← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. FARHAD RASOLI, Αρ. Υπόθεσης: 4198/2025, 6/10/2025

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. FARHAD RASOLI, Αρ. Υπόθεσης: 4198/2025, 6/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4198/2025 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. FARHAD RASOLI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κα Δ. Χριστοδούλου Ο κατηγορούμενος είναι παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, ο οποίος τελεί υπό κράτηση από 3.4.2025, κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του, στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι του τραυματισμού κατά παράβαση του αρ. 234(α) του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) και της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, κατά παράβαση των αρ. 82

(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 1η κατηγορία, την 18.3.2025 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα τραυμάτισε τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, με τη χρήση ενός μαχαιριού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου που αφορούν στην 2η κατηγορία, την 18.3.2025 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος παράνομα μετέφερε ένα μεγάλο μαχαίρι με λεπίδα που καταλήγει σε μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας ή της αυλής της. Πέραν της υιοθέτησης των λεπτομερειών των αδικημάτων των κατηγοριών στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής προχώρησε με την έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, καταθέτοντας σχετικό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και το περιεχόμενό του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά. Ως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, μεταξύ άλλων, την 18.3.2025 περί η ώρα 22:00, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο διαμέρισμα όπου διέμενε μαζί με τον κατηγορούμενο και άλλους δύο συγκατοίκους του, στη Λεμεσό, σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, επειδή ο παραπονούμενος είχε κάποια προσωπικά του αντικείμενα σε χώρο που τον ενοχλούσε. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να ηρεμήσει τον κατηγορούμενο, ωστόσο ο τελευταίος ήταν σε έξαλλη κατάσταση και έβγαλε από τη τσάντα του ένα μεγάλο μαχαίρι, πλην όμως επενέβησαν άλλοι συγκάτοικοί τους. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να βγουν έξω για να συζητήσουν και κατέβηκαν κάτω στον δρόμο, όπου υπήρχαν ακόμα τέσσερα φιλικά πρόσωπα του κατηγορουμένου, τα οποία τον περίμεναν. Ενώ ο κατηγορούμενος συζητούσε με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να επιτεθεί στον παραπονούμενο, όμως τον απέτρεψαν οι φίλοι του. Ωστόσο, βρήκε ευκαιρία και επιτέθηκε στον παραπονούμενο μαχαιρώνοντάς τον με μαχαίρι στην ωμοπλάτη και τράπηκε σε φυγή. Κατόπιν ιατρικής εξέτασης του παραπονούμενου, διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικά τραύματα στην ωμοπλάτη και στον βραχίονα. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης και όταν πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του, απάντησε «I was drunk». Ανακρινόμενος, παραδέχθηκε ότι μαχαίρωσε τον παραπονούμενο με μαχαίρι, παραθέτοντας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου, η ευπαίδευτη συνήγορός του διευκρίνισε ότι τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση και υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως για σκοπούς επιβολής ποινής, λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή και απολογία του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι επρόκειτο για μια στιγμιαία και όχι προμελετημένη πράξη, καθώς ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης και τον χρόνο κατά τον οποίο τελεί υπό κράτηση. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μεταμέλησε έμπρακτα και ήτο πρόθυμος να καλύψει τυχόν ιατρικά έξοδα του παραπονούμενου, πράγμα που ωστόσο δεν του ζητήθηκε να πράξει, επικαλέστηκε ότι το τραύμα του παραπονούμενου δεν ήταν σοβαρό και τέλος, εισηγήθηκε όπως τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, ανασταλεί. Παρεμβάλλω, ότι λόγω της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Σε αυτήν, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 22 ετών, άγαμος, και κατάγεται από το Αφγανιστάν. Έχει τρία αδέρφια, εκ των οποίων το ένα κρύβεται μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, το άλλο εργάζεται σε κατάστημα και το μικρότερο φοιτά σε σχολείο. Ο πατέρας του επίσης έχει διαφύγει και κρύβεται, ενώ η μητέρα του είναι επί του παρόντος άνεργη. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, ο κατηγορούμενος φοίτησε για έξι μήνες στο Πανεπιστήμιο στον κλάδο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά λόγω της πολιτικής κατάστασης διέκοψε τη φοίτησή του. Ήρθε στην Κύπρο το 2023 για να αναζητήσει πολιτικό άσυλο και εργάστηκε στην εστίαση για κάποιο χρονικό διάστημα. Ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή κατάχρησης ουσιών και πριν τη σύλληψή του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με άλλα τέσσερα άτομα. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα του τραυματισμού, το οποίο συνιστά κακούργημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και τριών ετών, ενώ για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής της, το οποίο συνιστά πλημμέλημα, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και ενός έτους, με κατώτατη ποινή τη φυλάκιση των έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, γεγονός το οποίο επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8] Το Δικαστήριο, για σκοπούς επιβολής ποινής, προσμετρά, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, την έκταση της βίας που έχει χρησιμοποιηθεί, τις σωματικές βλάβες και επιπτώσεις που έχει υποστεί το θύμα, καθώς επίσης και τα μέσα που χρησιμοποιούνται και το κατά πόσο η βία έχει εκδηλωθεί σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων.[9] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7
(1)του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της, πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.[10] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[11] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ήτοι την παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όταν γίνεται πριν από την ακρόαση εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[12] το νεαρό της ηλικίας του, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου την απουσία προσχεδιασμού και το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ως προς τον παράγοντα της μέθης, σημειώνω, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού εκτιμηθεί μαζί με τα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.[13] Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα γεγονότα, ως αυτά εκτέθηκαν ενώπιόν μου, ο κατηγορούμενος μετά τον πρώτο λεκτικό διαπληκτισμό του με τον παραπονούμενο και αφού επιχείρησε να του επιτεθεί με μαχαίρι, του ζήτησε να βγουν έξω από το σπίτι για να μιλήσουν, όπου επιχείρησε άλλες δύο φορές να επιτεθεί στον παραπονούμενο, κάτι που εν τέλει κατόρθωσε με τη χρήση του μαχαιριού που πήρε μαζί του εκτός της οικίας. Τούτου λεχθέντος, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις, η κατάσταση μέθης που ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε, είναι δυνατό να προσμετρήσει υπέρ του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 6 μηνών, καθότι δεν θεωρώ ότι τέθηκαν ενώπιόν μου τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι να αιτιολογούν την επιβολή ποινής κάτω των έξι μηνών, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία, έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε χρονικά και τοπικά.[14] Ενόψει του ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δεν ξεπερνά τα τρία έτη, προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[15] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[16] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[17] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[18] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσής τους. Ως έχει νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[19] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Ωστόσο, διατάζεται, όπως μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα ως υπόδικος, δυνάμει του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δηλ. από 3.4.2025. Το τεκμήριο να κατασχεθεί και να καταστραφεί. Έξοδα €90,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [9] Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, Asoltanei Cristinel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. [10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95. [11] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [12] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 359. [13] Mehmet Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ
  1. [14] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B
  2. [15] Βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583. [16] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [17] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [18] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
  1. [19] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.