← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΤΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 557/2025, 5/8/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΤΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 557/2025, 5/8/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 557/2025 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΤΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 05 Αυγούστου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Χρ. Σωτήρη για Κ. ΧΡ. ΣΩΤΗΡΗ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ [I] ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ 1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, ήτοι (α) της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), (β) της παράβασης σήματος τροχαίας, κατά παράβαση των Καν. 58

(2)(δ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (2η κατηγορία) και (γ) της διακοπής από αμέλεια της ελεύθερης διακίνησης προσώπων λόγω μη διατήρησης του οχήματος στην αριστερή πλευρά του δρόμου, κατά παράβαση των Καν. 58
(10)(α) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (3η κατηγορία).
  1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος, την 01/04/2023 στη συμβολή της Λεωφ. Ομονοίας με την οδό Βασιλέως Παύλου στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής «αυτοκίνητο»), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Χρυσόστομου Χρυσοστόμου (εφεξής το «θύμα»), τέως από τη Λεμεσό (1η κατηγορία). Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή (2η κατηγορία) και καθ' ον χρόνο και τόπο οδηγούσε το αυτοκίνητο στην Λεωφ. Ομονοίας και εισερχόμενος στην οδό Βασιλέως Παύλου, παρέλειψε να διατηρήσει το αυτοκίνητο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του πεζού Χρυσόστομου Χρυσοστόμου, που διασταύρωνε την εν λόγω οδό (3η κατηγορία). [II] ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
  2. Ο Κατηγορούμενος καταχώρησε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στις 05/06/2025 (αφού μεσολάβησαν δύο συνεδρίες για Απάντηση[1] στις οποίες ζητήθηκε αναβολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου) και ζητήθηκε κοινωνικοοικονομική έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας, η οποία παραδόθηκε στο Δικαστήριο την 01/07/
  3. Στις 07/07/2025 ορίστηκε για πρώτη φορά για Γεγονότα & Ποινή, οπόταν και αναβλήθηκε λόγω απουσίας του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό στις 25/07/
  4. [III] ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  5. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 6 έγγραφα με τη συγκατάθεση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, συνοπτική έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο Α), σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακος 1:200 και σε μέγεθος Α3 (Τεκμήριο Β), βιβλιάριο φωτογραφιών της σκηνής του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος που αποτελείται από shot 01 μέχρι shot 78 (Τεκμήριο Γ), βιβλιάριο φωτογραφιών της νεκροτομής του θύματος που αποτελείται από shot 01 μέχρι shot 85 (Τεκμήριο Δ), ψηφιακό δίσκο (CD) με πλάνα από κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης και οπτικά πλάνα του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος (Τεκμήριο Ε) και ψηφιακό δίσκο (CD) με επιπρόσθετα οπτικά πλάνα από κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης (Τεκμήριο ΣΤ).
  6. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην συνοπτική έκθεση (Τεκμήριο Α), δεν αμφισβητούνται από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου.
  7. Σύμφωνα με την συνοπτική έκθεση γεγονότων (ίδε σελ. 4-8, Τεκμήριο Α), την 01/04/2023 και περί ώρα 04:50 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο στη Λεωφ. Ομονοίας στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση, τηρώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Πλησιάζοντας τη συμβολή με την δεξιά πάροδο Βασιλέως Παύλου, παραβίασε άσπρη συνεχή γραμμή επί της Λεωφ. Ομονοίας, έστριψε βεβιασμένα δεξιά λαμβάνοντας κλειστά τη στροφή και εισερχόμενος στην οδό Βασιλέως Παύλου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να κτυπήσει και τραυματίσει θανάσιμα το θύμα, ηλικίας 52 ετών, ο οποίος περπατούσε μέσα στο δρόμο στην οδό Βασιλέως Παύλου, κοντά στο νότιο πεζοδρόμιο με δυτική κατεύθυνση προς τη Λεωφ. Ομονοίας. Ο Κατηγορούμενος, προτού στρίψει δεξιά, δεν έδειξε την πρόθεση του να στρίψει με τον δεξιό ηλεκτρικό δείκτη πορείας. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη, αργότερα δε σε έλεγχο νάρκοτεστ με αρνητική ένδειξη. Στις 10:10 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης ο Κατηγορούμενος συνελήφθη ως ύποπτος και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψής του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «έκαμα λάθος, κάμετε τη δουλειά σας». Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, οδηγούσε το αυτοκίνητο με βόρεια κατεύθυνση στην Λεωφ. Ομονοίας. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Βασιλέως Παύλου έστριψε δεξιά, παίρνοντας κλειστά τη στροφή και εισερχόμενος στην οδό Βασιλέως Παύλου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κτυπώντας έναν άντρα, ο οποίος βρέθηκε μπροστά του και τον οποίο δεν είχε δει προηγουμένως.
  8. Σε έλεγχο που έγινε από λειτουργό της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας, το σύστημα πέδησης, διεύθυνσης, ανάρτησης και τα ελαστικά του αυτοκινήτου λειτουργούσαν κανονικά.
  9. Τον έλεγχο ορατότητας όπως ήταν η πορεία του αυτοκινήτου, αλλά τον έλεγχο εύρεσης της ταχύτητας του, σύμφωνα με τα οπτικά πλάνα του περιπτέρου MMS κείμενου επί της Λεωφ. Ομονοίας (απέναντι από την συμβολή με την πάροδο Βασιλέως Παύλου), διενήργησε ο ανακριτής της υπόθεσης με τη βοήθεια άλλων μελών της Τροχαίας Λεμεσού. Ο πεζός ήταν ορατός από απόσταση 81.69 μέτρων στο σημείο που στεκόταν σε στάση (σημείο Β1 επί του Τεκμηρίου Β και ίδε φωτογραφίες 53 και 54 επί του Τεκμηρίου Γ). Η ταχύτητα του αυτοκινήτου πριν στρίψει δεξιά διαπιστώθηκε ότι, ήταν 43 ΧΑΩ, για μία συνολική απόσταση 58.70 μέτρων που διένυσε προηγουμένως το αυτοκίνητο.
  10. Από έλεγχο που έγινε σε παρακείμενα υποστατικά εξασφαλίσθηκαν αντίγραφα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Συγκεκριμένα από το περίπτερο MMS το οποίο κείται επί της Λεωφ. Ομονοίας, όπου φαίνεται το αυτοκίνητο να κινείται βόρεια στη Λεωφ. Ομονοίας, ακολούθως παραβιάζει άσπρη συνεχή γραμμή και στρίβει δεξιά προς την οδό Βασιλέως Παύλου, εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κτυπά πεζό. Επιπρόσθετα, από τα γραφεία της εταιρείας Tototheo Maritime Ltd λήφθηκαν αντίγραφα από τρεις εξωτερικές κάμερες ασφαλείας. Από την κάμερα ch01 αν και δεν φαίνεται καθαρά η σύγκρουση, αφού είναι ελαφρώς εκτός πλάνων, φαίνεται ο πεζός να περπατά στην οδό Βασιλέως Παύλου με νοτιοδυτική κατεύθυνση κοντά στο νότιο πεζοδρόμιο της οδού και να κατευθύνεται προς τη γραμμή στάσης (αλτ) της συμβολής με την Λεωφ. Ομονοίας. Ακολούθως, ο πεζός κοντοστέκεται, καπνίζει και στη συνέχεια περπατά, μόλις δε το αυτοκίνητο εμφανίζεται στο πλάνο κτυπά τον πεζό, ο οποίος εκσφενδονίζεται και περνά πάνω από αυτό. Στην κάμερα ch02 φαίνεται ότι, μετά τη σύγκρουση, το σώμα του πεζού πέφτει στα αριστερά του αυτοκινήτου, στην άσφαλτο. Στην κάμερα ch03 φαίνεται ότι, τη στιγμή που ξεκινά ο πεζός να περπατά από το σημείο που κοντοστάθηκε προηγουμένως για να καπνίσει, σχεδόν ταυτόχρονα το αυτοκίνητο παραβιάζει την άσπρη συνεχή γραμμή επί της Λεωφ. Ομονοίας, στρίβει δε δεξιά στην οδό Βασιλέως Παύλου, εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κτυπά τον πεζό.
  11. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση του Δρ. Ν. Χαραλάμπους, ο θάνατος επήλθε συνεπεία πολυτραυματισμού, όπως είναι κατά τροχαίο ατύχημα.
  12. Μέσα από το βιβλιάριο φωτογραφιών της σκηνής του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, αποτυπώθηκε επί του οδοστρώματος με άσπρη κιμωλία η στιγμή που ο Κατηγορούμενος διενεργεί την κλειστή στροφή, δεξιά παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή, πολύ πριν το σημείο όπου επιτρεπόταν η στροφή δεξιά (ίδε φωτογραφίες 73 μέχρι 77, Τεκμήριο Γ), ενώ για κάθε σημείο κίνησης του αυτοκινήτου βόρεια της Λεωφ. Ομονοίας και της εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καταγράφηκε η απόσταση και ορατότητα ως προς το σημείο που στεκόταν ο πεζός πριν τη σύγκρουση (ίδε φωτογραφίες 54-64, Τεκμήριο Γ). Το σημείο που το αυτοκίνητο βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και διενεργούσε τη στροφή δεξιά με αναμμένα τα φώτα πορείας του (ίδε φωτογραφία 62, Τεκμηρίου Γ) είχε απόσταση 11.42 μέτρα από τον πεζό (βλέπε ευρετήριο, Τεκμήριο Γ).
  13. Η Λεωφ. Ομονοίας είναι δρόμος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση και κάθε κατεύθυνση χωρίζεται με άσπρη συνεχή διαχωριστική γραμμή, εκτός από κάποιες συμβολές, όπου η διαχωριστική άσπρη γραμμή αλλάζει σε διακοπτόμενη, για να επιτρέπεται η στροφή δεξιά. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο οδικός φωτισμός ήταν αναμμένος, υπήρχαν δε πάσσαλοι οδικού φωτισμού της ΑΗΚ κατά μήκος της Λεωφ. Ομονοίας και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που παρείχαν πολύ ικανοποιητικό φωτισμό κατά μήκος της λεωφόρου. Ο καιρός ήταν αίθριος και θερμός.
  14. Το θύμα γεννήθηκε στη Λεμεσό και ήταν ηλικίας 52 περίπου ετών, άγαμος και άτεκνος και διέμενε με την μητέρα του. Παρουσίαζε ψυχολογικά προβλήματα και παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Λεμεσού, για το σκοπό δε αυτό λάμβανε ψυχοφάρμακα. [IV] ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
  15. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες σε ισχύ και δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. [V] ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ
  16. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, παραλήφθηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το πρόσωπο του Κατηγορούμενου (ημερ. παραλαβής η 01/07/2025). Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης του Κατηγορούμενου ημερ. 11/06/2025 και ιατρικής βεβαίωσης της συζύγου του ημερ. 27/06/2025 και θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, έχει υιοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου. [VI] ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
  17. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κατέθεσε γραπτή αγόρευση με 3 παραρτήματα / υποστηρικτικά έγγραφα που την συνοδεύουν (Τεκμήριο Ζ), στην οποία εξειδικεύει τους ελαφρυντικούς λόγους και μετριαστικούς παράγοντες, καλεί δε το Δικαστήριο να τους λάβει υπόψη πριν την επιβολή ποινής.
  18. Μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ο Κατηγορούμενος απολογείται και εκφράζει την λύπη του και τον συγκλονισμό του για το ατυχές αυτό γεγονός, εκφράζει δε την συμπάθεια του προς την οικογένεια και τους συγγενείς του θύματος. Είναι ένα συνειδητοποιημένο πρόσωπο και για το τραγικό αυτό συμβάν υπέφερε, υποφέρει και θα υποφέρει για πάντα από ενοχές. Όπως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί την ίδια διαδρομή με αυτή που ακολούθησε το ατυχές εκείνο ξημέρωμα της 01/04/2025, αφού κάθε πρωί γύρω στις 04:30 ξεκινά από το Τραχώνι Λεμεσού, περνά από την Λεωφ. Φραγκλίνου Ρούσβελτ, στη διασταύρωση με τη Λεωφ. Ομονοίας στρίβει αριστερά, όπου συνεχίζει με βόρεια κατεύθυνση και, πλησιάζοντας την συμβολή με την οδό Βασιλέως Παύλου, στρίβει δεξιά προς την οδό Βασιλέως Παύλου, όπου κατευθύνεται για να ανοίξει το περίπτερο, που διατηρεί ο υιός του επί της εν λόγω οδού, στη Λεμεσό.
  19. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, η οποία δεν διαφοροποιείται επί της ουσίας από αυτήν της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι, λίγα μόλις μέτρα πριν το τέλος της άσπρης συνεχούς γραμμής και της αρχής της διακοπτόμενης γραμμής, παραβίασε την άσπρη συνεχή γραμμή και στρίβοντας λοξώς δεξιά εισήλθε στην πάροδο Βασιλέως Παύλου, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει και τραυματίσει θανάσιμα τον πεζό, που εκείνη την ώρα περπατούσε εντός του δρόμου, στο άνοιγμα της παρόδου Βασιλέως Παύλου, κοντά στο νότιο πεζοδρόμιο με κατεύθυνση προς το αλτ με τη συμβολή της Λεωφ. Ομονοίας.
  20. Η θέση του είναι ότι, κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, η τροχαία κίνηση ήταν ανύπαρκτη, δεν υπήρχαν ούτε μηχανοκίνητα οχήματα, ούτε πεζοί εντός του δρόμου.
  21. Το θύμα φορούσε σκουρόχρωμο ρουχισμό, βρισκόταν αρχικά στην βόρεια πλευρά της οδού Βασιλέως Παύλου, αρκετά μέτρα πριν τη γραμμή στάσης (αλτ) της οδού Βασιλέως Παύλου και διασταύρωσε από βόρεια προς νότια την οδό Βασιλέως Παύλου. Χωρίς να ανέβει στο νότιο πεζοδρόμιο της εν λόγω οδού, συνέχισε να περπατά μέσα στο δρόμο με δυτική κατεύθυνση, προς την Λεωφ. Ομονοίας. Κοντοστάθηκε για 7-8 δευτερόλεπτα και κάπνιζε. Στη συνέχεια, το θύμα άρχισε να περπατά από το σημείο που κοντοστάθηκε και ταυτόχρονα εμφανίστηκε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, που τον κτύπησε. Συμφωνεί ότι, κάποιος που εκινείτο εντός της Λεωφ. Ομονοίας μπορούσε να διακρίνει τον πεζό από απόσταση 81.69 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης ήταν 0.70 μέτρα πριν την γραμμή στάσης (alt) της συμβολής οδού Βασιλέως Παύλου με την Λεωφ. Ομονοίας (ίδε Τεκμήριο Β).
  22. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου είναι ότι, υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός κατά μήκος της Λεωφ. Ομονοίας, όμως ο φωτισμός στην είσοδο της οδού Βασιλέως Παύλου, όπου έγινε η σύγκρουση, δεν ήταν ο ίδιος (παραπέμποντας στις φωτογραφίες 01 και 02 του Τεκμηρίου Γ).
  23. Επεσήμανε ότι, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου, χωρίς να είναι υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών, δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο, δεν οδηγούσε αντικανονικά και δεν εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος.
  24. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υποστήριξε ότι, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε επί της Λεωφ. Ομονοίας και είχε στραμμένη την προσοχή του εντός της εν λόγω οδού, η κίνηση ήταν ανύπαρκτη και μόνο όταν πλησίασε την πάροδο έστρεψε την προσοχή του σε αυτήν και όχι προηγουμένως, αλλά σίγουρα όχι 50-80 μέτρα μακριά από την πάροδο. Έστριψε, γιατί δεν αντιλήφθηκε άλλο μηχανοκίνητο όχημα στο άνοιγμα της Βασιλέως Παύλου, ούτε φώτα ή ακτίνες φωτών μηχανοκίνητου οχήματος εντός της εν λόγω παρόδου. Γι' αυτό και ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι, ήταν ασφαλές να στρίψει, δεν έθετε σε κίνδυνο οποιονδήποτε, αφού τον πεζό δεν τον κοίταξε προηγουμένως, ούτε και ανέμενε στις 04:50 το πρωί να υπάρχει πεζός εντός του δρόμου και όχι στο πεζοδρόμιο. Υποστηρίζει ότι, ήταν μία απομακρυσμένη πιθανότητα και κάτι απρόβλεπτο για τον Κατηγορούμενο, τη δεδομένη στιγμή να υπάρχει στο άνοιγμα της συμβολής πεζός μέσα στο δρόμο και σταθμίζοντας λανθασμένα την κατάσταση υπέπεσε σε στιγμιαία ενέργεια, στρίβοντας δεξιά στην πάροδο. Είναι η εισήγηση του ότι, ο Κατηγορούμενος δεν οδηγούσε εγωιστικά ή με αδιαφορία για την ασφάλεια τρίτων χρηστών του δρόμου, αφού η ώρα ήταν τέτοια που δεν ανεμένετο οποιοσδήποτε εντός του οδικού δικτύου, η δε κίνηση ήταν ανύπαρκτη. Ήταν στιγμιαία αβλεψία και λανθασμένη απόφαση του Κατηγορούμενου, απότοκο της εσφαλμένης του εκτίμησης ότι, μπορούσε να στρίψει δεξιά με ασφάλεια, ενώ δεν υπήρχε συνεχής και εκτεταμένη απερισκεψία. Ήταν ένα μεμονωμένο σφάλμα που συνέβη σε μικρό χρονικό διάστημα.
  25. Αμέσως μετά το κτύπημα, ο Κατηγορούμενος εξήλθε από το αυτοκίνητο του και ζήτησε από την υπάλληλο του περιπτέρου MMS να καλέσει ασθενοφόρο και αστυνομία. Δεν απέφυγε την σύλληψή του, συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές και ανέφερε στους αστυνομικούς τί έγινε, όπως αυτά επεσυνέβησαν με τον τρόπο και στον βαθμό που ο ίδιος θυμόταν και αντιλαμβανόταν.
  26. Σημείωσε ότι, ο πεζός, σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ. οφείλει να χρησιμοποιεί πεζοδρόμιο και να αποφεύγει να περπατά εντός του δρόμου, δίπλα από το πεζοδρόμιο, τη νύχτα οφείλει να φορεί ανοικτόχρωμο ρουχισμό και να μην ευρίσκεται σε στροφή ή γωνία δρόμου.
  27. Η ασφαλιστική εταιρεία του Κατηγορούμενου είναι σε διαπραγματεύσεις με την οικογένεια του θύματος για το ποσό της αποζημίωσης (ίδε επιστολή ασφαλιστικής εταιρείας ημερ. 17/06/2025, Τεκμήριο Ζ).
  28. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου ήταν άμεση, γεγονός, που και σε συνάρτηση με τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά του. Είναι ηλικίας σχεδόν 70 ετών και οδηγεί για 50 και πλέον έτη, λευκού ποινικού και οδικού μητρώου, νομοταγής και κοινωνικά σωστός πολίτης και δεν απασχόλησε το Δικαστήριο ή τις αστυνομικές αρχές με οποιοδήποτε τρόπο, πράγμα που καταδεικνύει τη στάση του και τον σεβασμό του προς τους Νόμους και κανονισμούς της πολιτείας, η μέχρι σήμερα οδική του συμπεριφορά είναι άριστη και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό.
  29. Υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία την περίοδο της τουρκικής εισβολής και έλαβε μέρος στον πόλεμο, κατάγεται από το κατεχόμενο χωριό Βατυλή και έχει 2 παιδιά. Εργαζόταν ως μεταλλοτεχνίτης και στην ηλικία των 48 ετών τραυματίστηκε σε δυστύχημα, το οποίο του επέφερε μόνιμη ολική αναπηρία / ανικανότητα ποσοστού 75%. Έκτοτε είχε ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία με τη στήριξη της οικογένειας του και την απασχόληση στο περίπτερο του υιού του υποχώρησαν σε μεγάλο βαθμό. Μετά όμως το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, η ψυχολογική κατάσταση του Κατηγορούμενου επιδεινώθηκε και υποφέρει μέχρι σήμερα, τόσο δε ο ίδιος, όσο και η οικογένεια του ζουν κάτω από τρομερό άγχος, φόβο και αβεβαιότητα. Έχει 2 εγγόνια ηλικίας 2 και 5 αντίστοιχα, τα οποία φροντίζει αρκετές ημέρες της εβδομάδας και έχει μία συγκροτημένη και αγαπημένη οικογένεια.
  30. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επεσήμανε ότι, τα αδικήματα διαπράχθηκαν πριν δύο και πλέον έτη και έχει παρέλθει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.
  31. Ο Κατηγορούμενος από το 2019 αντιμετωπίζει καρδιακά προβλήματα υγείας και φέρει βηματοδότη. Το 2022 υπέστη αρθροπλαστική δεξιού γόνατος, πάσχει από υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή, η οποία επιδεινώθηκε μετά το τραγικό συμβάν και το 2024 αφαίρεσε πολύποδα στο παχύ έντερο. Έχει υπερπλασία προστάτη και υπερλιπιδαιμία και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (ίδε ιατρική βεβαίωση ημερ. 11/06/2025). Η σύζυγός του αντιμετωπίζει υπερλιπιδαιμία, οστεοπόρωση, εκφύλιση ωχράς κηλίδας, υποθυρεοειδισμό και δύσπνοια. Έχει προγραμματισμένη χειρουργική αποκατάσταση στο μεγάλο δεξιό δάκτυλο για βλαισότητα (κότσι) (ίδε ιατρική βεβαίωση ημερ. 27/06/2025). [VII]ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  32. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης
  33. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
  34. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972[2] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.
(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής. 33. Στη ΓΕ ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων.
  1. Αναμφίβολα, η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία, κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.[3]
  2. Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος, έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088).[4]
  3. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων, με πιο πρόσφατες αυτήν της Παύλος Πισσαρίδης ν. Αστυνομίας, Συνεκδ. Ποιν. Έφ. 67/2023 και 28/2023, ημερ. 29/05/2025 και της Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/2024, ημερ. 08/08/2024[5] στην οποία επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/2019, ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B
  4. Στην εν λόγω υπόθεση, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος.
  5. Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220.[6] Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. 38. Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά αντικειμενικά ιδωμένη είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[7] ερμηνεύεται ως ακολούθως: «Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» Σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». 39. Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιµέλεια, αµέλεια του άλλου εµπλεκόμενου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την απερίσκεπτη πράξη ή σφάλµα του κατηγορούµενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας ότι, ο κατηγορούµενος φέρει κάποια ευθύνη [βλ. Kannas v. Police
(1968)2 CLR 29,[8] 3915, R. v. Hennigan
(1971)55 Cr. App. R. 262, 264-265,[9] Voicu v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/2016, ημερ. 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:B389] για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ' επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police
(1985)2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου, αλλά μία αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω).[10] 40. Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων: «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).»
  1. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο και αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου (a cause) του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης (substantial or major cause), κάτι περισσότερο από de minimis και να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού (fault). Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποιν. Έφ. 241/12, ημερ. 14.12.
  2. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, µπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού [Πέτρου ν. Αστυνομίας,[11] Σάββα (ανωτέρω), Γ.Ε. ν. Α. Σαζού,[12] Gosney (ανωτέρω)].
  3. Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης είτε σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο είτε άλλης ζημιάς σε περιουσία, παραλείπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντάς τον [βλ. Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόµου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δηµοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). 105]. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως µιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγµατικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability»), δεν απαιτείται δηλαδή υποκειµενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριµένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου ανωτέρω).
  1. Το κατά πόσον ο κίνδυνος που δηµιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήµατος ήταν ταυτόχρονα εµφανής και σοβαρός, είναι ζήτηµα γεγονότων και κριτήριο το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειµενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, είχε δηµιουργηθεί εµφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούµενου, δικαιούται να συµπεράνει ότι, ο κατηγορούµενος είχε τη µια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκηµα·, πρέπει όµως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούµενος δίδει αναφορικά µε τη νοητική του κατάσταση, η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συµπέρασµα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειµενική αντίληψη του κατηγορούµενου (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).
  2. Στην Παύλος Πισσαρίδης (ανωτέρω), το Εφετείο κατέγραψε σε σχέση με τον όρο «απερίσκεπτη πράξη», τα ακόλουθα: «Ως προς τον όρο «απερίσκεπτη» είναι αυτονόητο ότι, σημαίνει για το στάδιο αυτό την ενέργεια, δράση ή συμπεριφορά η οποία γίνεται χωρίς περίσκεψη, ασυλλόγιστα, επιπόλαια, αστόχαστα, η οποία δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε άλλο πρόσωπο. Ως παράδειγμα δύναται να αναφερθεί η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 Α.Α.Δ. 473, στην οποίαν ο 17ετής κατηγορούμενος, χωρίς άδεια οδήγησης, εντελώς άπειρος και χωρίς βασικές γνώσεις για την οδήγηση ανέλαβε να οδηγήσει εντός κατοικημένης περιοχής, μεταφέροντας επιβάτες, σε στενό δρόμο με αλλεπάλληλες στροφές και μάλιστα κατά τη νύκτα. Κρίθηκε πως αυτά αποτελούν απερίσκεπτη συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «κινούμενος κίνδυνος». Η υπόθεση Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409 αφορούσε περίπτωση στην οποία μαθητευόμενος οδηγός, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και εισήλθε απότομα στην αντίθετη λωρίδα, χωρίς δυνατότητα αποφυγής της θανατηφόρας σύγκρουσης. Κρίθηκε πως με την υπερβολική ταχύτητα η οδήγηση, η οποία ήταν εν πάση περιπτώσει επικίνδυνη και εντός του Άρθρου 210 Π.Κ., ταξινομείτο πλέον και ως απερίσκεπτη.».
  1. Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο.
  2. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εάν η πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη.
  3. Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides
(1973)2 C.L.R.
  1. Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[13]
  2. Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή.[14] Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.[15]
  3. Η διάκριση αφενός μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί το είδος της ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις.
  4. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδήγησης, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
  5. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[16] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Π.Ε. 169/2016, 28/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:B63 και Αστυνομία ν. Νικολάου, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B168 όπου επιβεβαιώθηκε ότι, η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).[17]
  6. Είναι θεμελιωμένο ότι, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.[18]
  7. Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις κατά την επιβολή ποινής:[19]
(1)Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι, η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.
(2)Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.
(3)Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.
  1. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.
  2. Αξίζει να λεχθεί ότι, στην Αγγλία ακολουθούνται κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες με κάποιες διαφοροποιήσεις (Guideline on causing death by driving και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01, σελ. 1/1273).
  3. Η στιγμιαία αβλεψία έχει κριθεί ότι, έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[20]
  4. Όπως έχει τονιστεί στην ΓΕ ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο, είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. 59. Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police
(1962)2 CLR 152, Miltiadous v. The Police
(1970)2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορούμενου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Georghiou v The Police
(1967)2 CLR 290, Spiritos v. The Police
(1967)2 CLR 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 CLR 16]. 60. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός, ως αντικειμενικό παράγοντα, προς μετριασμό της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429]. 61. Στη ΓΕ ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι, η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. 62. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου [Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203]. 63. Σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3, οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: 58
(2)«Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ΄ εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας: Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορεί, μετά από υποβολή σχετικής αίτησης, να παραχωρήσει άδεια για τη μη τήρηση απαγόρευσης που επιβάλλεται με σήμα τροχαίας.» 58
(10)«Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- (α) μην παρεμποδίζει, παρενοχλεί ή διακόπτει, από αμέλεια ή από πρόθεση, την ελεύθερη διακίνηση προσώπων, μηχανοκίνητων ή άλλων οχημάτων σε οποιοδήποτε δρόμο και για το σκοπό αυτό να διατηρεί το όχημα στην αριστερή πλευρά του δρόμου. [VIII] ΚΡΙΣΗ & ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  1. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της Λεωφ. Ομονοίας εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να διενεργήσει πολύ κλειστή στροφή δεξιά για να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Παύλου, με αποτέλεσμα να κινηθεί δεξιότερα (ανατολικότερα) πολύ πριν το σημείο από όπου επιτρεπόταν να το πράξει (η είσοδος δεξιά επιτρεπόταν 23 μέτρα βορειότερα του σημείου που αποφάσισε να διενεργήσει στροφή), να εισέλθει στο εξ αντιθέτου ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας την άσπρη συνεχή γραμμή και να παρασύρει το θύμα, το οποίο ευρισκόταν 0.70 μέτρα πριν την γραμμή στάσης (αλτ) εντός της νότιας λωρίδας κυκλοφορίας επί της οδού Βασιλέως Παύλου (δηλαδή της εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδας κυκλοφορίας).
  2. Η απόφαση του να στρίψει πολύ πριν το επιτρεπόμενο σημείο, να παραβιάσει άσπρη συνεχή γραμμή και να εισέλθει στην εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό Βασιλέως Παύλου, διενεργώντας κλειστή στροφή δεξιά, μπορεί να χαρακτηριστεί τόσο ως απερίσκεπτη, όσο και ως επικίνδυνη πράξη.
  3. Η επιλογή του Κατηγορούμενου να οδηγήσει με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω, συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδικής ασφάλειας, αποδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του και με όλο τον σεβασμό, στην περί του αντιθέτου εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, συνιστά απόρροια εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας για την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του δρόμου. Με την απόφαση του να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Παύλου στην εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδα, σε σημείο όπου ο δρόμος δεν ήταν αρκετά φωτισμένος, όπως είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, καταδεικνύει ότι, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την πιθανότητα πρόκλησης δυστυχήματος και αποφάσισε να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο.
  4. Ο σκουρόχρωμος ρουχισμός του θύματος, το γεγονός ότι, ευρισκόταν σε σημείο που δεν φαινόταν ευδιάκριτα εντός του οδοστρώματος και το γεγονός ότι, η τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ουδόλως αποδυναμώνει την επικίνδυνη κατάσταση που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δημιούργησε, παίρνοντας την στροφή πολύ κλειστά. Εάν οδηγούσε, όπως ο μέσος, συνετός και σώφρων οδηγός, στρίβοντας δεξιά υπό γωνία 90°, σήμερα δεν θα μιλούσαμε για οποιοδήποτε τραγικό συμβάν.
  5. Το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος διενεργούσε την ίδια διαδρομή και περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα για αρκετά χρόνια, δεν εξουδετερώνει την σοβαρής μορφής αμέλειας και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο Κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι, γνώριζε καλά την διαδρομή, δεν καθιστά την οδηγική του συμπεριφορά λιγότερο σοβαρή. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση στην ίδια διαδρομή δεν δικαιολογούσε την απερίσκεπτη και επικίνδυνη συμπεριφορά την οποία επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή, ο δε Κατηγορούμενος όφειλε να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος και να οδηγεί με απόλυτη συμμόρφωση στους κανονισμούς που ορίζει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας.
  6. Όπως έχει πολύ εύστοχα λεχθεί στην ποινική έφεση Γ.Ε. ν. Ανδρέας Γιαπάς
(2006)2 Α.Α.∆ 432 με αναφορά στην Huseyin Topaloglulari ν. Αστυνοµίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 478 «"Οι σοβαρές τροχαίες παραβάσεις έχουν ενίοτε δυσάρεστα αποτελέσµατα, δηλαδή σοβαρά δυστυχήµατα που σηµειώνονται στον τόπο µας καθηµερινά. Το πρόβληµα δικαιολογηµένα ανησυχεί την πολιτεία και το κοινό. Ο µόνος τρόπος να αντιµετωπιστεί, σε ό,τι αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα, είναι η πλήρης και αυστηρή συµµόρφωση µε τους κανονισµούς οδικής συµπεριφοράς." Η ορθή οδική συµπεριφορά αποτελεί πλέον για όλους απαραίτητο στοιχείο σεβασµού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Η οµαλή λειτουργία της κοινωνίας βασίζεται ασφαλώς σε πολλούς παράγοντες, ένας από αυτούς είναι και η πιστή τήρηση των κανόνων τροχαίας, µια και στη σύγχρονη κοινωνία µας η οδική διακίνηση είναι µέρος της καθηµερινότητας.». 62. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, σε όλους τους οδηγούς που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι οδική συμπεριφορά, όμοια με αυτή του Κατηγορουμένου, είναι απαράδεκτη. Στην απόφαση Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242 λέχθηκαν τα εξής: «Ο Κώδικας Οδικής Συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία, του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν, ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.». [Υπογράμμιση δική μου]
  1. Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του, με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος, όσο και το ύψος αυτής.
  2. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus[21], και Republic ν. Georghiou[22]). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, την οποία κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογούν. Αποτελεί όμως αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι, ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[23]).
  1. Ο Κατηγορούμενος, ουσιαστικά παραδέχθηκε ευθύς αμέσως τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, τόσο ενώπιον των αστυνομικών αρχών κατά τη σύλληψή του, εμφανιζόμενος εμφανώς μεταμελημένος και λέγοντας «έκαμα λάθος, κάμετε τη δουλειά σας», όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου και δεικνύει με απτό και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά του. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[.] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[24] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[25]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[26]).
  2. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου στην ηλικία των 70 σχεδόν ετών και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησης του δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής, στα 50 και πλέον έτη που είναι οδηγός οχήματος, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, διάγει μία, κατά τα άλλα, αψεγάδιαστη οδηγική πορεία και το παρόν ήταν -πράγματι- ένα μεμονωμένο περιστατικό, αφού δεν έχει απασχολήσει τις διωκτικές αρχές με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας . Στην Ποινική Έφεση αρ. 7747, ημερ. 22/07/2004 Νίκος Χ'' Ιωάννου ν. Αστυνομίας, όπου αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 μηνών, με ποινή προστίμου Λ.Κ 1000=, αναφέροντας και τα εξής επί του προκειμένου. «Στα πιο πάνω πρέπει να προστεθεί ότι, όπως παρατήρησε και η ευπαίδευτη Δικαστής, ο Εφεσείων, στα 50 χρόνια του, δεν έχει άλλως πως απασχολήσει τα Δικαστήρια και παρουσιάζει την εικόνα ενός καθ' όλα νομοταγούς και κοινωνικώς σωστού πολίτη. Ο παράγων αυτός λαμβάνεται υπ' όψη και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, προσθέτει έρεισμα στην έφεση ώστε η σημασία του να πρέπει να αντανακλάται δεόντως στην ποινή». [Έμφαση και υπογράμμιση δική μου]
  3. Σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, παρατηρώ τα ακόλουθα. Μέσα από την έκθεση γεγονότων, διαπιστώνεται ότι, η διερεύνηση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε περίπου κατά τους θερινούς μήνες του 2024 και η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης έγινε την 20/01/
  4. Κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι, παρά το γεγονός ότι, το αδίκημα διαπράχθηκε τον Απρίλιο του 2023 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή δύο και πλέον έτη από την ημέρα του επίδικου τραγικού συμβάντος, ο χρόνος που διέρρευσε δεν είναι υπερβολικός, ενόψει της σοβαρότητας της υπόθεσης και του ανακριτικού έργου που βρισκόταν σε εξέλιξη.
  5. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος των 27 και πλέον μηνών που παρήλθε δεν παραγνωρίζεται, και λαμβάνεται υπόψη δεόντως κατά την επιμέτρηση της ποινής, ως αντικειμενικό γεγονός, ενόψει δε και του γεγονότος ότι, στο μεσοδιάστημα έχει υποτροπιάσει η καταθλιπτική διαταραχή που αντιμετώπιζε για χρόνια ο Κατηγορούμενος, ενώ έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης πολύποδα στο παχύ έντερο το
  6. Έτι περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον μου αισθητά μεταμελημένος, εξέφρασε την συμπάθεια του προς τους οικείους του θύματος και η ασφαλιστική εταιρεία, μέσω της οποίας ήταν συμβεβλημένος για το αυτοκίνητο του, είναι στη διαδικασία διαπραγματεύσεων για αποζημίωση της οικογένειας του θύματος. Η άμεση και ειλικρινής παραδοχή και μεταμέλεια του Κατηγορούμενου, καθώς και η προσφορά γνήσιας απολογίας στην οικογένεια του θύματος όσο και χρηματικής αποζημίωσης έχει καθιερωθεί ως σημαντικός μετριαστικός παράγοντας από τη νομολογία.[27]
  7. Σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, λαμβάνω υπόψη μου ότι, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσφυγας, υπήρξε στρατιώτης στον πόλεμο του 1974, είναι βιοπαλαιστής και οικογενειάρχης, φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης, ο οποίος δημιούργησε μία τετραμελή συγκροτημένη οικογένεια, έχει σήμερα δύο εγγόνια, τα οποία φροντίζει με τη σύζυγό του στηρίζοντας στο μέτρο των δυνατοτήτων του τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος εδώ και περίπου 20 χρόνια έχει μόνιμη ολική αναπηρία ποσοστού 75%, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Επιπρόσθετα, δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι, έχει καρδιακά προβλήματα και από το 2019 φέρει βηματοδότη καρδίας, ενώ η σύζυγος του αντιμετωπίζει και αυτή τα δικά της προβλήματα υγείας.
  8. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου όμως, και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν σε σχέση με τη φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Θα επηρεάσουν σαφώς το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.
  9. Αποτιμώντας από την μια την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι, η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα κάτω από τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι, αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί και όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής [Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ, Zac & others ν. Αστυνοµίας
(1990)2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 ΑΑΔ 128].
  1. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και τα επακόλουθα τους δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης.
  2. Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλονται στoν Κατηγορούμενο, οι ακόλουθες ποινές:
(1)Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών, πλέον 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Επιπρόσθετα, o Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών.
(2)Στις κατηγορίες 2 και 3 καμία ποινή, ενόψει του ότι, τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας. [IX] ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ 75. Προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης, που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(1)του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  1. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B
  2. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583]. 77. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373]. 78. Στην Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1 διευκρινίζεται ότι, η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται, τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται, μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάληκε. 79. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303]: 1) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο. 2) Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής. 3) Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. 80. Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.
(1)και 3.
(2)του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση αρ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, στο εξής απόσπασμα: «Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». [Έμφαση του Δικαστηρίου].
  1. Έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των συνθηκών που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και συνεκτιμώντας τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, απόρροια της απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, η οποία συνδέεται με παραβίαση άσπρης συνεχούς γραμμής και είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παίρνοντας εξαιρετικά κλειστά την στροφή στα δεξιά για να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Παύλου, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο ίδιος και η σύζυγός του, η ειλικρινής μεταμέλεια του και ο διαρρεύσας χρόνος λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν είναι τέτοιας έκτασης και υφής που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής, που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[28]
  2. Η ποινή στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να αρχίζει από την ημέρα αποφυλάκισης του.
  3. Ενόψει των προβλημάτων υγείας του Κατηγορούμενου, αναμένεται ότι, θα του παρασχεθεί η απαραίτητη ιατροφαρμακευτική φροντίδα κατά την περίοδο εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές. (Υπ.) ......... Ε. Μιντή Οικονόμου Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 05/03/2025 και 29/04/
  4. [2] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, είχε περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη ότι, με την πρόσφατη τροποποίηση ημερ. 18/06/2025 στο άρθρο 19
(1)και την προσθήκη του εδαφίου (γ) η χρονική διάρκεια αποστέρησης άδειας οδήγησης για αδικήματα δυνάμει του άρθρου 210, ΚΕΦ. 154 έχει αυξηθεί μέχρι και τα 2 έτη, χωρίς όμως αυτό το άρθρο να έχει αναδρομική ισχύ και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. [3] Γ.Ε. ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφ. 244/2017, ημερ. 08/07/
  1. [4] 'It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best'. [5] Ίδε επίσης Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2024, ημερ. 08/11/
  2. [6] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους». [7]
(1971)2 Q.Β. 674. [8] "Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to "causing" death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Gould (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be "a substantial" cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question." Έμφαση δική μου. [9] "The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey
(1957)41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould
(1933)47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of "a substantial cause." Though the word "substantial" does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people." Έμφαση δική μου. [10] Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12, ημερ. 14.12.2014. [11]
(1994)2 Α.Α.Δ. 233. [12]
(2001)2 ΑΑΔ 18. [13] Attorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, ΓΕ ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109. [14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331. [15] Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491. [16] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355. [17] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. [18] Στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, η οποία αφορούσε επίσης έφεση επί ποινής προστίμου μετά από παραδοχή σε θανατηφόρο δυνάμει του α. 210 του ΠΚ, λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (βλ., μεταξύ άλλων, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). [19] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2015)2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. [20] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191. Βλέπε επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 695, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, ECLI:CY:AD:2020:B236, Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024, ΓΕ ν. Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015. [21] Γ.Μ. Πική, σελ. 3 [22] 22 C.L.R., 147 [23] Supra, σελ. 2, 5‑8 [24] Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 [25] Ποινική Έφεση αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B386 [26]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28; Ποινική Έφεση αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022. [27] Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 242. [28] Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.