ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 280/2025, 17/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 280/2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν.
- ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΑΝΤΟΝΙ ΜΠΡΑΙΑΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ιωαννου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, το οποίο αφορά η 2η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Παρενθετικά σημειώνω, ότι αναφορικά με την 1η κατηγορία καταχωρίστηκε αναστολή της ποινικής δίωξης σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο, ενώ ο κατηγορούμενος 2 απαλλάχθηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με τη 2η κατηγορία, μεταξύ των ημερομηνιών 2 - 3 Μαϊου 2024 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 1 έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ] μάρκας HONDA CIVIC, αξίας €500.-, περιουσία της μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου («στο εξής η ΜΚ1»). Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 3.5.2024, καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, από τον σύζυγο της ΜΚ1 (στο εξής ο «ΜΚ2»), ότι κλάπηκε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας HONDA CIVIC, του οποίου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι ΜΚ1, ενώ το εν λόγω όχημα βρισκόταν σταθμευμένο και κλειδωμένο έξω από την οικία του. Την 6.5.2024 το αναφερόμενο όχημα εντοπίστηκε σε ανοιχτό οικόπεδο στη Λεμεσό και παραλήφθηκε από τον ΜΚ2, ο οποίος διαπίστωσε ότι από αυτό έλειπε η μπαταρία αξίας €70,00 και ο μοχλός του δείκτη που ενεργοποιεί τους καθαριστήρες, άγνωστης αξίας. Σύμφωνα με πληροφορία που λήφθηκε από τρίτο πρόσωπο, ο κατηγορούμενος 1 θεάθηκε την 2.5.2024 να οδηγεί ένα όχημα με αρ. εγγραφής [ ] μάρκας HONDA CIVIC. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου, κατόπιν έκδοσης σχετικού εντάλματος σύλληψης. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι με τη χρήση δικού του κλειδιού, ξεκλείδωσε το αναφερόμενο όχημα και αφού το ξεκίνησε, έφυγε από το μέρος οδηγώντας το. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος, το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν έχει ζημιωθεί, κάλεσε δε το Δικαστήριο, όπως αναστείλει τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, την ετοιμασία της οποίας ζήτησε το Δικαστήριο, ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 23 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό, εργάζεται σε γκαράζ ελαστικών αυτοκινήτων με μηνιαίο μισθό περί τα €1.000 - €1.200 και διαμένει με τη μητέρα του και τα δύο ετεροθαλή αδέρφια του σε κατοικία της μητέρας του, ενόψει του ότι οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν 14 ετών. Είναι απόφοιτος του Συστήματος Μαθητείας της Α' Τεχνικής Σχολής στον κλάδο των Μηχανικών Οχημάτων και πήρε απαλλαγή από τη στρατιωτική του θητεία λόγω θεμάτων ψυχικής υγείας, ενώ έχει συνεργαστεί με ψυχίατρο και έχει λάβει φαρμακευτική αγωγή. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, το αρ. 262 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία έτη. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από την προβλεπόμενη εκ της νομοθεσίας ποινή, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8] Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[9] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης, το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλακισης 6 μηνών. Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για εξουσία του Δικαστηρίου η οποία δυνατό να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.[10] Διευκρινίζεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[11] Επιπρόσθετα, η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης, διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[12] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[13] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου και του νεαρού της ηλικίας του κατηγορουμένου, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. Το τεκμήριο (πορτοφόλι) που παραλήφθηκε να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο του. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [9] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [10] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [11] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [12] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο