ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11223/2020, 15/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11223/2020 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για την Κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν παραδοχής της, για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής (2η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Παρενθετικά σημειώνω, ότι σε σχέση με την 1η κατηγορία καταχωρίστηκε αναστολή της ποινικής δίωξης την 15.9.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με τη 2η κατηγορία, η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 30.6.2020 - 2.7.2020 στον Άγιο Σπυρίδωνα της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από τον εξωτερικό χώρο της οικίας του Μάρτυρα επί του κατηγορητήριου (στο εξής ο «ΜΚ1»), διάφορα τρόφιμα αξίας €200 και ένα τραπανάκι αξίας €70, συνολικής αξίας €270, περιουσία του ΜΚ
- Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου και περαιτέρω ανέφερε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε κατόπιν καταγγελίας της θυγατέρας του ΜΚ1 στην Αστυνομία (στο εξής η «ΜΚ2»). Ως επίσης ανέφερε, η ΜΚ2 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε ότι στο ΚΚΒΠ της οικίας του ΜΚ1, απεικονίζεται η κατηγορούμενη να εισέρχεται στην εν λόγω οικία και αφού έκανε κάτι στο σημείο του περιτοιχίσματος της οικίας, αποχώρησε κρατώντας μία τσάντα γεμάτη πράγματα. Η κατηγορούμενη συνελήφθη κατόπιν έκδοσης εντάλματος σύλληψης και αναγνωρίστηκε από τον σύζυγο της ΜΚ2, κατά την επίσκεψή του στο ΤΑΕ Λεμεσού. Ανακρινόμενη, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη, αναφορικά με το αδίκημα για το οποίο παραδέχθηκε ενοχή, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, την άμεση παραδοχή και την ομολογία της, η οποία καταδεικνύει την έμπρακτη της μεταμέλεια, καθώς επίσης και τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω εισηγήθηκε όπως τυχόν ποινή στερητική της ελευθερίας ανασταλεί και σε περίπτωση που η ποινή φυλάκισης δεν ανασταλεί, εισηγήθηκε όπως συντρέχει με την ποινή φυλάκισης που ήδη εκτίει η κατηγορουμένη στην υπόθεση με αρ. 10146/25 από 1.8.2025, όπου της επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης πέντε μηνών για αδικήματα μεταφοράς διαρρηκτικών εργαλείων, τα οποία διαπράχθηκαν το
- Ως προς το γεγονός ότι η παρούσα δεν λήφθηκε υπόψη μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, ανέφερε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι αναμένετο η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα σε σχέση με τυχόν αναστολή της 1ης κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Παρεμβάλλω, ότι λόγω της σοβαρότητας της κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη είναι σήμερα 49 ετών και είναι διαζευγμένη, παντρεύτηκε δε σε ηλικία 17 ετών και οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν 14 ετών, μετά τον θάνατο του δεύτερου παιδιού τους. Δεν τελείωσε το σχολείο, καθότι αρραβωνιάστηκε σε ηλικία 15 ετών και εργάστηκε μόνο για λίγους μήνες πριν από πολλά χρόνια, είναι λήπτης Ε.Ε.Ε. και δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Από τον γάμο της η κατηγορούμενη απέκτησε δύο παιδιά και η θυγατέρα της περιμένει το δεύτερο παιδί της, ενώ ο μικρότερος γιος της διαμένει με τον εκ πατρός παππού του στη Λεμεσό. Αργότερα συνήψε σχέση με πρόσωπο συριακής καταγωγής, από την οποία απέκτησε δύο παιδιά, εντούτοις χώρισαν με τον σύντροφό της 12 χρόνια μετά και τα παιδιά που απέκτησε από την εν λόγω σχέση της τέθηκαν υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Μέριμνας και σήμερα φιλοξενούνται σε Δομή Εφήβων στην επαρχία Λεμεσού. Η κατηγορούμενη σήμερα βρίσκεται σε σχέση με Ελληνοκύπριο ο οποίος τη βοηθά και τη στηρίζει. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στην κατηγορουμένη. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, κατά παράβαση των αρ. 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και τριών ετών. Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά του προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει δε νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[7] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[8] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[9] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στην κατηγορουμένη. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν τέθηκε θέμα αποζημίωσης του παραπονούμενου, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό της μητρώο, την παραδοχή της,[10] τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλεται στην κατηγορουμένη για το αδίκημα που αντιμετωπίζει, ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[11] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[12] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[13] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[14] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορουμένη. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος που έχει διαπράξει η κατηγορούμενη, αλλά και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[15] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη, θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα συντρέχει με την ποινή που ήδη εκτίει η κατηγορουμένη, ως η εισήγηση της υπεράσπισης, ή εάν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα εκτιθεί διαδοχικά. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Οι αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκαν τα εξής: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του». Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους.[16] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος καταχώρισης της υπόθεσης και κατά πόσο αυτή ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε άλλη υπόθεση.[17] Όπως λέχθηκε στην Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13): «Η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις. Επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που θέτει η νομολογία». Στην Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει πρωτίστως να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και τις τοποθετήσεις αμφοτέρων των συνηγόρων επί του θέματος, καταλήγω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση, όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ.
- Για την ανωτέρω κατάληξή μου, έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη εκτίει ποινή φυλάκισης πέντε μηνών από 1.8.2025 μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αρ. 10146/25 του Ε.Δ. Λεμεσού, για αδικήματα μεταφοράς διαρρηκτικών εργαλείων που διαπράχθηκαν το 2025, καθώς επίσης και την εξήγηση που δόθηκε ως προς το γεγονός ότι οι δύο υποθέσεις προχώρησαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Παράλληλα, δεν παραγνωρίζω τις προσωπικές περιστάσεις της, ως καταγράφονται πιο πάνω και το λευκό ποινικό μητρώο της. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η κατηγορούμενη παρουσιάζει την εικόνα ατόμου που έχει προβεί στη διάπραξη ομοειδών αδικημάτων και μάλιστα μετά την πάροδο τεσσάρων περίπου ετών. Ωστόσο, σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ήτοι 5 μήνες στην υπόθεση υπ' αρ. 10146/25 του Ε.Δ. Λεμεσού και 7 μήνες στην παρούσα, ποινή η οποία στο σύνολό της θεωρώ ότι θα είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη, ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης, για την οποία το παρόν Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, εν αντιθέσει με την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Συνεπακόλουθα, διατάζεται όπως η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που της επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ' αρ. 10146/25 του Ε.Δ. Λεμεσού, δηλαδή από 1.8.
- Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [8] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [9] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [10] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 359. [11] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [12] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [13] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
- [15] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
- [16] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331. [17] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο