ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. MOHAMED AMIN AMIN AMMAR, Αρ. Υπόθεσης: 11773/2021, 14/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11773/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. MOHAMED AMIN AMIN AMMAR Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, για τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι τη διάρρηξη κατοικίας και κλοπή (1η κατηγορία), την κλοπή (2η κατηγορία) και την απόπειρα κλοπής (3η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 1η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 26ης και 27ης Σεπτεμβρίου 2021 στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή έκλεψε από αυτή ένα πορτοφόλι εντός του οποίου υπήρχε μία πιστωτική κάρτα της Ελληνικής Τράπεζας που ανήκει στην G.M., διάφορες κάρτες, μία ταυτότητα και μία άδεια οδηγού, περιουσία της μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με τη 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 26ης και 27ης Σεπτεμβρίου 2021 στη Λεμεσό, έκλεψε με διάφορες ηλεκτρονικές αγορές το χρηματικό ποσό των €382.80, με τη χρήση κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας της Ελληνικής Τράπεζας η οποία εκδόθηκε στην G.M. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε σχέση με την 3η κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 26ης και 27ης Σεπτεμβρίου 2021 στη Λεμεσό, αποπειράθηκε να κλέψει το χρηματικό ποσό των €3.684,80 με διάφορες ηλεκτρονικές αγορές, με τη χρήση της κλοπιμαίας πιστωτικής κάρτας της Ελληνικής Τράπεζας η οποία εκδόθηκε στην G.M. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Έγγραφο Α, την 27.9.2021 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από την μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 26.9.2021 - 27.9.2021 και ωρών 22:30-07:00 διαρρήχθηκε η ισόγειος κατοικία της, από την οποία κλάπηκε το πορτοφόλι της, εντός του οποίου υπήρχε μία πιστωτική κάρτα της Ελληνικής Τράπεζας που ανήκει στην μητέρα της, δηλαδή την G.M., καθώς επίσης και διάφορες κάρτες στο όνομα της παραπονούμενης, η ταυτότητά της, η άδεια οδηγού της, φωτογραφίες του γιού της και άλλα έγγραφα παρόμοιας φύσεως. Σύμφωνα με την κατάθεση της παραπονούμενης, όταν ξύπνησε το πρωί διαπίστωσε ότι το παράθυρο του σαλονιού της οικίας της ήταν λίγο ανοιχτό, ενώ το είχε κλείσει πριν κοιμηθεί. Ακολούθως, ενώ βρισκόταν στην εργασία της αναζήτησε ανεπιτυχώς το πορτοφόλι της, το οποίο δεν βρισκόταν στην τσάντα της και έπειτα την κάλεσε η μητέρα της από τη Βουλγαρία και την ρώτησε αν προσπάθησε να οποιεσδήποτε συναλλαγές με την πιστωτική της κάρτα, καθώς έλαβε διάφορα μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο από την Ελληνική Τράπεζα, ότι η κάρτα της χρησιμοποιήθηκε για διάφορες ηλεκτρονικές αγορές για το ποσό των €382,80 και ότι έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια εκτέλεσης άλλων αγορών για το ποσό των €3.684,
- Κατόπιν επιτόπιων εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την Αστυνομία στη σκηνή, διαπιστώθηκε ότι η είσοδος/έξοδος επιτεύχθηκε από το κλειστό αλλά απασφάλιστο αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο του σαλονιού, το οποίο παραβιάστηκε με τη χρήση σωματικής βίας. Τη σκηνή επισκέφθηκε επίσης Αστυφύλακας του κλάδου δακτυλοσκοπίας, ο οποίος διενήργησε εξετάσεις με θετικό αποτέλεσμα και παραλήφθηκαν τεκμήρια τα οποία στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν στις τοποθεσίες από όπου έγιναν οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, διαπιστώθηκε ότι ο δράστης έκανε διάφορες αγορές από ένα περίπτερο και οι παραγγελίες παραδόθηκαν μέσω delivery σε συγκεκριμένο νεαρό πρόσωπο, σε οικία η οποία βρίσκεται πλησίον της οικίας της παραπονούμενης. Αφού εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας της εν λόγω οικίας, ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως ο ένοικός της και εντοπίστηκαν διάφορα αντικείμενα τα οποία ο κατηγορούμενος ανέφερε στην Αστυνομία ότι αγόρασε με πιστωτική κάρτα, ανακρινόμενος δε, ανέφερε ότι βρήκε την εν λόγω κάρτα σε πάρκο που βρίσκεται κοντά στην οικία του και αρνήθηκε ότι διέρρηξε την οικία της παραπονούμενης. Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα της Υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο και η υπόθεση υπ' αρ. 6124/2022 που εκκρεμεί εναντίον του. Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας (1η κατηγορία) και της κατοχής διαρρηκτικού οργάνου (2η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, αναφορικά με την 1η κατηγορία, την 14.5.2022 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να διαρρήξει και να εισέλθει στο διαμέρισμα της μάρτυρος 1 επί του κατηγορητηρίου, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλ. τη διάπραξη κλοπής. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, την 14.5.2022 στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, δηλ. ένα πλαστικό αντικείμενο χρώματος βυσσινί, το οποίο ομοίαζε με κάρτα τηλεφώνου. Εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε κείμενο γεγονότων, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται στο Έγγραφο Β, μεταξύ άλλων, την 14.5.2022 περί τις 09:40, καταγγέλθηκε στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού από την μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, ότι την ίδια ημέρα έγινε απόπειρα διάρρηξης του διαμερίσματος της. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, ενώ βρισκόταν εντός του διαμερίσματός της μαζί με τον ανήλικο γιο της, άκουσε θόρυβο πάνω στην κύρια είσοδο του διαμερίσματος της. Αμέσως κοίταξε από το «μάτι» της πόρτας της και είδε έναν άγνωστο έξω από την πόρτα της και ένα πλαστικό αντικείμενο χρώματος βυσσινί που ομοίαζε με κάρτα τηλεφώνου, να εισέρχεται μεταξύ της πόρτας εισόδου της και του παραστατού και τον δράστη να προσπαθεί να ξεκλειδώσει την πόρτα. Τότε η παραπονούμενη έβαλε τις φωνές και ο δράστης τράπηκε σε φυγή. Στη σκηνή μετέβησαν μέλη του κλιμακίου διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού, πλην όμως δεν διαπίστωσαν παραβίαση της πόρτας εισόδου της παραπονούμενης. Από περαιτέρω εξετάσεις που διενεργήθηκαν και συγκεκριμένα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που εντοπίστηκε σε υποστατικό το οποίο βρίσκεται στη νότια είσοδο της πολυκατοικίας, καταγράφηκαν οι κινήσεις του δράστη, ο οποίος αναγνωρίστηκε από μέλος του ΤΑΕ Λεμεσού, καθώς απασχόλησε ξανά την Αστυνομία με παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, ενώ μοιάζει με το πρόσωπο που η παραπονούμενη περιέγραψε. Ανακρινόμενος, αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, αναφορικά με τα αδικήματα στα οποία παραδέχθηκε ενοχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, κάλεσε δε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο, την απολογία του, την αλλαγή στις συνθήκες ζωής του από τη διάπραξη των αδικημάτων και έπειτα, καθώς επίσης και τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Επιπρόσθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης εννέα μηνών η οποία του επιβλήθηκε την 29.4.2025, μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αρ. 13192/2021 του Ε.Δ. Λεμεσού, για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών που διαπράχθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2021 και κάλεσε το Δικαστήριο όπως διατάξει να συντρέχουν τυχόν επιβληθείσες ποινές φυλάκισης. Παρεμβάλλω, ότι λόγω της σοβαρότητας των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ως αυτή προσδιορίζεται κατωτέρω, το Δικαστήριο ζήτησε την ετοιμασία σχετικής Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της αρμόζουσας ποινής.[1] Στην εν λόγω Έκθεση, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 27 ετών και γεννήθηκε στη Γερμανία, όπου διαμένει η οικογένειά του. Η μητέρα του κατάγεται από το Μαρόκο και ο πατέρας του από την Ισπανία, ενώ έχει τέσσερις αδερφές. Απέκτησε πτυχίο πληροφορικής από Πανεπιστήμιο στη Γερμανία στον κλάδο office management, εργάστηκε για δύο χρόνια σε Τράπεζα και ακολούθως ήρθε στην Κύπρο τον Ιούλιο του
- Έκτοτε, εργάζεται σε εταιρεία Forex. Επιπρόσθετα, έχει αρραβωνιασθεί με κοπέλα από τη Γερμανία η οποία εργάζεται σε νηπιαγωγείο και επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του. Πριν τη σύλληψή του, διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με τη συμβία του. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις ποινή στον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής συνιστά ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, καθώς απαιτείται η εξισορρόπηση μεταξύ του γενικού συμφέροντος απονομής της δικαιοσύνης και της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστατικών εκάστης περίπτωσης, καθώς επίσης και της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Με άλλα λόγια, η ποινή που θα επιβληθεί, πρέπει να αρμόζει στο πρόσωπο του παραβάτη, αλλά και στο αδίκημα που έχει διαπραχθεί.[2] Παράλληλα, η εξατομίκευση της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση, ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα.[3] Επισημαίνεται ωστόσο, ότι η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, δεν οδηγεί σε ατονία το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[4] Διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν επί τούτου στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Αναφορικά με τη σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αυτή αντανακλάται από τις ποινές που προβλέπει η οικεία νομοθεσία,[5] καθώς, ως έχει νομολογηθεί, το μέγιστο ύψος της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, λαμβανομένης υπόψη της εκ του νόμου προβλεπόμενης ποινής, αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο ξεκινά τη διεργασία του, για σκοπούς επιμέτρησης και καθορισμού της ποινής.[6] Ειδικότερα, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, κατά παράβαση των αρ. 292(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και επτά ετών, όταν δε το αδίκημα διαπραχθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας, προβλέπεται η επιβολή ποινής φυλάκισης έως και δέκα έτη. Περαιτέρω, για το αδίκημα της κλοπής, το οποίο συνιστά κακούργημα, κατά παράβαση των αρ. 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και τριών ετών. Τέλος, για το αδίκημα της απόπειρας κλοπής, κατά παράβαση των αρ. 366, 367, 255 και 35 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και δύο έτη. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι η παρούσα έχει παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο δεν αποτελεί κατά κανόνα ελαφρυντικό στοιχείο υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, πλην όμως έχει τη δική της σημασία, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου περιορισμένο στην επιβολή κατ' ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης.[7] Πέραν της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία πηγάζει από τις προβλεπόμενες εκ της νομοθεσίας ποινές, η σοβαρότητά τους προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στις Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 785, Saadi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021 ημερ. 4.11.2022. Ως έχει δε νομολογηθεί, τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.[8] Διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, από την Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021, ECLI:CY:AD:2022:B62 ημερ. 15.2.2022: «Δεν είναι λίγες φορές που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει ότι οι κλοπές και διαρρήξεις, καθώς και ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη συχνότητα διάπραξης αυτού του είδους των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά είναι και τα όσα επισημάνθηκαν στην υπόθεση Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92.» Επιπρόσθετα, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αναφορικά με την οποία το Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του, καταδεικνύει τη σοβαρότητά τους και συγχρόνως, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους, χωρίς βεβαίως αυτό να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής.[9] Παρεμβάλλω, ότι οι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν στην επιβολή ποινών, παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής, πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, καθώς η ποινή που επιβάλλεται σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη.[10] Επισημαίνεται, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.[11] Παράλληλα, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.[12] Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, προχωρώ στην επιβολή της αρμόζουσας κατά την κρίση μου ποινής στον κατηγορούμενο. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, καθώς επίσης και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν τέθηκε θέμα αποζημίωσης της παραπονούμενης, καθώς επίσης και τους μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και τα όσα διαλαμβάνει η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του, η οποία σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και όταν γίνεται πριν από την ακρόαση εκτιμάται ως ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, που επηρεάζει τόσο το είδος, όσο και την έκταση της ποινής,[13] το νεαρό της ηλικίας του, τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω, ότι αυτές δεν υπερφαλαγγίζουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αυστηρών ποινών, αναφορικά με τη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να διέπει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, καταλήγω όλοι οι ανωτέρω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, αλλά όχι το είδος της ποινής, που δε μπορεί να είναι άλλη από τη στέρηση της ελευθερίας. Αυτή, είναι και η μόνη ποινή η οποία θα στείλει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα σωστά μηνύματα στην κοινωνία. Συνεπακόλουθα, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: - Για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 16 μηνών. - Για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών. - Για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το θέμα, καθότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, συνδέονται δε χρονικά και τοπικά.[14] Προχωρώ σε εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, καθότι η επιβληθείσα ποινή δεν ξεπερνά τα τρία έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, ως έχει τροποποιηθεί, η ποινή της φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί, κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά τα τρία
(3)έτη. Πρόκειται για διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία έχει διευρυνθεί και μπορεί να ασκηθεί εάν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.[15] Επισημαίνεται, ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν αποτελεί εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου, αλλά διεργασία στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο, κατόπιν επιβολής ποινής φυλάκισης, εάν και εφόσον συντρέχουν λόγοι που αιτιολογούν την αναστολή της.[16] Η ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής φυλάκισης, καθώς η δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται από την απόφαση επιβολής ποινής φυλάκισης. Τα δε κριτήρια επί των οποίων θα βασιστεί το Δικαστήριο κατά τη βάσανο της αξιολόγησης αυτής δεν είναι ανελαστικά, αλλά παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες, πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης.[17] Τα κριτήρια αξιολόγησης του ενδεχομένου της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ως έχουν τεθεί νομολογιακώς, είναι τα ακόλουθα:[18] (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του, (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας, καθώς ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν έντονου προβληματισμού και αξιολογώντας όλα τα ανωτέρω, είναι η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Και τούτο, αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών παραγόντων που αφορούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι οποίοι δεν μπορούν κατά την κρίση μου, να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, αλλά και της έξαρσής τους. Ως έχει άλλωστε νομολογηθεί, η αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν ενδείκνυται, όταν τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία του παραβάτη, συνιστά επιπρόσθετα, μέσο αποτροπής άλλων πιθανών παραβατών, καθώς η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, είναι υπεράνω οιωνδήποτε προσωπικών περιστάσεων.[19] Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα έχει άμεση ισχύ από σήμερα. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω, στρέφομαι σε εξέταση του κατά πόσον η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα συντρέχει με την ποινή που ήδη εκτίει ο κατηγορούμενος, ή εάν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα εκτιθεί διαδοχικά, ως η εισήγηση της υπεράπισης. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Οι αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, μέσα στο πλαίσιο της οποίας λέχθηκαν τα εξής: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του». Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους.[20] Ως έχει επίσης νομολογηθεί, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος καταχώρισης της υπόθεσης και κατά πόσο αυτή ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε άλλη υπόθεση.[21] Όπως λέχθηκε στην Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13): «Η αρχή της συνολικότητας επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης επιβολής διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο ταυτόχρονα και καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά δικαστήρια σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές βέβαια υποθέσεις. Επίκεντρο της αρχής είναι η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις αρχές που θέτει η νομολογία». Στην Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο, θα πρέπει πρωτίστως να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω, ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και τις τοποθετήσεις αμφοτέρων των συνηγόρων επί του θέματος, ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης εννέα μηνών η οποία του επιβλήθηκε την 29.4.2025, μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ' αρ. 13192/21 του Ε.Δ. Λεμεσού, για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών που διαπράχθηκαν στις 25 - 26 Σεπτεμβρίου του
- Ως προς το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις υπ' αρ. 11773/21 και 6124/22 μέσα στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι η αλλαγή απάντησης σε παραδοχή από μη παραδοχή, σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα την 8.7.2025, δηλαδή αφότου επιβλήθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης στον κατηγορούμενο στην υπόθεση υπ' αρ. 13192/
- Ως επίσης ανέφερε, η 6124/22 καταχωρίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από την 13192/
- Διερχόμενη όλων των ανωτέρω, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, σημειώνω αρχικά ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει την εικόνα ατόμου που έχει από πολύ νεαρή ηλικία επιδοθεί σε δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με τη διάπραξη αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών και άλλων ομοειδών αδικημάτων. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην παρούσα υπόθεση, διαπράχθηκαν κατά την ίδια περίοδο με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν τα αδικήματα που αφορούσε η υπόθεση 13192/
- Τα δε αδικήματα που αφορά η υπόθεση 6124/22, διαπράχθηκαν περί τους οκτώ μήνες αργότερα. Λαμβάνω παράλληλα υπόψη μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που αφορά η παρούσα ήταν 23 ετών και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ενώ ως αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, έχει αρραβωνιασθεί και επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι οι υποθέσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε αφορούσαν σε αδικήματα διαπραχθέντα σε κοντινές ημερομηνίες και σε κατηγορητήρια που εκκρεμούσαν ταυτόχρονα ενώπιον των Δικαστηρίων. Ωστόσο, σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 25 μηνών, ήτοι 9 μήνες στην υπόθεση υπ' αρ. 13192/21 του Ε.Δ. Λεμεσού και 16 μήνες στην παρούσα, ποινή η οποία στο σύνολό της θεωρώ ότι θα είναι υπέρμετρη και δυσανάλογη, ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, για την οποία το παρόν Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, εν αντιθέσει με την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση, όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155. Συνεπακόλουθα, διατάζεται όπως η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ' αρ. 13192/21 του Ε.Δ. Λεμεσού. Στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 6124/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το τεκμήριο της υπόθεσης να κατασχεθεί και να καταστραφεί. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τηλεμάχου v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701. [2] Κυριάκος Σακαρίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. [3] Οδυσσέας Θεοχάρη Καλανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 298, Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). [4] Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). [5] Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. [6] Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. [7] Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197, αρ. 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). [8] Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104, Γενικός Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 A.A.Δ. 129. [9] Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. [10] Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. Αρ, 61/2020 ημερ. 14.7.2022. [11] Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598. [12] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 257. [13] Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288), Φούττης ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ
- [14] Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 108/2021 ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Σάκκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 196/2020 ημερ. 20.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B355, Μohamed Αlahmad ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 235/2022 ημερ. 30.9.
- [15] Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [16] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373. [17] Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1. [18] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ
- [19] Σ.Π.Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν. Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015 ημερ. 15.11.
- [20] Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331. [21] Μιχάλης Παραρέ ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο