτιάδης Φιντανάκης v. Aστυνομίας, Ποινική Έφεση 98/2013, ημερομηνίας 30.9.14. [12] Γ.Μ. Πική, σελ. 3 [13] 22 C.L.R., 147 [14] Supra, σελ. 2, 5‑8 [15] Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 [16] Ποινική Έφεση αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B386 [17]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28; Ποινική Έφεση αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022. [18] Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.