← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 11648/2021, 27/2/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 11648/2021, 27/2/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 11648/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 27/02/2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου Για Κατηγορούμενη: κος Δ. Λοχίας Κατηγορούμενη, παρούσα ΠΟΙΝΗ I. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, μετά από δική της παραδοχή, στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, ήτοι της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως ίσχυαν κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη την 01/06/2020 στην οδό Συνεργατισμού στα Κάτω Πολεμίδια της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε σωματική βλάβη. II. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προτού υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης και τα γεγονότα που την περιβάλλουν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ιστορικό των εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και τις 30/01/2025, οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για έκθεση των γεγονότων και επιβολή ποινής. Στις 29/09/2021 καταχωρήθηκε το Κατηγορητήριο με μία κατηγορία, αυτή της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ), ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε. Ορίστηκε για πρώτη φορά στις 18/10/2021 για Απάντηση και, αφού αναβλήθηκε 4 φορές, η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην εν λόγω κατηγορία που αντιμετώπιζε στις 02/03/

  1. Επαναορίστηκε για Ακρόαση σε αρκετές ημερομηνίες και σύμφωνα με σημείωση του Δικαστηρίου στα πρακτικά ημερ. 13/11/2023 αναφέρθηκε ότι, θα αποστέλλετο επιστολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης προς τον Γενικό Εισαγγελέα για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Έκτοτε αναβλήθηκε σε αρκετές ημερομηνίες η υπόθεση, όπως εμφαίνεται στο φάκελο, ενόψει της εκκρεμούσας απάντησης του Γενικού Εισαγγελέα προς τον συνήγορο Υπεράσπισης και του αιτήματος για τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Στις 23/09/2024 ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανακοίνωσε την αναστολή της ποινικής δίωξης της Κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετώπιζε μέχρι τότε, δυνάμει του άρθρου 210 του ΠΚ και ζητήθηκε άδεια όπως, προστεθεί η κατηγορία της αμελούς οδήγησης, δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 86/197, αίτημα στο οποίο συγκατατέθηκε ο συνήγορος της Κατηγορούμενης. Με την μεταβολή του Κατηγορητηρίου, που επήλθε στις 23/09/2024, η Κατηγορούμενη δήλωσε αμέσως παραδοχή στην κατηγορία, που πλέον αντιμετωπίζει και ορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή, αρχικά στις 20/11/2024, οπόταν και ζητήθηκε χρόνος, ώστε να ολοκληρωθεί η εξώδικη διαδικασία αποζημίωσης της οικογένειας του θύματος και να τεθεί η σχετική βεβαίωση αποζημίωσης ενώπιον του Δικαστηρίου, επαναορίστηκε δε για Γεγονότα και Ποινή στις 30/01/2025, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση προχώρησε κανονικά. III. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Κατηγορούσα Αρχή παρέθεσε με έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1), τα γεγονότα που συνθέτουν το αδίκημα. Σχέδιο επί κλίμακας 1:250 της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, ιατροδικαστική έκθεση της Δρος. Αγγελικής Παπέττα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, έκθεση εξέτασης του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κράτους για το θύμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και βιβλιάριο φωτογραφιών (shots 01 - shot 53) της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχόμενων οχημάτων κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 1), στις 01/06/2020 και περί ώρα 15:15 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] στην οδό Συνεργατισμού, περιοχή Δήμου Κ. Πολεμιδιών στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση, με συνοδηγό τον γαμπρό της Ε.Τ. και τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Οδηγός και συνοδηγός έφεραν ζώνες ασφαλείας. Την ίδια ώρα, ο Γεώργιος Χαρίτου (εφεξής το θύμα) οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΝΗ839 στον ίδιο δρόμο με ανατολική κατεύθυνση, χωρίς άδεια οδήγησης για τον τύπο οχήματος που χρησιμοποιούσε (Κατηγορία Α), χωρίς πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης κινδύνου έναντι τρίτου μέρους, καθ' ον χρόνο η μοτοσικλέτα ήταν δηλωμένη στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων ως ακινητοποιημένη, με διαφορετική μηχανή από αυτή που ήταν δηλωμένη στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, χωρίς σχετική άδεια και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος ασφαλείας. Το θύμα, σε κάποιο σημείο, προσπέρασε από δεξιά δύο προπορευόμενα βαρέου τύπου οχήματα, ένα βυτιοφόρο και ένα φορτηγό. Το δεύτερο στη σειρά όχημα οδηγούσε ο Ιωάννης Φυτίδης (εφεξής Μ1), ο οποίος παρακολουθούσε το θύμα να απομακρύνεται από κοντά του, αφού ανέπτυξε ταχύτητα κατευθυνόμενος ανατολικά. Σύμφωνα με τον Μ1, η Κατηγορούμενη έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό-φωτεινό δείκτη του αυτοκινήτου της, κινούμενη με πολύ χαμηλή (σιγανή) ταχύτητα και στη συνέχεια είδε το αυτοκίνητο της να στρίβει διαγώνια δεξιά προς το πλυντήριο αυτοκινήτων «ΣΤΕΦΑΝΟΣ» και να ανακόπτει την πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε το θύμα. Ο ανεξάρτητος μάρτυρας, Μ1, άκουσε το σφύριγμα από το πισινό ελαστικό της μοτοσικλέτας του θύματος και είδε το πισινό της μέρος να τραβάει προς τα αριστερά του δρόμου. Αντιλήφθηκε ότι, το θύμα πάτησε φρένα και αφού διένυσε κάποια απόσταση, είδε και πάλι το πισινό μέρος της μοτοσικλέτας να ευθυγραμμίζεται, οπόταν κατάλαβε ότι, το θύμα δεν πατούσε πλέον φρένα. Αμέσως μετά, είδε την μοτοσικλέτα να κτυπά στην πισινή αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε ψηλά στον αέρα, πέρασε πάνω από το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και προσγειώθηκε στην άσφαλτο, 24 μέτρα ανατολικότερα της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Ασθενοφόρο που έφθασε στην σκηνή στις 15:35 μετέφερε το θύμα στο Γ.Ν. Λεμεσού, όπου η επί καθήκοντι ιατρός Δρ. Μ.Π. (εφεξής Μ5), η οποία εξέτασε το θύμα στις 15:45, διαπίστωσε ότι ήταν νεκρό και εξέδωσε γραπτή βεβαίωση θανάτου. Η Κατηγορούμενη και ο συνοδηγός της μεταφέρθηκαν και αυτοί στο Γ.Ν. Λεμεσού, ο δε συνοδηγός απολύθηκε το βράδυ, αφού έτυχε των Α' Βοηθειών, ενώ η Κατηγορούμενη κρατήθηκε για νοσηλεία και παρακολούθηση στο Καρδιολογικό Τμήμα. Ο Αστ. 1855 Π. Παναγιώτου (εφεξής Μ7) έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας 1:250 (Τεκμήριο 2). Ο Λοχ. 1239 Κ.Σ. (εφεξής Μ9) φωτογράφησε τη σκηνή και τα ενεχόμενα οχήματα (Τεκμήριο 5), τα οποία αργότερα μεταφέρθηκαν με ρυμουλκά οχήματα στον περιφραγμένο χώρο της Τροχαίας Λεμεσού. Ο Αστ. 3165 Στ.Μ. (εφεξής Μ10) υπέβαλε την Κατηγορούμενη στο Γ.Ν. Λεμεσού και ώρα 17:25 σε προκαρακτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη και κατέγραψε τη δήλωσή της για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Μεταξύ άλλων, η Κατηγορούμενη ανέφερε πως, όταν πλησίασε στο πλυντήριο, έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη του αυτοκινήτου, έλεγξε την τροχαία κίνηση από απέναντι και είδε σε μακρινή απόσταση μία μοτόρα να έρχεται, φαινόταν σαν μια «γραμμούα». Υπολόγισε ότι, είχε χρόνο να περάσει και χωρίς να σταματήσει, έστριψε δεξιά. Στις 04/06/2020 η ιατροδικαστής Δρ. Α.Π., διενήργησε νεκροτομή επί της σορού του θύματος, η οποία αναγνωρίστηκε από τον αδελφό του θύματος Αντρέα Χαρίτου και αποφάνθηκε ότι, ο θάνατος του επήλθε συνεπεία βαρύτατης κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, καθώς και πολλαπλών κακώσεων σώματος και ζωτικών οργάνων, λόγω του αναφερόμενου οδικού τροχαίου δυστυχήματος (Τεκμήριο 3). Κατά τη διάρκεια της νεκροτομής, η ιατροδικαστής έλαβε δείγματα ούρων, οφθαλμικού υγρού και αίματος από τη σορό του θύματος, τα οποία στάλθηκαν για τοξικολογικές αναλύσεις. Σύμφωνα με την έκθεση του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κράτους (Τεκμήριο 4), στο δείγμα ούρων ανιχνεύθηκε κοκαΐνη και μεθυλεστέρας της εκγονίνης και στο δείγμα αίματος ανιχνεύθηκαν μεθυλεστέρας της εκγονίνης, βενζοϋλοεκγονίνη, κοκαΐνη και τετραϋδροκανναβινόλη. Η ανίχνευση κοκαΐνης και των μεταβολιτών της, βενζοϋλοεκγονίνη και μεθυλεστέρας της εκγονίνης σε βιολογικά δείγματα, υποδηλώνει τη χρήση κοκαΐνης. Η τετραϋδροκανναβινόλη (THC) υποδηλώνει τη λήψη κάνναβης και/ή ρητίνης κάνναβης. Ο τεχνικός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Α.Κ. (εφεξής Μ6) επιθεώρησε την μοτοσικλέτα του θύματος στις 05/06/2020 στην Τροχαία Λεμεσού και διαπίστωσε ότι, είχε αρ. πλαισίου [ ] και αρ. μηχανής [ ]. Ο αρ. πλαισίου αντιστοιχεί στην μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα και η οποία ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του πατέρα του Μ.Χ. που προαπεβίωσε στις 07/10/2019 και η μηχανή ανήκε σε μοτοσικλέτα ίδιας μάρκας και μοντέλου με αρ. εγγραφής [ ] ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου. Η μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένη επ' αόριστον από 01/07/
  3. Στις 07/06/2020 η Κατηγορούμενη συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης ως ύποπτη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας του Γεώργιου Χαρίτου και αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στο νόμο απάντησε «Τι να πώ; Κάμετε τη δουλειά σας». Στην ανακριτική κατάθεση της, η οποία λήφθηκε αυθημερόν, κατέθεσε ότι, είδε τη μοτοσικλέτα του θύματος σε απόσταση περίπου 150 μέτρα μακριά και υπολόγισε ότι, είχε αρκετό χρόνο για να στρίψει δεξιά. Έτσι, χωρίς να σταματήσει, έστριψε δεξιά αναπτύσσοντας ταχύτητα. Ο Ζ.Π., μηχανοτεχνίτης οχημάτων της Ηλετρομηχανολογικής Υπηρεσίας Λεμεσού (εφεξής Μ17) στις 09/06/2020 επιθεώρησε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στην Τροχαία Λεμεσού και διαπίστωσε ότι, το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας καταστράφηκε ολοσχερώς, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων πέδησης, διεύθυνσης φώτων και ηλεκτρικής εγκατάστασης. Το πισινό σύστημα πέδησης λειτουργούσε κανονικά και το επίπεδο φθοράς των ελαστικών ήταν σε επιτρεπτά όρια. Τα συστήματα πέδησης, διεύθυνσης, αναρτήσεις, ελαστικά, φώτα πορείας και δείκτες του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση. Στη σκηνή του δυστυχήματος ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του θύματος και ο Μ9 επισκέφθηκε εκ νέου τη σκηνή στις 21/06/2020 για να διενεργήσει δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις με μοτοσικλέτα, ώστε να βρεθεί ο συντελεστής τριβής ελαστικών-ασφάλτου. Ο Αστ. 903 Μ.Κ. (εφεξής Μ8) με αστυνομική μοτοσικλέτα ίδιας μάρκας και μοντέλου με αυτή που οδηγούσε το θύμα, στην οποία τοποθέτησε τη συσκευή Vericom VC4000, οδήγησε επί της οδού Συνεργατισμού στην ίδια κατεύθυνση που οδηγούσε το θύμα και διενήργησε δύο δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις με τη χρήση μόνο του πισινού φρένου, κλειδώνοντας πλήρως τον πισινό τροχό και ακόμη δύο τροχοπεδήσεις χρησιμοποιώντας και τα δύο φρένα της μοτοσικλέτας, δηλαδή μπροστινό και πισινό, για να σταματήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Τα αποτελέσματα των δοκιμαστικών τροχοπεδήσεων εξήχθησαν μέσα από το λογισμικό Profile
  4. Με τη χρήση του πισινού φρένου η μοτοσικλέτα χρειαζόταν μεταξύ 4.54 και 5.43 δευτερόλεπτα για να ακινητοποιηθεί σε μία απόσταση 29.486 μέτρα και 43.086 αντίστοιχα, ενώ με τη χρήση και των δύο φρένων της μοτοσικλέτας, χρειαζόταν μεταξύ 1.56 και 1.74 δευτερόλεπτα για να ακινητοποιηθεί σε μία απόσταση 10.408 μέτρα και 13.450 αντίστοιχα. Ο Μ8 και ο Μ9 έκαναν επίσης ελέγχους ορατότητας από το σημείο που ήταν το όχημα της Κατηγορούμενης, χρησιμοποιώντας αστυνομικό αυτοκίνητο και διαπιστώθηκε ότι, η Κατηγορούμενη είχε ορατότητα, η οποία και βρισκόταν σε απόσταση 175 μέτρων μακριά (βλέπε shot 51-53, Τεκμήριο 5). Ο Μ8 με βάση τα ευρήματα στη σκηνή, των δοκιμαστικών τροχοπεδήσεων και των τοξικολογικών αναλύσεων διαπίστωσε ότι, η μοτοσικλέτα του θύματος ταξίδευε με 71 ΧΑΩ (χρήση μόνο πισινού φρένου) ή 100 ΧΑΩ (χρήση μπροστινού και πισινού φρένου) και αντέδρασε σε απόσταση 79 μέτρων ή 100 μέτρων αντίστοιχα πριν την αρχή της τροχοπέδησης. Ο καιρός ήταν αίθριος και θερμός και το δυστύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η οδός Συνεργατισμού εμπίπτει στα δημοτικά όρια Δήμου Κάτω Πολεμιδιών και ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος, σε καλή κατάσταση. Υπάρχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Μία για κάθε κατεύθυνση, πλάτους 3.3μ έκαστη. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει ασφαλτοστρωμένο παγκέτο πλάτους 2.8μ και στη νότια πλευρά το παγκέτο είναι χωμάτινο πλάτους 2.3-2μ. Δεν υπήρχε πινακίδα με το όριο ταχύτητας, αλλά είναι κατοικημένη περιοχή και το ανώτατο όριο ταχύτητας εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών είναι 50 ΧΑΩ. Η διαχωριστική άσπρη γραμμή και η κίτρινη συνεχής γραμμή που χωρίζει το βόρειο ασφάλτινο παγκέτο από τον δρόμο στο σημείο του δυστυχήματος είχαν σβηστεί από την πολύ μεγάλη χρήση που γίνεται από οχήματα που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο σημείο, όπου υπάρχει πλυντήριο αυτοκινήτων (βλέπε shot 9-12 και 40-41, Τεκμήριο 5). IV. ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής της. V. ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι, είναι σε θέση να παραθέσει τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικο-οικονομικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης και δεν δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών.[1] VI. ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης κατέθεσε γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και συνοδεύεται από δύο φωτογραφίες (που εξήχθησαν από το Τεκμήριο 5). Στην εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση του παρέπεμψε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος και τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορύμενης. Επεσήμανε την άμεση παραδοχή της, η οποία καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια της και ανάληψη ευθύνης που της αναλογεί και θα πρέπει να ανταμειφθεί με ουσιαστική έκπτωση στην ποινή που θα της επιβληθεί, εφόσον έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έχει περισωθεί δικαστικός χρόνος, ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών και συνθήκων διάπραξης του αδικήματος. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης σε συνάρτηση με την ηλικία της, η οποία είναι σήμερα 63 ετών, πράγμα που καταδεικνύει ότι, είναι πρόσωπο που σέβεται τους Νόμους της Δημοκρατίας και τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, θέλησε να καταδείξει την οδηγική συμπεριφορά του θύματος πριν τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, η οποία ήταν επικίνδυνη. Επεσήμανε ότι, ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα δεν είχε ευδιάκριτες γραμμές σήμανσης (διαχωριστική γραμμή και κίτρινη γραμμή στην άκρια του δρόμου) λόγω της καθημερινής χρήσης του δρόμου, δεν υπήρχε πινακίδα για το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ούτε και κυρτώματα οδοστρώματος και όλα αυτά διορθώθηκαν έκτοτε. Ανέφερε δε ότι, στον εν λόγω δρόμο συνέβησαν άλλα δύο θανατηφόρα δυστυχήματα στο παρελθόν. Η Κατηγορούμενη ελάττωσε ταχύτητα και εκινείτο ελάχιστα με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς το πλυντήριο αυτοκινήτων επ' ονόματι «ΣΤΕΦΑΝΟΣ», έλεγξε προς όλες τις κατευθύνσεις και από μακριά, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, είδε μοτοσικλέτα να κατευθύνεται ανατολικά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, είδε τη μοτοσικλέτα πριν από τις δύο παρόδους δεξιά και αριστερά, που μεσολαβούσαν μεταξύ του σημείου που ήταν η ίδια και της μοτοσικλέτας. Υπολόγισε, ενόψει της απόστασης τους, πως προλάβαινε να ολοκληρώσει τη στροφή στο πλυντήριο αυτοκινήτων με ασφάλεια και ξεκίνησε με χαμηλή ταχύτητα να στρίβει. Ο Μ1 είχε δει το όχημα της Κατηγορούμενης το οποίο αντιλήφθηκε πως είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Για την οδηγική συμπεριφορά του θύματος, είχε αναφέρει ότι, άκουσε «εξωστ» μοτοσικλέτας «μεγάλου κυβισμού» και από τον καθρέφτη του είδε το θύμα, χωρίς προστατευτικό κράνος, να προσπερνά αρχικά ένα βυτιοφόρο και ακολούθως το φορτηγό όχημα του Μ1, αναπτύσσοντας ταχύτητα, η οποία ήταν ιλιγγιώδης, ενώ την ίδια ώρα ξεκίνησε να στρίβει η Κατηγορούμενη. Ο Μ1 είδε το θύμα να σύρνει, προφανώς από πάτημα φρένων, τη στιγμή που έστριβε η Κατηγορούμενη. Τέλος, είδε την μοτοσικλέτα του θύματος να «ισιώνει» με τον Μ1 να αντιλαμβάνεται ότι, το θύμα «ξηπάτησε τα φρένα». Ακολούθως, κτύπησε με σφοδρότητα στο πισινό μέρος του οχήματος της Κατηγορούμενης, εκτινάχθηκε στον αέρα και κτύπησε με το κεφάλι. Επεσήμανε ότι, σύμφωνα με τις τοξικολογικές εξετάσεις, το θύμα οδηγούσε υπό την επήρεια κοκτέιλ εξαρτησιογόνων ουσιών (φάρμακα τάξεως Α και τάξεως Β) και σύμφωνα με τις αστυνομικές εξετάσεις, το θύμα έτρεχε με υπερδιπλάσια ταχύτητα από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στο σημείο που ανιχνεύθηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Ανέφερε ότι, το θύμα φαίνεται να έκανε χρήση φρένων 39.5 μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ τα ίχνη τροχοπέδησης σταμάτησαν 12.5 μέτρα πριν και είχαν μήκος 27 μέτρων. Εισηγήθηκε ότι, αν η ταχύτητα ήταν στα 101 ΧΑΩ, ως ο υπολογισμός του Μ8, η απόσταση αυτή καλύπτεται εντός 5.34 δευτερολέπτων και η σύγκρουση ήταν σφοδρή, πράγμα που φαίνεται από το κτύπημα που άφησε η σύγκρουση στο όχημα της Κατηγορούμενης (shot 16, Τεκμηρίου 5). Επεσήμανε ότι, το σημείο σύγκρουσης ήταν εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος, πράγμα που καταδεικνύει ότι, το θύμα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, όταν πάτησε φρένα, αντιλαμβανόμενος την παρουσία του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης εντός της λωρίδας του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενες επεσήμανε ότι, στην έκθεση του Μ7 καταγράφεται πως είναι πολύ δύσκολο για οδηγό να αντιληφθεί και να εκτιμήσει την ταχύτητα με την οποία κινείται, ιδίως μοτοσικλέτα, από την αντίθετη κατεύθυνση, από απόσταση 150 μέτρων. Εισηγήθηκε ότι, η αμέλεια της Κατηγορούμενης, συνίστατο στη μερικώς λανθασμένη εκτίμηση της πως προλάβαινε να στρίψει δεξιά. Η παρουσία της εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε το θύμα είχε ως αποτέλεσμα να αντιδράσει το θύμα με τον τρόπο που αντέδρασε, να απωλέσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να επισυμβεί η σύγκρουση. Επεσήμανε ότι, εάν το θύμα δεν οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα, χωρίς κράνος και υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, τα οχήματα πιθανόν να μην συγκρούονταν και να μην είχαμε αυτές τις ολέθριες συνέπειες. Υποστήριξε ότι, η Κατηγορούμενη ήταν αφοσιωμένη στην οδήγηση της, δεν παραβίασε οποιοδήποτε κανόνα οδικής κυκλοφορίας και δεν επέδειξε αδιαφορία για άλλους οδηγούς του δρόμου. Επεσήμανε ότι, με την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου και την αντικατάσταση του αδικήματος του άρθρου 210 του ΠΚ με το άρθρο 8 του Ν. 86/1972 ο βαθμός αμέλειας της κατηγορούμενης είναι χαμηλότερος. Ακόμη και σε περίπτωση όμως που βασίζονται στο άρθρο 210 του ΠΚ ενδείκνυται επιβολή χρηματικής ποινής εκεί και όπου η αμέλεια συνίσταται σε στιγμιαία αβλεψία, παραπέμποντας στην απόφαση Νικολάου ν Αστυνομίας

(2015)2 ΑΑΔ 103. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Αστυνομίας ν. Αναστάση, Ποινική Έφεση αρ. 114/2019, ημερ. 15/07/2020, όπου το Α.Δ. επικύρωσε την επιβληθείσα χρηματική ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο για αδίκημα δυνάμει του άρθρου 210 του ΠΚ, το οποίο έκρινε ότι, η λανθασμένη εκτίμηση του Κατηγορούμενου να στρίψει δεξιά και να διασταυρώσει τη λεωφόρο με αποτέλεσμα την ανακοπή πορείας του άλλου ενεχόμενου οχήματος δεν ήταν αποτέλεσμα αδιαφορίας, παρά το ότι, υπήρχε ορατότητα 422 μέτρων, διαπιστώνοντας ότι, το θύμα εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και η ευθύνη του Κατηγορούμενου εν προκειμένω ήταν στο μεταίχμιο του άρθρου 210 του ΠΚ και του αδικήματος της αμελούς οδήγησης. Σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης και το γεγονός ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 4 ½ και πλέον χρόνων, ανέφερε ότι, δεν ευθύνεται η Κατηγορούμενη, αφού απάντησε με παραδοχή στην 2η κατηγορία που προστέθηκε στις 23/09/2024 και ο χρόνος που μεσολάβησε αξιοποιήθηκε για να καταβληθεί σχετική αποζημίωση στην οικογένεια του θύματος. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την ημέρα του επίδικου συμβάντος μέχρι σήμερα η Κατηγορούμενη δεν υπέπεσε σε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα ή τροχαία παράβαση, ζει κάτω από τη σκιά των έντονων αρνητικών συναισθημάτων που την διακατέχουν, ως απόρροια όλων όσων έζησε και το άγχος της εκκρεμοδικίας συνέβαλε ουσιαστικά σε μία εξαιρετικά κακή ποιότητα ζωής. Αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η ίδια επέμεινε όπως ολοκληρωθεί ο διακανονισμός της απαίτησης της οικογένειας του θύματος, η οποία κατέληξε σε πλήρη αποζημίωση στις 24/01/2025, η σχετική δε βεβαίωση κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6, πράγμα που, εισηγήθηκε, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως γεγονός της ένδειξης της ειλικρινούς της μεταμέλειας, ενώ η οικογένεια του θύματος δεν θα υποβληθεί στη βάσανο της αναβίωσης όλων όσων επεσυνέβησαν μέσω οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές της περιστάσεις, η Κατηγορούμενη είναι συνταξιούχα και διαμένει με τον επίσης συνταξιούχο σύζυγό της ηλικίας 71 ετών. Η Κατηγορούμενη εργάστηκε για 33 χρόνια στην Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου, ως γραφέας. Με το σύζυγό της απέκτησαν 2 παιδιά, ηλικίας 33 και 38 ετών αντίστοιχα και έχουν 3 εγγόνια. Κάθε πρωί παίρνει τα 2 από τα 3 εγγόνια της στο σχολείο, αφού το ωράριο της θυγατέρας της δεν της το επιτρέπει και το μεσημέρι παραλαμβάνει και τα 3 εγγόνια της από το σχολείο, τα οποία απασχολεί μέχρι να σχολάσουν τα παιδιά της. Η Κατηγορούμενη, μετά δυσκολίας άρχισε να οδηγεί, πολλούς μήνες μετά το συμβάν, λόγω φόβου. Έχει ταχυπαλμίες σε ανύποπτους χρόνους, η οικογένεια της έχει επηρεαστεί ψυχολογικά από το επίδικο δυστύχημα και προσπαθούν όλοι να στηρίξουν την Κατηγορούμενη. Είναι άτομο εξαιρετικά καλού χαρακτήρα, εργάστηκε στην ίδια εργασία για ολόκληρη την επαγγελματική της ζωή και ασχολείται αποκλειστικά με την οικογένεια της και τα εγγόνια της. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον πρότερο και έντιμο βίο της Κατηγορούμενης, με αναφορά στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241 όπου «η νομοταγής ζωή ενός ανθρώπου έχει παρομοιασθεί με τη ζωή του νοικοκυρεμένου ανθρώπου, ο οποίος μία ολόκληρη ζωή εξοικονομεί για να βρει τις οικονομίες του στις δύσκολες μέρες». VII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 8[2] του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν. 86/1972), το οποίο κατά τη διάπραξη του αδικήματος είχε ως ακολούθως: Αμελής οδήγησις 8. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1000 λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972,[3] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για όσο χρονικό διάστημα ήθελε κρίνει εύλογο. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του Άρθρου 20Α.
(2).4. του Ν. 86/1972, [4] επιβολή μεταξύ 2 και 4 βαθμών ποινής. Στην απόφαση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151 λέχθηκε ότι, το αδίκημα της αμελούς οδήγησης θεμελιώνεται με την έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, η οποία προσμετράται με το μέτρο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται όταν εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός έπρεπε να ενεργήσει. Τα ίδια τονίστηκαν και σε άλλες υποθέσεις όπως, Σάββα Γεώργιος ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 391 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7/2019, 20/1/2020, ECLI:CY:AD:2020:B25. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στην Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό* και ποινικό δίκαιο** ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια. * (Βλ. μεταξύ άλλων, ΒΑΚΑΝΑΣ ν. ΘΩΜΑ & ΑΛΛΟΥ
(1982)1 Α.Α.Δ. 530. ΑΔΑΜΗΣ & ΑΛΛΟΣ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
(1982)1 Α.Α.Δ. 746. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ & ΑΛΛΟΣ ν. ΑΔΑΜΟΥ
(1988)1 Α.Α.Δ. 727, ** (Βλ. μεταξύ άλλων, ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1968)2 Α.Δ.Δ., 140. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1982)2 Α.Α.Δ. 134. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1983)2 Α.Α.Δ. 136].» Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις, καθήκον τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας [Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188]. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι ορατό αποτελεί αμέλεια [Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78]. Επίσης, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια [Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378]. Σε αδικήματα που εξετάζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 8 του Ν. 86/1972 η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας, η οποία άπτεται της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, δεν εξομοιώνεται με τον βαθμό σφάλματος στην οποία εμπεριέχεται συμπεριφορά ή παράλειψη αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης, όπως διαλαμβάνει το άρθρο 210 του ΠΚ. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου όμως (στην προκειμένη του θύματος) δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σε αυτή αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του [βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[5] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1,3[6] κατ' αναλογία]. Πέραν από την σοβαρότητα, όπως αυτή προκύπτει από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, πρέπει να τονιστεί ότι, αδικήματα τα οποία σχετίζονται με την οδική ασφάλεια έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή (Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018), ECLI:CY:AD:2018:B432. Ειδικότερα, το αδίκημα της αμελούς οδήγησης παρουσιάζεται με ανησυχητική συχνότητα ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι που δημιουργεί την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση, στην οποία προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Έχει νομολογηθεί ότι, η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της [Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264]. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ακόμη και στις υποθέσεις εκείνες που άπτονται της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης συμπεριφοράς δυνάμει του άρθρου 210 του Π.Κ. είναι νομολογημένο ότι, στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Είναι θεμελιωμένο ότι, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.[7] Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. VIII. ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus[8], και Republic ν. Georghiou[9]). Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι, ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχήν διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[10]). Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι, η Κατηγορούμενη εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα, έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό-φωτεινό δείκτη της με πρόθεση να στρίψει δεξιά σε πλυντήριο αυτοκινήτων, είδε μία μοτοσικλέτα από απόσταση περίπου 150 μέτρων (φαινόταν σαν μια «γραμμούα»), αλλά έκρινε ότι, προλάβαινε να στρίψει δεξιά και άρχισε να διενεργεί τη δεξιόστροφη πορεία της. Η εξ αντιθέτου διερχόμενη μοτοσικλέτα είχε προσπεράσει αρχικά ένα βυτιοφόρο και αμέσως μετά ένα φορτηγό και ακολούθως ανέπτυξε ταχύτητα. Η μοτοσικλέτα του θύματος άφησε ίχνος τροχοπέδησης του πισινού τροχού περίπου 39.5 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης (ως το Τεκμήριο 2) και αυτά σταμάτησαν 12.5 μέτρα πριν την σύγκρουση. Η πορεία του ίχνους τροχοπέδησης είναι διαγώνια με κατεύθυνση προς την κίτρινη γραμμή που διαχωρίζει την λωρίδα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας με το ασφάλτινο παγκέτο και έχει μήκος 27 μέτρα (σημείο Β1, Τεκμήριο 2). Το σημείο σύγκρουσης Χ ευρίσκεται εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος (ως η πορεία του), εντός του ασφάλτινου παγκέτου, σε απόσταση 0.60 μέτρων από τη νοητή κίτρινη γραμμή (η οποία είχε σβηστεί ένεκα της χρήσης). Η επαφή της μοτοσικλέτας με το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης έγινε στην πίσω αριστερή πόρτα και στο πίσω αριστερό φτερό του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, όπου υπάρχουν εκτεταμένες ζημιές (shots 16, 17 και 18, Τεκμήριο 5). Τόσο η διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, όσο και η κίτρινη γραμμή στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είχαν σβηστεί από την έντονη χρήση του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο (προφανώς, λόγω της ύπαρξης του πλυντηρίου αυτοκινήτων). Ως η αναφορά του αυτόπτη μάρτυρα Μ1, το πισινό μέρος της μοτοσικλέτας σύρθηκε προς τα αριστερά του δρόμου και διένυσε κάποια απόσταση και ακολούθως είδε το πισινό μέρος της μοτοσικλέτας να ευθυγραμμίζεται, οπόταν κατάλαβε ότι, το θύμα δεν πατούσε πλέον φρένα και αμέσως μετά είδε την μοτοσικλέτα να κτυπά στην πισινή αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης. Από το σημείο σύγκρουσης και τις ζημιές που διακρίνονται στο αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, διαπιστώνεται ότι, το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης είχε ολοκληρώσει τη δεξιόστροφη πορεία της, για να εισέλθει στο πλυντήριο αυτοκινήτων και το αυτοκίνητο της δεν βρισκόταν εντός της λωρίδας πορείας του θύματος όταν έγινε η σύγκρουση. Από τις εξετάσεις της αστυνομίας, αλλά και την αναφορά του Μ1, διαπιστώνεται ότι, το θύμα οδηγούσε καθ' υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου (που ήταν 50 ΧΑΩ στον επίδικο δρόμο) με ελάχιστη ταχύτητα μεταξύ 71 ΧΑΩ (χρήση πισινού φρένου) και 100 ΧΑΩ (χρήση μπροστινών και πισινών φρένων) και αντέδρασε σε απόσταση 79 μέτρα ή 100 μέτρα πριν την αρχή του ίχνους τροχοπέδησης. Η ορατότητα της Κατηγορούμενης από το σημείο που άρχισε να στρίβει ήταν σε απόσταση 175 μέτρων. Το θύμα οδηγούσε υπό την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών, που κατατάσσονται ως ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α' (κοκαΐνη) και Τάξεως Β (κάνναβη) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/1977 (Τεκμήριο 4), γεγονός που αναπόφευκτα επηρέαζε την οδηγική του ικανότητα, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης κινδύνου έναντι τρίτου μέρους, καθ' ον χρόνο η ενεχόμενη μοτοσικλέτα είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένη από 01/07/2019 (εγγεγραμμένη επ' ονόματι του αποβιώσαντος πατέρα του) και η μηχανή της είχε αντικατασταθεί χωρίς σχετική άδεια από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Με βάση τα ανωτέρω, καταδεικνύεται ότι, το θύμα όταν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, προσπάθησε να ελαττώσει ταχύτητα κάνοντας χρήση φρένων, με αποτέλεσμα να διαγράψει διαγώνια πορεία προς τα αριστερά (προφανώς, λόγω της ταχύτητας του σύρθηκε προς τα αριστερά, όπως και η αναφορά του Μ1) και να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης στο ασφάλτινο παγκέτο. Η απόφαση της Κατηγορούμενης να στρίψει δεξιά, παρά το γεγονός ότι, αντιλήφθηκε την εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενη μοτοσικλέτα σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, είχε ως αποτέλεσμα να ανακόψει την ελευθέρα πορεία της μοτοσικλέτας και καταδεικνύει ότι, όφειλε να λάβει μέτρα για να αποφύγει τον κίνδυνο [βλ. Κωνσταντινίδου ν Αστυνομίας
(2009)2ΑΑΔ 221]. Το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη αποφάσισε να στρίψει δεξιά, παρά το γεγονός ότι, αντιλήφθηκε την εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενη μοτοσικλέτα, εδράζεται σε λανθασμένη εκτίμηση της ότι, προλάβαινε να στρίψει δεξιά. Η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης έγκειται ακριβώς στο γεγονός αυτό, ότι λανθασμένα εκτίμησε ότι, προλάβαινε να στρίψει δεξιά, παρά την έλευση της εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενης μοτοσικλέτας. Το σφάλμα της Κατηγορούμενης δεν συνδυάζεται με άλλο επιβαρυντικό παράγοντα ή άλλη τροχαία παράβαση, χωρίς αυτό να αναιρεί, βεβαίως, το γεγονός ότι, η λανθασμένη κίνηση της στιγμής απέβη μοιραία, με τραγική συνεπεία την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης επικαλέστηκε την απόφαση Αστυνομία ν. Αναστάση, Ποινική Έφεση 114/19, ημερ. 15.7.2020, αναφέροντας ότι, τα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης είναι παρόμοια με τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως περίπτωση που κατατάσσεται στο μεταίχμιο του άρθρου 210 του ΠΚ και του αδικήματος της αμελούς οδήγησης. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσίβλητος οδηγούσε το αυτοκίνητο του σε δρόμο κάθετο προς Λεωφόρο που ήταν ο κύριος δρόμος με προτεραιότητα. Η ορατότητα του αριστερά επί της Λεωφόρου από όπου ερχόταν το αυτοκίνητο του θύματος, ήταν 422 μέτρα. Παρότι είχε αντιληφθεί το αυτοκίνητο του θύματος να τον προσεγγίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, υπολόγισε ότι προλάβαινε να διασταυρώσει τον δρόμο και εκκίνησε και εισήλθε σε αυτόν. Η κρίση του απεδείχθη λανθασμένη και μοιραία για τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου το οποίο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου στο ασφάλτινο παγκέτο του κυρίως δρόμου στην απέναντι πλευρά της παρόδου. Το θύμα δεν εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του. Διαπιστώθηκαν μόνο ίχνη πλαγιολίσθησης του αυτοκινήτου του με κατεύθυνση λοξώς αριστερά. Το θύμα δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Επιβλήθηκε χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδήγησης. Ήταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το θανατηφόρο δυστύχημα δεν οφειλόταν σε αδιαφορία αλλά κακή εκτίμηση του ότι προλάβαινε να εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να ανακόψει την πορεία του άλλου αυτοκινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την πρωτόδικη διαβάθμιση της οδικής συμπεριφοράς του εφεσίβλητου η οποία αφορούσε στιγμιαία απροσεξία λόγω αλόγιστου λάθους εκτιμήσεως (βλ. Κάρτερ ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 78). Προς όφελος του ελήφθη υπόψη ότι «το θύμα οδηγούσε επικίνδυνα με μεγάλη ταχύτητα και δεν ελάττωσε ταχύτητα όταν το αυτοκίνητο του Εφεσείοντος (sic) του ανέκοψε την πορεία, παρά την μεγάλη ορατότητα που είχε και το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος, ενώ βρισκόταν ακινητοποιημένος, εκκίνησε και διάνυσε μεγάλη απόσταση στην πορεία του». Επισημάνθηκε επίσης πως «το θύμα είχε καταναλώσει υπολογίσιμη ποσότητα αλκοόλ, που αναπόφευκτα επηρέαζε την ικανότητα του να οδηγεί με ασφάλεια». Είναι γνωστές οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα της αμέλειας και της ανάγκης επίδειξης σύνεσης και παρατηρητικότητας από κάθε ένα οδηγό. Συναφώς, αναφέρομαι στις αποφάσεις Ιωαννίδης ν. Χαραλαμπίδης, Πολ. Έφ. 336/12 ημερ. 10/7/18, ECLI:CY:AD:2018:A352, Χρίστου ν. Χρίστου, Πολ. Έφ. 250/10 ημερ. 7/7/15, και A. Camerou v. Aρ. Χαραλάμπους κ.α. Πολ. Εφ. 156/2009 ημερ. 23/6/2016, των οποίων τα γεγονότα, αν και διαφοροποιούνται από την παρούσα, τονίζεται με αυτές η αμέλεια που υπέχει οποιοσδήποτε οδηγός ανακόπτει την πορεία άλλου, επιχειρώντας στροφή δεξιά, χωρίς τη δέουσα παρατηρητικότητα και επόπτευση της τροχαίας κίνησης. Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό του βαθμού αμέλειας της Κατηγορούμενης, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικοοικονομικές και άλλες περιστάσεις της, με σκοπό τον προσδιορισμό του είδους αλλά και του ύψους της ποινής που θα επιβληθεί. Κατά την επιβολή ποινής, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή της Κατηγορούμενης, η οποία ήταν άμεση,[11] γεγονός που δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά της. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας «[.] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[12] Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου. Συμφώνως της πάγιας νομολογίας η παραδοχή αποτελεί ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας δικαιολογώντας ανάλογη έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας[13]). Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής της δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην ηλικία των 63 ετών, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αυτή διάγει μίαν, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδηγική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας . Στην απόφαση Νίκος Χ'' Ιωάννου ν. Αστυνομίας,[14] όπου αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 μηνών, με ποινή προστίμου Λ.Κ.£1000=, αναφέροντας και τα εξής επί του προκειμένου. «Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικά σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε η σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντως στην ποινή». [Έμφαση και υπογράμμιση δική μου] Η συντρέχουσα ευθύνη του θύματος -ενόψει των εξετάσεων για την ταχύτητα του, του γεγονότος ότι, οδηγούσε υπό την επήρεια κοκτέιλ εξαρτησιογόνων ουσιών, χωρίς προστατευτικό κράνος, με δηλωθείσα ως ακινητοποιημένη μοτοσικλέτα, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης κινδύνου έναντι τρίτου μέρους και με αλλαγμένη μηχανή στη μοτοσικλέτα- για την πρόκληση του δυστυχήματος, δεν εξουδετερώνει την ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης,[15] συνιστά όμως ελαφρυντικό παράγοντα [βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235 με αναφορά στην Diran Der Avedisian v. Ρ
(1969)2 CLR 57]. Η οδηγική συμπεριφορά του θύματος, το οποίο επέβαινε σε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, πριν τη σύγκρουση, και τα μειωμένα αντανακλαστικά του, αφού οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, σε συνδυασμό με την ταχύτητα του, είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Εάν το θύμα οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας το ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, με τη λήψη κατάλληλων μέτρων. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, εσωτερική εξέταση-νεκροτομή (Τεκμήριο 3), το θύμα υπέστη κάταγμα βάσης του κρανίου και έφερε υποσκληρίδιο αιμορραγία και επικράνιο αιμάτωμα στην μετωπιαία χώρα. Αυτό δεν αναφέρεται για να παραγνωριστεί η φύση της αμέλειας που είχε η Κατηγορούμενη για την πρόκληση του δυστυχήματος, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί το αντικειμενικό αυτό γεγονός, που συνδέεται με τη φύση και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του κρανίου. [16] Περαιτέρω, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα, το γεγονός ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 4 ½ και πλέον ετών από τη διάπραξη του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για την Κατηγορούμενη. Στην προκειμένη, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της υπόθεσης, σε μεγάλο βαθμό, έγκειται στην αναμονή της Υπεράσπισης σε σχετικό αίτημα για μεταβολή του κατηγορητηρίου, ώστε η Κατηγορούμενη να κριθεί με βάση το άρθρο 8 του Ν. 86/1972 και όχι με βάση το άρθρο 210 του ΠΚ. Καθ' όλη τη διάρκεια της αναμονής ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, η Κατηγορούμενη βίωσε αρνητικά συναισθήματα και το άγχος της εκκρεμοδικίας συνέβαλε ουσιαστικά σε μία κακής ποιότητας ζωή.[17] Δεν διαλανθάνει βεβαίως της προσοχής μου και το γεγονός ότι, η οικογένεια του θύματος έχει αποζημιωθεί από την ασφαλιστική εταιρεία της Κατηγορούμενης και δεν υπάρχει σήμερα η όποια απαίτηση, γεγονός που δεικνύει και την έμπρακτη μεταμέλειά της για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σωρεία υποθέσεων, έχει αναγνωρίσει τον πιο πάνω παράγοντα ως μετριαστικό. Στην Ποινική Έφεση αρ. 183/2007, ημερ. 02/04/2008 Σάββας Σάββα ν. Αστυνομίας, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης μειώθηκε κατ' έφεση στα 2,5 χρόνια. Το Α.Δ. στην εν λόγω υπόθεση έλαβε σοβαρά υπόψιν του και το γεγονός ότι, ο Εφεσείων προέβει σε ενέργειες αποζημίωσης των θυμάτων και ανέφερε ότι: «Πολύ σημαντικό, μεταξύ άλλων μετριαστικών στοιχείων, είναι η άμεση και ειλικρινής παραδοχή και μεταμέλεια του παραβάτη, καθώς και η προσφορά γνήσιας απολογίας στα θύματα της παρανομίας του και όπου τούτο ισχύει, και χρηματικής αποζημίωσης. Μας ελέγχθει ότι ο Εφεσείων με δική του οικονομική συνδρομή και της κάλυψης από την ασφάλεια του, δόθηκε αποζημίωση στα θύματα». [Έμφαση και υπογράμμιση δική μου] Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές της περιστάσεις, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έχω λάβει υπόψη μου το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη είναι συνταξιούχα, οικογενειάρχης και φροντίζει ανελλιπώς τα εγγόνια και παιδιά της, καλού χαρακτήρα και μία ζωή υπήρξε μία νομοταγής πολίτης, αφού ουδέποτε προηγουμένως ή μετά τη διάπραξη του αδικήματος απασχόλησε με οποιοδήποτε τρόπο τις διωκτικές αρχές. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη, αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι περιστάσεις του δυστυχήματος και η φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε σύμφωνα με τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, περιορίζουν την υπό κρίση υπόθεση εντός των πλαισίων επιβολής χρηματικής ποινής παρά ποινής στερητικής της ελευθερίας της Κατηγορούμενης, αφού από το Κατηγορητήριο ελλείπουν οποιοιδήποτε άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν το είδος της ποινής (π.χ. οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, χρήση κινητού τηλεφώνου, παραβίαση κανονισμών τροχαίας, κοκ). Αναφορικά με το ζήτημα της άδειας οδήγησης, κάθε οδηγός πρέπει να αντιληφθεί ότι, η άδεια οδήγησης, έστω κι αν συναρτάται με τις καθημερινές ασχολίες κάποιου ανθρώπου, δεν αποτελεί σύμφυτο δικαίωμα, αλλά επίκτητο. Παραχωρείται υπό μια βασική διαλυτική αίρεση ότι, θα τυγχάνει σεβασμού με την απόλυτη συμμόρφωση προς τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς [Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465]. Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής [Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300]. Η διάρκειά της θα πρέπει να είναι σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες ποινές που επιβάλλονται [Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16]. Στη Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής αναφορικά με το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης: «Είναι πάγια νομολογημένο ότι, η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300 και Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 57).» Η σοβαρότητα του αδικήματος και τα επακόλουθά του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη φροντίζει τα τρία ανήλικα εγγόνια της, τα οποία παραδίδει και παραλαμβάνει από το σχολείο καθημερινά, είναι λευκού οδικού μητρώου (δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής της) και έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος. Εντούτοις, η απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής, η οποία προκλήθηκε συνεπείας της οδήγησης της Κατηγορούμενης, κρίνω ότι, δεν παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να μην διατάξει την αποστέρηση της ικανότητας της Κατηγορούμενης να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη χρηματική ποινή ύψους €1.500= πλέον 4 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησής της. Επιπρόσθετα, αποστερείται του δικαιώματός της να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από αύριο. (Υπ.) ......... Ε. Μιντή Οικονόμου ΠΡΟΣ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΌ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Όπως υπογραμμίστηκε στην υπόθεση Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 701 (στη σελ. 707), η ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας δεν είναι απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει υπόψη του να επιβάλει ποινή φυλάκισης. Τέτοια έκθεση είναι επιθυμητό να ετοιμάζεται στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών και στις υποθέσεις Κακουργιοδικείου. Κατά τα άλλα, εναπόκειται στον ίδιο τον Κατηγορούμενο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. [2] Ως ίσχυε κατά την διάπραξη του αδικήματος, δηλαδή την 01/06/
  1. Η τροποποίηση του άρθρου 8 επήλθε την 01/10/2020 με τον Ν. 125(Ι)/
  2. [3] Όπως ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. [4] Όπως ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. [5] "Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecutionas part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not,careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind." Υπογράμμιση του Δικαστηρίου. [6] "The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability.This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention." Υπογράμμιση του Δικαστηρίου. [7] Στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, η οποία αφορούσε επίσης έφεση επί ποινής προστίμου μετά από παραδοχή σε θανατηφόρο δυνάμει του άρθρου 210 του ΠΚ, λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (βλ., μεταξύ άλλων, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). [8] Γ.Μ. Πική, σελ. 3 [9] 22 C.L.R., 147 [10] Supra, σελ. 2, 5‑8 [11] Η καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης εδράζεται κυρίως στην αναμονή απάντησης από τον Γενικό Εισαγγελέα επί του αιτήματος για τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη του αδικήματος που τελικά αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. [12] Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016. Βλέπε, επίσης, M.C.T. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B386. [13]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28. [14] Νίκος Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453. [15] Triftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140, Varnakides v. Police
(1962)2 C.L.R. 1. [16] Χατζηιωάννου ανωτέρω. [17] Γενικός Εισαγγελέας ν Σωκράτης Αβρααμίδης
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 364A cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.