← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13642/2025, 28/11/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13642/2025, 28/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13642/2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Αποστόλου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι τη διάρρηξη κατοικίας (1η κατηγορία) και την κλοπή από κατοικία (2η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Οκτωβρίου 2024 και της 11ης Ιουλίου 2025 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής η «ΜΚ1») από τη Ρωσία, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή την κλοπή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με τη 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Οκτωβρίου 2024 και της 11ης Ιουλίου 2025 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από την κατοικία της ΜΚ1 από τη Ρωσία, τα αντικείμενα που αναφέρονται στον συνημμένο Πίνακα Α', συνολικής αξίας €5.530.- περιουσία της ΜΚ
  2. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 11.7.2025, ώρα 11:30, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον κηπουρό και φιλικό πρόσωπο της ΜΚ1, ότι ο τελευταίος μετέβη στην κατοικία της ΜΚ1 την 11.7.2025 και παρατήρησε ότι το βόρειο εξωτερικό παράθυρο της οικίας της ΜΚ1 ήταν σηκωμένο και υποψιάστηκε ότι κάποιος διέρρηξε την κατοικία. Αφού ενημέρωσε την ΜΚ1 σχετικά, αυτή με τη σειρά της του ζήτησε να ενημερώσει την Αστυνομία. Τη σκηνή επισκέφθηκε μέλος της Αστυνομίας και διαπιστώθηκε ότι η είσοδος στην εν λόγω οικία επιτεύχθηκε από το μπαλκόνι υπνοδωματίου, καθώς οι δράστες έσπασαν το γυαλί της μπαλκονόπορτας και η έξοδος έγινε από τη βόρεια μπαλκονόπορτα του σαλονιού που ανοίχθηκε από μέσα. Η σκηνή δακτυλογραφήθηκε με θετικό αποτέλεσμα και τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις, οι οποίες κατέδειξαν ταύτιση με τα αποτυπώματα του κατηγορουμένου. Την 11.7.2025 η ΜΚ1 προέβη σε κατάθεση στην Αστυνομία, όπου ανέφερε τα αντικείμενα τα αντικείμενα τα οποία κλάπηκαν από την οικία της, συνολικής αξίας €5.
  3. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Ως περαιτέρω ανέφερε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη έλαβε το ποσό των €5.530 ως αποζημίωση. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη ημερ. 31.10.2023 στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 7429/2023 του Ε.Δ. Λεμεσού, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών με αναστολή για το αδίκημα της κλοπής. Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, οι υποθέσεις υπ' αρ. 6847/25, 7779/25 και 1737/25 που εκκρεμούν εναντίον του. Παραθέτω εν συντομία τα γεγονότα των αναφερόμενων υποθέσεων. Υπόθεση υπ' αρ. 6847/2025 Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης κτιρίου, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, την 31.5.2025 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να διαρρήξει το περίπτερο με την ονομασία ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΛΛΕΣ ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή την κλοπή. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Β, την 1.6.2025, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου της υπόθεσης αυτής, ότι στις 30.5.2025, μετέβη σε περίπτερο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και ενημερώθηκε από τη γειτόνισσά του ότι την ίδια ημέρα, ένα άγνωστο άτομο αποπειράθηκε να διαρρήξει το εν λόγω περίπτερο. Στη σκηνή μετέβησαν μέλη του κλιμακίου διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού και από προκαταρκτικές εξετάσεις, διαπίστωσαν ότι δεν επιτεύχθηκε είσοδος στο εν λόγω υποστατικό και δεν έγινε κλοπή. Από οπτικογραφημένο υλικό που λήφθηκε από την εξωτερική κάμερα του περιπτέρου, στο οποίο απεικονίζονται οι κινήσεις του δράστη, φαίνεται ένα άτομο να εμφανίζεται στο μέρος και να χτυπά με δύναμη επανειλημμένως τον υαλοπίνακα με αιχμηρό αντικείμενο και στη συνέχεια να το κλωτσά αρκετές φορές. Έπειτα προσπαθεί να ανοίξει τον υαλοπίνακα με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου χωρίς θετικό αποτέλεσμα και τελικά αποχωρεί από το μέρος. Ο ύποπτος δεν είχε καλυμμένο το πρόσωπό του. Την 3.6.2025 λήφθηκε πληροφορία ότι πιθανόν στην εν λόγω υπόθεση να εμπλέκεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος εντοπίστηκε από μέλη του ΟΠΕ Λεμεσού και οδηγήθηκε στην Αστυνομία, όπου αναγνωρίστηκε από Αστυνομικό ως ο δράστης της υπόθεσης, καθώς απασχόλησε στο παρελθόν την Αστυνομία με παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Αφού εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου, αυτός παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη ημερ. 31.10.2023 στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 7429/2023 του Ε.Δ. Λεμεσού, όπου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών με αναστολή για το αδίκημα της κλοπής. Ως επίσης αναφέρθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την πρόθεσή του να αποζημιώσει τον παραπονούμενο, ο οποίος δεν ήθελε οποιαδήποτε αποζημίωση για τις μικρές ζημιές που προκλήθηκαν. Υπόθεση υπ' αρ. 1737/2025 Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία), της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι τρίτου (3η κατηγορία), της παράλειψης συμμορφώσεως με οδηγίες Αστυνομικού (4η κατηγορία), της άρνησης ή αποφυγής λήψης σάλιου για προκαταρκτική εξέταση για τυχόν ύπαρξη ναρκωτικών (5η κατηγορία), της άρνησης ή αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για διενέργεια τελικής εξέτασης (6η κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη (7η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών της οικείας νομοθεσίας. Παρενθετικά σημειώνω, ότι η 2η κατηγορία διεκόπη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] χωρίς να υπάρχει σε ισχύ ασφαλιστήριο που αφορά την ευθύνη έναντι τρίτου σχετική με τη χρήση του εν λόγω οχήματος από τον ίδιο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 4η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] και παρέλειψε να ακινητοποιήσει το εν λόγω όχημα όταν κλήθηκε να το πράξει από τον Αστ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 5η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] και του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση για τυχόν ύπαρξη ναρκωτικών, το οποίο αρνήθηκε να πράξει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] και άνευ λόγου και αιτίας απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής για διενέργεια τελικής εξέτασης για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης, όταν τούτο του ζητήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 7η κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 18.11.2023 στη Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτου του ή ετέρας νομίμου εξουσιοδοτήσεως. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Γ, την 18.11.2023, ο Αστ.5672 βρισκόταν σε συγκεκριμένη οδό στην περιοχή της Γερμασόγειας στην Λεμεσό για έλεγχο αλκοόλης. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, έκανε ευκρινές σήμα στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να σταματήσει. Αφού ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα, ο Αστ. [ ] πλησίασε το εν λόγω όχημα στην πλευρά του συνοδηγού, ωστόσο ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα και χτύπησε με το αριστερό φτερό του αυτοκινήτου του το αριστερό πόδι του Αστ. [ ] και με το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματός του τον χτύπησε στο αριστερό χέρι, με αποτέλεσμα να τον ρίξει στην άσφαλτο. Στη συνέχεια, μετά από συνομιλία του Αστ. [ ] με τον κατηγορούμενο, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα αλκοόλ και ότι οι κόρες των ματιών του ήταν διασταλμένες και τα μάτια του κόκκινα και του ζητήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο νάρκοτεστ, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να πράξει. Έπειτα, ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι θα υποβληθεί σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, πράγμα το οποίο επίσης αρνήθηκε να πράξει. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη για τα από μέρους του διαπραχθέντα αδικήματα, ενώ ο Αστ. [ ] επισκέφθηκε το τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου, αφού υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, διαγνώστηκε ότι έφερε κάκωση αριστερού γόνατος και απολύθηκε την ίδια ημέρα. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενεργήθηκαν, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο [ ] χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και διαθέτει εννέα βαθμούς ποινής. Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι ο παραπονούμενος αποζημιώθηκε από ασφαλιστική εταιρεία και δεν έχει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Υπόθεση υπ' αρ. 7779/2025 Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Α (1η και 2η κατηγορία), της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Β (3η κατηγορία), της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου Φαρμάκου Τάξεως Α (4η και 5η κατηγορία) και του καπνίσματος φυτού καννάβεως (6η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, την 4.5.2023 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή 0,5 γραμμάρια κοκαϊνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 2η κατηγορία, την 4.5.2023 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή 0,5 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 3η κατηγορία, την 5.5.2023 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή ίχνη φυτού κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 4η κατηγορία, την 4.5.2023 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, ήτοι κοκαϊνη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 5η κατηγορία, την 4.5.2023 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, ήτοι μεθαμφεταμίνη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 6η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία στη Λεμεσό, κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο Έγγραφο Δ, μεταξύ άλλων, την 5.5.2023, μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης βιασμού, μέλη της Αστυνομίας προχώρησαν σε έρευνα δωματίου ξενοδοχείου όπου διέμενε ο κατηγορούμενος, βάσει γραπτής του συγκατάθεσης και στην παρουσία του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, εντοπίστηκαν διάφορα αντικείμενα τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατοχή και χρήση κοκαϊνης, μεθαμφεταμίνης και κάνναβης. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αναφορικά με τα αδικήματα στα οποία παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου κάνοντας αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, κάλεσε δε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία του κατηγορουμένου, το νεαρό της ηλικίας του, το γεγονός ότι από την ηλικία των 15 ετών έμπλεξε με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, εξάρτηση η οποία τον οδήγησε στη διάπραξη όλων των αδικημάτων, καθώς επίσης και την αλλαγή στις συνθήκες ζωής του από τη διάπραξη των αδικημάτων και έπειτα, καθώς με τη στήριξη της αρραβωνιαστικιάς του απεξαρτήθηκε από ναρκωτικές ουσίες και άρχισε να εργάζεται. Επιπρόσθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει τους παραπονούμενους, ότι δεν υπήρξαν θύματα, ούτε τραυματισμοί, συνεπεία των πράξεών του, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τον χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, τις συνέπειες που θα προκληθούν στον οικογενειακό του περίγυρο, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη ορισμένων από τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, καθώς επίσης και το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, ανασταλεί. Ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, ενώπιον του Δικαστηριου τέθηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία εκτίθενται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής που θα επιβληθεί σε αυτόν.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 25 ετών και διαμένει με τη μητέρα του η οποία κατάγεται από τη Ρωσία, σε κατοικία η οποία είναι υποθηκευμένη σε Τράπεζα, ενόψει της ύπαρξης χρέους, το οποίο ανέλαβε η μητέρα του, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Λαμβάνει €800,00 μηνιαίως από την εργασία του ως ιδιωτικός υπάλληλος και δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, ούτε αποταμιεύσεις. Ο πατέρας του κατηγορούμενου καταγόταν από τη Λεμεσό και διέμενε στην Αγγλία για πολλά χρόνια, όπου τέλεσε τον πρώτο του γάμο, από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά, τα οποία ζουν στο εξωτερικό. Το 1993 χώρισε και επέστρεψε στην Κύπρο και το 1999 τέλεσε γάμο με τη μητέρα του κατηγορούμενου, η οποία εργάστηκε για λίγους μήνες ως ιδιωτική υπάλληλος και στη συνέχεια διέκοψε την εργασία της για λόγους υγείας. Είναι καρκινοπαθής και αντιμετωπίζει προβλήματα με τον σπόνδυλο της. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β' Τάξη Γυμνασίου και συνέχισε τη φοίτησή του στο πρόγραμμα προπαρασκευαστικής μαθητείας για ένα χρόνο. Ακολούθως εντάχθηκε στην Τεχνική Σχολή στο Σύστημα Μαθητείας στον κλάδο Μηχανικός Αυτοκινήτων όπου φοίτησε μόνο ένα χρόνο, ενώ πήρε απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά λόγω δυσκολιών προσαρμογής. Εργάστηκε σε πλυντήριο αυτοκινήτων, στις οικοδομές και ως διανομέας φαγητού, ενώ δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, κατά παράβαση του αρ. 292(α) του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και επτά ετών, όταν δε το αδίκημα διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης έως και δέκα έτη. Περαιτέρω, για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, το αρ. 266(β) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και πέντε ετών. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[8] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Στην Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα κλοπής αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 3.005,80 όπου μέρος αυτών είχε ανευρεθεί, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, στην Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350,00 και Λ.Κ. 20,00. Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[9] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[10] Επισημαίνεται, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[11] Παράλληλα, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.[12] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[13] το νεαρό της ηλικίας του, την απολογία του, τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, καθώς επίσης και το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει την παραπονούμενη, το οποίο, σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή και απολογία του, δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλειά του. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, περιλαμβανομένου του ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που στηρίζει τη μητέρα του σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, καθώς επίσης και την αλλαγή των περιστάσεων αυτών κατά τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου την απεξάρτηση του κατηγορούμενου από ναρκωτικές ουσίες, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να επικροτείται. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και μάλιστα σε ομοειδή αδικήματα, μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης στην οποία το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή. Το γεγονός αυτό δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, πλην όμως αποτελεί ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων. Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 14 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε χρονικά και τοπικά.[14] Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[15] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[16] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[17] Αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσης την οποία παρουσιάζουν τέτοιας φύσεως αδικήματα. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[18] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη των προνοιών του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζεται όπως η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα, δηλ. από 8.10.
  2. Στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αρ. 6847/25, 7779/25 και 1737/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' και έχουν ανευρεθεί, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [9] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [10] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [11] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598. [12] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257. [13] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
  1. [14] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.
  2. [15] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [16] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [17] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R.
  1. [18] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.