ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. DRIVETIME LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ. 7 / 2025, 16/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 7 / 2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ v.
- DRIVETIME LIMITED
- Π. Π. __________ Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή Κ. Δανιήλ για Στέλλα Κωνσταντίνου ΔΕΠΕ, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Kατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ότι μεταξύ της 10.11.2020 και της 27.7.2021, στη Λεμεσό, απείθησαν σε διάταγμα που εκδόθηκε στις 9.6.2020 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην ποινική υπόθεση αρ.2101/2019, με το οποίο διατάσσονταν να υποβάλουν στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος, μέσα σε 5 μήνες από τις 9.6.2020, δηλώσεις για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και
- Η κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 137 ΠΚ και η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα 2 έτη. Το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να επιβάλει, αντί ποινή φυλάκισης, άλλη ποινή. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία και αναπόφευτη, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται. Παρεμβάλλεται ό,τι αναφέρθηκε στη CCC Laundries (Paphos) Ltd v. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288 και επαναλήφθηκε στις Γ. Κ. v. Αστυνομίας, ΠΕ13/2023, 30.5.2023 και Νεοκλή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 174/2022, 31.10.2023, νομολογία που παρέχει πλαίσιο ποινών 20 ημερών έως και 3 μηνών φυλάκισης, πως η απείθεια συνιστά σοβαρό αδίκημα για το οποίο απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θέματα της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και η ανυπακοή προς αυτό ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης και δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες [βλ. και Κay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 ΑΑΔ 236]. Τέτοιου είδους συμπεριφορά δεν έγινε οποτεδήποτε ανεκτή και οι παραβάτες, όταν είναι φυσικά πρόσωπα, κατά κανόνα, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης. Η χρηματική ποινή μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται. Ποιες είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορεί να εκτεθεί εκ προοιμίου ή εξαντλητικά. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι όσα προκύπτουν και από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, αλλά και όσα πρόσθετα εκτέθηκαν. Εξ αυτών, σημειώνονται πως τα στοιχεία που λειτουργούν επιβαρυντικά είναι τα εξής: Το διάταγμα αφορά δημοσιονομική υποχρέωση, δηλαδή υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Η συμμόρφωση με φορολογικές υποχρεώσεις συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους και την αρχή της ισονομίας. Τέτοιες παραβάσεις είναι θεσμικά ευαίσθητες. Η μη συμμόρφωση εκτείνεται σε περίοδο περίπου 8,5 μηνών, και μάλιστα μετά την πάροδο της προθεσμίας που έθεσε το ίδιο το διάταγμα. Το διάταγμα αφορά επτά φορολογικά έτη (2009-2015). Δεν πρόκειται για μεμονωμένη ή στιγμιαία υποχρέωση, αλλά για συστηματική εκκρεμότητα. Το διάταγμα εκδόθηκε τον Ιούνιο 2020 και παρείχε προθεσμία πέντε μηνών. Αντικειμενικά, ο χρόνος αυτός θεωρείται εύλογος για συμμόρφωση, άρα η παράλειψη δεν μπορεί να αποδοθεί σε αιφνιδιασμό. Ακόμα και παραλείψεις των λογιστών της εταιρείας να υπήρχαν, όπως εκτέθηκε, θα έπρεπε να υπάρχει η μέριμνα για τη διόρθωσή τους έγκαιρα, ενώ τα οικογενειακά προβλήματα που αναφέρθηκαν δεν δικαιολογούν παραλείψεις τέτοιας φύσης. Η συμπεριφορά υπονομεύει τη λειτουργικότητα της δικαιοσύνης, με ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις, ακριβώς ό,τι η νομολογία θέλει να αποτρέψει. Έπειτα, η παράλειψη αφορά τον πυρήνα της φορολογικής διαφάνειας. Η μη υποβολή δηλώσεων δεν στερεί απλώς έσοδα· στερεί από το κράτος τη δυνατότητα ελέγχου και προσδιορισμού της φορολογικής υποχρέωσης. Θεωρείται δομικά σοβαρότερη από την καθυστέρηση πληρωμής. Αντίστοιχα, ελαφρυντικά στοιχεία που επιδρούν στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του αδικήματος, αντικειμενικά, είναι ο μη βίαιος και μη προσβλητικός χαρακτήρας της πράξης έναντι προσώπων. Η απείθεια αφορά παράλειψη και όχι ενεργή παραβίαση με άμεσο κοινωνικό κίνδυνο. Δεν υπάρχει στοιχείο απειλής, βίας ή παρεμπόδισης τρίτων. Το ίδιο το διάταγμα εκδόθηκε μετά από σημαντική καθυστέρηση. Η φορολογική εκκρεμότητα αφορά έτη από το 2009, ενώ το διάταγμα εκδόθηκε το
- Αυτό μειώνει το βάρος της απαίτησης άμεσης συμμόρφωσης και το αίσθημα του «επείγοντος». Έπειτα, δεν προκύπτει αντικειμενικά ότι η μη συμμόρφωση συνοδεύτηκε από ρητή άρνηση, πρόκληση ή περιφρονητική συμπεριφορά έναντι του Δικαστηρίου. Η απείθεια δεν αφορά άμεση οικονομική ζημία του Δημοσίου σε πραγματικό χρόνο. Αυτό περιορίζει την άμεση υλική βλάβη. Δεν έχει διαπιστωθεί (τουλάχιστον από τα δεδομένα που παρατέθηκαν) ότι η μη υποβολή συνοδεύτηκε από συγκεκριμένο όφελος ή απόκρυψη φόρου συγκεκριμένου ύψους. Εξάλλου, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υφίσταται βεβαρημένο ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι υπήρξε πλέον συμμόρφωση. Υπήρξε πάροδος σημαντικού χρονικού διαστήματος τόσο από τη λήξη της επίδικης παράβασης όσο και μέχρι σήμερα, παράμετρος που συνεκτιμάται στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, οι προσωπικές συνθήκες αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, όπως εκτέθηκαν. Περιλαμβάνουν την ηλικία και τις οικογενειακές υποχρεώσεις του Κατηγορούμενου 2, που περιλαμβάνουν τη φροντίδα ευάλωτων ατόμων. Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η εταιρεία δεν λειτούργησε ως αυτοτελές επιχειρηματικό σχήμα με ανεξάρτητη οικονομική ή οργανωτική δραστηριότητα, αλλά ως το νομικό όχημα μέσω του οποίου ενεργούσε ο Κατηγορούμενος
- Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιβολή ίσης αλλά ανάλογα προσαρμοσμένης σε ύψος χρηματικής ποινής κρίνεται εύλογη και ανάλογη. Ειδικότερα, η προεκτεθείσα νομολογιακή γραμμή θέτει ένα πλαίσιο, αλλά αφορά τυπικές περιπτώσεις απείθειας, και αφήνει περιθώριο διαφοροποίησης όταν δεν συντρέχουν στοιχεία επιδεικτικής ή κατ' εξακολούθηση περιφρόνησης. Εδώ η σοβαρότητα του αδικήματος είναι υπαρκτή, αλλά δεν αγγίζει το «χειρότερο του είδους του» που θα δικαιολογούσε ανώτατα όρια ή που θα καθιστούσε αναπόφευκτη τη φυλάκιση χωρίς δυνατότητα οποιασδήποτε εναλλακτικής προσέγγισης. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι χρηματική ποινή σε κάθε Κατηγορούμενο, επαρκεί για την επίτευξη των σκοπών της ποινής, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Τονίζεται ότι η ποινή που θα επιβληθεί δεν αποσκοπεί στη γενική υποβάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε θα πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη ανοχής σε παρόμοιες συμπεριφορές. Η επιλογή της παρούσας ποινικής μεταχείρισης εδράζεται στα ειδικά και εξαιρετικά πραγματικά και προσωπικά δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης, τα οποία δεν απαντώνται κατ' ανάγκην σε άλλες περιπτώσεις του αυτού αδικήματος. Επιβάλλονται: Στην Κατηγορούμενη 1: 1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €1.800 Στον Κατηγορούμενο 2: 1η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €1.800 Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική στενότητα που αναφέρθηκε, όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 2, σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες δυσκολίες, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η πληρωμή της χρηματικής ποινής με μηνιαίες δόσεις ύψους €200 η κάθε μία, αρχίζοντας από την 2.1.2026 και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Η έκδοση του διατάγματος αυτού δεν αναιρεί τη δυνατότητα αποπληρωμής νωρίτερα. Νοείται ότι σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης καταβολής οποιασδήποτε δόσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας σχετικά με την εκτέλεση χρηματικών ποινών. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 129. [2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264. [3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024. [4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575. [5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police
(1983)2 CLR 319. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο