← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 24728/2023, 18/2/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 24728/2023, 18/2/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 24728/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18/02/2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου Για Κατηγορούμενη: κος Α. Αντωνίου Κατηγορούμενη, παρούσα ΠΟΙΝΗ I. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, μετά από δική της παραδοχή, στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 24/06/2022 στη συμβολή της οδού Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου με την οδό Βόλου στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Βασίλη Χοίρα, τέως από τη Λεμεσό. II. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Κατηγορούσα Αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1), τα γεγονότα που συνθέτουν το αδίκημα. Σχέδιο επί κλίμακας 1:200 της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Νικόλα Χαραλάμπους κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, βεβαίωση θανάτου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, βιβλιάριο φωτογραφιών (shots 01 - shot 55) της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχόμενων οχημάτων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, βιβλιάριο φωτογραφιών (shots 01 - shots 58) της νεκροψίας του θύματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, παραπεμπτικό (Μέρος Α) και ιατρική έκθεση (Μέρος Β) για τον οδηγό του άλλου ενεχόμενου οχήματος ημερ. 24/06/2022 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και δέσμη φωτογραφιών αποστάσεων με αναμμένο φως πορείας και χωρίς αναμμένο φως πορείας του άλλου ενεχόμενου οχήματος (μοτοσικλέτας) κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1), στις 24/06/2022 και περί ώρα 18:35 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Βόλου, έστριψε δεξιά προς την εν λόγω οδό με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία και να συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής [ ] την οποία οδηγούσε ο Λ.Η.Χ. (εφεξής Μ1) στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου με νότια κατεύθυνση, έχοντας ως συνεπιβάτη τον Βασίλη Χοίρα (εφεξής θύμα), ηλικίας 22 ετών και ενώ είχε αναμμένα τα φώτα πορείας της μοτοσικλέτας. Από τη σύγκρουση, η μοτοσικλέτα σπρώχτηκε και προσέκρουσε αρχικά στον κρασπεδόλιθο (λήνια) του πεζοδρομίου και ακολούθως σε περιτοίχισμα οικίας αρ. 2, η οποία βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνιά της πιο πάνω συμβολής, όπου και ακινητοποιήθηκε. Τα δύο οχήματα υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Από την αρχική σύγκρουση, οι επιβαίνοντες στη μοτοσικλέτα, οι οποίοι δεν φορούσαν προστατευτικά κράνη, εκτινάχθηκαν από τη μοτοσικλέτα και το μεν θύμα προσέκρουσε με το σώμα του σε δέντρο - ελιά κείμενο επί του πεζοδρομίου έμπροσθεν της οικίας αρ. 2 με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα, ενώ ο Μ1 εκτινάχθηκε σε απόσταση 20 μέτρων και κατέληξε στην άσφαλτο, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρό τραυματισμό. Στη σκηνή έφθασε η ώρα 19:13 ασθενοφόρο του Γ. Ν. Λεμεσού και ο νοσηλευτής διαπίστωσε ότι, το θύμα ήταν ωχρό και δεν είχε σημεία ζωής. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών και ο επί καθήκοντι ιατρός Δρ. Τ.Π. εξέτασε το θύμα η ώρα 20:30 και διαπίστωσε ότι, ήταν νεκρός και εξέδωσε βεβαίωση θανάτου (Τεκμήριο 4). Τη σκηνή επισκέφθηκε η ώρα 18:47 ο Αστ. 2137 Α.Π. (εφεξής Μ2), ενώ λίγο αργότερα έφθασαν στο μέρος οι Αστ. 4699 και Αστ. 2099 Κλ.Κλ. (εφεξής Μ6), ο Αν/Λοχ. 2201 Α.Ν. (εφεξής Μ7) καθώς και αξιωματικοί της Τροχαίας Λεμεσού. Στη σκηνή ο Μ6 με τη βοήθεια του Μ7 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο μετέτρεψε αργότερα σε σχεδιαγράφημα επί κλίμακα 1:200 (Τεκμήριο 2). Ο Μ7 φωτογράφησε τη σκηνή και τα εμπλεκόμενα οχήματα, τα οποία αργότερα μεταφέρθηκαν με ρυμουλκά οχήματα στον περιφραγμένο χώρο της Τροχαίας Λεμεσού. Η Κατηγορούμενη υποβλήθηκε από τον Μ2 σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλτεστ με αρνητική ένδειξη και αργότερα σε έλεγχο νάρκοτεστ με αρνητική ένδειξη. Παρόλο που ο Μ1 ανέφερε στη σκηνή του δυστυχήματος προς τον Μ2 ότι, ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, αυτός έλαβε δειγματοληψία swap από τη δεξιά και αριστερή χειρολαβή της μοτοσικλέτας για να διαπιστωθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ποιός ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας και σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, επιβεβαιώθηκε ότι, πράγματι το γενετικό υλικό στις χειρολαβές της μοτοσικλέτας ήταν του Μ
  2. Στις 27/06/2022 ο Δρ. Ν.Χ., ιατροδικαστής, (εφεξής Μ9) διενήργησε νεκροτομή επί της σορού του θύματος και αποφάνθηκε ότι, ο θάνατος οφειλόταν σε «πολυτραυματισμό ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα» (Τεκμήριο 3). Η σορός αναγνωρίστηκε από τον πατέρα του θύματος (εφεξής Μ5). Σε μεταγενέστερο στάδιο, στην Τροχαία Λεμεσού, οι Μ7 και Μ11 ταύτισαν τις ζημιές στα δύο εμπλεκόμενα οχήματα και τα τοποθέτησαν στις θέσεις που είχαν όταν συγκρούστηκαν μεταξύ τους, ο δε Μ7 έλαβε αριθμό φωτογραφιών (βλέπε Τεκμήριο 5, shots 44-55). Ο μηχανοτεχνίτης της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας Ζ.Π. (εφεξής Μ10) επιθεώρησε στην Τροχαία Λεμεσού τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις 27/06/2022 και ώρα 10:30 και διαπίστωσε ότι, σε ό,τι αφορά τη μοτοσικλέτα δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει εάν λειτουργούσαν το μπροστινό σύστημα πέδησης διεύθυνσης και μπροστινής ανάρτησης, γιατί καταστράφηκαν από τη σύγκρουση. Το σύστημα μπροστινού φωτισμού της μοτοσικλέτας είναι πάντα αναμμένο όταν λειτουργεί ο κινητήρας και το μπροστινό φανάρι φαίνεται ότι λειτουργούσε κανονικά (και στις δύο σκάλες φώτων). Σε ό,τι αφορά το αυτοκίνητο, τα συστήματα διεύθυνσης, πέδησης και ανάρτησης λειτουργούσαν κανονικά. Από τη σύγκρουση, καταστράφηκε ολοσχερώς το μπροστινό μέρος του οχήματος και πυροδοτήθηκαν οι μπροστινοί αερόσακοι οδηγού και συνοδηγού. Τα ελαστικά ήταν σε καλή κατάσταση. Στις 03/07/2023 και περί ώρα 11:20 οι Μ7 και Μ11 μετέβησαν ξανά στη σκηνή του δυστυχήματος και τοποθέτησαν ένα περιπολικό όχημα στη θέση που βρισκόταν το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης προτού στρίψει, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η ορατότητα ως προς την πορεία της οδηγού του αυτοκινήτου. Ο Μ11 περπάτησε βορειότερα της οδού Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου και διαπιστώθηκε ως μέγιστη ορατότητα τα 177 μέτρα. Μία ημέρα μετά μετέβηκαν εκ νέου στη σκηνή με μοτοσικλετιστή της ομάδας Ζ και έκαναν εκ νέου έλεγχο ορατότητας με παρόμοια γεγονότα, όπως το θανατηφόρο δυστύχημα. Τοποθέτησαν το περιπολικό στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου απέναντι από το αλτ της συμβολής της οδού Βόλου, όπως θα έπρεπε να πράξει η Κατηγορούμενη - οδηγός του αυτοκινήτου [ ] για να στρίψει δεξιά στην οδό Βόλου και ο Μ7 κάθισε στην θέση του οδηγού. Τοποθέτησε τον μοτοσικλετιστή σε απόσταση 50 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν ο Μ7, τόσο με ανοικτά τα φώτα της μοτοσικλέτας, όσο και με σβηστά. Στη συνέχεια ο μοτοσικλετιστής μετακινήθηκε και απομακρύνθηκε στα 100 μέτρα, ακολούθως στα 147 μέτρα και τέλος στα 177 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν ο Μ7 ξανά με ανοικτά και με σβηστά φώτα της μοτοσικλέτας, ήταν δε απόλυτα ορατός σε όλες τις πιο πάνω μετρήσεις με μέγιστη ορατότητα τα 177 μέτρα. Τα πιο πάνω στάδια ορατότητας φωτογραφήθηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 8). Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, προφορικά προσέθεσε ότι, το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ και η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Το θύμα, ήταν ηλικίας 22 ετών και ο Μ1 (οδηγός της μοτοσικλέτας) ήταν ηλικίας τότε 21 ετών. Η οδός όπου επεσυνέβη το δυστύχημα είναι δρόμος μίας κατεύθυνσης για τα οχήματα που κατευθύνονται βόρεια και μίας κατεύθυνσης για τα οχήματα που κατευθύνονται νότια. Επεσήμανε ότι, η Κατηγορούμενη με την οδήγηση της ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαινε το θύμα, κατά την προσπάθειά της να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Βόλου. Μετά από Newton Trial που διεξήχθη στις 11/02/2025 και ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 18/02/2025 έκρινα ότι, κατά τον επίδικο χρόνο η Κατηγορούμενη δεν οδηγούσε χρησιμοποιώντας τηλέφωνο με τα χέρια, ως ήταν ο ισχυρισμός του Μ
  3. III. ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, Η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και σήμερα βαρύνεται με 2 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής της. IV. ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, ετοιμάστηκε κοινωνική έκθεση για το πρόσωπο της Κατηγορούμενης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ημερ. παραλαβής η 05/02/2025), στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο, η οποία και έχει υιοθετηθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης. V. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης κατέθεσε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Την γραπτή αγόρευση συνοδεύουν τρία τεκμήρια, η αναλυτική κατάσταση τηλεφωνικών κλήσεων της CYTA για το μήνα Ιούνιο 2022 (Έγγραφο Α1), ιατρική έκθεση του ψυχιάτρου Δρ. Α.Α. (Έγγραφο Α2) και ιατρικές γνωματεύσεις για τους γονείς της Κατηγορούμενης (Έγγραφο Α3). Στην εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση του παρέπεμψε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος και τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης. Επεσήμανε τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αλλά κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση κάτω από τα δικά της περιστατικά και να εξατομικεύσει την ποινή για το πρόσωπο της Κατηγορούμενης. Επεσήμανε την άμεση παραδοχή της, η οποία καταδεικνύει την μεταμέλεια της, αφού ενώπιον του Δικαστηρίου είναι μία μετανοημένη παραβάτης, η οποία έχει παραδεχθεί και αντιληφθεί το λάθος στο οποίο υπέπεσε. Η έμπρακτη μεταμέλειά της αναφύεται, εκτός από την άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι, η ασφαλιστική εταιρεία της Κατηγορούμενης βρίσκεται σε επικοινωνία και συνεννόηση με τους εκπροσώπους της οικογένειας του θύματος, αλλά και με τους εκπροσώπους του Μ1 για να επιτευχθεί συμφωνία αποζημίωσης και των δύο. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές της περιστάσεις, η Κατηγορούμενη είναι σήμερα ηλικίας 42 ετών (κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν ηλικίας 40 ετών) και είναι ελεύθερη και άγαμη. Είναι πτυχιούχος νηπιαγωγός και από την αποφοίτηση της εργάζεται ως νηπιαγωγός. Ευρίσκεται στον κατάλογο διοριστέων νηπιαγωγών και αναμένει το διορισμό της, ενώ τα τελευταία 4 έτη εργάζεται στο Κ.Ν.Τ. με μηνιαίο εισόδημα πέριξ των €1.063=. Έχει δύο αδελφές παντρεμένες, με δικές τους οικογένειες. Οι δύο γονείς της, οι οποίοι είναι συνταξιούχοι, αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα υγείας. Η μητέρα της είναι ηλικίας 70 ετών, πάσχει από κολπική μαρμαρυγή και τυγχάνει χρόνιας παρακολούθησης. Ο πατέρας της είναι ηλικίας 69 ετών, έχει σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά του και ακολουθεί σχετική χρόνια αγωγή. Η ίδια διαμένει με τους γονείς της, τους οποίους και φροντίζει. Συνεπεία της τροχαίας οδικής σύγκρουσης, η Κατηγορούμενη υπέστη κατάθλιψη και ψυχοτραυματικό σύνδρομο και παρακολουθείται από τον Δρ. Α.Α., ψυχίατρο, με τακτικές συνεδρίες μέχρι και σήμερα (Έγγραφο Α2). Σύμφωνα με την εν λόγω ιατρική έκθεση του Δρ. Α.Α., η Κατηγορούμενη τυγχάνει ψυχιατρικής παρακολούθησης από τον Σεπτέμβριο του 2022, με συμπτώματα κατάθλιψης και ψυχοτραυματικού συνδρόμου τα οποία συνδέονται με την θανατηφόρα οδική σύγκρουση. Μετά το δυστύχημα, η Κατηγορούμενη υπέστη σοκ και μεταφέρθηκε σε Νοσοκομείο στη Λεμεσό, όπου έτυχε φροντίδας. Έκτοτε, εμφανίζει αυξημένο και συνεχές άγχος, ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου με εφιαλτικά όνειρα από σκηνές του δυστυχήματος και με πρόωρη αφύπνιση. Εμφάνισε έντονη φοβία της τροχαίας κυκλοφορίας, με συνέπεια να περιορίσει σημαντικά τις μετακινήσεις της. Όπως αναφέρει, σημειώνονται ξαφνιάσματα και αυξημένος τρόμος σε καθημερινά ερεθίσματα κινδύνου σε δυσανάλογα υπερβολικό βαθμό, όπως και επαναβιώσεις σκηνών του δυστυχήματος. Οι συνέπειες του δυστυχήματος και η απώλεια μίας ζωής συνεπεία του λάθους που υπέπεσε, είναι κάτι που φέρει βαρέως και θα συνεχίσει να την βαραίνει εφ' όρου ζωής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης υποστήριξε ότι, έχουν παρέλθει 2,5 και πλέον έτη από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, χρόνος ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψη και να επενεργήσει ως μετριαστικός παράγοντας για την Κατηγορούμενη. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι, μέσα από τις εξετάσεις που διενήργησε η Αστυνομία η Κατηγορούμενη τη στιγμή της σύγκρουσης ευρισκόταν επί στροφής για να εισέλθει στην οδό Βόλου και η ταχύτητα της, σύμφωνα με δεδομένα που λήφθησαν από τον εγκέφαλο των αερόσακων του αυτοκινήτου της, ήταν 14 ΧΑΩ. Προτού στρίψει δεξιά προς την οδό Βόλου δεν είχε αντιληφθεί την μοτοσικλέτα, η οποία οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης, χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης κινδύνου έναντι τρίτου μέρους και ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Τόσο το θύμα όσο και ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν έφεραν προστατευτικό κράνος. Η ενεχόμενη μοτοσικλέτα, τη στιγμή της σύγκρουσης με το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης οδηγείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 53 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας, ο οποίος προέβη σε υπολογισμούς για να καταλήξει στην εν λόγω ταχύτητα, αυτή είναι υποτιμημένη και είναι η ελάχιστη ταχύτητα που θα μπορούσε να υπολογιστεί. Για τον υπολογισμό της ταχύτητας χρησιμοποιήθηκε η φόρμουλα εκτίναξης αναβάτη μοτοσικλέτας. Κατά την εκτίναξη του αναβάτη το σώμα του ενδέχεται να κτυπήσει σε κάποιο μέρος του αυτοκινήτου ή να κτυπήσει στο τιμόνι της μοτοσικλέτας ή στο δοχείο καυσίμων. Αυτού του είδους η συμπεριφορά έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της απόστασης εκτίναξης και συνεπώς οι εξισώσεις θα υποτιμήσουν την ταχύτητα της σύγκρουσης. Με τα πιο πάνω δεδομένα και ενόψει του ότι, υπήρχαν σημάδια λευκής σκόνης από δέρμα που είχε απομείνει στο μπροστινό καπό και στον στύλο της πόρτας του ενεχόμενου αυτοκινήτου, η ταχύτητα των 53 ΧΑΩ αποτελεί την κατώτατη κάτω από τις περιστάσεις αποδεδειγμένη ταχύτητα για την ενεχόμενη μοτοσικλέτα και είναι υποτιμημένη. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής συμφώνησε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου με τα ευρήματα που ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης σε ό,τι αφορά τις ταχύτητες των δύο ενεχόμενων οχημάτων, οι οποίες εξασφαλίστηκαν μετά από έρευνες και εξετάσεις της Αστυνομίας και δεν καταγράφονται στην έκθεση γεγονότων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης περαιτέρω ανέφερε ότι, η ενεχόμενη μοτοσικλέτα, σύμφωνα με ανεξάρτητο μάρτυρα, οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα, όμως ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι εμπειρογνώμονας και αυτό που μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως εισηγήθηκε, είναι ότι, η ενεχόμενη μοτοσικλέτα εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ότι, η Κατηγορούμενη νόμιμα μπορούσε να στρίψει δεξιά για να κατευθυνθεί στην οδό Βόλου, εφόσον η οδική κυκλοφορία τής το επέτρεπε. Η φύση της αμέλειας της, επεσήμανε, έγκειται στο γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη υπέπεσε σε λανθασμένη εκτίμηση/στάθμιση της εξ αντιθέτου κατευθύνσεως ορατότητας της και στιγμιαία κατά τον έλεγχο της δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει στροφή δεξιά και να δημιουργήσει την επικίνδυνη κατάσταση, η οποία ήταν και η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Το σφάλμα της Κατηγορούμενης ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας απροσεξίας και όχι συνεχόμενης αμέλειας εκ μέρους της και εγωιστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η Κατηγορούμενη στιγμιαία έπεσε κάτω από το επίπεδο οδήγησης του μέσου συνετού οδηγού και ενστικτωδώς έλαβε απόφαση να στρίψει δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας, παραπέμποντας στην απόφαση Δημοκρατία ν. Άννα Γερολέμου, Ποινική Έφεση 169/2016 και στην απόφαση Νίκος Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας

(2004)2 ΑΑΔ
  1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης, περαιτέρω, επεσήμανε το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης, πράγμα που καταδεικνύει ότι, σέβεται και τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας και είναι μία καθ' όλα νομοταγής και σωστή πολίτης στην ηλικία των 42 ετών, πράγμα που καταδεικνύει ότι, η θανατηφόρα οδική σύγκρουση ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό και ουδέποτε στο παρελθόν διέπραξε οποιασδήποτε φύσης τροχαίο αδίκημα. VI. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης
  2. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972,[1] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.
(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής. Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων με πιο πρόσφατη αυτήν της Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 50/2024, ημερ. 8.8.2024,[2] όπου επαναλήφθηκαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236. Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220.[3] Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι, αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[4] ερμηνεύεται ως ακολούθως: «Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» Σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων: «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τί αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι, ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα γεγονότα τής υπό κρίση υπόθεσης, εάν η πράξη ή παράλειψη της Κατηγορούμενης, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Σημειώνεται ότι, αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη της Κατηγορούμενης να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12, ημερ. 14.12.2014. Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney- General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 C.L.R.344. Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 C.L.R.344. Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[5] Η διάκριση αφενός μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί η φύση της ποινής σε υποθέσεις αυτής της μορφής. Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[6] Είναι θεμελιωμένο ότι, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.[7] Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[8] Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας, σε συνάρτηση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις.[9] «Στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, όπου παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.» Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι, όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη (Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Ακόμα, στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 στην οποία έγινε αναφορά και στην υπόθεση R. v. Boswell, ανωτέρω, επαναλήφθηκε ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, σχετίζονται μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στη βάση λοιπόν των νομολογιακών αρχών, το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο επί τάπητος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι κατά πόσον η οδήγηση της Κατηγορούμενης μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων ή ότι δεν είναι τέτοια και ανάγεται μόνο σε στιγμιαία αβλεψία, όπως ήταν και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της. VII. ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus[10], και Republic ν. Georghiou[11]). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα (Χρυσάνθου v. Αστυνομίας[12]). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι, ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχήν διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[13]). Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, η Κατηγορούμενη, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής [ ] στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου στη Λεμεσού, στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά (σύμφωνα με την πορεία της) προς την οδό Βόλου ανέκοψε την πορεία της εξ αντιθέτου διευθύνσεως διερχόμενης μοτοσικλέτας που οδηγείτο στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου, με αποτέλεσμα το θάνατο του συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας (το θύμα). Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η σύγκρουση έγινε μεν κατά ή περί τις 18:35, εντούτοις υπήρχε φως της ημέρας (καλοκαίρι), ο καιρός ήταν αίθριος, η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, το φως πορείας της ενεχόμενης μοτοσικλέτας ήταν αναμμένο και υπήρχε ορατότητα από το σημείο που ήταν η Κατηγορούμενη σε απόσταση μέχρι και 177 μέτρα. Όπως καταγράφεται στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακας 1:200 (Τεκμήριο 2) το σημείο σύγκρουσης (Χ) βρίσκεται σε σημείο απέναντι από την γραμμή αλτ της οδού Βόλου, σε απόσταση περίπου 2.40μ. από αυτό.[14] Δηλαδή, προκύπτει ότι, η Κατηγορούμενη, άρχισε να στρίβει λοξώς δεξιά (διαγώνια) προτού έρθει απέναντι από την πιο πάνω οδό και από την λωρίδα κυκλοφορίας την οποία θα ακολουθούσε εντός της οδού Βόλου. Από όσα ανέφερε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης, η Κατηγορούμενη απέτυχε να αντιληφθεί την εξ αντιθέτου διευθύνσεως διερχόμενη μοτοσικλέτα, η οποία είχε το φως της πορείας της αναμμένο, προτού αποφασίσει να κινηθεί δεξιά. Η Κατηγορούμενη όφειλε και έπρεπε να αντιληφθεί την εξ αντιθέτου διευθύνσεως διερχόμενη μοτοσικλέτα προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Επίσης, όφειλε να αρχίσει να στρίβει προς τα δεξιά από σημείο βορειότερο από αυτό που επιχείρησε να το πράξει και να μην βιαστεί να στρίψει και να εισέλθει στην οδό Βόλου λοξώς δεξιά (διαγώνια). Το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη δεν είχε επαρκή εποπτεία της συγκεκριμένης σκηνής στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά, ούτε και αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα, ούτως ώστε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα, συνιστά ακριβώς το υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται και η ποινική ευθύνη της. Το σφάλμα της Κατηγορούμενης να τεθεί σε εγρήγορση και να εντοπίσει την εξ αντιθέτου διευθύνσεως διερχόμενη μοτοσικλέτα εντός της οδού, ούτως ώστε να λάβει τυχόν αποτρεπτικά μέτρα, σε συνάρτηση με το ότι, έστριβε λοξώς δεξιά για να εισέλθει στην οδό Βόλου, εντάσσεται στον ορισμό της επικίνδυνης οδήγησης, εφόσον δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση. Παρά το γεγονός ότι, η οδήγηση της Κατηγορούμενης ήταν επικίνδυνη, το πιο πάνω σφάλμα της κρίνεται ως στιγμιαία αβλεψία και τούτο λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία καταδεικνύουν ότι, η προηγούμενη οδήγηση της Κατηγορούμενης δεν ενείχε το στίγμα του εγωισμού ή της συνειδητής αδιαφορίας, αφού, όπως ήταν παραδεκτό, η ταχύτητά της κατά τη σύγκρουση ήταν 14 ΧΑΩ, τέτοιας δηλαδή έκτασης που παρείχε την ευχέρεια ελέγχου κατά την οδήγηση, η δε κατ' ελάχιστον ταχύτητα της ενεχόμενης μοτοσικλέτας, σύμφωνα με τα αξιόπιστα ευρήματα της Αστυνομίας ήταν 53 ΧΑΩ. Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013). Η συμπεριφορά της δεν αποκαλύπτει μία συνεχή, παρατεταμένη και εκτεταμένη απερισκεψία, υπό τη μορφή της αδιαφορίας. Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά δεν αντιλήφθηκε την έλευση της εξ αντιθέτου διευθύνσεως διερχόμενης μοτοσικλέτας. Και αν ακόμα η παράλειψη αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καθαρά στιγμιαία αβλεψία, εν πάση περιπτώσει συνιστούσε ενέργεια απέχουσα από τη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας προς τρίτα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το οδικό δίκτυο.[15] Κάτω από τις περιστάσεις, κρίνω ότι, η επικίνδυνη οδήγηση της Κατηγορούμενης ήταν απόρροια στιγμιαίου σφάλματος. Το σφάλμα της Κατηγορούμενης δεν συνδυάζεται με άλλο επιβαρυντικό παράγοντα ή άλλη τροχαία παράβαση. Δεν αναιρεί, βεβαίως, το γεγονός ότι, η λανθασμένη κίνηση της στιγμής απέβη μοιραία, με τραγική συνεπεία την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής. Η συντρέχουσα ευθύνη του οδηγού της ενεχόμενης μοτοσικλέτας -ενόψει του ευρήματος σε ό,τι αφορά την κατ' ελάχιστον ταχύτητα με την οποία εκινείτο και η οποία ήταν 53 ΧΑΩ και του γεγονότος ότι, οδηγούσε υπό την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής- για την πρόκληση του δυστυχήματος δεν εξουδετερώνει την ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης.[16] Όπως αποφασίστηκε στην R v. Hennigan
(1971)3 All E.R. 133, σε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης (κατά παράβαση του Άρθρου 1 του Road Traffic Act 1960), το μόνο το οποίο χρειάζεται να καταδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι ότι, η επικίνδυνη οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν μια αιτία (a cause) του δυστυχήματος και ότι αυτή, υπερέβαινε το ελάχιστο απαιτούμενο (de minimis). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχτεί ότι, ήταν η ουσιώδης ή η μείζων αιτία ("substantial or major cause") του δυστυχήματος [βλ. επίσης R v. Hughes
(2013)4 All E.R. 613, Wilkinson's Road Traffic Offences, 27η έκδοση
(2015)Τόμος Ι, παρ. 5.28, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115]. Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικοοικονομικές και άλλες περιστάσεις της, με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής. Κατά την επιβολή ποινής, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή της Κατηγορούμενης, η οποία ήταν άμεση,[17] γεγονός που δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά της. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας «[.] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[18] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[19]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[20]). Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής της βαρύνεται με 2 μόνο βαθμούς ποινής στην ηλικία των 42 ετών, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αυτή διάγει μίαν, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδηγική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας . Στην απόφαση Νίκος Χ'' Ιωάννου ν. Αστυνομίας,[21] όπου αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 μηνών, με ποινή προστίμου Λ.Κ.£1000=, αναφέροντας και τα εξής επί του προκειμένου. «Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικών σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε η σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντως στην ποινή». [Έμφαση και υπογράμμιση δική μου] Η συντρέχουσα αμέλεια δεν αποτελεί υπεράσπιση, αποτελεί όμως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235 με αναφορά στην Diran Der Avedisian v. Ρ
(1969)2 CLR 57). Ως ελαφρυντικό παράγοντα, λαμβάνω υπόψη μου το παραδεκτό γεγονός ότι, οι επιβαίνοντες της ενεχόμενης μοτοσικλέτας δεν έφεραν προστατευτικά κράνη. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, εσωτερική εξέταση-νεκροτομή (Τεκμήριο 3), ο θάνατος του θύματος οφείλετο σε σοβαρά κατάγματα του κρανίου. Αυτό δεν αναφέρεται για να παραγνωριστεί η φύση της αμέλειας και το μέγεθος ευθύνης που είχε η Κατηγορούμενη για την πρόκληση του δυστυχήματος, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί το αντικειμενικό αυτό γεγονός, που συνδέεται με τη φύση και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του κρανίου. [22] Περαιτέρω, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου, ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης και την αγωνία της Κατηγορούμενης. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε διαπράχθηκαν στις 24/06/2022 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 29/12/2023, δηλαδή 18 και πλέον μήνες αργότερα. Από τον Φεβρουάριο του 2024 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η υπόθεση, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2024 που απάντησε η Κατηγορούμενη, μεσολάβησαν τρεις εμφανίσεις, στις οποίες εζητείτο αναβολή, ενόψει του ότι, εκκρεμούσε απάντηση από τον Γενικό Εισαγγελέα στο αίτημα του συνηγόρου της Κατηγορούμενης για αναστολή της ποινικής δίωξης της 2ης κατηγορίας. Τον Οκτώβριο του 2024 διακόπηκε η δίωξη της Κατηγορούμενης για την 2η κατηγορία, παραδέχθηκε την 1η κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για Γεγονότα & Ποινή μία και μόνο φορά. Ακολούθως, διεξήχθη η ακρόαση Newton. Εκ των πραγμάτων, ουδεμία καθυστέρηση προέκυψε από πλευράς της Κατηγορούμενης, αφού το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 8 μηνών μέχρι να απαντήσει επί του Κατηγορητηρίου άπτεται ουσιαστικά της καθυστέρησης του Γενικού Εισαγγελέα να απαντήσει στο σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε. Το αντικειμενικό γεγονός το οποίο παραμένει, είναι ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 2 ½ και πλέον χρόνων από τη διάπραξη του αδικήματος. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης -με την καταχώρηση της υπόθεσης- λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 364]. Ουδόλως παραγνωρίζεται το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη συνεπεία της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης υπέστη ψυχοτραυματικό σοκ και κατάθλιψη, νοσηλεύθηκε σε Νοσοκομείο στη Λεμεσό και έκτοτε εμφανίζει αυξημένο και συνεχές άγχος, ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου με εφιαλτικά όνειρα από σκηνές του δυστυχήματος, φοβία της τροχαίας κυκλοφορίας, ξαφνιάσματα και αυξημένο τρόμο σε καθημερινά ερεθίσματα κινδύνου (ίδε ψυχιατρική έκθεση - Έγγραφο Α2). Η απώλεια μίας ζωής συνεπεία της οδηγικής της συμπεριφοράς, όπως εισηγήθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της, είναι κάτι το οποίο θα την βασανίζει εφ' όρου ζωής. Σε ότι αφορά τις προσωπικές της περιστάσεις, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έχω λάβει υπόψη μου το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη είναι άγαμη, ηλικίας 42 ετών, επαγγελματίας νηπιαγωγός και διαμένει με τους συνταξιούχους γονείς της, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας και είναι το πρόσωπο το οποίο τους φροντίζει επί καθημερινής βάσεως. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι περιστάσεις του δυστυχήματος, σύμφωνα με τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, καθιστούν την υπό κρίση υπόθεση εντός των πλαισίων επιβολής χρηματικής ποινής παρά ποινής στερητικής της ελευθερίας της Κατηγορούμενης. Αναφορικά με το ζήτημα της άδειας οδήγησης, κάθε οδηγός πρέπει να αντιληφθεί ότι, η άδεια οδήγησης, έστω κι αν συναρτάται με την εργασία κάποιου ανθρώπου, δεν αποτελεί σύμφυτο δικαίωμα, αλλά επίκτητο. Παραχωρείται υπό μια βασική διαλυτική αίρεση ότι, θα τυγχάνει σεβασμού με την απόλυτη συμμόρφωση προς τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς [Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465]. Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής [Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300]. Η διάρκειά της θα πρέπει να είναι σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες ποινές που επιβάλλονται [Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16]. Στη Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής αναφορικά με το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης: «Είναι πάγια νομολογημένο ότι, η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300 και Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 57).» Όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας [με αναφορά στις Koumas Georghiou v. The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police 2 C.L.R. 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 C.L.R. 16]: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Η σοβαρότητα του αδικήματος και τα επακόλουθά του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας της Κατηγορούμενης να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Ενόψει και του περιορισμού που υπάρχει στο άρθρο 19 του Ν. 86/1972 (όπως τροποποιήθηκε το 2020), η αποστέρηση θα περιοριστεί στο μέγιστο χρονικό διάστημα που παρέχεται από την εν λόγω νομοθετική διάταξη. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη χρηματική ποινή ύψους €3.500= πλέον 7 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησής της. Επιπρόσθετα, αποστερείται του δικαιώματός της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από αύριο. (Υπ.) ......... Ε. Μιντή Οικονόμου Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, έχει περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. [2] Μνεία στην απόφαση αυτή γίνεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2024, ημερ. 8.11.2024. [3] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους». [4]
(1971)2 Q.Β. 674. [5] Attorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713. [6] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355. [7] Στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, η οποία αφορούσε επίσης έφεση επί ποινής προστίμου μετά από παραδοχή σε θανατηφόρο δυνάμει του α. 210 του ΠΚ, λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (βλ., μεταξύ άλλων, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). [8] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191. Βλέπε επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 695, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024. [9] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2015)2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. [10] Γ.Μ. Πική, σελ. 3 [11] 22 C.L.R., 147 [12] Ποινική Έφεση 19/2016, ημερ. 2.12.2016, Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21), Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 [13] Supra, σελ. 2, 5‑8 [14] Ο υπολογισμός απόστασης έγινε από το Δικαστήριο με βάση τις υφιστάμενες μετρήσεις στο σχέδιο επί κλίμακας, αφού έγινε έλεγχος αρχικά της απόστασης από τη γραμμή μέτρησης μέχρι την γραμμή του αλτ (που στο σχέδιο αναφέρεται ότι έχει απόσταση 8 μ.) [15] Νίκος Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453 [16] Triftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140, Varnakides v. Police
(1962)2 C.L.R.
  1. [17] Οι αναβολές που δόθηκαν για να απαντήσει η Κατηγορούμενη στο Κατηγορητήριο (από τον Φεβρουάριο 2024 μέχρι και τον Οκτώβριο 2024) εδράζονται επί του αιτήματος το οποίο είχε υποβάλει ο ευπαίδευτος συνήγορος της προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης της 2ης κατηγορίας που αρχικά αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη. [18] Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/
  2. [19] Ποινική Έφεση αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B
  3. [20]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28; Ποινική Έφεση αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022. [21] Νίκος Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453. [22] Χατζηιωάννου ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.