← Κύπρος

Αναφορικά με τους Π. Γ. κ.α., Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 420 / 2025, 31/12/2025

Αναφορικά με τους Π. Γ. κ.α., Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 420 / 2025, 31/12/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αίτηση Προσωποκράτησης αρ.: 420 / 2025 Αναφορικά με τους 1) Π. Γ., 2) S. c. και την αίτηση της Αστυνομίας ημερομηνίας 31.12.2025 για προσωποκράτηση ____________ Ημερομηνία: 31 Δεκεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Κ. Χ' Κωνσταντίνου (κα) για την Αστυνομία Μ. Καούλλας, για τον 1ο ύποπτο Κ. Σπηλιωτόπουλος, για τον 2ο ύποπτο Ύποπτος 1: παρών Ύποπτος 2: απών (νοσηλευόμενος) ____________ Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Με αίτηση της Αστυνομίας, που υποβάλλεται μέσω του Υπαστυνόμου Η. Κρέουζου, η Αστυνομία ζητά την κράτηση των φερόμενων ως υπόπτων, που κατονομάζονται στην αίτηση, για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στην αίτηση: § Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (και για τους δύο υπόπτους) [άρθρο 371 Κεφ.154] § Απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες (και για τους δύο υπόπτους) [άρθρο 325 Κεφ.154] § Παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών την 25.12.2025 (και για τους δύο υπόπτους) [Κεφ.54] § Παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών την 30.12.2025 (για τον δύο 2ο ύποπτο) [Κεφ.54] § Κλοπή (για τον δύο 2ο ύποπτο) [άρθρο 255, 266 Κεφ.154] Η αίτηση υποστηρίζεται από τον όρκο του Λοχ.1863, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε έγγραφη μορφή, υιοθετήθηκε, και μαζί με τις απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του 1ου υπόπτου συνιστά το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Έχω ακούσει με προσοχή την επιχειρηματολογία που εκτέθηκε σε σχέση με το υπό εξέταση αίτημα. Νομικές αρχές Όπως προκύπτει από τον νόμο[1] αλλά και πάγια νομολογία, ο σκοπός της κράτησης είναι η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων για το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία έγινε η σύλληψη και αναφέρονται και στην αίτηση[2]. Η έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου. Τέτοια διατάγματα πρέπει να αιτιολογούνται δικαστικά, σε κάθε περίπτωση. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ύποπτου για διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων είναι οι εξής[3]: § υπάρχει μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει πως έχει διαπραχθεί αδίκημα· § η υφιστάμενη μαρτυρία δημιουργεί εύλογη και γνήσια υπόνοια περί του ότι ο ύποπτος εμπλέκεται στη διάπραξη του· § οι ανακρίσεις ευρίσκονται σε εξέλιξη· και § η κράτηση είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση των ανακρίσεων Οι προαναφερόμενες αρχές αποτελούν προϋποθέσεις τη συνδρομή των οποίων πρέπει να αποδεικνύει η Αστυνομία, σωρευτικά. Όσον αφορά το «εύλογο» της υπόνοιας ή υποψίας, η τελική απόφαση συναρτάται με την ύπαρξη στοιχείων στην κατοχή της Αστυνομίας, τέτοιων, που να τείνουν, κατά λογική προέκταση, να καταδείξουν τη διάπραξη των αδικημάτων και να συνδέσουν τον ύποπτο με αυτά. Δεν αξιολογούνται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία, ως προς την αποδεικτική της αξία ή την δραστικότητά της[4]. Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας που να αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε μαρτυρία που να καταδεικνύει σε οποιονδήποτε άλλο βαθμό και επίπεδο τη σύνδεση του ύποπτου με τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο λόγος είναι περί εύλογης υπόνοιας ή υποψίας, όπου υπόνοια και υποψία χρησιμοποιούνται, για τους σκοπούς της διαδικασίας, ως συνώνυμες. Η υπόνοια, για να είναι «εύλογη», δεν θα πρέπει να είναι εντελώς θεωρητική ή υποθετική, αλλά να είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο. Πρέπει να εξισορροπηθεί, από τη μια, η αναγκαιότητα για προστασία της ελευθερίας του ατόμου, και από την άλλη να δοθεί λογική ευκαιρία στις ανακριτικές αρχές να διαλευκάνουν αποτελεσματικά το έγκλημα. Ειδικότερα, ως προς το επίπεδο των στοιχείων που μπορούν να δημιουργήσουν το «εύλογο» της υποψίας, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ο περιορισμός που επιτρέπεται υπό το άρθρο 5 ΕΣΔΑ, και αντίστοιχα από το άρθρο 11 του Συντάγματος, που περιλαμβάνει και την προσωποκράτηση για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων, δεν προϋποθέτει η αστυνομία να έχει στοιχεία με βαθμό επάρκειας τέτοια, για να απαγγείλει και κατηγορίες[5]. Εάν είχε τέτοια στοιχεία, δεν θα χρειαζόταν τη διερεύνηση. Θα πρέπει οπωσδήποτε, όμως, να έχει επαρκή στοιχεία για σκοπούς διερεύνησης. Η επάρκεια για σκοπούς διερεύνησης συνυφαίνεται ακριβώς με την αναγκαιότητα η υποψία ή υπόνοια για την εμπλοκή του υπόπτου στη διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων να είναι «εύλογη» (reasonable). Το αντικείμενο της ανάκρισης, κατά τη διάρκεια της αιτούμενης κράτησης, νοείται, είναι ακριβώς η προώθηση της εγκληματολογικής έρευνας μέσω της επιβεβαίωσης ή της διάλυσης της συγκεκριμένης υποψίας που στηρίζει τη σύλληψη[6]. Το «εύλογο» της υποψίας στην οποία πρέπει να βασίζεται μια σύλληψη, κατ' επέκταση και η προσωποκράτηση για σκοπούς διερεύνησης, αποτελεί ουσιαστικό μέρος του περιορισμού του ατομικού δικαιώματος, και προσεγγίζεται με αυστηρότητα και στενότητα[7]. Το γεγονός ότι υπάρχει καλόπιστη υποψία δεν αρκεί από μόνο του[8]. Θα πρέπει να είναι και «εύλογη». Η «εύλογη» υποψία ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα προϋποθέτει την ύπαρξη γεγονότων ή πληροφοριών που θα ικανοποιούσαν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο ύποπτος διέπραξε αδίκημα[9]. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει αναγκαστικά έλεγχο, εάν τέτοιος έλεγχος είναι εφικτός, της εκ πρώτης όψεως βασιμότητας της καταγγελίας ή της μαρτυρίας για τη διάπραξη αδικήματος, ως προς τα βασικά γεγονότα που την συνθέτουν· από πλευράς της Αστυνομίας ο έλεγχος. Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ικανοποιείται το ελάχιστο πρότυπο για το «εύλογο» μιας υπόνοιας, για μια σύλληψη ή κράτηση ενός ατόμου, που, επαναλαμβάνεται, δεν είναι αξιολόγηση επιμέρους μαρτυρίας για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας της ως σε δίκη, το Δικαστήριο οφείλει, με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ, να λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο των γεγονότων της συγκεκριμένης περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης της ιδιότητας του υπόπτου, της σειράς των γεγονότων, του τρόπου με τον οποίον διενεργήθηκαν έρευνες και τη συμπεριφορά των αρχών[10]. Είναι νομολογημένο και σε εγχώρια νομολογία ότι, για τους σκοπούς διαπίστωσης του κατά πόσο η υποψία εναντίον ενός υπόπτου είναι εύλογη ή όχι, η Αστυνομία δεν είναι υποχρεωμένη να αποκαλύπτει είτε ονόματα μαρτύρων, είτε άλλες πληροφορίες, αν αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην πορεία των αστυνομικών ανακρίσεων. Ωστόσο, η Αστυνομία είναι δυνατό να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου έγγραφα και καταθέσεις που συνδέουν τον ύποπτο με το υπό διερεύνηση αδίκημα, χωρίς την ανάγκη αυτά να παρουσιαστούν στον ύποπτο ή το δικηγόρο του, αν αυτό θα παράβλαπτε το ανακριτικό έργο[11]. Στη Συμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.2)

(1997)2 ΑΑΔ 165 υποδείχθηκε πως η προσαγωγή των καταθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου που εξετάζει αίτημα για προσωποκράτηση, είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει, για ευνόητους λόγους, τον σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης. Υιοθέτηση τέτοιου κανόνα θα καθιστούσε το ανακριτικό έργο αναποτελεσματικό. Το γενικό συμφέρον στην καταστολή του εγκλήματος θα παραβλαπτόταν ανεπανόρθωτα. Θα ήταν δυσχερής ή αδύνατη η διερεύνηση του εγκλήματος και η προσαγωγή των υπόπτων μπροστά στη δικαιοσύνη. Σε περίπτωση που η αίτηση της Αστυνομίας αφορά σε περισσότερα αδικήματα, το Δικαστήριο δεν οφείλει, σε αυτή τη διαδικασία, να προβεί σε ξεχωριστή σύνδεση του ύποπτου με έκαστο από τα αδικήματα, ούτε ενδείκνυται να προβεί σε μικροσκοπική εξέταση του κάθε αδικήματος ξεχωριστά, όπως θα το εξέταζε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης[12]. Ποια τελικά είναι η αλήθεια, είναι πάντοτε κατά νου, μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από τις έρευνες της Αστυνομίας, λόγος για τον οποίον, ακριβώς, ζητείται η κράτηση. Σε ότι αφορά το «γνήσιο» της υποψίας, αυτή δεν πρέπει να αναδύεται από κατάχρηση εξουσίας ή να προσβλέπει προς μια τέτοια κατεύθυνση, σε κράτηση για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας. Κάθε τέτοια πιθανότητα πρέπει να αποκλείεται σε κάθε περίπτωση. Αναφορικά με την αναγκαιότητα της κράτησης, το ζήτημα εξετάζεται πρόσθετα και σε συνάρτηση με τη φύση του ανακριτικού έργου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κίνδυνος επηρεασμού είτε μαρτύρων είτε καταστροφής τεκμηρίων η εν γένει οιοσδήποτε επηρεασμός, τότε δικαιολογείται η κράτηση. Δεν χρειάζεται να θεμελιωθεί με μαρτυρία ότι πράγματι ο ύποπτος επηρέασε ήδη ή προσπάθησε να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει τεκμήρια. Κριτήριο αποτελεί το κατά πόσον υπάρχουν πιθανοί κίνδυνοι και εύλογος δικαιολογημένος φόβος να επηρεαστεί το ανακριτικό έργο[13]. Αναφορικά με την χρονική διάρκεια της κράτησης, αυτή μπορεί να συναρτηθεί άμεσα και μόνο με το εναπομείναν ανακριτικό έργο. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τον όγκο του εναπομείναντος έργου και το είδος των ανακριτικών πράξεων· αυτό, όμως, όχι προς αντιπαραβολή ή ελάττωση της υποχρέωσης των ανακριτικών αρχών για γρήγορη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου, που θα οδηγήσει στο ξεκαθάρισμα της θέσης του ύποπτου. Είναι καθήκον της Αστυνομίας να περατώσει το ανακριτικό έργο το ταχύτερο δυνατό. Εξέταση Η αίτηση για προσωποκράτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και μπορεί να τύχει ουσιαστικής εξέτασης. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προς υποστήριξη της αίτησης, προκύπτουν τα εξής, σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις: Υπάρχει μαρτυρία η οποία αποκαλύπτει πως έχουν διαπραχθεί τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ειδικότερα, υπήρξε καταγγελία από συγκεκριμένο, κατονομαζόμενο πρόσωπο, για γεγονότα τα οποία στη συνέχεια διαπιστώθηκαν και από έλεγχο κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, κατά τρόπο που θα πρέπει η Αστυνομία, λογικά, να προχωρήσει στη διερεύνησή τους, εφόσον φαίνονται να υπάγονται στις νομικές βάσεις των αδικημάτων που αναφέρονται στην αίτηση. Σε σχέση με το εάν υφιστάμενη μαρτυρία δημιουργεί εύλογη και κατ' επέκταση γνήσια υπόνοια περί του ότι οι ύποπτοι εμπλέκονται στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, υπήρξε έντονη αμφισβήτηση από πλευράς του 1ου υπόπτου. Ο 2ος ύποπτος θεάθηκε και ανακόπηκε με τον τρόπο που περιγράφεται στη μαρτυρία, δια του συνηγόρου του δεν αμφισβητεί την εμπλοκή του και την ανάγκη να διερευνηθεί, και ευλόγως, θα πρέπει η εμπλοκή του να διερευνηθεί. Ο 1ος ύποπτος συνδέθηκε με τη διερεύνηση των αδικημάτων που διαπράχθηκαν την 25.12.2025 εμμέσως, επειδή στη διάπραξη των αδικημάτων ημερομηνίας 25.12.2025 θεάθηκε ένα αυτοκίνητο Mazda Demio, χρώματος γκρίζου, με αριθμούς εγγραφής που περιέχουν τα γράμματα Μ και Ν και τους αριθμούς 2 και 4, να εισέρχεται και να εξέρχεται από τη συγκεκριμένη οδό, που αναφέρεται και συνδέεται με τον τόπο των υπό διερεύνηση αδικημάτων, με ώρες που συμβαδίζουν και φαίνεται η πορεία του να συσχετίζεται με τη φυσική προσέγγιση της σκηνής. Οι αριθμοί συνθέτουν τον αριθμό MBN284 του οχήματος Mazda Demio, χρώματος γκρίζου, το οποίο διαπιστώθηκε πως ανήκει στη συμβία του 1ου υπόπτου και κατά τις πληροφορίες που λήφθηκαν οδηγείται από τον 1ο ύποπτο. Από αυτά τα δεδομένα συνάγεται ότι ο 1ος ύποπτος πιθανόν να οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα στην περιοχή όπου φέρονται να διαπράχθηκαν τα υπό διερεύνηση αδικήματα σε κρίσιμες ώρες. Δεν είναι όμως μόνον αυτή η παράμετρος που δίδεται. Το αντικείμενο που διερευνάται πως τοποθετήθηκε στην οικία του παραπονούμενου την 25.12.2025 δεν ανευρέθηκε μεν μέχρι στιγμής, αλλά επιθεωρήθηκε μέσω των πλάνων που υφίστανται από έμπειρο πυροτεχνουργό που διαπίστωσε ότι πράγματι πρόκειται για εκρηκτική ύλη. Επίσης, ο 1ος ύποπρος διαμένει σε κοντινή απόσταση με τον 2ο ύποπτο (έμμεση κοινωνική εγγύτητα), στην κατοχή του οποίου εντοπίστηκε κλοπιμαία μοτοσικλέτα και ο οποίος συνδέθηκε αμεσότερα με τη διάπραξη συναφών αδικημάτων. Έγινε, επίσης, αναφορά σε πληροφορία που λήφθηκε την 30.12.2025 από «αξιόπιστο πληροφοριοδότη με τον οποίο (η Αστυνομία) συνεργάστηκε ξανά στο παρελθόν με θετικό αποτέλεσμα», η οποία καταχωρίστηκε στο ημερολόγιο ενεργειών, ότι την 25.12.2025, τις πρωϊνές ώρες, τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός έξω από την αναφερόμενη καφετέρεια, στο Ζακάκι, ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και του αδελφού του, αλλά δεν εξεράγη. Στη συνέχεια, μετά από λίγες ώρες, ο 1ος ύποπτος, με δεύτερο πρόσωπο αγνώστων στοιχείων, μετέβη και παρέλαβε τον εκρηκτικό μηχανισμό με το αυτοκίνητο της συμβίας του, μάρκας Mazda Demio. Ο δρόμος όπου θεάθηκε το όχημα, κατά τον μάρτυρα, κάνει κύκλο και πάει στο ίδιο σημείο, κατά τρόπο που ενισχύει την υποψία ότι εμπλέκεται στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, και ότι δεν ήταν τυχαία η παρουσία του στο σημείο. Αυτό, ανέφερε, συναρτάται και με τα υπόλοιπα στοιχεία που κατέχει η Αστυνομία. Υπήρχε πράγματι η τάση του μάρτυρα να συνδέει τον 1ο ύποπτο με τα αδικήματα για τα οποία συνελήφθη ο 2ος ύποπτος, συνθήκη που πυροδοτούσε ερωτήσεις με κάποιαν ένταση, ωστόσο είναι σαφές πως η αίτηση για την κράτηση του 1ου υπόπτου σχετίζεται μόνον με τα αδικήματα για τα οποία ο 1ος ύποπτος συνελήφθη, παρόλο που η διερεύνηση είναι συνολική, για τους λόγους που εξήγησε ο μάρτυτας. Τα στοιχεία που κατέχει η Αστυνομία και για τον 1ο ύποπτο, ασχέτως εάν δεν έχουν τη μορφή γραπτής κατάθεσης συγκεκριμένου προσώπου αλλά είναι στοιχεία που έχουν καταχωριστεί στον ανακριτικό φάκελο, συνδυαστικά, με την οπτική ενός αντικειμενικού παρατηρητή, θα πρέπει πάντως να διερευνηθούν, επειδή, αν και οριακά, δίδουν τις αναγκαίες βάσεις για τη δημιουργία λογικής και γνήσιας εμπλοκής του 1ου υπόπτου στα υπό διερεύνηση αδικήματα, έχοντας υπόψη και τη φύση και τον τρόπο διάπραξης αυτών. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η πηγή της μαρτυρίας περί του ότι ήταν εκρηκτική ύλη το αντικείμενο που αφέθηκε, δηλαδή η μαρτυρία αναγνώρισης από εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας μέσω των πλάνων, χωρίς φυσική εξέταση (εφόσον δεν εντοπίστηκε ακόμα το αντικείμενο), είναι ασύνδετη ή ότι σε τελική ανάλυση θα μπορούσε να ήταν για ένα άλλο αδίκημα, για συνέργεια μετά τη διάπραξη, εφόσον υποθετικά ήταν εκείνος που το «παίρνει» το αντικείμενο και το απομακρύνει. Η πληροφορία δεν εξετάζεται μεμονωμένα ούτε έχει τέτοια βαρύτητα από μόνη της, και ο μάρτυρας εξήγησε πώς γίνεται η σύνδεση του 1ου υπόπτου με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, που, ακόμα κι αν είναι σύνδεση με περιστατική μαρτυρία ή με έμμεσο τρόπο ˗ δεν θα αξιολογηθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ως σε δίκη ˗ καταφέρνει να δώσει ένα πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται ο 1ος ύποπτος. Εντάσσεται κατά τρόπο που θα πρέπει, είναι δηλαδή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να ξεκαθαρίσει η θέση του, αντί να μείνουν - που ειδάλλως θα έμεναν - αιωρούμενα τα διάφορα ερωτηματικά. Ο μάρτυρας δεν έδωσε «εικασία», όπως αναφέρθηκε, χωρίς να σημαίνει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης δεν μπορεί να καταλήξει στη διάψευση των στοιχείων που δημιουργούν τις επί του παρόντος εύλογες υπόνοιες. Δεν θα ήταν συμβατό με την εκτέλεση των καθηκόντων της Αστυνομίας να αγνοηθούν τα προαναφερόμενα στοιχεία, να διατυπωθεί προς το παρόν πως ο 1ος ύποπτος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση και συμπτωματικά συνδέθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ δεν διαφαίνεται δυνατή κάποια ενέργεια που θα μπορούσε να μεσολαβήσει, στο παρόν στάδιο, από πλευράς της Αστυνομίας, άλλη από τη διερεύνηση τέτοιας εμπλοκής. Ασφαλώς το έργο της διερεύνησης είναι ακριβώς η εξιχνίαση της υπόθεσης, πλαίσιο εντός του οποίου δεν αποκλείεται η απεμπλοκή του 1ου υπόπτου, εάν διαπιστωθεί ότι αυτά τα στοιχεία, που δείχνουν την επί του παρόντος εμπλοκή, με τον τρόπο που τη δείχνουν, έχουν μία διαφορετική ερμηνεία ή διάσταση, προοπτική ως προς την οποία ευλόγως ο 1ος ύποπτος μπορεί να προσδοκά. Οι ανακρίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Γίνεται λεπτομερής περιγραφή του ανακριτικού έργου. Με δεδομένη τη φύση των υπό διερεύνηση αδικημάτων σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μέρος του ανακριτικού έργου, που αναφέρεται στη λήψη καταθέσεων από πρόσωπα από το οικογενειακό και γειτονικό περιβάλλον και των δύο υπόπτων, αλλά και στη διερεύνηση σκηνών που μπορούν δυνητικά να προσεγγιστούν από τους δύο υπόπτους, και με δεδομένο πως δεν μπορεί διαφορετικά να διασφαλιστεί η ακεραιότητα του ανακριτικού έργου στο στάδιο αυτό, κρίνεται πως υπάρχει η αναγκαιότητα της αστυνομικής κράτησης και των δύο υπόπτων, μέχρι τη διεκπεραίωση των συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων που καθιστούν αναγκαία τη φυσική παρουσία τους υπό τον αστυνομικό έλεγχο. Όχι για να «αλιευτεί μαρτυρία», σχετικά με τη δεύτερη υπόθεση και τον 1ο ύποπτο, όπως ήταν η θέση της πλευράς της υπεράσπισης του 1ου υπόπτου, ασχέτως των αναφορών του μάρτυρα στη συνολικότητα της διερεύνησης, λόγω της φύσης των αδικημάτων. Αυτό που ο μάρτυρας προσπαθούσε να εξηγήσει είναι πως, όταν κληθούν συγκεκριμένα πρόσωπα για να δώσουν μαρτυρία, μπορεί να ερωτηθούν και για τις δύο υποθέσεις (λ.χ. να μην χρειαστεί να κληθούν ξεχωριστά, δύο φορές, επειδή διερευνώνται δύο υποθέσεις), χωρίς αυτό να διατυπώνεται πως ζητείται η κράτηση του 1ου υπόπτου για τη διερεύνηση αδικημάτων που αφορούν τον 2ο ύποπτο ή για αδικήματα για τα οποία ο 1ος ύποπτος δεν συνελήφθη, ή ότι προοιωνίζεται κατάχρηση του χρόνου και της διαδικασίας με τέτοιον τρόπο. Εξήγησε ο μάρτυρας γιατί συνενώθηκαν τα αιτήματα για την κράτηση του 1ου υπόπτου και του 2ου υπόπτου. Αυτό είναι που κατά βάση συνέβη, δηλαδή η συνένωση των αιτημάτων, ασχέτως πως, εάν δεν συνέβαινε τέτοια συνένωση, ενδεχομένως να μην οδηγούσε και στην περιπλοκή που εν τέλει προκάλεσε, εάν κρίνουμε από την εστίαση και την έκταση μέρους της αντεξέτασης του μάρτυρα. Όσον αφορά τον χρόνο κράτησης που ζητείται, των 8 ημερών, γίνεται αναφορά, στο Τεκμήριο Γ, στη λήψη 41 καταθέσεων. Αναφέρονται αριθμητικά και με επιμέρους προσδιορισμούς στο Τεκμήριο Γ οι καταθέσεις αυτές, ενώ γίνεται αναφορά και στις υπόλοιπες ανακριτικές ενέργειες που εκκρεμούν. Χωρίς αναίρεση του καθήκοντος της Αστυνομίας να διεκπεραιώσει το ανακριτικό έργο το συντομότερο δυνατόν, κρίνεται ότι ο χρόνος των 8 ημερών δικαιολογείται. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή με βάση τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ικανοποιείται, στον απαιτούμενο βαθμό, η διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων από τους δύο υπόπτους κοινά και από τον 2ο ύποπτο όπως περιγράφονται στην αίτηση, το «εύλογο» της υποψίας αναφορικά με την εμπλοκή του 1ου υπόπτου και του 2ου υπόπτου, η μη ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου και η αναγκαιότητα της κράτησης και των δύο υπόπτων, και επειδή ο χρόνος των 8 ημερών, με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογείται, και σταθμίζοντας από τη μία το δικαίωμα των δύο υπόπτων στην προσωπική ελευθερία τους και το δημόσιο συμφέρον στη διερεύνηση των συγκεκριμένων αδικημάτων, που είναι σοβαρά αδικήματα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει στο παρόν στάδιο υπέρ της έγκρισης της αίτησης και γι' αυτό η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο 1ος ύποπτος και ο 2ος ύποπτος παραπέμπονται σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 8 ημερών. Όσον αφορά τον 2ο ύποπτο, ενόσω διαρκεί η ανάγκη νοσηλείας του, να εξακολουθεί να νοσηλεύεται φρουρούμενος. Νοείται ότι, εάν οποιοσδήποτε εκ των υπόπτων απεμπλακεί ή εάν περατωθεί νωρίτερα το ανακριτικό έργο αναφορικά με το οποίο διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα της κράτησης, η Αστυνομία οφείλεται να πράξει ανάλογα. (Υπ.) ................................ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2] Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιγνατίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 502. [3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοφή, ΠΕ 18/2025, 04.02.2025, Sletkeviciute v. Αστυνομίας, ΠΕ 171/23, 04.07.2024, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 120/2024 κ.ά., 28.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 104/24 κ.ά, 02.05.2024, Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, ΠΕ 111/24 κ.ά, 14.05.2024, Yordanova v. Αστυνομίας, ΠΕ 22/24, 19.02.2024, Αριστοδήμου v. Αστυνομίας
(2014)2(Β) ΑΑΔ 667, Ζαννέτου v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 652, Mahapini v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 330, Stamataris v. The Police
(1983)2 CLR 107. [4] Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1997)2 ΑΑΔ 160, Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
  1. [5] Petkov and Profirov v. Bulgary, 2014, § 52· Erdagöz v. Turkey, 1997, §
  2. [6] Mehmet Hasan Altan ν. Τurkey, 2018, § 125; Brogan and Others v. the United Kingdom, 1988, §§ 52-54; Labita ν. Italy [GC], 2000, § 155; O'Hara v. The United Kingdom, 2001, §
  3. [7] Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314, Mehmet Hasan Altan v. Turkey, 2018, § 124; Fernandes Pedroso v. Portugal, 2018, §
  4. [8] Sabuncu and Others v. Turkey, 2020, §
  5. [9] Selahattin Demirtaş v. Turkey (no. 2) [GC], 2020, § 314· Ilgar Mammadov v. Azerbaijan, 2014, § 88; Erdagöz ν. Turkey, 1997, § 51; Fox, Campbell and Hartley ν. The United Kingdom, 1990, § 32). [10] Ibrahimov and Mammadov ν. Azerbaijan, 2020, §§ 113-
  6. [11] Ι.Μ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 40/2023, ECLI:CY:AD:2023:B120, 04.04.2023, Tsirides v. Police
(1973)2 CLR 204. [12] Ζανέτου v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 652. [13] Πέτρου ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 679. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.