ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SALEH QULI, Αρ. Υπόθεσης: 10735/2025, 28/11/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10735/2025 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. SALEH QULI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για Κατηγορούμενο: κ. Αλβάνης Ο κατηγορούμενος είναι παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στις κατηγορίες της κλοπής υπό αντιπροσώπου (1η κατηγορία), της κλοπής υπό υπαλλήλου (2η και 3η κατηγορία) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Μαρτίου 2025 στη Λεμεσό, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €7.900, περιουσία που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης,του Δ.Μ. από την Ελλάδα, για την πληρωμή τριών υπαλλήλων της εταιρείας «Δημήτριος Μπίμπας Λτδ». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 14ης Ιουλίου 2025 και της 21ης Ιουλίου 2025 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος στην «Δημήτριος Μπίμπας Λτδ», έκλεψε δύο επιταγές με το συνολικό ποσό των €4.500 τις οποίες στη συνέχεια εξαργύρωσε, περιουσία της πιο πάνω εργοδότριας εταιρείας μέσω του ιδιοκτήτη της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 9ης Ιουλίου 2025 και της 21ης Ιουλίου 2025 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος στην «Δημήτριος Μπίμπας Λτδ», έκλεψε από το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ], δύο λέιζερ DeWalt συνολικής αξίας €1.600, επτά βιδολόγους μάρκας DeWalt συνολικής αξίας €2.000, ένα τραπανάκι μάρκας DeWalt αξίας €400, δύο καρούλια με καλώδια άσπρου χρώματος συνολικής αξίας €400 και έξι ποδιές εργασίας με διάφορα εργαλεία συνολικής αξίας €700, όλα συνολικής αξίας €6.550 περιουσία του Δ.Μ. από την Ελλάδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο σε σχέση με την 4η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας του μηνός Μάϊου του 2025 και της 21ης Ιουλίου 2025 στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των €14.450 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 21.7.2025 η ώρα 12:00, προσήλθε στο ΤΑΕ Λεμεσού ο Δ.Μ., ιδιοκτήτης και διευθυντής της κατασκευαστικής εταιρείας Δημήτριος Μπίμπας Ltd και κατήγγειλε ότι, ενώ απουσίαζε στο εξωτερικό μεταξύ 9.7.2025 έως 18.7.2025, ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει προσωρινά καθήκοντα συντονιστή των υπόλοιπων υπαλλήλων της εταιρείας του, οι οποίοι εργάζονταν σε κάποιο εργοτάξιο στη Λευκωσία και ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει να μεταφέρει τους υπαλλήλους καθημερινά στο εν λόγω εργοτάξιο, με εταιρικό όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Την 18.7.2025, ενώ ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον Δ.Μ. από το αεροδρόμιο Λάρνακας, χρησιμοποιώντας το πιο πάνω όχημα, ζήτησε να δανειστεί το όχημα αυτό για το Σαββατοκύριακο και συγκεκριμένα για τις ημερομηνίες 19-20.7.2025, γεγονός που έπραξε. Την 21.7.2025 και ώρα 08:00, ο Δ.Μ. διαπίστωσε ότι το όχημα της εταιρείας του βρισκόταν έξω από την οικία του, αλλά απουσίαζαν από το εσωτερικό του διάφορα οικοδομικά εργαλεία συνολικής αξίας €6.
- Το απόγευμα της 19.7.2025, ο υπεύθυνος του εργοταξίου ενημέρωσε τον Δ.Μ., ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τα γραφεία της Christophi Bros, που είναι η κύρια κατασκευαστική εταιρεία του έργου του αναφερόμενου εργοταξίου και παρέλαβε επιταγές χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση για την παραλαβή τους. Υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας επιβεβαίωσε ότι στις 14.7.2025, ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο γραφείο της εν λόγω εταιρείας, κατόπιν εντολής του υπευθύνου του εργοταξίου και του παραδόθηκαν δύο επιταγές αξίας €2.250 έκαστη και οι οποίες εξαργυρώθηκαν εν αγνοία του Δ.Μ. Επιπρόσθετα, ο Δ.Μ., περί τον Μάιο του 2025, είχε παραδώσει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €7.900 για πληρωμή τριών υπαλλήλων της εταιρείας του, τα οποία δεν αποδόθηκαν, γεγονός που οδήγησε σε καταγγελία στο Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας και επιβεβαιώθηκε από συνομιλία του Δ.Μ. με τους υπαλλήλους, καθώς λειτουργός του Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας ενημέρωσε τον Δ.Μ. ότι ένας από τους υπαλλήλους του υπέβαλε παράπονο για μη καταβολή δεδουλευμένων μισθών για το διάστημα 2.5.2025 μέχρι 4.7.
- Μετά την καταγγελία του Δ.Μ. εναντίον του κατηγορουμένου, εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του και συνελήφθη την 22.7.
- Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ουσιαστικές απαντήσεις, ενώ δήλωσε ότι δεν έχει σταθερή διεύθυνση διαμονής και ότι τον τελευταίο καιρό συγκατοικεί με ακόμη επτά Σύρους, χωρίς να γνωρίζει τη διεύθυνση ή την περιοχή. Λήφθηκε επίσης κατάθεση από τον R.A., υπάλληλο του Δ.Μ., στην οποία ο εν λόγω υπάλληλος ανέφερε ότι εργάστηκε περίπου τρεις μήνες ως τεχνίτης τοποθέτησης γυψοσανίδων για τον Δ.Μ. και ότι η πληρωμή του γινόταν κάθε δύο εβδομάδες σε μετρητά μέσω του κατηγορούμενου, ο οποίος φερόταν να παραλαμβάνει τα χρήματα από τον εργοδότη. Ο υπάλληλος αυτός αποχώρησε από την εργασία του την 30.7.2025 και του οφείλονταν €2.375, τα οποία ο κατηγορούμενος δεν του απέδωσε, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε παραλάβει το ποσό αυτό από τον εργοδότη. Την 11.7.2025, ενώ ο Δ.Μ. βρισκόταν στην Ελλάδα, ο R.A. επικοινώνησε μαζί του και ενημερώθηκε ότι το ποσό των €3.700 είχε ήδη δοθεί στον κατηγορούμενο, καλύπτοντας τόσο τα δεδουλευμένα του ιδίου, όσο και άλλων δύο εργατών. Ο R.A. τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο οποίος παραδέχθηκε ότι έλαβε το ποσό αυτό, αλλά αρνήθηκε να του δώσει οτιδήποτε, λέγοντάς του να ζητήσει τα χρήματα από τον εργοδότη. Την 23.7.2025, μετά τη διεξαγωγή έρευνας σε διαμέρισμα όπου διέμενε ο υπάλληλος του Δ.Μ. με το όνομα M.A.A., εντοπίστηκε ένα από τα πρόσωπα το όνομα των οποίων αναγραφόταν σε μία από τις επιταγές. Στην κατάθεσή του, ο M.A. ανέφερε ότι την 14.7.2025, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να επιτραπεί να εκδοθεί επιταγή στο όνομά του ύψους €2.250 ώστε να την καταθέσει στον λογαριασμό του και στη συνέχεια να λάβει τα χρήματα, καθώς δεν είχε δικό του λογαριασμό, πράγμα το οποίο δέχτηκε να πράξει για να τον βοηθήσει, χωρίς αντάλλαγμα. Την 15.7.2025, ο M.A. είδε από την τραπεζική του εφαρμογή ότι η επιταγή κατατέθηκε, ενώ την 18.7.2025 διαπίστωσε ότι έγινε ανάληψη ποσού €2.
- Έπειτα ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι έκανε την εν λόγω ανάληψη από ΑΤΜ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των €250 αναλήφθηκε πιθανόν το Σάββατο ή την Κυριακή. Την 24.7.2025, λήφθηκε κατάθεση από τον A.A.S., το όνομα του οποίου αναγραφόταν στην άλλη επιταγή και ο οποίος είναι σύζυγος της αδερφής του κατηγορουμένου. Στην κατάθεσή του, ο S. ανέφερε ότι την 14.7.2025, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να καταθέσει στον λογαριασμό του μια επιταγή ύψους €2.250 διότι δεν διέθετε δικό του τραπεζικό λογαριασμό. Το ίδιο απόγευμα μετέβησαν σε ΑΤΜ της Τράπεζας Κύπρου, όπου κατέθεσαν δύο επιταγές, μία στο όνομα του S. και μία στο όνομα του A.A.A., το δε ποσό που κατατέθηκε στον λογαριασμό του S. αναλήφθηκε και ο κατηγορούμενος του επέστρεψε την τραπεζική του κάρτα. Την 25.7.2025, λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση από τον R.A., ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του στον Δ.Μ., πληρωνόταν αποκλειστικά σε μετρητά από τον κατηγορούμενο, ο οποίος λάμβανε τα χρήματα από τον εργοδότη και ότι το ποσό που διεκδικεί αφορά σε δεδουλευμένα Ιουνίου του 2025, καθώς για τις προηγούμενες περιόδους, είχε πληρωθεί κανονικά. Ανέφερε επίσης, ότι η μεταφορά προς τα εργοτάξια γινόταν με το μαύρο Peugeot του Δ.Μ. στο οποίο υπήρχαν όλα τα εργαλεία εργασίας, δηλαδή δύο πιστόλια καρφιών, τρυπάνια λέιζερ, σμηρίλιο, σύρματα και ποδιές εργασίας με εργαλεία. Ως περαιτέρω ανέφερε, κατά την απουσία του Δ.Μ. στην Ελλάδα, ζητούσε τα χρήματά του από τον κατηγορούμενο ο οποίος του απαντούσε ότι μετέφερε τον εργοδότη στο αεροδρόμιο και πως έπρεπε να περιμένει την επιστροφή του για την πληρωμή του. Την ίδια ημέρα, λήφθηκε κατάθεση από τον M.A.A., ο οποίος ανέφερε ότι διαμένει με εννέα Σύρους, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, και δήλωσε ότι εργάστηκε για λογαριασμό του Δ.Μ. από 10.2.2025 έως 4.7.2025, τον οποίο γνώρισε μέσω του του κατηγορουμένου. Ανέφερε επίσης, ότι οι μεταφορές προς τα εργοτάξια γίνονταν με το μαύρο Peugeot του εργοδότη, στο οποίο βρίσκονταν όλα τα εργαλεία της δουλειάς, ενώ η τελευταία του πληρωμή έγινε την 2.5.2025 και στη συνέχεια δεν πληρώθηκε, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας με τον εργοδότη του μέσω του κατηγορουμένου, λόγω γλωσσικού εμποδίου. Σύμφωνα με κατάθεση υπαλλήλου της εταιρείας Christophi Bros Ltd, την 14.7.2025 έλαβε τηλεφωνική οδηγία από συνάδελφο της, υπεύθυνο του εργοταξίου, να εκδώσει επιταγή προς πληρωμή της εταιρείας Δημήτριος Μπίμπας Ltd για τις εκτελεσθείσες εργασίες στο εργοτάξιο και ότι οι υπάλληλοι θα έρχονταν να τις παραλάβουν, καθώς ο εργοδότης τους τούς χρωστούσε κάποια μεροκάματα. Την ίδια ημέρα, προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας ένας άνδρας αραβικής καταγωγής, δηλώνοντας υπάλληλος της εταιρείας Δημήτριος Μπίμπας Ltd και ανέφερε ότι ήρθε να παραλάβει την επιταγή κατόπιν συνεννόησης με τον υπεύθυνο του εργοταξίου. Ως εκ τούτου, εκδόθηκαν δύο επιταγές στα ονόματα των A.A.A. και A.S.A., τις οποίες η συγκεκριμένη υπάλληλος παρέδωσε στον κατηγορούμενο, θεωρώντας ότι υπήρχε σχετική συνεννόηση, πράγμα το οποίο ωστόσο ο Δ.Μ. αγνοούσε. Σε κατάθεση που λήφθηκε από τον υπεύθυνο του εργοταξίου της εταιρείας Christophi Bros Ltd αναφορικά με το εργοτάξιο στη Λευκωσία, ανέφερε ότι η εταιρεία Δημήτριος Μπίμπας Ltd είναι ένας εκ των υπεργολάβων με τους οποίους συνεργάζονται για εργασίες γυψοσανίδας και ότι κατά την απουσία του ιδιοκτήτη της εν λόγω εταιρείας στο εξωτερικό, γνώριζε ότι ο τελευταίος είχε ορίσει τον κατηγορούμενο ως υπεύθυνο συντονιστή του συνεργείου του. Την 14.7.2025, ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν οφειλόμενα μεροκάματα στους υπαλλήλους και έτσι ο υπεύθυνος του εργοταξίου επικοινώνησε με τον Δ.Μ., ο οποίος τον πληροφόρησε να στείλει τους υπαλλήλους στα γραφεία της εταιρείας Christophi Bros Ltd για να παραλάβουν σχετική επιταγή. Κατόπιν τούτου, έδωσε εντολή στην υπάλληλο της εταιρείας Christophi Bros Ltd να παραδώσει τις επιταγές στον κατηγορούμενο, θεωρώντας ότι η όλη διαδικασία ήταν σε γνώση του Δ.Μ. Ως περαιτέρω αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από 30.7.2025, ενώ αποζημίωσε τον παραπονούμενο, Δ.Μ., με την καταβολή του ποσού των €6.000 και ο παραπονούμενος δεν έχει πλέον παράπονο και τον έχει συγχωρέσει. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, ο ευπαίδευτος συνήγορός του υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου η οποία καταδεικνύει την έμπρακτη του μεταμέλεια, την απολογία του, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, τη διαγωγή του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία παραδέθηκε ενοχή, καθώς επίσης και το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει τον παραπονούμενο. Σε περίπτωση δε επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, εισηγήθηκε όπως αυτή ανασταλεί. Στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει,[1] αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 21 ετών, κατάγεται από τη Συρία και έχει ένα παιδί πέντε ετών, το οποίο ζει με τη μητέρα του στη Συρία. Δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, ούτε εισοδήματα, αποταμιεύσεις ή χρέη. Φοίτησε για έξι χρόνια σε σχολείο στη Συρία και ήρθε στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου την 22.9.2021 σε ηλικία 17 ετών ως ασυνόδευτος ανήλικος και στην πορεία υπέβαλε αίτηση ασύλου. Τους τελευταίους μήνες εργαζόταν ως τεχνίτης γυψοσανίδας με πολύ ικανοποιητικές απολαβές και στήριζε την οικογένεια του στη Συρία. Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης με την εξατομίκευση της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για τα αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου και της κλοπής υπό υπαλλήλου, τα αρ. 270(β) και 268 του Ποινικού Κώδικα αντίστοιχα, προβλέπουν την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και 14 ετών. Επιπρόσθετα, σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το αρ. 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν. 188(I)/2007), προβλέπει την επιβολή ποινής φυλάκισης έως και 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση που πρόσωπο γνώριζε ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, στην δε περίπτωση που όφειλε να το γνωρίζει, προβλέπει την επιβολή ποινής έως και πέντε έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορουμένου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Διαφωτιστικό ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus
(2007), σελ. 141: «Thefts by employees in the private sector also involve highly reprehensible conduct, because, as pointed out in the case of A.-G. v. Neophytos Nicola Vassiliotis alias Kaizer a.o., conduct of this kind "tends to undermine the basis upon which hundreds of people carry on their business as employees or earn their living as employers. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great consequence; and is entitled to adequate protection from the law". Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 219, όπου το συνολικό ποσό της κλοπής ανερχόταν σε £36.000, ο Εφεσείων ήταν 31 ετών, οικογενειάρχης και πατέρας τριών μικρών παιδιών και με την απόλυσή του από τη θέση που κατείχε και γενικότερα με την απώλεια της σταδιοδρομίας του, υπέστη καταστροφικό πλήγμα, ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, με επακόλουθο την παράταση αγωνίας του ιδίου και της οικογένειάς του, οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2½ ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που ο εφεσείων αντιμετώπιζε, μειώθηκαν σε 18 μήνες, λαμβανομένων υπόψη των ελαφρυντικών παραγόντων που παρουσίαζε ο κατηγορούμενος. Στην Στυλιανού Ανδρέας Κωστάκη ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 646, ο εφεσείων αντιμετώπισε 13 κατηγορίες ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η πρώτη αφορούσε στην κλοπή ποσού £56.993 από γραμματέα και υπηρέτη κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, η δεύτερη την παράλειψη καταχώρησης ουσιωδών στοιχείων σε βιβλία, έγγραφα ή λογαριασμούς με σκοπό την καταδολίευση κατά παράβαση του Άρθρου 313(γ) του ιδίου Κώδικα, οι κατηγορίες 3-12, αφορούσαν τον καταρτισμό διαφόρων εγγράφων προς διάφορα πρόσωπα και για διαφορετικά ποσά άνευ εξουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 343(α) του Κεφ.154, ενώ η 13η κατηγορία σχετιζόταν με αδίκημα συγκάλυψης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Νόμου 61(Ι)/96, επί τω ότι ο εφεσείων απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των £56.993, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Ο εφεσείων καταδικάστηκε επί τη βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2½ ετών στην 1η και 13η κατηγορία και 18 μηνών φυλάκισης στη 2η κατηγορία. Κατ' έφεση, οι ποινές αυτές επικυρώθηκαν, παρότι θεωρήθηκαν επιεικείς. Αναφορικά δε με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Λεμονάρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 212/2017 ημερ. 17.04.2019, όπου η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έξι ετών για 8 περιπτώσεις επικυρώθηκε. Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[8] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και πρέπει να αμοίβεται,[9] το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, τον χρόνο κατά τον οποίο αυτός τελεί υπό κράτηση, το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει μερικώς τον παραπονούμενο και έχουν συμφιλιωθεί, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει ένα μέρος του κλαπέντος ποσού, το σύνολο του κλαπέντος ποσού και την αξία των κλοπιμαίων αντικειμένων, τον αριθμό των κλοπών στο σύνολό τους, καθώς επίσης και τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία παραδέχθηκε ενοχή, ήτοι εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη όλων των προσώπων του εργασιακού και φιλικού του περιβάλλοντος. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 18 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 18 μηνών. - Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 18 μηνών. - Για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά.[10] Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13] Σχετικά παραπέμπω στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
- Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν προβληματισμού και έχοντας αξιολογήσει όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει κατ' επανάληψη διαπράξει ο κατηγορούμενος. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Λαμβανομένων δε υπόψη των προνοιών του αρ. 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζεται όπως η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί, μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα, δηλ. από 30.7.
- Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Έξοδα €120,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........ Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Βλ. μεταξύ άλλων, Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, Αστυνομία ν. Βακανά Π.Ε. 173/2020 ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [9] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- [10] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.
- [11] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [13] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο