← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 21459/2024, 27/9/2025

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 21459/2024, 27/9/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21459/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη του αδικήματος που αφορά η κατηγορία που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του αρ. 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, την 26.5.2018 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα προκάλεσε σωματική βλάβη στον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, πέραν της υιοθέτησης των λεπτομερειών που εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, με τον κατηγορούμενο να εκφράζει τη συμφωνία του με το περιεχόμενό του. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 26.5.2018 υποβλήθηκε καταγγελία στην Αστυνομία από τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, σύμφωνα με την οποία, κατά την εν λόγω ημερομηνία, ενώ βρισκόταν σε νυχτερινό κέντρο στη Λεμεσό, δέχθηκε αναίτια επίθεση από άγνωστο άντρα, ο οποίος τον χτύπησε στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του. Στη συνέχεια, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό, διαπιστώθηκε ότι έφερε αιμάτωμα στο κεφάλι, κάταγμα στη μύτη και τραύμα στο αυτί και στο πιγούνι, στα οποία του έγινε συρραφή. Ο παραπονούμενος υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου τόσο την 26.5.2018, όσο και την 27.5.2018 και παρέμεινε στο Νοσοκομείο για τρείς ημέρες για σκοπούς παρακολούθησης. Την 30.5.2018 ο παραπονούμενος προσήλθε εκ νέου στον Αστυνομικό Σταθμό και κατονόμασε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο του επιτέθηκε. Από μελέτη κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, το οποίο είναι εγκατεστημένο στον χώρο, αναγνωρίστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος φαίνεται να επιτίθεται στον παραπονούμενο. Αφού ο κατηγορούμενος συνελήφθη στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης, παραδέχθηκε ότι χτύπησε τον παραπονούμενο γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο. Ως προς την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι καταχωρήθηκαν άλλες τρεις υποθέσεις εναντίον του κατηγορουμένου στο παρελθόν, αναφορικά με το αδίκημα της 26.5.2018, πλην όμως διεκόπησαν λόγω μη επίδοσης. Πρόκειται για την υπόθεση με αρ. 8011/2020 η οποία διεκόπη την 16.11.2020, για την υπόθεση με αρ. 2361/2021 η οποία διεκόπη την 22.9.2021 και για την υπόθεση με αρ. 155/2022 η οποία διεκόπη την 26.5.
  2. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενόψει της σοβαρότητας της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιόν του οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Σε αυτήν, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 33 ετών και κατάγεται από τη Λεμεσό, όπου διαμένει με την οικογένειά του, η οποία συντηρείται οικονομικά από τον μισθό της μητέρας του, που ανέρχεται στα €1.200 περίπου μηνιαίως. Ο πατέρας του αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δεν μπορεί να εργαστεί, ενώ η αδερφή του είναι φοιτήτρια. Ως περαιτέρω αναφέρεται στην εν λόγω Έκθεση, υπάρχει στεγαστικό δάνειο ύψους €50.000 επ' ονόματι του κατηγορούμενου και της μητέρας του, αναφορικά με την οικία στην οποία διαμένει η οικογένεια, αντιμετωπίζουν δε οικονομικές δυσκολίες, καθώς το μόνο εισόδημα που υπάρχει, είναι αυτό της μητέρας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα όσα περιλαμβάνονται στην Έκθεση, αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή και ακολούθως κατετάγη στην Εθνική Φρουρά όπου υπηρέτησε έντεκα μήνες και έπειτα απαλλάχθηκε. Εργάστηκε για μερικούς μήνες στο λιμάνι και σε ένα περίπτερο, ενώ από την ηλικία των 23 ετών παρουσιάζει στοιχεία κατάθλιψης. Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση, η οποία επισυνάπτεται επί της Έκθεσης, παρακολουθείται από ειδικό ιατρό για σχιζοφρένεια και νοσηλεύτηκε δύο φορές στο Νοσοκομείο της Αθαλάσσας. Ενόψει της κατάστασης της υγείας του, δεν είναι σε θέση να εργαστεί, λαμβάνει δε φαρμακευτική και ενέσιμη αγωγή. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τον άγγιξε και προσπάθησε να τον κλέψει, ενώ κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό, ο κατηγορούμενος παρακολουθείται για σχιζοφρένεια κατά διαστήματα και όταν υποτροπιάζει, παρουσιάζει ακουστικές ψευδαισθήσεις, δηλαδή ακούει φωνές ατόμων που δεν υπάρχουν, είναι υπερβολικά καχύποπτος, πιστεύει ότι κάποιοι τον παρακολουθούν ή ότι παρεμβαίνουν με τεχνολογικά μέσα στον εγκέφαλο του και ελέγχουν τη σκέψη του. Ανέφερε επίσης ότι άρχισε πρόσφατα να εργάζεται σε υπεραγορά. Παρεμβάλλω, ότι οι πιο πάνω αναφορές του κατηγορουμένου δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, το οποίο συνιστά κακούργημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ποινή φυλάκισης έως και επτά ετών ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών για χτύπημα με κόπτη, το οποίο δεν χαρακτηρίστηκε ως πολύ σοβαρό, ποινή η οποία χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο αυστηρή, πλην όμως επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία. Στη Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, το Κακουργιοδικείο καταδίκασε μετά από παραδοχή τον εκεί εφεσείοντα σε 3½ χρόνια φυλάκιση, όταν τραυμάτισε με μαχαίρι φρουρό ασφαλείας. Η ποινή επικυρώθηκε στο Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη και την απουσία οργάνωσης και προσχεδιασμού, ενώ από το χτύπημα με μαχαίρι ο παραπονούμενος είχε υποστεί κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, χωρίς όμως να παραμείνουν μόνιμες βλάβες. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. David William Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον κατηγορούμενο 14 μήνες φυλάκιση, ποινή η οποία αυξήθηκε από το Εφετείο σε δύο έτη, καθώς κρίθηκε ότι οι τραυματισμοί του παραπονούμενου ήταν πολύ σοβαροί. Ως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, η πρόκληση αποτελεί μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, ωστόσο η αντίδραση του κατηγορούμενου και η βία που ασκήθηκε στον παραπονούμενο, ήταν αδικαιολόγητη. Στη Γιάννος Κ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800, το Εφετείο αρνήθηκε να επέμβει στην πρωτοδίκως επιβληθείσα 18μηνη ποινή φυλάκισης σε νεαρό για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ο οποίος άνευ αιτίας ανέσυρε μαχαίρι τραυματίζοντας τον άγνωστο του οδηγό ταξί που τον μετέφερε σε διάφορα μέρη. Ο εκεί εφεσείων είχε και ένα παρόμοιο προηγούμενο για το οποίο είχε εκδοθεί διάταγμα κηδεμονίας με όρους. Πέραν των ανωτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Επισημαίνεται δε, ότι για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνεται υπόψη η έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τον δράστη, οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν, το προβλέψιμο των βλαβών αυτών και οι επιπτώσεις τους στο θύμα, αλλά και το κατά πόσο η όλη υπόθεση εκτυλίχθηκε δημοσίως, στην παρουσία τρίτων προσώπων, καθώς επίσης και το κατά πόσο συντρέχει προσχεδιασμός, αναλόγως της περίπτωσης.[8] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης,[9] το νεαρό της ηλικίας του κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στον παραπονούμενο, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, το γεγονός ότι το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, την απουσία προσχεδιασμού, καθώς επίσης και τα προβλήματα υγείας και δη πνευματικής φύσεως, τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώριση της παρούσας και την ημερομηνία επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο. Σημειώνω, ότι ο παράγων της καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός, καθώς η διάγνωση της ποινικής ευθύνης και η επιβολή ποινής πρέπει να γίνονται εντός ευλόγου χρόνου, δυνάμει της συνταγματικής επιταγής του αρ. 30
(2).[10] Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη, ενώ παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση του θέματος, είναι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα της σύλληψης του κατηγορούμενου, τα περιστατικά και η περιπλοκότητα της υπόθεσης, καθώς επίσης και η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης.[11] Παρά ταύτα, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, δεν δύναται να οδηγήσει σε απαλλαγή από τις κατηγορίες, εκτός εάν από τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει μεγάλη καθυστέρηση ή αδράνεια από τους ανακριτές ή τις διωκτικές αρχές.[12] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει τέτοια αδράνεια, καθώς ως η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε, προηγήθηκε η καταχώριση άλλων τριών υποθέσεων σε σχέση με το αδίκημα που αφορά η παρούσα, οι οποίες διεκόπησαν λόγω αδυναμίας επίδοσης. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, η συμβολή του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση, μετρά εναντίον του. Επιπρόσθετα, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν αυτό είναι αναγκαίο έτσι ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της αποτροπής.[13] Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, λαμβανομένης υπόψη της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα, καταλήγω, όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη, από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο η ποινή της φυλάκισης για διάστημα 10 μηνών. Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[14] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[15] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[16] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[17] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στην Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22, λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση της εφεσείουσας, συνέτρεχαν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής άμεσης φυλάκισης που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί, περιλαμβανομένου του πρότερου βίου της, καθότι η κατηγορούμενη επέδειξε για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της, ενώ συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Στην Αστυνομία v. Μαυρομμάτη, Π.Ε. υπ' αρ. 92/2019 ημερ. 22.5.2020, επικυρώθηκε η αναστολή της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου και της διαγωγής του, μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Δεν παραγνωρίζω, τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι το μήνυμα που θα σταλεί στην κοινωνία πρέπει να είναι αποτρεπτικό. Ωστόσο, κατ' επέκταση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος, από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος που αφορά η παρούσα, ήτοι περί το 2018 μέχρι και σήμερα, δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη εντός του χρόνου που έχει διαρρεύσει και είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα ενοχή και πρόσφατα άρχισε να εργάζεται, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, παρέχοντας στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Συνεπακόλουθα, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342), Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327, Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [9] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 359. [10] Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 & Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14. [11] Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222. [12] Α. Καπαρδής κ.α.
(2003)Η Επιβολή Ποινών στην Κύπρο: Ποινολογικές Πτυχές, Αρχές και Νομολογία, Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 102. [13] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Γεωργίου, Πονική Έφεση αρ. 7012 ημερ. 11.4.2001 & Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543. [14] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [15] Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [16] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [17] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.