← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 154/2019, 30/10/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 154/2019, 30/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 154/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κ. Π. Παυλάκης Ο κατηγορούμενος είναι παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, στην κατηγορία για πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (1η κατηγορία) και στην κατηγορία της μεταφοράς κλειστού μικρού μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 1η κατηγορία, την 9.8.2018 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον B.M.S. από τον Λίβανο, παράνομα τραυμάτισε τον πιο πάνω με τη χρήση του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής [ ] μάρκας TOYOTA STARLET. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 9.8.2018 στη Λεμεσό, μετέφερε μικρό κλειστό μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και το περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά. Ως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, μεταξύ άλλων, την 9.8.2018 περί η ώρα 22:30, δόθηκε πληροφορία σε Αστυφύλακα του ειδικού περίπολου της ΑΔΕ Λεμεσού ότι στην οδό Χριστοδούλου Χ''Παύλου υπάρχει ένα τραυματισμένο πρόσωπο. Ο εν λόγω Αστυφύλακας μετέβη στη σκηνή όπου εντόπισε τραυματισμένο στο έδαφος τον παραπονούμενο. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στην περιοχή διαφάνηκε ότι ο παραπονούμενος κτυπήθηκε από αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων και ο οδηγός του εγκατέλειψε το μέρος. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο και διαπιστώθηκε ότι φέρει κάταγμα δεξιάς κνήμης περόνης και κρατήθηκε για νοσηλεία στο ορθοπεδικό τμήμα του Γ.Ν.Λεμεσού. Σύμφωνα με μαρτυρία που λήφθηκε από πρόσωπο που βρισκόταν στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο, το αυτοκίνητο TOYOTA STARLET κινείτο εντός του παραλιακού δρόμου με ανατολική κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα και δεν άφηνε τον οδηγό ενός BMW που βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα να περάσει στη δεξιά λωρίδα. Σε κάποιο σημείο τα δύο οχήματα σταμάτησαν και ο οδηγός και συνοδηγός του STARLET άρχισαν να κτυπούν τον οδηγό του BMW. Αφού έγινε συμπλοκή στον δρόμο μεταξύ των εν λόγω προσώπων, οι οδηγοί και συνοδηγοί των αναφερόμενων οχημάτων μπήκαν σε αυτά και πρώτο ξεκίνησε το BMW. Ωστόσο, όταν το πρόσωπο που βρισκόταν στη σκηνή προχώρησε λίγα μέτρα πιο κάτω, είδε το BMW σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου και τον οδηγό του να στέκεται μπροστά από το όχημά του. Σε κάποια φάση, ο οδηγός του STARLET έκανε ελιγμό και χτύπησε τον οδηγό του BMW με το αυτοκίνητό του και αυτός έπεσε στο έδαφος τραυματίας. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του STARLET ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος έβγαλε μαχαίρι από το αυτοκίνητό του και κινήθηκε προς το μέρος του παραπονούμενου για να τον τραυματίσει, αλλά τον αφόπλισε ο 2ος παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορός του διευκρίνισε ότι τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση και υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επιπρόσθετα, κατέθεσε γραπτή αγόρευση, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την πρόθεση του κατηγορουμένου να αποζημιώσει τον παραπονούμενο και το γεγονός ότι δόθηκε κάποιο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση στον παραπονούμενο, ο οποίος δεν υπέβαλε οποιαδήποτε απαίτηση, παρόλο που ο κατηγορούμενος καλύπτετο από ασφάλεια. Ως περαιτέρω ανέφερε, ο κατηγορούμενος και το θύμα έχουν συμφιλιωθεί και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, την οποία διήλθα, γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και στη σοβαρότητά τους, στην πρόκληση την οποία δέχθηκε ο κατηγορούμενος από τους παραπονούμενους, στην παραδοχή του, στο γεγονός ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου ήταν ελαφριάς μορφής και δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε μόνιμο κατάλοιπο, στο λευκό ποινικό μητρώο και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, οι οποίες, επτά χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, έχουν μεταβληθεί, καθώς πλέον συντηρεί, πέραν της μητέρας του, τη συμβία του, τα δύο παιδιά της και τα δύο παιδιά του. Ως εκ των άνω, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας, ανασταλεί. Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιόν του οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Σε αυτήν, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 30 ετών, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος και διαμένει με τη συμβία, τα τέσσερα παιδιά και τη μητέρα του, σε τουρκοκυπριακή οικία τριών υπνοδωματίων. Λαμβάνει περί τα €1.300 - €1.500 μηνιαίως και πληρώνει δόσεις για την αγορά του αυτοκινήτου του, η δε συμβία του λαμβάνει περί τα €600 - €700 μηνιαίως από την εργασία του. Η μητέρα του είναι πρόσφυγας, ενώ ο πατέρας του κατάγεται από την Πάφο, πλην όμως δεν έχει επικοινωνία με τον πατέρα του από μικρή ηλικία και έχει οκτώ ετεροθαλή αδέρφια από προηγούμενους γάμους των γονέων του. Έχει αναλάβει την οικονομική συντήρηση της μητέρας του η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ενώ η οικογένεια αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Φοίτησε μέχρι την Α' Λυκείου και διέκοψε τη φοίτησή του και άρχισε να εργάζεται σε οικοδομικές εργασίες, ενώ δεν ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, το αρ. 228(α) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και δια βίου, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, το αρ. 82
(2)του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και ενός έτους, με κατώτατη ποινή τη φυλάκιση των έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, γεγονός το οποίο επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8] Το Δικαστήριο, για σκοπούς επιβολής ποινής, προσμετρά, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, την έκταση της βίας που έχει χρησιμοποιηθεί, τις σωματικές βλάβες και επιπτώσεις που έχει υποστεί το θύμα, καθώς επίσης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται και το κατά πόσο η βία έχει εκδηλωθεί σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων.[9] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7
(1)του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.[10] Στην Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, επικυρώθηκαν οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 1 ½ ετών για το αδίκημα της τέλεσης πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και δύο ετών για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». Στην Αχτάρ ν. Αστυνομίας κ.α.
(2010)2 ΑΑΔ 397, οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων, κατηγορία για το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Τέσσερις αστυνομικοί τραυματίστηκαν, ενώ ένας από αυτούς είχε υποστεί τους σοβαρότερους τραυματισμούς με σοβαρής μορφής αστάθεια του αριστερού αγκώνα, με πλήρη ρήξη των έσω πλαγίων συνδέσμων και της έσω πλευράς του θύλακα του αριστερού αγκώνα. Χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση για σταθεροποίηση του αγκώνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων των εφεσειόντων, του λευκού ποινικού μητρώου δύο εξ αυτών, της απουσίας ουσιαστικού προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης, της ψυχολογικής τους αναστάτωσης και της εκδίκασης της υπόθεσης από Επαρχιακό Δικαστήριο αντί από το Κακουργιοδικείο, αντικατέστησε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης. Συγκεκριμένα, μείωσε για τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 207/08 σε ποινές φυλάκισης 18 μηνών και ενός χρόνου, για τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 208/08 σε ποινή φυλάκισης 2½ ετών και 3 ετών και για τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 209/08 σε ποινή φυλάκισης 2½ ετών. Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[11] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ήτοι την απολογία του, την παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όταν γίνεται πριν από την ακρόαση εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[12] καθώς επίσης και την πρόθεση αποζημίωσης του θύματος, το οποίο αποζημίωσε μερικώς, τα οποία καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλειά του. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη μου το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την απουσία προσχεδιασμού, τη ψυχολογική αναστάτωση κάτω από την οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των αδικημάτων, καθώς επίσης και τον διαρρεύσαντα χρόνο, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, εντός της παρόδου αυτών των επτά ετών, οι περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν μεταβληθεί δραστικά, καθότι πλέον είναι πατέρας τεσσάρων ανηλίκων και είναι ουσιαστικά το πρόσωπο το οποίο στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών, καθότι δεν θεωρώ ότι τέθηκαν ενώπιόν μου τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι να αιτιολογούν την επιβολή ποινής κάτω των έξι μηνών, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία, έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε χρονικά και τοπικά.[13] Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[14] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[15] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[16] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[17] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος.[18] Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο προβληματίστηκε έντονα επί του ζητήματος της αναστολής, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των διαπραχθέντων αδικημάτων. Σταθμίζοντας ωστόσο όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως έχουν μεταβληθεί και διαμορφωθεί σήμερα, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Τονίζω, ότι δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα, ήτοι περί το 2018 μέχρι και σήμερα, δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη εντός του χρόνου που έχει διαρρεύσει και είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε ενοχή και στηρίζει πλέον την οικογένειά του στην οποία περιλαμβάνονται τέσσερα ανήλικα τέκνα, κρίνω ορθό και δίκαιο, όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν, ο δε ψηφιακός δίσκος με τις ακτινογραφίες, να επιστραφεί στον παραπονούμενο. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [9] Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, Asoltanei Cristinel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. [10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95. [11] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [12] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
  1. [13] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B
  2. [14] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [15] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [16] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [17] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. [18] Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 511. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.