ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΚΑΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης 11243/2024, 19/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΠΡΟΣ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 11243/2024 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΚΑΝΟΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χαραλάμπους (για να ακούσει απόφαση ο κος Π. Ευριπίδου) Για Κατηγορούμενο: κος Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενος, παρών ΠΟΙΝΗ (ex-tempore) O κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών, κατά παράβαση των άρθρων 11Β και 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν. 174/1986, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 13(Ι)/2016 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 07/11/2025. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος, την 01/11/2023 και ώρα 16:30, οδηγούσε το επίδικο ποδήλατο υπό την επήρεια ναρκωτικής ουσίας και δη μεθαμφεταμίνης, στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας του στην οδό Φερζίτ Πασιά στη Λεμεσό. Αρχικά ανακόπηκε από τον ΜΚ1, καθ' ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος ασφαλείας. Ο Κατηγορούμενος συμμορφώθηκε αμέσως με τις υποδείξεις του ΜΚ1 και σταμάτησε στο αριστερό άκρο του δρόμου. Κατά τον έλεγχο, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι, τα μάτια του Κατηγορούμενου ήταν κόκκινα, ενώ παρουσίαζε περίεργη συμπεριφορά, αφού έδειχνε φοβισμένος, έτρεμε και ήταν ανήσυχος. Κατόπιν τούτου, τού ζητήθηκε να υποβληθεί σε προκαταρκτικό έλεγχο νάρκοτεστ, ο οποίος ανέδειξε θετικό αποτέλεσμα σε μεθαμφεταμίνη (crystal). Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώθηκε με τη διενέργεια τελικής εργαστηριακής εξέτασης, η οποία ακολούθησε μετά τη μεταφορά του Κατηγορούμενου με περιπολικό στην Τροχαία Λεμεσού, όπου λήφθηκε πρόσθετο δείγμα σάλιου για σκοπούς εργαστηριακής ανάλυσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Το κόστος για τη διενέργεια της σχετικής εργαστηριακής εξέτασης ανήλθε στο ποσό των €180= πλέον ΦΠΑ και υπάρχουν έξοδα ακροαματικής διαδικασίας εκ συνολικού ποσού €15=. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επεσήμανε ότι, ο Κατηγορούμενος απολογείται για την πράξη του, υιοθέτησε δε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 17/09/2024 που λήφθηκε στα πλαίσια αιτήματος νομικής αρωγής του Κατηγορούμενου και επεσήμανε ότι, ο Κατηγορούμενος δεν χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα, παρά μόνο ποδήλατο για τις μετακινήσεις του, γεγονός που ελαχιστοποιεί οποιουσδήποτε κινδύνους στον δρόμο. Για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα στο οποίο εκρίθη ένοχος, τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης στην προφορική αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Η σοβαρότητα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών είναι δεδομένη και διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Το άρθρο 11Ζ.
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986 (Ν. 174/1986) προνοεί ότι, πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β του Ν. 174.1986 σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.000 ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Σημειώνεται ότι, η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων έχει αυξηθεί δραματικά και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τη συχνότητα αντίστοιχων υποθέσεων που επιλαμβάνομαι καθημερινά (ήτοι της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών), δεν παραβλέπω δε ότι, ο νομοθέτης το 2020 με την σχετική τροποποίηση αρ. 131(Ι)/2020 αύξησε την χρηματική ποινή που προνοείται στο άρθρο 11Ζ από €3.500= σε €8.000=. Έργο των Δικαστηρίων της παρούσας Δικαιοδοσίας, είναι να διασφαλίσουν ότι οι δρόμοι της Δημοκρατίας θα γίνονται μέρα με τη μέρα ασφαλέστεροι για όλους, στέλνοντας ηχηρό μήνυμα με τις ποινές που επιβάλλουν προς κάθε επίδοξο παραβάτη. Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν καταντήσει μάστιγα στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια και η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης τροχαίων δυστυχημάτων. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι επιβεβλημένη. Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου (Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B432, Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 307/2018, ημερ. 20.11.2018), ECLI:CY:AD:2018:B505. Τονίζεται και υπογραμμίζεται περαιτέρω ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε σε σωρεία αποφάσεων του τα ναρκωτικά ως κοινωνική «μάστιγα» και «καρκίνωμα» [Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Κλεομένης Μάριος ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350, Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110]. Στη υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), επαναλήφθηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την επιβολή ποινής, σε υποθέσεις που έχουν σχέση με ναρκωτικές ουσίες: «Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος, αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).» Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση R ν. Griffiths [1984] Crim. L.R. 628, στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι, από το γενικό κανόνα που απαιτεί ότι, ο δράστης πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο, εξαιρείται η περίπτωση των προσώπων που έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών (self-induced intoxication) και κατά αναλογία κρίνω ότι, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις χρηστών που αυτοβούλως θέτουν τους εαυτούς τους υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ο Κατηγορούμενος με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, επέδειξε με αυτόν τον τρόπο πλήρη ανευθυνότητα, αλλά και απαξίωση προς τους Νόμους του Κράτους και την ασφάλεια των συνανθρώπων του και του ιδίου. Οδήγησε, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια εξαρτησιογόνων ουσιών που κατατάσσονται ως ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α' (μεθαμφεταμίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της αμφεταμίνη) στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο Ν. 29/1977, κάτι που δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει επιβαρυντικά. Εν προκειμένω, από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος συνειδητά έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, όφειλε να γνωρίζει ότι, η ικανότητα χρήσης του οδικού δικτύου επηρεάζετο σημαντικά και κατ' επέκταση ότι, αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο και -δυνητικά- θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά σε άλλα πρόσωπα. Έχω προβληματιστεί σε σχέση με το είδος της ποινής που θα επιβάλω στον Κατηγορούμενο. Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus, Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou 22 C.L.R., 147). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία, στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5-8). Το Ανώτατο Δικαστήριο έστειλε το μήνυμα ότι, αδικήματα που σχετίζονται με την οδήγηση και περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας, πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά (Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ivan Zhel Yazkov, Ποιν. Έφ. 64/2025, ημερ. 00/10/2025, το Εφετείο αντικατέστησε την πρωτόδικη ποινή φυλάκισης 2 μηνών, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 5 μηνών στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κάνναβη), αναφέροντας τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον εφεσίβλητο στην πρώτη κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της ανυπαρξίας ουσιαστικά οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράνομη του πράξη αλλά και λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν αυτού του είδους τα αδικήματα, κάτι που καθιστά το καθήκον επιβολής αποτρεπτικών ποινών ιδιαίτερα αυξημένο. Δόθηκε υπέρμετρη σημασία, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στις προσωπικές του συνθήκες κατά τρόπο που εξουδετερώθηκε η σημασία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, σε βαθμό που να δικαιολογείται, αν όχι απαιτείται, η επέμβαση μας. Η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 5 μηνών η οποία να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 7 μηνών που του επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορία.» Υπογράμμιση δική μου Στην επίσης πρόσφατη απόφαση Θεόδωρος Κεσίδης ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 4/2025, ημερ. 08/10/2025, το Εφετείο, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών: «Εννοείται βέβαια πως ανάλογη περίπτωση εγωιστικής αδιαφορίας είναι και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών και δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, την έχει ταξινομήσει ως σοβαρότερη, προνοώντας ψηλότερη ποινή, έχοντας προφανώς υπ' όψιν τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Οι οποίοι βέβαια, από την άλλη πλευρά, και στις δύο περιπτώσεις σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα του ανθρώπου να χειρίζεται μηχανοκίνητο όχημα, να αντιληφθεί εγκαίρως τυχόν κίνδυνο και να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή του. Αυτονόητο είναι επίσης πως οι κίνδυνοι είναι πολλαπλάσιοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο χειριστής μηχανοκινήτου ευρίσκεται υπό την επήρεια και αλκοόλης αλλά και ναρκωτικής ουσίας.» Υπογράμμιση δική μου Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές όταν ανακόπηκε και ακολούθως διενεργήθηκαν οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι νάρκοτεστ, αντιμετωπίζει δε προβλήματα ψυχικής υγείας και είναι με δική του παραδοχή χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει δυσκολία προσαρμογής και ένταξης στον κοινωνικό χώρο, όπου ζει από τότε που μετακόμισε στην Κύπρο με τους γονείς του. Ως αποτέλεσμα, ουσιαστικά συντηρείται και στηρίζεται από κάθε έκφανση από τους ηλικιωμένους γονείς του. Λαμβάνεται υπόψη η απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και μετά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν σύντομη με τον περιορισμό του επίδικου θέματος που κλήθηκε το Δικαστήριο να αποφασίσει. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, είναι λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 46 ετών, αλλά και λευκού οδικού μητρώου, γεγονός που δεικνύει ότι, δεν έχει υποπέσει σε άλλες τροχαίες παραβιάσεις στο παρελθόν και δεν φαίνεται να έχει εγκληματική δράση. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής έχει κατά νου την ανάγκη για αποτροπή. Πρέπει να σταλεί το μήνυμα ότι, η οδήγηση οχήματος, ακόμη και ποδηλάτου, σε δημόσιο δρόμο, εξυπακούει υποχρεώσεις. Ένας οδηγός πρέπει να τηρεί τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και τους Νόμους της τροχαίας, αλλά και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο, τόσο η ασφάλεια του ιδίου, αλλά και τρίτων ανυποψίαστων οδηγών που χρησιμοποιούν το δρόμο. Δεν μου διαφεύγει ότι, η ποινή φυλάκισης είναι το ύστατο μέτρο στα χέρια του ποινικού δικαστή και πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και εκεί και όπου, οι περιβάλλουσες το αδίκημα και τον παραβάτη συνθήκες, δεν αφήνουν άλλη επιλογή, αφού κάθε άλλη ποινή θα ήταν επιεικέστερη του ορθού [μεταξύ άλλων, Zac & others ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, Γ.Ε. ν. Πατατάρης
(1994)2 Α.Α.Δ. 128]. Πέραν του τιμωρητικού, για τους σκοπούς που πρέπει να εξυπηρετεί οποιαδήποτε ποινή και δη η ποινή φυλάκισης, στην παλαιά, όμως άκρως καθοδηγητική για τη σαφήνεια της, υπόθεση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28 αναφέρθηκε ως παρατήρηση (obiter dictum) το ακόλουθο: "Observation: When all other alternatives are considered unsuitable to meet the particular case in hand, the Court may well have to resort to imprisonment. But in such a case, the sentence has to be justified upon one of the purposes to be served by such a sentence. Rehabilitation, mainly in the interest of the offender; deterrence, mainly in the public interest and protection; retribution in the proper enforcement of the law; all these matters have to be considered and weighed together with the consequences and probable effect of imprisonment on the particular offender." Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας από την μια, την σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης, αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες [Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342]. Επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 5 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Αναφορικά με τη στέρηση της άδειας οδήγησης σημειώνω ότι, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος προνοεί ποινή στέρησης της άδειας οδηγού για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια. Κάθε οδηγός πρέπει να αντιληφθεί ότι, η άδεια οδήγησης, έστω κι αν συναρτάται με την εργασία κάποιου ανθρώπου, δεν αποτελεί σύμφυτο δικαίωμα, αλλά επίκτητο.[1] Παραχωρείται υπό μια βασική διαλυτική αίρεση ότι, θα τυγχάνει σεβασμού με την απόλυτη συμμόρφωση προς τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς [Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465]. Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής [Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300]. Η διάρκειά της θα πρέπει να είναι σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες ποινές που επιβάλλονται [Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16]. Στη Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής, αναφορικά με το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης: «Είναι πάγια νομολογημένο ότι, η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300 και Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 57).» Όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας [με αναφορά στις Koumas Georghiou v. The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police 2 C.L.R. 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 C.L.R. 16]: «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν, ο Κατηγορούμενος στερείται της ικανότητάς του να κατέχει και/ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών. Προχωρώ να εξετάσω ως προς το κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης, την οποία έχω επιβάλει. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972. Δυνατότητα αναστολής υπάρχει αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου [Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ 22]. Στην Απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι: η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 επαναλήφθηκαν τα ανωτέρω ως τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψιν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για να αναστείλει ή όχι μία ποινή φυλάκισης και τονίστηκε ότι, ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Εν προκειμένω, δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης. Έχοντας συνεκτιμήσει εκ νέου τη σοβαρότητα του αδικήματος, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου κρίνω ότι, δεν υπάρχουν παράγοντες τέτοιοι που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της. Η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και δη τάξεως Α δημιουργεί άμεσο και σοβαρό κίνδυνο στην ασφάλεια των πολιτών. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος της κατηγορίας, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα, μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του Νόμου. Η ποινή φυλάκισης να είναι με άμεση ισχύ. Τα έξοδα του κρατικού χημείου ύψους €180 πλέον Φ.Π.Α. και τα έξοδα της δίκης να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Η περίοδος αποστέρησης του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να αρχίζει με την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου. (Υπ.) .......... Ε. Μιντή Οικονόμου Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΌ ΑΝΤΊΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΉΣ [1] Όπως υποδεικνύεται στην Louroutziatis v. Republic
(1983)2 C.L.R. 125: "...disqualification serves to emphasize that driving is not an inherent right but a right exercised on licence that may be withheld in the face of abuse of the qualified right. The continued exercise of the right is subject to the condition inherent in the licence to observe traffic rules and regulations as well as the rights of other users of the road". (p. 128) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο