ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 458/2022, 31/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 458/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για την Κατηγορούμενη: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν παραδοχής της, για τη διάπραξη του αδικήματος της δόλιας ιδιοποίησης ενέργειας (1η κατηγορία), της δόλιας επέμβασης σε μετρητή (2η κατηγορία), της κλοπής ηλεκτρισμού (3η κατηγορία) και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της οικείας νομοθεσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 1η κατηγορία, η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 14.8.2020 - 30.11.2020 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, με δόλιο τρόπο παροχέτευσε για δική της χρήση ηλεκτρική ενέργεια ύψους €616,00 που παράγεται από τον μετρητή της ΑΗΚ με αριθμό [ ] που βρίσκεται στον 95ο δρόμο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 2η κατηγορία, η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 14.8.2020 - 30.11.2020 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, δόλια επενέβηκε στον μετρητή της ΑΗΚ με αριθμό [ ]. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 3η κατηγορία, η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 14.8.2020 - 30.11.2020 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, δόλια παροχέτευσε από τον μετρητή με αρ. [ ] της ΑΗΚ ηλεκτρική ενέργεια για λογαριασμό της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 4η κατηγορία, η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 14.8.2020 - 30.11.2020 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στον μετρητή με αρ. [ ] της ΑΗΚ, άγνωστου χρηματικού ύψους. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο εν λόγω κείμενο γεγονότων, την 14.8.2020 ο Μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής ο «ΜΚ1»), μετέβη στην κατοικία της κατηγορουμένης, όπου έγινε αποκοπή της ηλεκτρικής ενέργειας από τον ασφαλοφορέα για μη πληρωμή του λογαριασμού της ΑΗΚ. Ως διαπιστώθηκε από την ΑΗΚ, ο μετρητής του εν λόγω υποστατικού κατέγραψε παράνομη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς παραβιάστηκε η σφραγίδα του ασφαλοφορέα και τοποθετήθηκε μέσα ασφάλεια, ώστε να γίνεται παράνομη κατανάλωση. Ο ΜΚ1 επικοινώνησε με την κατηγορούμενη, ιδιοκτήτρια της οικίας, η οποία παραδέχθηκε ότι ένωσε το ρεύμα και ότι είχε πρόθεση να διευθετήσει τις οφειλές της προς την ΑΗΚ μέχρι την 11.12.2020. Ανακρινόμενη, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι το διαμέρισμα είναι δικό της και αφού η ΑΗΚ διέκοψε το ρεύμα λόγω οφειλών, το ένωσε η ίδια για να μπορεί να μένει στο σπίτι. Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την παραδοχή της πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την αποδοχή της να εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης της ΑΗΚ, τα οποία καταδεικνύουν την έμπρακτη της μεταμέλεια, καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του ότι η κατηγορούμενη έκτοτε δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, καθώς επίσης και την εξάρτησή της από ναρκωτικές ουσίες, η οποία είναι ο λόγος για τον οποίο στερείται το παιδί της και δεν μπορεί να εργαστεί. Τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας ανασταλεί. Παρεμβάλλω, ότι λόγω της σοβαρότητας της κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη είναι σήμερα 28 ετών και έχει ένα παιδί 11 ετών, το οποίο απέκτησε από σχέση που διατηρούσε στο παρελθόν, και του οποίου τη γονική μέριμνα ασκεί η μητέρα της. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, το μηνιαίο ενοίκιο του οποίου καλύπτει η πολεοδομία, καθώς η πολυκατοικία στην οποία διέμενε κρίθηκε ακατάλληλη και κατεδαφίστηκε. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν δύο ετών και ο πατέρας της ζούσε κυρίως στο εξωτερικό, ενώ κατά τη φοίτησή της στο Γυμνάσιο αντιμετώπισε δυσκολίες και διέκοψε τη φοίτησή της στη Β' Τάξη. Διατηρεί επικοινωνία με το παιδί της, ωστόσο λόγω του ότι κάνει χρήση ουσιών και αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, προτίμησε να μεγαλώσει η μητέρα της το παιδί της, για το συμφέρον του. Δεν έχει απασχοληθεί ποτέ σταθερά σε κάποια εργασία και τη στηρίζει οικονομικά η μητέρα της. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορουμένη. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της ιδιοποίησης ηλεκτρικής ενέργειας, το αρ. 279
(1)του Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και πέντε έτη, ενώ για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, το αρ. 324
(1)προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και δύο έτη. Αναφορικά δε με το αδίκημα της κλοπής ηλεκτρισμού, το αρ. 63
(1)(α) του Περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και τρία έτη, ενώ σε σχέση με το αδίκημα της δόλιας επέμβασης σε μετρητή, το αρ. 65 του Κεφ. 170, προβλέπει τα ακόλουθα: «Κάθε πρόσωπο το οποίο τοποθετεί ή μεριμνά ώστε να τοποθετηθεί οποιαδήποτε ηλεκτρική γραμμή για να συνδέεται με οποιαδήποτε ηλεκτρική γραμμή που ανήκει στους κατόχους άδειας χωρίς τη συγκατάθεση τους, ή δόλια επεμβαίνει σε οποιοδήποτε μετρητή που ανήκει στους κατόχους άδειας ή το οποίο σε περίπτωση που ο ηλεκτρισμός δεν εξακριβώνεται με μετρητή χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό που παρέχεται από τους κατόχους άδειας με διαφορετικό τρόπο ή σε μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή για την οποία έχει συμφωνήσει με σύμβαση για να πληρώσει ή διαφορετικά χρησιμοποιεί ακατάλληλα τέτοιο ηλεκτρισμό ή προμηθεύει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέρος του ηλεκτρισμού που παρέχεται σε αυτό, επιπρόσθετα προς οποιαδήποτε ποινή στην οποία δυνατό να υπόκειται βάσει οποιουδήποτε άλλου Νόμου πληρώνει στους κατόχους άδειας το ποσό των είκοσι πέντε λιρών για κάθε τέτοιο αδίκημα και επίσης το ποσό των είκοσι πέντε λιρών για κάθε ημέρα ή μέρος αυτής κατά την οποία τέτοια ηλεκτρική γραμμή παραμένει με τον τρόπο αυτό, ή τέτοια υπέρβαση διαπράττεται με τον τρόπο αυτό ή συνεχίζεται, ή τέτοια παροχή παρέχεται». Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Στην Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350,00 και Λ.Κ. 20,00. Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στην κατηγορουμένη. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό της μητρώο, την παραδοχή της έστω και σε αυτό το στάδιο,[10] τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τα προβλήματα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και την εξάρτησή της από τις ναρκωτικές ουσίες, καθώς επίσης και την πρόθεσή της να αποζημιώσει την ΑΗΚ, πρόθεση η οποία, σε συνδυασμό με την παραδοχή της, καταδεικνύει την έμπρακτη της μεταμέλεια. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στην κατηγορουμένη οι ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 8 μηνών. 4η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Αναφορικά με τη 2η και 3η κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας της ποινής, εφόσον πρόκειται για το σύνολο μιας ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.[11] Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[12] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[13] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[14] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[15] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στη Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει η κατηγορούμενη και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης, της έμπρακτης της μεταμέλειας και των προσωπικών της περιστάσεων, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στην κατηγορούμενη μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- [11] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B
- [12] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [14] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [15] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο